Η ΕΞΟΥΣΙΑ, ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ: Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ;
του Νίκου Τριμικλινιώτη

Η πολιτική δεν είναι άσκηση εξουσίας. Η πολιτική πρέπει να ορίζεται από μόνη της, ως ένας ιδιαίτερος τρόπος δράσης, που πραγματοποιείται από ένα ιδιαίτερο τύπο υποκειμένου και παράγεται από ένα ιδιαίτερο τύπο ορθολογικότητας. Είναι η πολιτική σχέση, που καθιστά δυνατή τη σύλληψη της έννοιας του πολιτικού υποκειμένου, όχι το αντίστροφο (Jacques Ranciere)1


Οι επικείμενες προεδρικές εκλογές στην Κύπρο τον Φεβρουάριο του 2008 αποτελούν το πλέον σημαντικό πολιτικό γεγονός μετά τα δημοψηφίσματα του Απριλίου του 2004. Σ’ αυτές τις εκλογές, για πρώτη φορά από την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, το 1960 την Προεδρία διεκδικεί υποψήφιος από την Αριστερά, ο Γ.Γ. του ΑΚΕΛ. Ογδόντα χρόνια από την ίδρυση του Κ.Κ. Κύπρου που μετεξελίχθηκε στο ΑΚΕΛ, το κόμμα βρίσκεται μπροστά σε μια από τις δυσκολότερες στιγμές της ιστορίας: Ο υποψήφιος της Αριστεράς προτάθηκε για να εξέλθει η χώρα από την υφιστάμενη πολιτική εσωστρέφεια, πολιτική απομόνωση και την ακάθεκτη πορεία προς τη διχοτόμηση. Στις προεδρικές εκλογές θα έχουμε τρεις ισχυρούς πολιτικούς πόλους, όπου για πρώτη φορά αντιπαρατίθενται με καθαρούς όρους οι δυνάμεις της Αριστεράς και της Δεξιάς με κύριο επίδικο ζήτημα τη διαχείριση τους Κυπριακού.

Στο κείμενο αυτό, καταρχάς αναλύεται η ιστορική απόφαση του ΑΚΕΛ να διεκδικήσει την εκτελεστική εξουσία. Στη συνέχεια εξετάζουμε την κρισιμότητα της στιγμής όπου το αδιέξοδο στο Κυπριακό μετά το Δημοψήφισμα λειτούργησε καταλυτικά, τροφοδοτώντας μια υπόγεια πάλη ανάμεσα στο «ήπιο ΟΧΙ» και το «ηχηρό ΟΧΙ», σαν πάλη ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά, πάλη που δεν είναι άσχετη με την κοινωνική αντιπαράθεση στον νεοφιλελευθερισμό.


1. Η απόφαση του ΑΚΕΛ: Δημοκρατική-αριστερή στροφή;

Η διαδικασία που επέλεξε το ΑΚΕΛ ήταν να ζητήσει από τα 15.000 περίπου κομματικά μέλη να αποφασίσουν ανάμεσα στον Δημήτρη Χριστόφια και τον Τάσσο Παπαδόπουλο, στη βάση ενός εγγράφου που κατέθεσε η ΚΕ του κόμματος. Η προσέλευση και το ενδιαφέρον των κομματικών μελών υπήρξε εντυπωσιακή – υπεδιπλάσια από την συνηθισμένη προσέλευση μελών σε συνεδριάσεις. Το δε κλίμα πρωτοφανές σε επίπεδο συζήτησης και ενθουσιασμού: ο Χριστόφιας πήρε 77% κι ο Παπαδόπουλος 19%. Μετά, το ζήτημα πήγε στην ΚΕ όπου αποφάσισε με ποσοστό 85% να στηρίξει τον Γ.Γ., ενώ το 12% τάχθηκε υπέρ του Παπαδόπουλου και υπήρξαν επίσης 3 αποχές. Την τελική απόφαση πήρε η έκτακτη εκλογική συνδιάσκεψη, με ποσοστό 93% υπέρ της υποψηφιότητας Χριστόφια.

Η ίδια η διαδικασία δημιούργησε νέα δεδομένα, εφόσον επέτρεψε να αναπτυχθεί προβληματισμός και αναζήτηση σε επίπεδο βάσης του κόμματος κι άνοιξε πλέον τον δρόμο για μια μαζική πολιτική παρέμβαση των αριστερών της Κύπρου: Πάνω από 10.000 άτομα ενεπλάκησαν στις συζητήσεις ενώ η διαδικασία απασχόλησε και τα ΜΜΕ. Αυτή η διαδικασία είναι άξια περεταίρω σχολιασμού και μελέτης γιατί η Αριστερά μπόρεσε να υπερβεί την «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» στην οποία είχε περιέλθει2: μέσα από αυτό το πρίσμα μπορούμε να κατανοήσουμε τη διαλεκτική που αναπτύχθηκε ανάμεσα στους «πάνω» και τους «κάτω», ανατρέποντας έτσι το θεώρημα που ήθελε τα κόμματα λενινιστικού τύπου, λόγω της σταλινικής παρακαταθήκης, να αδυνατούν να κινηθούν «προς τα Αριστερά» σαν αποτέλεσμα της «πίεσης από τα κάτω». Δεν θα ήταν υπερβολή να μιλήσουμε για μια αριστερο-δημοκρατική μικρο-επανάσταση,3 ή μια «παθητική επανάσταση» με γκραμσικούς όρους, εφόσον έχουμε μοριακές μετατοπίσεις κάτω από το έδαφος, που τελικά ανατρέπουν το σκηνικό. Τη διέξοδο από την κρίση και τον εγκλωβισμό στο σχήμα ηγεμονίας που επέβαλε ο Παπαδόπουλος4 την έδωσαν τελικά τα απλά μέλη του κόμματος, που έβαλαν τέρμα στην στήριξή του από το κόμμα.

Ασφαλώς, ήταν ο ίδιος ο Δημήτρης Χριστόφιας, με τη στήριξη της ηγετικής ομάδας, που επέλεξε 5 αυτή τη διαδικασία, δηλαδή επέλεξε να απευθυνθεί στη βάση του κόμματος πριν να ρωτηθούν τα ανώτερα καθοδηγητικά όργανα (π.χ. Πολιτικό Γραφείο, Κεντρική επιτροπή και Συνδιάσκεψη), αλλά αυτό δεν είναι πάρα η συνέχιση μιας ημιτελούς εσωκομματικής δημοκρατικής επανάστασης που έγινε με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, και τη διάσπαση που ακολούθησε, με μέρος της ηγετικής ομάδας να αποχωρεί από το ΑΚΕΛ (1989-1990).6 Τότε, στο 17ο Συνέδριο του 1990, το ΑΚΕΛ όχι μόνο δεν φοβήθηκε να εκδημοκρατίσει τους θεσμούς του αλλά προχώρησε ώστε να δοθούν για πρώτη φορά ουσιαστικά δικαιώματα στα μέλη το υ. Ωστόσο η διαδικασία αυτή έμεινε ημιτελής.

Για το ΑΚΕΛ, το αρχαιότερο και μαζικότερο πολιτικό κόμμα της Κύπρου, το ζήτημα της δημοκρατίας ήταν κυρίαρχο την δεκαετία του 1990. Ωστόσο, στην πορεία ατόνησαν οι συζητήσεις καθώς η νέα ηγεσία νομιμοποιήθηκε πλέον και το κόμμα προσανατολίστηκε στα ουσιαστικά και καθημερινά πολιτικά ζητήματα: το 1990 κατέθεσε το συνεδριακό κείμενο «Η Δική μας Αντίληψη για τον Σοσιαλισμό», το 1995, στο 18ο Συνέδριο, άνοιξε μια μεγάλη εσωκομματική συζήτηση με την «Εισήγηση για επανεξέταση της θέσης του AKEΛ στο θέμα της ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή 'Ένωση» και το 2000, στο 19ο Συνέδριο, κατάθεσε την «Πρόταση για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας». Η πρόταση αυτή αναφέρεται στην «ανάγκη για εκσυγχρονισμό των θεσμών και των διαδικασιών, για ανανέωση της πολιτικής και κοινωνικής ζωής αλλά και για διεύρυνση της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων του πολίτη με κεντρικό στόχο την αναβάθμιση της ποιότητας της ζωής στην Κύπρο».

Είναι φανερό επομένως ότι την περίοδο αυτή το ΑΚΕΛ προσανατολίζεται σταθερά σε μια πολιτική συμμετοχής στη διακυβέρνηση της χώρας. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του 20ού Συνεδρίου:

Σήμερα το ΑΚΕΛ κατέχει δια του Γ.Γ. της Κ.Ε. του Κόμματος το αξίωμα του Προέδρου της Βουλής και μετέχει στη διακυβέρνηση του τόπου με υπουργούς κομματικά στελέχη. Έχει αυξημένη συμμετοχή και παρεμβολή σε οργανισμούς δημόσιας ωφελείας που αποτελούν μέρος της εξουσίας (ΑΚΕΛ Θέσεις για το 20ον Συνέδριο, Νοέμβρης 2005).


Εντούτοις, η συγκυβέρνηση με Πρόεδρο τον Τάσσο Παπαδόπουλο θέτει το ΑΚΕΛ μπροστά σε εξαιρετικά δύσκολα διλήμματα. Αφενός με τη διολίσθηση του Κυπριακού σε μια πορεία ντε φάκτο διχοτόμησης μετά το Δημοψήφισμα του Απριλίου 2004, αφετέρου με την υιοθέτηση κοινωνικών και οικονομικών πολιτικών που αποκλίνουν ριζικά από το πρόγραμμα του ΑΚΕΛ.

2. Το αδιέξοδο στο Κυπριακό μετά το Δημοψήφισμα και η σημασία της απόφασης του ΑΚΕΛ

Στη σημερινή συγκυρία, η υποψηφιότητα Χριστόφια αποτελεί ίσως την κρισιμότερη απόφαση του ΑΚΕΛ από την ίδρυση του κόμματος, καθώς ανοίγει την προοπτική επίλυσης του Κυπριακού.

Για να γίνει κατανοητός ο ισχυρισμός μας αξίζει να θυμίσουμε τη στάση (και ως ένα βαθμό την αμφιταλάντευση) του ΑΚΕΛ κατά το Δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου του 2004. Την εποχή εκείνη είχαν ήδη γίνει οι ανατροπές στο Βορρά με τις τ/κ κινητοποιήσεις και την αποχώρηση του Ντεκτάς από την ηγεσία των τ/κ, ενώ το Σχέδιο Ανάν είχε τεθεί στην κρίση της κάθε Κοινότητας.

Τον Απρίλη του 2004 το ΑΚΕΛ αντί να συγκαλέσει έκτακτο συνέδριο, για λόγους χρόνου, συγκάλεσε Συνδιάσκεψη. Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση της Συνδιάσκεψης που έχει το βάρος απόφασης Συνεδρίου τοποθετείται σαφώς επί της ουσίας του Σχεδίου του ΟΗΕ:


Σήμερα το Κόμμα μας βρίσκεται μπροστά σε ένα σχέδιο που τα θετικά του στοιχεία με την πιθανή αποδοχή του, θα μπορούσαν παρά τους κινδύνους, να δημιουργήσουν ελπιδοφόρα προοπτική για ειρηνική συμβίωση Ε/κυπρίων και Τ/κυπρίων. Το ΑΚΕΛ δεν συμμερίζεται εκτιμήσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας σχετικά με πρόνοιες του σχεδίου Ανάν και ιδιαίτερα με την εκτίμηση ότι αυτό «δεν καταλύει την ντε φάκτο διχοτόμηση, αλλά αντίθετα τη νομιμοποιεί και την εμβαθύνει». Η ηγεσία του Κόμματος θα αναπτύξει διάλογο με τον Πρόεδρο σ’ αυτά τα ζητήματα στα πλαίσια της συνεργασίας μας.


Κι όμως τότε το ΑΚΕΛ αποφάσισε τελικά να πει «όχι». Το σκεπτικό αυτής της επώδυνης απόφασης το εξέφρασε το κείμενο της συνδιάσκεψης:


Λήφθηκαν επίσης υπόψη τα αισθήματα ανασφάλειας τα οποία διακατέχουν την πλειοψηφία των Ε/κυπρίων συμπατριωτών μας, είτε αυτά προέρχονται από τη μακρόχρονη παρουσία των κατοχικών στρατευμάτων και τη ντε φάκτο διχοτόμηση, είτε αυτά καλλιεργούνται από ορισμένους κύκλους.

Λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι το σχέδιο Ανάν παρουσιάστηκε τον τελευταίο καιρό μπροστά στο λαό με υπογραμμισμένα τα αρνητικά του στοιχεία και υποβαθμισμένα τα θετικά του στοιχεία.

Το ΑΚΕΛ έχει εμπεδώσει στη συνείδηση του λαού, με τη ζωή και τη δράση του την αντίληψη ότι τάσσεται υπέρ μιας συμβιβαστικής λύσης που ποτέ δεν απέκρυψε ότι θα είναι οδυνηρή, ως αποτέλεσμα του φασιστικού πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής, που ακολούθησε.

Η Κ.Ε. διαπιστώνει πως η κατάσταση που δημιουργήθηκε στο εσωτερικό μέτωπο οδηγεί στην απόρριψη του σχεδίου, ακόμα και ως βάση για διαπραγμάτευση, πράγμα που ενισχύει τον εθνικισμό-σοβινισμό και μειώνει τις δυνατότητες βελτίωσης του σχεδίου κυρίως στα θέματα που άπτονται της ασφάλειας και της σιγουριάς στην εφαρμογή του.


Για τους πιο πάνω λόγους το ΑΚΕΛ καλούσε,

Τα Ηνωμένα Έθνη και το διεθνή παράγοντα να προχωρήσουν στην αναβολή των δημοψηφισμάτων για μερικούς μήνες ώστε να προηγηθεί η δυνατότητα αντικειμενικής παρουσίασης του σχεδίου στο λαό, να δοθεί η δυνατότητα διαπραγμάτευσης στη βάση που αναφέραμε πιο πάνω και κάλυψης των κενών που υπάρχουν, έτσι που να καταστεί δυνατή η έγκριση του από τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού, Ε/κυπρίων και Τ/κυπρίων.


Ο ΓΓ του ΑΚΕΛ στην εισαγωγική του ομιλία προς τη Συνδιάσκεψη στις αναφέρει:


Οι θιασώτες του «όχι» εκμεταλλεύτηκαν το κενό που αντικειμενικά δημιουργούσε τόσο ο δικός μας προβληματισμός όσο και άλλων, για να παρουσιάσουν και μάλιστα με τα πιο μελανά χρώματα τις αρνητικές και μόνο πτυχές του σχεδίου. Υπήρξε υπερβολή, διαστρέβλωση και παραπληροφόρηση. Το υπαρκτό αίσθημα ανασφάλειας, που οφείλεται στην μακρόχρονη παρουσία των κατοχικών στρατευμάτων και στη ντε φάκτο διχοτόμηση, έτυχε εκμετάλλευσης. Οι αντίπαλοι της ομοσπονδιακής λύσης με αφορμή τα αρνητικά στοιχεία του σχεδίου Ανάν βρήκαν την ευκαιρία να στρέψουν τα πυρά τους ενάντια σε αυτή τούτη τη λύση ομοσπονδίας. Οι εθνικιστές κάθε απόχρωσης βρήκαν την ευκαιρία να χύσουν ξανά το δηλητήριο του εθνικισμού-σοβινισμού. Όσοι αισθάνονται να βολεύονται με την παρούσα διχοτομική κατάσταση εξαπέλυσαν σταυροφορία κατά του σχεδίου καπηλευόμενοι την Κυπριακή Δημοκρατία. Δημιουργήθηκε έτσι ένας παροξυσμός αρνητισμού στην ε/κυπριακή κοινωνία που δεν επιτρέπει τον νηφάλιο προβληματισμό και τη νηφάλια συζήτηση. Με τον πιο εύκολο τρόπο η διαφορετική άποψη χαρακτηρίζεται προδοσία.


Το ΑΚΕΛ δεν μπόρεσε τότε να δώσει διέξοδο στο πρόβλημα – ανεξάρτητα από το τι πιστεύει ο καθένας για τη στάση που τήρησε το κόμμα με το διαδικαστικό ΟΧΙ που είπε μετά από βασανιστικές αμφιταλαντεύσεις και παλινδρομήσεις.7 Βασική θέση του κόμματος ήταν και παραμένει ότι η λύση που θα επιδιωχθεί θα είναι αναπόφευκτα στη βάση του Σχεδίου του ΟΗΕ, ξεκινώντας από τις θέσεις που υιοθετήθηκαν από τη Συνδιάσκεψη του 2004. Ωστόσο, λόγω της απόφασης του κόμματος να μην αποχωρήσει από τον κυβερνητικό σχηματισμό και της σκληρής στάσης που τήρησε ο Τάσσος Παπαδόπουλος, αντί να διευκρινίζεται η θέση αυτή σε σχέση με τον τρόπο επίτευξης του στόχου της λύσης, αυτή γινόταν όλο και πιο νεφελώδης.


Σήμερα υπάρχει η δυνατότητα να συζητηθούν ζητήματα τα οποία μπορούν να τεθούν σε μια νέα βάση, χωρίς «ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα». Οφείλουμε ωστόσο να οριοθετήσουμε το πλαίσιο και να αξιοποιήσουμε τη συγκύρια. Διότι μετά το Δημοψήφισμα το Κυπριακό έχει πάρει μια αρνητική τροπή: Όπως έγινε γνωστό, ο απεσταλμένος του κ. Παπαδόπουλου στην Νέα Υόρκη έχει θέσει θέματα προς συζήτηση έξω από κάθε όριο: στην έκθεση Prendergast, την οποία η Κυπριακή Κυβέρνηση αξιολόγησε ως αντικειμενική, αναφέρεται ότι τα κεφάλαια επί των οποίων η ε/κ πλευρά ζητά αλλαγές είναι η διακυβέρνηση, η ασφάλεια, η ιθαγένεια, διαμονή, το περιουσιακό, το εδαφικό, τα οικονομικά και τα χρηματοπιστωτικά, οι μεταβατικές περίοδοι, οι εγγυήσεις για εφαρμογή.8 Εν ολίγοις, όλα τα κεφάλαια που αποτελούν το Σχέδιο.

Επίσης, ανησυχητικό είναι ότι αντί να συζητείται η ουσία του Κυπριακού, με επιμονή του Παπαδόπουλου συζητούμε δευτερεύουσας σημασία θέματα, π.χ. «αναγνώριση», «ομαλοποίηση» κ.ο.κ., που οδηγούν στην στασιμότητα και την εμπέδωση της διχοτόμησης. Ταυτόχρονα παρατηρείται μια πλήρης μυστικοπάθεια και συσκότιση με το επιχείρημα ότι αν γνωστοποιήσουμε τις θέσεις μας για τις αλλαγές που επιδιώκουμε θα υποστηρίζουμε τις θέσεις των Αμερικανών και των Βρετανών που επιδιώκουν «προληπτική επιδιαιτησία» κι ότι θα «προδώσουμε τις διαπραγματευτικές μας θέσεις». Ακούμε επίσης το επιχείρημα ότι «ξέρουν αυτοί που πρέπει» κι ότι «έχουμε δώσει τις περιοχές ανησυχίας μας στον ΟΗΕ». Θα μπορούσε ίσως κάποιος να υποθέσει, ότι ο επίσημος εκπρόσωπος της ελληνοκυπριακής πλευράς στις διαπραγματεύσεις, δηλαδή ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, για λόγους διαπραγματευτικής σκοπιμότητας και τακτικής δεν θέλει να αποκαλύψει δημόσια τις θέσεις του. Εντούτοις, τέτοιοι τακτικισμοί είναι αμφιβόλου αξίας εφόσον,

  1. Oι συσχετισμοί δυνάμεων σε διεθνές επίπεδο είναι δεδομένοι και θα ήταν αυταπάτη να θεωρούμε ότι με τέτοια «κόλπα» θα ανατρέψουμε τους συσχετισμούς αυτούς.

  2. Οι Ελληνοκύπριοι απορρίψαν το Σχέδιο κι επομένως από αυτούς αναμένεται να δώσουν τις θέσεις τους σε σχέση με τις αλλαγές που απαιτούν, όπως αναφέρει η έκθεση Prendergast, την οποία ως ΑΚΕΛ και ως Κυπριακή Δημοκρατία χαιρετήσαμε, για να αρθεί το «χάσμα» μεταξύ των δύο πλευρών. Απαιτείται από την ε/κ πλευρά «ένας εξαντλητικός και ιεραρχημένος κατά προτεραιότητα κατάλογος συγκεκριμένων προτάσεων».9

  3. Επίσημα τουλάχιστον είναι η ε/κ πλευρά που κόπτεται για λύση και όχι η τ/κ πλευρά, διότι κάθε μέρα που περνά εμπεδώνει τη διχοτόμηση..

Το χειρότερο είναι το ότι τελικά ο μόνος που δεν γνωρίζει ποιες ακριβώς αλλαγές θέλουμε στο σχέδιο του ΟΗΕ είναι ο Κυπριακός λαός, εφόσον επαφίεται στους άρχοντες να αποφασίσουν ερήμην του λαού, τον οποίο θα καλέσουν ίσως και πάλι κατόπιν εορτής να καταψηφίσει τις όποιες προτάσεις προκύψουν, όπως έγινε στις 24 Απριλίου 2004. Χωρίς πληροφόρηση, ο λαός καθίσταται πλέον σε αμέτοχο παρατηρητή και δίνεται έδαφος στην συνομωσιολογία10 και την καχυποψία προς την πολιτική.

Τα τελευταία 3 χρόνια είδαμε το τέλος της πολιτικής που ξεκίνησε το 1990, η οποία έχοντας ως στόχο την ένταξη στην ΕΕ θα λειτουργούσε σαν καταλύτης για επίλυση του Κυπριακού. Η μετά-Ανάν εποχή έδειξε τα όρια της μετενταξιακής πορείας. Από αυτό το σημείο πρέπει να επαναξιολογήσουμε την κατάσταση, επιδιώκοντας μια νέα πολιτική συνεννόηση με τους τ/κ συμπατριώτες μας, για λύση το συντομότερο δυνατόν, στη βάση της εμπειρίας της μετά-Ανάν εποχής, πριν να είναι πλέον αργά.

Με αυτά τα δεδομένα η απόφαση της Αριστεράς να κατέλθει με δικό της υποψήφιο αλλάζει το πολιτικό σκηνικό της χώρας. Ιστορικά η δύναμη του ΑΚΕΛ πηγάζει εκτός από το γεγονός ότι υπήρξε ηγετική δύναμη στους κοινωνικούς και δημοκρατικούς αγώνες, στο γεγονός ότι είχε τις πιο συνεπείς και ξεκάθαρες θέσεις στο Κυπριακό. Το γεγονός ότι τα ποσοστά του ΑΚΕΛ παραμένουν πέραν του 1/3 των ψηφοφόρων της χώρας αντανακλά την εκτίμηση του κόσμου για τη υπεύθυνη και σταθερή προσήλωση του κόμματος σε μια πραγματοποιήσιμη ομοσπονδιακή λύση του προβλήματος.


3. Η υπόγεια πάλη ανάμεσα στο «ήπιο ΟΧΙ» και το «ηχηρό ΟΧΙ»ως πάλη ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά11

Στις Ευρωεκλογές του 2004, λίγες μέρες μετά το δημοψήφισμα, το ΔΗΚΟ του Προέδρου Παπαδόπουλου ζητούσε τη στήριξη του λαού με το επιχείρημα ότι ήταν το κόμμα που είπε το «ηχηρό ΟΧΙ», επιχειρώντας έτσι να κεφαλαιοποιήσει στο 76% που τάχθηκε κατά του Σχεδίου Ανάν. Ήδη ήταν σαφές ότι υπήρχαν δύο τουλάχιστον τάσεις σχετικά με το νόημα του ΟΧΙ αλλά και δύο στρατηγικές «διαχείρισης» του ΟΧΙ, μια από το ΑΚΕΛ και ακόμα μία από τον Πρόεδρο.

Επισήμως όλοι οι ε/κ πολιτικοί δηλώνουν προς τους τ/κ και τη διεθνή κοινότητα πως καίτοι είπαν ΟΧΙ στο δημοψήφισμα, εντούτοις επιθυμούν τη λύση του Κυπριακού στη βάση της Διζωνικής-Δικοινοτικής Ομοσπονδίας. Εντούτοις, η πολιτική που ακολούθησε η ε/κ πλευρά στα χρόνια που μεσολάβησαν από το Δημοψήφισμα μοιάζει να προκρίνει τη διαιώνιση της παρούσας κατάστασης, που οδηγεί στη διχοτόμηση, παρά την αναζήτηση μιας αποδεκτής και από τις δύο κοινότητες λύσης. Η μεγάλη πολιτική μάχη που υποβόσκει είναι επομένως η ερμηνεία και η διαχείριση του «ΟΧΙ» των Ελληνοκυπρίων: είναι ενδιαφέρον ότι καθοριστικοί παράγοντες για το μέλλον δεν θα είναι τόσο οι δυνάμεις που ψήφισαν ΝΑΙ, όσο αυτές που ψήφισαν ΟΧΙ.

Η διαμάχη σχετικά με το ποια πολιτική θα επικρατήσει στο άμεσο μέλλον σαν διέξοδος από την υφιστάμενη στασιμότητα στο Κυπριακό αποτελεί πρώτιστο πολιτικό ζήτημα του καθορίζει την προεκλογική αντιπαράθεση. Στο 20ο συνέδριό του το ΑΚΕΛ ανέδειξε αυτή την διαμάχη σε κεντρικό ζήτημα της στρατηγικής του κατά την μετά-Ανάν εποχή:


Το Κόμμα μας εργάστηκε για να αποκρουστούν οι δυο ακραίες τάσεις που εκδηλώθηκαν στο εσωτερικό μέτωπο. Η μια κινδυνολογώντας για τις ενδεχόμενες επιπτώσεις από την απόρριψη του σχεδίου ουσιαστικά τασσόταν υπέρ της επαναφοράς του στη μορφή που είχε κατά το δημοψήφισμα, ανεξάρτητα από την ετυμηγορία του λαού. Η άλλη με αφορμή το 76% του δημοψηφίσματος και στο όνομα μιας ασαφούς ευρωπαϊκής λύσης ζητούσε συλλήβδην απόρριψη του σχεδίου αλλά και της λύσης διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. Και οι δυο αυτές τάσεις στο βαθμό που συντηρούνται και αναπαράγονται είναι καταστροφικές.


Η αμφιταλάντευση του ΑΚΕΛ ανάμεσα στο ΝΑΙ και στο ΟΧΙ κατά την περίοδο του δημοψηφίσματος – ιδιαίτερα χαρακτηριστική ήταν η φράση του Δημήτρη Χριστόφια όταν το ΑΚΕΛ κατέληγε στο ΟΧΙ, ότι το ΑΚΕΛ «λέει ΟΧΙ για να τσιμεντώσει το ΝΑΙ», η οποία έγινε αντικείμενο περίγελου στα μέσα ενημέρωσης – είχε σαν αποτέλεσμα να δεχθεί το κόμμα πυρά από όλες τις πλευρές: είτε ότι ήταν «ουρά του Παπαδόπουλου και του εθνικισμού», είτε ότι ήταν «πέμπτη φάλαγγα του ΝΑΙ μέσα στο φρούριο του ΟΧΙ». Κι όμως σήμερα αυτό το ήπιο και επαμφοτερίζον ΟΧΙ του ΑΚΕΛ προσφέρει τη μοναδική διέξοδο στο κόμμα κι ίσως και στη χώρα. Το ΑΚΕΛ μπορεί σ’ αυτή τη φάση να οικοδομήσει μια ηγεμονική συμμαχία για την επίλυση του Κυπριακού, στη βάση αυτού του τακτικού ελιγμού που άφησε μεν «τραύματα» κι ίσως μάλιστα επέτρεψε να χαθεί μια ιστορική ευκαιρία για τη λύση του Κυπριακού, αλλά ανοίγει τη δίοδο για μια λύση ευρείας αποδοχής στην επόμενη πενταετία. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΑΚΕΛ, Νίκος Κατσουρίδης, υπενθυμίζει στους επικριτές του ΑΚΕΛ που έρχονται από εθνικιστική οπτική, ότι και ο Χριστόφιας είπε ΟΧΙ το 2004, αλλά σπεύδει να διαφοροποιηθεί από αυτούς λέγοντας ότι δεν μπορούμε να «κολλήσουμε» εκεί, γι’ αυτό και «απαιτείται πρόεδρος που να δίνει και προοπτική για το μέλλον».

Η μόνη λοιπόν δύναμη η οποία ψήφισε μεν «ΟΧΙ» στο δημοψήφισμα, επέμενε όμως να έχει θέση υπέρ της λύσης και μια τροποποιημένης εκδοχής του σχεδίου Ανάν (με ορισμένες εγγυήσεις και διασφαλίσεις) είναι το ΑΚΕΛ. Η ίδια η ιστορία του μαζικού αυτού κόμματος και οι άρρηκτοι και ζωντανοί δεσμοί του με τους Τουρκοκύπριους, μέσα από εργατικούς και κοινωνικούς αγώνες εδώ και 70 χρόνια, το καθιστούν ρυθμιστή και εγγυητή για τη λύση του Κυπριακού προβλήματος. Το ΑΚΕΛ ήταν και είναι ο ισχυρότερος συνδετικός κρίκος μιας βαθιά διαιρεμένης κοινωνίας ανάμεσα σε ε/κ και τ/κ, ανάμεσα στο ΝΑΙ και στο ΟΧΙ: εξ ου και η δυναμική που απελευθερώνει η κάθοδος Χριστόφια ως προεδρικού υποψηφίου.


4. Η κοινωνική αντιπαράθεση στον νεοφιλελευθερισμό και η πολιτική της διάσταση

Τα κόμματα που αποτελούσαν την «τριμερή συνεργασία» (ΑΚΕΛ, ΔΗΚΟ, ΕΔΕΚ) παρουσιάστηκαν ως οι «δημοκρατικές δυνάμεις του Κέντρου και της Αριστεράς». Μολονότι οι ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές σε σχέση με τα κοινωνικά-οικονομικά ζητήματα ήταν πάντοτε μεγάλες μεταξύ τους, συμφώνησαν σε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα για τη διατήρηση του «κοινωνικού μοντέλου» που έχει ως χαρακτηριστικά τη συνεργασία ανάμεσα στους «κοινωνικούς εταίρους», με τη διατήρηση των όποιων ωφελήματα κέρδισαν οι εργαζόμενοι στο παρελθόν, δηλαδή του ασθενούς κοινωνικού κράτους. Ωστόσο, στην πορεία της συγκυβέρνησης έχουν αναδειχτεί ζητήματα που δείχνουν τις σημαντικές διαφορές ανάμεσα στους κυβερνητικούς εταίρους. Αφήνω το Κυπριακό όπου οι διαφορές είναι όπως είδαμε τεράστιες, για να αναφέρω ότι η συμμετοχή του μεγαλύτερου κόμματος της Κύπρου στη διακυβέρνηση υπό την προεδρία άλλου κόμματος είχε σοβαρότατο κόστος τόσο σε σημαντικές αποφάσεις που αφορούν βασικά κεκτημένα δικαιώματα των εργαζομένων, όσο και στα ποσοστά και την ενότητα του ιδίου κόμματος.

Σημαντικό σημείο τριβής υπήρξε ξ σύγκρουση, σε τακτική βάση, του ΑΚΕΛ και της ΠΕΟ με τις νεοφιλελεύθερες επιλογές του υπουργού οικονομικών Μιχάλη Σαρρή, στον οποίο δινόταν πλήρης στήριξη από τον Τάσσο Παπαδόπουλο, αναφορικά με την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης και τη στροφή προς τις ιδιωτικές συντάξεις, η μη αποδοχή των αιτημάτων της Αριστεράς για 14η σύνταξη, επιδόματα για ασθενείς κοινωνικές ομάδες, επαναφορά της Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής όπως γινόταν πριν από την διακυβέρνηση Κληρίδη 1992-2002 κ.ά.

Παράλληλα, οι δύο μικρότεροι εταίροι της τριμερούς, ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ, διαφοροποιήθηκαν από το ΑΚΕΛ σε σημαντικά ζητήματα διεθνούς πολιτικής, όπως ο «Συνεταιρισμός για την Ειρήνη» και το ΝΑΤΟ.

Η αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά με τη συγκυβέρνηση και ότι οι Αριστεροί δεν είναι ικανοποιημένοι από τον Παπαδόπουλο είναι διάχυτη. Φαίνεται μάλιστα να υπήρξε πτωτική τάση στα ποσοστά του ΑΚΕΛ στις Ευρωεκλογές, τις βουλευτικές και τις δημοτικές εκλογές, ενώ τα άλλα δύο κόμματα της συγκυβέρνησης ανέβαιναν. Κι αν αυτό συνδεθεί με (α) την απογοήτευση στο Κυπριακό και (β) την αγανάκτηση για το ρουσφέτι, αλλά και (γ) την ασθενή συμμετοχή και προσέλευση των μελών στις κομματικές δραστηριότητες, έχουμε μπροστά στα μάτια μας μια ανησυχητική κατάσταση για το κόμμα.

Τη διέξοδο από την κατάσταση αυτή για το ΑΚΕΛ έδωσε το παράδειγμα της μεγάλης νίκης της Ελένης Μαύρου που εκλέχθηκε δήμαρχος Λευκωσίας, παρότι, όπως δείχνουν όλες οι αναλύσεις, το ΔΗΚΟ και η ΕΔΕΚ δεν την ψήφισαν. Οι δημοσκοπήσεις του ΑΝΤΕΝΑ και του ΣΙΓΜΑ μια βδομάδα πριν τις εκλογές της 17.11.06 της έδιναν ποσοστά περί το 15%! Κι όμως πέτυχε την μεγάλη ανατροπή: Συγκέντρωσε 35% και εκλέχθηκε Δήμαρχος Λευκωσίας. Τότε ήταν που ο Δημήτρης Χριστόφιας είπε στην πανηγυρική συγκέντρωση του κόμματος τον Νοέμβριο 2006 «άμα θέλουν οι ΑΚΕΛιστές μπορούν», που ερμηνεύτηκε από κάποιους μάλλον τολμηρούς δημοσιογράφους σαν νύξη για μελλοντική υποψηφιότητα.


Η αντιπαράθεση του εργατικού και λαϊκού κινήματος με τον νεοφιλελευθερισμό, αλλά και ό πόθος του κόσμου της Αριστεράς για αλλαγές σε ρήξη με τις πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού και νεοσυντηρητισμού μπορούν να εκφραστούν πολιτικά μόνο με την αυτόνομη κάθοδο του ΑΚΕΛ.


5. Επίλογος

Οι λόγοι για τους οποίους το ΑΚΕΛ ωθήθηκε στην υποψηφιότητα του ΓΓ του είναι πολλαπλοί, με βασικότερους τους ακόλουθους:

(α) Καταθέτει μια πρόταση που επιχειρεί να βγάζει από το Κυπριακό από το πιο επικίνδυνο αδιέξοδο των τελευταίων χρόνων, που μας έχει φέρει στα πρόθυρα της de jure διχοτόμησης.

(β) Το κόμμα δεν είναι διατεθειμένο να συνεχίσει να έχει το κόστος μιας διακυβέρνησης όπου το κοινωνικό-οικονομικό της πρόγραμμα απέχει από το δικό του, και σε κρίσιμους τομείς στρέφεται εναντίον του λαϊκού κινήματος. Αντί να είναι συνυπεύθυνο για πολιτικές με τις οποίες αναγκάζεται να συναινέσει από θέση αδυναμίας σε μια συνεργασία, θέλει να είναι υπεύθυνο για πολιτικές που θα καθορίζει από θέση ισχύος.

Στο βαθμό που η ε/κ πλευρά μπορεί να συμβάλει, μια προεδρία Χριστόφια προσφέρει διέξοδο στο Κυπριακό, διότι ενώνει το κόμμα και τις προοδευτικές δυνάμεις που θέλουν επίλυση του προβλήματος στη βάση της δικοινοτικής-διζωνικής Ομοσπονδίας, υπερκερώντας τον απορριπτισμό που έφερε το δίπολο ΝΑΙ/ΟΧΙ και εξασφαλίζοντας ευρεία αποδοχή από τους Τουρκοκυπρίους, καθώς μάλιστα η εξουσία θα βρίσκεται στα χέρια της Αριστεράς και στις δύο κοινότητες. Την παρούσα στασιμότητα εκμεταλλεύονται άλλωστε οι πιο αντιδραστικές και ακραίες δυνάμεις στην Ευρώπη (π.χ. ο Σαρκοζί ή οι αυστριακοί ακροδεξιοί), που χρησιμοποιούν το άλυτο Κυπριακό για να διακόψουν την πορεία ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ. Αυτό αντιβαίνει πλήρως προς την Κυπριακή στρατηγική, που ήταν να εκμεταλλευτούμε την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας (όπως και της Κύπρου) για να πετύχουμε τη λύση. Το ζήτημα είναι να προχωρήσουμε το συντομότερο στην ουσία του προβλήματος για να το λύσουμε βραχυπρόθεσμα, κι όχι «σε βάθος χρόνου». Η απόφαση του Συνεδρίου του ΑΚΕΛ θεωρεί ότι η βάση για τις διαπραγματεύσεις είναι το σχέδιο του ΟΗΕ αλλά με ουσιαστικές αλλαγές – πολλές από τις οποίες επιβάλλονται από το γεγονός της ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ αλλά και της παρέλευσης χρόνου. Όπως λέει η συνεδριακή απόφαση:



Οι αλλαγές δεν θα ανατρέπουν την φιλοσοφία του σχεδίου και δεν θα αναιρούν δικαιώματα των Τ/κυπρίων συμπατριωτών μας αλλά θα στοχεύουν σε μια λύση που θα εξυπηρετεί τους Κύπριους, Ε/κύπριους και Τ/κύπριους και όχι οποιουσδήποτε ξένους.


Η βούληση της μεγάλης κομματικής πλειοψηφίας φαίνεται να είναι και βούληση της ολότητας των δημοκρατικών δυνάμεων της χωράς βορείως και νοτίως του συρματοπλέγματος. Ίσως να έφτασε η ώρα της Κυπριακής Αριστεράς να δοκιμάσει εκεί που απέτυχαν οι άλλοι.

1Ranciere, J. 12.1.07: Οι Ένδεκα Θέσεις για την Πολιτική του Jacques Ranciereπεριλαμβάνονται στο βιβλίο του Aux bords du politique (Paris: La Fabrique, 1998). Βλ. http://thrymmata.blogspot.com/2007/ 01/rancire.html.

2. Το ζήτημα αυτό το έχω αναπτύξει αλλού: βλ. Trimikliniotisn N., “Beyond Perspectivism – Overcoming Greek-Cypriot Perspectives: The Exceptional State and AKEL’s Boundary Experience”, Paper presented in the Conference in Honour of Dr. Michalis Attalides BETWEEN SOCIAL CHANGE AND NATIONALISM, Cyprus Sociological Association Annual Conference, 11th November, 2006, Intercollege. Επίσης Trimikliniotis, N., “A Cypriot Communist Post-Modern Power Dilemma: Between Soft ‘OXI’ and Hard Choices”, Paper presented in the conference Nationalism in the Troubled Triangle: Cyprus, Greece and Turkey, 10 – 11 November 2006, University of Cyprus.

3Το «μικρο-» δεν εννοείται εδώ σαν μικρού μεγέθους αλλά σε αντίθεση με το «μακρο-», που αναφέρεται στο σύνολο της κοινωνίας.

4. Για τον χαρακτήρα της ηγεμονίας του Τάσσου Παπαδόπουλου βλ. Τριμικλινιώτης, Ν., «Η κυπριακή κοινωνία αντιμέτωπη με τη λύση: Πατριωτικοί λόγοι ή ταξικά συμφέροντα;», Θέσεις, τ. 88 (Ιούνιος- Σεπτέμβριος 2004, σσ. 21-45 και www.theseis.com). Επίσης, Trimikliniotis, Ν., “A Communist’s Post-modern Power Dilemma: One Step Back, Two Steps Forward, ‘Soft No’ and Hard Choices”, The Cyprus Review, Spring, 2006, vol. 18:1, σσ. 37-86.

5Ή αναγκάστηκε να επιλέξει βλέποντας ότι η κατάσταση δεν πάει άλλο – αυτό είναι θέμα ερμηνείας.

6. Ίδρυσαν τότε το ΑΔΗΣΟΚ (Ανανεωτικό Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κίνημα), το οποίο τελικά διασπάστηκε σε διαφορετικές συνιστώσες. Μετά την ήττα του Προέδρου Βασιλείου συνενώθηκε με το κόμμα του Βασιλείου και δημιούργησαν τους Ενιαίους Δημοκράτες. Τον Μάιο του 2006 έχασαν τη μοναδική βουλευτική έδρα που κατείχαν και τώρα ο πολιτικός αυτός χώρος βρίσκεται υπό διάλυση.

7Το 20ο συνέδριο καταγράφει αυτή την δύσκολη πορεία: «Η παρελθούσα πενταετία σφραγίστηκε με την προσπάθεια λύσης του Κυπριακού στη βάση του σχεδίου Ανάν. Δώσαμε σκληρές μάχες για να επιτύχουμε το συντομότερο δυνατό λύση, που να απαλλάσσει την Κύπρο από την κατοχή και να επανενώνει το λαό και την πατρίδα μας. Αισθανθήκαμε μεγάλη απογοήτευση γιατί δεν μας επέτρεψαν να υλοποιήσουμε αυτό το στόχο. Καλεστήκαμε να πάρουμε σημαντικές αποφάσεις μέσα σε αντίξοες συνθήκες και δεδομένα. Ζήσαμε μέρες βασανιστικού προβληματισμού για το μέλλον της Κύπρου. Πήραμε αποφάσεις που ήταν δύσκολες και οδυνηρές, αλλά και που αποδεικνύονται με την κάθε μέρα που περνά ότι ήταν και οι πιο ορθές. Αποφάσεις και πολιτική που άφησε ανοικτή την προοπτική επίλυσης του Κυπριακού το συντομότερο δυνατό».

8Βλ. Prendergast, Κ. UN Press Release SC/8422 στις 22/06/2005.

9Βλ. Prendergast, Κ. UN Press Release SC/8422 στις 22/06/2005: “a prioritized and exhaustive list of concrete proposals for negotiations”.

10. Για μια κλασσική συνομωσιολογία που είχε τις ευλογίες του προεδρικού βλ Κώστας Βενιζέλος, Μιχάλης Ιγνατίου και Νίκος Μελέτης, Το Μυστικό Παζάρι, 129 μέρες που συγκλόνισαν τον Ελληνισμό, Α.Α. Λιβάνης, Αθήνα 2005) το οποίο αναλύεται στο Τριμικλινιώτης, N., «Η Συνομωσιολογία στην υπηρεσία της διχοτόμησης: Το παρασκήνιο των Μεγάλων και των Μικρών»Θέσεις, τ. 96 (Ιούλης- Σεπτέμβριος 2006) σ. 141 επ. και www.theseis.com.

11. Το ζήτημα αυτό έχω αναλύσει ενδελεχώς στο κείμενο Trimikliniotisn N., “Beyond Perspectivism – Overcoming Greek-Cypriot Perspectives: The Exceptional State and AKEL’s Boundary Experience”, Paper presented in the Conference in Honour of Dr. Michalis Attalides BETWEEN SOCIAL CHANGE AND NATIONALISM, Cyprus Sociological Association Annual Conference, 11th November, 2006, Intercollege.