1. Εισαγωγή
«Το να πολεμάς και να νικάς σε όλες σου τις μάχες δεν είναι η ύψιστη τελειότητα· η ύψιστη τελειότητα συνίσταται στην εξουδετέρωση της εχθρικής αντίστασης χωρίς μάχη. (…) Η ανώτατη μορφή της τέχνης του στρατηγού είναι να ματαιώσεις τα σχέδια του εχθρού· η επόμενη καλύτερη, να εμποδίσεις τη συνένωση των δυνάμεών του· η επόμενη στη σειρά είναι να επιτεθείς στο στρατό του εχθρού στο πεδίο της μάχης», Σουν Τζου (1997: 29).
Η παρούσα εργασία επιχειρεί μία σύντομη παρέμβαση στο διάλογο που πραγματοποιείται σχετικά με το ζήτημα του πλουραλισμού στην οικονομική σκέψη.
Σύμφωνα με την τρέχουσα αντίληψη, το πεδίο των οικονομικών εμφανίζεται χωρισμένο σε δύο βασικά και ανομοιογενή στρατόπεδα: σε εκείνο των νικητών και σε εκείνο των ηττημένων. Στο εσωτερικό του πρώτου καταγράφονται οι κυρίαρχες ή επικρατούσες (mainstream) οικονομικές προσεγγίσεις, «υπερήφανες» για το μαθηματικό φορμαλισμό τους. Δεσπόζουσα (άλλα όχι μοναδική) φιγούρα ανάμεσά τους αποτελεί, αναμφίβολα, το νεοκλασικό σύστημα με τις διάφορες παραλλαγές και μετεξελίξεις του.
Ωστόσο, τι συνιστά νίκη στο επίπεδο της θεωρίας; Θα αποφύγουμε προς το παρόν να ασχοληθούμε με το περίπλοκο τούτο ερώτημα για να επικεντρώσουμε την ανάλυσή μας εξολοκλήρου στη στρατηγική της νίκης. Το στρατόπεδο των κυρίαρχων ακολούθησε κατά γράμμα τη συμβουλή του Κινέζου πολέμαρχου που παραθέσαμε παραπάνω. Οι αντιστάσεις των αντιπάλων, των ετερόδοξων οικονομολόγων, εξουδετερώθηκαν χωρίς σημαντικές μάχες, δίχως οι στρατοί να έρθουν καν αντιμέτωποι «σώμα με σώμα». Οι όροι της αναίμακτης επικράτησης, οι αιτίες της αναμφίβολης ηγεμονίας δεν θα πρέπει να αναζητηθούν στο εσωτερικό του πεδίου της μάχης, δηλαδή εντός του πεδίου της θεωρίας.
Για την «οικονομία» της συζήτησης, ας δεχτούμε ότι το κυρίαρχο μπλοκ αντανακλά στο επίπεδο της θεωρίας την πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού. Έτσι, η μάχη κρίθηκε πριν ακόμα δοθεί. Με τους δικούς της ιδιαίτερους ρυθμούς και με όρους εξωτερικούς ως προς το κατεξοχήν πεδίο της. Ο στρατός των νικητών δεσπόζει θεσμικά στο ακαδημαϊκό περιβάλλον. Οι παραπλήσιες θεωρητικές προσεγγίσεις της καπιταλιστικής πραγματικότητας που συνυπάρχουν στο εσωτερικό του βρίσκονται σε άμεση συσχέτιση με τη σύγχρονη ιδεολογική πραγματικότητα του νεοφιλελευθερισμού παρέχοντας το αναγκαίο θεωρητικό υπόβαθρο όλων των νεοφιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών. Σε τελευταία ανάλυση, η πολιτική αυτο-επιβεβαιώνεται μέσα από το επίπεδο της θεωρίας.
Εντούτοις, το κυρίαρχο μπλοκ φαίνεται να έχει διαπράξει ένα θεμελιώδες σφάλμα στρατηγικής, το οποίο αναπτερώνει το ηθικό των αντιπάλων. Σε αντίθεση με τις συμβουλές του Σουν Τζου, συνέβαλε με την αφοριστική του στάση στη συνένωση των δυνάμεων του αντιπάλου, οριοθετώντας με έναν αρνητικό τρόπο το ετερογενές στρατόπεδο των ηττημένων. Όπως θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια, είναι αδύνατο να σκεφτούμε τη συγκρότηση του μπλοκ των ετερόδοξων οικονομικών με αμιγώς θεωρητικά κριτήρια. Η ηγεμονία της νεοκλασικής σκέψης εξασφαλίζει (ή καλύτερα επιβάλλει) τη συμμαχία ριζικά διαφορετικών συστημάτων ερμηνείας, τοποθετώντας στο ίδιο μέτωπο τις μετα-κεϋνσιανές, τις θεσμικές, τις μαρξιστικές και τις διάφορες φεμινιστικές οικονομικές προσεγγίσεις. Η ηγεμονία των νικητών αποτελεί αναγκαίο όρο για τη συνένωση των ηττημένων.
Αφού πρώτα παρουσιάσουμε τις βασικές στιγμές της σύγχρονης συζήτησης για τον πλουραλισμό, θα επιχειρήσουμε να επαναπροσεγγίσουμε στο πρώτο μέρος της παρούσας εργασίας την ετερογένεια των ετερόδοξων οικονομικών από μία μαρξιστική οπτική, όπως αυτή προκύπτει συγκεκριμένα μέσα από την παρέμβαση του Αλτουσέρ. Έννοια κλειδί για ένα τέτοιο εγχείρημα αποτελεί ο θεωρητικός ανθρωπισμός. Το ερώτημα που θα μας απασχολήσει αφορά το κατά πόσο τα διάφορα ετερόδοξα ρεύματα οικονομικής σκέψης επιτυγχάνουν να διαφοροποιηθούν από τη γενικότερη προβληματική του θεωρητικού (ή ιδεολογικού, αν θέλουμε να παραμείνουμε πιστοί στο γράμμα της σκέψης του Αλτουσέρ) ανθρωπισμού.
Οι κρίσιμες – όπως προκύπτει – διαφορές ανάμεσα στα οικονομικά υποδείγματα που απαρτίζουν το ετερόδοξο στρατόπεδο έχουν βασικές συνέπειες στον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η διαδικασία της οικονομικής πολιτικής. Οι διαφορές αφορούν πρώτα απ’ όλα τον προσδιορισμό του κράτους. Θα αναφερθούμε ενδεικτικά σε αυτές στο δεύτερο μέρος της εργασίας. Τελικά πού στοχεύουν οι ετερόδοξοι οικονομολόγοι; Να επηρεάσουν τα κυβερνητικά στελέχη «πείθοντάς» τα ότι τα ετερόδοξα σενάρια οικονομικής πολιτικής είναι αποτελεσματικότερα στην εξασφάλιση της κοινωνικής ευημερίας (κυβερνητισμός); Ή μήπως να αναδείξουν τον ταξικό χαρακτήρα του καπιταλισμού βοηθώντας με αυτόν τον τρόπο στην οργάνωση και ανάπτυξη των κοινωνικών κινημάτων;
Τέλος, στο τρίτο και τελευταίο μέρος θα παραθέσουμε ένα σύντομο σχόλιο σχετικά με το ρεύμα των ετερόδοξων οικονομικών και τη θεωρητική (και πολιτική) του χρησιμότητα.
2. Πλουραλισμός: όπλο των ετερόδοξων ή κοινός τόπος
όλων των οικονομολόγων;
«Ο πόλεμος βασίζεται στην εξαπάτηση. (…) Ρίχνε δολώματα για να παραπλανήσεις τον εχθρό. Να υποκρίνεσαι ότι είσαι αδύναμος, ώστε να γίνει αλαζόνας» Σουν Τζου (1997: 25).
Είναι σχετικά πλούσια η συζήτηση για τον θεωρητικό πλουραλισμό εντός και εκτός ετερόδοξων οικονομικών. Οι περισσότερες απόψεις που έχουν καταγραφεί κατά καιρούς θα μπορούσαν να ομαδοποιηθούν σε δυο γενικές κατηγορίες.
Από τη μια πλευρά, ερχόμαστε αντιμέτωποι με το επιχείρημα ότι ένας γόνιμος πλουραλισμός υφίσταται ανάμεσα στα κυρίαρχα και τα ετερόδοξα οικονομικά. Ενδεικτικές στην κατεύθυνση αυτή είναι οι εργασίες των Backhouse (2000), Weintraub (2005), Colander, Holt και Rosser (2004). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους τελευταίους, είναι εντελώς αυθαίρετος κάθε ισχυρισμός ότι μόνο οι ετερόδοξες οικονομικές αναλύσεις συμβάλλουν σε ορθή κατανόηση της οικονομίας. Σε κάθε συγκεκριμένη περίοδο, οι θεωρητικές πεποιθήσεις των κυρίαρχων οικονομολόγων δεν συμπίπτουν κατ’ ανάγκη με τα ορθόδοξα οικονομικά. Απεναντίας, «τα σύγχρονα κυρίαρχα οικονομικά είναι ανοικτά σε νέες προσεγγίσεις» και επομένως η εξέλιξη της ορθόδοξης οικονομικής ανάλυσης εξαρτάται από «εκείνο το τμήμα των κυρίαρχων οικονομικών που είναι κριτικό» απέναντί της «και από εκείνο το τμήμα των ετερόδοξων οικονομικών που αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα από την ελίτ του επαγγέλματος» (Colander κ. ά. 2004: 492). Έτσι, οι κυρίαρχες και οι ετερόδοξες οικονομικές προσεγγίσεις εμφανίζονται ως εν γένει συμπληρωματικές μεταξύ τους, διότι και οι δύο μπορεί να παρέχουν ενδιαφέρουσες και δυνητικά αξιοποιήσιμες ιδέες για την κατανόηση της πραγματικότητας.
Παραδόξως, λοιπόν, η έννοια του πλουραλισμού δεν αποτελεί αποκλειστικά αίτημα των ετερόδοξων. Στα 1992 οι Maki, McCloskey και Hodgson μοίρασαν προς υπογραφή ένα σύντομο κείμενο, με το οποίο εξέφραζαν τη δυσαρέσκειά τους για το «διανοητικό μονοπώλιο» της νεοκλασικής σκέψης. Συγκεκριμένα, καλούσαν για ένα νέο πνεύμα πλουραλισμού στα οικονομικά, το οποίο να περιλαμβάνει «κριτικό διάλογο και ανεκτική επικοινωνία ανάμεσα στις διαφορετικές προσεγγίσεις» (Hodgson 1999: 83). Το κείμενο υποστηρίχθηκε, όπως αναμενόταν, από υπογραφές όπως αυτές των Davidson, Desai, Galbraith, Harcourt, Heilbroner, Minsky, Nelson, Pasinetti και Tsuru. Ωστόσο, δίπλα σε αυτές διαβάζουμε ονόματα όπως Axelrod, Grandmont, Laidler, Modigliani, Samuelson, Shubik και Tinbergen. Φαίνεται, συνεπώς, ότι κυρίαρχοι και ετερόδοξοι οικονομολόγοι μοιράζονται την ίδια αγωνία για το μέλλον της οικονομικής σκέψης. Από διαφορετικές, όμως, θέσεις ισχύος ! Γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η γενική επίκληση για θεωρητικό πλουραλισμό δεν μπορεί από μόνη της να αναιρέσει τις ισορροπίες στο εσωτερικό της «οικονομικής επιστήμης» και μάλλον αποτελεί στρατηγική εξαπάτηση-δόλωμα από την πλευρά του νικητή (για μία ακόμη φορά οι ορθόδοξοι οικονομολόγοι ακολούθησαν τη συνταγή μάχης του Σουν Τζου). Καθώς κανείς δεν «εξαναγκάζει» φαινομενικά τους ερευνητές να αποδεχτούν τις κυρίαρχες θεωρητικές προσεγγίσεις, γιατί οι ίδιοι να αισθάνονται άσχημα με το αίτημα του πλουραλισμού ιδιαίτερα σε ένα ακαδημαϊκό περιβάλλον όπου οι κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες απόψεις είναι θεσμικά δεσπόζουσες;
Από την άλλη πλευρά, σε αντίθεση με τα προηγούμενα επιχειρήματα κινούνται μία σειρά από αναλύσεις οι οποίες τροφοδοτούνται ή έστω συνδέονται σε κάποιο βαθμό με τη φιλοσοφική προσέγγιση του κριτικού ρεαλισμού. Σύμφωνα με αυτές, ένας γόνιμος πλουραλισμός είναι δυνατός μόνο στο εσωτερικό της ετερόδοξης σκέψης στην οποία και αναγνωρίζεται ένα σημαντικό «προβάδισμα» στην κατανόηση της πραγματικότητας. Χαρακτηριστικές είναι οι θέσεις του Lawson (2006: 493): «τα είδη των μεθόδων στις οποίες τα κυρίαρχα οικονομικά δίνουν έμφαση είναι απλά ακατάλληλες για να αντιμετωπίσουν το κοινωνικό αντικείμενο, δεδομένης της ιδιαίτερης φύσης του». Επομένως, «η σύγχρονη ετεροδοξία είναι, ως ετεροδοξία, πρώτα και πρωτίστως ένας προσανατολισμός στην οντολογία. Πρέπει να διαχωριστεί από τα κυρίαρχα οικονομικά κυρίως εξαιτίας της προθυμίας της να προσεγγίσει τη θεωρία και τη μέθοδο με τρόπο κατάλληλα διαμορφωμένο για την ερμηνεία της κοινωνικής πραγματικότητας» (όπ. παρ.: 502). Σε αυτή την περίπτωση, το καθεστώς της συμπληρωματικότητας χαρακτηρίζει μόνο τα ετερόδοξα ρεύματα οικονομικής σκέψης. «Εάν η οντολογία μπορεί να ερμηνεύσει τις διαφορές ανάμεσα στις ετερόδοξες παραδόσεις και τα σύγχρονα κυρίαρχα οικονομικά, δηλαδή εάν οντολογικοί περιορισμοί προσδιορίζουν τους μετα-κεϋνσιανούς, τους θεσμικούς, τους φεμινιστές οικονομολόγους και άλλους ως τους ετερόδοξους, είναι οι συγκεκριμένοι τους ουσιώδεις προσανατολισμοί, ενδιαφέροντα και εμφάσεις, και όχι οι απαντήσεις ή οι αρχές, που διαχωρίζουν τις ετερόδοξες παραδόσεις μεταξύ τους (…). Κάθε ξεχωριστή ετερόδοξη σχολή έχει φροντίσει να αναδείξει διαφορετικά χαρακτηριστικά της κοινωνικής πραγματικότητας ανάλογα με τα δικά της θεμελιώδη ή σημαντικά ενδιαφέροντα» (όπ. παρ.: 499, 500, η έμφαση δική μου). Ανάλογες απόψεις αναπτύσσονται από τους Dow 2001, Chick και Dow 2005, Rutherford 2000-b, Davis 2006, Lavoie 2006.
Η λογική της συμπληρωματικότητας που φαίνεται ότι χαρακτηρίζει τις προηγούμενες δύο γενικές προσεγγίσεις έχει σαν βασική της προϋπόθεση το γενικότερο πλαίσιο του εμπειρισμού 2 . Κάθε σχολή οικονομικής σκέψης (ετερόδοξη στη δεύτερη περίπτωση), με τις ιδιαίτερες θεωρητικές «αφετηρίες» και μεθοδολογικά «εργαλεία», μπορεί να επιτύχει, περισσότερο ή λιγότερο, να φέρει στο «φως» της γνώσης τις κρυμμένες αλήθειες του πραγματικού αντικειμένου. Φαίνεται, επομένως, ότι το τελευταίο αποτελείται από δύο διακριτά μέρη: το ουσιώδες και το επουσιώδες. Έτσι, η ερευνητική διαδικασία αντιμετωπίζεται σαν μια πράξη επί του πραγματικού αντικειμένου που σαν σκοπό της έχει να διαχωρίσει τα δύο μέρη που συνυπάρχουν εντός του ώστε να εξαλείψει πλήρως το επουσιώδες πραγματικό (Althusser 1997: 36). Γι’ αυτή την εμπειριστική αντίληψη της γνώσης, «το σύνολο της γνώσης είναι επενδυμένο στο πραγματικό, και η γνώση εμφανίζεται πάντα ως σχέση εσωτερική στο πραγματικό της αντικείμενο, ως σχέση ανάμεσα σε όντως διακριτά μέρη του πραγματικού αντικειμένου» (Althusser κ. ά. 2003: 52).
Ο πλουραλισμός (είτε στη μία είτε στην άλλη εκδοχή) φαίνεται να απορρέει από την ίδια τη δομή του πραγματικού αντικειμένου, το οποίο τώρα ταυτίζεται με το θεωρητικό αντικείμενο. Προκρίνεται ως η αποτελεσματικότερη ερευνητική στρατηγική, καθώς όσο περισσότερα είναι τα «εργαλεία» τόσο καλύτερο αναμένεται το «αποτέλεσμα».
Ωστόσο, κάθε ερμηνευτική απόπειρα της πραγματικότητας δεν συνιστά πρακτική επί του πραγματικού αντικειμένου αλλά μια οργανωμένη απόπειρα κατασκευής ενός νοήματος. Το θεωρητικό αντικείμενο δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να ταυτίζεται με το πραγματικό αντικείμενο. Κάθε θεωρητική στρατηγική αποτελεί μία – περισσότερο ή λιγότερο ολοκληρωμένη – αναλυτική ολότητα η οποία είναι ενοποιημένη εσωτερικά από την ιδιάζουσα προβληματική της, με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι αδύνατο να αποσπαστεί κάποιο στοιχείο ή ιδέα της χωρίς να αλλοιωθεί ή να μετασχηματιστεί το νόημά της3 . Ακόμα και οι ίδιοι θεωρητικοί όροι συγκροτούνται ως διαφορετικές έννοιες στο εσωτερικό διαφορετικών συστημάτων σκέψης. Με τον τρόπο αυτό, όμως, παύει να ισχύει κάθε λογική συμπληρωματικότητας και της ουσιαστικής «γόνιμης» επικοινωνίας ανάμεσα στο πεδίο των οικονομικών.
Μία ιδιαίτερη υπεράσπιση του πλουραλισμού προσφέρεται από τους Ruccio και Amariglio (2003). Οι συγγραφείς αυτοί ορθά προτείνουν ότι οφείλουμε να διαχωριστούμε από το προηγούμενο πλαίσιο του εμπειρισμού. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνουν, «μόλις εγκαταλείψουμε την “κατοπτρική” προσέγγιση της γνώσης, τότε οδηγούμαστε προς το να δώσουμε έμφαση στη συγκροτητική, σε αντίθεση με την αναπαραστατική, αντίληψη του οικονομικού στοχασμού. Συνεπώς, για να επιστρέψουμε στο θέμα που αφορά το αγωνιστικό πεδίο των οικονομικών, μπορούμε να υποθέσουμε ότι κάθε μία από τις θεωρίες που ενυπάρχουν στο εσωτερικό του συστήματος των οικονομικών συγκροτεί έναν ιδιαίτερο και διαφορετικό λόγο περί οικονομίας» (όπ. παρ. 293). Βασικό επιχείρημα της ερευνάς τους είναι ότι σε κάθε ρεύμα οικονομικής σκέψης επιβιώνουν ταυτόχρονα μία μοντέρνα και μία μεταμοντέρνα στιγμή. Η ανάδυση, όμως, των μεταμοντέρνων στιγμών έχει δημιουργήσει τη βάση για νέες μορφές επικοινωνίας ανάμεσα στις διαφορετικές σχολές οικονομικής σκέψης (όπ. παρ.: 296). Αναμφίβολα πρόκειται για έναν ισχυρισμό που εμπνέεται από την ανάλυση του Φουκώ. Η στιγμή του μεταμοντέρνου, αποτελώντας ένα μεθοδολογικό a priori που διασχίζει εγκάρσια όλες τις οικονομικές σχολές, λειτουργεί ως ιδιαίτερο πλαίσιο ανάδυσης μιας νέας μορφής επικοινωνίας. Το αίτημα του πλουραλισμού επανέρχεται σε αυτές τις αναλύσεις σαν μία «χαλαρή αλλά γόνιμη συνεργασία» (όπ. παρ.: 298).
Δύο είναι οι βασικές αδυναμίες του εγχειρήματος των Ruccio και Amariglio. Από τη μία μεριά, υποτιμούν τη σχετική εξάρτηση (που δεν είναι τίποτα άλλο από μία εναλλακτική ονομασία της σχετικής αυτονομίας) που υφίσταται ανάμεσα στην ταξική πάλη και το επίπεδο της θεωρίας. Επιμένουν να λαμβάνουν το τελευταίο σαν μία αποκομμένη και μετέωρη στιγμή διαφορετικών θεωρητικών λόγων, η οποία εμφανίζεται αποσυνδεδεμένη από κοινωνικές πρακτικές που είναι κρίσιμες για την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, από την άλλη, επιμένουν να ομιλούν για «παραγωγικό» και «εκτεταμένο» διάλογο ανάμεσα σε διαφορετικές σχολές σκέψης αγνοώντας ότι έχουμε να κάνουμε με προσεγγίσεις που θεμελιώνονται σε ριζικά διαφορετικές θεωρητικές προβληματικές.
«Ο πόλεμος βασίζεται στην εξαπάτηση». Οι όροι της ηγεμονίας των κυρίαρχων οικονομικών είναι αθέατοι. Ο τρόπος με τον οποίο μπαίνει το αίτημα του πλουραλισμού και της «επικοινωνίας» από τους ετερόδοξους, σαν «συνεισφορά» και όχι σαν «κριτική», αποδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο ότι σε σημαντικό βαθμό έχουν «φάει» τη μπλόφα του αντιπάλου.
ΜΕΡΟΣ 1: Η ΑΝΟΜΟΙΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΕΤΕΡΟΔΟΞΟΥ ΜΠΛΟΚ
3. Εισαγωγικά σχόλια σχετικά με την έννοια του θεωρητικού ανθρωπισμού
Σε ό,τι ακολουθεί θα επιχειρήσουμε να εξετάσουμε τις σχολές της οικονομικής σκέψης που βρίσκονται στο εσωτερικό του ετερόδοξου στρατοπέδου υπό το πρίσμα της έννοιας του θεωρητικού αντιανθρωπισμού. Σύμφωνα με την τελευταία, οι κατηγορίες του υποκειμένου, τουατόμου ή του ανθρώπου λαμβάνονται ως ακατάλληλες για την ερμηνεία της κοινωνικής πραγματικότητας. Ακατάλληλες με την έννοια ότι θέτουν επιστημολογικά εμπόδια στην οργάνωση της θεωρητικής πρακτικής (Althusser 2003). Στο σημείο αυτό οι αναλύσεις του Αλτουσέρ και των μαθητών του συγκλίνουν σε κάποιο βαθμό με τα επιχειρήματα της λεγόμενης μεταστρουκτουραλιστικής ή μεταχεγκελιανής βιβλιογραφίας, η οποία κυρίως τροφοδότησε αυτό που αναγνωρίζουμε σήμερα ως μεταμοντέρνα σκέψη: Φουκώ, Derrida, Lyotard, Butler κ.λπ. Με τους όρους της εύθραυστης αυτής συμμαχίας θα ασχοληθούμε στη συνέχεια, όταν θα εξετάσουμε τη σχέση της μαρξικής προβληματικής με την προσέγγιση του Φουκώ.
Τι είναι, όμως, ο θεωρητικός ανθρωπισμός στην οικονομική σκέψη ; Η προβληματική η οποία θέλει τον άνθρωπο ως τον οικονομικό παράγοντα, ως πρωταρχικό υποκείμενο, υπεύθυνο για όλα τα οικονομικά φαινόμενα. Κατά συνέπεια, η ερμηνεία της κοινωνικής πραγματικότητας βρίσκεται «εγκλωβισμένη» στο ζεύγος: άτομο – ανθρώπινη ουσία. Θα ονομάσουμε οικονομική ανθρωπολογία κάθε οικονομικό στοχασμό που βασίζεται σε μια τέτοια δομή-τύπο, η οποία οριοθετείται από δύο αξιώματα συμπληρωματικά και αδιαχώριστα4 : (1) υπάρχει μία καθολική ουσία του ανθρώπου, (2) η ουσία αυτή είναι ιδιότητα των υποκειμένων παρμένων ξεχωριστά.
Όπως επεξηγεί χαρακτηριστικά ο Althusser (1978: 228), σύμφωνα με τη γενική προβληματική του ανθρωπισμού, «για να είναι η ουσία του ανθρώπου καθολική ιδιότητα, πρέπει πράγματι να υπάρχουν συγκεκριμένα υποκείμενα, ως απόλυτα δεδομένα: πράγμα που εγκλείει έναν εμπειρισμό του υποκειμένου. Για να είναι άνθρωποι αυτά τα εμπειρικά άτομα, πρέπει να φέρει καθένα μέσα του όλη την ανθρώπινη ουσία, αν όχι de facto, τουλάχιστο de jure: πράγμα που εγκλείει έναν ιδεαλισμό της ουσίας. Ο εμπειρισμός του υποκειμένου συνεπώς εγκλείει τον ιδεαλισμό της ουσίας και αντίστροφα». Το περιεχόμενο της ανθρώπινης ουσίας ή των εμπειρικών υποκειμένων μπορεί να μεταβάλλεται μόνο στο εσωτερικό της προηγούμενης μη-μεταβλητής δομής-τύπου, που συγκροτεί τη γενική προβληματική του ανθρωπισμού.
Σε σημαντικό βαθμό (και αν εξαιρέσουμε τη μαρξιστική θεωρία ) η εξέλιξη των οικονομικών ιδεών δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από διαφορετικές στιγμές που είναι, εντούτοις, αμετάκλητα εγγεγραμμένες στο εσωτερικό της προηγούμενης γενικής προβληματικής του ανθρωπισμού. Η διαπίστωση αυτή περιλαμβάνει τόσο τις κυρίαρχες όσο και τις ετερόδοξες αναλύσεις. Αφού παρουσιάσουμε παρακάτω τα γενικά (ανθρωπολογικά) χαρακτηριστικά του θεωρητικού αντικειμένου της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας, θα επισημάνουμε ότι διατηρούνται αυτούσια τόσο στη νεοκλασική ανάλυση όσο και στις βασικές ετερόδοξες σχολές σκέψεις: τη μετα-κεϋνσιανή και τη θεσμική.
3.1 Παράδειγμα 1 θεωρητικού ανθρωπισμού: η Κλασική Πολιτική Οικονομία
Η γέννηση της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας με την επιτυχημένη παρέμβαση του Smith τοποθέτησε για πρώτη φορά με οργανωμένο τρόπο στο προσκήνιο του οικονομικού λόγου τον homo economicus, δηλαδή τη θεωρητική κατασκευή ενός ατόμου που διαθέτει από τη φύση του καθορισμένες ικανότητες και ανάγκες. Πίσω από το σύνθετο και μεταβαλλόμενο πλέγμα των οικονομικών φαινομένων και θεσμών βρίσκεται μια σταθερά δρώσα δύναμη (κατά την έκφραση του Rubin 1994: 216), που δεν είναι άλλη από την αναλλοίωτη φύση (ουσία) του οικονομικού ανθρώπου. Μια φύση που τον ωθεί διαρκώς στη συνειδητή αναζήτηση του προσωπικού συμφέροντος.
Τα γενικά χαρακτηριστικά του θεωρητικού αντικειμένου της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας έχουν εύστοχα αναπτυχθεί αρκετές φορές στη σχετική βιβλιογραφία. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφερθούμε στις παρεμβάσεις των Althusser (1997), Godelier (1972) αλλά και Foucault (1993). Εδώ θα ακολουθήσουμε την ανάλυση του πρώτου, σύμφωνα με την οποία δυο είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του θεωρητικού συστήματος της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας.
Το πρώτο αφορά τον εμπειριστικό μεθοδολογικό προσανατολισμό της, ο οποίος συνοδεύεται από μία θεμελιακή προϋπόθεση μετρησιμότητας. Τα οικονομικά φαινόμενα κατανέμονται στο εσωτερικό ενός αυστηρά καθορισμένου πεδίου το οποίο διατηρεί τη βασική ιδιότητα της ομοιογένειας. «Τόσο το πεδίο όσο και τα φαινόμενα που το συνιστούν, γεμίζοντάς το, είναι δεδομένα, δηλαδή προσιτά στο άμεσο βλέμμα και την παρατήρηση (…). Το ομοιογενές αυτό πεδίο είναι ένας ορισμένος χώρος, του οποίου οι ποικίλοι καθορισμοί, οικονομικά γεγονότα ή φαινόμενα, μπορούν, δυνάμει της ομοιογένειας του πεδίου ύπαρξής τους, να συγκριθούν, και πιο συγκεκριμένα να μετρηθούν, άρα να ποσοτικοποιηθούν» (Althusser κ. ά. 2003: 402). Κάθε οικονομικό γεγονός είναι ουσιαστικά μετρίσιμο5 . Σημειωτέων, ότι το χαρακτηριστικό αυτό το συναντάμε, ισχυρότερο ενδεχομένως, στις μεταγενέστερες νεοκλασικές αναλύσεις και ιδιαίτερα στο φορμαλιστικό τρόπο με τον οποίο αναπτύσσονται μετά τη δεκαετία του 1950 (βλ. Weintraub 2002).
Δεύτερον, η προηγούμενη ομοιογένεια του οικονομικού πεδίου συνδέεται οργανικά με ένα σύνολο συγκεκριμένων υποθέσεων που αφορούν την εμπειρικά δοσμένη ανθρώπινη οικονομική φύση. «Αυτό σημαίνει ότι η κλασική οικονομία δεν μπορεί να νοήσει τα οικονομικά γεγονότα ως τμήματα του ομοιογενούς χώρου της θετικότητας και μετρησιμότητάς τους, παρά μόνο με την προϋπόθεση μιας “απλοϊκής” ανθρωπολογίας, η οποία θεμελιώνει στα οικονομικά υποκείμενα και στις ανάγκες τους όλες τις πράξεις της παραγωγής, διανομής, λήψης και κατανάλωσης οικονομικών αντικειμένων» (Althusser κ. ά.: 404).
Οι προηγούμενες παρατηρήσεις μας οδηγούν στο ακόλουθο βασικό συμπέρασμα. «Η θεωρητική δομή της Πολιτικής Οικονομίας έγκειται συνεπώς στην άμεση και απευθείας συσχέτιση ενός ομοιογενούς χώρου δεδομένων φαινομένων και μιας ιδεολογικής ανθρωπολογίας, η οποία θεμελιώνει τον οικονομικό χαρακτήρα των φαινομένων του χώρου της στον άνθρωπο ως υποκείμενο αναγκών (το δεδομένο του homo oeconomicus). (…) Έτσι, ο δεδομένος ομοιογενής χώρος των οικονομικών φαινομένων δίνεται διττά από την ανθρωπολογία, που τον σφίγγει στη μέγγενη των αρχών και του τέλους/σκοπού» (όπ. παρ.: 404, 6). Αν εξαιρέσουμε τη θεωρητική στρατηγική του Μαρξ, ολόκληρη η μετέπειτα εξέλιξη της οικονομικής σκέψης δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά διαφορετικές εκδοχές της βασικής αυτής δομής-τύπου του θεωρητικού ανθρωπισμού.
3.2 Παράδειγμα 2 θεωρητικού ανθρωπισμού: η νεοκλασική ανάλυση
Μολονότι είναι αρκετές οι διαφορές που οριοθετούν το νεοκλασικό σύστημα από τις αναλύσεις των κλασικών οικονομολόγων, μπορούμε εύκολα να παρατηρήσουμε ότι η βασική ανθρωπολογική (ουσιοκρατική) δομή-τύπος που χαρακτηρίζει το αντικείμενο της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας επιβιώνει αυτούσια και στο νεοκλασικό θεωρητικό πλαίσιο. Ενδεικτικά θα παραθέσουμε το παρακάτω απόσπασμα από το έργο του Marshall (1956: 22, 32):
Διότι πρώτα απ’ όλα, [τα οικονομικά] διαπραγματεύονται παρατηρήσιμα γεγονότα, και μετρήσιμες ποσότητες που δύναται να καταγραφούν (…). Δευτερευόντως, τα προβλήματα, που σχετίζονται ειδικά με την ανθρώπινη συμπεριφορά κάτω από την επενέργεια κινήτρων μετρίσιμων δια του χρήματος, ομαδοποιούνται ως οικονομικά και συνθέτουν ένα αμιγώς ομοιογενές σύνολο. (…) Οι οικονομικοί νόμοι αποτελούν ισχυρισμούς σε σχέση με τις τάσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. (…) Ο λόγος ύπαρξης των οικονομικών ως διακριτής επιστήμης οφείλεται στο ότι ασχολείται πρωτίστως με εκείνο το τμήμα της ανθρώπινης συμπεριφοράς το οποίο βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο μετρήσιμων κινήτρων (…). Διαπραγματεύονται τον άνθρωπο όπως ακριβώς αυτός είναι: όμως ενδιαφέρονται κυρίως για εκείνες τις πλευρές της ζωής στις οποίες η επενέργεια των κινήτρων είναι τόσο κανονική ώστε να καθίσταται προβλέψιμη, και μόνο εφόσον η εκτίμηση των κινητήριων δυνάμεων μπορεί να επαληθευτεί μέσω των αποτελεσμάτων, τα οικονομικά έχουν φέρει σε πέρας το καθήκον τους σε επιστημονική βάση (η έμφαση δική μου).
Στο προηγούμενο απόσπασμα βρίσκουμε ξεκάθαρα διατυπωμένα τα δυο θεμελιώδη χαρακτηριστικά του κλασικού θεωρητικού αντικειμένου. Πρώτον, τη μετρησιμότητα-ποσοτικοποίηση των οικονομικών φαινομένων, καθώς τα οικονομικά «διαπραγματεύονται παρατηρήσιμα γεγονότα, και μετρήσιμες ποσότητες» . Δεύτερον, την ύπαρξη μιας ιδιαίτερης ανθρωπολογίας ως θεμελιώδους αιτίας της ομοιογένειας των οικονομικών φαινομένων: τα οικονομικά ασχολούνται «με τον άνθρωπο όπως ακριβώς αυτός είναι (…) επηρεασμένος από εγωιστικά κίνητρα». Πρόκειται για θέση που αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς σε όλες τις νεοκλασικές αναλύσεις. Όπως θα σημειώσει χαρακτηριστικά και ο Knight (1960: 71): «δεν βλέπω πώς μπορούμε να μιλήσουμε λογικά για τα οικονομικά δίχως να μελετήσουμε την οικονομική συμπεριφορά του απομονωμένου ατόμου».
Επιχειρώντας, εντελώς σχηματικά, να περιγράψουμε τις μεταβολές που συνόδευσαν τη λεγόμενη νεοκλασική ή οριακή επανάσταση μπορούμε να διατυπώσουμε με ακρίβεια ότι η νεοκλασική θεωρία είναι το αποτέλεσμα των μετασχηματισμών που συντελούνται στο πεδίο της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας όταν αυτή καταλαμβάνεται από την αμιγώς ωφελιμιστική εκδοχή ενός homo economicus στα πρότυπα μιας τυπικής μονοδιάστατης μηχανής απολαύσεων (εκδοχή Bentham). Και οι συνέπειες δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητες. Μια νέα ανθρωπολογική προβληματική ορίζει τον τρόπο με τον οποίο θα διατυπώνονται πλέον τα οικονομικά ερωτήματα6 .
Εξ’ αρχής η νεοκλασική θεωρία εμπεριείχε σε σημαντικό βαθμό τη δυνατότητα της πλήρους μαθηματικοποίησης 7 . Η σύνδεση των μαθηματικών με τα σύγχρονα νεοκλασικά οικονομικά είναι πλέον οργανική. Δε συνιστά σχέση εφαρμογής αλλά πολύ περισσότερο σχέση συγκρότησης, με την έννοια ότι τα μαθηματικά έχουν ενεργό συμμετοχή στην οργάνωση του οικονομικού λόγου. Το γεγονός αυτό έχει τεθεί καθαρά ήδη από την παρέμβαση του Marshall. Σύμφωνα με τον τελευταίο, τα οικονομικά, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες κοινωνικές επιστήμες, θεωρούνται ότι βρίσκονται πιο κοντά στη δομή των φυσικών επιστημών (Marshall 1956: I.ii.§1, I.iv.§1, §5). Η στροφή προς τον ολοκληρωμένο μαθηματικό φορμαλισμό που έλαβε χώρα κατά τη δεκαετία του 1950 (π.χ. βλέπε Weintraub 2002 και Rutherford 2000-a) δε συνιστά παρά επιμέρους αλλαγή που λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό της ευρύτερης νεοκλασικής προβληματικής. Μάλιστα, εάν επεκτείνουμε τη γενική παρατήρηση του Althusser (1990: 88-92), η στροφή προς το μαθηματικό φορμαλισμό μάλλον θα πρέπει να ερμηνευτεί σαν σύμπτωμα αδυναμίας της νεοκλασικής σκέψης, σε μια περίοδο μάλιστα που οι ετερόδοξοι επικριτές της ενίσχυαν δυναμικά τη θέση τους στο συγκρουσιακό πεδίο των κοινωνικών επιστημών.
3.3 Παράδειγμα 3 θεωρητικού ανθρωπισμού: η μετακεϋνσιανή ανάλυση
Στην παράγραφο αυτή θα υποστηρίξουμε ότι και η κεϋνσιανή προσέγγιση οργανώνεται με ιδιαίτερο τρόπο στο εσωτερικό της προηγούμενης γενικής προβληματικής του θεωρητικού ανθρωπισμού. Οφείλουμε, βέβαια, να επισημάνουμε ότι στην κατηγορία των κεϋνσιανών προσεγγίσεων περιλαμβάνονται τόσο οι διάφορες μετακεϋνσιανές αναλύσεις όσο και οι αναλύσεις του νεορικαρδιανού ρεύματος 8 .
Η κριτική που επιχείρησε ο Κέυνς στη νεοκλασική ορθοδοξία της εποχής του χαρακτηρίζεται από δυο βασικά σημεία.
Πρώτον, ο Κέυνς κατονομάζει ως «γενική» τη δική του οικονομική προσέγγιση και την αντιδιαστέλλει με την αντίστοιχη νεοκλασική, η οποία αντιμετωπίζεται ως «ειδική περίπτωση». Επισημαίνει, λοιπόν, πως θα υποστηρίξει «ότι τα αξιώματα της κλασικής θεωρίας εφαρμόζονται σε μία ειδική περίπτωση και όχι γενικώς» (Keynes 1973: 3). Η τοποθέτηση αυτή υποδηλώνει ότι ο ορίζοντας της κριτικής του είναι μάλλον περιορισμένος, με την έννοια ότι δεν υποβάλει σε ριζική αμφισβήτηση τα δομικά χαρακτηριστικά του νεοκλασικού θεωρητικού αντικειμένου αλλά απλά διαφωνεί με μία σειρά από κρίσιμες γι’ αυτό «σιωπηρές προϋποθέσεις»: «η κριτική μας προς την αποδεχθείσα κλασική οικονομική θεωρία δεν συνίσταται τόσο πολύ στην εξεύρεση λαθών λογικής στην ανάλυσή της, όσο στην επισήμανση ότι οι σιωπηρές προϋποθέσεις της σπανίως ή ουδέποτε ικανοποιούνται» (όπ. π.: 378).
Δεύτερον, πίσω από τα επιχειρήματα που θεμελιώνουν τη λογική της ενεργού ζήτησης και της ρήξης με το νόμο του Say (Σαι) υπάρχει διαρκώς παρούσα μια νέα (εναλλακτική) σύλληψη της οικονομικής φύσης των υποκειμένων, δηλαδή μια νέα οικονομική ανθρωπολογία. Πρόκειται για ένα σημείο που διαπερνά ολόκληρο το κείμενο του Κέυνς, ενώ προκύπτει ξεκάθαρα και από τις μεταγενέστερες αναλύσεις των οπαδών του. Ο σκοπός μας εδώ δεν είναι τόσο να εμπλακούμε σε μία μεγάλη συζήτηση η οποία συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας9 , αλλά να απομονώσουμε από αυτή τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν τον κεϋνσιανό ανθρωπισμό.
Κεντρική έννοια σε αυτή την κατεύθυνση είναι η αβεβαιότητα, η οποία αντικατοπτρίζει τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η ψυχολογική δομή των οικονομικών παραγόντων εντός της συνεχούς και απροσδόκητης ροής του χρόνου. «Ο Κέυνς έχει αντικαταστήσει την έννοια του ποσοτικοποιήσιμου, στατιστικού ρίσκου με την έννοια της αβεβαιότητας, η οποία επισημαίνει ότι οι άνθρωποι μπορεί να αγνοούν το μέλλον. (…) Εκείνος που λαμβάνει μία απόφαση πιστεύει ότι κατά την έλευση του ημερολογιακού χρόνου ανάμεσα στη στιγμή της επιλογής και την ημερομηνία διευθέτησης της συμφωνίας, απρόβλεπτες αλλαγές μπορεί να συμβούν. Με άλλα λόγια, αυτός που λαμβάνει μία απόφαση πιστεύει ότι στο σήμερα δεν μπορεί να υπάρξει αξιόπιστη πληροφόρηση για μελλοντικά γεγονότα» (Davidson 1994: 87, 89, η έμφαση δική μου)10 . Εντός του προηγούμενου πλαισίου, οι οικονομικοί παράγοντες εξακολουθούν να δρουν ορθολογικά, με μία εντελώς διαφορετική σημασία όμως από την αντίστοιχη νεοκλασική. Η οικονομική συμπεριφορά των παραγόντων στο πλαίσιο του Κέυνς είναι ορθολογική εντός ενός καθολικά αβέβαιου περιβάλλοντος (Dutt και Amadeo 1990: 108).
Η μετατόπιση αυτή στον προσδιορισμό της οικονομικής φύσης των υποκειμένων έχει δυο βασικές συνεπαγωγές που συνθέτουν την ουσία της κεϋνσιανής διαφοροποίησης από το νεοκλασικό πλαίσιο11 . Εννοούμε την κριτική στο νόμο του Σαι και την παραδοχή της εγγενούς αστάθειας του καπιταλισμού. Από τη μία, ο καπιταλιστής του Κέυνς εύκολα αποθαρρύνεται από το αβέβαιο μέλλον και δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα προβεί σε επενδύσεις που θα εξασφαλίζουν την πολυπόθητη πλήρη απασχόληση, δηλαδή που θα ικανοποιούν τις προϋποθέσεις του νόμου του Σαι. Από την άλλη, ο ίδιος καπιταλιστής έχει αναπτύξει «animal spirits», ένα είδος ψυχολογικής επιφύλαξης, και έχει την τάση να προσφεύγει στην προτίμηση ρευστότητας με την παραμικρή απαισιόδοξη ένδειξη στον οικονομικό ορίζοντα. Έτσι, το οικονομικό σύστημα είναι εγγενώς ασταθές.
Παρά το γεγονός ότι ο Κέυνς εγκαινιάζει μια νέα κατεύθυνση στην ερμηνεία της καπιταλιστικής κοινωνίας, η οικονομική του προβληματική παραμένει στην ουσία της ανθρωπολογική με την έννοια ότι θεμελιώνεται σε μια συγκεκριμένη γενική υπόθεση για τη φύση των οικονομικών παραγόντων. Ο ίδιος ο Κέυνς είναι μάλλον αφοπλιστικά ειλικρινής στο θέμα αυτό. Αρκετές είναι οι περιπτώσεις στο έργο του που θα αναφερθεί σε ιστορικά αμετάβλητα «θεμελιώδη ψυχολογικά χαρακτηριστικά» που καθορίζουν με ένα διαχρονικό τρόπο τη συμπεριφορά των οικονομικών υποκειμένων (Keynes 1973: 126-7).
3.4 Παράδειγμα 4 θεωρητικού ανθρωπισμού: ο ιστορικιστικός ανθρωπισμός της παλαιάς θεσμικής σχολής (old-institutionalism)
Οι προηγούμενες σχολές οικονομικής σκέψης που εξετάσαμε επιχειρούν – με διαφορετικούς όρους η καθεμία – να καθορίσουν την ορθολογική συμπεριφορά των οικονομικών παραγόντων σαν ιστορικά αναλλοίωτο αποτέλεσμα της ανθρώπινης φύσης. Πρόκειται, όπως διαπιστώσαμε ήδη, για μία μεθοδολογική στρατηγική που είναι δοκιμασμένη ήδη από την εποχή του Smith.
Στον αντίποδα των παραπάνω απόψεων συναντάμε κατά καιρούς διάφορες εναλλακτικές ιστορικιστικές προσεγγίσεις, οι οποίες εμφανίζουν την ανθρώπινη φύση σαν ένα εύπλαστο-ευμετάβλητο προϊόν της «ιστορίας». Παρότι θα μπορούσαμε να αναφερθούμε σε αρκετά παραδείγματα σχετικών παρεμβάσεων, θα περιορίσουμε την ανάλυσή μας στο ρεύμα της οικονομικής σκέψης που είναι γνωστό ως παλαιά θεσμική σχολή (old-institutionalism) και είναι κυρίως συνδεδεμένο με τα ονόματα των Veblen, Mitchell και Commons.
Κεντρική κατηγορία του ρεύματος αυτού αποτελούν οι θεσμοί, δηλαδή τα συστήματα εμπεδωμένων κοινωνικών κανόνων και συμβάσεων που διαμορφώνουν τις κοινωνικές αλληλο-επι-δράσεις και επομένως καθορίζουν τη συμπεριφορά των οικονομικών παραγόντων. Οι θεσμικές αυτές συσχετίσεις μπορεί (ανάλογα με τον συγγραφέα) να περιλαμβάνουν και σχέσεις εξουσίας.
Ωστόσο, σύμφωνα με τις αναλύσεις του ρεύματος αυτού, το υποκείμενο δεν ανάγεται εξολοκλήρου στους θεσμούς και εξακολουθεί να διαδραματίζει κεντρικό θεωρητικό ρόλο. Όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Davis (2002: 151), σύμφωνα με τις θεσμικές προσεγγίσεις μπορεί οι κοινωνικοί θεσμοί και δομές να επηρεάζουν κατά κάποιον τρόπο τα υποκείμενα ωστόσο την ίδια ακριβώς στιγμή και τα υποκείμενα με τη σειρά τους επηρεάζουν τους κοινωνικούς θεσμούς. Ενδεικτικές είναι επίσης και οι σχετικές αναλύσεις των Hodgson (1999, 2003), Rutherford (1994), Lawson (1997). Επομένως, ως κεντρικό ερώτημα για ετούτο το σύστημα σκέψης αναδύεται ο προσδιορισμός των αμοιβαίων αλληλεπιδράσεων ανάμεσα σε θεσμούς και υποκείμενα, καθώς τα δεύτερα παύουν να αποτελούν απλή λειτουργία των πρώτων. Ενδεικτικό της συλλογιστικής αυτής είναι το ακόλουθο σχόλιο του Hodgson (2003: 163-4, η έμφαση δική μου):
Επειδή οι θεσμοί δεν εξαρτώνται μόνο από τη δράση των ατόμων αλλά παράλληλα δεσμεύουν και διαπλάθουν τα τελευταία, αυτή η θετική ανάδραση προσδίδει στους θεσμούς ακόμα ισχυρότερα αυτο-ενισχυόμενα και αυτο-αναπαραγόμενα χαρακτηριστικά. Εν μέρει, οι κανόνες εμπεδώνονται επειδή οι άνθρωποι επιλέγουν να τους ακολουθήσουν επανειλημμένα. (…) Από αυτή την άποψη, οι θεσμοί είναι αναδυόμενες κοινωνικές δομές, βασισμένες σε κοινώς αποδεκτές συνήθειες της σκέψης: οι θεσμοί εξαρτώνται και έχουν σαν προϋπόθεσή τους τα άτομα και τις συνήθειές τους, αλλά δεν ανάγονται σε αυτά. Οι συνήθειες είναι συγκροτητικό υλικό των θεσμών, παρέχοντάς τους διευρυμένη ανθεκτικότητα, ισχύ και κανονιστική εξουσία. (…) Επηρεάζονται από προγενέστερη δραστηριότητα και έχουν στέρεες, αυτο-συντηρούμενες ιδιότητες. Μέσω των συνηθειών τους, τα άτομα μεταφέρουν τα ίχνη της δικής τους μοναδικής ιστορίας. (…) Η εξάρτηση των θεσμών από τις συνήθειες μερικώς θεμελιώνει τους θεσμούς στις διαθέσεις των ατόμων. Οι θεσμοί είναι δομές που αντικρίζουν τα άτομα, όπως επίσης και κατάγονται από αυτά. Επομένως, οι θεσμοί είναι ταυτόχρονα αντικειμενικές δομές «εκεί έξω» και υποκειμενικές πηγές ανθρώπινης δραστηριότητας «στο ανθρώπινο κεφάλι». Ο δρων παράγοντας και η δομή, παρότι διακριτοί, συνδέονται σε έναν κύκλο αμοιβαίας αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης.
Η σωρευτική ιστορική αιτιότητα που περιγράφεται στο προηγούμενο απόσπασμα ερμηνεύει την οικονομική εξέλιξη σαν αποτέλεσμα της συνδυασμένης αλληλεπίδρασης ανάμεσα σε δομές και υποκείμενα. Πρόκειται για μία αντίληψη που μας πηγαίνει κατευθείαν πίσω στην παρέμβαση του Veblen (1899: 190): «Η κατάσταση του σήμερα διαμορφώνει τους θεσμούς του αύριο μέσα από μία επιλεκτική, αναπόδραστη διαδικασία, επενεργώντας επάνω στη συνηθισμένη από τους ανθρώπους αντίληψη των πραγμάτων, και έτσι αλλάζοντας ή ενθαρρύνοντας μία άποψη ή μια πνευματική διάθεση η οποία μεταβιβάζεται από το παρελθόν».
Πρόκειται για μία προβληματική που αποτελεί γνήσιο προϊόν της συνάντησης του ανθρωπισμού των προηγούμενων σχολών και του ιστορικισμού. Η ιστορική εξέλιξη των θεσμών μετασχηματίζει διαρκώς τη φύση των οικονομικών παραγόντων, οι οποίοι ωστόσο εξακολουθούν να διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση των ίδιων των θεσμών. Παραμένουν, έτσι, το πρωταρχικό υποκείμενο της ιστορικής εξέλιξης. Η βασική προϋπόθεση της προβληματικής αυτής μπορεί να αποδοθεί με το παράδειγμα που παραθέτει στο προηγούμενο απόσπασμα ο Hodgson. Μάλιστα πρόκειται για μία παρομοίωση που νωρίτερα είχε χρησιμοποιηθεί και από τον Althusser (1997: 139-140). Οι «δρώντες παράγοντες» («ηθοποιοί») της «ιστορίας» (των δομών) είναι την ίδια στιγμή και οι «συγγραφείς» των ρόλων που ενσαρκώνουν 12 .
Οι οικονομικοί παράγοντες κατέχουν κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση των δι-υποκειμενικών θεσμικών σχέσεων, οι οποίες με τη σειρά τους μορφοποιούν και διαπλάθουν τις ικανότητες και τις συμπεριφορές των ίδιων των παραγόντων (Commons 1931, Hodgson 2003: 164). «Έτσι, η ιστορία γίνεται μεταβολή της ανθρώπινης φύσης, η οποία παραμένει το αληθινό υποκείμενο της ιστορίας που τη μεταβάλει. Με τον τρόπο αυτό θα έχουμε εισαγάγει την ιστορία στην ανθρώπινη φύση, και θα έχουμε καταστήσει τους ανθρώπους σύγκαιρους με τα ιστορικά αποτελέσματα των οποίων αυτοί αποτελούν τα υποκείμενα, αλλά – και εδώ κρίνονται τα πάντα – θα έχουμε ανάγει τις σχέσεις παραγωγής, τις πολιτικές και ιδεολογικές κοινωνικές σχέσεις σε ιστορικοποιημένες “ανθρώπινες σχέσεις”, δηλαδή σε διανθρώπινες και διυποκειμενικές σχέσεις. Αυτό είναι το προνομιακό πεδίο του ιστορικιστικού ανθρωπισμού» (Althusser κ. ά. 2003: 373-4, η έμφαση δική μου).
Συνεπώς, μπορεί η φύση των υποκειμένων να μεταβάλλεται διαρκώς ακολουθώντας και καθοδηγώντας τις μεταβολές των κοινωνικών θεσμών, ωστόσο η ίδια η κατηγορία του «υποκειμένου», του «ατόμου» ή του «ανθρώπου» εξακολουθεί να διαδραματίζει κεντρικό θεωρητικό ρόλο στην αντίληψη της οικονομικής οργάνωσης και εξέλιξης. Στην ουσία της προβληματικής του ο ινστιτουσιοναλισμός εξακολουθεί να παραμένει μία ειδική παραλλαγή του ανθρωπισμού. Με τον τρόπο αυτό διατηρεί σημαντικές θεωρητικές γέφυρες με τις προηγούμενες σχολές σκέψης. Είτε η ανθρώπινη (οικονομική) φύση υπάρχει έξω από την «ιστορία» είτε η «ιστορία» εισέρχεται μέσα στην ανθρώπινη φύση, η βασική αιτία της ιστορικής εξέλιξης εξακολουθεί να παραμένει ο «άνθρωπος», ως το ουσιώδες υποκείμενο της.
4. Ο μαρξικός θεωρητικός αντι-ανθρωπισμός (και αντι-ιστορικισμός)
Σε ό,τι ακολουθεί θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε την ιδιαιτερότητα της μαρξικής ανάλυσης, η οποία σε αντιδιαστολή με τα προηγούμενα ρεύματα σκέψης μπορεί με έναν γενικό τρόπο να χαρακτηριστεί και ως θεωρητικός αντι-ανθρωπισμός. Η θέση αυτή αποτελεί ένα από τα κεντρικά σημεία της παρέμβασης του Αλτουσέρ.
4.1 Ο άλλος Μαρξ ή ο Άλλος του Μαρξ ή ο Μαρξ των άλλων (η απαρχή των παρερμηνειών του μαρξικού έργου)
Καταρχάς θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Μαρξ δεν υπήρξε πάντοτε μαρξιστής. Δεν θα επεκταθούμε εδώ σε μία αναλυτική παρουσίαση των στιγμών που διαμόρφωσαν τη σκέψη του. Θα αποδεχτούμε ως επαρκώς θεμελιωμένη την περιοδολόγηση του Αλτουσέρ, σύμφωνα με την οποία από το 1845 και μετά στα κείμενα του Μαρξ αρχίζει να διεισδύει αμετάκλητα μία καινούργια θεωρητική προβληματική, η οποία τελικά αποκρυσταλλώνεται στα έργα της «ωριμότητας», μετέπειτα του 1857 (Althusser 1978: 27-33, Balibar 1996: 25-30)13 .
Τα «έργα της νεότητας» που τοποθετούνται εκείθεν της τομής (κυρίως τα Χειρόγραφα του 1844 και η Αγία Οικογένεια) φέρουν τη σφραγίδα ενός ξεκάθαρου ιδεαλιστικού θεωρητικού ανθρωπισμού. Συγκεκριμένα, η πρώτη συνάντηση του Μαρξ με την Κλασική Πολιτική Οικονομία που λαμβάνει χώρα στα Χειρόγραφα του 1844 αντιπροσωπεύει την πλέον συστηματική μορφή μιας ανθρωπολογικής (ουσιοκρατικής) κριτικής, εμπνευσμένης από την επιχειρηματολογία του Feuerbach. Η «κριτική» διάθεση του νεαρού Μαρξ ξεκινά από την έννοια-κλειδί της αλλοτριωμένης εργασίας (βλ. Μαρξ 1975: 92). Σύμφωνα με το σχόλιο του Althusser (1978: 159), εάν εξετάσουμε το εννοιολογικό πεδίο της έννοιας αυτής θα διαπιστώσουμε ότι δεν μπορεί να παίξει το ρόλο του πρωταρχικού θεμελίου «παρά με την προϋπόθεση να τον παραλάβει κατ’ εντολή και πληρεξουσιότητα από μια ολόκληρη αντίληψη για τον Άνθρωπο που θα αντλήσει από την ουσία του ανθρώπου την αναγκαιότητα και το περιεχόμενο των οικονομικών εννοιών που μας είναι οικείες».
Ο χώρος εδώ δεν είναι αρκετός για να εισέλθουμε σε λεπτομερή περιγραφή του επιχειρήματος του νεαρού Μαρξ14 . Θα περιοριστούμε σε δύο γενικές παρατηρήσεις, οι οποίες προκύπτουν κυρίως μέσα από την ανάλυση του Ρανσιέρ (Ranciere 1995, 2003).
Πρώτον, η ανθρωπολογική θεωρία του νεαρού Μαρξ εμφανίζεται ακριβώς ως μία γενική ουσιοκρατική προσέγγιση των σχέσεων του ανθρώπου με τη φύση και με τον άνθρωπο. Κατ’ επέκταση, οι ίδιες οι έννοιες που συγκροτούν το πεδίο της ερμηνείας – όπως π.χ. η έννοια της ανταλλαγής ή της βιομηχανίας – απέχουν πολύ απ’ το να είναι απαλλαγμένες από κάθε ψυχολογικό ή ανθρωπολογικό υπονοούμενο. Επομένως, η κριτική του νεαρού Μαρξ μάλλον οφείλει να παρουσιαστεί ως επεξήγηση και συστηματοποίηση του λανθάνοντος ανθρωπολογικού λόγου της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας. Με άλλα λόγια, η κριτική αυτή κάθε άλλο παρά διαφοροποιείται από γενικά χαρακτηριστικά που διέπουν το θεωρητικό αντικείμενο των κλασικών συγγραφέων (βλ. παραπάνω).
Στο θεωρητικό πλάνο του Μαρξ, ο καπιταλιστής εμφανίζεται ως κινητήρια δύναμη για την ανάπτυξη της οικονομίας και επομένως οι νόμοι της πολιτικής οικονομίας αντιμετωπίζονται ως άμεση έκφραση του χαρακτήρα (επιθυμία) της καπιταλιστικής υποκειμενικότητας. Ο εργάτης εντάσσεται στους νόμους της οικονομίας υπακούοντας στις εντολές του καπιταλιστικού υπολογισμού, για λογαριασμό του οποίου μιλά ο οικονομολόγος. O Μαρξ, παραπέμποντας στον Smith, επαναλαμβάνει ότι: «τα σχέδια και τα προγράμματα αυτών που θέτουν σε κίνηση τα αποθέματά τους ρυθμίζουν και κατευθύνουν τις σημαντικότερες λειτουργίες της εργασίας, και το κέρδος αποτελεί την προσδοκώμενη κατάληξη όλων αυτών των σχεδίων και των προγραμμάτων» (Smith 2000: I.xi.p.10, Μαρξ 1975: 65). Παρατηρούμε, συνεπώς, ότι η προβληματική του νεαρού Μαρξ διατηρεί τελικά και τα δυο βασικά στοιχεία του κλασικού θεωρητικού αντικειμένου, δηλαδή τη λανθάνουσα ανθρωπολογία συνδυασμένη με το χαρακτηριστικό της μετρησιμότητας.
Δεύτερον, μπορεί η φιλοσοφική προσέγγιση που δοκιμάζει ο Μαρξ κατά την εν λόγω χρονική περίοδο να «σημαδεύεται βαθιά από τη φοϋερμπαχιανή προβληματική», ωστόσο χαρακτηρίζεται παράλληλα και από «το ταλάντευμα μιας στροφής προς τα πίσω, από τον Feuerbach στον Hegel» (Althusser 1978: 158). Μπορούμε να διακρίνουμε, επομένως, και έναν ιστορικιστικό χαρακτήρα στην ίδια ανάλυση του νεαρού Μαρξ. Η προηγούμενη καπιταλιστική υποκειμενικότητα, η οποία διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην οργάνωση της οικονομικής ζωής, δεν έχει στατικό και υπερ-ιστορικό χαρακτήρα και πρέπει τελικά η ίδια να χαθεί μέσα στην κίνηση της ατομικής ιδιοκτησίας.
Στο διαλεκτικό σχήμα του νεαρού Μαρξ, αρχικά εμφανίζεται ο καπιταλιστής της απόλαυσης που επιδίδεται σε μία σπάταλη απόλαυση του πλούτου. Αυτή η ιστορική βαθμίδα πρόκειται να εξαφανιστεί μέσα σε μία επόμενη, τη βαθμίδα του υπολογισμού. Τώρα, ο καπιταλιστής του υπολογισμού είναι ο βιομήχανος καπιταλιστής που υλοποιεί την υπαγωγή της απόλαυσης στον καπιταλιστικό εξορθολογισμό. Η προηγούμενη βαθμίδα είναι, όμως, η τελευταία στην εξέλιξη της ατομικής ιδιοκτησίας καθώς μετά από αυτή επιτελείται τελικά η κατάργηση του καπιταλιστή με την υπαγωγή του υπολογισμού στον πλούτο15. «Ο πλούτος ο οποίος είναι το αποτέλεσμα του υπολογισμού, είναι ο πλούτος που ξεδιπλώθηκε από τις ανθρώπινες δυνάμεις. Αντιπροσωπεύει τον εξανθρωπισμό του αισθητού κόσμου που κατέστη δυνατός από την αλλοτρίωση, το πέρας της πορείας μέσω της οποίας τα φυσικά αντικείμενα του κόσμου κατέστησαν ανθρώπινα φυσικά αντικείμενα, συγκροτώντας έναν κόσμο όπου ο άνθρωπος θα μπορεί να ξαναβρεί τον εαυτό του και να αναγνωρίσει την ίδια του την υπόσταση, αυτή την αλλοτριωμένη υπόσταση η οποία, υπό τη μορφή της αλλοτριωμένης εργασίας συγκρότησε τον πλούτο» (Ranciere 1995: 95)16 .
Χωρίς να επιμείνουμε στην ουσία του επιχειρήματος του νεαρού Μαρξ, διαπιστώνουμε πως το παραπάνω θεωρητικό σχήμα υπαινίσσεται ότι το οικονομικό υποκείμενο μετασχηματίζεται και εν τέλει εξαφανίζεται μέσα στην εξέλιξη της ατομικής ιδιοκτησίας. Η Πολιτική Οικονομία έχει αναχθεί σε ανθρωπολογική ιστορία των σχέσεων του ανθρώπου με τη φύση και τον άνθρωπο. «Μέσα στην εξαφάνισή του εμφανίζεται το πραγματικό υποκείμενο της εξέλιξης, η ανθρωπότητα. (…) Εδώ ακριβώς βρίσκουμε το χεγκελιανό μοντέλο του προλόγου των Μαθημάτων για τη φιλοσοφία της ιστορίας. Το πραγματικό υποκείμενο της ιστορίας κάνει χρήση των απατηλών υποκειμενικοτήτων για να επιβάλλει το νόμο του. Η πραγματική κινητήρια δύναμη της ιστορίας είναι η ανθρώπινη υπόσταση. Και η βαθμίδα του πλούτου είναι αυτή στην οποία η ανθρωπότητα θα μπορέσει να ανακτήσει αυτή την υπόσταση αναγνωρίζοντας τον εαυτό της στον αισθητό κόσμο» (Ranciere 1995: 96).
Τα δυο προηγούμενα στοιχεία συνιστούν την προϊστορία της ώριμης μαρξικής σκέψης. Πρόκειται για μία προϊστορία που σε γενικές γραμμές μοιράζεται πολλά χαρακτηριστικά με το κριτικό προς τη νεοκλασική θεωρία σύγχρονο ετερόδοξο μέτωπο. Απέναντι στην κυρίαρχη για την εποχή του κλασική οικονομική σκέψη, ο νεαρός Μαρξ αντιτάσσει είτε μία κριτική ανθρωπολογία είτε ένα χεγκελιανό ιστορικιστικό σχήμα αυτο-μετασχηματισμού της υποκειμενικότητας (ανάλυση οπωσδήποτε πιο ενδιαφέρουσα από τις αντίστοιχες θεσμικές προσεγγίσεις που αντιμετωπίσαμε προηγουμένως).
Από το 1845 και μετά η σκέψη του Μαρξ διέρχεται από ένα σημείο «μη επιστροφής» (Althusser 1983: 85). Απορρίπτοντας σταδιακά (και όχι χωρίς αμφιταλαντεύσεις) την προϊστορία της, «συνεχίζει ατελεύτητα να βγαίνει από αυτήν (…) με τη μορφή της απόρριψής της ως σφάλματος, με τη μορφή αυτού που ο Μπασελάρ ονόμασε “επιστημολογική ρήξη ”» (Althusser 1977: 26). Ο Μαρξ δεν θα σταματήσει ποτέ να αναμετράται με το ιδεολογικό πλαίσιο της προϊστορίας του, η οποία θα ακολουθεί πάντα τη σκέψη του σαν ο ανταγωνιστικός της Άλλος, κυρίως μέσα από τις αναγνώσεις όσων δεν κατανόησαν την καινοτομία της παρέμβασής του. Και προφανώς, η λίστα των παρερμηνευτών του Μαρξ είναι μακρά. Μέχρι σήμερα ο τελευταίος έχει διαδραματίσει «μεγάλη καριέρα» είτε σαν υποτιθέμενος συνεχιστής της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας, είτε σαν γνήσιος εκφραστής της κεϋνσιανής λογικής, είτε ακόμα και σαν ιστορικιστής ή θεσμικός οικονομολόγος17 . Με άλλα λόγια, οι περισσότεροι (ετερόδοξοι) οικονομολόγοι δείχνουν κατά βάση ανοχή απέναντι σε έναν Μαρξ μη-μαρξιστή.
Το θεωρητικό πλαίσιο των νεανικών έργων του Μαρξ σχηματοποιεί έναν άλλο Μαρξ, ο οποίος είναι ο ανταγωνιστικός Άλλος του Μαρξ που παραποιώντας την ουσία της παρέμβασής του συνιστά τον Μαρξ των άλλων, όσων δηλαδή επιχειρούν αμήχανα να τον εντάξουν σε οικονομικές προβληματικές που δεν συνταιριάζουν με το «σώμα» της επαναστατικής του σκέψης.
4.2 Μια πρώτη εισαγωγή στο πεδίο του θεωρητικού αντι-ανθρωπισμού
Ας ξεκινήσουμε κάπως «ανορθόδοξα», αποδεχόμενοι τις δύο ακόλουθες θέσεις. Η κριτική απέναντι στο θεωρητικό ανθρωπισμό, πρώτον, δεν αφορά όλα τα ρεύματα του μαρξισμού (κυρίως όσα παραγνωρίζουν την προηγούμενη τομή στο έργο του Μαρξ και εξακολουθούν να αναφέρονται πεισματικά στα κείμενα της «νεότητας») και δεύτερον αφορά και μη-μαρξιστικές θεωρητικές αναλύσεις. Για την οικονομία της συζήτησης θα περιορίσουμε την ανάλυσή μας μόνο στο δεύτερο σημείο και θα επικεντρωθούμε στο έργο του Φουκώ (Foucault)18. Ο τελευταίος αποστρεφόταν τον μαρξισμό, θεωρώντας τον σαν ένα τετριμμένο ιστορικιστικό παρακλάδι (Foucault 1993: 361-5). Βέβαια, μετά το 1970 απέκτησε μεγαλύτερη «οικειότητα» με τον Μαρξ, διάθεση που μάλλον υπαγορεύτηκε από την ενεργό συμμετοχή του στην εξωκοινοβουλευτική Αριστερά (Montag 1995: 71).
Βασική συντεταγμένη της ανάλυσης του Φουκώ είναι ότι δεν μπορούμε σκεφτούμε την κοινωνική πραγματικότητα μέσα από το πρίσμα της έννοιας του «υποκειμένου» ή του «ανθρώπου». Τα «υποκείμενα» δεν είναι τίποτα περισσότερο από παραγόμενο αποτέλεσμα στρατηγικών και πρακτικών εξουσίας, τις οποίες θα αποκαλέσουμε ως πειθαρχίες. Κινούμενος κριτικά απέναντι στην ιδεαλιστική σύλληψη της ιδεολογίας έστρεψε την προσοχή του προς τον κατεξοχήν τόπο κάθε μορφής εξουσίας και υποταγής, το σώμα (και με τον τρόπο αυτό ακολούθησε μια διαφορετική διαδρομή από τον Αλτουσέρ, βλ. Montag 1995).
Ο άνθρωπος για τον οποίο μας μιλούν, αυτόν που μας καλούν να απελευθερώσουμε, είναι κιόλας αυτός καθαυτός το αποτέλεσμα μιας πολύ ισχυρότερης καθυπόταξης. (…) Η θαυμαστή ολότητα του ατόμου δεν ακρωτηριάζεται, δεν καταστέλλεται, δεν αλλοιώνεται από το κοινωνικό μας σύστημα, αλλά το άτομο «κατασκευάζεται» εκεί φροντισμένα, σύμφωνα με μιαν ολόκληρη τακτική που αφορά τις δυνάμεις και τα σώματα. (…) Το άτομο είναι, χωρίς αμφιβολία, η πλασματική στοιχειώδης μονάδα μιας «ιδεολογικής» παράστασης της κοινωνίας· είναι όμως και μια πραγματικότητα κατασκευασμένη από την ειδική εκείνη τεχνολογία της εξουσίας που λέγεται «πειθαρχία» (Foucault 1989: 43, 285, 256).
Η λογική αυτή διαπερνά με καθολικό τρόπο ολόκληρο το έργο του Φουκώ19 . Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι βασίζεται σε δυο αλληλοδιαπλεκόμενες προτάσεις. Από τη μια πλευρά, τα κοινωνικά υποκείμενα, οι «καθημερινοί άνθρωποι», τα εξατομικευμένα «σώματα» διαπλάθονται και μορφοποιούνται μέσα από ένα σύνθετο πλέγμα σχέσεων εξουσίας, αποτελώντας τον τόπο εντός του οποίου συναρθρώνονται διαφορετικές στρατηγικές εξουσίας. Την ίδια στιγμή, οι σχέσεις εξουσίας δεν γίνονται άμεσα «ορατές» παρά μόνο μέσα από τη συγκεκριμένη φαινομενικότητά τους, που δεν είναι άλλη από το «μύθο» (μορφή) του υποκειμένου. Επομένως, δεν μπορούμε να γνωρίσουμε κάτι ουσιαστικό για τους «ανθρώπους» παρά με την απόλυτη προϋπόθεση να απορρίψουμε την προβληματική του ανθρωπισμού σαν στρεβλή, «ιδεολογική παράσταση της κοινωνίας».
Για τον Φουκώ, oι «επιστήμες του ανθρώπου» που κατακλύζουν το μετα-αναγεννησιακό πεδίο σκέψης βρίσκονται εγκλωβισμένες μέσα στην προαναφερθείσα ατομικιστική φαινομενικότητα παραμένοντας απλές «αφηγήσεις της ατομικότητας» (Foucault 1989: 255). Εδώ, ο «τόπος της ανάλυσης» είναι ο «άνθρωπος στην περατότητά του» που καταλαμβάνει την «αμφίλογη θέση» του «αντικειμένου που πρέπει να γνωριστεί» μέσα από μία «αναλυτική της περατότητας και της ανθρώπινης ύπαρξης» που εκδηλώνεται «πάντα με αφετηρία τον συγκεκριμένο άνθρωπο και τις εμπειρικές μορφές που μπορούμε να αποδώσουμε στην ύπαρξη του» (Foucault 1993: 429, 436-8, βλ. επίσης Ruccio και Amariglio 2003: 47-8).
Δεν σκοπεύουμε να επεκταθούμε περισσότερο σε ζητήματα που έχουν σχολιαστεί επαρκώς στη σχετική βιβλιογραφία. Έχει, ωστόσο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον και οπωσδήποτε συνάδει με το στόχο της παρούσας εργασίας να επιμείνουμε στο παρακάτω ερώτημα. Με ποιον τρόπο μπορούμε να σκεφτούμε την κοινωνική ολότητα μέσα από την προβληματική του Φουκώ;
Ο τελευταίος δοκιμάζει να απαντήσει στο ερώτημα αυτό με τον όρο «πειθαρχική κοινωνία». Πρόκειται για ένα κοινωνικό σώμα που διαπερνάται και κατακλύζεται από αλλεπάλληλους, διάχυτους και αδιαφοροποίητους πειθαρχικούς μηχανισμούς (Foucault 1989: 275-6). Υπό μια άποψη, το σχήμα του Φουκώ θα μπορούσε να μας οδηγήσει σε έναν ορισμένο ιστορικισμό, αποτελώντας έτσι μία ιδιάζουσα παραλλαγή των ευρύτερων θεσμικών αναλύσεων. Οι διάσπαρτοι μηχανισμοί εξουσίας υλοποιούνται δια μέσου θεσμών διαπλάθοντας τα υποκείμενα. Έχουμε να κάνουμε με μία εικόνα η οποία δεν περιλαμβάνει, βέβαια, την έννοια του πρωταρχικού υποκειμένου, αλλά αντίθετα διαμορφώνει ένα τοπίο διάχυτων σχέσεων εξουσίας και σχέσεων ανάμεσά τους.
Ωστόσο, με ποιον τρόπο μπορούμε να προσλάβουμε τις σχέσεις ανάμεσα στις σχέσεις εξουσίας ; Στο σημείο αυτό το έργο του Φουκώ δεν μας παρέχει κάποια ιδιαίτερη απάντηση. Η έννοια της εξουσίας δεν έχει ποτέ άλλη βάση παρά τον ίδιο της τον εαυτό. Το πλαίσιο αναφοράς της εξουσίας είναι προγενέστερο του κάθε ιδιαίτερου πεδίου που το συγκεκριμενοποιεί, αποτελώντας μια «αφηρημένη μηχανή» ενύπαρκτη στο κάθε ιδιαίτερο πεδίο (Πουλαντζάς 1991: 96). Έτσι, η εξουσία μετατρέπεται σε υπόσταση που περικλείει εξαντλητικά όλες τις διάσπαρτες εκφάνσεις της. Η διατύπωση αυτή ενέχει πάντα τον κίνδυνο να μετατοπιστούμε πίσω προς μία χεγκελιανή πρόσληψη20 του κοινωνικού όλου, σύμφωνα με την οποία όλοι οι επιμέρους πειθαρχικοί μηχανισμοί αποτελούν ολοκληρωμένα και αδιαφοροποίητα εκφραστικά τμήματα μιας διαρκώς παρούσας ουσίας: της εξουσίας. Τότε, όμως (για να ξαναθυμηθούμε και τα λόγια του Πουλαντζά 1991: 213), «το ζήτημα ποια εξουσία και για να κάνει τι » φαντάζει εντελώς ανούσιο. Η αδυναμία αυτή στο έργο του Φουκώ φαίνεται να απασχολεί και την Butler (1999: 238). Ο Φουκώ δεν έχει να μας πει και πολλά όταν θέσουμε το ερώτημα του ποιος και γιατί καταλαμβάνει τους ρόλους σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό σχηματισμό, γι’ αυτό και δεν μπαίνει καν στον κόπο να στοχαστεί τις σχέσεις που διέπουν το σύνθετο σύστημα των εξουσιών.
4.3 Ο μαρξικός θεωρητικός αντι-ανθρωπισμός: η σύλληψη της ταξικής πάλης
Από τα παραπάνω καταλαβαίνουμε ότι μία γενική κριτική στον θεωρητικό ανθρωπισμό δεν είναι αρκετή για να οριοθετήσει το έδαφος της μαρξικής ανάλυσης. Την ειδοποιό διαφορά του μαρξισμού με το προηγούμενο πλαίσιο θα πρέπει να την αναζητήσουμε στον ιδιαίτερο προσδιορισμό της κοινωνικής ολότητας ή εναλλακτικά στον ιδιαίτερο καθορισμό των σχέσεων ανάμεσα στις σχέσεις εξουσίας.
Σε μία τέτοια κατεύθυνση, οι αναλύσεις του Αλτουσέρ είναι πραγματικά πολύτιμες21 . Θα ήταν χρήσιμο να αναπτύξουμε τη μαρξική σύλληψη της φύσης του κοινωνικού σχηματισμού σε αντιπαράθεση με την προηγούμενη θεωρητική στρατηγική του Φουκώ. Ο Μαρξ σκέφτεται την κοινωνία σαν ένα σύνθετο σύνολο, ιεραρχικά δομημένο (πρώτη βασική έννοια που θα μας απασχολήσει), το οποίο διατηρεί έναν καθορισμό σε τελευταία ανάλυση από το οικονομικό στοιχείο (δεύτερη βασική έννοια ). Στη συνέχεια θα αρκεστούμε σε ορισμένα μόνο σύντομα σχόλια που θα μας επιτρέψουν να τονίσουμε την ιδιαιτερότητα του μαρξισμού σε σχέση τόσο με την προσέγγιση του Φουκώ όσο και με τις θεσμικές αναλύσεις που εξετάσαμε προηγουμένως.
Σύμφωνα και με τη μαρξική προβληματική, τα συγκεκριμένα κοινωνικά «υποκείμενα» αποτελούν υλικό μόρφωμα εναλλακτικών σχέσεων εξουσίας (ή ενδεχομένως «πειθαρχιών»), οι οποίες ωστόσο δεν είναι αδιαφοροποίητες μεταξύ τους αλλά συνυπάρχουν στο εσωτερικό μιας δομημένης ολότητας η οποία περικλείει μία σχέση κυριαρχίας-υπαγωγής τόσο μεταξύ των σχέσεων αυτών όσο και μεταξύ των πλευρών κάθε σχέσης. Με άλλα λόγια το κοινωνικό σύνολο συγκροτείται στα πλαίσια μιας διπλής ανισότητας. Μία κύρια αντίφαση δεσπόζει απέναντι σε όλες τις υπόλοιπες ενώ κάθε αντίφαση διαθέτει και αυτή μία κύρια πλευρά.
Η κύρια αντίφαση στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής είναι η αντίφαση των σχέσεων παραγωγής, που διαιρεί καταρχήν την κοινωνία σε δυο θεμελιακές (και άνισες μεταξύ τους) τάξεις: την καπιταλιστική και την εργατική τάξη. Η έννοια των σχέσεων παραγωγής αντανακλά τις συγκεκριμένες κοινωνικές προϋποθέσεις της παραγωγικής διαδικασίας. Η σχέση αυτή δεν είναι απλά σχέση μεταξύ ανθρώπων (ή ομάδων ανθρώπων), δηλαδή σχέση δι-υποκειμενική, ψυχολογική ή ανθρωπολογική. Σε αντίθεση με τις ιστορικιστικές αναλύσεις που παρουσιάσαμε προηγουμένως (αλλά και με όσες δυνητικά θα μπορούσαν να παρουσιαστούν), η σχέση παραγωγής είναι στην ουσία της μία διπλή σχέση: μια σχέση ανάμεσα σε ομάδες ανθρώπων (τάξεις), που αφορά στις σχέσεις μεταξύ των ομάδων αυτών και των μέσων παραγωγής.
Η σχέση παραγωγής είναι σχέση διανεμητική. Μοιράζει τους παράγοντες της παραγωγής σε κοινωνικές τάξεις, με τέτοιο τρόπο ώστε καθεμία να καταλαμβάνει μία συγκεκριμένη θέση στη παραγωγική διαδικασία. Με άλλα λόγια η κατανομή τους σε τάξεις καθορίζεται και είναι λειτουργικά εντοπισμένη διαμέσου των σχέσεών τους με τα μέσα παραγωγής, σύμφωνα με τη σύνθετη δομή της παραγωγικής διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η καπιταλιστική τάξη διατηρεί την πραγματική κυριότητα επί των μέσων παραγωγής22 , δηλαδή κατέχει τόσο την εξουσία διεύθυνσης-ελέγχου της παραγωγικής διαδικασίας όσο και την εξουσία επί των αντικειμένων και των αποτελεσμάτων της παραγωγικής διαδικασίας23 .
Βέβαια, οι παράγοντες της παραγωγής αποτελούν συστατικά στοιχεία και άλλων σχέσεων (εξουσίας), που δεν αφορούν το επίπεδο της παραγωγής. Η ταξική εκμετάλλευση δεν είναι δυνατό να αναπαράγει τους όρους ύπαρξής της χωρίς την επικουρία κατάλληλων νομικο-πολιτικών και ιδεολογικών σχέσεων, το σύνολο των οποίων συνθέτει εκείνο που στη μαρξιστική παράδοση αποκαλείται υπερδομή. Τέτοια παραδείγματα δευτερευουσών αντιφάσεων είναι οι διεθνείς ιμπεριαλιστικές σχέσεις, οι πολυποίκιλες σχέσεις εξουσίας που αναπτύσσονται στο εσωτερικό του εκπαιδευτικού μηχανισμού, οι σχέσεις εντός των «σωφρονιστικών» ιδρυμάτων, οι σχέσεις ανάμεσα στα φύλα, κ.λπ. Οι δευτερεύουσες αντιφάσεις δεν αποτελούν καθαρό φαινόμενο της κύριας αντίφασης (σχέσεις παραγωγής). Είναι, όμως, ουσιαστικές για την ίδια την ύπαρξή της. Αποτελούν όρο ύπαρξής της κύριας αντίφασης, το ίδιο όπως η κύρια αντίφαση αποτελεί το δικό τους όρο ύπαρξης.
Η σχέση παραγωγής δεν συνιστά απλά τη βασική αντίφαση του κοινωνικού συνόλου, αλλά παράλληλα είναι καθοριστική σε τελευταία ανάλυση των επιπέδων της υπερδομής, δηλαδή όλων των δευτερευουσών σχέσεων. Αυτό σημαίνει ότι ο τρόπος με τον οποίο οι δευτερεύουσες αντιφάσεις επιδρούν στην κύρια αντίφαση – ο δείκτης αποτελεσματικότητάς τους – είναι ήδη καθορισμένος από αυτή. Ωστόσο, ο δείκτης αποτελεσματικότητας των δευτερευουσών αντιφάσεων προϋποθέτει: (1) ότι υπάρχει μια σχετική αυτονομία στην ανάπτυξή τους σε σχέση με την κύρια αντίφαση, και (2) ότι υπάρχει ένας επικαθορισμός της κύριας αντίφασης από αυτές.
Αυτή είναι και η ουσία της ανάλυσης του Μαρξ, όπως εύστοχα επισημαίνεται και από τον Engels στο πασίγνωστο πλέον γράμμα προς τον Bloch:
Σύμφωνα με την υλιστική αντίληψη για την ιστορία, ο καθοριστικός παράγοντας σ’ αυτήν είναι, σε τελευταία ανάλυση, η παραγωγή και η αναπαραγωγή της πραγματικής ζωής. Ούτε ο Μαρξ, ούτε εγώ είπαμε ποτέ τίποτα παραπάνω. Αν τώρα κάποιος βασανίζει την πρόταση αυτή προσπαθώντας να συνάγει ότι ο οικονομικός παράγοντας είναι ο μόνος καθοριστικός, την μεταβάλλει σε μια φράση κενή, αφηρημένη, παράλογη (Engels 1890).
Η πολλαπλότητα των μορφών που μπορεί να αποκτήσουν οι δευτερεύουσες αντιφάσεις, οι πολιτικές και ιδεολογικές σχέσεις της υπερδομής, δεν αναιρεί την καπιταλιστική τους φύση, δηλαδή το γενικό τρόπο με τον οποίο επεμβαίνουν στο σύνθετα διαρθρωμένο κοινωνικό σύνολο. Το μήνυμα της ανάλυσης του Μαρξ δεν είναι ότι τα πάντα είναι μηχανιστικά καθορισμένα από την οικονομία. Η μαρξική τοποθεσία (βάση/υπερδομή), η οποία υποδηλώνει ακριβώς την επενέργεια του καθορισμού σε τελευταία ανάλυση από την οικονομική βάση (από τη συγκεκριμένη δομή των σχέσεων παραγωγής), επισημαίνει την ουσιαστική διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στις κοινωνικές βαθμίδες, την ανισομέρεια ανάμεσα στις κοινωνικές σχέσεις εξουσίας, τον τρόπο με τον οποίο οι σχέσεις της υπερδομής αντ -επιδρούν στην ίδια την οικονομική βάση.
Τα παραπάνω έρχονται σε πλήρη ρήξη με το θεωρητικό σχήμα του Φουκώ. Έχουμε πλέον προσδιορίσει έναν τρόπο να σκεφτούμε τις ιεραρχημένες διαφορές των σχέσεων εξουσίας σε ένα κοινωνικό σύνολο. Παράλληλα έχουμε επιλέξει και έναν τρόπο να προσεγγίσουμε τις σχέσεις αλληλο καθορισμού που αναπτύσσονται ανάμεσά τους (επικαθορισμός). Κάθε αντίφαση, κάθε σχέση εξουσίας, παύει να είναι μονοσήμαντη αφού αντανακλά εντός της την οργανική σύνδεση που αυτή διατηρεί με τις άλλες αντιφάσεις μέσα στη δομή του σύνθετου κοινωνικού όλου. Επομένως, ο επικαθορισμός «χαρακτηρίζει την ακόλουθη ουσιαστική ιδιότητα: την αντανάκλαση, μέσα στην ίδια την αντίφαση, των συνθηκών ύπαρξής της, δηλαδή την αντανάκλαση της κατάστασής της μέσα στη δομή με δεσπόζουσα του σύνθετου όλου» (Althusser 1978: 208-9).
Καταλήγουμε, συνεπώς, στη μαρξική (υλιστική) σύλληψη του θεωρητικού αντιανθρωπισμού. Οι κοινωνικοί παράγοντες διαπλάθονται μέσα από σχέσεις οι οποίες κατακλύζουν ένα σύνολο σύνθετο και ιεραρχικά δομημένο. Οι σχέσεις της υπερδομής στο σύνολό τους, το σύνθετο πλέγμα των δευτερευουσών αντιφάσεων, «μεταχειρίζονται» το συγκεκριμένο άνθρωπο σαν στήριγμά τους, καθορίζουν και καθυποτάσσουν το «σώμα» και τη «ζωή» του. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τη σχέση παραγωγής. Και αφού η τελευταία είναι σχέση ταξικής πάλης, η πάλη των τάξεων καθορίζει σε τελευταία ανάλυση τις σχέσεις της υπερδομής καθώς και τον τρόπο με τον οποίο επιδρά με τη σειρά της πάνω στην οικονομική βάση (επικαθορισμός).
4.4 Κάποια πρώτα συμπεράσματα
Στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε να απομονώσουμε κάποια βασικά συμπεράσματα που απορρέουν άμεσα από τα προηγούμενα και είναι χρήσιμα για την επιχειρηματολογία της παρούσας εργασίας.
Πρώτον, η προβληματική του αντι-ανθρωπισμού αποτελεί μία προσπάθεια να ερμηνεύσουμε την κοινωνική πραγματικότητα πέρα από τη θεωρητική κατηγορία του «ανθρώπου». Συνεπώς, η ιστορία προσεγγίζεται ως διαδικασία χωρίς ουσιώδες υποκείμενο. Το σημείο αυτό συνιστά σημαντική διαφοροποίηση του μαρξισμού από τα υπόλοιπα ρεύματα που εγγράφονται στο ετερόδοξο μπλοκ, και ιδιαίτερα από τις δύο βασικές σχολές στις οποίες αναφερθήκαμε προηγουμένως: τους μετακεϋνσιανούς και τους θεσμικούς.
Συγκεκριμένα, τα «άτομα» υπόκεινται στους «νόμους» των σχέσεων παραγωγής και των σχέσεων της υπερδομής, που στο σύνολό τους είναι σχέσεις εκμετάλλευσης, δηλαδή ταξικές ανταγωνιστικές σχέσεις. Η κοινωνική (ταξική) φύση των παραγόντων δεν προϋπάρχει των σχέσεων παραγωγής. Αυτό σημαίνει ότι όχι μόνο δεν μπορεί να προσδιοριστεί στα πλαίσια μιας υπερ-ιστορικής ανθρωπολογίας (όπως π.χ. συμβαίνει στους νεοκλασικούς και τους μετακεϋνσιανούς) αλλά ότι όσο οι σχέσεις παραγωγής διατηρούν τη συγκεκριμένη τους ιστορική μορφή, η ουσία των δευτερευουσών κοινωνικών σχέσεων εξουσίας αναγκαστικά παραμένει απαράλλακτη (κάτι που στρέφεται ενάντια στα συμπεράσματα των θεσμικών)24 .
Δεύτερον, μία γενική κριτική του θεωρητικού ανθρωπισμού δεν επαρκεί για να οριοθετήσει το έδαφος της μαρξικής προβληματικής. Αρκετές από τις αναλύσεις του λεγόμενου μετα-στρουκτουραλιστικού ρεύματος, κυρίως τα έργα των Φουκώ, Λυοτάρ (Lyotard) και Ντεριντά (Derrida), που συνιστούν γνήσιες στιγμές της μεταμοντέρνας σκέψης, επιχειρούν να έρθουν σε ρήξη με κάθε ανθρωπολογική προβληματική. Η προηγούμενη αναδρομή στο έργο του Φουκώ είναι πλέον ενδεικτική. Άλλωστε ο ίδιος διακατέχεται από μία ανεξάντλητη επιμονή ότι πρέπει να «αφυπνίσουμε τη σκέψη» από όλες τις «αδέξιες και στρεβλές μορφές» κάθε ανθρωπολογικού στοχασμού (1993: 467-470, βλ. επίσης Ruccio και Amariglio 2003: 47). Βέβαια, παρά τα εμφανή σημεία διαφοροποίησής του από τον Χέγκελ (Butler 1999: 177-186), τελικά διατηρεί μία παραπλήσια προσέγγιση της κοινωνικής ολότητας.
Υπό μία άποψη, οι μαρξιστές θεωρητικοί δεν θα πρέπει να «αισθάνονται μακριά» από τις προηγούμενες αντι-ουσιοκρατικές προσεγγίσεις, τουλάχιστον όχι «περισσότερο μακριά» από όσο αισθανόταν ο Μαρξ έναντι του Χέγκελ. Και ο Μαρξ ήταν κοντά στον Χέγκελ εξαιτίας της επιμονής, με την οποία αυτός απέρριπτε κάθε φιλοσοφία της Αρχής ή του Υποκειμένου, άσχετα αν ήταν ορθολογιστική, εμπειρική ή υπερβατική (Althusser 1994: 137). Επομένως, εάν θέλουμε να προσδιορίσουμε τη σχέση του μαρξισμού με το σύνολο των προηγούμενων συγγραφέων που συνιστούν το ρεύμα του μεταμοντέρνου θα πρέπει να επαναστοχαστούμε σε όλες της τις διαστάσεις τη σχέση του Μαρξ με τον Χέγκελ.
Τρίτον, η διαφοροποίηση της μαρξικής ανάλυσης από τις υπόλοιπες μετα-στρουκτουραλιστικές προσεγγίσεις πηγάζει από τη διαφορετική σύλληψη της φύσης του κοινωνικού σχηματισμού. Ήταν γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο που στην προηγούμενη ενότητα επιμείναμε αρκετά στη μαρξική σύλληψη του κοινωνικού συνόλου, σαν ένα σύνθετο σύνολο, ιεραρχικά δομημένο, στο οποίο οι σχέσεις παραγωγής καθορίζουν (σε τελευταία ανάλυση) πάντα επικαθοριζόμενες τη γενικότερη φύση όλων των υπόλοιπων σχέσεων εξουσίας. Επιπλέον, σε πλήρη αντίθεση με τις ιστορικιστικές προσεγγίσεις, οι σχέσεις παραγωγής δεν αποτελούν μια ακόμα σχέση που προστίθεται αδιαφοροποίητα στο σύνολο των υπόλοιπων σχέσεων εξουσίας αλλά καταλαμβάνουν έναν κεντρικό ρόλο και οπωσδήποτε (όπως τονίσαμε) δεν ανάγονται σε σχέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους (ή ομάδες ανθρώπων), δηλαδή σε άμεσα δι-υποκειμενικές σχέσεις που συμπεριλαμβάνουν μόνο ανθρώπους.
ΜΕΡΟΣ II: ΕΤΕΡΟΔΟΞΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ
ΚΑΙ (ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ) ΠΟΛΙΤΙΚη
5. Πλουραλισμός στην πράξη. Οι συνέπειες για την (οικονομική) πολιτική
Στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε να σχολιάσουμε ακροθιγώς ορισμένες συνέπειες που έχουν οι προηγούμενες θεωρητικές διαφοροποιήσεις στο ζήτημα του κράτους και κατ’ επέκταση της οικονομικής πολιτικής.
Στην ανάλυση μας θα χρησιμοποιήσουμε επιχειρήματα από το έργο του Πουλαντζά, το οποίο τοποθετείται στο εσωτερικό της αλτουσεριανής παράδοσης του μαρξισμού. Η συζήτηση που διεξάγεται εντός ή εκτός των ορίων του ετερόδοξου μετώπου των οικονομικών φαίνεται να είναι εγκλωβισμένη στο ψευδοδίλλημα ανάμεσα στο κράτος νοούμενο ως Πράγμα και στο κράτος νοούμενο ως αυτόνομο Υποκείμενο 25 . Με τις αντιλήψεις αυτές θα ασχοληθούμε αμέσως παρακάτω, για να τις αντιπαραβάλουμε στη συνέχεια με τη μαρξική προσέγγιση του κράτους. Πολλά από τα επιχείρημα τα οποία θα αναπτύξουμε αποτελούν προεκτάσεις των θέσεων που σχολιάσαμε προηγουμένως, σχετικά με τις αφετηρίες της ανάλυσης των αντίστοιχων ρευμάτων οικονομικής σκέψης.
5.1 Μετακεϋνσιανή προσέγγιση: το κράτος ως «πράγμα-εργαλείο»
Η σκληρή διαχρονική διαμάχη ανάμεσα στους ριζοσπάστες κεϋνσιανούς και στους οπαδούς του νεοφιλευθερισμού αφορά κυρίως το πλαίσιο των προτάσεων οικονομικής πολιτικής και όχι τον χαρακτήρα του καπιταλιστικού κράτους, το οποίο συνήθως προσλαμβάνεται με έναν ταξικά αποφορτισμένο τρόπο σαν ένα κράτος-πράγμα ή κράτος-εργαλείο. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα πολύτιμο και ευμεταχείριστο όργανο που σύμφωνα με τη γενικότερη νεοκλασική εκδοχή πρέπει να αξιοποιηθεί για την εξασφάλιση της φυσικής τάξης εντός της οποίας αναπτύσσεται η οικονομική δραστηριότητα των υποκειμένων (απ-ελευθερώνοντας τις αγορές), προωθώντας με τον τρόπο αυτό τα ενιαία συμφέροντα ενός ταξικά αδιαφοροποίητου κοινωνικού συνόλου26 . Από την άλλη, κατά την τρέχουσα μετα-κεϋνσιανή αντίληψη αποτελεί παθητικό αντικείμενο σφετερισμού από μία συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα και αξιοποιείται προς όφελός των ιδιαίτερων συμφερόντων της.
Θα πρέπει, επίσης, να σημειώσουμε ότι οι κυρίαρχες αναλύσεις δεν απορρίπτουν μία ορισμένη οικονομική παρεμβατικότητα του κράτους. Απεναντίας, σημαντικοί νεοκλασικοί οικονομολόγοι, όπως ο Arrow και ο Hahn, έχουν κατά καιρούς εκφράσει τη συμπάθειά τους για συγκεκριμένες παρεμβατικές και σοσιαλδημοκρατικές οικονομικές πολιτικές. Ο Hahn συγκεκριμένα αντιλαμβάνεται ολόκληρο το θεωρητικό πρόγραμμα της γενικής ισορροπίας ως μία απόπειρα να καταδειχθούν τα όρια του μηχανισμού της αγοράς (για περισσότερα βλ. Hodgson 2000: 320).
Οι αναλύσεις των μετακεϋνσιανών, παρότι υπερασπίζονται έναν ενεργό κρατικό παρεμβατισμό (και φυσικά, διαφορετικής ποιότητας 27 από τον προηγούμενο), επί της ουσίας αναπαράγουν την ίδια εργαλειακή αντίληψη για το κράτος. Το τελευταίο πάντα παραμένει χρήσιμο ουδέτερο εργαλείο που με κατάλληλη αξιοποίηση μπορεί να επιφέρει υψηλότερα επίπεδα κοινωνικής απασχόλησης και δικαιότερη εισοδηματική διανομή (και άρα μεγαλύτερη κοινωνική ευημερία). Η διαφωνία δεν έγκειται στην προσέγγιση του κράτους αλλά στο περιεχόμενο των οικονομικών πολιτικών.
Η ίδια εργαλειακή αντίληψη του κράτους δεσπόζει και στον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύεται από τη ριζοσπαστική κεϋνσιανή βιβλιογραφία η σύγχρονη νεοφιλελεύθερη φάση του καπιταλισμού. Σύμφωνα με τις αναλύσεις αυτές, το κράτος-εργαλείο έχει περάσει στα χέρια της ενδυναμωμένης τάξης των εισοδηματιών (rentiers), δηλαδή των πλούσιων εκείνων προσώπων όπου το μεγαλύτερο τμήμα των εισοδημάτων τους προέρχεται από την κατοχή ρευστών χρηματοοικονομικών τίτλων και όχι από την εργασία ή την κατοχή πραγματικών περιουσιακών στοιχείων (εργοστάσια, φυσικοί πόροι κ.λπ.). Επιπλέον, υποστηρίζεται ότι η εν λόγω ομάδα των εισοδηματιών έχει αποκτήσει την πολιτική εξουσία, και μέσω αυτής καθοδηγεί τη διαδικασία της χρηματοοικονομικής φιλελευθεροποίησης σε ολόκληρο τον κόσμο, απολαμβάνοντας σημαντικά οικονομικά οφέλη.
Το επιχείρημα αυτό αναπαράγεται σε διάφορες εκδοχές. Κάποιες από αυτές θεωρούν ότι είναι οι διεθνείς εισοδηματίες – δηλαδή οι μεγάλες τράπεζες και οι ασφαλιστικοί οργανισμοί στις πλούσιες χώρες – οι οποίοι είναι οι βασικοί υποκινητές της προηγούμενης διαδικασίας. Σύμφωνα με άλλες απόψεις, υπάρχει μία συμμαχία ανάμεσα στους εισοδηματίες των αναπτυγμένων και των αναπτυσσόμενων χωρών. Είτε στη μία είτε στην άλλη εκδοχή έχουμε να κάνουμε με αναπαραγωγή της βασικής κεϋνσιανής προβληματικής. Φαίνεται απόλυτα λογικό, επομένως, ότι οι πολιτικές ακριβού χρήματος, διόγκωσης των χρηματαγορών και απελευθέρωσης των αγορών να είναι καλοδεχούμενες κυρίως από τις τράπεζες και τους εισοδηματίες εν γένει, υπό την προϋπόθεση βέβαια να μην πέφτουν θύματα των χρηματοοικονομικών κρίσεων (ενδεικτικά μπορεί κανείς να ανατρέξει σε Smithin 1996, Epstein και Power 2003, Epstein 2005, Dumenil και Levy 2005, Henry 2001, Argitis και Pitelis 2006).
Δεν πρόκειται να σχολιάσουμε το προηγούμενο επιχείρημα, παρότι κάτι τέτοιο θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αρκεί, ωστόσο, να απομονώσουμε τη γενική αντίληψη η οποία παραβλέπει εντελώς την ιδιαίτερη θεσμική υλικότητα του κράτους. Το κράτος παραμένει ένα εργαλείο στα χέρια της «ολιγαρχίας» των εισοδηματιών ενώ το τελικό ζητούμενο από πλευράς κεϋνσιανών είναι η εναλλακτική χρήση τού εν λόγω εργαλείου προς όφελος των «πολλών», του «λαού» (δηλαδή των εργαζομένων και των «απονήρευτων’ παραγωγικών βιομηχάνων).
5.2 Θεσμική προσέγγιση: το κράτος ως «Υποκείμενο»
Αντίθετα από την προηγούμενη προβληματική, οι οπαδοί του θεσμικών προσεγγίσεων αλλά και όσοι εμπνέονται από ανάλογα επιχειρήματα προτείνουν τη λογική ενός κράτους-υποκειμένου, η αυτονομία του οποίου θεωρείται απόλυτη. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια εδραιωμένη αντίληψη που ξεκινάει από τον Χέγκελ και επαναλαμβάνεται από τον Βέμπερ (Πουλαντζάς 1991: 185). Η αυτονομία του κράτους ανάγεται στην ιδιαίτερη εξουσία που υποτίθεται ότι κατέχει αλλά και στον ιδιαίτερο χαρακτήρα των φορέων αυτής της εξουσίας, στη γραφειοκρατία και στην πολιτική ελίτ. Ενδεικτική – και μάλλον διαχρονική για το συγκεκριμένο ρεύμα σκέψης – είναι η σχετική ανάλυση του Galbraith (1975), ο οποίος προκαταβολικά δηλώνει ότι «μόνο ο ανυποψίαστος μεταρρυθμιστής και αφελής συντηρητικός φαντάζονται το κράτος σαν ένα εργαλείο αλλαγής ανεξάρτητο από τα συμφέροντα και τις φιλοδοξίες εκείνων που το αποτελούν» (όπ. παρ.: 372).
Σύμφωνα, λοιπόν, με την ανάλυση του Γκαλμπρέιθ, κάθε οικονομική περίοδος ή φάση του καπιταλισμού χαρακτηρίζεται από μία συγκεκριμένη ιστορική σχέση ανάμεσα στον κρατικό μηχανισμό και τη μεγάλη επιχείρηση. Μεταβλητή δεν παραμένει μόνο η σχέση ανάμεσα στους δυο τελευταίους θεσμούς αλλά και η εσωτερική δομή του καθενός. Μάλιστα, είναι ακριβώς η τελευταία που προσδιορίζει τη συγκεκριμένη μορφή της σχέσης, διαμορφώνοντας το έδαφος των ενιαίων κάθε φορά συμφερόντων ανάμεσα στο κράτος και την επιχείρηση. Εντός αυτού του πλαισίου, η μετάβαση από την επιχειρηματική εταιρία (entrepreneurial corporation) σε μία διαφορετική δομή επιχείρησης, την πλήρως αναπτυγμένη εταιρία (mature corporation), σηματοδοτεί μία νέα σχέση με το κράτος (όπ. παρ.: 298-303). Στην τελευταία, οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται από μεμονωμένα άτομα αλλά από ομάδες και συγκεκριμένα από ένα νέο γραφειοκρατικό σώμα διοίκησης, την τεχνοδομή (technostructure). Για μια σειρά από λόγους (στους οποίους και δεν προλαβαίνουμε να αναφερθούμε), τα συμφέροντα της τεχνοδομής, που διαθέτει την εξουσία λήψης αποφάσεων στο εσωτερικό της επιχείρησης, συμπίπτουν με εκείνα του παρεμβατικού κράτους (όπ. παρ.: 309). Η σύμπτωση αυτή μάλλον μετατράπηκε αργότερα, την εποχή του νεοφιλελευθερισμού σε σύμφυση συμφερόντων ανάμεσα στις μεγάλες επιχειρήσεις και το κράτος, σύμφωνα με μία πιο σύγχρονη επανατοποθέτηση του Galbraith (1988: 375, η έμφαση δική μου): «στις ΗΠΑ όπως επίσης στον Καναδά, στη Βρετανία και αλλού, οι συντηρητικές κυβερνήσεις έχουν επιτύχει συνένωση του κράτους με την εξουσία των εταιριών, την οποία προσωπικά δεν είχα οραματιστεί είκοσι χρόνια πριν». Ακόμα, βέβαια, και σε αυτή τη νέα φάση το κράτος εξακολουθεί να διατηρεί τη δική του ιδιαίτερη οντότητα συμφερόντων τα οποία συνδέονται με εκείνα των μεγάλων επιχειρήσεων και δεν προσεγγίζεται σαν απλό όργανο-εργαλείο των τελευταίων.
Εάν ξεφύγουμε από τα πλαίσια της ανάλυσης του Γκαλμπρέιθ, μπορούμε να καταλάβουμε ότι στο εσωτερικό της γενικότερης θεσμικής προβληματικής είναι μάλλον δύσκολο να απομονωθεί μία συγκεκριμένη μορφή οικονομικής πολιτικής, όπως συμβαίνει στο νεοκλασικό και το μετακεϋνσιανό υπόδειγμα. Η γενική σύλληψη της θεσμικής προσέγγισης μπορεί να ενσωματώσει διαφορετικές θεωρητικές και κανονιστικές απόψεις και επομένως «κάθε προσπάθεια να προσδιορίσουμε τον ινστιτουσιοναλισμό με όρους πολιτικών συμπερασμάτων θα συναντούσε σημαντικές δυσκολίες» (Hodgson 2000: 320). Στην πραγματικότητα εκείνο που αναδύεται από το ρεύμα του ινστιτουσιοναλισμού είναι περισσότερο μία γενικότερη βολονταριστική μεταρρυθμιστική λογική (βλ. Lawson 1997: 277, αλλά και προηγούμενη υποσημείωση 12).
5.3 Το κράτος ως στρατηγικό πεδίο (μαρξιστική προσέγγιση)
Παρότι στο εσωτερικό της μαρξιστικής σκέψης συναντάμε κατά καιρούς αντιλήψεις παρόμοιες με τις παραπάνω, θα πρέπει εξ’ αρχής να σημειώσουμε ότι μάλλον δεν συνάδουν με τον πυρήνα της μαρξικής προβληματικής, όπως παρουσιάστηκε στην παρούσα εργασία.
Οι κοινωνικές τάξεις δεν υπάρχουν παρά μόνο μέσα από τη μεταξύ τους πάλη και όχι ανεξάρτητα από αυτή. Η έννοια των σχέσεων παραγωγής ορίζει μία διανεμητική διαδικασία η οποία, μοιράζοντας (διαπλάθοντας) τους «ανθρώπους» σε τάξεις, την ίδια στιγμή τους συγκροτεί σε κοινωνικά υποκείμενα. Οι τάξεις γεννώνται από τον ανταγωνισμό που υπάρχει μέσα στη διανεμητική διαδικασία. Η σχεσιακή αυτή αντίληψη τηςεξουσίας έχει σημαντικές συνέπειες στον τρόπο με τον οποίο προσδιορίζονται οι κοινωνικοί θεσμοί και συγκεκριμένα το κράτος υπό το πρίσμα της μαρξικής ανάλυσης.
Αφενός, η εξουσία του καπιταλιστικού κράτους πρέπει να προσεγγίζεται σε αναφορά με τα αντικειμενικά (πολιτικά) συμφέροντα του κεφαλαίου. Στα πλαίσια αυτά το κράτος διαδραματίζει κεντρικό οργανωτικό ρόλο, εκπροσωπώντας και οργανώνοντας το μακροπρόθεσμο πολιτικό συμφέρον της αστικής τάξης, ενοποιώντας πολιτικά τις διαφορετικές της μερίδες, οι οποίες τοποθετούνται στο σύνολό τους – αν και με άνισο βαθμό – στο πεδίο της πολιτικής κυριαρχίας (Πουλαντζάς 1991: 182-4).
Αφετέρου, το καπιταλιστικό κράτος δεν αποτελεί απλό εργαλείο στα χέρια του συνασπισμού εξουσίας αλλά διαθέτει τη δική του ιδιαίτερη αυτονομία. Το κράτος κατέχει πάντοτε μια σχετική αυτονομία απέναντι στη μία ή στην άλλη μερίδα του συνασπισμού εξουσίας προκειμένου να εξασφαλίσει την οργάνωση του γενικού συμφέροντος της αστικής τάξης (υπό την ηγεμονία μιας από τις μερίδες της, Πουλαντζάς όπ. π.). Ωστόσο, το κράτος δεν οργανώνει την πολιτική ενότητα του συνασπισμού εξουσίας από τα έξω. Οι συσχετισμοί δυνάμεων εντός του συνασπισμού εξουσίας αλλά και σε συνολικό κοινωνικό επίπεδο υπάρχουν ως αντιφατικές σχέσεις που συνάπτονται μέσα στο κράτος με αποτέλεσμα το κράτος να εμφανίζεται πάντα με μία συγκεκριμένη μορφή που είναι το αποτέλεσμα της υλικής συμπύκνωσης του κοινωνικού συσχετισμού δυνάμεων (Πουλαντζάς όπ. π.: 191, 184). Επομένως, η αυτονομία του κράτους, πρώτον δεν το καταργεί ως κέντρο άσκησης πολιτικής εξουσίας από την πλευρά του κεφαλαίου και δεύτερον δεν είναι μία αυτονομία έναντι των μερίδων του συνασπισμού εξουσίας αλλά η συνισταμένη όσων συμβαίνουν μέσα σε αυτό (Πουλαντζάς όπ. π.: 194).
Το να αντιλαμβανόμαστε το κράτος ως υλική συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων σημαίνει ότι πρέπει να το αντιλαμβανόμαστε και ως ένα στρατηγικό πεδίο, εντός του οποίου διασταυρώνονται διαφορετικές στρατηγικές εξουσίας (Πουλαντζάς όπ. παρ.: 195). Έτσι, σε αντίθεση με την εργαλειακή αντίληψη, τώρα οι ταξικές αντιφάσεις δεν λαμβάνονται ως εξωτερικές από το κράτος. Ενώ, σε αντίθεση με την αντίληψη του κράτους-υποκειμένου, οι αντιφάσεις του κράτους παύουν να είναι εξωτερικές ως προς την ταξική πάλη. Η τοποθέτηση αυτή μας οδηγεί άμεσα σε τέσσερα βασικά συμπεράσματα:
Πρώτον, οι κρατικές οικονομικές πολιτικές δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν κοινωνικά ανορθολογικές, δηλαδή σαν πολιτικές που προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα μιας «ολιγαρχίας του χρήματος» (δηλαδή των εισοδηματιών) έρχονται αντιμέτωπες με το ενιαίο (εθνικό) συμφέρον ή με το συμφέρον των «πολλών», μπλοκάροντας έτσι την ανάπτυξη και προκαλώντας υποαπασχόληση (αντίληψη που δεσπόζει στη μετακεϋνσιανή βιβλιογραφία). Ο καθορισμός της (οικονομικής) πολιτικής του κράτους θα πρέπει να θεωρείται ως η συνισταμένη των ταξικών αντιφάσεων που αναπτύσσονται μέσα στην ίδια τη δομή του κράτους (Πουλαντζάς όπ. π.: 190). Κατά συνέπεια, οι κρατικές πολιτικές είναι πάντα κοινωνικά ορθολογικές στο βαθμό που αντανακλούν τον ισχύοντα ταξικό συσχετισμό δυνάμεων.
Δεύτερον, οι οικονομικές πολιτικές αντιστοιχούν – περισσότερο ή λιγότερο – σε μία ορισμένη ισορροπία άνισων συμβιβασμών στο εσωτερικό του συνασπισμού εξουσίας. Επομένως, το καπιταλιστικό κράτος αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα του συνασπισμού εξουσίας στο σύνολό του, πραγματώνοντας, σε διαφορετικό βαθμό βέβαια, τα οικονομικά συμφέροντα όλων των μερίδων της αστικής τάξης. Με αυτή την έννοια, ακόμα και αν δεχτούμε την εντελώς αμφισβητούμενη υπόθεση 28 ότι η υποτιθέμενη ταξική μερίδα των εισοδηματιών (ακόμα και αν υπάρχει) έχει αποκτήσει την ηγεμονία στο μπλοκ εξουσίας, αυτό δεν σημαίνει ότι η μερίδα των βιομήχανων καπιταλιστών μένει εντελώς «έξω από το παιχνίδι». Αμφότερες βρίσκονται αντιμέτωπες με τις δυνάμεις της εργασίας.
Τρίτον, οι νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές δεν πρόκειται να ανατραπούν όσο παραμένει αμετάβλητος ο σημερινός κοινωνικός συσχετισμός δυνάμεων υπέρ του κεφαλαίου. Επομένως, η επιτυχία των όποιων εναλλακτικών οικονομικών προτάσεων μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο μέσα την οργάνωση κοινωνικών αγώνων. Ακόμα, όμως, και σε αυτή την περίπτωση δεν θίγεται η πολιτική εξουσία της αστικής τάξης καθώς εξακολουθούμε πάντα να βρισκόμαστε εντός του ίδιου συστήματος ταξικής εκμετάλλευσης.
Τέταρτον (και ίσως σημαντικότερο), το κράτος δε συμπυκνώνει μόνο τον συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα σε μερίδες του συνασπισμού εξουσίας αλλά και το συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα σε αυτόν και στις δυναστευόμενες τάξεις (Πουλαντζάς όπ. π.: 202). Η ύπαρξη, όμως, των τελευταίων δεν υλοποιείται μέσα στο κράτος με τον ίδιο τρόπο που υλοποιείται η ύπαρξη των κυρίαρχων τάξεων και μερίδων. Οι δυναστευόμενες τάξεις υπάρχουν μέσα στο κράτος όχι διαμέσου μηχανισμών που συγκεντρώνουν τη δική τους εξουσία, αλλά με τη μορφή εστιών αντιπαράθεσης στην εξουσία των κυρίαρχων τάξεων (όπ. π.: 204).
Επομένως, η μορφή της εκάστοτε «κοινωνικής» πολιτικής αφορά τη σύνθετη εξέλιξη της ταξικής πάλης. Αυτή η «κοινωνική» πολιτική, όσο και αν σημαδεύεται από πραγματικές οικονομικές παραχωρήσεις που επιβάλλονται στις κυρίαρχες τάξεις από την πάλη των κυριαρχούμενων τάξεων – χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι κεϋνσιανού τύπου πολιτικές που εφαρμόστηκαν στο δυτικό καπιταλισμό κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960 – δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αμφισβητήσει τις καπιταλιστικές δομές εξουσίας και σίγουρα δεν μπορεί να κατανοηθεί ως περιορισμός της πολιτικής εξουσίας των κυρίαρχων τάξεων. Η εγγύηση ορισμένων οικονομικών συμφερόντων των «από κάτω» έχει σαν βασικό στόχο την πολιτική αποδιοργάνωσή τους και πολλές φορές είναι το αποτελεσματικότερο μέσο για να εξασφαλιστεί η ηγεμονία των κυρίαρχων τάξεων (εφόσον η εξέλιξη της ταξικής πάλης δεν είναι ευνοϊκή για το κεφάλαιο). Επομένως, ο υποτιθέμενος ριζοσπαστισμός των κεϋνσιανών προτάσεων οικονομικής πολιτικής κατά τη σημερινή νεοφιλελεύθερη φάση του καπιταλισμού όχι μόνο δεν αποτελεί σημαντικό κίνδυνο για το κεφάλαιο αλλά μπορεί υπό διαφορετικές συνθήκες να αποτελέσει κυρίαρχο προσανατολισμό οικονομικής πολιτικής από την πλευρά του κράτους (όπως έχει συμβεί κατά το παρελθόν).
6. Επίλογος
«Αν γνωρίζεις τον εχθρό και γνωρίζεις και τον εαυτό σου, δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι το αποτέλεσμα χιλίων μαχών. Αν γνωρίζεις τον εαυτό σου, αλλά όχι τον εχθρό, για κάθε νίκη που κερδίζεις θα υφίστασαι και μία ήττα. Αν δεν γνωρίζεις ούτε τον εχθρό ούτε τον εαυτό σου, θα υποκύπτεις σε κάθε μάχη» Σουν Τζου (1997: 31).
Τελικά, το ετερόδοξο στρατόπεδο πόσο καλά γνωρίζει τον «εχθρό» και πόσο τον «εαυτό» του; Έχει συναίσθηση των πραγματικών αιτίων της κυριαρχίας του νεοκλασικού στρατοπέδου; Είναι ενήμερο για την ετερογένεια που χαρακτηρίζει το εσωτερικό του;
Η παρούσα επιχειρηματολογία απέχει πολύ από το να συμμεριστεί την «ευφορία» που χαρακτηρίζει τις αναλύσεις των περισσότερων ετερόδοξων οικονομολόγων. Συχνά ο «εχθρός» υποτιμάται και παραγνωρίζονται οι δυνατότητές του. Παράλληλα, οι ετερόδοξοι οικονομολόγοι (στην πλειοψηφία τους) φαίνεται να «αγνοούν των εαυτό τους» καθώς είναι διάχυτη η πεποίθηση ότι ο διάλογος και η επικοινωνία ανάμεσα στα ρεύματα του ετερόδοξου μπλοκ μπορεί σταδιακά να συμβάλει στην ομογενοποίηση και οπωσδήποτε στην ορθότερη ερμηνεία της πραγματικότητας.
Νωρίτερα, όταν εξετάσαμε τα βασικά ετερόδοξα οικονομικά ρεύματα υπό το πρίσμα του θεωρητικού ανθρωπισμού, διαπιστώσαμε ότι σε αντίθεση με τον μαρξισμό οι αποστάσεις τους από τις κυρίαρχες αναλύσεις δεν είναι τελικά και τόσο μεγάλες. Έτσι, είναι μάλλον αδύνατο να αναζητήσουμε εσωτερικούς αναλυτικούς όρους για τον προσδιορισμό του «κινήματος» των ετερόδοξων οικονομικών. Οι όροι συγκρότησης του εν λόγω «κινήματος» συνδέονται με τις συνθήκες ηγεμονίας του κυρίαρχου μπλοκ. Στην καλύτερη περίπτωση, οι ετερόδοξες σχολές οικονομικής σκέψης δεν μοιράζονται τίποτα περισσότερο από μία ανομοιογενή κριτική απέναντι στα κυρίαρχα οικονομικά, και στην πλειοψηφία τους παραμένουν παραλλαγές της νεοκλασικής ανάλυσης. Γεγονός που μας οδηγεί σε έναν αρνητικό προσδιορισμό του ετερόδοξου μπλοκ, το οποίο τείνει με έναν αφηρημένο τρόπο να συμπεριλάβει ό,τι δεν καταγράφεται ως ορθόδοξο.
Δεν μπορούμε, ωστόσο, να παρακάμψουμε ένα σημαντικό ερώτημα: Τι είναι εκείνο που ωθεί τόσους και τόσους ερευνητές να συζητούν (με έναν θετικό τρόπο) περί ετερόδοξου πλουραλισμού; Με άλλα λόγια, τι είναι εκείνο που συγκροτεί το «κίνημα» των ετερόδοξων οικονομικών;
Η απάντηση θα πρέπει να αναζητηθεί σε παράγοντες εξωτερικούς ως προς το επίπεδο της θεωρίας, που συνδέονται κυρίως με την τρέχουσα πολιτική και ιδεολογική συγκυρία. Η σύγχρονη μορφή των ετερόδοξων οικονομικών συνδέεται με τη νεοφιλελεύθερη φάση του καπιταλισμού, εκφράζοντας σε επίπεδο θεωρίας ότι κινείται πέρα από την ιδεολογική ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού.
Συνεπώς, το «κίνημα» των ετερόδοξων οικονομικών, οχυρωμένο πίσω από το επιτακτικό αίτημα του πλουραλισμού ενάντια στη νεοκλασική μονοκρατορία, δεν είναι ούτε μάταιο ούτε εν γένει ατελέσφορο. Τούτο, διότι λειτουργεί σαν ένα γενικό πλαίσιο ανοχής που επιτρέπει στο εσωτερικό του την ανάπτυξη ριζοσπαστικών απόψεων οι οποίες συμβάλλουν στην αποκάλυψη του ταξικού χαρακτήρα του καπιταλιστικού συστήματος εκμετάλλευσης, σε μία περίοδο μάλιστα που η «καταστολή» των ιδεών στο εσωτερικό της ακαδημαϊκής κοινότητας τείνει να γίνει ασφυκτική.
Βιβλιογραφικές αναφορές
Althusser, L. (1977), Απάντηση στον Τζων Λιούϊς, Αθήνα: Θεμέλιο.
Althusser, L. (1978), Για τον Μαρξ, Αθήνα: Εκδόσεις Γράμματα.
Althusser, L. (1983), Στοιχεία Αυτοκριτικής, Αθήνα: Εκδόσεις Πολύτυπο.
Althusser, L. (1990), Philosophy and the Spontaneous Philosophy of the Scientists & Other Essays, London and New York: Verso.
Althusser, L. (1994), Θέσεις, Αθήνα: Θεμέλιο.
Althusser, L. and Balibar, E. (1997), Reading Capital, London and New York: Verso.
Althusser, L. (2003), The Humanist Controversy and Other Writings (1966-67), London and New York: Verso.
Althusser, L., Ε. Balibar, R. Establet, P. Macherey, J. Ranciere (2003), Να Διαβάσουμε το Κεφάλαιο, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Arestis, P. (1996), «Post-Keynesian Economics: Towards Coherence», Cambridge Journal of Economics, vol. 20: 111-135.
Arestis, P. and Sawyer, M. (1998), «Keynesian Economic Policies for the New Millennium», The Economic Journal, vol. 108, no. 446: 181-195.
Argitis, G. και C. Pitelis (2006), «Global Finance, Income Distribution and Capital Accumulation», Contributions to Political Economy, vol. 25: 63-81.
Arthur, C. (1993), «Hegel’s Logic and Marx’s Capital», σε Marx’s Method in Capital, edited by Fred Moseley, New Jersey: Humanities Press International, Inc.
Arthur, C. (2007), «Η Έννοια της Υπαγωγής», Θέσεις, τ. 100: 27-44.
Asimakopulos, A. (1991), Keynes’s General Theory and Accumulation, Cambridge University Press.
Backhouse, R. E. (2000), «Progress in Heterodox Economics», Journal of the History of Economic Thought, vol. 22, no. 2: 149-155.
Balibar, E. (1996), Η Φιλοσοφία του Μαρξ, Αθήνα: Νήσος.
Bliss, C. J. (1975), Capital Theory and the Distribution of Income, North-Holland Publishing Company.
Butler, J. (1999), Subjects of Desire, New York: Columbia University Press.
Chick, V. & Dow, S. (2001) «Formalism, logic and reality: a Keynesian analysis», Cambridge Journal of Economics, vol. 25: 705-721.
Chick, V. και S. Dow (2005), «The Meaning of Open Systems», Journal of Economic Methodology, vol. 12: 3: 363-381.
Colander, D. και R. Holt και B. Rosser (2004), «The Changing Face of Mainstream Economics», Review of Political Economy, vol. 16, no. 4: 485-499.
Davidson, P. (1994), Post Keynesian Macroeconomic Theory, Edward Elgar Publishing Company.
Davis, J. (2002), «The Emperor’s Clothes», Journal of the History of Economic Thought, vol. 24, no. 2: 141-154.
Davis, J. (2006), «The Turn in Economics: Neoclassical Dominance to Mainstream Pluralism?», Journal of Institutional Economics, vol. 2, no. 1: 1-20.
Dow, S. και A. Dow (1985), «Animal Spirits and Rationality», in Keynes’s Economics: Methodological Issues, ed. T. Lawson και H. Pesaran, London: Croom Helm: 46-65.
Dow, S. (2001), «Methodology in a Pluralist Environment», Journal of Economic Methodology, vol. 8, no. 1: 33-40.
Dumenil, G. και D. Levy (2005), «Costs and Benefits of Neoliberalism: A Class Analysis», in Financialization and the World Economy, ed. G. Epstein, Edward Elgar.
Dutt, A. K. και Ε. J. Amadeo (1990), Keynes’s Third Alternative? The Neo-Ricardian Keynesians and the Post-Keymesians, Edward Elgar Publishing Limited.
Eatwell, J. (1983), «The Long-Period Theory of Employment», Cambridge Journal of Economics, vol. 7: 269-285.
Engels, F. (1890), «Letter to J. Bloch, in Konigsberg», internet: http://www.marxists.org/archive/marx/works/1890/letters/90_09_21.htm.
Engels, F. (1967), Λουδοβίκος Φόυερμπαχ και το Τέλος της Κλασσικής Γερμανικής Φιλοσοφίας, Αθήνα: Εκδόσεις Θεμέλιο.
Epstein, G. και D. Power. (2003), «Rentier Incomes and Financial Crises: An Empirical Examination of Trends and Cycles in Some OECD Countries», Political Economy Research Institute (PERI) Working Papers, University of Massachusetts, Amherst, http://www.networkideas.org/feathm/apr2003/Gerald_Power.pdf.
Epstein, G. (2005), «Financialization and the World Economy», in Financialization and the World Economy, ed. G. Epstein, Edward Elgar.
Foucault, M. (1987), Η Αρχαιολογία της Γνώσης, Αθήνα: Εξάντας.
Foucault, M. (1989), Επιτήρηση και Τιμωρία, Η Γέννηση της Φυλακής, Αθήνα: Εκδόσεις Ράππα.
Foucault, M. (1993), Οι Λέξεις και τα Πράγματα, Αθήνα: Εκδόσεις Γνώση.
Galbraith, J. K. ([1967] 1975), The New Industrial State, Penguin Books.
Galbraith, J. K. (1988), «Time and the New Industrial State», The American Economic Review, vol. 78, no. 2: 373-6.
Garegnani, P. (1992), «Some Notes for an Analysis of Accumulation», in Beyond the Steady State, edited by J. Halevi, D. Laibman D. and E. Nell, New York: St. Martin’s Press.
Godelier, M. (1972), Rationality and Irrationality in Economics, New York and London: Monthly Review Press.
Grossman, H. (1943-a), «The Evolutionist Revolt Against Classical Economics: I. In France – Condorcet, Saint-Simon, Simonde de Sismondi», The Journal of Political Economy, vol. 51, no. 5: 381-396.
Grossman, H. (1943-b), «The Evolutionist Revolt Against Classical Economics: II. In England – James Stuart, Richard Jones, Karl Marx», The Journal of Political Economy, vol. 51, no. 6: 506-522.
Hamouda, O. F. και J. N. Smithin (1988), «Some Remarks on ‘Uncertainty and Economic Analysis’», Economic Journal, vol. 98: 159-64.
Harvey, D. (2007), A Brief History of Neoliberalism, Oxford University Press.
Henry, J. (2001), «Keynes’ Economic Program, Social Institutions, Ideology, and Property Rights», Journal of Economic Issues, vol. XXXV, no. 3: 633-655.
Hodgson, G. M. (1999), Evolution and Institutions, Edward Elgar Publishing.
Hodgson, G. M. (2000), «What is the Essence of Institutional Economics?», Journal of Economic Issues, vol. XXXIV, no. 2: 317-329.
Hodgson, G. M. (2003), «The hidden persuaders: institutions and individuals in economic theory», Cambridge Journal of Economics, vol. 27: 159-175.
Hodgson, G. M. (2006), «What Are Institutions?», Journal of Economic Issues, vol. XL, no. 1: 1-25.
Holloway, J. (2006), Ας Αλλάξουμε τον Κόσμο Χωρίς να Καταλάβουμε την Εξουσία, Αθήνα: Εκδόσεις Σαββάλας.
Hyppolite, J. (2006), Χέγκελ και Μαρξ, Αθήνα: Εκδόσεις Έρασμος.
Keynes, J. M. (1973), The General Theory of Employment, Interest and Money, The Macmillan Press Ltd.
Keynes, J. M. (1973-79), The Collected Writings of John Maynard Keynes, ed. D. E. Moggridge, 29 vols, London: Macmillan.
King, J. E. (2005), «Three Arguments for Pluralism in Economics», Post-Autistic Economics Review, no. 30, March.
Knight, F. (1960), Intelligence and Democratic Action, Cambridge Massachusetts: Harvard University Press.
Kurz, H. (1992), «Accumulation, Effective Demand and Income Distribution», in Halevi, J. & Laibman, D. & Nell, E. (eds.) Beyond the Steady State, New York: St. Martin’s Press.
Λαπατσιώρας, Σ. (2004), «Σημείωση για τη σχέση Αλτουσέρ και Χέγκελ», Θέσεις, τ. 87: 107-128.
Lavoie, M. (2006), «Do Heterodox Theories Have Anything in Common? A Post-Keynesian Point of View», Journal of Economics, vol. 3, no. 1: 87-112.
Lawson, T. (1985), «Uncertainty and Economic Analysis», Economic Journal, vol. 95, December: 909-27.
Lawson, T. (1997), Economics and Reality, London and New York: Routledge.
Lawson, T. (2006), «The Nature of Heterodox Economics», Cambridge Journal of Economics, vol. 30: 483-505.
Madra, Y. και Ozselcuk, C. (2007), «Ψυχανάλυση και Μαρξισμός: από το Καπιταλιστικό Όλο στο Κομμουνιστικό μη-Όλο», Θέσεις, τ. 100: 45-68.
Marshall, A. (1956), Principle of Economics, 8th Edition, London: Macmillan & Co Ltd.
Μαρξ, Κ. (1975), Οικονομικά & Φιλοσοφικά Χειρόγραφα, Αθήνα: Εκδόσεις Γλάρος.
Μαρξ, Κ. (1996), Το Κεφάλαιο, τόμος Ι, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.
Μηλιός, Γ. (1997), Τρόποι Παραγωγής και Μαρξιστική Ανάλυση, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Milios, J. και D. Dimoulis και G. Economakis (2002), Karl Marx and the Classics, An Essay on Value, Crises and the Capitalist Mode of Production, England: Ashgate Publishing Limited.
Montag, W. (1995), «‘The Soul is the Prison of the Body’: Althusser and Foucault, 1970-1975», Yale French Studies, no. 88: 53-77.
Οικονομάκης, Γ. (2000), Ιστορικοί Τρόποι Παραγωγής, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Popper, K. (2005), The Poverty of Historicism, New York: Routledge Classics.
Πουλαντζάς, Ν. (1985), Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές Τάξεις, Τόμος Ι, Αθήνα: Θεμέλιο.
Πουλαντζάς, Ν. (1991), Το Κράτος, η Εξουσία, ο Σοσιαλισμός, Αθήνα: Εκδόσεις Θεμέλιο.
Ranciere, J. (1995), «Η Έννοια της Κριτικής και η Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας από τα “Χειρόγραφα του 1844” στο “Κεφάλαιο”, Μέρος Β», Θέσεις, τ. 53: 89-114.
Rubin, I. I. (1989), A History of Economic Thought, London: Pluto Press.
Rutherford, M. (1994), Institutions in Economics: The New and the Old Institutionalism, Cambridge: Cambridge University Press.
Rutherford, M. (2000-a), «Institutionalism Between the Wars», Journal of Economic Issues, vol. xxxiv, no. 2: 291-303.
Rutherford, M. (2000-b), «The Prospects of Heterodox Economics: A Comments», Journal of the History of Economic Thought, vol. 22, no. 2: 185-8.
Sawyer, M. (1995) Unemployment, Imperfect Competition and Macroeconomics, Edward Elgar Publishing Limited.
Schumpeter, J. (1994), History of Economic Analysis, New York: Oxford University Press.
Smith, A. (2000), Έρευνα για τη Φύση και τις Αιτίες του Πλούτου των Εθνών. Βιβλία Ι & ΙΙ, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Smithin, J. (1996), Macroeconomic Policy and the Future of Capitalism: the Revenge of the Rentiers and the Threat to Prosperity, Cheltenham: Edward Elgar.
Σωτηρόπουλος, Δ. (2005), John Stuart Mill: το Τέλος της Κλασικής Σχολής της Πολιτικής Οικονομίας και η Ανάδυση του Νεοκλασικού Υποδείγματος, Αθήνα: ΕΜΠ Διδακτορική Διατριβή.
Sotiropoulos, D. (2006), «Why John Stuart Mill should not be enlisted among neoclassical economists», working paper, http://econ.uop.gr/~dsoti/Files/working%20papers/J%20S%20Mill%20and%20neoclassical%20economics_final.pdf.
Τζου, Σουν (1997), Η Τέχνη του Πολέμου, Αθήνα: Εκδόσεις Φόρμιγξ.
Walras, L. (1984) Elements of Pure Economics, or the Theory of Social Wealth, Philadelphia: Orion Editions.
Weintraub, R. E. (2002), How Economics Became a Mathematical Science, Duke University Press.
Weintraub, R. E. (2005), «Filing Formal Objections: A Polemic», in http://www.econ.duke.edu/~erw/Preprints/Giorgio%20Israel%202005%20Seminar%20Short%20Polemic.pdf.
Winslow, E. G. (1986), «Keynes and Freud: Psychoanalysis and Keynes’s Account of the ‘Animal Spirits’ of Capitalism», Social Research, vol. 53, no. 4: 549-78.
1Μια πρώτη εκδοχή του κειμένου αυτού παρουσιάστηκε στο ένατο ετήσιο συνέδριο της Ένωσης Ετερόδοξων Οικονομικών (Association of Heterodox Economics) που πραγματοποιήθηκε στις 13-15 Ιουλίου στο University of West England στο Bristol. Εν μέρει το κείμενο εντάσσεται στο εσωτερικό ενός ευρύτερου ερευνητικού πλάνου που επιχειρεί να προσεγγίσει τη σύγχρονη χρηματοοικονομική φιλελευθεροποίηση από μία ριζοσπαστική μαρξιστική οπτική. Σκοπός δεν είναι απλά η κριτική των νεοφιλελεύθερων απόψεων αλλά και η παράλληλη διαφοροποίηση από τις διάφορες κεϋνσιανές προσεγγίσεις. Τα επιχειρήματα που αναπτύσσονται στο δεύτερο μέρος της εργασίας και αφορούν τη συζήτηση για το κράτος κινούνται σε μία τέτοια κατεύθυνση. Οπωσδήποτε, όμως, η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντληθεί σε αυτά. Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι η έρευνα αυτή χρηματοδοτείται από το ΙΚΥ.
2Για τα σχόλια σχετικά με τη γενική δομή του εμπειρισμού που ακολουθούν βλ. Athusser (1997: 36-9).
3Για περισσότερα βλ. Althusser (1978, 1997).
4. Τα συμπληρωματικά αυτά αξιώματα προσδιορίστηκαν από τον Μαρξ στη γνωστή έκτη θέση για τον Feuerbach (βλ. σχετικά Althusser 1978: 228): «ο Φόυερμπαχ ανάγει τη θρησκευτική ουσία στην ανθρώπινη ουσία. Μα η ανθρώπινη ουσία δεν είναι μια αφαίρεση που υπάρχει στο απομονωμένο άτομο. Στην πραγματικότητα της είναι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων. Ο Φόυερμπαχ, που δεν καταπιάνεται με την κριτική τής πραγματικής αυτής ουσίας, είναι αναγκασμένος: (1) Να κάνει αφαίρεση της ιστορικής πορείας που ορίζει τη θρησκευτική διάθεση καθεαυτή και να προϋποθέτει ένα αφηρημένο – απομονωμένο – ανθρώπινο άτομο. (2) Σ’ αυτόν η [ανθρώπινη] ουσία μπορεί, κατά συνέπεια, να κατανοηθεί μόνο σαν “γένος”, σαν εξωτερική, βουβή γενικότητα που συνδέει με φυσικό μόνο τρόπο τα πολλά άτομα» (Engels 1967: 88-9).
5Σαν ενδεικτικό παράδειγμα μπορούμε να αναφερθούμε στην εργασιακή θεωρία της αξίας. Στους Smith και Ricardo, η αναφορά στην απόλυτη αξία έχει νόημα ακριβώς διότι πρόκειται για μία μετρήσιμη έννοια που μπορεί να αποτυπωθεί σε δοσμένες εμπειρικά μονάδες κοινωνικά αναγκαίας εργασίας.
6Για ένα συνολικότερο σχολιασμό το ζητήματος αυτού βλ. Σωτηρόπουλος 2005, Sotiropoulos 2006, Μηλιός 1997.
7. Ενδεικτικές π.χ. είναι οι παρεμβάσεις του Walras (1984) και του Marshall (1956). Ο πρώτος αναπτύσσει τη νεοκλασική θεωρία στα πλαίσια συστήματος εξισώσεων ενώ ο δεύτερος στο “Mathematical Appendix” των Principles επιχειρεί να προσεγγίσει το πρόβλημα της αξίας και της διανομής σαν ένα πρόβλημα βελτιστοποίησης. Βέβαια, τα μαθηματικά αυτά ελάχιστη σχέση έχουν με το μαθηματικό υπόβαθρο της γενικής ισορροπίας όπως αναπτύχθηκε από τη δεκαετία του 1950 και έπειτα (Bliss 1975, Weintraub 2002).
8. Η νεορικαρδιανή σκέψη κινήθηκε μάλλον εξ’ αρχής στο εσωτερικό της γενικότερης κεϋνσιανής προβληματικής. Για περισσότερα βλ. Dutt και Amadeo 1990, Eatwell 1983, Garegnani 1992, Kurz 1992.
9Όπως θα δούμε και στη συνέχεια, η εν λόγω συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το περιεχόμενο της έννοιας της αβεβαιότητας στο έργο του Κέυνς. Στην παρούσα εργασία θα ακολουθήσουμε κυρίως την ανάγνωση του Davidson (1994). Για μια συνολικότερη εικόνα του σχετικού διαλόγου μπορεί κανείς να ανατρέξει στα έργα των: Lawson (1985), Dow και Dow (1985), Hamouda και Smithin (1988), Winslow (1986), Dutt και Amadeo (1990), Ruccio και Amariglio (2003).
10. Η κεντρικότητα που καταλαμβάνει η έννοια της αβεβαιότητας στο κεϋνσιανό σύστημα είναι πέρα κάθε αμφιβολίας. Αν αφήσουμε προς το παρόν τις σελίδες της Γενικής Θεωρίας (Keynes 1973: 147-164), η λογική του Κέυνς αναπτύσσεται καθαρά και στο μεταγενέστερο πολυσυζητημένο άρθρο του 1937: «Με την “αβέβαιη” γνώση, για να εξηγηθώ, δεν διακρίνω απλά εκείνο που είναι σίγουρα γνωστό από εκείνο που είναι μόνο πιθανό. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, το παιχνίδι της ρουλέτας δεν χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα (…). Η έννοια με την οποία χρησιμοποιώ τον όρο είναι εκείνη με την οποία η προοπτική ενός ευρωπαϊκού πολέμου είναι αβέβαιη (…). Στα ζητήματα αυτά δεν υπάρχει επιστημονική βάση ώστε να διαμορφωθεί κάποια υπολογίσιμη πιθανότητα. Απλά δεν γνωρίζουμε» (Keynes 1973-79, xiv: 113-4, η έμφαση δική μου).
11. Μία εξαιρετική ανάπτυξη των θέσεων αυτών μπορεί κανείς να αναζητήσει στον Foley 2002, ο οποίος εμπνέεται κυρίως από το έργο του Minsky. Ενδεικτικές, επίσης, είναι και οι αναλύσεις των Davidson (1994), Dutt και Amadeo (1990).
12. Μία αρκετά εύστοχη ανάδειξη των επιχειρημάτων της προβληματικής του ιστορικισμού πραγματοποιείται και από τον Popper (2005). Όπως πολύ σωστά επισημαίνει και ο τελευταίος, κεντρικό σημείο αποτελεί ακριβώς η παραδοχή ότι η «ανθρώπινη φύση» διαθέτει τη δυνατότητα να μεταβάλλει και να ελέγχει τις κοινωνικές κανονικότητες. Με την έννοια αυτή, το ρεύμα του ιστορικισμού ενέχει το χαρακτήρα ενός «ακτιβισμού» (Popper 2005: 7). Είναι προτιμότερο, βέβαια, να αντικαταστήσουμε την προηγούμενη έκφραση με τον όρο «βολονταρισμός», που άλλωστε αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα και των μαρξιστικών ιστορικιστικών αναλύσεων των Luxemburg, Korsch, Lukacs και Gramsci (βλ. Althusser 1997: 119-144, Πουλαντζάς 1985: 46-50). Κοινό στοιχείο σε όλες αυτές τις προσεγγίσεις αποτελεί η επιστροφή σε μια χεγκελιανού τύπου προσέγγιση της κοινωνικής ολότητας (Althusser όπ. παρ.). Στο θέμα αυτό θα επανέλθουμε στη συνέχεια.
13. Βεβαίως, η εν λόγω περιοδολόγηση δεν είναι αποδεκτή από όλους τους μελετητές του μαρξικού έργου. Χαρακτηριστική είναι η παρέμβαση του Arthur (1993, 2007). Ένας άλλος, επίσης, σύγχρονος μαρξιστής που επιμένει να ερμηνεύει τον καπιταλισμό μέσα από τη λογική του «νεαρού» Μαρξ είναι ο Holloway (2006).
14Το θεωρητικό σχήμα της αλλοτρίωσης γύρω από το οποίο οργανώνεται η κριτική του νεαρού Μαρξ είναι γνωστό. Το υποκείμενο, ο άνθρωπος, εκφράζει τα κατηγορήματα που συνιστούν την υπόστασή του, σ’ ένα εξωτερικό αντικείμενο. Στο στάδιο της αλλοτρίωσης, αυτό το αντικείμενο γίνεται ξένο προς αυτόν. Η υπόσταση του ανθρώπου έχει περάσει σ’ ένα άγνωστο είναι. Με τη σειρά του, αυτό το άγνωστο είναι επιβάλλεται ως πραγματικό υποκείμενο και θέτει τον άνθρωπο στη θέση του αντικειμένου του.
15.«Έτσι η διασκέδαση αποκτά κάποιο νόημα κάτω από το κεφάλαιο και το άτομο που αναζητά την απόλαυση αποκτά κάποιο νόημα κάτω από το άτομο που κεφαλαιοποιεί, ενώ προηγούμενα ίσχυε το αντίθετο. Έτσι, η πτώση του ποσοστού του τόκου είναι ένα σύμπτωμα της αναπτυσσόμενης κυριαρχίας του κεφαλαίου, της αναπτυσσόμενης αποξένωσης που επιταχύνει την πορεία προς τη δική της κατάργηση. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο αυτό που υπάρχει επιβεβαιώνει το αντίθετό του» (Marx 1975: 153).
16«Μόνο μέσα από την αντικειμενική αποκάλυψη του πλούτου της ανθρώπινης φύσης μπορεί ο πλούτος της υποκειμενικής ανθρώπινης ευαισθησίας – ένα μουσικό αυτί, ένα μάτι για την ομορφιά της μορφής, κοντολογίς αισθήσεις ικανές για ανθρώπινη ευχαρίστηση – είτε να καλλιεργηθεί είτε να δημιουργηθεί» (Marx 1975: 133).
17. Δεν χρειάζεται να κατακλείσουμε το χώρο εδώ με παραδείγματα. Οπωσδήποτε υπάρχουν εκείνοι που ακολουθώντας τον Schumpeter (1994) προσλαμβάνουν τον Μαρξ σαν έναν επάξιο συνεχιστή του έργου του Ρικάρντο. Πολλοί πάλι τον θεωρούν ως γνήσιο συνεχιστή της παράδοσης του Χέγκελ (π.χ. Hyppolite 2006, Arthur 1993, 2007, ενώ χαρακτηριστική στο θέμα αυτό είναι η ανάλυση του Λαπατσιώρα 2004). Άλλοι πάλι τον τοποθετούν στο στρατόπεδο των αναλύσεων του εξελικτισμού δίπλα σε ονόματα όπως αυτά των Condorcet, Saint-Simon, Simonde de Sismondi, James Steuart και Richard Jones (π.χ. Grossman 1943 a και b).
18. Η επιλογή του εν λόγω θεωρητικού οπωσδήποτε δεν είναι τυχαία. Πρόκειται για ένα συγγραφέα που: (1) υπερασπίζεται ενδιαφέρουσες πολιτικές θέσεις και αποτελεί αντικείμενο συζήτησης στο εσωτερικό των κοινωνικών κινημάτων, (2) έρχεται σε πλήρη ρήξη με την προβληματική του θεωρητικού ανθρωπισμού, (3) παραμένει συνειδητά μη-μαρξιστής. Αποτελεί, με άλλα λόγια, ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο οριοθέτησης για την παρουσίαση των μαρξικών θέσεων.
19. Σε κάποιο άλλο σημείο ο Foucault (1993: 470) θα σχολιάσει χαρακτηριστικά: «Σε όλους εκείνους που θέλουν ακόμα να μιλούν για τον άνθρωπο, για τη βασιλεία ή για την απελευθέρωσή του, σε όλους εκείνους που θέτουν ακόμα ερωτήματα αναφορικά με το τι είναι ο άνθρωπος στην ουσία του, σε όλους εκείνους που θέλουν να ξεκινήσουν από αυτόν για να προσπελάσουν την αλήθεια, σε όλους εκείνους που από την άλλη ξαναφέρνουν κάθε γνώση στις αλήθειες του ίδιου του ανθρώπου, σε όλους εκείνους που δεν θέλουν να τυποποιήσουν χωρίς να εξανθρωπολογήσουν, που δεν θέλουν να μυθολογήσουν χωρίς να αποφενακίσουν, που δεν θέλουν να σκεφτούν χωρίς να σκεφτούν παρευθύς ότι ο άνθρωπος είναι αυτός που σκέπτεται, σε όλες αυτές τις αδέξιες και στρεβλές μορφές στοχασμού, δεν μπορούμε παρά να αντιτάξουμε ένα φιλοσοφικό γέλιο – δηλαδή, κατά ένα μέρος γέλιο σιωπηλό».
20Για μία αναλυτική παρουσίαση της χεγκελιανής ολότητας βλ. Althusser (1997, 1994).
21Η επιχειρηματολογία της παραγράφου είναι βασισμένη κυρίως στα κείμενα του Althusser (1977, 1978, 1994, 1997, κ. ά. 2003).
22. Βλ. χαρακτηριστικά Οικονομάκης 2000. Για τη σχετική συζήτηση κανείς μπορεί να ανατρέξει σε Πουλαντζάς 1985, 1991, Althusser και Balibar 1997, Milios κ. ά. 2002, Μηλιός 1997.
23Σε ένα άρθρο πρόσφατα δημοσιευμένο στις Θέσεις, οι Madra και Ozselcuk (2007) επιχειρούν να ξαναδιαβάσουν το μαρξισμό σε συνδυασμό με τη λακανική ψυχανάλυση. Παρότι η πρόθεσή τους είναι να παρέμβουν με θετικό τρόπο στη σχετική συζήτηση (συνάντηση ψυχανάλυσης και μαρξισμού) το αποτέλεσμα είναι απογοητευτικό κυρίως διότι στην ανάλυσή τους δυστυχώς αποτυγχάνουν να συναντήσουν τον Μαρξ. Αντ’ αυτού ασχολούνται με τον Ρικάρντο. Δύο είναι οι κεντρικές παρανοήσεις τους. Πρώτον, οι σχέσεις παραγωγής είναι σχέσεις εξουσίας για τις οποίες μικρή σημασία έχει το ποσοτικό αποτέλεσμα της παραγόμενης υπεραξίας (και όχι βέβαια της «κλαπείσας» υπερεργασίας). Δεύτερον, οι δευτερεύουσες σχέσεις εντός του καπιταλισμού ποτέ δεν μπορούν να διαφύγουν του καθορισμού σε τελευταία ανάλυση, δηλαδή πάντα θα λαμβάνουν πολυποίκιλες μορφές οι οποίες, όμως, πάντα θα χαρακτηρίζονται από μία καθορισμένη καπιταλιστική «φύση». Για τους λόγους αυτούς, τα πολιτικά τους συμπεράσματα δεν είναι τίποτα περισσότερο από θολές υποπεριπτώσεις είτε του πολιτικού προγράμματος των ουτοπικών σοσιαλιστών του 19ου αιώνα είτε της ευρύτερης πολιτικής ατζέντας των σύγχρονων «ριζοσπαστών» του κεϋνσιανού ρεύματος.
24. Εξαιτίας του περιορισμένου χώρου, στην ανάπτυξη ορισμένων ζητημάτων είμαστε αναγκαστικά σχηματικοί. Το γεγονός ότι τα άτομα δρουν μέσα και κάτω από τους καθορισμούς των μορφών ιστορικής ύπαρξης των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής δεν σημαίνει ότι οι πολιτικές και ιδεολογικές σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσά τους είναι στατικές, αμετάβλητες και συγκεκριμένες. Η θεσμική και ιδεολογική οργάνωση της κοινωνίας μπορεί να λάβει αρκετές διαφορετικές μορφές, εντός πάντα των ορίων που θέτει η δομή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
25. Το εν λόγω «δίλλημα» μπορεί να λάβει αρκετές μορφές, ωστόσο η ανάλυση που ακολουθεί θα είναι αναγκαστικά περιορισμένη σε ένα γενικό επίπεδο. Το βασικό επιχείρημα είναι δανεισμένο από τον Πουλαντζά (1991: 185) και θα προσαρμοστεί κατάλληλα στις ανάγκες του παρόντος κειμένου.
26. Σύμφωνα με τη γενικότερη νεοκλασική προβληματική, η οικονομική φύση των υποκειμένων δεν μεταβάλλεται ακόμα και εάν αυτά υποχρεωθούν να λειτουργήσουν σε διαφορετικά κοινωνικά περιβάλλοντα. Σκοπός της κρατικής εξουσίας είναι, επομένως, να εξαλείψει τα νομικά και πολιτικά «εμπόδια» που προκαλούν «στρεβλώσεις» στην οικονομική διαδικασία (Harvey 2007: 64, 65).
27. Η γενική μετακεϋνσιανή λογική για την κρατική παρέμβαση προκύπτει άμεσα από τις βασικές προϋποθέσεις της κεϋνσιανής οικονομικής ανάλυσης, όπως αναπτύχθηκαν σε προηγούμενη ενότητα. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο σχόλιο του Arestis (1996: 128: η έμφαση δική μου): «οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες είναι εγγενώς κυκλικές και ασταθείς. Εάν αφεθούν μόνες τους, δεν μπορούν να επιτύχουν και να διατηρήσουν την πλήρη απασχόληση των πόρων. Οι οικονομίες αυτές είναι επίσης τραυματισμένες με ανισότητες στη διανομή της αγοραστικής δύναμης, και επομένως, των εισοδημάτων και του πλούτου. Οι απελευθερωμένες δυνάμεις της αγοράς, αντί να μειώνουν, έχουν σαν τάση να διογκώνουν αυτές τις ανισότητες και ανομοιότητες (…). Αυτές οι αστάθειες αποδίδονται στη συμπεριφορά της ιδιωτικής επένδυσης σαν αποτέλεσμα των ευμετάβλητων προσδοκιών και των απρόβλεπτων επιχειρηματικών διαθέσεων. Υπάρχει, συνεπώς, τεράστια δυνατότητα και ανάγκη από τις κυβερνήσεις να θέσουν σε κίνηση, να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν οικονομικές πολιτικές». Βλέπε επίσης Henry 2001, Arestis & Sawyer 1998.
28Προς το παρόν θα αφήσουμε το ζήτημα αυτό ασχολίαστο.