ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΚΕΫΝΣΙΑΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
της Μαρίας Β. Μαρκαντωνάτου

1. Εισαγωγή

Το παρόν άρθρο εξετάζει τις σύγχρονες θεωρίες του νεοφιλελεύθερου κράτους και τις αντιπαραθέτει με την πιο πρόσφατη εκδοχή της νεομαρξιστικής θεωρίας του κράτους, τη θεωρία της ρύθμισης (regulation theory) . Παρότι δεν υπάρχει μια συγκροτημένη «νεοφιλελεύθερη» θεωρία του κράτους, υπάρχουν ωστόσο θεωρήσεις στην κυρίαρχη κοινωνική και πολιτική επιστήμη, αναλύσεις και ομάδες επιχειρημάτων, που αποτελούν εκείνο που θα μπορούσε να περιγραφεί ως «νεοφιλελεύθερο παράδειγμα».

Οι θεωρήσεις αυτές, διαφοροποιημένες ως προς την ιδεολογική τους αφετηρία και μεθοδολογία, παρέχουν μια σειρά αναλύσεων γι’ αυτό που νοούν ως αποδυνάμωση ή κρίση του κράτους (Staatsschwachungsthesen) και απολήγουν σε μια σειρά από δικαιολογήσεις για τη νεοφιλελευθεροποίησή του. Έτσι, εξετάζονται συνοπτικά:

α) θεωρήσεις της παγκοσμιοποίησης και της ευρωπαϊκοποίησης (Europeanization) ως διαδικασίες που δρουν στο κράτος αποσταθεροποιητικά και αποδυναμωτικά (destatization, decentralization theories) ,

β) θεωρήσεις αντικατάστασης της έννοιας των κοινωνικών τάξεων από θεωρίες ιντιβιντουαλισμού και πανκυριαρχίας της αγοράς (rational choice theory, market individualism theories ), γ) νεότερες εκδοχές της φιλελεύθερης θεωρίας του «κοινού καλού», που λειτουργούν ως ιδεολογικός λόγος υπέρ του νεοφιλελεύθερου κράτους με στόχο την ταύτιση κράτους και κοινωνίας (corpus artificialis theories) .

Το κράτος, σαν αναλυτικό, ερευνητικό αντικείμενο τέθηκε από τη δεκαετία του 1990 και μετά σε αμφισβήτηση και περιθωριοποιήθηκε σαν ευρύτερη θεματική. Καθώς όμως οι θεωρήσεις περί ελάχιστου κράτους, επιχειρηματικού κράτους και νεοφιλελεύθερου κράτους απ’ την δεκαετία του 1990 και πέρα δεν κατόρθωσαν παρά να ωθήσουν τη θεωρία του κράτους σε αναλυτικό τέλμα, ο επαναπροσδιορισμός του κράτους έγινε επιτακτικός. Έτσι, δικαίως διαπιστώνει ο Joachim Hirch (2000: 24) ότι, «η κοινωνική επιστήμη φαίνεται να επανα-ανακαλύπτει το κράτος, από το οποίο πίστεψε πως είχε απαγκιστρωθεί».

Στον αντίποδα των θεωρήσεων που προαναφέρθηκαν, η σύγχρονη νεομαρξιστική θεωρία της ρύθμισης (regulation theory ) επιχειρεί να αναλύσει τις μεταβολές του μετακεϋνσιανικού κράτους και τις διαδικασίες αποεθνικοποίησης, απο-εδαφικοποίησης, τοπικοποίησης και μανατζεριαλισμού που το χαρακτηρίζουν και – «επανα-ανακαλύπτοντας το κράτος» – να τις συνδέσει με παλιότερα ζητήματα της μαρξιστικής θεωρίας, όπως το ζήτημα της σχετικής αυτονομίας του κράτους.


2. Παγκοσμιοποίηση και ευρωπαϊκοποίηση ως αιτίες της κρίσης του κράτους

Η σημαντικότερη προσέγγιση που βλέπει το κράτος να αποδυναμώνεται και να μην παίζει πλέον πρωτεύοντα ρόλο στην αναπαραγωγή του καπιταλισμού, ως οικονομικού συστήματος και ως συστήματος κοινωνικών αντιθέσεων, είναι αυτή της παγκοσμιοποίησης.

Η κλασσική πολιτειολογική «θεωρία των τριών στοιχείων» (Drei-Elemente Lehre), που εισήγαγε το 1900 ο Γερμανός νομικός Georg Jellinek, έβλεπε το μοντέρνο αστικό κράτος να συγκροτείται στη βάση α) της εδαφικής κυριαρχίας (Staatsgebiet) , β) του έθνους (Staatsvolk) και γ) του κρατικού μονοπωλίου της βίας (Staatsgewalt ). Παρά το ότι η θεωρία έχει δικαίως γίνει αντικείμενο κριτικής (βλ. ενδεικτικά Kruger 1966: 146, Zippelius 1994: 224), αφού εντάσσει διαφορετικές πολιτικές διαδικασίες και λειτουργίες σε ένα ανιστορικό πλαίσιο παγιωμένων χαρακτηριστικών ενός υποτιθέμενου διαχρονικού κράτους, φαίνεται ότι συνεχίζει να καθορίζει την σύγχρονη συζήτηση για το κράτος και την πιο πρόσφατη παραλλαγή της σχετικά με τις μεταβολές του κράτους στην παγκοσμιοποίηση.

Θεωρητικοί της παγκοσμιοποίησης αντλούν από εκεί για να εξηγήσουν τις μεταβολές του κράτους κατά τις δεκαετίες 1980 και 1990. Η παγκοσμιοποίηση παρουσιάζεται ως μια ιστορικά καινοφανής διαδικασία, που εμφανίζεται για πρώτη φορά εκείνη την περίοδο, μετά δηλαδή το 1989. Όμως, κάτι τέτοιο, όχι μόνο παραβλέπει πως «η ιδέα αυτή γεννήθηκε στο πλαίσιο των μαρξιστικών θεωριών και των αντίστοιχων πολιτικών ρευμάτων από τις αρχές ήδη του 20ού αιώνα» (Μηλιός 1999:1)1, αλλά και συσκοτίζει τον ρόλο του κράτους, το οποίο εμφανίζει όχι ως συγκροτητικό της παγκοσμιοποίησης, αλλά ως έρμαιό της.

Η «παγκοσμιοποίηση» έγινε σε τέτοιο βαθμό ένα ακαδημαϊκό κλισέ, ώστε απέτυχε στην αρχική της φιλοδοξία να εξηγήσει ιστορικά «νέες» διαδικασίες και κοινωνικές μεταβολές. Ο όρος εμφανίζεται τόσο εξαντλημένος θεωρητικά, ώστε ένας από τους πιστότερους θεωρητικούς της, ο Ulrich Beck (2004), πρότεινε την αντικατάσταση του όρου παγκοσμιοποίηση με τον ακόμα πιο χαοτικό όρο, της «κοσμοπολιτοποίησης» (Kosmopolitisierung), ενώ για άλλους ήταν ανέκαθεν μια αφελής και χαοτική έννοια, ένα Globaloney (Jessop 2002).

Το πρώτο στοιχείο της παραδοσιακής «κυριαρχίας» του κράτους, η εδαφική κυριαρχία (Staatsgebiet ), διαδραματίζει σύμφωνα με την άποψη της απο-κυριαρχοποίησης του κράτους έναν όλο και πιο περιορισμένο ρόλο στις συνθήκες α) της οικονομικής παγκοσμιοποίησης και β) των διαδικασιών λήψης αποφάσεων στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης2. Η «φυσική» τάση της καπιταλιστικής αγοράς για εκτός εθνικών ορίων εξάπλωση ωθεί το κράτος στην ελαστικοποίηση των εθνικών οικονομικών ρυθμίσεων. H Saskia Sassen (1996) διαπιστώνει πως η παγκοσμιοποίηση επέφερε μια μερική απο-εθνικοποίηση της εθνικής εδαφικής περιοχής και μια μερική μεταβίβαση της κυριαρχίας του κράτους σε άλλους θεσμούς, σε υπερεθνικούς οργανισμούς και στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά.

Το ότι το κράτος μοιράζεται την εξουσία του με υπερεθνικούς θεσμούς δεν είναι καινούριο, ούτε εξηγεί την ακριβή κατανομή και τα πλέγματα εξουσίας ανάμεσα στο κράτος και αυτούς τους θεσμούς, περιγράφει όμως μια μετάβαση από ένα υποτιθέμενο κεντρικοποιημένο σύστημα της «κυριαρχίας» στις πλουραλιστικές «συνκυριαρχίες» (Mitsouveranitaten ). Ομοίως, ο Dirk Messner (2000) κάνει λόγο για «μοιραζόμενες κυριαρχίες», ο Castells (2002: 323) για «αποκέντρωση του εθνικού κράτους μέσα σε πεδία χωριστών μορφών κυριαρχίας» και ο Christoph Gusy (2000: 143) για «κατανομή της κυριαρχίας του κράτους “προς τα κάτω” – με κοινότητες αλλά και με άλλα κράτη – και “προς τα πάνω” – με υπερεθνικούς οργανισμούς».

Και ενώ πράγματι νέες συνοριακές πολιτικές τίθενται σε λειτουργία εν όψει της ευρωπαϊκοποίησης, νέοι διαχωρισμοί ανάμεσα στο «μέσα» και στο «έξω» δημιουργούνται για τα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης κράτη. Η ταυτότητα του «Ευρωπαίου πολίτη» κατασκευάζει νέα συναινετικά επίπεδα πολιτικής επικοινωνίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συγκρουσιακά επίπεδα στη σχέση της με δυνητικά αντίθετα της (Γιαννούλη 1997). Το εν τη γενέσει «ευρωπαϊκό κράτος», ανεξάρτητα με το αν δύναται να εξελιχθεί σε ενός είδους «μεγα-κράτος», «ομοσπονδιακό κράτος», «ένωσης» ή «sui generis πολιτικού συστήματος» αποσκοπεί μέσω της απο-εθνικοποίησης ή απο-κυριαρχοποίησης των επιμέρους κρατών στην αυτο-εθνικοποίηση και αυτο-κυριαρχοποίηση. Βασίζεται δηλαδή στην πολιτική μεθοδολογία του εθνικού κράτους (γραφειοκρατικοποίηση, θεσμοποίηση, νομιμοποίηση, κοινοβουλευτισμός) και προσδοκά στην αίγλη του.

Η αδυναμία της θέσης της αποκυριαρχοποίησης είναι πως κατανοεί την Ευρωπαϊκή Ένωση ως – υπαρκτό και δυνητικό – πολιτικό αντίπαλο του εθνικού κράτους. Όπως και η θέση περί συνκυριαρχιών έτσι και η θέση της απο-κυριαρχοποίησης φαίνεται να υποτιμούν το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν και είναι όχι τόσο μια μηχανιστική αντίδραση στην οικονομική παγκοσμιοποίηση, όσο μια ηθελημένη πολιτική επιλογή εθνικών κρατών.

Ενώ ήδη σε γραπτά του Saint Simon, του Kant και του Rousseau συναντάται η ιδέα μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ενώ πανευρωπαϊκές και διεθνείς οικονομικές συνεργασίες κέρδιζαν έδαφος ήδη μετά τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν μόνο μετά τον δεύτερο, όταν αμοιβαία εθνικά συμφέροντα οδήγησαν στην ανάγκη για πιο στέρεους, θεσμικούς διεθνικούς συνασπισμούς, βασισμένους στην ανάγκη στήριξης του διεθνοποιημένου καπιταλισμού3 .

Το γεγονός δε ότι εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι οι εθνικές αντιπροσωπεύσεις σε επίπεδο κορυφής με τις αντίστοιχες ταξικές και κομματικές τους αντανακλάσεις που κυριαρχούν στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, δείχνει πως το παραδοσιακό εθνικό κράτος παραμένει δομικό στοιχείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το στοιχείο που ο Rudiger Voigt (1996: 232) ονομάζει «επικυριαρχία του εθνικού κράτους» (Vorherrschaft des Nationalstaates ). Σ’ αυτή την άποψη συνηγορεί και ο ρόλος του κομματικού συστήματος. Ακόμα και στην αποεθνικοποιημένη οικονομία, τα αστικά κόμματα είναι ex definitione εθνικά και παραμένουν εθνικά ακόμα και εν όψει των διαδικασιών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ανεξάρτητα από τους ευρωπαϊκούς ή όχι προσανατολισμούς ενός εθνικού κόμματος, είναι το «εθνικό συμφέρον» εκείνο που τα κόμματα καλούνται σε τελική ανάλυση να εξυπηρετήσουν. Η ευρωπαϊκοποίηση και η αποεθνικοποίηση προάγεται άρα ως στρατηγική εξυπηρέτησης του εθνικού συμφέροντος.

Από την πλευρά των ψηφοφόρων τα εθνικά κόμματα παραμένουν πολύ πιο συμπαγείς και απτοί φορείς άσκησης πολιτικής εξουσίας και εξυπηρέτησης του εθνικού και κατασκευασμένου ως «κοινού» συμφέροντος απ’ ότι η απόμακρη «ευρωπαϊκή» πολιτική αντιπροσώπευση, οι ευρωπαϊκές οργανώσεις και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, στους οποίους έχουν πρόσβαση περισσότερο εθνικές ελίτ (πολιτικές, επιχειρηματικές και ακαδημαϊκές), παρά η πλειοψηφία των εκλογικών τάξεων.

Eνώ ένας από τους ουσιαστικότερους παράγοντες κοινωνικής συνοχής παραμένει το εθνικό κομματικό σύστημα, το ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα φαίνεται αδύναμο να παράγει αντίστοιχη συνοχή. Ενίοτε, ακόμα και η ίδια η σχέση του κάθε εθνικού κράτους με την Ευρωπαϊκή Ένωση (ιδιαίτερα των ασθενέστερων κρατών) νοείται περισσότερο ως εξωτερική πολιτική. Σε περιπτώσεις εξάρτησης σημαντικών πολιτικών αποφάσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αυτή δρα στο εθνικό κράτος εξωτερικά και ενίοτε αντιπολιτευτικά, απ’ αυτή το εθνικό κράτος μπορεί να βγει λιγότερο ή περισσότερο κερδισμένο, απ’ αυτή μπορεί να δεχτεί πιέσεις, πάντα όμως στα πλαίσια μιας εξωτερικής σχέσης.

Είναι δηλαδή το εθνικό κράτος το οποίο καθορίζει την πολιτική αρένα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ίδιο μένει ανεπηρέαστο από τη διεθνοποίηση της οικονομίας και την μ’ αυτή συνδεμένη ανάγκη για πολιτική ενοποίηση. Τουναντίον, στις συνθήκες της οικονομικής παγκοσμιοποίησης το εθνικό κράτος γίνεται «εθνικό ανταγωνιστικό κράτος» (Hirsch 2000: 249) που καλείται να ρυθμίσει την εγχώρια παραγωγική διαδικασία έτσι ώστε αυτή να προασπίζει και να μη βλάπτει τη διαπλοκή μεταξύ εθνικής και διεθνούς οικονομίας. Η διαπλοκή, όμως, αυτή δε μπορεί να γίνει κατανοητή ως αντίθεση, παρά ως διαλεκτική σχέση. Το εθνικό δεν είναι αντίθετο του διεθνούς, παρά μόνο ίσως στις διακηρύξεις του παραδοσιακού εθνικού κράτους.


3. Από τις κοινωνικές τάξεις στο άτομο και την αγορά

Η δεύτερη ομάδα θεωρήσεων που διαπιστώνει μια όλο και πιο διευρυνόμενη κρίση του κράτους είναι αυτή που αντικαθιστά την έννοια της κοινωνικής τάξης με αυτήν του ατόμου και την έννοια του κράτους με αυτήν της αγοράς. Η συνεχής ιδιωτικοποίηση κρατικών θεσμών, η θεσμοποίηση της επέκτασης της οικονομίας πέρα από τα όρια του εθνικού κράτους, ο σχηματισμός διακρατικών και διεθνικών πολιτικών οργανισμών, η εισαγωγή μορφών του New Public Management, που προωθεί τον «εκσυγχρονισμό» και την αυτονόμηση της διοίκησης από το κράτος, αλλά και η τάση της τοπικοποίησης/κοινοτικοποίσης της πολιτικής και του κοινωνικού ελέγχου έθεσαν τις τελευταίες δεκαετίες το αναλυτικό πλαίσιο της κρίσης του κράτους. Πρωτοφανής αναλυτική έμφαση δόθηκε στις μεταβολές εκείνων δηλαδή των μορφωμάτων εξουσίας και των θεσμών, που θεωρήθηκαν ανταγωνιστικοί του κράτους και που ο Colin Hay (1996: 9) ονόμασε «state’s οthers» , τους «άλλους» έναντι του κράτους, στην οικονομία της αγοράς, στην κοινωνία των πολιτών και στην ιδιωτική σφαίρα.

Ένας από τους κύριους «άλλους» του κράτους έγινε το «άτομο». Η «ευέλικτη» ατομική ταυτότητα του ιδιώτη, ο ιντιβιντουαλισμός, οι ατομικές βιογραφίες, τα πολυποίκιλα life style και life politics αντικατέστησαν σε νεοφιλελεύθερες θεωρίες της κουλούρας της αγοράς τόσο την αναλυτική κατηγορία «κράτος», όσο και τα συνεπαγόμενα της. Ενώ σε μαρξιστικές θεωρήσεις το άτομο – ως παραγωγική/ταξική θέση – υπόκειται στο κράτος ή και κατασκευάζεται απ’ αυτό, ή ως πομπός και δέκτης εξουσίας είναι προϊόν μιας μακράς ιστορικής διαδικασίας (αυτο)πειθάρχησης σε κοινωνικές και πολιτικές νόρμες (Foucault), γίνεται στη μεταμοντέρνα, νεοφιλελεύθερη θεώρηση ένα ταξικά ουδέτερο και μη-πολιτικό υποκείμενο, που ακολουθεί ορθολογικές επιλογές με στόχο τη μεγιστοποίηση του αποτελέσματος, της απόλαυσης και του κέρδους (rational choice theory ). Υπόκειται συνεπώς στην αγορά και στην ελευθερία που αυτή παρέχει, στην ελευθερία της επιλογής και κατανάλωσης προϊόντων. Σε σύμπνοια με την αποστροφή της Μ. Thatcher, ότι «δεν υπάρχει πια κοινωνία, υπάρχουν άτομα, γυναίκες, άντρες και οικογένειες»4, οι θεωρίες του ατομικισμού αντικατάστησαν μια απ’ τις πιο πολιτικές αναλυτικές κατηγορίες της κοινωνικής θεωρίας, αυτή των κοινωνικών τάξεων. Η οικονομική ανισότητα μέσα από τις νέες μορφές της παλιάς συμπαιγνίας κράτους-καπιταλισμού έγινε ζήτημα ατομικής ταυτότητας.

Ένας συναρτημένος με τον ιντιβιντουαλισμό «άλλος» του κράτους έγινε παράλληλα και η αγορά. Η οικονομίστικη-εργαλειακή αντίληψη που βλέπει το κράτος ως όργανο της νεοφιλελεύθερης οικονομίας και το θεωρεί αδύναμο να επηρεάσει την παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού, θεωρεί πως η αγορά είναι εκείνη που σε τελική ανάλυση καθορίζει τις κοινωνικές διαδικασίες και τους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων και επιβάλλεται συλλήβδην στο κράτος5 . Σύμφωνα με αυτήν την οικονομίστικη άποψη, η εξουσία της αγοράς αντικαθιστά αυτή του κράτους, το κράτος δεν έχει άλλη επιλογή, από το να εξυπηρετήσει τις επιταγές του οικονομικού συστήματος, οι οποίες στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης γίνονται όλο και πιο πολύπλοκες και απαιτούν την σε εθνικό επίπεδο συρρίκνωσή του. Η απρόσκοπτη λειτουργία της αγοράς θεωρείται δηλαδή ότι προϋποθέτει και συνεπάγεται την συρρίκνωση του κράτους, το κράτος άρα γίνεται κατανοητό ως ένας παράγοντας-εμπόδιο της «ελεύθερης» λειτουργίας της αγοράς.

Σαφές είναι όμως ότι η αγορά δεν είναι σε θέση να λειτουργήσει με αυτοδιοίκητο τρόπο, «ελεύθερα». Πρόκειται για έναν χώρο πολιτικά και κοινωνικά οργανωμένο, τροφοδοτούμενο από σχέσεις εξουσίας, χώρο που χρειαζόταν ανέκαθεν τη μεσολάβηση του κράτους. Όσοι συμμετέχουν στην αγορά υπόκεινται ταυτόχρονα και στο κράτος, κοινωνικοποιούνται απ’ αυτό, στρέφονται με απαιτήσεις και προσδοκίες προς το κράτος και κατανοούν τα ταξικά και οικονομικά τους συμφέροντα σε σχέση με αυτό. Οι ρυθμίσεις (ή η απουσία ρυθμίσεων) της εργασίας αλλά και η προστασία της δημόσιας υγείας με τον έλεγχο των προϊόντων δεν είναι ζήτημα μιας μηχανιστικής, αυτοποιητικής αγοράς, αλλά του πολιτικού της συμμάχου, του κράτους. Η δημιουργία ενός καλού επενδυτικού κλίματος και μιας εξισορροπητικής δημοσιονομικής πολιτικής καθώς και η ρύθμιση των αναγκών του τραπεζικού, φορολογικού και χρηματοπιστωτικού συστήματος του καπιταλισμού είναι ορισμένες μόνο από τις μεσολαβητικές λειτουργίες του κράτους. Με την εξασφάλιση ενός ελαχίστου κοινωνικών παροχών και των υποδομών κοινωνικής αναπαραγωγής το κράτος εξασφαλίζει ταυτόχρονα την κοινωνική συναίνεση απέναντι στη δράση του συνολικά.

Επίσης, πέρα από τις γενικές κοινωνικοοικονομικές λειτουργίες του, το κράτος κατέχει ακόμα το μονοπώλιο της βίας, το μονοπώλιο δηλαδή να ορίσει ως νόμιμη αποκλειστικά εκείνη την βία, την οποία το ίδιο ασκεί ή είναι σε θέση να ασκήσει., παρά την μερική ιδιωτικοποίηση των θεσμών ασφάλειας και τις τάσεις απεμπλοκής της αντεγκληματικής πολιτικής από το κράτος πρόνοιας μέσα από τον κοινοτισμό και την ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών ασφάλειας και κοινωνικού ελέγχου. Δεν πρόκειται δηλαδή τόσο για τα μέσα με τα οποία το κράτος ασκεί το μονοπώλιο της βίας (μέσα τα οποία μπορούν να ιδιωτικοποιηθούν, όπως η ιδιωτική αστυνομία κ.ο.κ.), όσο για την εξουσία του ορισμού και του ultima ratio του κρατικού μονοπωλίου της βίας.

Ιστορικά, η χρήση του κρατικού μονοπωλίου της βίας ή της απειλής της κρατικής βίας είχε στόχο να σταθεροποιήσει την παραγωγική διαδικασία, αποκλείοντας με οικονομικούς και εξω-οικονομικούς τρόπους τις ταξικές ομάδες που την παρακώλυαν6. Η «κοινωνική ασφάλεια» που διασφαλίζεται με το κρατικό μονοπώλιο της βίας δεν είναι δηλαδή ταξικά ουδέτερη, αλλά εκφράζει την απαραίτητη για την παραγωγική διαδικασία αναπαραγωγή των ταξικών σχέσεων και αντιθέσεων και εξουδετερώνει τις με διαφορετικά μέσα μη διορθώσιμες ανισομέρειες του συνολικού κοινωνικού συστήματος.

Οι Hall και Winlow (2003) παρέχουν μια πρώτη ερμηνεία για τη σχέση μεταξύ κράτους και μονοπωλίου της βίας: πρωταρχικό ζήτημα των εν τη γενέσει κρατών μετά τη Συνθήκη της Βεστφαλίας (1648) ήταν να αποδυναμώσουν την ως τότε αριστοκρατία καθώς και να υποστηρίξουν την εμβρυακή αστική τάξη και το «δικαίωμά» της στην ιδιοκτησία. Εφόσον η νέα αυτή αστική τάξη δεχόταν να πληρώνει στο κράτος φόρους – σ’ ένα κράτος χωρίς ακόμα δικά του μέσα παραγωγής και ιδιοκτησία, που επεδίωκε να συσσωρεύσει και να πάρει υπό τον έλεγχό του τους εθνικούς πόρους – το κράτος ανέλαβε, εγκληματοποιώντας τις παραβάσεις ενάντια στην ατομική ιδιοκτησία, να προστατεύσει ακριβώς το ιδιοκτησιακό δικαίωμα της νέας αστικής τάξης και να ειρηνεύσει υπέρ της τις εμφύλιες διαμάχες με τους ευγενείς και την Εκκλησία.

Με βάση μια τέτοια προσέγγιση και υπογραμμίζοντας το ρόλο της τάξης των ιδιοκτητών στη συγκρότηση του αστικού κράτους, οι Hall και Winlow (2003: 145) φτάνουν στο συμπέρασμα ότι η μεταξύ τους σχέση ήταν ιστορικά «μια σχέση οικονομικής εξάρτησης». Αυτή η πελατειακή σχέση εξασφάλιζε εκτός από τα πλεονεκτήματα της οργανωμένης δημοσιονομίας και γραφειοκρατίας – στοιχεία απαραίτητα για την εν τη γενέσει συσσώρευση και την εμβρυακή αγορά – και μια πολιτική αντιπροσώπευση της αστικής τάξης. Το κράτος απ’ την άλλη πλευρά κέρδιζε σε πολιτική επιρροή και εξουσία από αυτή τη συμμαχία και τη βαθμιαία εξασθένιση των ευγενών. Στο βαθμό που το κράτος εξασφάλιζε τη λειτουργία του laissez-faire και την πειθάρχηση του πληθυσμού στις διαδικασίες συσσώρευσης, αποκτούσε μια όλο και αυξανόμενη πολιτική και ιδεολογική κυριαρχία, ενδυναμωμένη από το νομικό σύστημα και τη διοίκηση.

Η άποψη των Hall και Winlow είναι ότι το γεγονός πως η αρχή του laissez-faire επικράτησε και επικρατεί ιστορικά για ένα τόσο μεγάλο διάστημα, δεν είναι διόλου τυχαίο. Τουναντίον, υποστηρίζουν οι Hall και Winlow (2003: 148), «η αντοχή αυτής της αρχής δείχνει πως το “επιχειρηματικό κράτος” δεν είναι καινούργιο, αλλά είναι το ουσιαστικά απαράλλαχτο πρότυπο της μοντέρνας δυτικής διακυβέρνησης». Η φιλελεύθερη ιδέα περί της εξασφάλισης της «ελεύθερης» οικονομίας και η ταξική διακυβέρνηση προς όφελος της αστικής τάξης, τονίζουν οι Hall και Winlow, είναι δομές που χαρακτηρίζουν πάγια το αστικό κράτος, «ακόμα και στην ανανεωμένη μορφή τους στην πρόσφατη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία της “δημοκρατίας των ιδιοκτητών” της δεκαετίας του 1980 στη Βρετανία και στην Αμερική, […] στην ουσία της, η σχέση ανάμεσα στο κράτος, τις επιχειρηματικές τάξεις και τον πληθυσμό δεν έχει αλλάξει από την εποχή του μερκαντιλισμού στο δυτικό καπιταλισμό» (υπογρ. Hall και Winlow 2003: 148).

Και ενώ πράγματι η φιλελεύθερη αγορά λειτούργησε εξ αρχής στη βάση της κρατικής αρωγής και πράγματι το αστικό κράτος είναι το «ουσιαστικά απαράλλαχτο πρότυπο της δυτικής διακυβέρνησης», η άποψη των Hall και Winlow τονίζει σε τέτοιο βαθμό την πελατειακή σχέση ανάμεσα σε κράτος και επιχειρηματική τάξη, ώστε δίνεται η εντύπωση πως η ουσιωδέστερη λειτουργία του κράτους είναι το να καλύπτει τις ανάγκες της τάξης αυτής.

Μια τέτοια άποψη δεν αποτελεί, όμως, παρά μια διαφορετική εκδοχή της οικονομίστικης προσέγγισης, που δεν λαμβάνει υπόψη της τη δράση των λοιπών ταξικών ομάδων. Ο οικονομισμός, ως «η ειδική μορφή που προσλαμβάνει η αστική ιδεολογία όταν κυριαρχεί πάνω στο μαρξισμό […] μετατρέπει το μαρξισμό σε ένα εξελικτικιστικό δόγμα, καθώς συσκοτίζει το ρόλο της πάλης των τάξεων ως κινητήριας δύναμης της ιστορικής εξέλιξης, και τον υποκαθιστά από την “οικονομία”, την “ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων”, τους νόμους της “παγκόσμιας οικονομίας” κ.ο.κ. Στο πλαίσιο αυτό, ο “οικονομισμός” αποσιωπά και συσκοτίζει κυρίως το ρόλο του καπιταλιστικού κράτους και της αστικής πολιτικής εξουσίας, ως της συγκεφαλαίωσης της συνολικής ταξικής εξουσίας του κεφαλαίου, καθώς θέλει να αντιλαμβάνεται τον καπιταλισμό ως “οικονομία” και τις σχέσεις καπιταλιστικής κυριαρχίας ως μονοδιάστατα οικονομικές και μάλιστα αναγόμενες στον “παγκόσμιο καπιταλισμό”» (Μηλιός 1999: 7, υπογρ. Μηλιός).

Ο οικονομισμός των Hall και Winlow ξεκινά από την αφετηρία πως το κράτος εξυπηρετεί ένα ειδικό συμφέρον, αυτό της ανώτερης αστικής και επιχειρηματικής τάξης, η οποία μάλιστα, σύμφωνα με τους συγγραφείς, παίρνει τώρα τη μορφή μιας «παγκόσμιας κοσμοπολίτικης ελίτ», η οποία λειτουργεί αποκλειστικά με γνώμονα τα συμφέροντά της και «δεν υπακούει σε κάποια εθνικά κράτη, κοινότητες και άτομα, απ’ τα οποία ήταν πριν εξαρτημένη» (2003: 154).

Δεδομένης όμως της σχέσης ανάμεσα σε (εθνικές) επιχειρηματικές ελίτ και (εθνικό) κράτος απ’ τη μία, και της σχέσης ανάμεσα σε (διεθνικές) επιχειρηματικές ελίτ και (διεθνικές) προεκτάσεις του κράτους, η άποψη αυτή αφενός βλέπει την «παγκόσμια κοσμοπολίτικη ελίτ» ως μια ενιαία τάξη, της οποίας τα μέρη χαρακτηρίζονται από ομογενή συμφέροντα και όχι από ανταγωνισμό, και το εθνικό κράτος ως τον αδύναμο πόλο μιας άνισης σχέσης.

Η οικονομίστικη άποψη παραβλέπει πως οι εθνικές επιχειρηματικές ελίτ βρίσκονται σε σχέση παράλληλων ανταγωνισμών, τόσο μεταξύ τους, όσο και με διεθνικές ελίτ, οι οποίες με τη σειρά τους ούτε αποτελούν μια αρμονική, με κοινά συμφέροντα οικονομική ομάδα, ούτε βρίσκονται έξω από τα πλέγματα εξουσίας των εθνικών κρατών και των εξω-εθνικών συνασπισμών τους. Τόσο εθνικές όσο και διεθνικές οικονομικές ελίτ συνδιαλλάσσονται – σε μια περισσότερο ή λιγότερο πελατειακή βάση – με τα εθνικά κράτη (είτε πρόκειται για offshore ή onshore κράτη), των οποίων επίδικο ζήτημα είναι η εξασφάλιση ενός οικονομικού κύρους, που θα τα κάνει πολιτικώς βιώσιμα και ανταγωνιστικά στη διεθνή αρένα.

Στο βαθμό λοιπόν που το κράτος θα βάδιζε αποκλειστικά σύμφωνα με τις επιταγές μιας εθνικής ή «παγκόσμιας κοσμοπολίτικης ελίτ», δεν θα ήταν σε θέση να έχει ερείσματα στη συνολική κοινωνία, παρά μόνο στην τάξη αυτή. Δε θα μπορούσε έτσι να διοικήσει με μια κάποια απαίτηση για στοιχειώδη αποτελεσματικότητα την κοινωνία στο σύνολο της και δεν θα μπορούσε να διαχειριστεί τις συνεπαγόμενες κοινωνικές κρίσεις. Κάτι τέτοιο θα έβαζε σε κίνδυνο όχι μόνο το συνολικό οικονομικό σύστημα αλλά και τη νομιμότητα του κοινωνικού και πολιτικού ελέγχου που ασκείται μέσα από τους μηχανισμούς του κράτους.

Γι αυτό το λόγο, όπως έχει υπογραμμίσει και ο Claus Offe, δεν μπορεί να υποστηριχθεί πως το κράτος «εξυπηρετεί ειδικά συμφέροντα ή συμμαχεί με συγκεκριμένες τάξεις. Πολύ περισσότερο, εκείνο το οποίο το κράτος προστατεύει και τιμωρεί είναι ένα σύνολο κανόνων και κοινωνικών σχέσεων που προϋποτίθενται για την ταξική εξουσία της καπιταλιστικής τάξης. Το κράτος δεν προστατεύει τα συμφέροντα μιας τάξης, αλλά το κοινό συμφέρον μιας καπιταλιστικής κοινωνίας» (Offe 1972: 83, υπογρ. Offe). Το κράτος, ως δομικό κομμάτι της οικονομικής αναπαραγωγής σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, είναι λοιπόν ταξικό κράτος, χωρίς όμως να είναι όργανο μιας συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης, με άλλα λόγια «εκπροσωπεί το μακροπρόθεσμο πολιτικό συμφέρον του συνόλου της αστικής τάξης, τον ιδεατό συλλογικό κεφαλαιοκράτη» (Πουλαντζάς 1991: 36).

Η κοινωνική συνοχή που απαιτεί η αγορά για την αποφυγή κρίσεων βασίζεται δηλαδή σε ένα κράτος, το οποίο διασφαλίζει ένα βαθμό συστημικής ενότητας μεταξύ των τάξεων. Αυτή η διαδικασία προάγεται όχι μερικώς, αλλά συνολικά, όχι μέσα από ειδικά καπιταλιστικά συμφέροντα, αλλά μέσα από την πραγματοποίηση του γενικού καπιταλιστικού συμφέροντος. Συνεπώς, για να λειτουργήσει ως καπιταλιστικό κράτος, το κράτος διαμορφώνει τη δράση του στη βάση της αντίθετης κατεύθυνσης από αυτή που περιγράφουν οι Hall και Winlow, διαψεύδοντας δηλαδή τον καπιταλιστικό του χαρακτήρα και ασκώντας συμβολική και μη πολιτική στο όνομα της «δημοκρατίας», του «έθνους» του «γενικού καλού», της «κοινωνίας», του «πολίτη» αλλά και των «μη προνομιούχων ομάδων», οι οποίες αποτελούν σαφώς την κοινωνική και εκλογική πλειοψηφία.

Το κράτος άρα δεν δρα στη βάση ενός «ειδικού συμφέροντος», αλλά στο όνομα του «κοινού καλού» και εδώ έγκειται ένα ακόμα σταθερό και ίσως ιστορικά αξεπέραστο χαρακτηριστικό του, ακριβώς όπως και η αρχή του laissez-faire. Στο αίτημά του για νομιμότητα το φιλελεύθερο κράτος επεδίωξε και ως ένα βαθμό πέτυχε να αποσπάσει διαταξικά ερείσματα, το είδος της κοινωνικής συναίνεσης που προώθησε την αποδοχή των κανόνων της οικονομίας και της δημοκρατίας των ελίτ, πέρα από την άσκηση της φυσικής βίας. Για να αποφύγει τις ρήξεις και να ρυθμίσει τις συγκρούσεις, το κράτος πέτυχε να συμβιβάσει μια αντίφαση: διασφαλίζοντας βαθμιαία την πολιτειακή ισότητα στο νομικό επίπεδο, διατηρούσε την οικονομική ανισότητα στο επίπεδο της παραγωγής. Διαμεσολαβώντας ανάμεσα στη νομική ελευθερία και την οικονομική εξάρτηση γεφύρωνε την πολιτειακή μορφή του κράτους (δημοκρατία) με τη μορφή της παραγωγής (καπιταλισμός).

Η διαμεσολάβηση αυτή με σκοπό την ταξική εξομοίωση πραγματοποιήθηκε επίσης μέσα από την εργαλειοποίηση του «έθνους». Η κατασκευή ενός «αιώνιου χθες» (Weber) και μιας ομογενούς παράδοσης στη βάση της εθνικοποίησης της γλώσσας και της διοίκησης, ώθησε και στην εθνικοποίηση του πληθυσμού. Η «φαντασιακή κοινότητα του έθνους» (Anderson) και οι ανάγκες για εθνική συνοχή αποδυνάμωσαν το ταξικό πρόβλημα. Ταυτόχρονα με την εθνικοποίηση του πληθυσμού, η παροχή ενός ελάχιστου κρατικής πρόνοιας και πολιτικών δικαιωμάτων λειτούργησαν αρχικά όχι μόνο ως μηχανισμοί ελέγχου του βιομηχανικού προλεταριάτου των πόλεων (Wallerstein 1999: 17), αλλά και ως ευρύτερες δικλείδες συναίνεσης. Για να μπορέσει λοιπόν το κράτος να κοινωνικοποιήσει τα ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού και να εκτελέσει τις οικονομικές του λειτουργίες – κατοχυρώνοντας έτσι και την ίδια του την αναπαραγωγή – έπρεπε να κατασκευάσει την ιδέα ενός συνολικού κοινωνικού σώματος και μέσα από τον έλεγχο του πληθυσμού να αναπτύξει τη δράση του στο όνομα του «κοινού καλού». Πρόδηλο είναι ότι το κράτος του «κοινού καλού», όπως αυτό εκφράστηκε από τη θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου π.χ. του John Locke, βασιζόταν σε μια «σαφή αναλογία ανάμεσα στην εξουσία και το αγαθό, ανάμεσα στην εξουσία και την ιδιοκτησία» (Foucault 1999: 29) και έκανε την έννοια της ιδιοκτησίας συγκροτητική της πολιτικής δομής της νεωτερικότητας.

Επομένως, μια προσέγγιση του κράτους, που επιδιώκει να απεμπλακεί από τις ανεπάρκειες του ινστιτουσιοναλισμού και που προσανατολίζεται ταυτόχρονα στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους (Althusser), θεωρεί κεντρική τη δράση του κράτους στο όνομα του «κοινού καλού». Προσεγγίσεις όπως αυτές του Bob Jessop αποτελούν σημαντικά εργαλεία κατανόησης του αστικού κράτους, καθώς θέτουν εκ νέου το ζήτημα των ιδεολογικών μηχανισμών, στην πιο σύγχρονη έκφρασή τους. Το κράτος σ’ αυτό το πλαίσιο, «αποτελεί ένα συγκεκριμένο σύνολο θεσμών και οργανισμών, των οποίων η κοινωνικά αποδεκτή λειτουργία είναι να ορίσει και να επιβάλλει συλλογικές αποφάσεις στα μέλη μιας κοινωνίας στο όνομα του κοινού τους συμφέροντος ή της γενικής θέλησης» (Jessop 1990: 34).

Ως διαταξικό πολιτικό όργανο μιας ταξικής κοινωνίας, το κράτος επιχειρεί με την κατασκευή και χρησιμοποίηση του «κοινού καλού» να πετύχει μια ταύτιση συμφερόντων, τόσο μεταξύ των τάξεων και των πολυσχιδών εκφάνσεών τους, όσο και μεταξύ του ίδιου του κράτους και της ευρύτερης κοινωνίας. Το «κοινό συμφέρον» λειτουργεί, δηλαδή, εξισωτικά και με στόχο την ιδεολογική εξουδετέρωση της αντίθεσης μεταξύ κοινωνίας και κράτους.


4. Θεωρίες του corpus artificiale


Τυπικό παράδειγμα του είδους της ιδεολογικής ταύτισης που προαναφέρθηκε είναι η νέα δυναμική που δόθηκε στη συζήτηση περί «κοινού καλού», και που αποτελεί την τρίτη προσέγγιση σχετικά με την αποδυνάμωση και κρίση του κράτους. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, το κράτος είναι ένα corpus artificiale, ένα τεχνητό σώμα και συνεπώς ισχύει ότι «το κράτος δεν υπάρχει» ή ότι «το κράτος είμαστε εμείς». Η συζήτηση αυτή εκκινεί από μια συγκεκριμένη θεώρηση του χομπσιανού προβλήματος του κράτους. Στην πολιτική θεολογία του Hobbes το κράτος γίνεται αντιληπτό ως corpus artificiale, ως ένα μη φυσικό πρόσωπο, μια κοινωνική επινόηση, μια υψηλή αφαίρεση που πετυχαίνει η ίδια η κοινωνία με στόχο την εξασφάλιση της εγκόσμιας αρμονίας και ειρήνης. Και παρόλο που το κράτος άρχει στην κοινωνία με απολυταρχικό τρόπο, δεν παύει να είναι ένα διανοητικό προϊόν. Δεν είναι φυσικό πρόσωπο, ούτε αντανακλά μια συγκεκριμένη κοινωνική βούληση, είναι ένα δημιούργημα.

Μια σειρά σχολιαστές της χομπσιανής θέσης περί corpus artificiale υπογραμμίζουν όλο και περισσότερο αυτή τη διάσταση. Έτσι, σύμφωνα με αυτήν την ανάγνωση του χομπσιανού προβλήματος του κράτους, ο Andrew Vincent συμπεραίνει ότι το κράτος «δεν είναι μια εμπειρική ενότητα», και τονίζει ότι στον Hobbes η δημόσια εξουσία είναι η εξουσία του απόλυτου κυρίαρχου «είτε αυτός είναι φανταστικός είτε είναι υπαρκτός» και συνεπώς «τα συμφέροντα της κυριαρχίας είναι αυτά του κράτους» (Vincent 1987: 219). Ο Dario Melossi, εκκινώντας επίσης από την χομπσιανή ανάγνωση του corpus artificiale, κάνει λόγο για τον «μύθο του κράτους», εξισώνει κράτος και κοινωνία και προτείνει την αντικατάσταση της κατηγορίας του κράτους με αυτή του κοινωνικού ελέγχου (Melossi 1990: 52).

Ομοίως, ιδιαίτερη επιρροή έχει ασκήσει και η θέση του Foucault περί κυβερνητικότητας (Governmentality) και δικτυακής εξουσίας. Οι ερμηνείες που δόθηκαν σ’ αυτήν τη θέση του Foucault καταλήγουν σε συμπεράσματα παρόμοια με τις ερμηνείες του corpus artificialis. Η μεταμοντέρνα αυτή αντίληψη εκκινεί από την κριτική του Foucault στους Althousser και Πουλαντζά και από συγκεκριμένες αναγνώσεις της θέσης του για τη μικροφυσική και τη διάχυση της εξουσίας. Το ότι ο Foucault – προσπαθώντας να απεμπλακεί από ό,τι αντιλαμβανόταν ως στρουκτουραλισμό – ασκούσε κριτική στον γαλλικό μαρξισμό της εποχής του δεν σημαίνει – όπως υποστηρίζουν οι θέσεις που αντικαθιστούν τη θεωρία του κράτους με αυτήν της κυβερνητικότητας – ότι δεν έβλεπε στο κράτος τον κεντρικότερο πυρήνα άσκησης εξουσίας και καταναγκασμού, ο οποίος και συντόνιζε τα ευρύτερα πλέγματα και δίκτυα εξουσίας. Κάτι τέτοιο θα υποτιμούσε τη συνδρομή του Foucault στην κριτική θεωρία του κράτους. Ενδεικτικά μπορούμε να θυμηθούμε την ακόλουθη θέση του Foucault: «Δε μπορούμε να φανταστούμε κανένα κοινωνικό φαινόμενο (καμία γνώση, εξουσία ή γλώσσα) που να έχει μια αρχέγονη, προπολιτική ύπαρξη: όλα τα κοινωνικά φαινόμενα συμβαίνουν σε σχέση με το κράτος και τον ταξικό καταμερισμό» (Foucault 1998: 124).

Η άποψη της μετάβασης από την κυριαρχία στην κυβερνητικότητα ή από το κράτος στους φορείς υποδηλώνει πως η εξουσία διαχέεται σε ένα δίκτυο κυκλικής εξουσίας, όπου η εξουσία δεν κινείται από πάνω προς τα κάτω, αλλά στρέφεται προς όλες τις κατευθύνσεις και ασκείται σφαιρικά. Η άποψη αυτή υποτιμά πως ακριβώς αυτή η κοινωνικοποίηση των φορέων στη βάση της κρατικής ιδεολογίας, δεν είναι παρά «επιτυχία» του ίδιου του κράτους και των ιδεολογικών μηχανισμών του. Το νεοφιλελεύθερο κράτος είναι και «ενεργοποιητικό» κράτος (aktivierender Staat) 7 , το οποίο θέτει σε λειτουργία διαδικασίες υπευθυνοποίησης (Responsibilisation) 8 φορέων, κοινωνικών ομάδων και πολιτών και αξιοποιεί την «ατομική ευθύνη». Οι διαδικασίες αυτές της υπευθυνοποίησης της σφαίρας των πολιτών, δεν σηματοδοτούν την αποτυχία του κράτους στη διαχείριση της κοινωνικής αναπαραγωγής, αλλά αντίθετα την επιτυχία του να μεταφέρει τις αντιθέσεις απ’ την οικονομία στην κοινωνία. Εξ’ άλλου, οι διαδικασίες υπευθυνοποίησης της μη-κρατικής σφαίρας, είναι ταυτόχρονες με τις διαδικασίες αποευθυνοποίησης (Deresponsibilisation) του κράτους.

Έτσι, η άποψη ότι στο κράτος είχε δοθεί μια αναλυτική έμφαση, η οποία περιόριζε τη μελέτη της ευρύτερης κοινωνικής δυναμικής έξω από το κράτος και εντός του πλέγματος των εξω-πολιτικών κοινωνικών σχέσεων οδήγησε μεν στη μελέτη επιφαινομένων του μικροεπιπέδου, απο-ιδεολογικοποίησε όμως το κράτος ως συντονιστή αυτού του πλέγματος.


5. Απ’ τον Keynes στον Schumpeter


Ο Claus Offe, συζητώντας τις αναδιαμορφώσεις του κράτους στη βάση της θεωρίας των «τριών στοιχείων» θέτει το ερώτημα: «Αν, ως συνέπεια της παγκοσμιοποίησης, που είναι η αύξηση του διεθνούς ρεύματος των επενδύσεων, των αγαθών, των πληροφοριών και των ατόμων, η κυριαρχία του εθνικού κράτους παρακμάζει, τότε τι συμβαίνει με το κράτος πρόνοιας και τα συστατικά του, τα οποία ιστορικά ήταν βασισμένα πάνω σε ισχυρά έθνη κράτη;» (Offe 2003: 456).

Πράγματι, το κράτος πρόνοιας, όπως αυτό εκφράστηκε στη βάση πολιτικών του μεταπολεμικού Κεϋνσιανισμού στις Η.Π.Α. και τη βορειοδυτική Ευρώπη, φαίνεται πως εκκινούσε από τη δομή του εθνικού κράτους, απηχούσε στην οικονομία του και το αναπαρήγαγε. Παρά τις σαφείς διαφορές ανάμεσα σε μοντέλα κράτους πρόνοιας (π.χ. ανάμεσα στην Ηπειρωτική Ευρώπη, τις αγγλοαμερικάνικες και τις σκανδιναβικές χώρες), το κράτος πρόνοιας αναφερόταν γενικά σε οικονομίες, κοινωνίες και κοινωνικές ομάδες, τις οποίες όριζε ως εθνικές. Η αποεθνικοποίηση της οικονομίας και η τάση για πολιτική αλληλεξάρτηση ανάμεσα σε κράτη παράλληλα με την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού, τη γραφειοκρατικοποίηση των κοινωνικών σχέσεων, αλλά και την περιθωριοποίηση συγκεκριμένων ομάδων έκαναν ξεκάθαρο ότι το εθνικό κράτος πρόνοιας «προκάλεσε το ίδιο τα προβλήματά του» (Jessop 2002:87). Σοβαροί οικονομικοί λόγοι στις δεκαετίες του 1960 και 1970 όπως η υποχώρηση της παραγωγής για τις ανάγκες της εγχώριας αγοράς εν όψει ενός ρευστού, συνεχώς αυξανόμενου «διεθνούς κεφαλαίου», οι χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης και η άνοδος του πληθωρισμού, η μείωση των κερδών και των επενδυτικών δυνατοτήτων ή η υπερχρέωση των εθνικών κρατών έχουν μελετηθεί σε ικανοποιητικό βαθμό (Hobsbawm 1990, Rieger/Leibfried 2001).

Σύμφωνα με την θεωρία της ρύθμισης, όπως αυτή εκφράζεται από τους Joachim Hirsch, Bob Jessop, Neil Brenner, Michel Aglietta κ.ά., το ανταγωνιστικό, μεταεθνικό κράτος αντικαθιστά το κεϋνσιανικό εθνικό κράτος πρόνοιας. Στη θέση του, το ανταγωνιστικό κράτος (competition state ) σκοπεύει στην εξασφάλιση ανταγωνιστικών προνομίων στο έδαφός του. Ενώ το κράτος πρόνοιας της πλήρους απασχόλησης και της εξασφάλισης της εγχώριας κατανάλωσης, που αντλούσε από την οικονομική θεωρία του John Maynard Keynes, βασιζόταν σε εθνικά προσανατολισμένες οικονομίες που δεν είχαν κεντρικό το ζήτημα της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, το «ανταγωνιστικό κράτος» που περιγράφει ο Jessop αντλεί μάλλον από τις προσεγγίσεις του Joseph Schumpeter. Σύμφωνα με τον Jessop λαμβάνει χώρα μια μετάβαση από το κεϋνσιανικό εθνικό κράτος πρόνοιας (Keynesian Welfare Nation State, KWNS) στο σουμπετεριανό μεταεθνικό καθεστώς της εργασίας (Schumpeterian workfare postnational regime, SWPR ), μετάβαση που στοχεύει σε μια αποτελεσματικότερη ρύθμιση της κοινωνικής αναπαραγωγής. Δεν πρόκειται δηλαδή για μια ουσιαστική αλλαγή στη δομή του καπιταλισμού, αλλά για μια αναδίπλωση του κράτους και προσαρμογή του στις νέες συνθήκες.

To SWPR θεωρεί την εργασία ως έξοδο της παραγωγικής διαδικασίας, δίνει προτεραιότητα στην «ευελικτοποίηση» της (flexibilization) και μέσα από την κοινωνική πολιτική εγκαθιστά ένα νεοφιλελεύθερο καθεστώς διαχείρισης της εργασίας (workfare ) με στόχο την «αποτελεσματικότητα» και «επάρκεια», καθώς και την κάλυψη των αποτυχιών της αγοράς. Μερικά από τα χαρακτηριστικά του SWRP είναι η πολιτική προώθηση της ιδεολογίας της επιχειρηματικότητας, η «καινοτομία» στην παραγωγή και ένα κρατικό management των αντιθέσεων που προσανατολίζεται στη διεθνοποιημένη (και διεθνοποιητική) αγορά. Στο πολιτικό πεδίο, δίνεται μια έμφαση στη μετάβαση από τη διακυβέρνηση (government) στην κυβερνητικότητα (governance), από την άμεση στην έμμεση ρύθμιση, στη διαχειριστικότητα μέσα απ’ τους φορείς και στη θεσμική δικτύωση.

Στο βιβλίο του The Future of the Capitalist State, ο Jessop συζητάει αυτό που ονομάζει ως το «παράδοξο του Offe»: Ο Claus Offe υποστήριξε το 1984 ότι «ενώ ο καπιταλισμός δεν μπορεί να συνυπάρξει με το κράτος πρόνοιας, δε μπορεί να υπάρξει και χωρίς αυτό» (Offe στο Jessop 2002: 275). Το παράδοξο του Offe, δεν θα πρέπει, σύμφωνα με τον Jessop, να γίνει αντιληπτό σαν κάποιου είδους ρητορική δήλωση σχετικά με τη φύση του κράτους πρόνοιας, αλλά σαν μια σημαντική θέση για την αντιφατική δομή του καπιταλισμού. Σύμφωνα με τον Jessop (2002: 276) «αν το κράτος απέτυχε στο να διορθώσει τις αποτυχίες της αγοράς και επιπλέον γενίκευσε τις ίδιες του τις αποτυχίες, αυτό δεν σημαίνει ότι μια επιστροφή στην αγορά θα επανορθώσει τα πράγματα. Το σουμπετεριανό μεταεθνικό καθεστώς της εργασίας είναι η τελευταία απόπειρα να τετραγωνιστεί ο αναπαραγωγικός κύκλος συσσώρευση κεφαλαίου-κοινωνική πρόνοια».

Το νεοφιλελεύθερο κράτος αποτελεί λοιπόν μια ακόμα προσπάθεια προσαρμογής του πολιτικού στο οικονομικό επίπεδο. Με την οικονομία να παραμένει η καθοριστική δομή σε τελική ανάλυση, η κρίση του κεϋνσιανικού κράτους πρόνοιας, ως πολιτική έκφραση του «εθνικού καπιταλισμού», ώθησε στην ανάγκη τόσο για διάχυση του κράτους (μέσω των ατομικών φορέων, του εκσυγχρονισμού και της μερικής αυτονόμησης ή ιδιωτικοποίησης της διοίκησης, της εντονότερης συμμετοχής της κοινωνίας στη διαχείριση της αναπαραγωγής, και ιδίως μέσω της μεταφοράς της ευθύνης απ’ το κράτος στην κοινωνία).

Δεδομένου ότι η ταξική δομή της κοινωνίας και η ταξική αναπαραγωγή έχει το κράτος ως πολιτική απόληξη και πολιτικό επικυρωτή, το κράτος αναζητά μεθόδους, τρόπους και μηχανισμούς αναπροσαρμογής του στη νέα μορφή μιας «παλιάς» (δηλαδή της καπιταλιστικής) οικονομίας. Το νεοφιλελεύθερο κράτος αποτελεί προϊόν αυτής της διαδικασίας και είναι «παλιό» ως προς τη δομή του και νέο ως προς τις συνέπειες του. Έτσι, το ζήτημα δεν έγκειται στην αλλαγή των δομικών χαρακτηριστικών της αναπαραγωγής, αλλά στη μεταβολή του βαθμού της σχετικής αυτονομίας του κράτους.

Εκείνο το οποίο εκφράζει η θεωρία της ρύθμισης είναι πως στην αναζήτηση του αποτελεσματικότερου βαθμού σχετικής αυτονομίας, φαίνεται πως για μια ακόμη φορά το κράτος καθορίζει τους όρους της κοινωνικοοικονομικής αναπαραγωγής, σε έναν καπιταλισμό, που διαρκώς σε αναδίπλωση, επανακαθορισμό και αυτοτροφοδότηση, σήμερα «ισχυρίζεται» ότι δεν μπορεί να συνυπάρξει με το κράτος, ενώ στην πραγματικότητα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτό.


Βιβλιογραφία

Beck, Ulrich (1998),Was ist Globalisierung? Irrtumer des Globalismus – Antworten auf Globalisierung, Suhrkamp Verlag, Frankfurt/M.

Beck, Ulrich (2004), Der kosmopolitische Blick oder: Krieg ist Frieden, Suhrkamp Verlag, Frankfurt/M.

Castells, Manuel (2002), Das Informationszeitalter II: Die Macht der Identitat. Teil 2 der Trilogie „Das Informationszeitalter“, Ubersetzt von Reinhart Ko? ler, Leske und Budrich, Opladen.

Γιαννούλη, Χριστίνα (1997) «Η Ευρώπη των Πολιτών ως μεταβατική έννοια», Θέσεις τ. 61: 35-46 και www.theseis.com.

Eick, Volker, (2003): «Und das ist auch gut so...: Polizieren im Berlin des 21. Jahrhunderts», in: Nissen, Sylke (Hrsg.), Kriminalitat und Sicherheitspolitik, Analysen aus London, Paris, Berlin und New York, Leske und Budrich, Opladen: 67-89.

Foucault, Michel (1998), Foucault: Ausgewahlt und vorgestellt von Pravu Mazumdar, Herausgegeben von Peter Sloterdijk, Diederichs, Munchen.

Foucault, Michel (1999),In Verteidigung der Gesellschaft, Suhrkamp Verlag, Frankfurt/M.

Garland, David (1996), «The Limits of the Sovereign State: Strategies on Crime Control in Contemporary Society», British Journal of Criminology, Vol. 36: 445-471.

Gusy, Christoph (2000), «Demokratiedefizite postnationaler Gemeinschaften unter Berucksichtigung», in: Hauke Brunkhorst, Hauke, Kettner, Mathias, (Hg.), Globalisierung und Demokratie, Suhrkamp Verlag, Frankfurt/M.

Hall, Steve, Winlow, Simon (2003), «Rehabilitating Leviathan: Reflections on the state, economic regulation and violence reduction», Theoretical Criminology, τ. 7 (2), 2003.

Hay, Colin (1996), Re-Stating Social and Political Change, Open University Press, Buckingham.

Hirsch, Joachim (2000), «Wird Staat privat? Theoretische Implikationen der „Internationalisierung“ des Staates», Informationszentrum 3. Welt, Nov./Dez., Ausgabe 249: 24.

Hobsbawm, Eric (1995), Das Zeitalter der Extreme, Weltgeschichte des 20. Jahrhunderts, Ubers. Yvonne Badal, Carl Hanser Verlag, Munchen.

Jessop, Bob (2002), The Future of the Capitalist State, Polity Press, Cambridge.

Kruger, Herbert (1996),Allgemeine Staatslehre, Kolhammer Verlag, Stuttgart.

Melossi, Dario (1990), The State of Social Control, Polity Press, Cambridge.

Messner, Dirk (2000), «Gesellschaftliche Determinanten wirtschaftlicher Entwicklung in der Weltmarktwirtschaft. Markt, Netzwerksteuerung und soziale Gerechtigkeit als Elemente einer Entwicklungsstrategie jenseits des Neoliberalismus», in: Brunkhorst, Hauke und Kettner, Matthias (Hrsg.),Globalisierung und Demokratie, Suhrkamp Verlag, Frankfurt/Main.

Μηλιός, Γιάννης (1997), Θεωρίες για τον παγκόσμιο καπιταλισμό. Κριτική προσέγγιση, εκδ. Κριτική, Αθήνα.

Μηλιός, Γιάννης (2000), «Λόγος Περί “Παγκοσμιοποίησης” και Μαρξιστική Αριστερά», Εισήγηση του συγγραφέα στη Διημερίδα που διοργάνωσε ο «Χώρος Μαρξ» το Δεκέμβριο 1999 στην Αθήνα, με θέμα την «παγκοσμιοποίηση», επίσης σε Θέσεις τ. 72, 2000: 11-23 και www.theseis.com

Offe, Claus (1972),Strukturprobleme des kapitalistischen Staates, Aufsatze zur Politischen Soziologie, Suhrkamp Verlag, Frankfurt am Main.

Offe, Claus (2003), «The European Model of “Social” Capitalism: Can it Survive European Integration?», Journal of Social Philosophy, Vol. 11, No. 4: 437-469

Pfetsch, Frank R. (1997), Die Europaische Union: Geschichte, Institutionen, Prozesse, Wilhelm Fink Verlag, Munchen.

Πουλαντζάς, Νίκος (1991), «Οι σημερινοί μετασχηματισμοί του κράτους, η πολιτική κρίση και η κρίση του κράτους», στο Πουλαντζάς, Νίκος (διεύθυνση), Η κρίση του κράτους, Παπαζήσης, Αθήνα.

Rieger, Elmar und Leibfried, Stephan (2001),Grundlagen der Globalisierung- Perspektiven des Wohlfahrtstaates, Suhrkamp Verlag, Frankfurt/M.

Saladin, Peter (1995),Wozu noch Staaten? Zu den Funktionen eines modernen demokratischen Rechtsstaates in einer zunehmend uberstaatlichen Welt, Verlag Stampfli und Cie AG, Bern (Link 1998, Rosas 2000).

Sassen, Saskia (1996), Losing Control?: Sovereignty in the age of Globalization, Columbia University Press, New York.

Vincent, Andrew (1987),Theories of the State, Basil Blackwell Ltd, Oxford.

Voigt, Rudiger (1996),Des Staates neue Kleider: Entwicklungslinien moderner Staatlichkeit, Nomos Verlagsgesellschaft, Baden-Baden.

Wallerstein, Immanuel (1999),« Das heutige Weltsystem in langfristiger Sichtweise», in: Althaler, Karl, S. (Hrg.), Primat der Okonomie? Uber Handlungsspielraume sozialer Politik im Zeichen der Globalisierung, Metropolis Verlag, Marburg.

Zippelius, Reinhold (1994),Allgemeine Staatslehre, Verlag C. H. Beck, Munchen.

1. Πράγματι, η ιδέα αυτή είναι προϊόν της μαρξιστικής σκέψης, καίτοι βεβαίως όχι με την έννοια ότι ο καπιταλισμός μπορεί να αναχθεί στην «παγκόσμια οικονομία», θεωρώντας ως ζήτημα δευτερεύουσας σημασίας το καπιταλιστικό κράτος, τα εθνικά νομίσματα, κ.ο.κ Ο ίδιος ο Μαρξ άλλωστε, είχε μιλήσει στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο για εκείνο που σήμερα θα μπορούσε να περιγραφεί ως παγκοσμιοποίηση (σελ. 57): «Σπρωγμένη απ’ την ανάγκη της η αστική τάξη να βρίσκει μια κατανάλωση των προϊόντων της ολοένα πλατύτερη, απλώνεται πάνω σ’ όλη την υφήλιο. Της χρειάζεται να χωθεί παντού, να κατασκευάσει παντού συγκοινωνίες. Με τον τρόπο που εκμεταλλεύεται η αστική τάξη την παγκόσμια αγορά, έδωσε στην παραγωγή και την κατανάλωση όλων των χωρών, ένα χαρακτήρα κοσμοπολίτικο. Προς μεγάλη λύπη των αντιδραστικών, έχει στερήσει απ’ τη βιομηχανία το εθνικό της έδαφος. Οι πανάρχαιες εθνικές βιομηχανίες καταστράφηκαν και καθημερινά εκμηδενίζονται όλο και πιο πολύ. Ξετοπίζονται απ’ τις νέες βιομηχανίες, που η εισαγωγή τους είναι ζήτημα ζωής για όλα τα πολιτισμένα έθνη, από βιομηχανίες που δεν κατεργάζονται πια πρώτες ύλες ντόπιες, μα ύλες φερμένες απ’ τους πιο μακρινούς τόπους, και που τα βιομηχανικά τους προϊόντα δεν ξοδεύονται μόνο μέσα στην ίδια χώρα που φτιάχνονται, μα ταυτόχρονα σε όλα τα μέρη του κόσμου. Οι παλιές ανάγκες που ικανοποιούνταν με τα ντόπια προϊόντα πέρασαν πια, και στη θέση τους παρουσιάστηκαν σήμερα, άλλες καινούριες, που για να ικανοποιηθούν χρειάζονται άλλα προϊόντα, από χώρες μακρινές. Το ίδιο και στη θέση της παλιάς εθνικής αυτάρκειας και αυτοτέλειας, έρχεται μια ολόπλευρη επικοινωνία, μια ολόπλευρη αλληλεξάρτηση όλων των εθνών». Εντούτοις, επειδή ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα εξουσίας ταυτοχρόνως οικονομικής, πολιτικής και ιδεολογικής, δεν υφίσταται ένας παγκόσμιος καπιταλισμός με την αυστηρή έννοια του όρου, στο βαθμό ακριβώς που δεν υφίσταται ένα παγκόσμιο κράτος. Ο «παγκόσμιος καπιταλισμός» ως περιγραφική έννοια παραπέμπει στο αποτέλεσμα της ανισοβαρούς αλληλοδιαπλοκής των επιμέρους καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών (κρατών). Για την ιστορική μαρξιστική συζήτηση γύρω από την έννοια του «παγκόσμιου καπιταλισμού», βλ. Μηλιός 1997.

2 Βλ. Saladin 1995.

3. Σχετικά με την ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης βλ. Pfetsch 1997. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, που έβλεπαν στην δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης ένα αντίβαρο σε αυτό που αντιλαμβάνονταν ως σοβιετικό επεκτατισμό, επιζητούσαν με μέτρα όπως η συνθήκη του Bretton Woods (1944) και το σχέδιο Marshall (1947) να δημιουργήσουν μια καπιταλιστικά ισχυρή Ευρώπη και συνεπώς μια υγιή αγορά για τα προϊόντα τους. Με το επιχείρημα της τόνωσης της ηθικά και οικονομικά κατεστραμμένης μεταπολεμικής Ευρώπης, η οποία είχε κατανοήσει πως η επίτευξη ενός βιώσιμου εγχώριου φιλελευθερισμού μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο στη βάση οικονομικών ενώσεων και συνεργασιών, το σχέδιο Marshall αποτέλεσε ένα από τα πιο πετυχημένα επενδυτικά σχέδια στην αμερικάνικη ιστορία, σχέδιο που έδωσε ώθηση στις αμερικάνικες εξαγωγές και την παραγωγή.

4 Από την συνέντευξη της Thatcher στο Women’s Own Magazine στις 23.09.1987

5 Θέση που έχει διατυπωθεί και από τον Beck 1998: 26

6Hirsch 2000: 249

7Eick, (2003): 67-89.

8Garland (1996): 445-471.