Η ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΠΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΟΜΜΑΤΙΣΜΟY Ή ΟΙ ΔΥΟ ΗΓΕΜΟΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ
του Ηλία Ιωακείμογλου


1. Εισαγωγή

Οι επεξεργασίες του Νίκου Πουλαντζά[1] σχετικά με το κράτος, έδειξαν ότι τα πολιτικά κόμματα διατυπώνουν εναλλακτικά σχέδια πολιτικής ηγεμονίας της αστικής τάξης. Κάθε ηγεμονικό σχέδιο επιχειρεί να αντιπροσωπεύσει (στην πραγματικότητα ή κατά φαντασία) ορισμένα άμεσα συμφέροντα των υποτελών τάξεων στο εσωτερικό του γενικού αστικού συμφέροντος. Τα συμφέροντα των επιμέρους μερίδων της αστικής τάξης οφείλουν, για να μπορούν να καταστούν ηγεμονικά, να εμφανίζονται ως διαφοροποιημένες εκδοχές οργάνωσης της αστικής εξουσίας, εκ των οποίων κάθε μία διατείνεται ότι εξασφαλίζει το γενικό συμφέρον, άρα και ορισμένα άμεσα συμφέροντα των υποτελών τάξεων. Διότι, εάν δεν διατείνεται κάτι τέτοιο, δεν μπορεί να έχει συμμετοχή στο παιχνίδι της πολιτικής ηγεμονίας, της οποίας η βασική ιδιότητα είναι η παράσταση του μερικού, ιδιοτελούς συμφέροντος μια τάξης ή μερίδας τάξης ως γενικού συμφέροντος. Τα πολιτικά κόμματα συγκροτούνται, λοιπόν, στη βάση αυτών των διαφορετικών εκδοχών οργάνωσης της αστικής εξουσίας, στη βάση των διαφορετικών ηγεμονικών σχεδίων εκ των οποίων μόνον ένα καθίσταται κυρίαρχο κάθε φορά. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, είναι δύσκολο για εμάς –όσοι αναφερόμαστε στη μαρξιστική θεωρητική παράδοση— να επιμένουμε πως μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων, της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ δεν υπάρχει καμία διαφορά, και πως η αλλαγή ηγεσίας του κυβερνώντος κόμματος από τον Κώστα Σημίτη στον Παπανδρέου τον 3ο αποτελούσε απλώς επικοινωνιακό τρυκ.

Το άρθρο αυτό ισχυρίζεται ότι η εν λόγω αλλαγή αποτελεί προοίμιο στη φάση ολοκλήρωσης του νεοφιλελεύθερου προγράμματος στην Ελλάδα και σταθεροποίησης των κοινωνικών συμμαχιών που πραγματοποιήθηκαν στη διάρκεια της φάσης του «εκσυγχρονισμού» του Κώστα Σημίτη. Πιο συγκεκριμένα, με δεδομένες μια σειρά κατακτήσεων του οικονομικού φιλελευθερισμού, ο Παπανδρέου ο 3ος προτείνει την ολοκλήρωση του νεοφιλελεύθερου προγράμματος με την επέκταση της φιλελεύθερης ηγεμονίας στη σφαίρα της πολιτικής, με την εμφύτευση στην ελληνική πραγματικότητα μιας σειράς ιδεών και αρχών του πολιτικού φιλελευθερισμού και του ιδεολογικού του συμπληρώματος που είναι η εξύμνηση της ατομικότητας. Η άνοδος του Παπανδρέου του 3ου στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ σηματοδοτεί μια νέα φάση στην ιστορία του ελληνικού νεοφιλελευθερισμού και συνοδεύεται από τη διατύπωση μιας ηγεμονικής πρότασης οργάνωσης της αστικής εξουσίας ως εναλλακτικής λύσης στον νέο ελληνικό συντηρητισμό που εκπροσωπεί η ΝΔ. Οι δύο ηγεμονικές προτάσεις οργανώνουν την ένταξη των πολιτών στο σύστημα του νεοφιλελευθερισμού, την αφομοίωση στις λειτουργίες του και την ιδεολογική υποταγή τους. Στο παιχνίδι αυτό του δικομματισμού έχει υποκύψει η πλειοψηφία των πολιτών, και αυτό εξηγεί τη σχετική επάρκεια του δικομματισμού ως πολιτικού συστήματος που προσφέρει εκπροσώπηση τόσο στους «ηττημένους της αγοράς» (καλύτερα: σε όσους αναγνωρίζουν τον εαυτό τους ως τέτοιο) όσο και στους «νικητές της αγοράς». Η εν λόγω επάρκεια, δηλαδή η ικανότητα ένταξης των μεν και των δε στο δικομματικό παιχνίδι δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνον εάν οι ηγεμονικές προτάσεις του νεοφιλελευθερισμού είναι όχι μόνο μία, αλλά δύο: μία ηγεμονική πρόταση από τις δύο πρέπει να μπορεί να εντάξει την πλειονότητα αυτών που αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους ως «ηττημένους της αγοράς» στο ένα κόμμα, και την πλειονότητα αυτών που αναγνωρίζουν τον εαυτό τους ως «νικητές της αγοράς» στο άλλο. Η περιγραφή της πρώτης ηγεμονικής πρότασης (του νέου ελληνικού συντηρητισμού που εκπροσωπεί η ΝΔ) είναι σχετικά εύκολη, διότι τα υλικά από τα οποία είναι φτιαγμένη είναι τα παλιά γνωστά υλικά του παραδοσιακού ελληνικού συντηρητισμού και του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού, του οποίου τα χαρακτηριστικά και τα επιτεύγματα είχαμε όλον τον καιρό να εμπεδώσουμε. Η δεύτερη ηγεμονική πρόταση (του πολιτικού φιλελευθερισμού), αντιθέτως, απαιτεί μεγαλύτερη έκταση, επειδή είναι σχετικά καινούργια στην Ελλάδα, ιδιαίτερα στην εκδοχή που εκπροσωπεί ο Παπανδρέου ο 3ος, αλλά και επειδή ενσωματώνει μερικά προοδευτικά στοιχεία τα οποία εκ παραδόσεως εθεωρούντο της δικαιοδοσίας της Αριστεράς –από όπου απορρέει και η γοητεία που ασκεί σε μια μερίδα στελεχών ή ψηφοφόρων της Αριστεράς.

2. Πώς η περίοδος Σημίτη προετοίμασε τις σημερινές εξελίξεις

Στη διάρκεια της περιόδου του «εκσυγχρονισμού» του Κώστα Σημίτη, ήταν διακριτές δύο αντιθετικές διαδικασίες[2] σε σχέση με την πολιτική ηγεμονία: Καταρχήν, μια διαδικασία προοδευτικής διάβρωσης της ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού. Η οικονομική πολιτική της περιόδου Σημίτη χαρακτηριζόταν από την αναίρεση ακόμη και αυτής της λεπτής επένδυσης «κοινωνικής ευαι­σθη­σίας» που χαρακτήριζε την πολιτική του ΠΑΣΟΚ κατά την τελευταία περίοδο Παπανδρέου. Οι κυβερνήσεις του Κώστα Σημίτη κατέστησαν σαφές στην ίδια την κοινωνική βάση του κόμματος ότι κατά την άποψη τής ηγεσίας του, η ιδιοτέλεια των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων ταυτίζεται με το γενικό συμφέρον (δηλαδή ότι η άνοδος της κερδοφορίας αποτελεί προϋπόθεση της μελλοντικής γενικής ευημερίας), και καλούσαν τις εργαζόμενες τάξεις να υποστούν οικειοθελώς όλες τις ανα­γκαί­ες θυσίες. Η πολιτική της κυβέρνησης Σημίτη αναιρούσε, έτσι, ακόμη και το τελευταίο στοιχείο της εκκρεμότητας που υπήρχε σχετικά με το εν αναστολή σοσιαλδημοκρατικό συμβόλαιο που εκπροσωπούσε το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου στο πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του ’80, δηλαδή το στοιχείο που επέτρεπε τη συντήρηση μιας έστω αποδυναμωμένης σχέσης εκπροσώπησης των εργαζόμενων τάξεων από το σοσιαλδημοκρατικό ΠΑΣΟΚ. Η κυβέρνηση Σημίτη αναίρεσε και τους τελευταίους όρους εκπροσώπησης των εργαζόμενων τάξεων από το ΠΑΣΟΚ. Προσπάθησε να πείσει τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις πως η ιδιοτέλεια του κεφαλαίου ταυτίζεται με τη μελλοντική γενική ευημερία ακριβώς εκείνη την εποχή κατά την οποία η κυβέρνηση αδυνατούσε να μειώσει την ανεργία: η κερδοφορία βελτιώθηκε επί σειρά ετών (βρίσκεται σήμερα σε ύψη παραπλήσια της «χρυσής εποχής» του ελληνικού καπιταλισμού 1960-1973) και η ανεργία αυξάνεται έτσι ώστε να υπερβαίνει, πλέον, τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κυβέρνηση Σημίτη ενέτεινε τις προσπάθειες για μείωση του μη μισθολογικού κόστους, για δραστικό περιορισμό των πρωτογενών δαπανών του δημοσίου, για αδρανοποίηση των συλλογικών συμβάσεων, για ευελιξίες στην αγορά εργασίας κ.λπ. Αυτή ήταν η πρώτη διαδικασία, που οδηγούσε πολυπληθή στρώματα των υποτελών κοινωνικών τάξεων σε επιδείνωση της κατάστασής τους και σε αποδυνάμωση της πολιτικής ηγεμονίας του νέοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα. Αναπτύχθηκε όμως και μια δεύτερη διαδικασία, η οποία λειτούργησε στην αντίθετη κατεύθυνση: η ανάπτυξη του καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού επέτρεψε στο ΠΑΣΟΚ να αποκτά νέα ερείσματα στη νέα μικροαστική τάξη (με την έννοια που ο Νίκος Πουλαντζάς αποδίδει στον όρο αυτό). Η διακυβέρνηση του Κώστα Σημίτη κατόρθωσε, χάρη στους κοινοτικούς πόρους, να εισαγάγει τον ελληνικό καπιταλισμό σε περίοδο οικονομικής άνθησης από το 1996 μέχρι το 2004. Η άνθηση αυτή στηρίζεται στα μεγάλα δημόσια έργα και αυξάνει τα εισοδήματα από επιχειρηματική δραστηριότητα και προσόδους. Ταυτοχρόνως, υπήρξε άνοδος των πραγματικών αμοιβών εργασίας κατά την περίοδο 1995-1999 της τάξης του 15%. Παρά το γεγονός ότι (α) μετά την αφαίρεση των φόρων, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα παρουσίασε αύξηση μόνον κατά 10%, (β) οι εν λόγω αυξήσεις της αμοιβής εργασίας προέρχονται σε κάποιο βαθμό από την αύξηση των υπερωριών (δηλαδή από την επέκταση του εργάσιμου χρόνου και τη συμπληρωματική απασχόληση, τη «δεύτερη δουλειά»), και (γ) οι αυξήσεις αυτές απλώς αναπληρώνουν τις απώλειες των πραγματικών μισθών της περιόδου Μητσοτάκη, κατά τα φαινόμενα (όπως, δηλαδή, δείχνουν οι δημοσκοπήσεις), η βελτίωση αυτή επέδρασε θετικά στη δημόσια «εικόνα» του ΠΑΣΟΚ. Στην ίδια κατεύθυνση συνέβαλαν τα δημόσια έργα, και στην Αθήνα ιδιαίτερα, η λειτουργία του μετρό, του αεροδρομίου, των μεγάλων οδών, η άνοδος των εισοδημάτων ιδιοκτησίας των μικροαστικών στρωμάτων, και η άνοδος των μισθών των υψηλόμισθων χάρη στο άνοιγμα της «ψαλίδας» των μισθών (πίσω από την πολύ μικρή άνοδο του 10% στην αγοραστική δύναμη του μέσου μισθού, στην περίοδο 1996-2004, κρύβεται μια μείωση κατά 5% του κατώτατου μισθού και μια πολύ μεγαλύτερη αύξηση των υψηλών μισθών). Η πολιτική εκσυγχρονισμού επέτρεψε στο ΠΑΣΟΚ να αποκτήσει νέες κοινωνικές βάσεις, και να ασκήσει μια κάποια γοητεία στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις. Οι δύο παραπάνω διαδικασίες είναι προφανώς αντιθετικές: η μεν πρώτη είναι μια διαδικασία προοδευτικής διάβρωσης της ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού, η δε δεύτερη λειτουργεί ως ανάσχεση στην εν λόγω διάβρωση. Ενώ η πρώτη τείνει να καταδείξει ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι μια ψευδής, παραπλανητική υπόσχεση γενικής ευημερίας, η δεύτερη τείνει στην ανανέωση της υπόσχεσης αυτής. Αυτή η αντίθεση αποτελεί τη βάση της ερμηνείας που επιχειρεί το άρθρο αυτό σχετικά με την επάρκεια του δικομματισμού ως πολιτικό εποικοδόμημα του ελληνικού νεοφιλελευθερισμού.

3. Η πρώτη ηγεμονική πρόταση: Αγορά, Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια

Αγορά, Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια, είναι το περιεχόμενο του νέου ελληνικού συντηρητισμού. Αυτή η σύζευξη, της Αγοράς από τη μια, και του παραδοσιακού ακροδεξιού τριπτύχου από την άλλη, είναι παράδοξη –όμως, μόνον εκ πρώτης όψεως. Η σύζευξη αυτή επιτεύχθηκε με τον εξής τρόπο: Η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού, ως πολιτική και ως ιδεολογία, απαξίωσε τις συλλογικές αξίες της Αριστεράς, όλες εκείνες τις αξίες αλληλεγγύης στο όνομα των οποίων αυτή, η Αριστερά, ενοποιούσε σε πολιτικό σχέδιο όλες τις μορφές αντίστασης στον καπιταλισμό, στις ανισότητες, τον αυταρχισμό, την εκμετάλλευση, τον ευτελισμό και τη βαρβαρότητα που αυτός παράγει. Στη θέση του Κράτους Πρόνοιας και της ιδεολογίας της κοινωνικής αλληλεγγύης, ο νεοφιλελευθερισμός εγκατέστησε το γυμνό συμφέρον του χρήματος, τον ανταγωνισμό και το ατομικό συμφέρον ως προϋπόθεση της συλλογικής ευημερίας. Αυτό αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο κοινωνικοποιούνται τα άτομα: ενώ στη διάρκεια των σαράντα περίπου ετών μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, η κοινωνικοποίηση των ατόμων πραγματοποιείτο με αναφορά σε συλλογικές αξίες, περνούσε από το Κράτος Πρόνοιας (στα δεκαπέντε χρόνια που ακολούθησαν τη μεταπολίτευση), αναφερόταν στην ιδιότητα του πολίτη και τη συγκρότηση συλλογικοτήτων βασισμένων στις ιδεολογίες της αλληλεγγύης[3], στα χρόνια του νεοφιλελευθερισμού η κοινωνικοποίηση των ατόμων πραγματοποιείται μέσα από την αγορά. Κάθε άτομο, με τα εφόδια που απέκτησε, είτε από εύνοια της τύχης είτε με προσωπική προσπάθεια, ρίχνεται στην αρένα των αγορών για να αξιοποιήσει το προσωπικό του «κεφάλαιο» (την ατομική του περιουσία και το «ανθρώπινο κεφάλαιό» του, τις προσωπικές του ικανότητες και φιλοδοξίες). Αλλά να ζεις έτσι, να σε συνδέει με τους άλλους μόνον η αγορά, δηλαδή το γυμνό ατομικό συμφέρον, είναι δυσβάσταχτο, όταν είσαι ένας από αυτούς που έχασαν στο παιχνίδι της αγοράς. Η κυριαρχία του απόλυτου ατομικισμού είναι αφόρητη για τους «ηττημένους της αγοράς» και από αυτό απορρέει «η επιστροφή σε παλιούς χάρτες»[4] που καθοδηγούσαν τα άτομα στην ατομική και συλλογική τους ζωή, σε γνώριμα και ασφαλή τοπία: στη Θρησκεία (που προσφέρει παρηγοριά), στο Έθνος και στον Αθλητισμό (που προσφέρουν ταυτότητα), στην Οικογένεια και την Αστυνομία (που προσφέρουν ασφάλεια). Έτσι, η κυριαρχία της Αγοράς και η ήττα των ιδεολογιών της Αριστεράς, δηλαδή των αξιών της κοινωνικής αλληλεγγύης, οδήγησαν στην αναβίωση των πιο αντιδραστικών συλλογικών ιδεολογιών: Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια· ο νεοφιλελευθερισμός πέτυχε αυτό που δεν πέτυχε η δικτατορία του ’67. Η ιδιότητα του πολίτη είναι πλέον μια υποβαθμισμένη ιδιότητα για τους «ηττημένους της αγοράς»· είναι μια ιδιότητα που τείνει να παραχωρήσει τη θέση της σε μια νέα μορφή υπηκόου, καταναλωτή, πατριώτη, τηλεθεατή, φιλάθλου και θρησκευόμενου οικογενειάρχη. Η ΝΔ εκπροσωπεί προνομιακά αυτόν τον κόσμο, τους «ηττημένους της αγοράς», τον νέο ελληνικό συντηρητισμό –και μεμιάς αποκτά λαϊκή συντηρητική βάση. Παρά το γεγονός ότι οι αναφορές στη θρησκεία έχουν υποχωρήσει από τον «επίσημο» λόγο της ΝΔ και η Πατρίδα εμφανίζεται πλέον απόλυτα υποταγμένη στις ευρωπαϊκές προτεραιότητες, η Δεξιά παραμένει ο κυριότερος εκφραστής του παραδοσιακού τριπτύχου Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια. Τα στοιχεία των ερευνών της VPRC που παρουσίασε ο Χριστόφορος Βερναρδάκης στην Αυγή της 8ης Φεβρουαρίου 2004 επιβεβαιώνουν τη στροφή των προλεταριοποιημένων στρωμάτων, των «μη εξασφαλισμένων» και όσων αντιμετωπίζουν δυσκολίες ή μεγάλες δυσκολίες εξαιτίας του χαμηλού εισοδήματός τους, προς τη Δεξιά. Δεν είναι τυχαίο που η ΝΔ εμφανίζεται ως «κοινωνικά ευαίσθητη» και προβάλλει μια εικόνα οικονομικής εξαθλίωσης, διότι η ΝΔ επιδόθηκε σε μια προσπάθεια προσεταιρισμού όλων των κοινωνικών αντιστάσεων στις πολιτικές καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης και εκκαθάρισης που προώθησαν οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ. Κι’ αν όλα αυτά ισχύουν, τι είναι προοδευτικό σήμερα; Ο πολιτικός φιλελευθερισμός, «φυσικό συμπλήρωμα» του οικονομικού φιλελευθερισμού, με την έννοια ότι αναφέρεται στις ίδιες αξίες και στις ίδιες φιλοσοφικές αρχές, επιχειρεί να συγκροτήσει την εναλλακτική πολιτική λύση στον ανερχόμενο νέο ελληνικό συντηρητισμό –λύση η οποία εγγράφεται, και αυτή, στο εσωτερικό του κυρίαρχου νεοφιλελευθερισμού.

4. Ηγεμονική πρόταση δεύτερη: Αγορά, Ατομικά Δικαιώματα,

Ισότητα των Ευκαιριών, Φιλελεύθερη (Συμμετοχική) Δημοκρατία

Με τον όρο του (νεο)φιλελευθερισμού συνηθίσαμε, στην Ελλάδα της τελευταίας εικοσιπενταετίας, να εννοούμε την οικονομική θεωρία και πολιτική που αναφέρεται στην ελεύθερη λειτουργία των αγορών με σκοπό αυτές να καταστούν η ρυθμιστική αρχή της οικονομικής ζωής, αφού υποτίθεται ότι αυτή η ελεύθερη λειτουργία εξασφαλίζει το βέλτιστο αποτέλεσμα για όλους. Περιορίσαμε, έτσι, τον όρο του φιλελευθερισμού στο πεδίο της οικονομίας παρόλο που αυτός, εκ παραδόσεως αναφέρεται και σε φιλοσοφικές αρχές και προσδιορίζει μια πολιτική κατεύθυνση. Βεβαίως, ο όρος του «πολιτικού φιλελευθερισμού» καλύπτει περισσότερες παραδόσεις (ο αμερικανικός φιλελευθερισμός, π.χ., αποτελεί ιδιαίτερη κεντροαριστερή παράδοση) που συγκλίνουν σε μια σειρά γενικά αποδεκτών αρχών, οι οποίες –έστω κατά προσέγγιση-- έχουν ως εξής: Ο φιλελευθερισμός είναι μια πολιτική κατεύθυνση που ευνοεί την αλλαγή και τη μεταρρύθμιση, τη μέγιστη δυνατή ατομική ελευθερία (όπως αυτή διασφαλίζεται από τον νόμο) και την προστασία των πολιτικών ελευθεριών, την ισότητα και την ανοχή των αντίθετων απόψεων και της αλλαγής, την αποδέσμευση από τον αυταρχισμό, τον ακραίο εθνικισμό και τον ρατσισμό. Ο πολιτικός φιλελευθερισμός επιδιώκει την ενίσχυση της προσωπικής ελευθερίας και της ανοχής, και θέλει να πραγματοποιήσει εκείνες τις πολιτικές αλλαγές που είναι αναγκαίες για την επίτευξη αυτών των στόχων. Ο φιλελευθερισμός, γενικά, ευνοεί την αντιπροσωπευτική αποκεντρωμένη δημοκρατία, την ποικιλία των πολιτισμών που είναι παρόντες σε μια κοινωνία (multiculturalism) και τον πολιτισμικό σχετικισμό. Οι φιλελεύθεροι του δέκατου ένατου αιώνα πίστευαν όλοι στον περιορισμό της κυβέρνησης και οι σύγχρονοι Ευρωπαίοι φιλελεύθεροι παραμένουν πιστοί σε αυτήν την παράδοση. Αν ακούσουμε προσεκτικά τι λέει ο Παπανδρέου ο 3ος, θα διαπιστώσουμε ότι στους λόγους του και στα γραπτά του εκφωνεί ένα πρόγραμμα πολιτικού φιλελευθερισμού: Επιζητεί «μία κοινωνία ζωντανή, δημιουργική, ευρύχωρη που μέσα της ο πολίτης στέκεται πάνω από την ανάγκη εξουσιαστικών καταναγκασμών και απρόσωπων οικονομικών και κρατικών δομών. Μία κοινωνία που δεν κυριαρχείται από τη ξενοφοβία, την ηθική των αποκλεισμών, τον μυωπικό εθνικισμό, την παρασιτική απασχόληση, το γκέτο. Μία κοινωνία ίσων δυνατοτήτων, ευκαιριών και αξιοκρατικών επιλογών ενεργού αλληλεγγύης». Ως γνήσιος φιλελεύθερος επιζητεί «τη διάδοση ενός κλίματος και μιας στάσης ζωής ανεκτικότητας προς το διαφορετικό, το ξένο. Όχι για λόγους φιλανθρωπικούς, αλλά βαθιά κοινωνικούς και πολιτικούς. Το διαφορετικό είναι πλούτος για την κοινωνία. Η πολυπολιτισμική κοινωνία είναι το μόνο ρεαλιστικό σχέδιο για την Ευρώπη του 21ου αιώνα». Για τη διακυβέρνηση, ο Παπανδρέου ο 3ος θέλει να οπλίσει «το πολιτικό σύστημα με θεσμούς πολιτικής, δημοκρατικής διαβούλευσης και διαλόγου αλλά και άμεσης δημοκρατίας. (…) το δικαίωμα συμμετοχής στην ηλεκτρονική δημοκρατία, σε νέες μορφές αντιπροσώπευσης, στην Αυτοδιοίκηση, στα Συνδικάτα, σε νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, στις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, έτσι ώστε να δημιουργήσουμε τον ισχυρό και ενεργό πολίτη». Το όραμα του Παπανδρέου του 3ου είναι ένας πολίτης απαιτητικός για τα δικαιώματά του, που θα εξυπηρετείται από το κράτος, θα είναι συμμέτοχος στη διοίκησή του, που θα διαδηλώνει για τη ρύπανση σε κάποια άλλη γωνιά της γης, θα εμπνέεται «από τον γιατρό κάποιας μη κυβερνητικής Οργάνωσης που πάει για να γιατρέψει πληγές σε πολέμους» ή από «τη μάνα που είναι εθελόντρια τροχονόμος στο σχολείο της γειτονιάς της». Βασικό στοιχείο του πολιτικού φιλελευθερισμού του Παπανδρέου του 3ου είναι η νέα σχέση κράτους και πολίτη η οποία συνίσταται σε αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «συμμετοχική δημοκρατία», εννοώντας με αυτό (α) την Associative Democracy του Paul Hirst, δηλαδή τη διοικητική αποκέντρωση μέσω της ανάπτυξης εθελοντικών ενώσεων πολιτών που θα αναλαμβάνουν λειτουργίες της κρατικής μηχανής, η οποία θα περιορίζεται στη χρηματοδότηση και τον προσδιορισμό του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας αυτών των ενώσεων, (β) την ανάπτυξη των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, (γ) την «ηλεκτρονική δημοκρατία» και τα δημοψηφίσματα. Με αυτόν τον τρόπο, το φιλελεύθερο κράτος θα περιορισθεί ως προς το μέγεθός του, θα απεκδυθεί ορισμένων λειτουργιών του, θα γίνει λιγότερο παρεμβατικό και θα εξασφαλίζει τη συναίνεση μέσω του δημοσίου διαλόγου. Ο πολιτικός φιλελευθερισμός του Παπανδρέου του 3ου και των συνεργατών του φιλοδοξεί να συγκροτήσει την εναλλακτική λύση στον νέο ελληνικό συντηρητισμό του τετράπτυχου Αγορά, Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια αντιπαραθέτοντας τις δικές του αξίες Αγορά, Ατομικά Δικαιώματα, Ισότητα των Ευκαιριών, Active Citizenship. Από όπου προκύπτει και ένα μεγάλο μέρος της γοητείας που ασκεί ο Παπανδρέου ο 3ος σε μια μερίδα ψηφοφόρων, αλλά και στελεχών της Αριστεράς. Υπάρχουν, άραγε, οι συνθήκες για την άνοδο του πολιτικού φιλελευθερισμού στην Ελλάδα και τη συγκρότησή του σε ισχυρή εναλλακτική λύση ως προς τον νέο ελληνικό συντηρητισμό, ο οποίος εμφανίζεται ως η ισχυρή πλευρά της αντιπαράθεσης –τουλάχιστον μέχρι σήμερα. Με άλλα λόγια: Η αυξανόμενη ελευθερία του κεφαλαίου να αγοράζει και να καταναλώνει την εργασιακή δύναμη με τους δικούς του όρους είναι μια βασική κατάκτηση του νεοφιλελευθερισμού, η οποία έχει δημιουργήσει μια κοινωνία της διακινδύνευσης και της ανασφάλειας, όπου η αποδιάρθρωση των συλλογικών εργασιακών ταυτοτήτων, η αποδυνάμωση της αλληλεγγύης, οι απολύσεις, η δεύτερη αγορά εργασίας, η απόγνωση, οδηγούν τους «ηττημένους της αγοράς» στον φονταμενταλισμό της Ορθοδοξίας, στην ανάδειξη της Οικογένειας σε κοινωνικό οχυρό και μονάδα οικονομικής μάχης, στη Θρησκεία ως κατευναστικό και στην Πατρίδα και τον Αθλητισμό ως αντίδοτο της μοναξιάς –αυτή είναι η υλική βάση του νέου ελληνικού συντηρητισμού. Μπορούμε, άραγε, να προσδιορίσουμε μιαν αντίστοιχη υλική βάση για τον πολιτικό φιλελευθερισμό; Υπάρχουν τουλάχιστον δύο τέτοιες, υλικές, βάσεις επί των οποίων μπορεί να στηριχθεί ο πολιτικός φιλελευθερισμός στην Ελλάδα: Πρώτον, εκτός από αυτούς που αναγνωρίζουν τους «ηττημένους της αγοράς» υπάρχουν και αυτοί που αναγνωρίζουν τον εαυτό τους ως «νικητές», δηλαδή αυτοί που ρίχτηκαν στο παιχνίδι του ανταγωνισμού και κέρδισαν μιαν άνετη, εύπορη ή έστω ανεκτή –από υλική άποψη— ζωή, στην οποία η διακινδύνευση και η ανασφάλεια επιβραβεύονται με την επαγγελματική επιτυχία και την κοινωνική άνοδο. Όσο και αν είναι αμφίβολο αν τα ωφελήματα που αποκομίζουν οι «νικητές» αξίζουν το αντίτιμο που καταβάλλουν, και αν απόκτησαν έτσι μια ζωή που αξίζει τον κόπο να την ζεις, οπωσδήποτε η κατάστασή τους είναι ριζικά διαφορετική από την κατάσταση των «ηττημένων». Σε αντίθεση με αυτούς, οι «νικητές της αγοράς» δεν έχουν κανέναν λόγο (πέραν των γνωστών πατροπαράδοτων δεσμών των Ελλήνων μικροαστών με τον παλαιό συντηρητισμό) να στραφούν στις παραδοσιακές αξίες. Αντιθέτως, η κοινωνική και οικονομική τους άνοδος συνδέθηκε με την πολιτική του αστικού εκσυγχρονισμού του Κώστα Σημίτη. Αυτό έχει επιπτώσεις στη συνείδηση, την ιδεολογία δηλαδή, και την πολιτική στάση των νικητών της αγοράς, με τον εξής τρόπο: Ο νεοφιλελευθερισμός είναι η μορφή της αστικής ηγεμονίας στην περίοδο της κεφαλαιοκρατικής αναδιάρθρωσης επειδή διαθέτει δύο ιδιότητες. Πρώτον, εκφράζει το ιδιοτελές συμφέρον της αστικής τάξης στο σύνολό της: προτείνει την απελευθέρωση της αγοράς εργασίας, την αποδυνάμωση των εργατικών ενώσεων, την ανάπτυξη της πρόσκαιρης και μερικής απασχόλησης, τις κάθε είδους ευελιξίες. Δεύτερον, εμφανίζει το ιδιοτελές συμφέρον του κεφαλαίου ως γενικό συμφέρον. Διότι, σύμφωνα με το βασικό θεώρημα του νεοφιλελευθερισμού, η επίθεση εναντίον των εργατικών συνδικάτων, η απορύθμιση του θεσμικού πλαισίου των εργασιακών σχέσεων, η επιδείνωση των όρων πώλησης και κατανάλωσης της εργασιακής δύναμης, η αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος της εργασίας, δεν είναι απλώς προς όφελος του κεφαλαίου, αλλά είναι ο μοναδικός δυνατός τρόπος να μειωθεί η ανεργία, να αυξηθούν τα εισοδήματα και η γενική ευημερία. Προτείνεται ως η μοναδική πολιτική που προάγει το γενικό συμφέρον, ακόμη και αν πρόσκαιρα συνεπάγεται ορισμένες θυσίες εκ μέρους των εργαζόμενων τάξεων. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, ο νεοφιλελευθερισμός λειτουργεί και ως υπόσχεση. Η αξιοπιστία του κρίνεται μακροπρόθεσμα από τη σύγκριση της εν λόγω υπόσχεσης με την τελική έκβαση των πραγμάτων. Η σύγκριση αυτή, λοιπόν, γίνεται από τις εργαζόμενες τάξεις, μετά από τα χρόνια 1996-2001, και δείχνει στους μεν, στους «ηττημένους της αγοράς» ότι η υπόσχεση του νεοφιλελευθερισμού για άνοδο του γενικού συμφέροντος ήταν μια ψευδής υπόσχεση , πλην όμως, δείχνει στους δε, στους υποτιθέμενους «νικητές της αγοράς» ότι η νεοφιλελεύθερη υπόσχεση ήταν αληθής. Απόδειξη αποτελεί η δική τους επαγγελματική επιτυχία και κοινωνική άνοδος. Η υπόσχεση του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα δεν τηρήθηκε για τη μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων και των ανέργων, με αποτέλεσμα μια μερίδα τους (η μεγαλύτερη) να στρέφεται δεξιά, στον νέο ελληνικό συντηρητισμό (που αποκτά έτσι ευρεία λαϊκή βάση), ενώ μια άλλη μερίδα τους (μειοψηφική) παραμένει στην Αριστερά (αν κρίνουμε από τα στοιχεία της VPRC, στο ΚΚΕ). Η ίδια υπόσχεση όμως τηρήθηκε για τους νικητές της αγοράς, δηλαδή για ευρέα μικροαστικά στρώματα (που κατόρθωσαν ενίοτε να προσδώσουν στον νεοφιλελευθερισμό τα εθνικά χρώματα ενσωματώνοντας στον ανταγωνισμό της αγοράς, τις παραδοσιακές πελατειακές σχέσεις και τους μηχανισμούς διατήρησης προσόδων, ορισμένες ανορθόδοξες --από καπιταλιστική άποψη-- μεθόδους επικράτησης και ανάδειξης και λοιπές ευελιξίες «παλαιάς κοπής»). Αυτή η μερίδα της μικροαστικής τάξης που συγκροτείται έτσι, τείνει αυθόρμητα στην υιοθέτηση της ιδεολογίας και των αξιών του νεοφιλελευθερισμού, διότι αυτές αντιστοιχούν πλέον στην υλική υπόσταση της ύπαρξής τους. Υπάρχει ως εκ τούτου μια ταξική, υλική βάση επί της οποίας μπορεί να αναπτυχθεί ο πολιτικός φιλελευθερισμός ως συνέχεια και συμπλήρωμα της πολιτικής του εκσυγχρονισμού του Κώστα Σημίτη (δηλαδή της πολιτικής εκείνης που κατέστησε την αγορά βασική ρυθμιστική αρχή της οικονομίας και της κοινωνίας). Μάλιστα, αυτή η ταξική βάση επιτρέπει στο ΠΑΣΟΚ ως κόμμα των «νικητών της αγοράς» να επαγγέλλεται έναν τουλάχιστον εξίσου ακραίο νεοφιλελευθερισμό με τη ΝΔ (αποκρατικοποίηση ΑΕΙ, ανασφάλιστη εργασία και παράταση ορίου συνταξιοδότησης, συνένωση Υπ. Παιδείας και Εργασίας κ.ο.κ.). Υπάρχει, δηλαδή, ένας «λαός του εκσυγχρονισμού» που αποτελείται από ευρέα στρώματα της (νέας) μικροαστικής τάξης, των μικροεπιχειρηματιών και των αυτοαπασχολουμένων, τα οποία αναγνωρίζουν τον εαυτό τους ως «νικητές της αγοράς» και τείνουν αυθόρμητα, δηλαδή αναγκαστικά, στην ιδεολογία του φιλελευθερισμού –οικονομικού και πολιτικού. Στο σημείο αυτό εισέρχεται στη σκηνή ο Παπανδρέου ο 3ος, ο οποίος δεν έχει τίποτα να προσθέσει στον οικονομικό φιλελευθερισμό που επικρατεί στην Ελλάδα από το 1986, διότι τον ακολουθεί πιστά, πλην όμως έχει να προσθέσει τη δική του συμβολή στον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό με τον πολιτικό φιλελευθερισμό που εκπροσωπεί. Η δεύτερη υλική βάση για την ανάπτυξη του πολιτικού φιλελευθερισμού στην Ελλάδα είναι η έκρηξη της ατομικότητας –εννοώντας με αυτόν τον όρο, την υποκειμενική αντίληψη των σχέσεων που διατηρούμε έκαστος εξ ημών με τον κόσμο ως μοναδικές και πρωτότυπες και ως μη δυνάμενες να αναχθούν σε κάποια υπόσταση πέραν της προσωπικότητάς μας. Η έκρηξη της ατομικότητας, πλευρά της οποίας αποτελεί και η ανάδυση του lifestyle, βρίσκεται στο σταυροδρόμι περισσοτέρων ρευμάτων. Προέκυψε, καταρχάς, ως απάντηση στη μελαγχολική ζωή και το σκυθρωπό ύφος στο οποίο η Αριστερά καταδίκασε γενιές ολόκληρες στη δεκαετία του ’70 και του ’80. Προέκυψε, επίσης, από την αποδιάρθρωση των συλλογικοτήτων της Αριστεράς, τη συνακόλουθη απογοήτευση, τον επανακαθορισμό των ατομικών επιλογών και την απαξίωση των συλλογικών αξιών της Αριστεράς. Τέλος, προέκυψε –και αυτό είναι το σημαντικότερο— από ριζοσπαστικές αλλαγές στην καπιταλιστική παραγωγή που άλλαξαν τη χρησιμότητα των εμπορευμάτων και αναστάτωσαν τον τρόπο κατανάλωσης. Με σημείο εκκίνησης τις στρατηγικές διαφοροποίησης των εμπορευμάτων που εφαρμόζουν οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις ως απάντηση στα προβλήματα της μεγάλης διαρθρωτικής κρίσης του καπιταλισμού που ξεκίνησε τριάντα χρόνια πριν, τα σύγχρονα εμπορεύματα προσφέρονται σε μεγάλη ποικιλία και έχουν ενσωματώσει ως σημαντικό στοιχείο τους ιδιότητες που απευθύνονται στη φαντασία, στην αισθητική και στη φαντασίωση. Σε αυτό το παιχνίδι εντάσσεται ο «εκδημοκρατισμός» των ειδών πολυτελείας και το κυνήγι του brand name. Στην τάση αυτή, της μετατροπής των εμπορευμάτων χάρη στην ενσωμάτωση ιδεολογικών, φαντασιακών και ονειρικών στοιχείων στην αξία χρήσης τους, προστίθεται και άλλοι κλάδοι της καπιταλιστικής παραγωγής (τηλεοπτικό θέαμα, βιομηχανία της διασκέδασης κ.λπ.) που παράγουν εμπορεύματα τα οποία απευθύνονται αποκλειστικά στη φαντασία, την αισθητική και την ιδεολογία. Η διαφοροποίηση και η ποικιλία των εμπορευμάτων επιτρέπει τη συνέχιση της ιδιωτικής κατανάλωσης πέραν εκείνων των ορίων που θα είχε θέσει ο κορεσμός των αγορών αν τα εμπορεύματα είχαν παραμείνει αμετάβλητα. Η ανανέωση των παραδοσιακών προϊόντων της δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης και του 20ου αιώνα καταργεί τον κορεσμό των αγορών. Η διαφοροποίηση των εμπορευμάτων και η ενσωμάτωση των φαντασιακών στοιχείων στο εμπόρευμα αποτελεί αλλαγή πρώτου μεγέθους σε ό,τι αφορά την ιδεολογία και τους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς του Κράτους. Η διαφήμιση, παραγωγός φαντασιώσεων και διαχειριστής συμβόλων, παίρνει τη θέση της μεταξύ των Ιδεολογικών Μηχανισμών του Κράτους (με την αλτουσεριανή έννοια του όρου) και καθίσταται ένας κλάδος της βιομηχανίας, της παραγωγικής εργασίας. Από αυτά απορρέει η σύγχρονη έκρηξη της ατομικότητας[5], η επιδίωξη της ατομικής διάκρισης, η εξύμνηση της «προσωπικότητας», της «προσωπικής γνώμης» και του «προσωπικού γούστου», όπου καθένας μπορεί να αναγνωρίσει την ατομικότητά του στο καλάθι εμπορευμάτων (αγαθών και υπηρεσιών) που καταναλώνει, διότι είναι μοναδικό –τόσο μεγάλη είναι η ποικιλία των εμπορευμάτων ώστε επιτρέπει στον καθένα να έχει το «μοναδικό» του καλάθι, στο οποίο αντικατοπτρίζεται η ατομικότητά του. Η διαφήμιση εγκαλεί τα άτομα ως υποκείμενα μέσα από την κατανάλωση ενός «μοναδικού καλαθιού εμπορευμάτων» ως αντανάκλαση της ατομικότητας. Το lifestyle είναι η μορφή της αστικής ιδεολογίας της «προσωπικότητας» που συνοδεύει τον σύγχρονο τρόπο κατανάλωσης εμπορευμάτων. Ο πολιτικός φιλελευθερισμός μπορεί να δώσει πολιτική έκφραση σε αυτήν την έκρηξη της ατομικότητας, διότι αναφέρεται κατεξοχήν στο άτομο, στον πολίτη-άτομο. Αποτελεί μορφή ηγεμονίας που προϋποθέτει το άτομο ως στοιχειώδες σωματίδιο της κοινωνίας: σε αυτό απευθύνεται πρωτίστως και όχι στην κοινωνία. Για πολλούς φιλελεύθερους η κοινωνία δεν υπάρχει καθαυτή’ υπάρχουν τα άτομα των οποίων η δράση συνθέτει αυτό που εμφανίζεται ως κοινωνία[6]. Ο ενεργός πολίτης του Παπανδρέου του 3ου, δεν συγκροτεί συλλογικές οργανώσεις των οποίων η δράση έχει ως σημείο πρόσκρουσης το κράτος ή το κεφάλαιο. Αντιθέτως, πρόκειται για τον πολίτη-άτομο, έναν μάλλον μοναχικό πολίτη, ο οποίος διατηρεί με το κράτος προσωπική σχέση (σχέση καλή, λειτουργική, που τον υπηρετεί) και ο οποίος, στην καλύτερη περίπτωση συμμετέχει σε δημοψηφίσματα ή σε διαδικασίες διαβούλευσης ως έκφραση της «κοινωνίας των πολιτών», ή σε εθελοντικές ενώσεις πολιτών που τον διαμεσολαβούν έναντι του κράτους ή της αγοράς. Ο πολίτης δεν εντάσσεται σε αυτόνομες οργανώσεις των υποτελών κοινωνικών τάξεων, αλλά σε μηχανισμούς ενσωμάτωσης στην κρατική μηχανή. Η πολιτική δεν είναι ζήτημα κοινωνικών τάξεων, αλλά ατόμων, προσώπων. Αυτή η αντίληψή του Παπανδρέου του 3ου εμφανίζεται και σε όσα, κατά τα φαινόμενα, ασαφώς πλην όμως επίμονα αναφέρει σχετικά με τον μετασχηματισμό του κόμματός του σε οργάνωση ανοιχτή, δικτυακής μορφής, ηλεκτρονικής δημοκρατίας κ.λπ. Με αυτά τα δεδομένα, ο λόγος του Παπανδρέου του 3ου μπορεί να προσφέρει πολιτικοποίηση στο διογκούμενο ρεύμα ατομικότητας που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία. Σε μια κοινωνία που ήδη αντιλαμβάνεται τον πλούτο και την αφθονία μέσα από την ατομική κατοχή (τα ιδιωτικά αγαθά) και όχι τη συλλογική χρήση (τα δημόσια αγαθά), που αποθεώνει την ατομικότητα και την ατομική κοινωνική άνοδο, ο πολιτικός φιλελευθερισμός διαθέτει υλική βάση επί της οποίας μπορεί να αναπτυχθεί περαιτέρω η κοινωνική συμμαχία μεταξύ των σύγχρονων επιχειρηματικών μερίδων με μεσαία και ανώτερα στρώματα μικροαστών «νικητών της αγοράς». Ταυτοχρόνως, ο πολιτικός φιλελευθερισμός, μέσω της ευαισθησίας που επιδεικνύει για την ισότητα στις ευκαιρίες, τα ατομικά δικαιώματα και τις λιγότερο ευνοημένες ομάδες του πληθυσμού (τσιγγάνοι, μετανάστες κ.λπ.) μπορεί να αποδειχθεί αρκετά ελκυστικός και για μια μερίδα των πιο αδύναμων κοινωνικών κατηγοριών που δεν μπορούν να παρακολουθήσουν τις αλλαγές και ως εκ τούτου χρειάζονται το δίχτυ προστασίας[7] που υπόσχεται ο σύγχρονες φιλελευθερισμός. Είναι αλήθεια πως ακόμη δεν έχει γίνει σαφές τι είδους ακριβώς είναι ο φιλελευθερισμός του Παπανδρέου του 3ου, αν οι κύριες αναφορές του προέρχονται από τον Αμερικανικό Φιλελευθερισμό, τον Κλασικό Φιλελευθερισμό του 19ου αιώνα, ή από κάποιο άλλο ιστορικό ρεύμα του φιλελευθερισμού. Στον βαθμό, ωστόσο, που ο χρόνος περνάει, οι προθέσεις και οι ιδέες του νέου αρχηγού του ΠΑΣΟΚ θα διευκρινίζονται και μαζί τους θα διευκρινίζονται και οι πιθανότητες ο πολιτικός φιλελευθερισμός να συγκροτηθεί σε εναλλακτική λύση του νέου ελληνικού συντηρητισμού.

5. Η διαφορά μας με τον φιλελευθερισμό είναι διαφορά αξιών

Ο Ρεζί Ντεμπρέ, κάνει κάπου την παρατήρηση ότι στην πολιτική πρέπει να ονειρεύεσαι μεγάλες λεωφόρους για να μπορείς να κάνεις μικρά βήματα. Η έκλειψη της μεγάλης πολιτικής, της πολιτικής των «μεγάλων λεωφόρων» στις οποίες αναφέρεται ο Γάλλος φιλόσοφος, είναι το αποτέλεσμα της ήττας της ιστορικής Αριστεράς και της εδραίωσης του νεοφιλελευθερισμού ως μοναδικής δυνατής πολιτικής και «ενιαίας σκέψης». Η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού είναι τόσο ισχυρή ώστε περιόρισε την πολιτική στα ασφυκτικά πλαίσια της διαχείρισης του τρέχοντος, της τεχνοκρατικής παρέμβασης στα σημεία τριβής του συστήματος, και το χειρότερο απ’ όλα, αφαίρεσε έτσι από την πολιτική τη γοητεία της. Σε αυτό το πλαίσιο ανήκει το «όνειρο» του Γιώργου Παπανδρέου. Είναι όραμα έλασσον σε αστραφτερή συσκευασία. Διότι, οι φιλοδοξίες του είναι διαχειριστικές, είναι όνειρο διευθέτησης ενός συστήματος διακυβέρνησης που δεν αντιστοιχεί πια στις απαιτήσεις του σύγχρονου καπιταλισμού --του καπιταλισμού που αναγνωρίζει την κυριαρχία της Αγοράς ως υπέρτατο ρυθμιστή της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Το «όνειρο» του Γιώργου Παπανδρέου δεν εκφράζει κάποια φιλοδοξία αλλαγής της κοινωνίας, αλλά μόνο μια άνυδρη φιλοδοξία διευθέτησης των δυσλειτουργιών που δημιουργεί η ίδια η νεοφιλελεύθερη πολιτική. Ένας ήρωας της Σώτης Τριανταφύλλου, που, όπως συμβαίνει στα μυθιστορήματά της, είναι ονειροπόλος, εύχεται για την κοινωνία στην οποία ζει «κάτι καλό να συμβεί, και να συμβεί τώρα». Προφανώς δεν εννοεί να εξαλειφθούν οι ουρές στην εφορία, ούτε να μας ενημερώνει η κρατική μηχανή για τα νομοσχέδια που θα ήθελε να ψηφισθούν και να ρωτάει την γνώμη μας, ούτε να μπορούν οι σύλλογοι γονέων να ιδρύουν σχολεία, ούτε να έρχεται το λεωφορείο στην ώρα του. Αυτά δεν είναι όνειρα, είναι διοικητικές διευθετήσεις που θα έπρεπε να θεωρούνται αυτονόητες λειτουργίες κάθε πολιτισμένης χώρας, όχι να παρουσιάζονται ως όραμα. Όσο για την περίφημη συμμετοχική δημοκρατία, που προωθείται ως όραμα, αφορά κυρίως διαδικασίες διαβούλευσης και διακυβέρνησης επί δευτερευόντων ζητημάτων. Διότι, προφανώς μπορεί να έχει ο καθένας μας μια οθόνη υπολογιστή στο σπίτι του ή σε έναν δημόσιο χώρο με πλήκτρα Ναι/Όχι ώστε να συμμετέχει στις αποφάσεις, πλην όμως χρειάζεται επιπλέον κάποιος να διατυπώνει τα προβλήματα, να θέτει τα ερωτήματα στα οποία θα κληθούν να απαντήσουν οι πολίτες. «Φαίνεται αναπόφευκτο ότι πρέπει να αποφασίζει κάποιο κυβερνητικό σώμα για τις ερωτήσεις που θα τεθούν: αυτό δεν θα μπορούσε να ανατεθεί σε ιδιώτες»[8]. Έτσι, καμία από τις κατευθύνσεις της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής δεν θα μπορούσε να τεθεί σε διαπραγμάτευση για χάρη της «συμμετοχικής δημοκρατίας». Σε ολόκληρη την Ευρώπη, η πολιτική αυτή θεωρείται από τις νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις ως δεδομένη, ως αναντικατάστατη, ως πλαίσιο εντός του οποίου θα μπορούσαμε ενδεχομένως να αποφασίζουμε να έρχεται το λεωφορείο στην ώρα του ή να εξαλειφθούν οι ουρές στην εφορία. Με δυο λέξεις: Το άχρωμο όνειρο του Γιώργου Παπανδρέου αφορά σε διευθετήσεις της μεγάλης αρένας της Αγοράς. Αν αυτό το κανιβαλικό παιχνίδι του ατομικού ανταγωνισμού θα διεξάγεται με όρους ισότητας ευκαιριών, καλών σχέσεων του πολίτη με την κρατική μηχανή, κοινωνικής διαβούλευσης και «ασφαλούς καθημερινότητας του πολίτη», χάρη στις εθελοντικές ενώσεις πολιτών[9] της συμμετοχικής δημοκρατίας, όπως ονειρεύεται ο Γιώργος Παπανδρέου, είναι κάτι που έχει σημασία, πλην όμως μικρή. Το όνειρο είναι αλλού. Στα κοινωνικά κινήματα που ζητούν να θέσουμε τους ανθρώπους πάνω από τα κέρδη, τις ζωές μας πάνω από τις απαιτήσεις της αγοράς και την αλληλεγγύη πάνω από το παιχνίδι του γυμνού χρήματος. Τα κινήματα προτείνουν να αναζητήσουμε μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία αυτό που αναγγέλλει το τέλος της, «να μάθουμε να αναγνωρίζουμε ποιος και τι, στη μέση της βαρβαρότητας, δεν είναι βαρβαρότητα, και σε αυτά να κάνουμε χώρο, να τους δώσουμε διάρκεια»[10]. Το όνειρο των κοινωνικών κινημάτων αφορά στην υπέρβαση της Αγοράς, σε έναν κόσμο στον οποίο η βασική ρυθμιστική αρχή δεν θα είναι πια ο ανταγωνισμός και η κερδοσκοπία αλλά η γενναιοδωρία και η αλληλεγγύη –σε έναν κόσμο που θα είναι κάτι καλύτερο από ένα εμπόρευμα.

Η μεγάλη πολιτική επιστρέφει χάρη στα κοινωνικά κινήματα.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, η δική μας Αριστερά πρέπει να προτάξει πριν από όλα τα άλλα τη διαφορά αξιών με τα κόμματα της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης:Πρώτον, ό,τι αντιμάχεται την ιδεολογία και την κυριαρχία των εμπορευματικών σχέσεων, της αγοράς, της πρωτοκαθεδρίας του χρήματος, του ατομικισμού και του ανταγωνισμού, της ιδεολογίας της ατομικότητας, στο όνομα των συλλογικών αξιών της Αριστεράς, της αλληλεγγύης και των θετικών διακρίσεων υπέρ των υποτελών κοινωνικών τάξεων. Ταυτόχρονα όμως και ό,τι μάχεται ενάντια στον σκοταδισμό της θρησκείας, του εθνικισμού και της ιδεολογίας της οικογένειας. Πρέπει να θυμηθούμε και να θυμίσουμε ότι η Εκκλησία και το Έθνος είναι Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους που συνθλίβουν τις δικές μας αξίες, και ότι το Σχολείο και η Οικογένεια είναι τα εργαστήρια των πιο αντιδραστικών ιδεών.Δεύτερον, ότι στο σύστημα των δικών μας αξιών, των αξιών της Αριστεράς, η λογική των αναγκών πρέπει να βρίσκεται πάνω από τη λογική του εμπορεύματος· τα κοινωνικά κινήματα του 21ου αιώνα γράφουν στη σημαία τους: οι άνθρωποι πάνω από τα κέρδη. Τα κινήματα προτείνουν να αναζητήσουμε μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία αυτό που αναγγέλλει τον μετασχηματισμό της, στα δημόσια αγαθά, στον δημόσιο χώρο, στην πρωτοκαθεδρία της λογικής των αναγκών επί της λογικής του καπιταλιστικού εμπορεύματος, στη γενναιοδωρία και στην αλληλεγγύη ενάντια στον ανταγωνισμό, τον ατομικισμό και την ατομικότητα.Τρίτον, ότι στο σύστημα αξιών της Αριστεράς επιζητούμε τη διαφορετική χρήση του πλούτου και της αφθονίας που δημιουργεί η υλική και τεχνολογική βάση της καπιταλιστικής οικονομίας, όχι με τη μορφή της κατοχής και ιδιοκτησίας αλλά με τη μορφή της δημιουργικής εργασίας, της ποικιλίας των κοινωνικών εμπειριών και της πολύπλευρης ανάπτυξης των ικανοτήτων μας –επομένως των δημόσιων αγαθών. «Η καπιταλιστική κοινωνία μας έκανε τόσο ηλίθιους ώστε νομίζουμε πως για να κατέχουμε ένα αντικείμενο πρέπει να το ιδιοποιηθούμε …»Τέταρτον, ότι η πολιτική όπως την γνωρίζουμε σήμερα είναι η αστική πολιτική. Η Αριστερά πρέπει να επιδιώκει την ανάπτυξη της ποικιλίας των μορφών άσκησης της πολιτικής από το πλήθος· την απελευθέρωση της πολιτικής από τα δεσμά της αστικής ιδεολογίας· την ανανέωση των μορφών εκπροσώπησης και πολιτικής παρέμβασης· τις μορφές άμεσης δημοκρατίας.


[1] Νίκος Πουλαντζάς, Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, 2 τόμοι, Θεμέλιο 1975

[2] Ιωακείμογλου Η., Τέλος του αιώνα, τέλος της κρίσης;, Ελληνικά Γράμματα 2001

[3] Η κοινωνικοποίηση δεν σταμάτησε ποτέ, από καταβολής καπιταλισμού, να πραγματοποιείται και μέσω της διάκρισης, συλλογικής, ταξικής ή ατομικής. Εντούτοις, στα τριάντα χρόνια μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, αλλά και στην Ελλάδα, η κοινωνικοποίηση (δηλαδή η διαδικασία συγκρότησης συλλογικών ταυτοτήτων) πραγματοποιείτο και με αναφορά σε συλλογικές αξίες.

[4] Η έκφραση ανήκει στον Έρικ Χόμπσμπομ.

[5] Το βέλος της αιτιότητας πηγαίνει από τη διαφοροποίηση και το εμπόρευμα που απευθύνεται στην φαντασία προς την ατομικότητα και όχι αντίστροφα.

[6] Στην οικονομική «επιστήμη», η αντίληψη αυτή θεωρεί πως τα μακροοικονομικά φαινόμενα προκύπτουν από μικροοικονομικά φαινόμενα. Για τον λόγο αυτό, όσοι ανήκουν στο κύριο ρεύμα των οικονομικών οφείλουν να εξασφαλίζουν την λεγόμενη μικροοικονομική θεμελίωση σε κάθε καινούργια ιδέα που εμφανίζεται στην μακροοικονομική.

[7] Ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη κ.λπ.

[8] Κ. Μπ. Μακφέρσον, Η ιστορική πορεία της φιλελεύθερης δημοκρατίας, Εκδόσεις Γνώση, 1994, σελ.139-141.

[9] Paul Hirst, Associative Democracy, Polity Press 1993

[10] Η φράση ανήκει στον Ίταλο Καλβίνο.