1. Η «εξάρθρωση» των δικαιωμάτων και η υλοποίηση ενός αυταρχικού θεσμικού πλαισίου
Η απίστευτη βιασύνη με την οποία δυστυχώς ακόμη και θεσμικοί παράγοντες της Αριστεράς χαρακτήρισαν το αποτέλεσμα της ολοφάνερα άδικης δίκης της 17 Ν ως... «σεβαστό» [sic] δεν πρέπει να εκπλήσσει. Όταν η εκστόμιση της πιο σκοταδιστικής φράσης που έχει ακουστεί από εισαγγελικά χείλη («και για όσα λησμόνησα, ένοχοι») δεν ήτανε αρκετή για να ξεσηκώσει θύελλα από επιστημονικούς φορείς και κινήσεις υπεράσπισης δικαιωμάτων, όταν το όνειδος που συνέβη στον «Ευαγγελισμό» δεν συγκίνησε τους δικαστές για να το διερευνήσουν σε βάθος, όπως όφειλαν, όταν λήφθηκαν υπόψη προανακριτικές ομολογίες που έγιναν σε περίοδο παράνομης παρακράτησης, όταν επεβλήθησαν 21 φορές ισόβια στον Α. Γιωτόπουλο χωρίς να έχει βρεθεί κανένα θετικό DNA στους τόπους της έρευνας, και όταν πέρασαν απαρατήρητα τα επίθετα με τα οποία κοσμούσε ο πρόεδρος τα μέλη της Οργάνωσης διαρκούσης της διαδικασίας, προοιωνίζοντας το αποτέλεσμα της δίκης (κλέφτες, δολοφόνοι, κ.λπ.), είναι απολύτως βέβαιο ότι το περίφημο κράτος δικαίου, (δηλαδή ο καπιταλισμός της ήπιας εκλεπτυσμένης θεσμικής βίας, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους) έχει ήδη αρχίσει να μεταλλάσσεται και να παραχωρεί τη θέση του σε ένα νέου τύπου «Ολοκληρωτικό Καπιταλισμό», ιδιαίτερα επικίνδυνο για δικαιώματα που κατακτήθηκαν με πολύχρονους κοινωνικούς αγώνες.
Η άδικη απόφαση της Άδικης Δίκης μοιάζει να δίνει, τουλάχιστον από πλευράς πολιτειακής βούλησης, μία οριστική και ξεκάθαρη απάντηση στο δίλημμα «Ελευθερία ή Ασφάλεια;», υπέρ της δεύτερης αναφανδόν, και μάλιστα με τη σιωπηρή συναίνεση της πλειονότητας του πνευματικού κόσμου της χώρας (καθώς μετρημένοι στα δάχτυλα ήταν όσοι τόλμησαν δημόσια να μιλήσουν για «πολιτικό έγκλημα»).
Δίκαιη δεν είναι μία δίκη όταν απλώς είναι καλές οι συνθήκες διεξαγωγής της. Ούτε δίκαιη είναι μία δίκη με μόνο κριτήριο ότι το Στέητ Ντιπάρτμεντ χαιρετίζει την απόφαση του δικαστηρίου. Δίκαιη είναι μία δίκη όταν πρωτίστως δεν παραβιάζεται το Σύνταγμα και η Δικονομία, που δυστυχώς υπέφερε τα πάνδεινα στη συγκεκριμένη δίκη, όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια.
Επειδή οι δικαστικές αποφάσεις στη λεγόμενη «ώριμη αστική δημοκρατία» εκδίδονται στο όνομα του λαού (για να τηρούνται και τα προσχήματα), είναι σκόπιμο να επιχειρηθεί μια εκτενής κριτική της εν λόγω ιστορικής απόφασης. Κάθε μελετητής των πεπραγμένων σε αυτή τη δίκη δεν θα δυσκολευόταν να εντοπίσει μία χιονοστιβάδα δικονομικών παραβιάσεων, αλλά και κακής εκτίμησης των αποδείξεων.
Το άρθρο 211Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας υπέστη το βαρύτερο τραυματισμό, καθώς η ρητή επιταγή να μη θεωρείται επαρκής για την καταδίκη η μαρτυρία συγκατηγορουμένου όχι μόνο αγνοήθηκε πολλάκις και επιδεικτικά, αλλά ευθύς εξαρχής ΜΜΕ και Δικαστήριο είχαν σε αγαστή σύμπνοια αναγορεύσει τους Τσελέντη-Κονδύλη-Τέλιο σε φορείς της Απόλυτης Αλήθειας που θα έφερναν μία «αναστροφή του κλίματος» στο ακροατήριο, ύστερα από την πασιφανή ένδεια αποδεικτικού υλικού σχετικά με τον Γιωτόπουλο και άλλους κατηγορουμένους.
Με άλλα λόγια, έγινε ένα πλήρες αναποδογύρισμα της λογικής του ποινικού συστήματος. Άλλαξαν οι κανόνες ανάκρισης και απόδειξης. Άλλωστε, ποιος Ελληνας θυμάται ότι, π.χ., για την υπόθεση Μομφεράτου ο λαλίστατος Τσελέντης δεν είχε πει τίποτε περί ανάμειξης Γιωτόπουλου κατά την ανάκριση, ενώ στο ακροατήριο είπε ακριβώς τα αντίθετα, προκειμένου να διασωθεί ένα πανταχόθεν κλυδωνιζόμενο κατηγορητήριο;
Εισαγγελείς έφτασαν να λένε ότι οι συνήγοροι υπεράσπισης πληρώνονται με. .. προϊόν ληστειών, ενώ το δικαστήριο ήταν στρατευμένο στην υποστήριξη της μίας πλευράς. Συνέβη δε και το πρωτοφανές να εξετάζονται κατηγορούμενοι από δικηγόρους πολιτικής αγωγής που δεν είχαν αρμοδιότητα για αυτούς, καθώς δεν είχε καν θιχτεί ο πελάτης τους.
Η καταγέλαστη θεωρία της «προϊούσας μνήμης» που επινοήθηκε προκειμένου να δικαιολογηθεί η ξαφνική προθυμία μαρτύρων κατηγορίας (Μπακατσέλος-Ευγενούλα) να... ξανασκάψουν βαθιά στη μνήμη τους και, ω του θαύματος, να θυμηθούν για πρώτη φορά την παρουσία του Γιωτόπουλου στον τόπο του εγκλήματος (σε αντίθεση προς τις αρχικές νωπές καταθέσεις τους) προκαλεί τη νοημοσύνη μας. Υπό κανονικές συνθήκες θα είχαν κινήσει τις διαδικασίες δίωξης για ψευδορκία. Αυτό δεν συνέβη στην Ελλάδα της τρομοϋστερίας, που ανέχεται όχι μόνο τον διαπιστωμένο πλέον ξυλοδαρμό του Τζωρτζάτου ή την έντονη ψυχολογική βία που ασκήθηκε σε βάρος του Παύλου Σερίφη, αλλά και τη δωδεκάωρη ανάκριση στην Ασφάλεια του ανήλικου υιού της Σωτηροπούλου.
Πώς μπορεί κανείς άραγε να χαρακτηρίσει ένα σύστημα δικαίου όταν επί πολλούς μήνες αφότου ο Τζωρτζάτος ζήτησε τη διεξαγωγή ιατρικής πραγματογνωμοσύνης για να αποδειχτούν τα τραύματα του βασανισμού του δεν έγινε δεκτό το εύλογο αυτό αίτημα; Τι θα ψελλίσουν οι θεματοφύλακες του «νομικού μας πολιτισμού» όταν αναμφίβολα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδικάσει την «ισχυρή Ελλάδα» για τη βία που ασκήθηκε στον Τζωρτζάτο;
Κορυφαίο δείγμα της μεροληπτικότητας του δικαστηρίου αποτέλεσε η υιοθέτηση της μεθόδου των ποσοστώσεων στις αναγνωρίσεις κατηγορουμένων από τους μάρτυρες κατηγορίας (ακούσαμε για 60%, 80%, κ.λπ.), όταν παγκοσμίως υπάρχουν τρεις κανόνες για τις αναγνωρίσεις αυτές (που εδώ δεν τηρήθηκαν) α) να γίνονται μεταξύ περισσότερων προσώπων, β) να μην έχει έρθει προηγουμένως ο μάρτυρας σε επαφή με τη φωτογραφία του κατηγορούμενου (και όχι επί εβδομάδες να προβάλλεται διαρκώς η φωτογραφία του Γιωτόπουλου στα κανάλια και να εθίζονται οι μάρτυρες σε αυτήν), γ) να μην έχει τη δυνατότητα προηγούμενης παρακολούθησης της δίκης.
Ποιος νομικός συνειδητοποίησε ότι στη δίκη της 17Ν κάθε αδίκημα σωματικής βλάβης επαυξήθηκε και ονομάστηκε (αυθαίρετα) «απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο», προκειμένου να αυξηθούν οι ποινές; Πόσοι γνωρίζουν ότι το δικαστήριο νομιμοποίησε εφεξής τη διεξαγωγή ανακρίσεων σε αίθουσα γεμάτη μασκοφόρους με οπλοπολυβόλα (πράγμα που αρχικά δεν γινόταν πιστευτό ότι συνέβη, μέχρις ότου η υπεράσπιση προσκόμισε έγγραφο-ντοκουμέντο της ίδιας της Αστυνομίας);
Όμως η πιο σκανδαλώδης νομική φόρμουλα κατασκευάστηκε προκειμένου να διευρυνθεί υπέρμετρα η ηθική αυτουργία. Δηλαδή, ενώ με βάση τον Ποινικό Κώδικα (άρθρο 46), ηθικός αυτουργός είναι όποιος «με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε», τώρα βαφτίζεται γενικά και αόριστα ως ηθικός αυτουργός όποιος έχει «πνευματική υπεροχή» (και μάλιστα με λογικές ακροβασίες του τύπου «δεν κάνεις φορολογική δήλωση; άρα, είσαι αρχηγός της 17 Ν» ή «ξέρεις γαλλικά; άρα είσαι αρχηγός της 17Ν και γράφεις και τις προκηρύξεις»).
Υπήρξε συγκεκριμένη υπόθεση για την οποία καταδικάστηκε ως ηθικός αυτουργός ο Γιωτόπουλος, χωρίς να είναι ακόμη γνωστός ο... φυσικός αυτουργός! Και βεβαίως, αυτό συνέβη, διότι εάν κάποιος δεν τιμωρηθεί βαρύτατα, δεν νοείται ως Αρχηγός, και αν δεν νοείται ως Αρχηγός, δεν υπάρχει και εξάρθρωση. Και αν δεν υπάρχει εξάρθρωση, δεν μπορεί ούτε να ισχυριστεί η εξουσία ότι είχε «πολιτική επιτυχία» στο έργο της αλλά ούτε και να μείνουν ευχαριστημένες οι ΗΠΑ (αφού στο Φαρ Ουέστ καμιά «συμμορία» που σέβεται τον εαυτό της δεν είναι «ακέφαλη» -- πάντοτε υπάρχει ένας Μπίλυ δε Κίντ).
Το πρόβλημα είναι ότι οι οδυνηρές επιπτώσεις τέτοιων αυθαίρετων ερμηνειών δεν περιορίζονται στις συγκεκριμένες καταδίκες, αλλά είναι πρόσφορες για χρησιμοποίηση σε οποιαδήποτε μελλοντική περίπτωση (ακόμη και του κοινού ποινικού δικαίου) και αποτελούν βραδυφλεγή βόμβα για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δημιουργούν αυτό που αποκαλείται στη νομική διάλεκτο νομολογία, δηλαδή εύκολα αξιοποιήσιμο προηγούμενο.
Το ίδιο ισχύει και για το απαράδεκτο γεγονός ότι έγιναν δεκτές προφορικές πραγματογνωμοσύνες, χωρίς προηγούμενη γραπτή έκθεση! Εξίσου απαράδεκτο ήταν και το ότι κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προσκομίζονταν από την Εισαγγελία νέα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να τα έχει υπόψη της από πριν η υπεράσπιση (πρόκειται για χονδροειδή προσβολή της «αρχής της ισότητας των όπλων»).
Πολύ σημαντική παραβίαση αποτέλεσε και η ανάγνωση των προανακριτικών ομολογιών μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου, διότι αυτό πρέπει να γίνεται μόνο στις περιπτώσεις που είναι ανέφικτη η παρουσία των διαδίκων. Διαφορετικά παραβιάζεται η αρχή της άμεσης ακρόασης της δίκης. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η ανάγνωση περικοπών για τον εντοπισμό τυχόν αντιφάσεων, αλλά κι αυτές δεν μπορούνε να αξιοποιηθούν αποδεικτικά (σύμφωνα με τους έγκριτους ποινικολόγους Ανδρουλάκη, Ζησιάδη και Tριανταφύλλου, όπως ανέφερε στην εμπεριστατωμένη αγόρευσή του ο συνήγορος υπεράσπισης Ιπποκράτης Μυλωνάς).
Όμως το πιο εξοργιστικό νομικό ατόπημα όλης της διαδικασίας σχετίζεται με την ανάδειξη της φρονηματικής διάστασης του εγκλήματος. Αυτό σημαίνει ότι η κατάφαση της συμμετοχής στην Οργάνωση δεν συσχετίστηκε με τη διάπραξη συγκεκριμένων πράξεων, αλλά συνήχθη παντελώς αόριστα. Ο δε χρόνος δραστηριοποίησης στη 17Ν προσμετρήθηκε εντελώς διαφορετικά, π.χ., για τον Νίκο Παπαναστασίου και τον Παύλο Σερίφη απ’ ό,τι για τους «μεταμεληθέντες» συνεργάτες των διωκτικών αρχών, προκειμένου να επιβαρυνθεί η ποινή των πρώτων.
Ο λόγος για τον οποίο το δικαστήριο επέμεινε τόσο κατηγορηματικά και με τόσο πάθος στην παράλογη άποψη ότι δεν υφίσταται πολιτικό έγκλημα είναι διπλός: Αφενός γίνεται προσπάθεια να αποϊδεολογικοποιηθεί οποιαδήποτε συζήτηση και να μην αναζητηθούν τα αίτια που γεννάνε τέτοια φαινόμενα (π.χ., κοινωνία της εκμετάλλευσης). Αφετέρου προφανώς αποτελεί επιθυμία των κατασταλτικών μηχανισμών να μην εφαρμοστεί μελλοντικά το άρθρο 47 παρ. 3 του Συντάγματος που παρέχει τη δυνατότητα να δοθεί μελλοντικά αμνηστία στους καταδικασθέντες με απόφαση της Βουλής.
Μάλιστα αποτελεί πολύ κακό οιωνό το ότι το δικαστήριο υιοθέτησε την κυβερνητική/δημοσιογραφική άποψη ότι οι πράξεις της 17Ν δεν έχουν πολιτικό χαρακτήρα και ότι τα μέλη της είναι «κακοποιοί του κοινού ποινικού δικαίου». Το άρθρο 97 του Συντάγματος είναι τόσο σαφές και κατηγορηματικό που δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας ότι η έννομη τάξη αναγνωρίζει τη διάκριση μεταξύ ποινικής και πολιτικής παραβατικότητας.
Βεβαίως, το πολιτικό έγκλημα δεν παύει να είναι έγκλημα, και άρα τιμωρητέο. Ωστόσο, υπάγεται σε ειδική ομάδα εγκλημάτων από τον ίδιο τον συνταγματικό νομοθέτη, ο οποίος έκρινε ότι για την εκδίκασή τους αρμόδια πρέπει να είναι τα μικτά ορκωτά δικαστήρια, πράμα που συνεπάγεται την αδιαμφισβήτητη αντισυνταγματικότητα του ισχύοντος τρομονόμου που κατήργησε τη σχετική αρμοδιότητα του ορκωτού δικαστηρίου. Είναι ακριβώς η ύπαρξη πολιτικών ελατηρίων εκ μέρους του δράστη που καθιστά απαραίτητη την τελική κρίση μιας τέτοιας υπόθεσης (με πολιτικές προεκτάσεις) όχι από επαγγελματίες που εξ αντικειμένου αποτελούν τμήμα του κρατικού μηχανισμού που διάκειται δυσμενώς προς κάθε δράστη που αμφισβητεί τους υπάρχοντες θεσμούς, αλλά από ενόρκους πολίτες, δυνητικά εκπροσώπους της κοινωνίας χάριν της οποίας υποτίθεται τελέσθηκαν, σύμφωνα με τους δράστες, τα όποια αδικήματα. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα ήταν πολιτικά άτοπη και νομικά ανακόλουθη.
Τα εγκλήματα ήταν 100% πολιτικά, διότι, πρώτον, τα κίνητρα ήταν πολιτικά (πάντοτε υπήρχε εκτεταμένη αιτιολόγηση μέσω προκηρύξεων, ενώ ακόμη και οι ληστείες αποτελούν συνηθισμένη πρακτική «κλειστών» οργανώσεων απανταχού της γης), δεύτερον, ο στόχος ήταν πολιτικοκοινωνικός (βιομήχανοι, αμερικανοί αξιωματούχοι, πολιτικοί, κ.λπ.), κατά τρόπο μάλιστα που η δράση αυτή να συνιστά προπαρασκευαστικό στάδιο του εγκλήματος της «ανατροπής του πολιτεύματος», και, τρίτον, δεν μπορεί να αγνοηθεί η σχέση ανάμεσα στον επιλεγόμενο στόχο και στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, στον βαθμό που οι δολοφονίες σημαντικών προσώπων επιφέρουν αναταραχή και αποσταθεροποίηση που, κατά τους υπολογισμούς των δραστών προλειαίνει το έδαφος για περαιτέρω κλονισμό ενός κοινωνικοοικονομικού καθεστώτος.
Δεν απαιτείται βέβαια να επέλθει η οριστική πτώση του πολιτεύματος προκειμένου να διαγνωστεί ο πασιφανής πολιτικός χαρακτήρας των εγκλημάτων αυτών. Και μάλιστα, δεν υπήρχε το θάρρος να αναγνωριστεί ούτε το γεγονός ότι τα κίνητρά τους δεν ήταν ιδιοτελή και «ευτελή» (με τη νομική έννοια), και άρα η απαξία έπρεπε να είναι σαφώς μικρότερη σε σύγκριση με δράστες του λεγόμενου κοινού ποινικού δικαίου και να αντανακλάται και στην επιμέτρηση των ποινών (όσο κι αν αυτή η αλήθεια στενοχωρεί ενδεχομένως τους κκ. Πρετεντέρη και Κακαουνάκη).
Τέλος, ο προ της «μεγάλης δίκης» ψηφισθείς νόμος του Υπουργείου Δικαιοσύνης που συγκροτεί μια νέα Τρομο-δικονομία δείχνει την προσπάθεια της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ να νομοθετήσει ειδικές ρυθμίσεις για την υπόθεση της «17Ν», δημιουργώντας ένα αυταρχικό θεσμικό πλαίσιο, που θα μπορεί μελλοντικά να χρησιμοποιηθεί για όσες υποθέσεις κριθούν παρεμφερείς. Πρόκειται για την υιοθέτηση μιας αντίληψης σύμφωνα με την οποία οι «εχθροί του κράτους» (καθορισμένοι εκ των προτέρων) πρέπει να καταδικαστούν οπωσδήποτε και δε νοείται περιθώριο διαφυγής τους μέσω οποιασδήποτε δικονομικής διάταξης. Όμως ψήφιση φωτογραφικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τον τρόπο διεξαγωγής μιας επικείμενης δίκης αποτελεί προανάκρουσμα θεσμικής ανωμαλίας και θέτει εξαρχής εν αμφιβόλω το χαρακτηρισμό της δίκης ως «δίκαιης» (σε συνδυασμό με τον εξευτελισμό του τεκμηρίου της αθωότητας μέσω της αγαστής συνεργασίας ΜΜΕ και Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας, αλλά και την απαγόρευση της απευθείας ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης της δίκης κατά παράβαση του Συντάγματος).
Σύμφωνα και με το άρθρο 11 παρ. 2 της νέας Τρομοδικονομίας, η κλήρωση για την κατάρτιση των τριμελών και πενταμελών εφετείων έγινε όχι από την ολομέλεια των εφετών, αλλά από ένα σώμα «επίλεκτων», ώστε να υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα ότι δεν θα παρεισφρήσει κάποιος δικαστής με «επικίνδυνες» δημοκρατικές ευαισθησίες, που δεν θα συνάδουν προς τον «εθνικό στόχο» τής πάση θυσία «εξάρθρωσης της τρομοκρατίας». Με τον τρόπο αυτόν η τρομοδικονομία πήρε επάξια τη σκυτάλη της καταστολής από εκεί ακριβώς όπου την άφησε ο τρομονόμος.
Δεν αρκούσε, δηλαδή, να παραμεριστούν οι ένορκοι, που είχαν την «κακή συνήθεια» να εξετάζουν εξονυχιστικά τα πραγματικά περιστατικά και να απαιτούν ισχυρότατες αποδείξεις, προκειμένου να πεισθούν για την ενοχή ενός κατηγορουμένου, αλλά τώρα φαίνεται ότι έπρεπε, επιπλέον, να διασφαλιστεί ότι δεν θα βρεθεί το κράτος προ της δυσάρεστης εκπλήξεως να δει στην έδρα κάποιον εφέτη που να δυσκολεύεται να αποδεχτεί το εξωφρενικό ότι ένας συνωμοτικός «αρχηγός» της 17Ν θα μπορούσε ελαφρά τη καρδία να διαπληκτίζεται δημόσια για το χρώμα του σπιτιού του και να μην παίρνει μέτρα προφύλαξης για δύο ολόκληρες εβδομάδες μετά την έκρηξη του Πειραιά, ή που να θέτει ενοχλητικά ερωτήματα διερευνητικού περιεχομένου, για να ανακαλύψει π.χ. εάν τυχόν χειρόγραφα σημειώματα αποτελούν ή όχι συρραφές κειμένων από άσχετες χρονικές περιόδους.
2. Η περίπτωση Γιωτόπουλου. Μία καλοστημένη πλεκτάνη;
Σε αντίθεση με τον εμπρηστικό, μακαρθικό και κυνικά «καθεστωτικό» λόγο του Εισαγγελέα εναντίον του Γιωτόπουλου (κατά παράβαση κάθε έννοιας αμεροληψίας της εισαγγελικής αρχής, σύμφωνα και πάλι με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, αφού, στα πλαίσια αυτής της παράνομης και ανοίκειας τακτικής «πολέμου νεύρων», έφτασε στο σημείο να μην αφήνει τον κατηγορούμενο να ξεκινήσει την απολογία του, διακόπτοντας τον πάνω από τέσσερις φορές, όπως προκύπτει από τα πρακτικά) και που συμπυκνωνόταν στη συχνά επαναλαμβανόμενη φράση «είστε βουτηγμένος στο αίμα», το βέβαιο είναι ότι το κατηγορητήριο κατά του Γιωτόπουλου ήταν βουτηγμένο στο ψέμα και φιλοτεχνημένο «δια χειρός Αντιτρομοκρατικής».
Και εδώ θα πρέπει να επισημανθεί ότι εάν υπήρχε τηλεοπτική κάλυψη και έβλεπε το κοινό την εμπάθεια με την οποία αντιμετώπισε ο Εισαγγελέας τον Γιωτόπουλο, τότε θα είχε σχηματιστεί στους πολίτες μία διάχυτη «δικανική πεποίθηση» που θα δυσχέραινε την εκφορά της επιθυμητής για το κατεστημένο τελικής δικαστικής κρίσης. Και ας μην ξεχνάμε ότι όταν το κατεστημένο θρηνεί θύματα, τότε «πολυτέλειες» σαν το τεκμήριο της αθωότητας δεν είναι ούτε αρεστές ούτε επιτρεπτές.
Σε μία μεθοδική προσπάθεια συσκότισης της αλήθειας, και ακριβώς εξαιτίας της αντισυνταγματικής απαγόρευσης ζωντανής ραδιοτηλεοπτικής κάλυψης, τα «μέσα μαζικής εξαπάτησης» κατόρθωσαν να αποκρύψουν από την κοινή γνώμη το σημαντικό γεγονός ότι διανοούμενοι κύρους, όπως ο Ευτύχης Μπιτσάκης, ο Δημήτρης Σκαρπαλέζος, ο Βένιος Αγγελόπουλος και πολλοί άλλοι κατέθεσαν ως μάρτυρες υπεράσπισης του Γιωτόπουλου, συμβάλλοντας στη συντριβή του χαλκευμένου κατηγορητηρίου. Χαρακτηριστική ήταν η επιχειρηματολογία του μαθηματικού Σκαρπαλέζου που απέδειξε περίτρανα ότι το να επισείει κανείς την αλλαγή ονόματος του Γιωτόπουλου ως «τεκμήριο ενοχής» απευθύνεται μάλλον στο θυμικό και όχι στο λογικό του κάθε πολίτη.
Αξίζει να απαριθμηθούν ορισμένα στοιχεία που, κατά πάσα πιθανότητα, θα αξιολογούνταν εντελώς διαφορετικά από ένα σώμα ενόρκων, πράγμα που θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε πληρέστερα γιατί έπρεπε οπωσδήποτε να καταργηθούν οι ένορκοι και να στηθεί, με νομοθεσία μεταγενέστερη των συλλήψεων, δηλαδή κομμένη και ραμμένη για την υπόθεση της 17Ν, το πρώτο στη μεταπολίτευση επίσημο «έκτακτο δικαστήριο», κατά ρητή παράβαση της συνταγματικής αρχής του φυσικού δικαστή (άρθρο 8 του Συντάγματος):
1) Το βασικότερο στοιχείο απ’ όλα που θα έπρεπε να οδηγήσει κατευθείαν σε αθώωση του Γιωτόπουλου, είναι το ότι το DNA του, δηλαδή η κορωνίδα της εγκληματολογικής έρευνας, δεν εντοπίστηκε πουθενά (εκτός εάν ο Γιωτόπουλος μεταξύ και άλλων ιδιοτήτων που του καταλογίζουν μπορεί να γίνεται και αόρατος, όταν υποτίθεται ότι επί 30 χρόνια τριγυρνούσε στις «γιάφκες»).
2) Κανένα στοιχείο σε βάρος του Γιωτόπουλου δεν προέκυψε σε ανύποπτο χρονικό διάστημα, δηλαδή πριν την έκρηξη της βόμβας στα χέρια του Σ. Ξηρού. Μάλιστα, πριν τη σύλληψη Γιωτόπουλου, ο Ξηρός δεν είχε μιλήσει ποτέ για «Λάμπρο» (κάτι που αγνοεί η κοινή γνώμη).
3) Τα αποτυπώματα του Γιωτόπουλου «ταυτοποιήθηκαν» στις 18 Ιουλίου, ενώ... ελήφθησαν στις 19 Ιουλίου, όπως καταχωρήθηκε επίσημα. Αυτό προκάλεσε σάλο και μέσα στο δικαστήριο, αλλά η κοινή γνώμη δεν έμαθε τίποτε.
4) Από 82 προκηρύξεις μόνο σε δύο εμφανίζονται αποτυπώματα του Γιωτόπουλου, και από συνολικά 20.000 πειστήρια μόνο 19 αναφέρονται στο Γιωτόπουλο (ίσως διότι καθώς και οι λογής-λογής «κατασκευαστές» φροντίζουν να έχουν τα νώτα τους καλυμμένα, μία σχετική φειδώς είναι απαραίτητη όταν διαπράττονται χαλκεύσεις).
5) Οι διωκτικές αρχές κρατούσαν επί μήνες τα πειστήρια αυτά χωρίς να τα δείχνουν στην υπεράσπιση. Αυτό και μόνο θα έπρεπε να έχει γίνει πρωτοσέλιδο και να καταστήσει ιδιαίτερα σκεπτικούς τους δικαστές.
6) Είναι εκπληκτική η «σύμπτωση» ότι όλα τα αποτυπώματα του Γιωτόπουλου βρέθηκαν σε κινητά πράγματα, από τα οποία είναι τεχνικά εύκολη η μεταφορά τους κατά το δοκούν (και μάλιστα χωρίς σχετική έκθεση), ενώ για τους υπόλοιπους κατηγορούμενους υπήρχε μία αναλογία στα αποτυπώματα μεταξύ κινητών και ακινήτων πραγμάτων.
7) Δεν υπάρχει κανένας επίσημος φορέας που να ελέγχει τη γνησιότητα των αποτυπωμάτων πλην της Αστυνομίας, πράγμα που επίσης αγνοείται από την κοινή γνώμη.
8) Αποδείχτηκε στη διαδικασία ότι το Πανεπιστήμιο της Ιστανμπούλ έχει ερευνήσει και αποδεχτεί την ύπαρξη συστήματος πλαστών σφραγίδων κατασκευής αποτυπωμάτων. Φυσικά, το «δίκαιο» δικαστήριο δεν δέχτηκε το αίτημα να κληθεί ως μάρτυρας η αρμόδια καθηγήτρια.
9) Οι προκηρύξεις με τις περίφημες «διορθώσεις» του Γιωτόπουλου δεν προέκυψαν από το σκληρό δίσκο του υπολογιστή αλλά από απλές δισκέτες.
10) Η γραφολογία δεν είναι θετική επιστήμη, όπως λανθασμένα νομίζουν πολλοί (και μάλιστα υπάρχουν δικαστικές αποφάσεις που δεν δέχονται τα πορίσματά της). Έχει επισήμως ειπωθεί στο παρελθόν (το 1956) από τον Αρχηγό της Αστυνομίας ότι ειδικές υπηρεσίες μπορούν πολύ εύκολα να μιμηθούν άριστα το γραφικό χαρακτήρα ενός προσώπου, όπως επισήμανε ο συνήγορος Γιάννης Ραχιώτης.
11) Η φαιδρότητα με τα κλειδιά του Γιωτόπουλου ξεπερνά κάθε όριο, αφού προσκομίστηκαν 8 ολόκληρους μήνες μετά τη σύλληψή του, και ενώ είχαν ήδη επιστραφεί στη γυναίκα του, καθώς υποτίθεται ότι οι αρμόδιες αρχές (μάλλον ζηλώνοντας δόξα επιθεωρητή Κλουζώ) είχαν... «ξεχάσει να τα δοκιμάσουνε» στις γιάφκες!
12) Πολιτικός μηχανικός δηλώνει στη δίκη ότι το κόστος της περίφημης βίλας των Λειψών ήταν 20 και όχι 120 εκατ. δρχ., όπως διέδιδαν τα μέσα μαζικής εξαπάτησης, αλλά και ότι ο ίδιος είχε παραγγείλει μεταφράσεις κειμένων στο Γιωτόπουλο, ανατρέποντας τη λαϊκίστικη εισαγγελική διαπίστωση «αργία μήτηρ πάσης κακίας». Εννοείται ότι τα ΜΜΕ απέκρυψαν επιμελώς και αυτή την είδηση, διότι αντιστρατευόταν τα κίτρινα ρεπορτάζ επί του θέματος.
13) Γαλλίδα μάρτυρας δίνει άλλοθι για την κλοπή των όπλων στο Βύρωνα.
14) Ιδιοκτήτης ταβέρνας έδωσε άλλοθι για τη νύχτα της έκρηξης στον Πειραιά.
15) Η σταθερή χρήση του ίδιου ψευδωνύμου επί πολλές δεκαετίες δεν μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά, διότι υπήρχε ο κίνδυνος να τον εντοπίσουν σε ένα τροχαίο έλεγχο και να αρχίσουνε να «ξετυλίγουν το νήμα» (δεδομένης και της κακής ποιότητας της εν λόγω πλαστογράφησης).
16) Η ύπαρξη της «ηθικής αυτουργίας» θα έπρεπε να στηρίζεται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που αφορούν καθεμία ξεχωριστά από τις 963 πράξεις για τις οποίες κατηγορήθηκε ο Γιωτόπουλος (π.χ. ο ηθικός αυτουργός Γ να πείθει τον Α να σκοτώσει τον Β, «με πειθώ και φορτικότητα», όπως απαιτούσε ορθά η ελληνική νομολογία στην προ της Τρομολαγνείας εποχή, και τούτο να αποδεικνύεται από συγκεκριμένα περιστατικά που να έλαβαν χώρα, δηλαδή κάτι εξαιρετικά δύσκολο), αλλιώς τινάζεται στον αέρα η εξατομίκευση που απαιτεί το «πραξεοκεντρικό» ποινικό μας σύστημα (όπως και έγινε άλλωστε). Δεν αρκεί, δηλαδή, η επίκληση διαφόρων «ιδιοτήτων» του ηθικού αυτουργού, εάν δεν αναφέρονται εξαντλητικά τα επακριβή μέσα με τα οποία προκαλούνταν στους δράστες οι αποφάσεις.
17) Ο συνεργασθείς και «μεταμεληθείς» Κονδύλης περιέπεσε σε μία κολοσσιαία αντίφαση όταν, αφενός, είπε όψιμα στο ακροατήριο ότι είχε δει παλαιότερα σε δημόσιο χώρο τον Γιωτόπουλο με άλλα μέλη της 17Ν, ενώ, αφετέρου, σε προγενέστερη συνέντευξη του στο Έθνος είπε ότι δεν τον ήξερε καθόλου.
18) Η περίφημη πλαστή ταυτότητα του Γιωτόπoυλου δεν είχε φτιαχτεί με υλικά της γιάφκας (όπως παραδέχτηκε και ένας μάρτυρας αστυνομικός).
19) Η «Λ.Ε.Α.», η αντιδικτατορική οργάνωση του Γιωτόπουλου, δεν έβαζε στο στόχαστρό της ανθρώπους ούτε και επί δικτατορίας, και άρα δεν υπάρχει εξήγηση γιατί ο τελευταίος άλλαζε άποψη κατά τη μεταπολίτευση.
Στο δε ερώτημα που με περισσή υποκρισία τίθεται από διάφορες πλευρές «γιατί άραγε επελέγη ο Γιωτόπουλος, και όχι κάποιος άλλος;», αρκεί η απάντηση ότι, πρώτον, το πρόσωπο αυτό ήταν ευάλωτο επειδή δεν ανήκε σε συγκεκριμένο πολιτικό χώρο και ότι, δεύτερον, δεν ξεχάστηκε από τα πλανητικά αφεντικά η βόμβα που είχε βάλει στην πρεσβεία των ΗΠΑ (κάτι το οποίο αμφισβητήθηκε ότι είχε λάβει χώρα, κυρίως από την πλευρά της πολιτικής αγωγής, και έγινε μάλιστα αντικείμενο ειρωνείας, αλλά τελικά αποδείχτηκε περίτρανα μέσα στη διαδικασία από καταθέσεις μαρτύρων).
Με βάση τις παραπάνω επισημάνσεις αντιλαμβάνεται κανείς τη σαθρότητα του κατηγορητηρίου για τον Γιωτόπουλο και την κατάφωρη αδικία που διαπράχτηκε σε βάρος του, τη στιγμή που ακόμη και η νομολογία των ΗΠΑ επιτάσσει για τις ποινικές καταδίκες το σχηματισμό ακράδαντης δικανικής πεποίθησης “beyond reasonable doubt” (πέραν πάσης αμφιβολίας), πράγμα που σημαίνει ότι ακόμη και η παραμικρή αμφιβολία θα πρέπει να οδηγεί σε αθώωση, χωρίς δεύτερη κουβέντα, και ασχέτως της βούλησης του κάθε κ. Μίλερ.
3. Η περίπτωση του Σάββα Ξηρού. «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα»;
Τα ερωτήματα που ανακύπτουν από το όνειδος της διαδικασίας που ακολουθήθηκε στον Ευαγγελισμό είναι τα εξής:
1) Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει ότι ο Σ. Ξηρός όταν κρατούμενος, αφού απαγορευόταν ακόμη και στους γονείς του οποιαδήποτε συνομιλία για θέματα εκτός υγείας;
Ακόμα και ένας πρωτοετής της Νομικής γνωρίζει ότι ο Σάββας δεν μπορούσε να είναι τίποτ' άλλο εκτός από κρατούμενος. Απλούστατα, διότι είχε συλληφθεί να διαπράττει αυτόφωρο κακούργημα (έκρηξη). Από την άλλη πλευρά, μάρτυρας δεν μπορεί να κρατηθεί επί 40 μέρες σε απομόνωση. Το Σύνταγμα κουρελιάζεται, γιατί αν είχαν βγάλει ένταλμα σύλληψης θα έπρεπε να τον παραπέμψουν στις δικαστικές αρχές, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να τον ανακρίνουν σε καθεστώς απόλυτης απομόνωσης και αδιαφάνειας.
Το ερώτημα είναι γιατί το δικαστήριο του Κορυδαλλού έκλεισε τα μάτια του σε όλα αυτά, και γιατί δεν πήρε υπόψη του ούτε τις καταθέσεις των ανθρώπων του «Ευαγγελισμού» στο ακροατήριο, που κατέθεσαν ότι ο Σάββας ανακρινόταν κάθε νύχτα από τις 5 μέχρι τις 11.7.02, όταν φαίνεται να δίνει την πρώτη απολογία του; Η απάντηση είναι προφανής. Γιατί αν δεχόταν αυτή την αλήθεια, θα έπρεπε να αναζητήσει το υλικό αυτών των τουλάχιστον επτά καταθέσεων του Σάββα, το οποίο δεν υπάρχει στη δικογραφία.
Αυτή η μεθόδευση της Αντιτρομοκρατικής αποσκοπούσε στο να υπαχθεί ο κατηγορούμενος σε καθεστώς αθέλητης διαπραγμάτευσης με τις διωκτικές αρχές, ώστε να αισθανθεί ότι κρατείται για αόριστο χρόνο, αβοήθητος, με αβέβαιο μέλλον, απομονωμένος, χωρίς νομική συνδρομή, και επομένως χωρίς να είναι σε θέση να γνωρίζει τα πραγματικά δεδομένα και να σταθμίσει ανεπηρέαστα τις επιλογές του ως προς τη χάραξη της υπερασπιστικής στρατηγικής.
Έτσι όμως, παραβιάστηκε κατάφωρα το δικαίωμα ενός ατόμου για τη μη αυτοενοχοποίησή του, που είναι θεμελιώδες σε ένα κράτος δικαίου, όπως διακηρύσσει και η Fifth Amendment του Συντάγματος των ΗΠΑ. Αυτό σημαίνει ότι ενώ ο μάρτυρας οφείλει να λέγει την αλήθεια, ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να εξαναγκάζεται ή να παραπλανάται για να ομολογήσει, προκειμένου να στραφεί ενάντια στον ίδιο του τον εαυτό. Η Δικονομία αναγνωρίζει στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να αποκρύπτει την εις βάρος του αλήθεια. Όμως η έναρξη της ανάκρισης σε καθεστώς σοβαρής ασθένειας και υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες αφαιρεί το ανωτέρω δικαίωμα.
Εξάλλου, ο ίδιος ο τρομονόμος παραβιάζει επίσημα το δικαίωμα αυτό, μέσω των προβλεπόμενων «μέτρων επιείκειας», που αποτελούν έμμεσο εκβιασμό στη συνείδηση κάθε συλληφθέντος προσώπου για το ποια ακριβώς γραμμή θα το συνέφερε υπερασπιστικά να ακολουθήσει, αλλά και εξ ορισμού ωθούν τον κατηγορούμενο στο «νόμιμο» πειρασμό να καταδώσει ονόματα ακόμη και άσχετων προσώπων. Κατά συνέπεια, εν προκειμένω τόσο το θεσμικό πλαίσιο όσο και οι αθέμιτες πρακτικές των διωκτικών αρχών παραβίασαν τα δικονομικά δικαιώματα.
2) Πώς είναι δυνατόν να μην εκδίδεται ένταλμα για περίπου 40 μέρες, όταν έπρεπε εντός 24 ωρών ο ανακριτής να επισκεφθεί τον Ξηρό και να γίνει απολογία παρουσία δικηγόρου; Πώς είναι δυνατόν να παίρνει την απολογία αναρμόδιο όργανο, δηλαδή ο εισαγγελέας με τον αστυνομικό και όχι ο ανακριτής; Ωστόσο, συνήγορος της πολιτικής αγωγής προέβαλε το σόφισμα ότι ο βαριά ασθενής Ξηρός δεν ήταν... «δεκτικός συλλήψεως», και άρα ότι όσα έγιναν ήσαν καλώς καμωμένα!
3) Πώς είναι δυνατόν να ισχυριστεί κανείς ότι ο Σάββας δεν ήθελε δικηγόρο, όταν ο ιερέας πατέρας του πήγαινε συνεχώς με πληρεξούσιο για δικηγόρο και οι φρουροί τον έστελναν συνεχώς πίσω; Γιατί δεν αφέθηκε να το καταθέσει αυτό επίσημα στο δικαστήριο ο ιερέας και εμποδίστηκε η κατάθεση του με το πρόσχημα του κωλύματος του όρκου;
4) Πώς είναι δυνατόν να μην δίνονται τα αποτελέσματα της χημικής ανάλυσης τριών από τις πέντε ψυχοτρόπες ουσίες, ύποπτες για αλλοίωση της προσωπικότητας, ενώ ακόμη και το αίτημα της υπεράσπισης για προσκόμιση ειδικής αξονικής τομογραφίας που να αποδεικνύει τις αλλεπάλληλες επεμβάσεις επί της διανοητικής κατάστασης του Ξηρού να απορρίπτεται από το νοσοκομείο;
5) Πώς είναι δυνατόν το δικαστήριο να αγνοεί το πόρισμα-καταπέλτη των γιατρών Νέστορα και Βαλιανάτου που το υπογράφουν και που δηλώνουν ξεκάθαρα ότι ο Ξηρός υπέστη διαχωρισμό εγκεφαλικών ημισφαιρίων, για να καμφθούν οι αντιστάσεις του κατά την παράνομη προανάκριση;
6) Πώς είναι δυνατόν να μην δέχεται το δικαστήριο ότι συνιστά βασανιστήριο και ανεπίτρεπτη μέθοδο (και ακυρωτέα δικονομικά) η πολύωρη εξέταση ενός ετοιμοθάνατου πολυτραυματία, και ότι για αυτό το λόγο υπάρχει σφοδρότατη πιθανότητα οι δήθεν ομολογίες του να είναι καθοδηγούμενες είτε ανακριβείς (καθώς πάσχει και από το λεγόμενο σύνδρομο της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας), τη στιγμή που και ο γιατρός Πιταρίδης κατέθεσε στο δικαστήριο ότι αν ήταν παρών ο ίδιος δεν θα άφηνε να γίνουν αυτές οι εννέα τον αριθμό (!) «φιλικές επισκέψεις» στο πρώτο κρίσιμο για τον ασθενή δεκαήμερο;
7) Τι απέγιναν οι βιντεοσκοπήσεις των καταθέσεων του Ξηρού και γιατί το δικαστήριο δεν θέλησε να ερευνήσει τα σχετικά δημοσιεύματα της εποχής;
8) Πώς τολμήσανε να λένε οι διάφοροι τηλε-εισαγγελείς ότι στον ανακριτή ο Ξηρός (τάχα αυθόρμητα) επιβεβαίωσε τις προανακριτικές «ομολογίες», με παρουσία δικηγόρου (με τον οποίο δεν είχε καν προλάβει να έρθει σε επαφή), όταν είχε ήδη συντελεστεί ή διαταραχή της προσωπικότητάς του εξαιτίας των συνεχών ψυχολογικών πιέσεων στην εντατική;
Έτσι περίπου «στήθηκε» από την Αντιτρομοκρατική η υπόθεση 17Ν, που κανονικά θα έπρεπε να κονιορτοποιηθεί στο δικαστήριο. Όλα ξεκίνησαν ανορθόδοξα από το βασανισμό του Σάββα Ξηρού. Ένα δικαστήριο που αναζητά την αλήθεια, έχοντας αυτά τα δεδομένα στα χέρια του και αν ήταν πραγματικά πιστό σε φιλελεύθερες δημοκρατικές νομικές παραδόσεις, θα έπαιρνε την απόφαση να απορρίψει το προανακριτικό υλικό και να στηριχτεί σε όσα κατατέθηκαν μπροστά του, στη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Γιατί, βέβαια, ουδείς μπορεί να ξεχωρίσει τι απ' αυτά που εμφάνισε η συγκομιδή της Αντιτρομοκρατικής είναι αλήθεια και τι αποτελεί κατασκευή. Το δικαστήριο όχι μόνο δεν το έκανε αυτό, αλλά αντίθετα στηρίχτηκε σε μεγάλο βαθμό στο διάτρητο προανακριτικό υλικό.
Στην πραγματικότητα, ο Σάββας Ξηρός «χρησιμοποιήθηκε» εντελώς εργαλειακά, προκειμένου να του εκμαιευτούν αλήθειες αλλά και ψέματα. Με τις αλήθειες θα έφταναν στα ονόματα των «αδύναμων κρίκων» της οργάνωσης που θα ήτανε ευάλωτοι και πρόθυμοι να συνεργαστούν περαιτέρω με την αστυνομία. Με τα ψέματα θα μπορούσε να ισχυροποιηθεί το κατηγορητήριο για τους βασικούς δράστες (και ιδίως για τον υποτιθέμενο αρχηγό, που ήταν ο μεγάλος «καημός» Εγγλέζων και Αμερικανών).
Μάλιστα, ο ζήλος του δικαστηρίου να περισώσει το κύρος των παράνομων προανακριτικών ομολογιών είχε ως αποτέλεσμα να καταδικαστεί σε βαρύτατη ποινή ακόμη και ο παντελώς άσχετος με την υπόθεση Δ. Γεωργιάδης (και παρά την έμμεση πλην σαφή νύξη και του Δ. Κουφοντίνα για τη μη συμμετοχή του), αφού εάν γινόταν αυτή η εξαίρεση, θα κατέρρεε ασφαλώς ολόκληρο το οικοδόμημα της «αξιοπιστίας» των προανακριτικών ομολογιών. Παρόμοια αδικία έλαβε χώρα και σε βάρος του Η. Κωστάρη, με ισχνότατα έως ανύπαρκτα στοιχεία.
4. Συμπερασματικές παρατηρήσεις και πολιτικές αξιολογήσεις
Μόνο μία αυστηρή κριτική προς τις μεθόδους της 17Ν από την ιδεολογική σκοπιά της μη βίας (που συμμερίζεται φιλοσοφικά ο υπογράφων) και από τη σκοπιά της μαζικής κινηματικής/ταξικής δράσης θα μπορούσε να έχει λογική συνοχή και συνέπεια, δηλαδή να είναι πολιτικά νομιμοποιημένη να αρθρωθεί. Αντιθέτως, εκτιμώ ότι είναι υποκριτικό η εξουσία (που προωθεί τις ξέφρενες κούρσες εξοπλισμών, συμμετέχει σε πολέμους κ.λπ.) να εμφανίζεται... σοκαρισμένη για τα βίαια εγκλήματα της 17Ν. Η βία είναι εγγεγραμμένη στο «γενετικό κώδικα» του καπιταλισμού και βιώνεται σε καθημερινό επίπεδο από τα καταπιεζόμενα στρώματα.
Εκείνο που πραγματικά ενοχλεί τους πολιτικά και οικονομικά κρατούντες είναι το ενδεχόμενο αντικατάστασης του σημερινού συστήματος από ένα άλλο ριζικά διαφορετικό που θα τούς αφαιρέσει τα προνόμια. Γι’ αυτό επιδιώκουν, με αφορμή τη 17Ν, να αμαυρώσουν συνολικά ακόμη και τη θεωρητική σύλληψη μιας τέτοιας προοπτικής. Η ανάγκη αντικατάστασης του καπιταλιστικού συστήματος, δηλαδή κατάργησης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής (με παράλληλη και ρητή απόρριψη της απαράδεκτης μεθοδολογίας της ατομικής ένοπλης βίας «τύπου 17Ν») πρέπει να εξακολουθεί να είναι ευκταία για τη σημερινή Αριστερά και να διακηρύσσεται απερίφραστα από αυτήν, πράγμα που δυστυχώς δεν συμβαίνει.
Ένοπλες οργανώσεις χωρίς σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια (που κατ’ εμένα αποτελεί αυτοτελή απαράβατη αξία, όσο «ιδεαλιστικό» και αν φαίνεται αυτό), δηλαδή «κλειστές» οργανώσεις που χρησιμοποιούν τα ίδια μέσα με τους αντιπάλους τους (αρνούμενες στα θύματα ακόμη και το δικαίωμα της απολογίας), οργανώσεις που με τη «μιντιακή» ένοπλη προπαγάνδα τους απαξιώνουν το ίδιο το Υποκείμενο της απελευθέρωσης, δηλαδή το μαζικό κίνημα, και εθίζουν την εργατική τάξη στο να περιμένει παθητικά τη «λύτρωση» της από τρίτους, δεν παράγουν μόνο αρνητικούς συσχετισμούς, αλλά φωτίζουν και το χαρακτήρα του καθεστώτος που επιθυμούν να οικοδομήσουν: μιλιταριστικό, εξουσιαστικό, ολοκληρωτικό.
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η Αριστερά πρέπει να αποκηρύξει το απελευθερωτικό εγχείρημα, τη μεσοπρόθεσμη ανατροπή του καπιταλισμού και τη μακροπρόθεσμη ειρηνική μετάβαση σε έναν σοσιαλισμό με ελευθερία και δημοκρατία. Σε περιόδους κρίσης όπως η σημερινή, όπου αφυδατώνονται τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα, το πολιτικό σύστημα δεν εκπροσωπεί τα συμφέροντα και τις ανάγκες των λαϊκών στρωμάτων και τάξεων, το διεθνές δίκαιο καταπατείται και πολεμικές επιχειρήσεις επιβάλλονται σε πλήρη αντίθεση με τα φιλειρηνικά αισθήματα των λαών, ο αγώνας για βάθεμα της δημοκρατίας αποκτά μέγιστη προτεραιότητα.
Σε αυτές τις συνθήκες η Αριστερά δεν μπορεί να αυτολογοκρίνεται. Πρέπει να βρει το θάρρος να πει ξεκάθαρα ότι εξίσου επικίνδυνη (αν όχι περισσότερο) με τη λεγόμενη ατομική τρομοκρατία είναι η κρατική τρομοκρατία, αναπόσπαστα συνδεδεμένη με το καπιταλιστικό σύστημα. Οι δολοφονίες ανυπεράσπιστων προσφύγων και μεταναστών από τις περιβόητες Συνοριακές Φρουρές, οι κακομεταχειρίσεις ανθρώπων σε κρατητήρια (όπως καταγγέλλουν έγκυροι διεθνείς οργανισμοί), οι 3.500 θάνατοι εργατών στους τόπους εργασίας ύστερα από εξαντλητικά 17ωρα μεροκάματα, οι πνιγμοί σε ναυάγια, ως αποτέλεσμα της μη τήρησης των όρων ασφαλείας και των εργασιακών κανονισμών και πολλά άλλα συνθέτουν το αποκρουστικό πρόσωπο της εφαρμοσμένης κρατικής και καπιταλιστικής τρομοκρατίας, η οποία θα έπρεπε να αξιολογείται ως εξίσου αποτρόπαιη με την ατομική.
Εν κατακλείδι, προκύπτει αβίαστα η διαπίστωση ότι είναι απαραίτητο για την Αριστερά (εφόσον πραγματικά θέλει να είναι ριζοσπαστική) όχι απλώς να εκφέρει ένα ανώδυνο ευχολόγιο, για την (αόριστη) «ανάγκη να γίνονται σεβαστά τα ανθρώπινα δικαιώματα», αλλά με τόλμη και θάρρος να αρνηθεί την καταναγκαστική συστράτευση σε «αντιτρομοκρατικές σταυροφορίες», να στηλιτεύει τις συγκεκριμένες παραβιάσεις όταν εντοπίζονται, αψηφώντας τον «κίνδυνο» να γίνει δυσάρεστη στο κατεστημένο, καθώς και να μην ενδίδει σε λογικές που υπαγορεύουν την υποχώρηση των αξιών και των ιδεών της έναντι του περίφημου «πολιτικού κόστους».
Όσοι είχαν ακόμη ρομαντικές αυταπάτες ότι το υπάρχον οικονομικοκοινωνικό σύστημα, ακόμη στις «δύσκολες» και κρίσιμες καμπές, δηλαδή όταν «νιώθει» να θίγεται ο πυρήνας του, μπορεί να δικάσει αμερόληπτα τους πολιτικούς του εχθρούς, θα ξαφνιάστηκαν από το εύρος των παραβιάσεων των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων της υπόθεσης «17Ν». Με την εκδικητική εκφώνηση των πολλαπλών ισοβίων, η Πολιτεία «αισθάνθηκε», και σε σημειολογικό επίπεδο, να ανακτά το μονοπώλιο της βίας που μία περιθωριακή ένοπλη ομάδα είχε μερικώς αμφισβητήσει. Παράλληλα, κυρίως με τις μεθοδεύσεις της Αντιτρομοκρατικής, που δεν στιγματίστηκαν από το δικαστήριο, αποκαλύφθηκε σε όλο του το μεγαλείο το αποκρουστικό πρόσωπο της Κρατικής Καταστολής. Τώρα ο «βασιλιάς είναι γυμνός». Το ζητούμενο είναι εάν οι πολίτες θα μπορέσουνε να έχουν ανοιχτά τα μάτια τους για να τον αντικρίσουν. Προσωπικά δεν είμαι αισιόδοξος.