Η ΤΟΥΡΚΙΑ, ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΑΝΑΝ ΚΙ ΕΜΕΙΣ
του Νίκου Τριμικλινιώτη


1. Εισαγωγή

«H πολιτική δεν πρέπει να βασίζεται σε βεβιασμένες και επιπόλαιες προσεγγίσεις, ούτε και στον εφησυχασμό από την αναμονή καλύτερων ημερών». Αυτό είναι το αβίαστο συμπέρασμα που προκύπτει από τις πρόσφατες ανταλλαγές απόψεων ανάμεσα σε ελληνοκυπρίους (ε/κ) πολιτικούς και δημοσιογράφους με αντιπολιτευτικές τάσεις γύρω από τη στάση που οφείλει να τηρήσει η Ελληνοκυπριακή πλευρά έναντι της νέας προσέγγισης της Τουρκίας στη διαπραγμάτευση του σχεδίου Ανάν.

Στο νέο πλαίσιο που διαμορφώνεται, θα ήταν σκόπιμο να επιχειρήσουμε πρωτίστως μία ερμηνεία της τουρκικής στάσης. Από μία άποψη, είναι γνωστή η μέχρι σήμερα τουρκική πολιτική στο Κυπριακό, η οποία χαρακτηρίζεται από τους ε/κ ως «αδιάλλακτη», ακριβώς επειδή επιδιώκει να παγιώσει τα αποτελέσματα της τουρκικής εισβολής και κατοχής. Είναι γεγονός ότι σε σχέση με την επικρατούσα κατάσταση την περίοδο 1963-1974[1], μετά το πραξικόπημα και την εισβολή του 1974, η Άγκυρα (στηρίζοντας την τουρκοκυπριακή [τ/κ] σοβινιστική-ηγεμονική ελίτ) έγινε πλέον ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Με την κατοχή του 35% των εδαφών της Δημοκρατίας, μπορούσε πλέον μέσα από την ηγεμονική ομάδα Ντενκτάς να ακολουθεί «σκληρή» πολιτική για 30 χρόνια --από την ανακήρυξη του «Ομόσπονδου Τουρκοκυπριακού Κράτους» μέχρι την «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου»-- αθετώντας τις συμφωνίες υψηλού επιπέδου του 1977 και του 1979 για ομοσπονδιακή λύση. Από μια άλλη άποψη ωστόσο, ο χαρακτηρισμός της τουρκικής (και τ/κ) στάσης ως παγιωμένα «αδιάλλακτης» έχει δημιουργήσει διάφορους μύθους, οι οποίοι βασίζονται σε αισθήσεις ή παραισθήσεις, είτε δέους είτε απέχθειας, σε διάφορους ε/κ και ελληνικούς πολιτικούς κύκλους.

Η φιλολογία περί «έξυπνης» ή «πονηρής», «μακροπρόθεσμης» και «αναλλοίωτης» τουρκικής πολιτικής στην Κύπρο και η ισοπέδωση «Ντεκτάς-και-Άγκυρας» σαν να πρόκειται για μία ενότητα, ενώ έπαιξαν προπαγανδιστικό ρόλο σε ένα πολιτικό επίπεδο, τόσο στο εσωτερικό όσο και διεθνώς, αποτελούν σήμερα σημαντικό εμπόδιο στην ανάλυση του τι συμβαίνει στο εσωτερικό των πολιτικών πραγμάτων μεταξύ των τ/κ, αλλά και στο εσωτερικό του τουρκικού κράτους.

Παρότι, ως γενική διαπίστωση, είναι ορθή η άποψη ότι η κατάσταση που προέκυψε με τη δύναμη των όπλων μετά το 1974 δημιούργησε νέα δεδομένα, τα οποία η Άγκυρα δεν θα ήθελε να ανατραπούν, όχι τουλάχιστον χωρίς επάξια ανταλλάγματα, εντούτοις, δημιουργήθηκε μία συγκεχυμένη μυθοποίηση γύρω από τη «δεινή Τουρκική διπλωματία», τις «πάγιες τουρκικές θέσεις», τις «επεκτατικές βλέψεις της Άγκυρας» και το «στρατιωτικό βαθύ κράτος» κ.λπ.[2] Η πραγματικότητα είναι ότι ενώ υπάρχει ισχυρή βάση για τις πιο πάνω αντιλήψεις περί Τουρκίας και τουρκικού κράτους, πρόκειται εντούτοις για επιφανειακές προσεγγίσεις, για αποσπασματικές και συμπτωματικές αναλύσεις, που ουδέποτε μπόρεσαν να διεισδύσουν σε βάθος και να βοηθήσουν στην ερμηνεία της τουρκικής πολιτείας και τουρκικής πολιτικής στο Κυπριακό και της σχετικής αυτονομίας των τ/κ πολιτικών πραγμάτων. Με άλλα λόγια, οι προσεγγίσεις αυτές λειτουργούν ως παραπέτασμα πίσω από το οποίο δεν μπορεί να ειδωθεί ότι υπάρχουν διαφορετικές τάσεις, προτεραιότητες και ρήγματα. Όσο ισχυρή κι αν είναι μια δύναμη, η ηγεμονία της, ακόμα και η πιο δικτατορική, απαιτεί συνεχή νομιμοποίηση. Ευρύτερα, φαίνεται κατά κανόνα να αγνοείται ή τουλάχιστον να υποβαθμίζεται η αυτόνομη κι αυθεντική βούληση των Τουρκοκυπρίων οι οποίοι παρουσιάζονται είτε ως άβουλα θύματα, είτε ως απλά υποχείρια του δίδυμου Ντενκτάς–Άγκυρας[3]. Επιπλέον επικρατούν μηχανιστικές αντιλήψεις γύρω από τον ρόλο του κράτους, του καθεστώτος στην «ΤΔΒΚ» και δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε οι ενδογενείς και εξωγενείς αλλαγές και επιδράσεις, ούτε η σχετική αυτονομία της πολιτικής και ιδεολογίας, ακόμα και σε συνθήκες ενός κοσμικού αυταρχικού κράτους, «στρατιωτική κοινωνία» (Ahmad 1993) ή «στρατιωτική δημοκρατία» (Αναγνωστοπούλου 2004) όπως είναι η Τουρκία.

2. Η Τουρκία του σήμερα: Ευρωπαϊσμός, κρίση ηγεμονίας και η προβληματική εκκοσμίκευση

Το ιστορικό ερώτημα το οποίο αποτελεί και το μεγάλο ευρωπαϊκό δίλημμα του τουρκικού εκδημοκρατισμού είναι πολυσύνθετο και πολύπλοκο. Το ζήτημα της κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης της Τουρκίας (και της Ελλάδας) και του λεγόμενου «ανατολικού ζητήματος» απασχόλησε έντονα τους Ευρωπαίους επαναστάτες από την εποχή των Μαρξ και Έγκελς, συνδέοντας τις εξελίξεις την εποχή εκείνη με τις προοπτικές της ευρωπαϊκής επανάστασης (βλ. Κονδύλης 1995 και Μαρξ- Έγκελς 1995).

Για τη σημερινή κατάσταση η Αναγνωστοπούλου (2004) θέτει το μεγάλο δίλημμα της Τουρκίας με τους εξής όρους:

«Μπορεί να είναι νέο όχι γιατί αναγκαστικά ανατρέπει κάτι παλιό. Το κύριο πρόβλημα λοιπόν δεν είναι αν οι έντονες αλλαγές που παρατηρούνται τόσο σε πολιτικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο τον τελευταίο καιρό στην Τουρκία, (αλλαγές ίσως από τις σημαντικότερες μετά την ανακήρυξη της Τουρκικής Δημοκρατίας), σηματοδοτούν την απαρχή μιας νέας εποχής. Το πρόβλημα είναι αν αυτές οι αλλαγές, που τροφοδοτούνται από το “δυτικό περιβάλλον” --καλύτερα το “ευρωπαϊκό”-- αποδυναμώνουν το κεμαλικό κράτος ή αν, αντιθέτως, ενισχύουν την ελαστικότητα του, επανερμηνεύοντας με τέτοιο τρόπο το κεμαλικό δόγμα ώστε να επιτρέψουν στο κράτος να διευρύνει τις συμμαχίες του σε τμήματα της κοινωνίας μέχρι τώρα απολύτως περιθωριοποιημένα. Να διευρύνει και να επικαιροποιήσει την κεμαλική αξία του λαϊκισμού».

Μια κυρίαρχη αντίληψη μεταξύ Ελληνοκυπρίων είναι ότι η Τουρκική Δημοκρατία, το σύγχρονο κράτος που αναδύθηκε στον χώρο που αποτελούσε την καρδιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά την κατάρρευση του χαλιφάτου και την επανάσταση των νεότουρκων του Κεμάλ, αποτελεί απλά τη «συνέχεια του Οθωμανισμού»[4]. Ακούγονται μάλιστα απόψεις περί «νέο-οθωμανικού ιμπεριαλισμού»[5] (Ιωαννίδης 1991). Στο πλαίσιο αυτό, ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύεται το νέο τουρκικό κράτος αποτελεί ιστορική παραποίηση. Το κεμαλικό κράτος αποτελεί τομή σε σχέση με το οθωμανικό καθεστώς και η θεώρηση αυτού, ενός μορφώματος με εξαιρετικές ιδιαιτερότητες, απλά ως «οθωμανικού», είναι ιστορικά εσφαλμένη. Πρόκειται για ένα κρατιστικό-αυταρχικό, συγκεντρωτικό κοσμικό κράτος που ανέπτυξε ένα τύπο εκδυτισμού στη βάση ολοκληρωτικών και αυταρχικών προτύπων, προσαρμοσμένο στις συνθήκες της χώρας αυτής. Δεν πρόκειται για «δημοκρατία» δυτικό-ευρωπαϊκού τύπου, ούτε όμως για μια απλή δικτατορία, όπως αυτές που ξέρουμε (Πινοσέτ, Φράγκο ή συνταγματάρχες στην Ελλάδα). Παρότι τρεις φορές η Τουρκία βίωσε χουντικά πραξικοπήματα και δικτατορικά καθεστώτα «ανοικτού τύπου», εντούτοις, οι χούντες αυτές πρέπει να ερμηνευθούν εντός του συγκεκριμένου ιστορικού, κοινωνικού και πολιτικού πλαισίου διότι αν και είχαν ως κοινό παρονομαστή τη βίαιη επέμβαση του στρατού, είχαν ωστόσο διαφορετικά κοινωνικά και πολιτικά αποτελέσματα Τα πραξικοπήματα εμπέδωσαν έτσι και στην πράξη αυτό που ιδεολογικά ήταν δεδομένο στο κεμαλικό δόγμα --το ρόλο του στρατού και της αυταρχικής καταστολής στις «δημοκρατικές» διαδικασίες και τα πολιτικά πράγματα του τόπου που άφησαν πίσω τους μία παράδοση η οποία «συνταγματοποιήθηκε» ως το δικαίωμα και καθήκον του στρατού να παίξει τον ρόλο του «προστάτη» και εγγυητή του κοσμικού-λαϊκού κράτους στην Τουρκία.

Είναι πλέον φανερό ότι οι σημερινές προσεγγίσεις θέλουν την Τουρκία λίγο-πολύ ως «παγόβουνο» οδηγώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο σε εσφαλμένες αντιλήψεις δεδομένου ότι λειτουργούν ως ιδεολογικές αγκυλώσεις μέσα από τις οποίες δεν μπορούν να ειδωθούν οι αντιφάσεις και οι ταλαντεύσεις της τουρκικής πολιτικής. Εμποδίζουν δηλαδή την κατανόηση του τι πραγματικά συμβαίνει στο εσωτερικό της Τουρκίας, αναφορικά με τη ρευστότητα της εσωτερικής ηγεμονίας μέσα στους κόλπους των κυρίαρχων κοινωνικών-πολιτικών δυνάμεων στην Άγκυρα και πώς αυτή η ρευστότητα και οι αντιφάσεις που δημιουργούνται αντανακλώνται στον διεθνή πολιτικό προσανατολισμό της Τουρκίας κ.λπ. Επίσης, οι ιδεολογικές αυτές αγκυλώσεις, σε συνδυασμό με μηχανιστικές διεθνολογικές προσεγγίσεις και νομικίστικες αντιλήψεις, δημιουργούν μια στρεβλή εικόνα της σημερινής συγκυρίας, των προβλημάτων και των προοπτικών που δημιουργούνται.

Η μεταψυχροπολεμική Τουρκία βρίσκεται ίσως σε μία κατάσταση κρίσης ταυτότητας όσο ποτέ άλλοτε. Η σημασία του στρατού σήμερα δεν είναι η ίδια όπως προηγουμένως δεδομένου ότι άλλαξε ολόκληρος ο γεω-στρατηγικός χάρτης της ευρύτερης περιοχής. Ασφαλώς, η Τουρκία παραμένει εξαιρετικής σημασίας για τη Βορειοατλαντική Συμμαχία, η ίδια όμως η συμμαχία, σε μια κρίση (ιμπεριαλιστικής) ταυτότητας έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές παρουσιάζοντας ρήγματα στις γραμμές της από τους ευρωπαίους σύμμαχους που αντιδρούν στον ηγεμονισμό των ΗΠΑ. Επίσης, η εξωτερική πολιτική της Ρωσίας υποχωρεί και ουσιαστικά περιορίζεται πλέον στα σύνορα της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Ο χάρτης του κόσμου είναι διαφορετικός και η Τουρκία κινείται στα πλαίσια ενός αλλοιωμένου διεθνούς σκηνικού με ποιοτικά διαφορετικούς γείτονες: Η Ελλάδα από την εποχή Σημίτη έχει αναδιατάξει τις διεθνοπολιτικές της συντεταγμένες συγκριτικά με την αποχή του Ανδρέα Παπανδρέου, ενώ η αστάθεια που χαρακτηρίζει τις γειτονικές χώρες στο βορρά και νοτιανατολικά, και η οποία προκλήθηκε εν μέρει από την αμερικανική «τζιχάντ» του Μπους, επηρεάζει δυσμενώς και την Τουρκία.

Πέραν αυτών, η ίδια η Τουρκία βρίσκεται σε μια μακρόχρονη, αντιφατική και ρευστή κατάσταση μεταλλαγής, χωρίς ωστόσο να έχουν επέλθει, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, ριζικές κοινωνικές ανατροπές στο ηγεμονικό μπλοκ[6]. Παρά ταύτα, εντός του ηγεμονικού πυρήνα του Τουρκικού κατεστημένου --δηλαδή της ευρύτερης συμμαχίας των κυρίαρχων δυνάμεων ενός αυταρχικού κοσμικού κράτους-- παρουσιάζονται ρήγματα και αμφιταλαντεύσεις που εστιάζονται ακριβώς στο ίδιο το «είναι» του συστήματος. Το πρόβλημα του «τουρκικού εκδημοκρατισμού»[7] αποτελεί κυρίαρχη αντίφαση που οριοθετεί τον διεθνή προσανατολισμό της Τουρκίας στο σημερινό κόσμο των ολοκληρώσεων, του εκσυγχρονισμού και των περιφερειακών ενώσεων όπως είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Δεν πρόκειται ωστόσο για μια «καθαρή» ρήξη ανάμεσα σε «εκσυγχρονιστές/ ευρωπαϊστές» (με δημοκρατικές αντιλήψεις) από τη μία και «αντιδημοκρατικούς κεμαλικούς» από την άλλη. Δεν πρόκειται επίσης για καθαρή ρήξη ανάμεσα στο κοσμικό (κεμαλικό) κράτος και τους ισλαμιστές. Ορισμένοι μάλιστα μελετητές αναφέρονται σε διαδικασίες «διάβρωσης» ή «αλλοίωσης» του κεμαλικού μοντέλου (Kramer 2000), καίτοι βέβαια γνωρίζουμε την προσαρμοστικότητα και πολυπλοκότητα των ιδεολογημάτων και πολιτικών πρακτικών του κεμαλισμού και του μετακεμαλικού κράτους (Αναγνωστοπούλου 2004). Πρόκειται για μια πολύ πιο σύνθετη κατάσταση όπου οι τάσεις, προσεγγίσεις, ιδεολογίες και πολιτικές πρακτικές δημιουργούν μια νεφελώδη και αντιφατική εικόνα. Συναντούμε αυταρχικούς κεμαλικούς εντός του κατεστημένου με αντιδημοκρατικές αντιλήψεις να έχουν σαφή ευρωπαϊκό προσανατολισμό, καθώς και ευρωπαϊστές ισλαμιστές, ενώ ο στρατός απολαμβάνει την πλήρη υποστήριξη από την ευρωπαΐζουσα και δυτικόστροφη ελίτ των λεγόμενων «λευκών Τούρκων» και γιάπηδων στην Ευρωπαϊκή Τουρκία. Όλες αυτές οι τάσεις συνυπάρχουν μάλιστα σε μια πολωμένη ταξικά και οικονομικά ασταθή Τουρκία, όπου οι γεωγραφικές περιφέρειες της χώρας έχουν εντελώς διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης. Παράλληλα, υποβόσκει το κουρδικό, κυριαρχεί η δομική ανισότητα, ενώ οι δημοκρατικές ελευθερίες υποφέρουν, παρότι συντελούνται δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, για να μην αναφέρουμε και το τεράστιο ποσοστό φτώχιας και αναλφαβητισμού (βλ. Καραμπελιάς 1997). Με λίγα λόγια πρόκειται για μια Τουρκία γεμάτη εγγενείς αντιφάσεις, με ισχυρή ωστόσο παράδοση συγκεντρωτικού αυταρχικού κρατισμού και με τον στρατό ως εγγυητή του συντάγματος.

Σε επίπεδο ρητορικής, παραμένουν ευρέως διαδεδομένες στις συζητήσεις των Ελληνοκυπρίων και Ελλήνων σχολιαστών[8], συνήθως με έμμεσο τρόπο και χάριν του «πολιτικά ορθού» λόγου, οι αναφορές σε «βαρβάρους», «απολίτιστους» και «υπανάπτυκτους». Δεν γίνεται ουσιαστική αναφορά στο ζήτημα του ρόλου και της σημασίας του τουρκικού «λαού», των απλών Τούρκων, ως κοινωνικού υποκειμένου που συμμετέχει στο πολιτικό γίγνεσθαι της Τουρκίας, ως πολιτικής οντότητας. Η άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος αφορά τη συλλογική θυματοποίηση των Τούρκων πολιτών ως αδύναμων και ουσιαστικά κομπάρσων της ιστορίας, ο ρόλος των οποίων στο πολιτικό γίγνεσθαι αλλά όχι σε κοινωνικό επίπεδο υπήρξε μάλλον περιορισμένος. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε το σκηνικό της σύγχρονης Τουρκίας στο σύνολό του, όπου η νομιμοποίηση της ηγεμονίας δεν βασίζεται στις ίδιες αξίες και διαδικασίες όπως τις γνωρίζουμε στις δυτικές (καπιταλιστικές) δημοκρατίες. Οι λαϊκοί, ταξικοί και κοινωνικοί αγώνες, πάντοτε παρόντες, αν και κατάφεραν να αγγίξουν το κατεστημένο, ουδέποτε μπόρεσαν να τραντάξουν τα θεμέλια του πολιτικό-στρατιωτικού ηγεμονισμού. Το οργανωμένο ταξικό κίνημα συγκεντρώνονταν στα βασικά αστικά κέντρα, ενώ άλλες δομές και ιδέες επικρατούσαν στην περιφέρεια. Το αποσχιστικό κίνημα ΡΚΚ που αγωνίστηκε κατά της καταπίεσης των Κούρδων γεννήθηκε στην Πόλη και οργανώθηκε στις ανατολικές επαρχίες. Παρόλη την ήττα του ΡΚΚ, η Άγκυρα ένιωσε το «εθνικό / εθνικιστικό» ταρακούνημα. Δυστυχώς, η λογική της βίας και των παραδόσεων αυταρχικού κοσμικού κρατικισμού διείσδυσαν και στην τουρκική Αριστερά, διαμορφώνοντας μία κατάσταση που εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο οι φασιστογενείς παρακρατικές οργανώσεις δεδομένης και της διασύνδεσή τους με το στρατό (Σαμίμ 1993).

Η Αριστερά στην Τουρκία έχει σε μεγάλο βαθμό εξοντωθεί από τις αλλεπάλληλες καταστολές και διώξεις που έχει υποστεί (Ahmad 1993, Σαμίμ 1983). Εντούτοις, η ελπίδα για μια νέα Αριστερά σε ένα νέο σχήμα (παρά τις αποτυχημένες προσπάθειες) δεν εκλείπει δεδομένου ότι:

«Οι αντιθέσεις της Τουρκικής αστικής τάξης δεν έχουν επιλυθεί από τους στρατιωτικούς και η στρατιωτική κυριαρχία, όσο απεριόριστη και αν παρουσιάζεται, δεν θα μπορέσει να καταστείλει το δυναμισμό και την οργάνωση της εργατικής τάξης» (Σαμίμ 1983: 72 – 73).

Ασφαλώς στη σημερινή Τουρκία τόσο η οργανωμένη σε ταξική βάση εργατική τάξη όσο και ευρύτερα οι δυνάμεις της δημοκρατικής Αριστεράς κάθε άλλο παρά ισχυρές είναι. Μία σειρά από ήττες την έχουν οδηγήσει σε μακροπρόθεσμη κρίση και περιθωριοποίηση, ενώ η (κοσμική) σοσιαλδημοκρατία έχει ταυτιστεί ουσιαστικά με τον αυταρχικό κεμαλισμό και τον στρατό (πχ. Ετζεβίτ, Μπαϋκάλ). Ωστόσο, καθώς οι ψήφοι διαμαρτυρίας κατά του κεμαλικού αυταρχισμού κινήθηκαν προς το πολιτικό Ισλάμ, οι οξείς αντιθέσεις και αντιφάσεις παραμένουν. Αρχικά, οι ψηφοφόροι από τις χαμηλότερες τάξεις στράφηκαν προς το πιο ριζοσπαστικό Ισλάμ τύπου Ρεφάχ του Εμπαγκάν, ενώ μετά την απαγόρευση που επέβαλε το κράτος στον Ερπαγκάν, στράφηκαν προς το πιο εκσυγχρονιστικό και ευρωπαϊστικό πλέον κόμμα του Ερτογάν. Το μήνυμα ωστόσο είναι σαφέστατα η αμφισβήτηση του αυταρχικού κεμαλισμού (Ζουμπάιντα, 1997, Κουρκτσού, 1997, Αναγνωστοπούλου, 2004). Ασφαλώς οι πολιτικές ανακατατάξεις και πολώσεις δεν είναι άσχετες με τις κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις στην Τουρκία, που ενώ σημειώνει γοργούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, ο πληθωρισμός κυμαίνεται σταθερά σε διψήφιους αριθμούς και τα νέο-φιλελεύθερα «μέτρα σταθεροποίησης» που επιβάλλει η κυβέρνηση και το ΔΝΤ οδηγούν μεγάλες μάζες του πληθυσμού στη φτώχια και την εξαθλίωση (Καραμπελιάς 1997).

Η κρίση του τουρκικού κράτους, όπως αυτό είχε αρχικά θεμελιωθεί και όπως μέχρι πρόσφατα λειτουργούσε, εκφράζεται με μία κρίση ηγεμονικού χαρακτήρα όπου η αυταρχική εκκοσμίκευση από τα πάνω έχει φτάσει σε οριακά σημεία (Κουρκτσιού 1997: 17-30). Ο λαϊκισμός, ο οποίος λειτουργούσε ως νομιμοποιητικός μηχανισμός που ενσωμάτωνε λαϊκά στρώματα και δημιουργούσε λαϊκά ερείσματα μέσα από τα παραδοσιακά κοινοβουλευτικά κόμματα δεν φέρνει πλέον αποτέλεσμα. Η στροφή προς το πολιτικό Ισλάμ δεν φαίνεται να είναι ένα τόσο παροδικό φαινόμενο. Εξάλλου, το Ισλάμ μπορεί να ήταν σαφώς διαχωρισμένο από το κοσμικό κράτος, σύμφωνα με το κεμαλικό δόγμα, αποτελούσε ωστόσο και εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της τουρκικής εθνικής ταυτότητας (Ζουμπάϊντα 1997). Με τη χαλάρωση του «κοσμικού ζουρλομανδύα», μετά από μια σειρά από ήττες και κρίσεις της ρεπουμπλικανικής Αριστεράς, καθώς τα σκάνδαλα και τη διαφθορά της πολιτικής ελίτ, το πολιτικό Ισλάμ αναδύθηκε ως η άμεση λαϊκή λύση για τις πλατιές μάζες. Αυτό εκφράστηκε αρχικά από το Κόμμα Ευημερίας (Ρεφάχ) του Ερμπαγκάν ο οποίος παρεμπιπτόντως, ήταν ανέκαθεν ένα από τα γεράκια της τουρκικής πολιτικής για το Κυπριακό, ασκώντας κριτική στον Ετζεβίτ ότι θα έπρεπε να είχε καταλάβει ολόκληρη την Κύπρο το 1974. Το «σκληρό» Ισλάμ και η «ακραία» μορφή προσέγγισης εκ μέρους του Ρεφάχ δεν έγιναν αποδεκτά από το κατεστημένο, το οποίο τα θεώρησε ως απειλή στο κοσμικό κράτος[9]. Αντιθέτως, το διάδοχο σχήμα του Ερτογάν που πρόβαλε μία «ηπιότερη» και «εξευρωπαϊσμένη» μορφή πολιτικού Ισλάμ κατάφερε όχι μόνο να επιβιώσει πολιτικά αλλά και να κρατηθεί στην εξουσία μέχρι σήμερα, με τον ίδιο τον Ερτογάν να προβάλλει εαυτόν ως τιμονιέρη της πορείας της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το «στοίχημα του Ερτογάν», όπως το χαρακτήρισε ένα έγκυρο περιοδικό[10], μπορεί να βοηθήσει τις τουρκικές ενταξιακές φιλοδοξίες μπορεί ωστόσο, εάν δεν αποδώσει, να τον οδηγήσει σε πολιτικό αφανισμό.

3. Το Κυπριακό ως δοκιμασία της «μετάλλαξης» της Τουρκίας

Το Κυπριακό ήταν και παραμένει «εθνικό θέμα» για την Τουρκία (τον στρατό, τον πολιτικό κόσμο και την «κοινή γνώμη»). Πρόκειται για ένα ιδεολογικό μέσο στην ηγεμονία που παρουσιάζεται ως ζήτημα ασφάλειας του έθνους (και ως λαϊκισμός γύρω από το έθνος), την ίδια στιγμή ωστόσο αποτελεί μία αυταρχική κληρονομιά που εμποδίζει τον «εκσυγχρονιστικό» Ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Τουρκίας, έναν προσανατολισμό που δεν είναι καθόλου δεδομένος και απρόσκοπτος, ούτε και έχει τον ίδιο βαθμό σημασίας στις κοινωνικές, οικονομικές, και πολιτικές δυνάμεις που απαρτίζουν σήμερα τον ηγεμονικό συνασπισμό εξουσίας. Για τον Ερτογάν και την ηγετική ελίτ που κυβερνά --και ίσως όχι τόσο για τον μηχανισμό, τους βουλευτές και τη βουλή του κόμματος του-- η Ευρωπαϊκή πορεία και η παρουσίαση «αποτελεσμάτων» στην πορεία αυτή αποτελεί υπαρξιακό στοίχημα. Στο πλαίσιο αυτό, απαιτείται ο καθορισμός ημερομηνίας για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Σύμφωνα με τους κανόνες του ηγεμονικού παιχνιδιού ο καθορισμός ημερομηνίας είναι η απόδειξη προς τον στρατό, τους οπαδούς αλλά και τους αντιπάλους του ότι αποδίδει η πολιτική του, άρα και ο μόνος τρόπος για την πολιτική του επιβίωση.

Ένα τμήμα του στρατιωτικού κατεστημένου «συνασπισμένο» με ισχυρή μερίδα της αστικής τάξης (μεγαλοεπιχειρηματίες και εταιρείες με σαφή δυτικό προσανατολισμό) στηρίζει αυτή την πολιτική. Στόχος τους είναι να μετατρέψουν την Τουρκία σε «κανονική» φιλελεύθερη καπιταλιστική δημοκρατία, ενταγμένη και ενσωματωμένη πλέον στο Ευρωπαϊκό καπιταλιστικό μπλοκ, ο μόνος τρόπος να μετατραπούν και οι ίδιοι σε μία «κανονική» αστική τάξη[11]. Στο εγχείρημα αυτό αντιπαρατίθεται ωστόσο η επικρατούσα μερίδα των στρατιωτικο-επιχειρηματικών συμφερόντων. Η μερίδα αυτή, αν και γενικά μακροπρόθεσμα έχει παρόμοιες βλέψεις, παρουσιάζεται σαφέστατα πιο συγκρατημένη, επιχειρώντας μία πιο χαλαρή σχέση με την ΕΕ, προκειμένου να διασφαλίσει παράλληλα και τις εξουσίες που της παραχωρήθηκαν από το μετα-κεμαλικό κράτος (ιδίως μετά τη χούντα του Εβρέν), εξουσίες και συμφέροντα που προκύπτουν και διευκολύνονται από τις διασυνδέσεις του στρατού με τον «ύποπτο κόσμο» (υπόκοσμος, μαφία, ακροδεξιά σχήματα κ.λπ.). Αρχικά, το Κυπριακό πρόβλημα αποτέλεσε ζήτημα της Ευρω-Τουρκικής σχέσης με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι στη συνέχεια, δεν συμπεριλήφθηκε δηλαδή άμεσα στους όρους ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ και ως εκ τούτου ήταν δύσκολο να διαφανεί, με όρους συγκεκριμένους και μετρήσιμους, πώς η Τουρκία θα τηρούσε ακριβώς τις δεσμεύσεις της στο πλαίσιο της διαδικασίας επίλυσης του Κυπριακού. Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν ότι η Επιτροπή δεν είχε αρχικά τη διορατικότητα ή την πολιτική βούληση να συσχετίσει έστω και έμμεσα την πρόοδο του Κυπριακού με τις ενταξιακές διεργασίες της Τουρκίας, με αποτέλεσμα η Ευρωπαϊκή πολιτική να μην ασκεί τις αναγκαίες πιέσεις προς την κατεύθυνση της λύσης και η αξιοπιστία των Βρυξελλών να νοσεί (βλ. Ugur 1999: 161 – 198). Στη συνέχεια η Ευρω-Τουρκικές σχέσεις πέρασαν από διάφορες φάσεις, ειδικότερα μετά την απόρριψη της αρχικής αίτησης της Τουρκίας (επί Οζάλ) για ένταξη στην ΕΕ, γεγονός που δημιούργησε καχυποψία στο τουρκικό κατεστημένο αναφορικά με τις ευρωπαϊκές προθέσεις και ερωτηματικά ως προς τον προσανατολισμό της Τουρκίας. Ακολούθως μίας σειράς εσωτερικών ανακατατάξεων στην Τουρκία κατά τη δεκαετία του 1990, το Κυπριακό αναδεικνύεται σε ουσιαστικό ευρωπαϊκό ζήτημα μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων της χώρας, δεδομένου ότι η Τουρκία πλέον προσανατολίστηκε σταθερά προς την ΕΕ.

Ιστορικά, οι ΗΠΑ ως παραδοσιακός σύμμαχος της Άγκυρας, δεν έθετε ζήτημα «εκδημοκρατισμού» και όρων εκσυγχρονισμού για να στηρίξει στρατιωτικά ή οικονομικά τη χώρα όπως τίθεται σήμερα από την ΕΕ. Για το λόγο αυτό, η τουρκική γραφειοκρατία και ελίτ καθυστέρησε σημαντικά να αντιληφθεί τη σοβαρότητα της προϋπόθεσης που έθεσε η ΕΕ για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις πέραν των οικονομικών, συμπεριλαμβανομένης και της αλλαγής στάσης αναφορικά με το Κυπριακό. Ακόμη και σήμερα ωστόσο, η ΕΕ στέλνει μικτά μηνύματα στην Τουρκία σε ό,τι αφορά την προοπτική ένταξής της, ακόμη δηλαδή και στην περίπτωση που εκπληρωθούν οι σχετικές προϋποθέσεις πρόκειται για ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα από κάθε άποψη.

4. Πώς εξηγείται η στάση της Τουρκίας για την Κύπρο;

Σε ό,τι αφορά την αλλαγή της τουρκικής πολιτικής στο Κυπριακό, φαίνεται ότι ισχύει σε μεγάλο βαθμό αυτό που ο Kuhn (1970) ονόμασε «μετατόπιση υποδείγματος». Δεν πρόκειται δηλαδή απλά και μόνον για ένα «λίφτινγκ» ή εξωραϊστικές προσεγγίσεις για διασκέδαση εντυπώσεων. Αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι η Τουρκία έχει αποφασίσει την επίλυση του Κυπριακού στη βάση του Σχεδίου Ανάν, ή ότι θέλει να κλείσει το Κυπριακό πάση θυσία. Το Κυπριακό, όπως και εσωτερικά ζητήματα ελλιπούς δημοκρατίας (π.χ. Κουρδικό, ανθρώπινα δικαιώματα) αλλά και οικονομικά ζητήματα αποτελούν ουσιαστικά εμπόδια στην περαιτέρω πορεία της Κύπρου στην ΕΕ. Το Κυπριακό ωστόσο, αποτελεί ένα ζήτημα στο οποίο μπορεί να δείξει άμεση και θεαματική πρόοδο και να απαιτήσει ανταλλάγματα. Στην περίπτωση που στην παρούσα συγκυρία υιοθετήσει αρνητική στάση, το κόστος πιθανότατα θα είναι μεγάλο, ίσως δε να αποτελέσει το βασικό εμπόδιο στην ενταξιακή της πορεία. Επομένως, το Κυπριακό είναι ένα χαρτί το οποίο μπορεί να παίξει και να αξιώσει αυτό που ζητά, τον καθορισμό δηλαδή ημερομηνίας έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Από την άλλη μεριά ωστόσο η πολιτική Ερτογάν έχει τα όριά της. Το Κυπριακό εκτός των άλλων αποτελεί ζήτημα «ασφάλειας», «ζωτικού χώρου», «εθνικό θέμα» και όλα τα συναφή ιδεολογήματα. Πάνω απ’ όλα και πάντα σε συνάρτηση με το πώς αντιλαμβάνονται οι στρατιωτικοί τα συμφέροντά τους στην ευρύτερη περιοχή, καθώς και σε σχέση με τη σημασία και τον ρόλο που οι ΗΠΑ και η ΕΕ αποδίδουν στο θέμα, ο στρατός έχει τον τελευταίο λόγο.

Στο πλαίσιο αυτό, πώς θα μπορούσε να ερμηνευθεί η τελευταία απόφαση του «Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας» για το Κυπριακό; Τι να σημαίνει άραγε το περίφημο «σημείο αναφοράς», όπως περιγράφεται στο σχέδιο Ανάν; Σαφέστατα υπάρχει ασάφεια, εφόσον μπορεί να περιλαμβάνει απλά την πιθανότητα να είναι ένα σημείο αναφοράς (ανάμεσα σε άλλα) ή να είναι το σημείο αναφοράς, δηλαδή η βάση για διαπραγμάτευση (και λύση). Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε στα σίγουρα. Το σίγουρο όμως είναι ότι σε αντίθεση με προηγούμενου τύπου αδιάλλακτες προσεγγίσεις όπως «το Κυπριακό έχει λυθεί», η Τουρκία θέλει να δείξει ότι διαπραγματεύεται. Αυτό αποτελεί μετατόπιση υποδείγματος, μία νέα πολιτική προσέγγιση εφόσον η Τουρκία μπαίνει ανοικτά στο διαπραγματευτικό παιχνίδι στη βάση διεθνώς αποδεκτών παραμέτρων και το «παζάρεμα» παίρνει πλέον άλλη μορφή.

Το γεγονός ότι η τουρκική θέση κάνει αναφορά «στις πραγματικότητες» στην Κύπρο (που παραπέμπει στη λογική των δύο χωριστών κρατών) δεν αποτελεί έκπληξη. Στην πραγματικότητα πρόκειται για τη συνέχεια παλαιότερης πολιτικής βάσει της οποίας θέλει να διαπραγματευτεί. Η ανατροπή του συσχετισμού δύναμης προς όφελος της μετά το 1974 είναι ένα δεδομένο που θέλει να διατηρήσει, έστω και αν προχωρήσει σε λύση. Εξάλλου, η αναφορά στις «πραγματικότητες» περιλαμβάνεται και στις Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου, όχι όμως με την έννοια των δύο χωριστών κρατών. Η Ελληνοκυπριακή πλευρά επιθυμεί να ανατρέψει το στάτους κβο μέσω μίας ειρηνικής διευθέτησης, από την άλλη μεριά ωστόσο δεν φαίνεται να έχει και άλλη επιλογή από το να αποδεχθεί ως δεδομένη αφετηρία την υφιστάμενη κατάσταση (διαχωρισμός πληθυσμών, κατοχικές δυνάμεις) χωρίς αυτό φυσικά να σημαίνει την αναγνώριση και αποδοχή των αποτελεσμάτων της εισβολής. Επομένως η όποια «ανατροπή» μπορεί θα επιτευχθεί στον βαθμό που ένα ομόσπονδο, διζωνικό και δικοινοτικό κράτος θα υπερβεί τον υφιστάμενο διαμελισμό. Το «νέο» στην τουρκική πολιτική δεν είναι η στήριξη προς το καθεστώς ή τον Ραούφ Ντεκτάς – αυτά είναι δεδομένα. Το «νέο» είναι ότι για πρώτη φορά το ίδιο το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας αναφέρεται σε λύση με σημείο αναφοράς το Σχέδιο Ανάν --δεν είναι απλά οι Ερντογάν ή Γκιουλ (οι οποίοι στο παρελθόν είχαν προβεί σε διάφορες αντιφατικές δηλώσεις) που χρησιμοποιούν αυτή τη γλώσσα αλλά το λεγόμενο «βαθύ κράτος». Επομένως, είναι φανερό το ανεδαφικό τόσο της θεώρησης ότι η Τουρκία θέλει άμεσα λύση στο Κυπριακό χωρίς τη διασφάλιση αφενός μεν επαρκών ανταλλαγμάτων σε σχέση με την ενταξιακή της πορεία, αφετέρου δε μία λύση που θα εγγυάται και την ανάμειξη της, έστω και έμμεσα, στη διακυβέρνηση της Κύπρου. Όπως ανεδαφική είναι η προσέγγιση εκείνη που δεν λαμβάνει υπόψη καμιά διαφοροποίηση στην τουρκική στάση.

5. Η απάντηση της ελληνοκυπριακής πλευράς

Ποια περιθώρια έχει η προσέγγιση της ελληνοκυπριακής πλευράς ενόψει της επικείμενης ένταξης και των διαπραγματεύσεων για επίλυση του Κυπριακού; Μπορεί να διακρίνουμε κάτι κυνικό στο «μεγάλο παζάρεμα» της τουρκικής πολιτικής. Δεν γνωρίζουμε εάν η Τουρκία θα προχωρήσει ουσιαστικά στη λύση ή αν θα περιμένει πρώτα να διαπιστώσει τις ξεκάθαρες προθέσεις της ΕΕ στο θέμα του καθορισμού ημερομηνίας. Η Τουρκία ωστόσο φαίνεται ότι αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού και η ελληνοκυπριακή πλευρά οφείλει να προσαρμοστεί ανάλογα. Στο πλαίσιο αυτό, οι απόπειρες που αμφισβητούν τις προθέσεις και τον βαθμό ειλικρίνειας στη στάση της Τουρκίας δυστυχώς πέφτουν στο κενό και δίνουν εσφαλμένες εντυπώσεις. Οι αρχικά ψυχρές αντιδράσεις εκ μέρους της πολιτικής ηγεσίας της Κύπρου ευτυχώς άλλαξαν. Ορθώς λοιπόν, ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Τ. Παπαδόπουλος πέρασε στην αντεπίθεση, επιδεικνύοντας μία ετοιμότητα για την άμεση έναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων βάσει του σχεδίου Ανάν. Όχι απλά στην κατεύθυνση επίτευξης ενός «πλαισίου συμφωνίας», αλλά μίας συνολικής λύσης, πριν από την 1η Μαΐου 2004 και με την έγκριση του κυπριακού λαού, όπως αυτός απαρτίζεται από τις δύο κοινότητες. Οποιαδήποτε άλλη στάση όπως αυτή της αναμονής «καλύτερων ημερών» ή «ξανά-μοιράσματος της τράπουλας» μετά την ένταξη, θα είναι εξαιρετικά δύσκολη και πιθανότατα ζημιογόνα.

Φυσικά, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε και με βεβαιότητα τι στάση θα τηρήσει τελικά η Τουρκία και η τ/κ ηγεσία στις συνομιλίες. όμως, δεν μπορεί να υποτιμηθεί ο διεθνής παράγοντας (ΗΠΑ, ΕΕ, ΟΗΕ), ιδίως σε μια εποχή που η Τουρκία προσανατολίζεται προς τη κατεύθυνση της ενσωμάτωσής της στην ΕΕ. Μπορεί η Άγκυρα να θέλει απλά να δημιουργήσει κινητικότητα προκειμένου να έχει χειροπιαστά αποτελέσματα αργότερα (δηλαδή ημερομηνία) και κατόπιν να οδηγήσει σταδιακά τις διαδικασίες λύσης, συνδέοντας βήμα-βήμα τη λύση με τη δική της ένταξη. Ως εκ τούτου και η αρχική πρόταση Ερτογάν στον Ανάν για ενδιάμεση συμφωνία και όχι συνολική επίλυση. Αυτό όμως δεν είναι αρκετό. Εάν η Τουρκία θέλει να διαπραγματευτεί επί της ουσίας, θα πρέπει να το αποδείξει στις διαπραγματεύσεις, έχοντας ως κύριο στόχο την επίτευξη συμφωνίας πριν από την 1η Μαΐου. Κάτι τέτοιο θα διαφανεί στις παρούσες συνομιλίες στη Νέα Υόρκη. Στην περίπτωση λοιπόν που η Τουρκία μπλοφάρει αφενός μεν υπάρχει το ενδεχόμενο να παγιδευτεί στις τωρινές της θέσεις, αφετέρου δε να εκτεθεί με αρνητικές συνέπειες για την ένταξή της.

6. Τι θα γίνει αν δεν επιλυθεί το Κυπριακό πριν την Ένταξη;

Στην περίπτωση που το Κυπριακό δεν επιλυθεί πριν την 1η Μαΐου διάφορα σενάρια είναι πιθανά. Καθοριστικής ωστόσο σημασίας θα είναι το ποιος θα θεωρηθεί υπαίτιος για την αποτυχία των συνομιλιών. Γι’ αυτό και μόνο τον λόγο, η ε/κ πλευρά οφείλει να δείξει πολιτική βούληση για λύση και ετοιμότητα για διαπραγμάτευση.

Έχει επανειλημμένα συζητηθεί η σημασία της Ευρωπαϊκής ένταξης στην επίλυση του προβλήματος, η οποία υπήρξε σημαντικότατος καταλυτικός παράγοντας μέχρι τώρα, χωρίς όμως τίποτε να ήταν προκαθορισμένο[12]. Δεν πρέπει όμως να έχουμε ψευδαισθήσεις ή προσδοκίες πέραν των λογικών πλαισίων όπως αυτές προκύπτουν από μία σοβαρή και νηφάλια ανάλυση της Ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Η ΕΕ και το «ευρωπαϊκό κεκτημένο» παίζουν καταλυτικό ρόλο και επιδρούν στην τουρκική πολιτική στον βαθμό που υπάρχει μια αμφίδρομη σχέση στη βάση των πολιτικών προσδοκιών των δύο πλευρών Ευρώπης – Τουρκίας, με δεδομένη την τελική ένταξη της Τουρκίας. Οι δύο μορφές επίδρασης της ΕΕ στην Τουρκία παίρνουν τον χαρακτήρα (1) πίεσης προς τη κατεύθυνση της μεταρρύθμισης στη βάση των όρων που τέθηκαν για εναρμόνιση και (2) στη βάση πιο μακροπρόθεσμων επιδράσεων σε επίπεδο ελίτ και κοινωνίας, όπου υπάρχει πολιτική αλληλεπίδραση. Η πρώτη είναι πιο άμεση από τη δεύτερη. Ο παράγοντας ΕΕ λειτουργεί στον βαθμό που υπάρχουν σχέσεις «αρμονίας», καθώς και πολιτική βούληση για την ένταξη της Τουρκίας. Εάν τα δεδομένα ανατραπούν τότε θα έχουμε διαφορετικά, άκρως αντιφατικά και απροσδόκητα αποτελέσματα. Εδώ έγκειται και η δυσκολία να ερμηνεύσουμε τις όποιες διεργασίες με βεβαιότητα. Η ΕΕ δεν είναι σίγουρο ότι θα δώσει ημερομηνία στην Τουρκία.

Για την Κύπρο ο «Ευρωπαϊσμός» λειτούργησε καταλυτικά τόσο στους Ελληνοκυπρίους όσο στους Τουρκοκύπριους. Οι ανατροπές, έστω οριακά, στα κατεχόμενα αποτελούν απόληξη (1) της Ευρωπαϊκής προοπτικής της Κύπρου που δημιούργησε ένα νέο πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται η Κυπριακή Δημοκρατία ή καλύτερα η ομοσπονδοποιημένη πλέον Κυπριακή Δημοκρατία και (2) η ρευστότητα στην Τουρκία σε συνδυασμό με τα πολιτικά και οικονομικά αδιέξοδα του απομονωτισμού της Ντεκτασικής πολιτικής που έδωσαν ώθηση στη τ/κ αντιπολίτευση.

Ο «Ευρωπαϊσμός» ως καταλύτης έχει ωστόσο τα όριά του. Ο ίδιος ο όρος είναι προβληματικός γιατί υπονοεί ότι οι χώρες που δεν είναι ενταγμένες στην ΕΕ δεν είναι δήθεν «αρκετά ευρωπαϊκές» και πρέπει να «εξευρωπαϊστούν», πράγμα απαράδεκτο[13]. Επομένως, η άκριτη αποδοχή του όρου και ό,τι αυτή συνεπάγεται είναι λανθασμένη. Ήδη αναπτύσσονται «λογικές» στην ΕΕ που δεν επιθυμούν την περαιτέρω επέκταση του «Κυπριακού μοντέλου», δηλαδή του «Ευρωπαϊσμού» ως μέσου επίλυσης διενέξεων στη βάση της πίεσης της αδιάλλακτης πλευράς και προκειμένου να προσέλθει με πιο «λογική» προσέγγιση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ασφαλώς, η ίδια η ένταξη της Κύπρου δημιουργεί προοπτικές για ένα καθεστώς δικαιωμάτων και για τις δύο κοινότητες περισσότερο συμβατού με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, ενώ προσφέρει και δυνατότητες νέων λύσεων στα ζητήματα νομής εξουσιών, λειτουργικότητας της εξουσίας και ασφάλειας σε διζωνικές ομοσπονδίες που έχουν μία μεγαλύτερη τάση αποσταθεροποίησης ως πολιτικές οντότητες.

Είναι σημαντικό ωστόσο να υπογραμμίσουμε ορισμένα ζητήματα:

Πρώτον, σε καμιά περίπτωση τα «θετικά» που προκύπτουν από την ένταξη δεν πρέπει να οδηγήσουν στην άκριτη αποδοχή ή συναίνεση στη διαδικασία καπιταλιστικής ολοκλήρωσης της ΕΕ. Η ουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραμένει σαφέστατα ιμπεριαλιστική και ο νεοφιλελευθερισμός στην Ευρώπη έχει και τη σφραγίδα των Βρυξελλών.

Δεύτερον, σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να παρερμηνευθεί η ένταξη ως προσπάθεια μετακίνησης της ισορροπίας στο σχέδιο λύσης προς όφελος της μίας ή της άλλης κοινότητας, όπως προτείνουν ορισμένοι ακραιφνείς εθνικιστές – ο πλειοψηφισμός και η διχοτόμηση πρέπει για πάντα να θεωρούνται παρελθόν. Τα περί αναγκαιότητας καλής λειτουργίας του συντάγματος καμία σχέση δεν έχουν με τις προσεγγίσεις της δεκαετίας του 1960, όπου πίσω από τα περί λειτουργικότητας κρυβόταν η προσπάθεια υποβάθμισης του στάτους των τουρκοκυπρίων από «κοινότητα» με δικαίωμα συμμετοχής και νομής στην εξουσία, σε «μειονότητα» που απλά θα έχει κάποια μειονοτικά δικαιώματα. Ας αντλήσουμε λοιπόν κάποια μαθήματα από τη συνταγματική μας ιστορία.

Τρίτον, η εντύπωση ότι με την ένταξη ανατρέπονται άρδην τα δεδομένα στους συσχετισμούς δύναμης μεταξύ Κύπρου-Τουρκίας είναι υπερβολική και οδηγεί σε περιπέτειες. Η ένταξη αποτελεί μεν σημαντική επιτυχία, δεν ανατρέπει ωστόσο τα δεδομένα. Απλά δίνει ακόμα ένα διαπραγματευτικό χαρτί στη ε/κ πλευρά, και αυτό όχι ως απόλυτο όπλο, αλλά ως το μέσο για την επίτευξη λύσης ομοσπονδίας. Μακροπρόθεσμα η απόσταση που χωρίζει τον λαό των ε/κ από εκείνον των τ/κ μεγαλώνει και γι’ αυτό απαιτείται λύση το συντομότερο δυνατό.

7. Το φάντασμα του Σχεδίου Ανάν: Η μεταθανάτιος ζωή

Το σχέδιο Ανάν φαίνεται να έχει και ζωή μετά θάνατον: Παρότι «νεκρό», όπως μας έλεγαν, για ένα και πλέον χρόνο μετά το ναυάγιο στη Κοπεγχάγη, το σχέδιο παρέμεινε ο καθοριστικός παράγοντας στη μετέπειτα διαδικασία. Αυτό συμβαίνει για λόγους που δεν σχετίζονται αποκλειστικά με το περιεχόμενο του σχεδίου, ούτε τα «θετικά» κι «αρνητικά» του, αλλά με εξωγενείς παράγοντες, τοπικούς και διεθνείς. Μια σειρά ιστορικών, πολιτικών, γεωστρατηγικών και άλλων λόγων συγκλίνουν προς την κατεύθυνση αυτή, παρόλο που τίποτε δεν είναι προκαθορισμένο και δεδομένο. Η προσέγγιση που θέλει την Τουρκία οπωσδήποτε κι άμεσα να λύσει το Κυπριακό για να μπει στην Ευρώπη είναι απλοϊκή. Ασφαλώς, όπως αναλύσαμε θέλει να δώσει τις σωστές εντυπώσεις διεθνώς, ενώ μακροπρόθεσμα οι κυριαρχούσες κοινωνικές δυνάμεις εντός της θέλουν να κινηθούν προς τα εκεί. Τίποτε όμως δεν είναι προκαθορισμένο στην ιστορία. Τα πάντα κρίνονται από συσχετισμούς δύναμης, εντός και πέρα από τα κρατικά σύνορα της Τουρκίας.

Αναφορικά με το περιεχόμενο του σχεδίου Ανάν, αυτό είναι αποτέλεσμα διαδικασιών και διεργασιών που φέρουν τη «σφραγίδα» των διαφορετικών και ορισμένες περιπτώσεις αντιφατικών λογικών και εκδοχών ως προς την ουσία του Κυπριακού, ενώ παράλληλα ενσωματώνει μια ιστορική πορεία προς συμβιβασμό στη βάση μιας sui generis ομοσπονδίας, όπως προβλέπουν οι συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου (ή Κορυφής). Ασφαλώς, το ευρύτερο πλαίσιο αναφορικά με τον διεθνή προσανατολισμό και τις διεθνείς συνθήκες που ορίζουν το λεγόμενο «γεωστρατηγικό ανήκειν» της Κύπρου μετά τη λύση παραμένει όπως διατυπώθηκε από τις Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου (π.χ. οι 3 συνθήκες που δημιούργησαν την Κυπριακή Δημοκρατία) με σημαντικές «αναπροσαρμογές» στη βάση τις νέες συγκυρίες και κυρίως τους νέους συσχετισμούς δύναμης στη «νέα τάξη πραγμάτων», με δεδομένη την ένταξη. Είναι επομένως φανερό ότι οι καθοριστικοί παράγοντες είναι τα διάφορα συμφέροντα στην περιοχή που απαιτούν μόνιμη βρετανική παρουσία στο νησί, τη διασφάλιση των τουρκικών κι ελληνικών «ισορροπιών» στα ζητήματα ασφάλειας, το σαφή προσανατολισμό της εξωτερικής πολιτικής προς την ΕΕ, όπου η Κύπρος εντάσσεται με τη γενική εποπτεία των ΗΠΑ, εντός και εκτός του ΟΗΕ.

Όλα αυτά εύλογα δημιουργούν καχυποψία και ορισμένη δυσφορία για το γεγονός δεν υπάρχει απεμπλοκή από τις ξένες δυνάμεις, στρατούς και συμφέροντα στη βάση μιας από θεσμική άποψη γνήσιας ανεξαρτησίας. Αυτά τα μετααποικιακά στοιχεία (ξένοι στρατοί, βάσεις, εγγυήσεις για ασφάλεια, κ.λπ.) δεν πρέπει να υποτιμούνται ή να ωραιοποιούνται γιατί αποτελούν βασικά σημεία κρούσης σ’ ένα πιο μακροπρόθεσμο κοινό αγώνα ε/κ και τ/κ. Εξάλλου δεν πρόκειται για επαναστατική ή άλλη βίαιη ανατροπή του στάτους κβο, αλλά για μια ουσιαστική και βαθμιαία κίνηση συμβιβασμού, με αφετηρία την υφιστάμενη κατάσταση. Σε κάθε περίπτωση τα πιο πάνω αρνητικά δεν πρέπει ειδωθούν ξεκομμένα από το όλο, το οποίο αν μελετηθεί ορθά, αποτελεί ένα διαφορετικό σχήμα, και δίνει προοπτικές για το μέλλον της Νήσου σε μια ποιοτικά καινούρια βάση. Αυτό δεν συμβαίνει, όπως κάποιοι υποστηρίζουν, γιατί διασφαλίζονται τα ξένα συμφέροντα (Βρετανικά, Ευρωπαϊκά, Ελληνο-τουρκικά, Αμερικάνικά) τα όποια παρουσιάζονται σαν να συγκλίνουν με τα Κυπριακά, μέσα στη παράξενη ιστορική συγκυρία, μιας κατά τ’ άλλα απαράδεκτης «νέας τάξης πραγμάτων», αλλά για άλλους λόγους, και κυρίως:

(α) Η αφετηρία από την οποία ξεκινούμε είναι άσχημη. Ξεκινούμε από τόσο χαμηλό σημείο με ντε φάκτο διαμελισμό ενός κράτους που τελούσε υπό κηδεμονία από εγγυήτριες δυνάμεις μετά τη διάλυση ενός διπολικού παγκόσμιου συστήματος σε μια από τις πιο στρατιωτικοποιημένες ζώνες στον κόσμο. Με ορισμένες βελτιώσεις, η λύση του σχεδίου Ανάν μέσα στην ΕΕ αποτελεί πολύ καλύτερη κατάσταση από τον μόνιμο διαμελισμό που τελικά θα επέλθει αν δεν εξευρεθεί λύση.

(β) Η Ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας αλλάζει το σκηνικό στα ζητήματα ασφάλειας ανάμεσα στα έθνη-κράτη. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια οι «εθνικοί ανταγωνισμοί» μεταβάλλονται ουσιαστικά, ενώ οι διασυνοριακές συγκρούσεις και οι θεωρίες περί «ζωτικών χώρου» ασθενούν. Ασφαλώς η Αριστερά οφείλει να παραμένει αντίθετη και κριτική απέναντι στις διάφορες ευρωπαϊκές στρατιωτικές φιλοδοξίες που την θέλουν να λειτουργήσει αυτόνομα από το αμερικανοκρατούμενο ΝΑΤΟ, διότι αυτές αποτελούν απλά παραλλαγές περιφερειακών ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών. Η ανάπτυξη ενός ευρωπαϊκού στρατού και η «αυτόνομη» αμυντική πολιτική με τον υφιστάμενο συσχετισμό δύναμης στην ΕΕ δεν δημιουργεί εναλλακτική προοπτική, όπως έδειξαν οι πρόσφατοι πόλεμοι και η ανοχή της ΕΕ στη συνεχιζόμενη κατοχή του Ιράκ. Παρά ταύτα οι διεργασίες ολοκλήρωσης κι ενσωμάτωσης της Τουρκίας μεταβάλλουν ουσιαστικά τις εθνο-κρατικές συγκρούσεις.

(γ) Η ομοσπονδία αποτελεί τη μόνη ευκαιρία επανένωσης της Κύπρου και το Σχέδιο Ανάν, με ορισμένες τροποποιήσεις φυσικά, αποτελεί αυτή τη βάση. Διανοίγονται έτσι προοπτικές κοινωνικής και πολιτικής συνεργασίας μεταξύ ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων, φτάνει το συνταγματικό πλαίσιο να τύχει της ορθής επεξεργασίας και να νομιμοποιηθεί κοινωνικά και πολιτικά.

Θα ήθελα να σταθώ ιδιαίτερα στο τελευταίο ζήτημα γιατί μάλλον γύρω από αυτό θα προκύψουν οι διαφωνίες και συζητήσεις. Το σχέδιο πρέπει να τύχει της διαπραγμάτευσης διότι μόνο έτσι θα νομιμοποιηθεί. Αυτοί που λένε ότι απλά πρέπει να υπογραφτεί ως έχει δεν προσφέρουν καμιά θετική υπηρεσία στον ίδιο τον σκοπό τους, αν θέλουν πράγματι να επέλθει συμφωνία. Αυτό που πετυχαίνουν με υπερβάλλοντα ζήλο για να εγκολπωθούν δογματικά το σχέδιο είναι να ενισχύουν τις ακραίες εθνικιστικές φωνές που δαιμονοποιούν το σχέδιο, με ακριβώς το ίδιο επιχείρημα, ότι το σχέδιο δεν επιδέχεται τροποποιήσεις. Από την άλλη μεριά, η άποψη που δεν θέλει να γίνει δημόσιος διάλογος «για χάρη του εθνικού συμφέροντος» είναι εξίσου εσφαλμένες και απο-νομιμοποιούν τις προσπάθειες επίλυσης, απλώνοντας ένα πέπλο μυστηρίου και καχυποψίας για το περιεχόμενο των επίμαχων ζητημάτων που τυγχάνουν διαπραγμάτευσης. Ασφαλώς οι πολιτικοί που συμμετέχουν στο εθνικό συμβούλιο πρέπει να συμπεριφέρονται υπεύθυνα στα θέματα που γνωρίζουν. Όμως άλλο αυτό κι άλλο η σκοταδιστική μυστικοπάθεια και άρνηση να γίνει δημόσιος διάλογος. Αντιθέτως απαιτείται ουσιαστικός και δημόσιος διάλογος για αν ξεπεραστεί η άγνοια και η παραποίηση για το περιεχόμενο του σχεδίου. Απαιτείται μάλιστα ο διάλογος να πάρει δημόσιο διακοινοτικό ή καλύτερα υπερ-κοινοτικό χαρακτήρα: Είναι καιρός οι ε/κ και τ/κ πολίτες κι εργαζόμενοι να συζητήσουν ανοικτά κι ελεύθερα το ζήτημα, κι όχι αν περιχαρακωθούμε στο εθνο-κοινοτικό επίπεδο που παίρνει αναπόφευκτα χαρακτήρα «κοινοτικό» και μας κλειδώνει σε λογικές εθνικισμού ή κοινοτισμού.

Είναι γεγονός ότι η κατάθεση του σχεδίου Ανάν δημιούργησε νέα δεδομένα μέσα στο ίδιο το νησί, ιδίως στην τ/κ κοινότητα δεδομένου ότι η τ/κ αντιπολίτευση οικοδόμησε την πολιτική της βάσει του σχεδίου, ως δόρυ κατά του Ντεκτάς. Επίσης το σχέδιο Ανάν χρησιμοποιείται από την τ/κ αντιπολίτευση ως ασπίδα κατά των ε/κ απαιτήσεων για τροποποιήσεις προς ενιαιοποίηση του κράτους. Ο κίνδυνος δογματικών προσεγγίσεων που απαγορεύουν τη συζήτηση είναι εμφανής, όπως συνέβηκε με τον τρόπο που οι ε/κ και τ/κ αντιλαμβάνονταν τις πρόνοιες της Ζυρίχης. Από την άλλη μεριά όμως πρέπει να γίνει κατανοητό από τους ε/κ η πραγματική ανησυχία των τ/κ να μην επικρατήσει ο πλειοψηφισμός ούτε ως ιδεολογία: Η ομοσπονδία θα βασίζεται στην πολιτική ισότητα. Η ένταξη στην ΕΕ δημιουργεί ένα ευρύτερο πλαίσιο υπέρβασης ορισμένων ανησυχιών, όπως αλλάζει και ορισμένα δεδομένα που δεν μπορούμε να παραβλέψουμε. Επίσης η κατάσταση στο νησί με τη μερική άρση των περιορισμών όπως το δικαίωμα ελεύθερης διέλευσης από και προς τα κατεχόμενα ανατρέπουν ορισμένες ασφυκτικές κι άδικες πρόνοιες του σχεδίου περί επισκέψεων, μακρόσυρτα χρονοδιαγράμματα «συν-εξουσίας» και μεταβατικές περιόδους. ΄Όλα αυτά δεν έχουν πλέον κανένα έρεισμα – έχουν ξεπεραστεί από την ίδια τη ζωή. Η εσωτερική ισορροπία και φιλοσοφία του συντάγματος που προτείνεται για τη συμμετοχή και νομή στην εξουσία των κοινοτήτων, που τώρα θεσπίζεται στη βάση της ομοσπονδιακής αρχής δεν ανατρέπονται από τη ένταξη, ούτε και πρέπει να ανατραπούν.

Επομένως οι κριτικές που ξεκινούν από «εθνο-κοινοτικές οπτικές, οι εθνικές/ εθνικιστικές προσεγγίσεις, είτε παίρνουν τον χαρακτήρα νομικίστικων προσεγγίσεων είτε αντικρατιστικών εθνοτικών ξεσπασμάτων, είναι εντελώς εκτός πραγματικότητας. Προβληματικές όμως είναι και ορισμένες «αντί-εθνικιστικές» δήθεν προσεγγίσεις που στην ουσία διαπερνούνται από τα ίδια εθνικιστικά αξιώματα και υποθέσεις: Οι θεωρήσεις της λεγόμενης «εθνοτικής επίλυσης», που ξεκινούν με δεδομένη την αιώνια «εθνική» ή εθνοτική σύγκρουση, η οποία παραμένει διαμέσου των αιώνων στην ουσία αναλλοίωτη και παγιωμένη κι απαιτεί ειδικές «τεχνικές» αν ποτέ επιλυθεί, δεν αποτελούν στην πραγματικότητα εναλλακτική πρόταση αλλά απλά παραλλαγή του ίδιου του εθνικισμού.

Η ανάγκη εξεύρεσης νέων οδών επικοινωνίας, νέων μορφών προσέγγισης ανάμεσα στους ε/κ και τ/κ τίθεται πιο επιτακτικά τώρα και στην πράξη, ενώ από την άλλη πλευρά απαιτείται να οικοδομήσουμε πάνω και να ενισχύουμε τις ισχυρές κοινωνικές βάσεις που ιστορικά παρέχουν το έδαφος για κοινή δράση κι αγώνα. Εδώ αναφερόμαστε στις ζωντανές και αναπτυσσόμενες παραδόσεις της εργατικής αλληλεγγύης και το πνεύμα συναδέλφωσης που ενέπνευσε κι εμπνέει εργάτες, διανοούμενους κι όλους τους προοδευτικά σκεφτόμενους πολίτες. Το όποιο σχέδιο Ανάν πρέπει να τύχει της ανάλογης επεξεργασίας για να μιλήσει και να εκφράσει τους εργαζομένους αυτού του τόπου: Δυστυχώς διαπνέεται από ένα εθνοτικό νεοφιλελευθερισμό, ο οποίος πρέπει να εξουδετερωθεί προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Η έννοια του πολίτη παραμένει ασθενής κι ελλιπής, υποταγμένη σ’ ένα μεταλλαγμένο δικοινοτισμό ή μετα-δικοινοτισμό και αποτυπώνεται ένας δεξιός νομικίστικος συνταγματισμός[14]. Αλλά αυτός ίσως να είναι μάλλον μακροπρόθεσμος στόχος κι όχι άμεσο ζήτημα μετωπικής σύγκρουσης, γι’ αυτό απαιτείται, με Γκραμσιανούς όρους, «πόλεμος θέσεων».

Δυστυχώς οι όροι της συζήτησης γύρω από το Σχέδιο Ανάν δεν αντιπροσωπεύουν την πραγματική ανάγκη για κοινό αγώνα ε/κ και τ/κ, για υπέρβαση της υφιστάμενης κατάστασης, πράγμα που είναι δυνατό στη σημερινή συγκυρία. Στην ελληνοκυπριακή πλευρά οι δύο τάσεις που θορυβούν και θορυβούνται εκφράζουν τις δύο «σχολές» που δεν αγγίζουν τη μαζική πλειοψηφία των κυπρίων. Ενώ φαίνεται ότι αντιπαλεύουν η μια την άλλη και αποτελούν τα δύο άκρα, θέσεις που εκ πρώτης όψης πηγάζουν από τις δύο παλιές σχολές «απορριπτικών» κι «ενδοτικών», στην πραγματικότητα, εκτός από το ότι στη θεώρησή τους έχουν τις ίδιες (φανταστικές) υποθέσεις, από κοινού, καίτοι όχι κατ’ ανάγκη συνειδητά, αποπροσανατολίζουν από την ουσία της διένεξης και την υπέρβασή της. Οι ταξικές κι άλλες κοινωνικές διαστάσεις του Κυπριακού περιθωριοποιούνται ως «ασήμαντες» ή «άκαιρες» με την επικράτηση των ισοπεδωτικών εθνικών λογικών. Περιθωριοποιούνται έτσι και οι δυνατότητες κοινής δράσης πέραν της εθνο-κοινοτικής, οι οποίες όμως στην πραγματικότητα προσφέρουν πολιτικές διεξόδους στα αδιέξοδα των δογματισμών, των μονόπλευρων και μυωπικών «αδιεξόδων», που προσφέρουν οι «εθνικές» προσεγγίσεις. Οι «εθνικές» και εθνο-κοινοτικές προσεγγίσεις καθώς επίσης και οι προσεγγίσεις των «επιλυτών διενέξεων» έχουν μόνο μερική οπτική του Κυπριακού ζητήματος και είναι εγκλωβισμένες στις λογικές του εθνο-κοινοτισμού.

Ασφαλώς απαιτούνται συναινετικές διεργασίες, δηλαδή πρωτοβουλίες υπερταξικές και διαταξικές (όπως και υπερ-εθνοτικές) και ανάλογες συμμαχίες για να επιτευχθεί η συμφωνία, και να υλοποιηθεί και να επιβιώσει η λύση.

Το Σχέδιο Ανάν είναι η βάση για διαπραγμάτευση, βάση για λύση. Οι προτάσεις για τροποποίηση του σχεδίου οφείλουν να γίνουν εντός του πλαισίου χωρίς να ανατραπούν οι εθνοτικές-κοινοτικές ισορροπίες του σχεδίου. Μια κοινή πλατφόρμα ε/κ και τ/κ θα μπορούσε να συμβάλει στην πίεση προς τη ορθή κατεύθυνση, στηρίζοντας κριτικά τις διαδικασίες λύσης, αποτυπώνοντας τις θέσεις του κινήματος. Τίποτε δεν εμποδίζει τις δυνάμεις της Αριστεράς, σε μια υπερκοινοτική βάση να εργάζονται από κοινού για την κοινωνική συνεργασία για την υπέρβαση των όποιων διαχωριστικών δομών στην υποδοχή και προετοιμασία των αγώνων που μας αναμένουν στο μέλλον αμέσως μετά τη λύση.

Ελληνική Βιβλιογραφία

Αμίν, Σ. (1983), Η Τραγωδία της Τουρκικής Αριστεράς, Στοχαστής.

Αναγνωστοπούλου, Α. (2004), Τουρκία και Τουρκοκύπριοι, Οι πολλαπλές ανακλάσεις του κεμαλισμού (υπό έκδοση).

Ηρακλείδης, Α. (2002), Κυπριακό Σύγκρουση και Επίλυση, Εκδ. Ι. Σιδέρης

Ιωαννίδης, Χ. (1995), Νέο-Οθωμανικός Ιμπεριαλισμός 1955–1995, Καρατζάς/ Tροχαλία.

Καραμπελιάς, Γ. (1997), «Η Τουρκική οικονομία», σε Γεωρμάς, Κ., - Καραμπελιάς, Γ. (επιμ.) Τουρκία, Ισλάμ και κρίση του Κεμαλισμού, Εναλλακτικές εκδόσεις.

Κουρκτσού, Ε. (1997), «Η κρίση του Τουρκικού κράτους», Γεωρμάς, Κ., Καραμπελιάς, Γ. (επιμ.) Τουρκία, Ισλάμ και κρίση του Κεμαλισμού, Εναλλακτικές εκδόσεις.

Lewis, B. (2001), Η ανάδυση της σύγχρονης Τουρκίας, Εκδόσεις Παπαζήση.

Πεσμαζόγλου, Σ. (1987), Ευρώπη – Τουρκία Αντανακλάσεις και Διαθλάσεις, Εκδόσεις Θεμέλιο.

Κονδύλης, Π. (1985), «Εισαγωγή», Μαρξ, K. – Έγκελς, Φρ. (1985), Η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα, Εκδ. Γνώση – Αθήνα.

Πουλαντζάς, Ν. ( χ.η.), Η Κρίση του Κράτους, Εκδ. Παπαζήση.

Τριμικλινιώτης, Ν. (2003), «Το Ελβετικό Σύστημα, το Σχέδιο Ανάν και η Ομοσπονδοποίηση της Κύπρου: Για ένα Αριστερός Συνταγματισμό», Θέσεις 83.

Αγγλική Βιβλιογραφία

Ahmad, F. (1993), The Making of Modern Turkey, Routledge.

Althusser, L. (2001), “Ideology and Ideological state, Apparatuses, Notes towards an investigation”, σε Althusser, L., Lenin and Philosophy and Other Essays, Monthly Review Press, New York, p.p. 85 – 126.

Alexander, N. (2001), An Ordinary Country – Issues in the Transition from Apartheid to Democracy in South Africa, University of Natal Press, Pietermaritzburg.

Heper, M. and Keyman, E. (1999), “Double-Faced State: Political Patronage and the Consolidation of Democracy in Turkey”, σε Turkey before and after Ataturk, Frank Cass Publishers.

Kuhn, T. (1970), The Structures of the Scientific Revolutions, Chicago University.

Kramer, H. (2000), A Changing Turkey, The Challenge to Europe and the United States, Brookings Institution Press.

Poulantzas, N., (1985), Political Power and Social Classes, NLB, London

Turkes, M. (1999), “The Ideology of the Kadro [Cadre] Movement: A Patriotic Leftist Movement in Turkey”, σε Turkey before and after Ataturk, Frank Cass Publishers.

Trimikliniotis, N. (2001α), “The Location of Cyprus in the Southern European Context Europeanisation as Modernisation”, The Cyprus Review, Spring 2001.

Trimikliniotis, N., (2001b), “Europeanisation – What potential does it have in the resolution of the Cyprus problem?”, The European Journal of Cyprus, Vol. 1, No. 1, Summer 2001, p.p. 49 – 78.

Ugur, M. (1999), The European Union and Turkey: An Anchor / Credibility Dilemma, Ashgate Publishing Ltd.

Zambouras, S. (2001), “Turkey’s Cyprus Policy: A Research Agenda”, σεGreece and Turkey after the end of the cold war, Aristide D. Caratzas.



[1] Οι Τουρκοκύπριοι ήταν από άποψη συνταγματικών δικαιωμάτων η πιο ευάλωτη ομάδα (αριθμητικά και οικονομικά). Υπήρξαν θύματα καταπίεσης και διακρίσεων, εν μέρει από το κυπριακό κράτος, αλλά κυρίως θύματα καταπίεσης αφενός από τις φασιστογενείς ε/κ παραστρατιωτικές οργανώσεις και αφετέρου από την εθνικιστική-σοβινιστική ηγεσία της ΤΜΤ.

[2] Για μια κριτική ανάλυση των μύθων περί Τουρκικού «επεκτατισμού» και Ένωσης βλ. Papadakis 1998.

[3] Για μια εναλλακτική άποψη της θυματοποίησης των τ/κ βλ. Αναγνωστοπούλου (2004).

[4] Για μια ιστορική ανάλυση των διαδικασιών αυτών βλ. Lewis (2002), Τομ. 1 και 2, Ahmad (1993).

[5] Είναι ενδιαφέρον ότι, αντιθέτως, κριτικές απόψεις προς τον αυταρχικό κρατισμό της Τουρκίας βλέπουν τον «νέο-Οθωμανισμό» σαν έκφανση της κρίσης του τουρκικού κράτους όταν έγινε αντιληπτό ότι η Τουρκία δεν μπορεί πλέον να συμπεριφέρεται ως ιμπεριαλιστική δύναμη (Κουρκτσού 1997).

[6] Οι περισσότερες θεωρήσεις περί τουρκικού κράτους είναι μηχανιστικού τύπου και δεν λαμβάνουν υπόψη τις τομές στη θεωρία του κράτους από τους Αlthusser (2001), Πουλαντζά (1985, χ.ημ.) κ.λπ. στην ερμηνεία των συσχετισμών εξουσίας.

[7] Βλ. Ζαμπούρας (2003).

[8] Προκαταλήψεις και «λαϊκές» ή καλύτερα λαϊκίστικες ρήσεις για τον «νου» ή την «πονηριά» του Τούρκου (όπως κι αντίστοιχα για την πονηριά του Έλληνα από Τούρκους) δεν λείπουν από την πολιτική ρητορική.

[9] Πάντα στα πλαίσια του τι είναι αποδεκτό από τον εγγυητή του συντάγματος, τη στρατιωτική ηγεμονία που νομιμοποιείται και με νομοθετικά μέσα και δικαστικά μέτρα.

[10]The Economist 17/1/2004.

[11] Η στρατηγική για τη μετατροπή αυτή σε «κανονική» αστική τάξη θυμίζει τις απόπειρες που γίνονταν στην μετα-άπαρχαϊντ εποχή στην Νότια Αφρική (βλ. Alexander 2001).

[12] Βλ. Τριμικλινιώτης 2001α, 2001β.

[13] Για τη συζήτηση αυτή βλ. Τριμικλινιώτης 2001α, 2001β και 2002.

[14] Βλ. Τριμικλινιώτης (2003).