Σύγχρονη Οικονομική Θεωρία: Ριζοσπαστικές Κριτικές Του Νεοφιλελευθερισμού. Εκδόσεις Gutenberg, 1999
Ανδριάνα Βλάχου (επιμ.)
Η οικονομική σκέψη και πολιτική σήμερα σε μεγάλο βαθμό κυριαρχείται από τις αντιλήψεις του νεοφιλελευθερισμού. Οι παράγοντες που συνέβαλαν στην ανάδειξη και ταυτόχρονα στη διαρκώς αυξανόμενη επιρροή αυτής της συντηρητικής προσέγγισης αποδίδονται στην αδυναμία των κεϋνσιανών αναλύσεων να προσφέρουν προτάσεις οικονομικής πολιτικής στα προβλήματα που δημιούργησε η παρατεταμένη οικονομική κρίση, που η εκκίνησή της εντοπίζεται στα τέλη της δεκαετίας του 1960 ή στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και συνεχίζεται μέχρι πρόσφατα. Το φαινόμενο που χαρακτήρισε την κρίση αυτή ήταν η συνύπαρξη υψηλών ποσοστών ανεργίας και πληθωρισμού. Οι κεϋνεσιανές (της νεοκλασικής σύνθεσης) προτάσεις πολιτικής όχι μόνο δεν συνέβαλλαν στην εξάλειψη του φαινομένου, αλλά και θεωρήθηκαν ως κατ' εξοχήν υπεύθυνες για την αύξηση του πληθωρισμού χωρίς σημαντικά αποτελέσματα στη μείωση της ανεργίας.. Η νεοφιλελεύθερη θεωρία αποδίδει τα προβλήματα της ύφεσης (πληθωρισμός, ανεργία, χαμηλοί ρυθμοί μεγέθυνσης του ΑΕΠ και της παραγωγικότητας μεταξύ άλλων) στον υπερτροφικό κρατικό τομέα --προϊόν των κεϋνσιανών πολιτικών που ακολουθήθηκαν στο παρελθόν-- η παρέμβαση του οποίου στη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς δημιουργεί ποικίλες στρεβλώσεις όπως, π.χ. στις επενδύσεις, στην προσφορά εργασίας, στην αύξηση της παραγωγικότητας κ.ά.
Μέσα στη γενική αυτή τοποθέτηση, οι οικονομικές και πολιτικές προτάσεις των νεοφιλελεύθερων οικονομολόγων σε μίκρο- και σε μακροοικονομικό επίπεδο περιλαμβάνουν μια σειρά από προτάσεις πολιτικής που, ως επί το πλείστον, επικεντρώνονται στον περιορισμό του μεγέθους του κρατικού τομέα, είτε άμεσα με την κατευθείαν μείωση των κρατικών δαπανών, είτε έμμεσα με τις ιδιωτικοποιήσεις κρατικών επιχειρήσεων. Ακόμη, ο νεοφιλελευθερισμός συνηγορεί στον περιορισμό της κρατικής εν γένει παρέμβασης στις απολύτως αναγκαίες περιοχές της οικονομικής δραστηριότητας και στο βοηθητικό ρόλο του κράτους για την ομαλή λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς.
Η νεοφιλελεύθερη προσέγγιση στηρίζεται στις αρχές της νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας, η οποία συχνά προβάλλεται ως η μόνη έγκυρη οικονομική ανάλυση και πρόταση πολιτικής της εποχής μας. Η κυριαρχία των απόψεων της νεοκλασικής σχολής οφείλεται και στο γεγονός ότι πολλές ριζοσπαστικές κριτικές περιορίζονται στα πλαίσια του νεοκλασικού θεωρητικού πλαισίου. Συχνά, η κριτική των ριζοσπαστών οικονομολόγων (π.χ. των νεο-ρικαρδιανών και των μετα-κεϋνσιανών) διεξάγεται στα πλαίσια της νεοκλασικής θεωρίας και περιορίζεται στο να τροποποιεί ορισμένες από τις μη ρεαλιστικές υποθέσεις της νεοκλασικής οικονομικής ανάλυσης, τις οποίες εκλαμβάνει ως «ριζοσπαστικές» προτάσεις πολιτικής. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της θεωρίας του ανταγωνισμού, όπου πολλοί ριζοσπάστες οικονομολόγοι ουσιαστικά αποδέχονται τη νεοκλασική έννοια του τέλειου ανταγωνισμού με τη διαφορά ότι διορθώνοντας ορισμένες από τις μη ρεαλιστικές υποθέσεις του υποδείγματος καταλήγουν σε διαφορετικά από τα καθιερωμένα συμπεράσματα.
Σήμερα υπάρχει ένας αυξανόμενος αριθμός οικονομολόγων που συστηματικά επιδιώκουν να αναπτύξουν μια ολοκληρωμένη θεωρητική προσέγγιση και να ερμηνεύσουν τα κύρια φαινόμενα των σύγχρονων οικονομιών. Κοινό χαρακτηριστικό όλων είναι η κριτική θεώρηση του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος και αρκετοί βασίζονται σε εντελώς διαφορετικά από τα νεοκλασικά θεωρητικά πλαίσια. Μια σειρά από προσεγγίσεις αυτού του είδους, που επιδιώκουν να απαντήσουν σε επίκαιρα ζητήματα και εισάγουν καινούργιες προβληματικές έχουν συγκεντρωθεί στο ως άνω βιβλίο το οποίο αποτελείται από άρθρα που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο «Σύγχρονη Οικονομική Θεωρία: Κριτικές Προσεγγίσεις» που έλαβε χώρα στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών στις 6 και 7 Οκτωβρίου 1997. Την έκδοση επιμελήθηκε η Ανδριάνα Βλάχου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Οικονομικών του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Για κάθε κύριο άρθρο του βιβλίου υπάρχουν συνοδευτικά σχόλια που είτε ενισχύουν τα επιχειρήματα του κύριου άρθρου είτε κριτικά παρουσιάζουν τις αδυναμίες του και τις ελλείψεις του. Πολλές φορές, στα σχόλια υπάρχουν επιπλέον εμπειρικές μελέτες που ενισχύσουν ή αμφισβητούν την εγκυρότητα του κυρίου επιχειρήματος. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των άρθρων και των σχολίων, και στις δύο ενότητες του βιβλίου, είναι η κριτική προσέγγιση των αναλύσεων και προτάσεων πολιτικής που υιοθετούνται σήμερα από τους νεοκλασικούς οικονομολόγους και τους κυβερνητικούς παράγοντες. Η κριτική αυτή προσέγγιση πηγάζει από την άποψη πολλών από τους συγγραφείς των άρθρων ότι η νεοφιλελεύθερη ανάλυση και ερμηνεία των οικονομικών φαινομένων χαρακτηρίζεται από θεμελιώδεις αδυναμίες στο θεωρητικό υπόβαθρο, πράγμα που σημαίνει ότι υστερεί σε ερμηνευτική ικανότητα. Ωστόσο, οι νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις και πολιτικές κατέχουν σήμερα δεσπόζουσα θέση στην οικονομική σκέψη μεταξύ άλλων επειδή, μέχρι τώρα τουλάχιστον, δεν έχουν παρουσιαστεί εναλλακτικές θεωρητικές και εμπειρικές προσεγγίσεις. Το βιβλίο αυτό είναι μια απόδειξη ότι υπάρχουν άλλες ριζοσπαστικές προσεγγίσεις της οικονομικής θεωρίας που σε ανταγωνίζονται τις νεοκλασικές.
Τα άρθρα χωρίζονται σε δύο νοηματικές ενότητες. Η πρώτη ενότητα έχει ως στόχο την κριτική ανάλυση των σημαντικότερων απόψεων του νεοφιλελευθερισμού και την παρουσίαση εναλλακτικών θεωρητικών προτάσεων. Η δεύτερη ενότητα έχει ως στόχο τη διερεύνηση των προβλημάτων και προοπτικών της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης της Ευρώπης.
Στο πρώτο άρθρο του βιβλίου, η Ανδριάνα Βλάχου και ο Γεώργιος Χρήστου έχουν ως στόχο να εισαγάγουν τον αναγνώστη στις βασικές αρχές της νεοφιλελεύθερης προσέγγισης της οικονομικής θεωρίας και πολιτικής. Οι δύο συγγραφείς παρουσιάζουν κατά τρόπο συστηματικό τις βασικές μικροοικονομικές και μακροοικονομικές αρχές της νεοκλασικής οικονομικής σκέψης επί των οποίων εδράζεται ο νεοφιλελευθερισμός. Επιπλέον, ο αναγνώστης εισάγεται στις θεμελιώδεις διαφορές της νεο-κεϋνσιανής θεωρίας και της μαρξιστικής οικονομικής θεωρίας σε αντιδιαστολή με το νεοφιλελευθερισμό. Ο δεύτερος στόχος του άρθρου είναι να παρουσιάσει όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένα και με κριτική διάθεση τις κυριότερες συνέπειες τις οποίες υφίστανται οι χώρες μέλη της ΕΕ από την διαδικασία της ολοκλήρωσής της.
Ο Ben Fine, παρουσιάζει κριτικά τη συμβατική θεωρία και βιβλιογραφία αναφορικά με τις ιδιωτικοποιήσεις υποστηρίζοντας ότι, δεδομένης της πολλαπλότητας των παραγόντων που εμπλέκονται σε μια ιδιωτικοποίηση, δεν είναι δυνατόν να συγκροτηθεί μια γενική θεωρία για την ερμηνεία τους χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις συγκεκριμένες κοινωνικό-οικονομικές και ιστορικές συνθήκες της υπό εξέτασης οικονομίας. Εστιάζοντας την προσοχή του στην εμπειρία των ιδιωτικοποιήσεων του Ηνωμένου Βασίλειου, ο B. Fine καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτές αποτελούν απλά συνέχεια των πολιτικών του παρελθόντος και με συγκεκριμένα παραδείγματα δείχνει ότι οι ιδιωτικοποιήσεις πέτυχαν στόχους πολύ διαφορετικούς απ' αυτούς που αρχικά τέθηκαν ευνοώντας συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες. Στο σχόλιο τους οι Σταύρος Μαυρουδέας και Λευτέρης Τσουλφίδης υποστηρίζουν ότι μια γενική θεωρία ιδιωτικοποιήσεων είναι δυνατόν να θεμελιωθεί στις διαφορετικές συνθήκες της καπιταλιστικής συσσώρευσης κεφαλαίου. Ποιο συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι η θεωρία περί ιδιωτικοποιήσεων μπορεί να προκύψει από την ανάλυση των αιτίων που οδηγούν στην πτώση της κερδοφορίας και από την αναγκαία αναδιάρθρωση του τρόπου λειτουργίας του συστήματος για την αποκατάσταση των συνθηκών κερδοφορίας.
Στη συνέχεια ο Richard Wοlff σχολιάζει τη θεμελιώδη για το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα θεωρητική έννοια της αποτελεσματικότητας. Ο συγγραφέας δείχνει τη θεωρητική ανεπάρκεια αυτού του λογικού θεμέλιου της νεοκλασικής σχολής και τις επιπτώσεις που υφίστανται άλλες σχολές οικονομικής σκέψης που το υιοθετούν. Για τον R. Wοlff, οι ερμηνείες και οι λύσεις των προβλημάτων του καπιταλισμού θα πρέπει να έχουν ως αφετηρία την ταξική δομή της κοινωνίας και την έννοια της υπερεργασίας ως πηγής του πλεονάσματος. Ο Anwar Shaikh στο σχόλιό του επισημαίνει ότι η ταξική προσέγγιση είναι η θεμελιώδης αφετηρία για την ανάλυση του καπιταλισμού γιατί διαμορφώνει την οικονομική συμπεριφορά του συστήματος και όχι απλά μόνο την πολιτική και κοινωνική του δομή.
Ο Anwar Shaikh στο δικό του άρθρο παρουσιάζει την τόσο συζητημένη στην οικονομική βιβλιογραφία αντίστροφη σχέση μεταξύ του πληθωρισμού και της ανεργίας, που είναι γνωστή ως καμπύλη-Phillips. Βάση εμπειρικών δεδομένων των ΗΠΑ αποδεικνύει ότι η υποτιθέμενη αντίστροφη αυτή σχέση δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ως μια γενική ιστορική τάση. Στη συνέχεια υποστηρίζει ότι στο μαρξιστικό πλαίσιο ανάλυσης το κλειδί για την ερμηνεία του πληθωρισμού αποτελεί η σχέση μεταξύ του δυνητικού συντελεστή συνολικού προϊόντος και του ρυθμού πληθωρισμού. Μια σχέση που την αναλύει τόσο στο θεωρητικό επίπεδο όσο και στο εμπειρικό με στοιχεία για την οικονομία των Η.Π.Α. Οι Θανάσης Μανιάτης και Νίκος Πετραλιάς εξηγούν περαιτέρω τη σχέση μεταξύ του ανωτέρου συντελεστή και του πληθωρισμού. Η εμπειρική ανάλυσή τους με στοιχεία για τη μεταπολεμική ελληνική οικονομία ενισχύει τη θεωρητική ανάλυση και τα συμπεράσματα του Α. Shaikh.
Ακολουθεί το άρθρο του David Laibman όπου επισημαίνονται οι αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στις πρώην ανατολικές χώρες και οι προοπτικές που ανοίγονται για την επανεξέταση του σοσιαλισμού ως μιας ολοκληρωμένης εναλλακτικής πρότασης. Ο D. Laibman υποστηρίζει ότι η συνύπαρξη στοιχείων του σχεδιασμού και της αγοράς θα πρέπει να αποτελεί τη νέα βάση πάνω στην οποία θα μπορούσε να στηριχτεί η νέα σοσιαλιστική σκέψη. Στο σχόλιό του ο R. Wolff θεωρεί ότι στην ανάλυση του D. Laibman δεν έγινε επαρκής χρήση τόσο της διαλεκτικής μεθόδου όσο και της ταξικής διάστασης της σχέσης παραγωγικότητας και ποιότητας ζωής. Ο Δημήτρης Μυλωνάκης στο σχόλιό του υιοθετεί και αυτός την ιδέα της επανεξέτασης του περιεχομένου του σοσιαλισμού, επισημαίνει ωστόσο την έλλειψη ανάλυσης των κοινωνικών μορφών και των θεσμών που θα καθιστούσαν την προοπτική του σοσιαλισμού εφικτή.
Η δεύτερη ενότητα του βιβλίου που έχει ως στόχο τη διερεύνηση των προβλημάτων και προοπτικών της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης της Ευρώπης ξεκινά με το άρθρο του Γιώργου Κατηφόρη που επικεντρώνεται στα προβλήματα και στις προοπτικές του ενιαίου νομίσματος. Ο Γ. Κατηφόρης επισημαίνει τα προβλήματα του ενιαίου νομίσματος που είναι από τη μια η αποδοχή του από την κοινή γνώμη και το χρηματοπιστωτικό σύστημα και από την άλλη τα τεχνοκρατικά και οικονομικής φύσης προβλήματα που δημιουργούνται. Σε σχέση με τις προοπτικές του ενιαίου νομίσματος ο Γ. Κατηφόρης αναφέρει τρία μεγάλα ζητήματα: τις εσωτερικές οικονομικές επιπτώσεις, τις διεθνείς επιπτώσεις και τη διαχείριση της νομισματικής πολιτικής. Καταλήγοντας υποστηρίζει ότι η ενοποιημένη αγορά και το ενιαίο νόμισμα μπορούν να δημιουργήσουν ένα νέο τύπο κεϋνσιανής πολιτικής στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στη συνέχεια η Λούκα Κατσέλη υποστηρίζει ότι οι ουσιαστικές προκλήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η χρηματοοικονομική σταθερότητα και η ενίσχυση της δημοκρατικής λειτουργίας, παράγοντες που συνδέονται άμεσα με την οικονομική ανάπτυξη και την απασχόληση. Η μη αντιμετώπιση των προκλήσεων, σύμφωνα με τη Λ. Κατσέλη, θα παρατείνει τη στασιμότητα, θα αυξήσει τη χρηματοοικονομική αστάθεια και θα αποσταθεροποιήσει τους δημοκρατικούς θεσμούς με αποτέλεσμα την υπονόμευση της διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης.
Ο Guglielmo Carchedi στο κείμενό του, λαμβάνει μια κριτική στάση αναφορικά με την καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και την ΟΝΕ της Ευρώπης. Ο G. Carchedi υποστηρίζει ότι η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση δεν είναι τίποτε άλλο από ένα νέο στάδιο ιμπεριαλισμού, που από τη φύση του δεν μπορεί να συμβάλει στην ευημερία των λαών. Στο νέο αυτό στάδιο, οι δομές οργάνωσης είναι τέτοιες που επιτείνουν την εξαγωγή όλο και περισσότερης υπεραξίας από τις τεχνολογικά καθυστερημένες χώρες στις πιο αναπτυγμένες. Ο Γιώργος Λιοδάκης στο σχόλιο του επισημαίνει την έλλειψη από την πλευρά του G. Carchedi συγκεκριμένης στρατηγικής που θα οδηγήσει στη ριζοσπαστική ενοποίηση της Ευρώπης. Επιπλέον, ο Γ. Λιοδάκης υποστηρίζει ότι τα εγχειρήματα του G. Carchedi δεν βασίζονται στη διαλεκτική και ως εκ τούτου βρίσκονται σε αδυναμία να εξηγήσουν επαρκώς τις επιπτώσεις των νέων εξελίξεων στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Ο Γιάννης Μηλιός στο σχόλιο του επισημαίνει της αδυναμίες της εμπειρικής έρευνας του Carchedi για τις επιπτώσεις του Ενιαίου Νομίσματος σε οικονομίες με άνισο επίπεδο ανάπτυξης.
Ο Κώστας Λαπαβίτσας στο άρθρο του ασχολείται με το ζήτημα της ανεξαρτησίας της Κεντρικής Τράπεζας. Ο Κ. Λαπαβίτσας παρουσιάζει κριτικά τη βιβλιογραφία που συνηγορεί για την ανεξαρτησία της Κεντρικής Τράπεζας ως απαραίτητη προϋπόθεση για την οικονομική ανάπτυξη χωρίς πληθωρισμό. Υποστηρίζει ότι εφόσον η Κεντρική Τράπεζα έχει οργανική θέση στο χρηματοοικονομικό σύστημα, εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητη, ούτε και από τον ιδιωτικό τομέα, αλλά ούτε και από την εκάστοτε κυβέρνηση.
Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Jφrg Huffschmid υποστηρίζει ότι μια εναλλακτική στρατηγική για την ενοποίηση της Ευρώπης πρέπει να βασίζεται σε πολιτικές πλήρους απασχόλησης που θα οδηγήσουν στην αύξηση της οικονομικής και της κοινωνικής ευημερίας. Η υλοποίηση αυτής της εναλλακτικής στρατηγικής προϋποθέτει, σύμφωνα με τον J. Huffschmid, ισχυρά κοινωνικά κινήματα και νέο θεσμικό πλαίσιο λήψης δημοκρατικών αποφάσεων και πολιτικού ελέγχου. Ο Πάνος Τσακλόγλου σχολιάζει τις απόψεις του J. Huffschmid ως ουτοπικές και ισχυρίζεται ότι οποιαδήποτε εναλλακτική πρόταση θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από ρεαλισμό. Αντίθετα, ο G. Carchedi αποδέχεται τη ριζοσπαστική ενοποίηση της Ευρώπης που προτείνει ο J. Huffschmid, υποστηρίζοντας πως η εναλλακτική πρόταση θα πρέπει να αποκοπεί από το θεωρητικό πλαίσιο που στηρίζεται στην ορθολογικότητα του καπιταλισμού και της αγοράς.
Ενώ η αδυναμία των νεοφιλελεύθερων πολιτικών να φέρουν την ανάπτυξη και την κοινωνική ευημερία είναι καταφανής στις μέρες μας, οι νεοφιλελεύθεροι εξακολουθούν δογματικά να επιμένουν σ' αυτές. Οι προβληματισμοί, οι ανησυχίες και τα επιχειρήματα που παρουσιάζονται στα άρθρα του βιβλίου αυτού είναι και επίκαιρα και σημαντικά, ενώ συγχρόνως προσφέρουν με επιστημονικό τρόπο τα θεμελιώδη επιχειρήματα για μια εναλλακτική προσέγγιση των προβλημάτων των σύγχρονων οικονομιών. Ο τρόπος διεξαγωγής της αντιπαράθεσης και τα επιχειρήματα αυτά καθ' αυτά αποδεικνύουν ότι η ριζοσπαστική σκέψη είναι δυνατή και έχει εναλλακτικές λύσεις να προσφέρει όχι μόνο στην ακαδημαϊκή κοινότητα αλλά και στα επίπεδα χάραξης πολιτικής και στρατηγικής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το βιβλίο αυτό καλύπτει ένα μεγάλο κενό στην ελληνική βιβλιογραφία και εφεξής αναμένεται να επηρεάσει τις συζητήσεις όσων ενδιαφέρονται για εναλλακτικές προσεγγίσεις, τόσο σε ζητήματα οικονομικής θεωρίας και ερμηνείας αλλά και σε τρέχοντα ζητήματα της Ευρωπαϊκής ενοποίησης και των προβλημάτων που απορρέουν από αυτήν. Δεν θα ήταν υπερβολή να προσθέσουμε ότι το βιβλίο αναμένεται να έχει και διεθνή απήχηση όχι μόνο από το γεγονός ότι υπήρξε προϊόν ενός διεθνούς συνεδρίου αλλά και από το ότι δημοσιεύτηκε και στην αγγλική από τον εκδοτικό οίκο Μacmillan. Είναι πλέον βέβαιο ότι το βιβλίο θα αποτελέσει μέρος και της διεθνούς βιβλιογραφίας σε ζητήματα κριτικής του νεοφιλελευθερισμού και αναζήτησης καινούργιων εναλλακτικών προσεγγίσεων.