ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, ΟΥΤΟΠΙΑ: ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΤΩΝ ΧΩΡΙΚΩΝ, 1524-1526
του Δημήτρη Χρ. Ξιφαρά

Μέρος 3ο

6. Η εξάπλωση της εξέγερσης και το πρόβλημα των κοινωνικών συμμαχιών

Μέχρι στιγμής η συζήτηση επικεντρώθηκε στα αίτια και τον χαρακτήρα της εξέγερσης του 1525. Ωστόσο, και τα δύο αυτά ζητήματα συνδέονται πολύ στενά, σε μια σχέση αλληλοδιαπλοκής, με το μεγάλο κεφάλαιο της έρευνας που αφορά τον τρόπο, το ρυθμό καθώς και το βαθμό εξάπλωσης της εξέγερσης.

Σχετικά με το ζήτημα αυτό, η πρώτη διαπίστωση που θα μπορούσε να γίνει είναι ότι η ποικολομορφία που χαρακτηρίζει όλες τις εκφάνσεις του Πολέμου των Χωρικών είναι παρούσα κι εδώ. Το αποτέλεσμα αυτής της πραγματικά περίπλοκης κατάστασης ήταν η εξέγερση να εξαπλωθεί και να φτάσει στα υψηλότερα σημεία της πολιτικής της ωριμότητας, μόνο, ουσιαστικά, στα νότια του γερμανικού χώρου. Αντίθετα, οι βόρειες περιοχές της Γερμανίας έμειναν τελείως ή σχεδόν τελείως έξω από την εξέγερση.

Σ' αυτό το πολύμορφο μωσαϊκό καταστάσεων πρέπει, ίσως, να αναζητηθεί και η αιτία του ότι μέχρι σχετικά πρόσφατα οι ερευνητές έδειχναν μια κάποια επιφύλαξη να αναλάβουν το βάρος εκπόνησης κάποιας μελέτης που να επιχειρεί να ερμηνεύσει συνολικά τα στάδια και τους παράγοντες που επηρέασαν την εξέλιξη και την εξάπλωση της εξέγερσης. Πάντως, αν και η έρευνα γύρω από το ζήτημα αυτό έχει ξεκινήσει σχετικά πρόσφατα --περίπου από τα τέλη της δεκαετίας του '70-- μας έχει προσφέρει ήδη αξιόλογα δείγματα γραφής.

Αναφερθήκαμε ήδη στην εργασία του Tom Scott, που έχει θέμα της τις εξελίξεις του Πολέμου των Χωρικών στα νοτιοδυτικά, στην πόλη και την ευρύτερη περιφέρεια του Waldshut. [1] Η μελέτη αυτή μας πρόσφερε μια λεπτομερή ανάλυση των σταδίων της εξέγερσης, η οποία προσπαθεί να δείξει πως και γιατί οι διάφορες συμμαχίες των χωρικών με την πόλη, διαφοροποιήθηκαν στο πέρασμα του χρόνου ανταποκρινόμενες στις συνθήκες που επίσης μεταβάλλονταν.

Μια παρόμοια προσέγγιση επιχειρήθηκε από τον Rublack, η οποία μάλιστα παρουσιάζει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον, καθώς ο ερευνητής αυτός αξιοποιεί τους καρπούς της σύγχρονης θεωρίας περί επαναστάσεων προκειμένου να μελετήσει το ρόλο του Wurzburg κατά τη διάρκεια του Πολέμου των Χωρικών. [2] Μέσα από τη συγκρότηση μιας ανάλυσης φάσεων, ο Rublack κατάφερε να απομονώσει τρία διαφορετικά στάδια της εξέγερσης: πρώτον, μια περίοδο επώασης, δεύτερον, μια μετριοπαθή-συνταγματική περίοδο και τέλος, τρίτον, τη φάση του θριάμβου του ριζοσπαστισμού. Κατά τη διάρκεια αυτής της εξελικτικής πορείας, υποστηρίζει ο Rublack, το σύνθημα περί Λόγου του Θεού δεν υπήρξε το όργανο του πολιτικού ριζοσπαστισμού: είχε επικληθεί ex post factoστο πλαίσιο της προσπάθειας νομιμοποίησης της εξέγερσης.

Η εγκυρότητα ενός τέτοιου μοντέλου εξαρτάται από την ευρύτητα της εφαρμογής του. Ήδη ο Rublack έχει δείξει ότι η κατάσταση στο Bamberg, τη γειτονική πρωτεύουσα του επισκοπικού πριγκιπάτου, ακολούθησε μια παρόμοια ανάπτυξη. [3] Πάνω απ' όλα όμως ένα σχήμα σαν κι αυτό πρέπει να εφαρμοστεί κατευθείαν στην ύπαιθρο, να ελεγχθεί μέσα από τη διερεύνηση του σχηματισμού των αγροτικών στρατευμάτων καθαυτών, έτσι ώστε να φανεί τελικά ο βαθμός της ερμηνευτικής του ικανότητας. Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι οι πηγές και το αναγκαίο υλικό που χρειάζεται για μια τέτοια έρευνα είναι πολύ λίγα. [4]

Πάντως, όπως επισημαίνει ο Scott, [5] η πιθανή επιβεβαίωση της ερμηνείας του Rublack μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση την υπόθεση του Blickle, ότι τα γεγονότα του Πολέμου των Χωρικών μπορούν τελικά να διαχωριστούν σε δύο διαφορετικές φάσεις: πρώτον, έναν ψευτο-πόλεμο υπό τη σημαία του παλαιού νόμου, μέχρι την άνοιξη του 1525 και δεύτερον, από κει και πέρα έναν αληθινό ή ανοικτό πόλεμο, ο οποίος ξεκίνησε από τη στιγμή που οι χωρικοί επικαλέστηκαν τη θεία δικαιοσύνη και σχημάτισαν Χριστιανικές Ενώσεις. Χονδρικά, θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτός ο διαχωρισμός ευσταθεί. Ωστόσο, αναμφισβήτητα, εκδηλώθηκαν απόπειρες μαζικής επαναστατικής δράσης αρκετά πιο νωρίς, όπως, π.χ., η εκστρατεία του Hans Muller γύρω από το Villingen στον Μέλανα Δρυμό κατά τον Δεκέμβριο του 1524. Μάλιστα, όπως φάνηκε και από το σχετικό κεφάλαιο της μελέτης μας, η Ομοσπονδία της Σουαβίας προετοιμαζόταν δραστήρια για πόλεμο από τον Αύγουστο του 1524. [6]

Ένα άλλο ερευνητικό πεδίο μέσα από το οποίο έγινε προσπάθεια να ανιχνευθούν τα βήματα εξέλιξης της εξέγερσης του 1525 είναι τα πολιτικά προγράμματα που συντάχθηκαν σε διάφορες περιοχές.

Ο Jurgen Bucking προσπάθησε να ερμηνεύσει τα προγράμματα αυτά σαν τη διαφοροποιούμενη αντίδραση των εξεγερμένων απέναντι σε συνεχώς μεταλλασσόμενες καταστάσεις και ευκαιρίες. Αρχικώς, υποστηρίζει, οι χωρικοί ήθελαν να διαπραγματευθούν και να συνθηκολογήσουν. Στη συνέχεια, από τη στιγμή που η στρεψοδικία και η διπλοπροσωπία των ηγεμόνων αποκαλύφθηκε, οι εξεγερμένοι κινητοποιήθηκαν παρακινημένοι από τη συνειδητοποίηση της προδοσίας. Τελικά, η επίκληση της θείας δικαιοσύνης υποσκέλισε την πίστη τους στον παλαιό νόμο και έτσι αναπτέρωσε τις προσδοκίες τους και ριζοσπαστικοποίησε τη συνείδηση τους. [7] Σ' αυτή τη βάση, ο Bucking επιβεβαιώνει την ύπαρξη μιας εξελικτικής πορείας τεσσάρων σταδίων στα προγράμματα των αγροτών: πρώτον, μια προκαταρκτική φάση, κατά τη διάρκεια της οποίας, οι αγρότες διατυπώνουν απλώς τα παράπονά τους, δεύτερον, μια κοινωνική ιεραρχία της οποίας οι διαφοροποιήσεις νομιμοποιούνται από την συνεχώς αυξανόμενη σημασία της λειτουργίας κάθε κοινωνικής ομάδας, τρίτον, μια ισότιμη κοινότητα όλων των κοινωνικών ομάδων η οποία επικεντρώνεται γύρω από τον τοπικό ηγεμόνα και, τέταρτον, μια Ένωση των αγροτών (μια κλειστή αγροτική κοινωνία που ανέχεται μόνο εκείνες τις εξαιρέσεις που επιβάλλονται από την οικονομική αναγκαιότητα). [8] Το μοντέλο που παρουσίασε ο Bucking, μάλιστα και υπό μορφή διαγράμματος, [9] είναι σίγουρα αρκετά ενδιαφέρον. Η βασική κριτική γι' αυτό επικεντρώθηκε στη μεγάλη αυστηρότητα με την οποία ο Bucking θέλησε να διακρίνει τις φάσεις του μοντέλο του. [10] Επισημάνθηκε άλλωστε, τόσο από την ανάλυση του Buszello όσο και από εκείνη του Blickle, ότι δεν μιλάμε τόσο για διαδοχικές φάσεις ανάπτυξης, όσο για ταυτόχρονες υποκαταστάσεις της προϋπάρχουσας κατάστασης, οι οποίες βασίζονται στο διαφορετικό εδαφικό και πολιτικό πλαίσιο της εξέγερσης. Τελικά, ίσως, η επιβεβαίωση ή απόρριψη της προσέγγισης του Bucking προϋποθέτει μια πολύ μεγαλύτερη γνώση από αυτή που πραγματικά έχουμε σχετικά με την πρακτική οργάνωση και την εξάπλωση της εξέγερσης.

Σχετικά με το θέμα των διαπραγματεύσεων και το ρόλο που έπαιξαν οι περιφερειακές συνελεύσεις ως fora μεσολάβησης, μπορούμε να βασιστούμε στη μελέτη του Rublack για το Wurzburg [11] και σε μια σύντομη αποτίμηση από τον Blickle. Σε αυτήν, επεξεργάζεται τη διάκριση που ο ίδιος έχει κάνει ανάμεσα σε περιοχές όπου οι χωρικοί είχαν το δικαίωμα να παρακάθονται στη Δίαιτα και σε αυτές όπου δεν είχαν δικαίωμα πολιτικής έκφρασης. Στις περιοχές της πρώτης κατηγορίας, οι διαπραγματεύσεις που γίνονταν μέσα στη Δίαιτα συχνά συνέβαλαν στην ικανοποίηση των αιτημάτων των αγροτών και στην εκπλήρωση των απαιτήσεων τους. Από τη στιγμή που οι διαπραγματεύσεις αποτύγχαναν, οι χωρικοί συνήθως δεν αργούσαν να πάρουν τα όπλα. Στις περιοχές της δεύτερης κατηγορίας, οι χωρικοί έπρεπε, πρώτα απ' όλα, να μεταβάλλουν δραστικά τη σύνθεση και τον τρόπο λειτουργίας των συνελεύσεων προκειμένου να εξασφαλίσουν εκπροσώπηση σ' αυτές και να επιτύχουν έτσι τις επιδιώξεις τους με συνταγματικά μέσα. [12]

Μια άλλη δέσμη ζητημάτων που σχετίζεται με την εξέλιξη της εξέγερσης του 1525 είναι αυτή που έχει να κάνει με το καθαρά στρατιωτικό μέρος της κινητοποίησης. Σχετικά με τη στρατιωτική οργάνωση των εξεγερμένων, είμαστε πλέον αρκετά καλά ενημερωμένοι χάρη στη θεμελιώδη μελέτη του Siegfried Hoyer. [13] Ωστόσο, αρκετά σημεία παραμένουν σκοτεινά. Ο Bucking, για παράδειγμα, έχει στρέψει την προσοχή στο ζωτικό αλλά και εντελώς παραμελημένο ζήτημα της χρηματοδότησης των αγροτικών στρατευμάτων. Πρόκειται για θέμα που απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση, ειδικά αν αναλογισθεί κανείς ότι τα αγροτικά στρατεύματα προσλάμβαναν περιστασιακά στις τάξεις τους και μισθοφόρους στρατιώτες. [14]

Πάντως, η απήχηση και η εξάπλωση του Πολέμου των Χωρικών ως μαζικού κινήματος δεν είναι δυνατό να εξηγηθεί αποκλειστικά και μόνο με όρους στρατιωτικής οργάνωσης. Τα γεγονότα των ετών 1524-1526, υποστηρίζει ο Blickle, δεν πρέπει να αντιμετωπιστούν απλώς σαν μια εξέγερση των χωρικών: ήταν μια μάχη των καταπιεσμένων και βουβών μέχρι τότε μαζών της πόλης και της υπαίθρου, μια μάχη των χωρικών, των τεχνιτών και των ανθρακωρύχων, ένα επαναστατικό κίνημα του «κοινού ανθρώπου». Ο Blickle πιστεύει ότι αυτές οι ευρείες συμμαχίες που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της εξέγερσης συχνά βασίζονταν σε μια απόλυτη κοινότητα συμφερόντων ανάμεσα στους αγροτικούς πληθυσμούς και τα κατώτερα στρώματα πολλών πόλεων.

Στο πλαίσιο αυτό μια σχέση που παρουσιάζει ενδιαφέρον είναι εκείνη που αναπτύχθηκε ανάμεσα στους εξεγερμένους χωρικούς και τους μεταλλωρύχους, αυτούς τους αληθινούς προάγγελους του προλεταριάτου. Ήδη από τα τέλη του 15ου αιώνα, οι ανυπόφορες συνθήκες εργασίας είχαν οδηγήσει τους γερμανούς μεταλλωρύχους σε μια σειρά απεργιών και εξεγέρσεων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αναταραχή μεταξύ των μεταλλωρύχων αναζωπυρώθηκε από την εξέγερση των αγροτών, αλλά συμμαχίες ανάμεσα στις δύο πλευρές ήταν σίγουρα σπάνιες, εφήμερες και σποραδικές. Πιο συγκεκριμένα, φαίνεται ότι οι μεταλλωρύχοι συντάχθηκαν με τους αγρότες μόνο στο νότιο Τιρόλο και το Ζάλτσμπουργκ ενώ υπήρχαν και κάποιες μεμονωμένες στιγμές συνεργασίας στην περιοχή της Σαξονίας. [15] Η αδυναμία των αγροτών να εξασφαλίσουν μια σταθερή σχέση συνεργασίας με τους μεταλλωρύχους απετέλεσε θέμα σημαντικών μελετών ανατολικογερμανών ιστορικών κατά τη δεκαετία του '70. [16] Στο πλαίσιο αυτό, ο Adolf Leube προσπάθησε να ανιχνεύσει τα αίτια αυτής της αδυναμίας στις σημαντικές διαφορές που παρουσίαζε η οικονομική και κοινωνική κατάσταση των ανθρακωρύχων από εκείνη των αγροτών. [17] Πιο συγκεκριμένα, ο Laube, αν και τονίζει αρκετά σημεία επαφής μεταξύ των δύο πλευρών, αναγνωρίζει, ταυτοχρόνως, το ουσιαστικό χάσμα που υπήρχε ανάμεσα σε μεταλλωρύχους και αγρότες. Επρόκειτο για ένα χάσμα που το προκαλούσαν, πρώτον, η προσωπική ελευθερία και η ελευθερία κινήσεων που είχαν οι μεταλλωρύχοι αλλά όχι οι αγρότες, δεύτερον, οι τεταμένες σχέσεις μεταξύ των απλών μισθωτών εργατών των ορυχείων και εκείνων των μεταλλωρύχων που είχαν μικρά χωραφάκια στα οποία κατέφευγαν κατά τη διάρκεια των συχνών και αιφνίδιων οικονομικών κρίσεων, τρίτον, οι ικανότητες και η δεξιοτεχνία των ανθρακωρύχων, οι οποίοι αντιμετώπιζαν με περιφρόνηση την άξεστη αγροτιά και, τέταρτον, η διεύρυνση του κύκλου εργασιών της εξορυκτικής βιομηχανίας, φαινόμενο που είχε ως αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζονται οι καταπατήσεις καλλιεργούμενων εκτάσεων από τα ορυχεία. [18] Όλα τα παραπάνω είχαν ως αποτέλεσμα η συνεργασία αγροτών-μεταλλωρύχων --στις περιπτώσεις που κατέστη δυνατή, όπως, π.χ., στη Σαξονία-- να πάρει, περισσότερο, τη μορφή μιας στρατιωτικής συμμαχίας, μια απλής κοινότητας δράσης. [19] Η διαμόρφωση μιας "ευρύτερης ένωσης" (breites Bundnis, δηλ., μιας κοινότητας συμφερόντων) η οποία, όπως υποστηρίζει ο Laube, ουσιαστικά ήταν φαινόμενο που περιορίστηκε μόνο στο Ζάλτσμπουργκ στα 1525, βασιζόταν στην κοινή αντίθεση αγροτών και μεταλλωρύχων προς την αρχιεπισκοπική κυβέρνηση, η οποία όχι μόνο ασκούσε την πολιτική εξουσία στην περιοχή αυτή αλλά ήλεγχε επίσης και το σύνολο της εξορυκτικής δραστηριότητας. [20] Έτσι, λοιπόν, σύμφωνα με τη χαρακτηριστική διατύπωση του Tom Scott, «μια κοινή κατάσταση [...] και όχι μια κοινή ιδεολογία, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για μια αδελφότητα των όπλων». [21]

Ωστόσο, το βασικό ζητούμενο παραμένει η σύσταση της συμμαχίας που στήριξε ουσιαστικά την εξέγερση. Ο Blickle εκτιμά ότι ακόμη και σε εκείνες τις περιπτώσεις που δεν υπήρχε εκ των προτέρων ταυτότητα συμφερόντων, ήταν εύκολο να σφυρηλατηθεί και να ενισχυθεί μέσω της κοινής αποδοχής του ριζοσπαστικού μηνύματος της θείας δικαιοσύνης του Ευαγγελίου, το οποίο υπερέβαινε τις συγκρούσεις και συμφιλίωνε τις αντιπαλότητες ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο μέσω ενός δεσμού επαναστατικής αλληλεγγύης. Επίσης, υποστηρίζει o Blickle, η συνεργασία ανάμεσα στους χωρικούς και τις Landstadte ήταν κάτι που επιτυγχανόταν πολύ εύκολα καθώς η κατάσταση τους ελάχιστα διέφερε. Στο Wurttemberg, για παράδειγμα, η διοικητική διαίρεση του δουκάτου σε περιφέρειες (Amter) , οι οποίες συμπεριλάμβαναν ένα αστικό κέντρο μαζί με τις αγροτικές εκτάσεις του, δημιούργησε μια κοινή βάση αντίστασης ενάντια στην τοπική κυβέρνηση. Στη Θουριγγία και στο Τιρόλο, επίσης, πόλη και ύπαιθρος συνεργάστηκαν προκειμένου να εναντιωθούν στην αυξανόμενη δύναμη των τοπικών πριγκιπάτων. Επιπλέον, πολλοί από αυτούς τους δήμους δεν ήταν τίποτε παραπάνω από αγροτικές κωμοπόλεις (Ackerburgerstadte) , κάτι περισσότερο από περιτοιχισμένα χωριά. Οι κάτοικοι τους, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, εξασφάλιζαν τα προς το ζην από τη γεωργία και, γι' αυτό ακριβώς το λόγο, μοιράζονταν, ουσιαστικά, την ίδια κοινωνική και οικονομική κατάσταση, τις ίδιες ελπίδες, τις ίδιες κακουχίες και τις ίδιες προσδοκίες με τους αγρότες. [22] Στις λίγες περιπτώσεις που οι πόλεις αυτής της κατηγορίας αρνήθηκαν να συνταχθούν με την αγροτιά, οι λόγοι θα πρέπει να αναζητηθούν στη μεγαλύτερη πολιτική τους επιρροή στο πλαίσιο της κατεστημένης τάξης πραγμάτων καθώς και στην οικονομική και εμπορική τους υπεροχή, η οποία τις διαχώριζε σαφώς από τις κοινότητες των ταπεινών χωρικών και των απλών τεχνιτών. Κάτι τέτοιο ισχύει για τους δύο κορυφαίους δήμους του Wurttemberg --το Tubingen και τη Στουτγκάρδη-- καθώς και για το Freiburg im Breisgau, η πολιτική σημασία του οποίου για την περιοχή της Έξω Αυστρίας μεγάλωνε συνεχώς, με αποτέλεσμα να κερδίσει την αύρα μιας Ελεύθερης Αυτοκρατορικής Πόλης. Αλλά ακόμη και στο Freiburg, ο συνεχής ανταγωνισμός του αστικού συμβουλίου με τους χωρικούς δεν μπορούσε να αποκρύψει την ύπαρξη ενός παράγοντα, εντός της πόλης, ο οποίος επιθυμούσε να συνάψει συμμαχία με τους εξεγερμένους χωρικούς. [23]

Ο ρόλος των Ελεύθερων Αυτοκρατορικών Πόλεων κατά τη διάρκεια της εξέγερσης είναι δυσκολότερο να τυποποιηθεί, πόσο μάλλον αφού είναι αναγκαίο να γίνει διάκριση ανάμεσα στην πολιτική του συμβουλίου, τη συμπεριφορά των πατρικίων και των επισήμων και τις τάσεις των απλών ανθρώπων. Παρά τις αναμφισβήτητες διαφοροποιήσεις από περιοχή σε περιοχή, ο Blickle προσπαθεί να προχωρήσει σε κάποιες γενικεύσεις. Σύμφωνα με την εκτίμησή του, τα αστικά συμβούλια συνήθως αντιμετώπιζαν τους επαναστάτες με επιφύλαξη και ανησυχία, ή, στην καλύτερη των περιπτώσεων, παρέμεναν ουδέτερα και προσπαθούσαν να λειτουργήσουν ως μεσολαβητές. Οι απλοί άνθρωποι, από την άλλη πλευρά, συχνά έδειχναν αξιοσημείωτο ενθουσιασμό για τον αγώνα των χωρικών. Ξεσηκωμένοι από δημοφιλείς μεταρρυθμιστές ιεροκήρυκες, είδαν τους αγρότες σαν αδέλφια τους.

Προκειμένου να ενισχύσει αυτή του την επιχειρηματολογία, ο Blickle επιλέγει έναν αριθμό δοκιμασμένων περιπτώσεων, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στο Memmingen, την περιοχή όπου συντάχθηκαν τα Δώδεκα Άρθρα. Περιγράφει τις οικονομικές δυσκολίες της πόλης, τη μετατόπιση προς την προσωπική ευημερία, τα παράπονα των υφαντουργών λινών για τον ανταγωνισμό που δέχονταν από τα γύρω χωριά και τονίζει ότι η αντιπαράθεση σ' όλα αυτά των προνομίων των κληρικών, της περιουσίας και τητ ιδιοκτησίας τους προκαλούσε αντιπαλότητες. Υπό την επιρροή και του Christoph Schappeler, του μεταρρυθμιστή ιεροκήρυκα της πόλης, τα προβλήματα ήρθαν στην επιφάνεια το καλοκαίρι του 1524 όταν εκδηλώθηκε γενικευμένη άρνηση πληρωμής των διαφόρων δεκατών, τόσο μέσα στην πόλη όσο και στα χωριά του Memmingen. Η εισαγωγή της Μεταρρύθμισης, η οποία υποστηρίχθηκε με λαχτάρα από τους απλούς ανθρώπους και έγινε σιωπηρά ανεκτή από το αστικό συμβούλιο, ανέδειξε το Memmingen σε επίκεντρο της νέας διδασκαλίας των Γραφών βοηθώντας το να κερδίσει τον θαυμασμό σε όλη την ύπαιθρο της Άνω Σουαβίας. Όταν οι χωρικοί συγκεντρώθηκαν στην πόλη, κατά τη διάρκεια του Μαρτίου του 1525, προκειμένου να σχηματίσουν τη Χριστιανική τους Ένωση, το συμβούλιο συνάντησε δυσκολίες στο να αντικρούσει τη λαϊκή απαίτηση για χορήγηση πολεμικού υλικού και εξοπλισμού στους χωρικούς. Μόλις τον Ιούλιο, το συμβούλιο κατάφερε να αποκτήσει ξανά τον πλήρη έλεγχο των υποθέσεων της πόλης. Τότε ζήτησε τη συνδρομή της Ομοσπονδίας της Σουαβίας, στρατεύματα της οποίας έδιωξαν από την πόλη τους ριζοσπάστες και επέτρεψαν την αποκατάσταση των καθολικών ιερέων στις εκκλησίες. Η κοινή αντιπαράθεση στην εξουσία του συμβουλίου τόσο εντός όσο και εκτός των τειχών της πόλης, υποστηρίζει ο Blickle, αναμφισβήτητα ισχυροποίησε την αλληλεγγύη μεταξύ αγροτών και κατοίκων της πόλης, αλληλεγγύη που ενισχύθηκε και από την κοινή τους αφοσίωση στην υπόθεση της Μεταρρύθμισης. [24] Πάντως, καμιά από τις Ελεύθερες Αυτοκρατορικές Πόλεις της Άνω Σουαβίας, δεν συντάχθηκε εθελοντικά με τους χωρικούς.

Ίδια ακριβώς ήταν η κατάσταση και στην Αλσατία. Εκεί οι χωρικοί στήριξαν ιδιαίτερες ελπίδες στο Στρασβούργο, το οποίο είχε αγκαλιάσει με θέρμη την υπόθεση της Μεταρρύθμισης. Αν και το αστικό συμβούλιο ήταν προετοιμασμένο να μεσολαβήσει, πολλά μέλη συντεχνιών --ιδίως οι κρεοπώλες και οι οινοποιοί-- θεωρήθηκαν ύποπτα ότι συνομωτούσαν δραστήρια με τους χωρικούς των γύρω περιοχών. Αυτό που ίσχυε για το Στρασβούργο φαινόταν να ισχύει επίσης και για πόλεις όπως το Wissembourg και το Kaysersberg (το οποίο είχε εξαναγκαστεί να συνεργαστεί με τους χωρικούς) καθώς και η Βασιλεία. [25] Στη Φρανκονία πολλά αστικά συμβούλια υπέκυψαν στην πίεση του λαού. Το Heilbronn υποχρεώθηκε να δεχθεί τους αγρότες. Το Rothenburg, το Dinkelsbuhl και το Nordlingen δέχτηκαν τους στρατούς των εξεγερμένων. Μόνο η Νυρεμβέργη και το Hall της Σουαβίας κατάφεραν να αποτρέψουν μια συμμαχία ανάμεσα στους υπηκόους τους και τους χωρικούς μέσω μιας σειράς υπολογισμένων υποχωρήσεων στα λαϊκά αιτήματα. Από αυτά τα παραδείγματα ο Blickle εξάγει το γενικό συμπέρασμα ότι οι κάτοικοι των Ελεύθερων Αυτοκρατορικών Πόλεων είχαν κινητοποιηθεί με σκοπό να υποστηρίξουν τις πράξεις και τις επιδιώξεις των αγροτών. Από τη στιγμή που οι τελευταίοι ανέπτυξαν ένα επαναστατικό πρόγραμμα πέρα από τις αρχικές και συγκεκριμένες επιδιώξεις της εξέγερσης, οι φραγμοί μεταξύ πόλης και υπαίθρου, τους οποίους μπορεί να είχαν δημιουργήσει αποκλίνουσες κοινωνικές και οικονομικές δομές, ήταν καταδικασμένοι να εκλείψουν. [26]

Η αφήγηση του Blickle θα μπορούσε, σε σημαντικό βαθμό, να σταθεί ως περιγραφή των γεγονότων· ωστόσο, ως ερμηνεία της συγκρότησης συμμαχιών είναι ανοικτή στην κριτική. [27] Ο γερμανός ιστορικός επιδεικνύει μια αξιοπρόσεκτη πίστη στη δύναμη της ιδεολογίας να υπερβεί τις κοινωνικές ανισότητες και τον συχνά οξύ οικονομικό ανταγωνισμό ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Tom Scott, [28] ο Blickle είναι πολύ καλός ιστορικός για να αγνοήσει την ύπαρξη τέτοιου είδους συγκρούσεων. Την ίδια στιγμή, ο Blickle, είναι τόσο προσηλωμένος σε μια πολιτική-ιδεολογική ερμηνεία του Πολέμου των Χωρικών, η οποία αναλύει την εξέγερση απαγωγικά υπό τους όρους των στόχων και των προγραμμάτων της και όχι επαγωγικά υπό τους όρους δομικών συνθηκών και εσωτερικής δυναμικής, έτσι ώστε αποτυγχάνει να συλλάβει τις πολυπλοκότητες και τις αντιπαραθέσεις που κρύβονταν πίσω από τις συμμαχίες μεταξύ χωρικών και κατοίκων της πόλης. Βεβαίως, έχει δίκιο όταν υπογραμμίζει τη δομική ομοιότητα που υπήρχε μεταξύ πολλών μικρότερων πόλεων και των χωριών που βρίσκονταν γύρω από αυτές. Παραδέχεται επίσης ότι η συνθηκολόγηση και όχι η συνεργασία ήταν ο παράγοντας που κατέστησε δυνατές πολλές από τις συμμαχίες. Ωστόσο, αυτές οι ευκαιριακές παρατηρήσεις δεν είναι ικανές να υποκαταστήσουν μια λογικά συνεπή τυπολογία των συμμαχιών, η οποία να κάνει διάκριση μεταξύ της κοινότητας συμφερόντων (Interessengemeinschaften) , που χαρακτηριζόταν από την επιδίωξη κοινών στόχων γεννημένων μέσα από μια κοινή κατάσταση, και της κοινότητας δράσης (Aktionsgemeinschaften) , συμμαχιών, δηλαδή, αμοιβαίας διευκόλυνσης ή αμυντικής αναγκαιότητας δίχως ενεργή αλληλεγγύη ή κάποιον κοινό τελικό σκοπό. Η αδυναμία της προσέγγισης του Blickle, διαφαίνεται από τη διάκριση εργασίας που κάνει μεταξύ των περιφερειακών πόλεων και των Ελεύθερων Αυτοκρατορικών Πόλεων, μια κατηγοριοποίηση περισσότερο πολιτικο-συνταγματική παρά κοινωνικο-οικονομική. Έτσι λοιπόν, η κριτική έχει στραφεί εναντίον του Blickle κατηγορώντας τον για το ότι καταφεύγει στο να κόβει και να ράβει προκειμένου να χωρέσει στην ερμηνεία του ένα ατυχές συνονθύλευμα δήμων, που θα μπορούσαν εύκολα να διαφοροποιηθούν από μια τυπολογία βασισμένη πρωταρχικά στην κοινωνική σύνθεση και την οικονομική λειτουργία. [29] Δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς ότι οι σχέσεις μεταξύ πόλεων αγροτο-αστικής φυσιογνωμίας (Ackerburgerstadte ), κοινοτήτων ενδιαμέσων τεχνιτών (οι Minderstadte, όπως τις έχει αποκαλέσει ο Stoob) [30] και μεγαλύτερων εμπορικών-βιομηχανικών κέντρων (μερικών με αρκετά μαγάλα contadi) και της γειτονικής τους υπαίθρου περιοχής είναι πολύ πιθανό να εμφανίσουν αξιοσημείωτη διαφοροποίηση και ότι τέτοιου είδους διαφοροποιήσεις θα επηρεάσουν, στη συνέχεια, τη φύση των συμμαχιών των πόλεων αυτών με την αγροτιά. [31]

Μερικές ακόμη προσπάθειες ανάλυσης των σχέσεων πόλης-υπαίθρου κατά τις παραμονές του Πολέμου των Χωρικών έγιναν στη συλλογή μελετών που δημοσιεύθηκε υπό την επιμέλεια των Erich Maschke και Jurgen Sydow. [32] Ένα αδύνατο σημείο που θα είχε κανείς να επισημάνει σε κάποιες από τις μελέτες αυτές είναι η --όχι πάντα ανοιχτά ομολογούμενη-- παραδοχή ότι οι πόλεις ήταν οι αποκλειστικοί φορείς της οικονομικής προόδου και του νεωτερισμού, διαδικασίες απέναντι στις οποίες η ύπαιθρος δεν είχε τίποτε άλλο να κάνει παρά ή να αντιδράσει ή να προσαρμοστεί. [33] Στο πλαίσιο αυτό, η ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας αντιμετωπίζεται με κάποια μονομέρεια. Η ύπαιθρος, το «βασίλειο της καθυστέρησης», δέχεται κάποια στιγμή την εισβολή των πρώιμων μορφών καπιταλιστικής παραγωγής --πιο συγκεκριμένα του συστήματος της οικοτεχνίας-- και υποτάσσεται αμέσως. Ωστόσο, είναι προφανές ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Θα μπορούσε, επίσης, να υποστηριχτεί ότι η διαφοροποίηση και η εξειδίκευση της παραγωγής γεννήθηκαν μέσα στην ίδια την αγροτική οικονομία ως μορφές απάντησης στην αγροτική κρίση του ύστερου Μεσαίωνα. [34] Πάντως, όπως κι αν έχει το πράγμα, η ανάπτυξη του πρώιμου καπιταλισμού και η διεύρυνση της αγοράς μέσω της ενσωμάτωσης και της αγροτικής οικονομίας, τα δυο αυτά φαινόμενα σε συνδυασμό, απετέλεσαν μια άμεση και επικίνδυνη πρόκληση για την παραδοσιακή κυριαρχία και το ρόλο του ανεξάρτητου μάστορα-τεχνίτη, που δούλευε στο εργαστήρι του στην πόλη. [35] Δίχως αμφιβολία, οι συντεχνίες αγωνιούσαν έντονα μπροστά στο ενδεχόμενο ενός νέου οικονομικού ανταγωνισμού με την άξεστη αγροτιά: έκαναν επίσημες αναφορές στα αστικά συμβούλια, τα οποία, με τη σειρά τους, αναφέρθηκαν στους τοπικούς άρχοντες κατά τις συνεδριάσεις της Δίαιτας. Οι τελευταίοι δημοσίευσαν αμέτρητες επίσημες προκηρύξεις --χωρίς, πάντως, κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα-- με τις οποίες στρέφονταν εναντίον των τεχνιτών της υπαίθρου, κατέκριναν την άμετρη εισβολή των χωρικών στις πόλεις και την ανάπτυξη των αγορών των χωριών. [36]

Γίνεται λοιπόν φανερό ότι, στο πλαίσιο που περιγράψαμε, οι αστικές συντεχνίες με μεγάλη δυσκολία θα μπορούσαν να θεωρηθούν οι φυσικοί σύμμαχοι των χωρικών. Θα πρέπει, λοιπόν, να εξετάσουμε διεξοδικά ποιες ήταν εκείνες οι κοινωνικές ομάδες εντός των πόλεων που θα μπορούσαν να έχουν επιδιώξεις όμοιες μ' εκείνες των αγροτών. Το ότι οι διάφοροι μικροκαλλιεργητές, οι οινοπαραγωγοί, οι κηπουροί που καλλιεργούσαν για τις ανάγκες της αγοράς, μαζί με τους μεροκαματιάρηδες, τους αμαξάδες και τους πλανόδιους πωλητές --με άλλα λόγια, όλοι αυτοί των οποίων η απασχόληση ή οι συνθήκες εργασίας τους έκαναν να μοιράζονται την ίδια κοινωνική ταυτότητα, ή τους έφερναν σε συχνή επαφή, με τον πληθυσμό της υπαίθρου-- ήταν πρόθυμοι να υποστηρίξουν τους χωρικούς είναι λίγο πολύ αυτονόητο. Οι κλωστοϋφαντουργοί --αυτοί ακριβώς οι τεχνίτες των οποίων η ύπαρξη απειλούνταν από την ανάπτυξη της μανιφακτούρας της υπαίθρου-- θα ήταν, επίσης, λογικό να επιδείξουν την ίδια συμπεριφορά, αν και αυτό είναι λιγότερο αυτονόητο. Ο ίδιος ο Blickle μας παρέχει μια κλασική απόδειξη τέτοιας σύγκρουσης στο Memmingen, όπου η ευημερία των κλωστουφαντουργών της πόλης απειλήθηκε από τον ανταγωνισμό των τεχνιτών λινών υφασμάτων από τα γύρω χωριά. Στα 1482 και ξανά στα 1512οι συντεχνίες υποχρέωσαν το αστικό συμβούλιο να εκδιώξει τους τελευταίους από την αγορά της πόλης· όταν η απαγόρευση άρθηκε, στα 1518, το γεγονός οδήγησε σε στάση οργανωμένη από τις συντεχνίες. [37] Τέτοιου είδους συμβάντα θα πρέπει να προσμετρηθούν σε αντιπαράθεση με αναφορές που κάνουν λόγο για ενεργητική συμπάθεια ανάμεσα σε υφαντουργούς και χωρικούς σε πόλεις όπως το Augsburg και το Στρασβούργο. [38] Eάν αυτοί οι υφαντουργοί ήταν φτωχοί τεχνίτες ή μεροκαματιάρηδες και μαθητευόμενοι, οι οποίοι είχαν καθηλωθεί σε μεγαλύτερη εξάρτηση από τους πλουσιότερους μαστόρους ή τους μεγαλέμπορους μέσω του συστήματος της οικοτεχνίας, τότε η κατάσταση τους θα έμοιαζε ξεκάθαρα με αυτή των μισθωτών υφαντουργών της υπαίθρου, με τους οποίους θα μπορούσαν να συνεργαστούν προκειμένου να πετύχουν κάποιο κοινό στόχο. Αλλά μια τέτοιου είδους και τέτοιας μορφής εξάπλωση της πρώιμης καπιταλιστικής παραγωγής είναι αμφίβολο αν παρείχε την απαραίτητη βάση προκειμένου να συγκροτηθούν συμμαχίες ανάμεσα σε ένα αστικό προλεταριάτο και την αγροτιά ως σύνολο.

Όπως έχει επισημανθεί από ερευνητές που αντιμετωπίζουν επιφυλακτικά την προσέγγιση του Blickle, [39] οπουδήποτε κι αν κοιτάξει κανείς, την εποχή του Πολέμου των Χωρικών, διαπιστώνει ότι ήταν πολύ λίγες οι φορές που οι εξεγερμένοι χωρικοί έλαβαν από τις πόλεις τόση και τέτοια βοήθεια που να μπορούν να βασιστούν σ' αυτή στα σοβαρά. Περιστασιακά και μόνο, οι εξεγερμένοι μπορεί να έβρισκαν συμμάχους ανάμεσα σε μάλλον κακόφημα και κοινωνικώς αμφιταλαντευόμενα στρώματα όπως οι κρεοπώλες (που, έτσι κι αλλιώς, είχαν στενές εμπορικές επαφές με την ύπαιθρο) ή --στις μεγαλύτερες και πιο προοδευμένες πόλεις, όπως η Νυρεμβέργη-- ανάμεσα στους ριζοσπάστες τυπογράφους, αυτή την καινούργια ιντελιγκέντσια των τεχνιτών. [40] Πάντως, όποιες κι αν ήταν αυτές οι κοινωνικές ομάδες, τα μεγέθη τους φαίνεται ότι ήταν πολύ μικρά για να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις.

Στις πόλεις της Αλσατίας, οι μόνες κοινωνικές ομάδες που κάποια από τα μέλη τους φαίνεται ότι συμπαραστάθηκαν ενεργητικά στις επιδιώξεις των αγροτών ήταν οι οινοπαραγωγοί και όσοι είχαν περιβόλια έξω από τις πόλεις. Τέτοια ήταν η κατάσταση στο Wissembourg, [41] στο Haguenau, [42] ακόμη και στο Στρασβούργο. Όπως συμπεραίνει ο Jean Rott στις μελέτες που έχει κάνει για το Στρασβούργο, [43] οι λόγοι αυτής της κατάστασης θα πρέπει να εντοπισθούν σε τρία σημεία: πρώτον, στην ήδη αξιοσημείωτη διαφοροποίηση και εξειδίκευση της παραγωγής μεταξύ (αλλά και στο εσωτερικό) των συντεχνιών, των οποίων οι ενέργειες αναλώνονταν στον αυξανόμενο κοινωνικό και οικονομικό ανταγωνισμό, δεύτερον, στην απουσία ενός γνήσιου προλεταριάτου κατά την αφύπνιση μιας (οιονεί-δημοκρατικής) επανάστασης των συντεχνιών και, τρίτον, στην ικανοποίηση εκ μέρους του αστικού συμβουλίου των λαϊκών απαιτήσεων, ιδιαίτερα σ' εκείνα τα σημεία τους που στρέφονταν ενάντια στον κλήρο.

Στη δεξιά όχθη του Ρήνου η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη για τους αγρότες. Απ' ότι φαίνεται κατά τη διάρκεια της πολιορκίας και της άλωσης του Freiburg από τα στρατεύματα των αγροτών, το Μάιο του 1525, δεν εκδηλώθηκε κάποια συγκροτημένη προσπάθεια κατάληψης της πόλης εκ των έσω. [44] Επίσης, δεν υπάρχουν μαρτυρίες που να πιστοποιούν ένθερμη υποδοχή των εξεγερμένων ούτε σε άλλες μικρότερες πόλεις του Breisgau της Έξω Αυστρίας, όπως το Breisach, το Waldkirch και το Neuenburg. Οι επισημάνσεις αυτές πρέπει, ίσως, να μας κάνουν να σκεφθούμε καλύτερα την παρατήρηση του Rudolf Endres σύμφωνα με την οποία ένα γνήσιο λαϊκό κίνημα (Volksbewegung) , το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να οικοδομήσει μια συμμαχία μεταξύ διαφορετικών τάξεων στην πόλη και στην ύπαιθρο, αναπτύχθηκε μόνο στο Muhlhausen υπό την επιρροή του Muntzer και του Pfeiffer. [45]

Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι συμμαχίες ανάμεσα σε χωρικούς και κατοίκους των πόλεων ήταν απίθανες. Σημαίνουν όμως ότι οι ορατές κοινωνικές εντάσεις μεταξύ πόλης και υπαίθρου άφηναν μικρά περιθώρια για μια ενεργητική συνεργασία υπεράνω τάξεων και ότι μια ριζοσπαστική θρησκευτική ιδεολογία σπανίως ήταν σε θέση να αντικαταστήσει μια, μέχρι εκείνη τη στιγμή, εμβρυώδη ταξική συνείδηση. Ο Heiko Obermam αποδίδει εξαιρετικά μεγάλη σημασία, είναι αλήθεια, στην επιρροή που είχε η θεολογία που αναπτύχθηκε στις πόλεις --με την έμφαση που αυτή έδινε στην αυτόνομη χριστιανική κοινότητα, η οποία βασιζόταν στην πίστη σε αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις-- στην ωρίμανση της αυτοσυνειδησίας των αγροτικών κοινοτήτων και των ανθρώπων της υπαίθρου γενικότερα. [46] Ωστόσο, το να ισχυριστεί κανείς ότι οι κάτοικοι της πόλης και οι αγρότες πολέμησαν πλάι-πλάι το 1525 στο όνομα μιας libertas christiana, η οποία βασίστηκε στην κοινή τους αφοσίωση στο ιδανικό της Χριστιανικής κοινότητας, είναι στα αλήθεια μάλλον παρακινδυνευμένο επειδή --κι αυτός είναι μόνο ένας από τους λόγους-- ο στόχος των αγροτών για κοινοτική αυτονομία ήταν επί της ουσίας του sui generisκαι απέρρεε από την αντίθεσή τους στα μέτρα εκείνα των ηγεμόνων που οδηγούσαν στη δημιουργία μιας πρώιμης μορφής του σύγχρονου κράτους. [47] Ασφαλώς, υπήρχε ένα υπόβαθρο λαϊκού και συχνά βίαιου αντικληρικαλισμού στην πόλη και την ύπαιθρο, τροφοδοτούμενου από τη Μεταρρύθμιση, ο οποίος είχε κατ' επανάληψη εκδηλωθεί τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια του Πολέμου των Χωρικών. Ωστόσο, αποδείχθηκε πως η συχνή επίκληση αντικληρικαλικών συνθημάτων δεν επαρκούσε από μόνη της --κι αυτό φάνηκε καθαρά τόσο στις εξεγέρσεις του Bundschuh, όσο και στις διάφορες εκστρατείες του ίδιου του Πολέμου των Χωρικών-- για να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ των κατοίκων των πόλεων και των αγροτών. Ο Joss Fritz, παρά το γεγονός ότι προχώρησε πολύ δραστήρια, ανάμεσα στα 1513 και στα 1517, σε στρατολόγηση μελών για τις συνομωσίες του Bundsuch μέσα σ' ένα κλίμα παθιασμένου αντικληρικαλισμού, ποτέ δεν κέρδισε πολλούς οπαδούς στις ελεγχόμενες από τους τεχνίτες πόλεις. [48] Το 1525 ο κοινός αγώνας της πόλης του Waldshut και των αγροτών του Μέλανα Δρυμού ενάντια στο αβαείο του αγίου Βλασίου είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα σχήμα συμμαχιών ανάμεσα στις δύο πλευρές, ειδικότερα από τη στιγμή που η εσωτερική δυναμική της εξέγερσης είχε ξεπεράσει τις λανθάνουσες εντάσεις ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρό της. [49] Στη Σαξονία, επίσης, γύρω από τη Λειψία [50] και το Chemnitz, [51] η εξάπλωση του κηρύγματος της Μεταρρύθμισης και το ευρέως διαδεδομένο μίσος ενάντια στον κλήρο δεν κατόρθωσαν να οδηγήσουν στη συγκρότηση μιας συμμαχίας ανάμεσα στους επαναστατημένους χωρικούς και την πληβειακή αντιπολίτευση των πόλεων.

Τα όσα είπαμε μέχρι στιγμής έκαναν να φανεί ότι η αδυναμία της προσέγγισης του Blickle και αρκετών άλλων μελετητών εντοπίζεται στην υπονοούμενη υπόθεση ότι τα κίνητρα πίσω από τις συμμαχίες μεταξύ πόλης και υπαίθρου ήταν πρωτίστως ιδεολογικά, παρά πρακτικά. Κι' όμως, όπως εύστοχα σημειώνει ο Scott, [52] θα έπρεπε να ήταν εμφανές από τη σχετική στρατιωτική εμπειρία των χωρικών, από την παραδοσιακή κλίση τους στα όπλα καθώς και από την έλλειψη οχυρώσεων κατάλληλων για άμυνα, ότι οι εξεγερμένοι έβλεπαν τις πόλεις ως το κλειδί της στρατιωτικής επιτυχίας και ήταν προετοιμασμένοι να τις καταλάβουν με τη βία, εάν αρνούνταν να παραδοθούν. Οι χωρικοί γνώριζαν πολύ καλά ότι οι πόλεις μπορούσαν να τους προσφέρουν έμπειρη ηγεσία, όπλα και καταφύγιο, χρήματα και εφόδια. Επίσης, οι πόλεις μπορούσαν να λειτουργήσουν ως στρατηγικά ορμητήρια για εκτεταμένες εκστρατείες. Δεν αποτελεί σύμπτωση το ότι πολλοί από τους αρχηγούς των αγροτών είχαν στρατολογηθεί από τις τάξεις εκείνων των ενδιάμεσων κοινωνικών στρωμάτων, των οποίων οι επαφές με τις πόλεις ήταν πιο εντατικές. Οι άνθρωποι αυτοί, οι οποίοι αποτελούσαν και την πλειοψηφία μεταξύ των ηγετών, έβλεπαν πέρα από τους ορίζοντες του χωριού και κατανοούσαν τη στρατηγική σημασία των πόλεων ως κέντρων της εξέγερσης. [53] Καταλάβαιναν πολύ καλά ότι αλληλοσυγκρουόμενοι παράγοντες στο εσωτερικό των πόλεων θα μπορούσαν κάλλιστα να δουν την αγροτιά ως ένα μέσο για να αυξήσουν την επιρροή τους και έτσι να ασκούν μεγαλύτερη πίεση στο συμβούλιο του τοπικού άρχοντα προκειμένου να υποκύψει στις απαιτήσεις τους. Μ' άλλα λόγια, οι συνασπισμοί μεταξύ αγροτών και κατοίκων των πόλεων ήταν συχνά κάτι παραπάνω από ευκαιριακές συμμαχίες, οι οποίες χαρακτηρίζονταν από μια πραγματιστική ή ακόμη και κυνική αναγνώριση των αμοιβαίων πλεονεκτημάτων. Ήταν, στην πραγματικότητα, κοινότητες δράσης που δεν βασίζονταν σε κάποια βαθύτερη αλληλεγγύη ή σε κάποιον μακροπρόθεσμο κοινό σκοπό και οι οποίες θα διαλύονταν όταν θα επιτύγχαναν τους σκοπούς τους.

Όλα όσα ειπώθηκαν μέχρι τώρα δεν αναιρούν, βεβαίως, το γεγονός ότι υπήρχαν προφανή σημεία επαφής ανάμεσα στην αστική αναταραχή και την αγροτική διαμαρτυρία· κοινά σημεία που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν έναν δεσμό αλληλεγγύης. Ωστόσο, αυτό που είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό μ' αυτούς τους συνασπισμούς συμφερόντων είναι η ευκολία με την οποία μπορούσαν να διαλυθούν εξαιτίας των επιδέξιων πολιτικών χειρισμών των αρχών. Η δυνατότητα για κοινή δράση μεταξύ πόλης και υπαίθρου σε αρκετές περιπτώσεις ήταν όχι μόνο υπαρκτή αλλά και ολοφάνερη: στην περίπτωση της Νυρεμβέργης, στη βάση της κοινής διαμαρτυρίας ενάντια στην πληρωμή της δεκάτης, [54] στις περιπτώσεις του Memmingen και του Στρασβούργου εξαιτίας του ότι αυτές οι πόλεις ήταν πρωτοπόροι φορείς της Μεταρρύθμισης. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση το αστικό συμβούλιο είχε τη δυνατότητα να αποτρέψει μια συμμαχία μέσα από καλά υπολογισμένες παραχωρήσεις ή με την τακτική του σαλαμιού. [55] Η δυνατότητα κοινής δράσης παρουσιάστηκε, επίσης, σε πολλά από τα εκκλησιαστικά πριγκιπάτα της νότιας Γερμανίας και της Αυστρίας, όπου η πολιτική αντίθεση προς τον επισκοπικό άρχοντα συναρθρωνόταν μ' έναν έντονο αντικληρικαλισμό. Σε μια τέτοια περίπτωση, στο Ζάλτσμπουργκ, ο αρχιεπίσκοπος Matthaus Lang αντιμετώπισε, στα 1525, τη συντονισμένη αντίδραση τόσο της πόλης όσο και της υπαίθρου. Μάλιστα τα πολιτικά προγράμματα των εξεγερμένων των δύο πλευρών εμφάνιζαν μεταξύ τους εντυπωσιακές ομοιότητες. [56] Κι' όμως στο Ζάλτσμπουργκ η ευρεία συμμαχία χωρικών, αστών και ανθρακωρύχων διαλύθηκε κατά τη διάρκεια της δεύτερης εξέγερσης της πόλης, τον επόμενο χρόνο. Οι κινήσεις τακτικής του αρχιεπισκόπου έπαιξαν κι εδώ το ρόλο τους με αποτέλεσμα οι χωρικοί να μείνουν, τελικά, να πολεμούν αβοήθητοι. [57]

Φαινόμενα σαν τα παραπάνω θα πρέπει να τοποθετηθούν στην ίδια κατηγορία με την υποτιθέμενη προθυμία των Ελεύθερων Αυτοκρατορικών Πόλεων της Φρανκονίας να συνάψουν συμμαχία με τους αγρότες. Σίγουρα θα έπρεπε να ξέρουμε πολύ περισσότερα πράγματα για τις συνθήκες στις πόλεις και τη φύση της αστικής διαμαρτυρίας --στις Ελεύθερες Αυτοκρατορικές Πόλεις, στις τοπικές πρωτεύουσες ( Residenzstadte) , στις μεσαίες βιοτεχνικές πόλεις και τις αγροτο-αστικές κοινότητες-- πριν να είμαστε σε θέση να προσδιορίσουμε και να κατατάξουμε τυπολογικά με ακρίβεια την αντίδρασή τους στην αγροτική εξέγερση καθώς και τις συνθήκες και το δυναμισμό των συμμαχιών πόλης-υπαίθρου. Στον τομέα αυτό η μεθοδολογικά σωστή έρευνα έχει αρχίσει σχετικά πρόσφατα. [58]

Την ίδια στιγμή, το ξέσπασμα του Πολέμου των Χωρικών προκάλεσε ή τουλάχιστον έθεσε τα θεμέλια για ένα κύμα αστικών εξεγέρσεων σε άλλες περιοχές της Γερμανίας, ξεκινώντας από τον Μέσο και τον Κάτω Ρήνο μέσω της Βεστφαλίας προς τα βόρεια. Ως προτροπή για πολλές από αυτές τις εξεγέρσεις λειτούργησαν τα αποκαλούμενα Άρθρα της Φρανκφούρτης που συντάχθηκαν στην πόλη κατά τη διάρκεια των ταραχών του 1525. Τα Άρθρα αυτά όφειλαν πάρα πολλά στα αγροτικά Δώδεκα Άρθρα της Άνω Σουαβίας. Πάντως, όσο πιο μακριά βρίσκονταν οι πόλεις από τα βασικά κέντρα της εξέγερσης, τόσο πιο αδύναμος ήταν ο ιός της επανάστασης σ' αυτές. Τη στιγμή που τα Άρθρα και τα νέα του Πολέμου έφτασαν στο μακρινό βορρά, η συντριβή της τελευταίας αγροτικής στρατιάς στην κεντρική Γερμανία είχε στερήσει αυτές τις αστικές εξεγέρσεις από την αναγκαία εκείνη φάση κατά την οποία θα οργανώνονταν σ' ένα πλήρως αναπτερωμένο και οργανωμένο κίνημα κοινωνικής διαμαρτυρίας. [59] Έτσι, αυτές οι αστικές εξεγέρσεις παρέμειναν μεμονωμένα και αυτόνομα περιστατικά, τα οποία μόλις ανατάραξαν τη γύρω ύπαιθρο. [60] Πράγματι, οι εντατικές επαφές μεταξύ πόλης και υπαίθρου, χαρακτηριστικό των κύριων περιοχών του Πολέμου των Χωρικών, εξέλειπαν σε μεγάλο βαθμό από τη βόρεια Γερμανία. Η αντίθεση γίνεται πιο εμφανής όταν συγκρίνει κανείς την πορεία του Πολέμου των Χωρικών στο Μέσο Ρήνο και στην Έση. Η στενή συνεργασία μεταξύ των κατοίκων των πόλεων και των αγροτών στην πλούσια πεδιάδα του Ρήνου έδωσε το έναυσμα για τη συγκρότηση ενός ισχυρού αγροτικού κινήματος στην Έση, όπου οι πόλεις ήταν λιγότερες και με πολύ χαμηλό βαθμό πολιτικής αυτοσυνειδησίας. [61]

Είναι, τώρα, η στιγμή να ανακεφαλαιώσουμε τη συζήτηση που κάναμε σχετικά με το ρόλο των πόλεων στην εξέγερση του 1525.

Τα όσα μέχρι στιγμής ειπώθηκαν δείχνουν καθαρά ότι οι πόλεις σαφώς και είχαν τα δικά τους κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά προβλήματα που προσέφεραν το έδαφος για ξεχωριστές αστικές εξεγέρσεις. Οι περισσότερες πόλεις διοικούνταν από ολιγαρχικές κυβερνήσεις, συνήθως υπό την επίβλεψη υπαλλήλων του ηγεμόνα, εκτός εάν απολάμβαναν το καθεστώς των ελεύθερων ή αυτοκρατορικών πόλεων. Τα δημοτικά συμβούλια ζητούσαν περισσότερη αυτονομία από τους ηγεμόνες και τους υπαλλήλους τους αποσκοπώντας στο να περικόψουν τα οικονομικά προνόμια που αυτοί οι υπάλληλοι είχαν εξασφαλίσει για τους εαυτούς τους μέσα στις πόλεις. Τα ίδια προνόμια απολάμβαναν η εκκλησία και οι εκκλησιαστικές οργανώσεις, οι οποίες είχαν, συχνά, σημαντικές οικονομικές απαλλαγές μέσα στην πόλη, που τους έδιναν πλεονεκτήματα στην αγορά ή στη λιανική πώληση σταριού, κρασιού ή μπύρας. Το γεγονός ότι ο κλήρος πλήρωνε ελάχιστους ή καθόλου φόρους και δεν επιβαρυνόταν με κανένα καθήκον επιφυλακής, ήταν δύο ακόμη πηγές σοβαρών διαμαρτυριών των κατοίκων των πόλεων. Παράλληλα, η συνεχής αύξηση της εκκλησιαστικής περιουσίας μέσα στις πόλεις, πράγμα που ήταν κυρίως αποτέλεσμα θρησκευτικών δωρεών, μίκρυνε τη φορολογική βάση και έθεσε ολόκληρες περιοχές της πόλης έξω από τον έλεγχο των δημοτικών συμβουλίων. Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου περίεργο το γεγονός ότι πολλές πόλεις εκμεταλλεύτηκαν την εξέγερση σαν μια καλή ευκαιρία επίθεσης κατά της εκκλησίας, σαν μια ευκαιρία αφαίρεσης της περιουσίας της και υποταγής της σε κοσμικό, πολιτικό έλεγχο.

Τα δημοτικά συμβούλια συχνά υποδέχτηκαν θετικά την αγροτική εξέγερση, ειδικότερα την επίθεσή της στα φεουδαλικά, αριστοκρατικά και μοναστηριακά προνόμια. Η ταπείνωση τοπικών ευγενών, η ευκαιρία για μεγαλύτερη αυτονομία από τον ηγεμόνα, η εξάλειψη του οικονομικού ανταγωνισμού όπως αντιπροσωπευόταν από ένα ισχυρό τοπικό μοναστήρι, ακόμα και η ευκαιρία για ευαγγελιστές δημοτικούς συμβούλους να εισάγουν θρησκευτικούς νεωτερισμούς υπό το πρόσχημα της εξέγερσης: όλα αυτά λειτούργησαν από κοινού, ώστε πολλά δημοτικά συμβούλια αστικών κοινοτήτων να αντιμετωπίσουν θετικά την αγροτική εξέγερση. Μια τέτοια τακτική είχε, βέβαια, σημαντικούς κινδύνους καθώς τίποτε δεν απέκλειε ότι, λόγω της κοινής δυσαρέσκειας, τα πληβειακά στρώματα των πόλεων και οι αγρότες επαναστάτες δεν θα συμμαχούσαν με σκοπό την εκδήλωση εξέγερσης και μέσα στις πόλεις. Μερικά δημοτικά συμβούλια επεδίωξαν να εξουδετερώσουν την εξέγερση πριν ξεσπάσει στην πόλη τους. Αλλού, ο δήμαρχος μπορεί να γινόταν αρχηγός της εξέγερσης με σκοπό να αποσπάσει από αυτή τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα χωρίς να προκαλεί ευρύτερη κοινωνική δυσαρέσκεια ή να βλάπτει τα ευρύτερα συμφέροντα της πόλης.

Μέσα στα τείχη της πόλης, οι απαιτήσεις των υπάλληλων αστικών στρωμάτων ήταν πολλές και ποικίλες: Μεγαλύτερη πολιτική συμμετοχή, μεγαλύτερη αυτονομία για τις συντεχνίες και τους κοινοτικούς οργανισμούς, στενότερη επίβλεψη των πράξεων της κυβέρνησης, συνήθως μέσα από ένα ετήσιο απολογιστικό έλεγχο, ελάττωση των φόρων και της έμμεσης φορολογίας, αυξημένα οικονομικά προνόμια για συγκεκριμένες συντεχνίες (συνήθως κάποιες εις βάρος κάποιων άλλων), άσκηση κοινωνικής πολιτικής στην πώληση και παροχή ειδών διατροφής, καυσίμων, οικοδομικής ξυλείας και πρώτων υλών καθώς και στην πρόνοια των φτωχών και ασθενών κατοίκων της αστικής κοινότητας. Από την άλλη, όμως, αυτή η πληβειακή αντιπολίτευση ήταν, συχνά, το ίδιο εχθρική απέναντι στους ανθρώπους της υπαίθρου: προβάλλονταν αιτήματα για καταπολέμηση της αγροτικής βιοτεχνικής παραγωγής καθώς και για προνομιακή μεταχείριση των βιοτεχνών-κατοίκων της πόλης στις αστικές αγορές. Τα αιτήματα στα οποία η πληβειακή αντιπολίτευση των πόλεων και οι εξεγερμένοι αγρότες της υπαίθρου έβρισκαν τόπο συνάντησης ήταν συγκεκριμένα: Εχθρότητα προς τον κλήρο και την αριστοκρατία, απαιτήσεις για ένα μεταρρυθμισμένο και εγγυημένης αξίας νόμισμα, αιτήματα για ελάφρυνση των διαφόρων φορολογικών βαρών καθώς και για περιορισμό των ποικίλων αγγαρειών.

Στα αιτήματα της πληβειακής αντιπολίτευσης θα πρέπει να προστεθούν τα παράπονα που υπήρχαν στις περισσότερες πόλεις και τα οποία αφορούσαν τις απόπειρες κάποιων δημοτικών συμβουλίων να καθιερωθούν ως ανώτατες εξουσίες που θα διαμορφώνουν και θα υλοποιούν πολιτικές αποφάσεις, ανεξάρτητα από τη θέληση των πολιτών τους. Αυτές οι διαμαρτυρίες συχνά περιστρέφονταν γύρω από τη διατήρηση ή τη διεύρυνση συγκεκριμένων πολιτικών ελευθεριών, όπως η ελευθερία του συνέρχεσθαι καθώς και η απαλλαγή από αυθαίρετη σύλληψη και τιμωρία (σε κάποιες πόλεις, οι πολίτες που κατηγορούνταν για οτιδήποτε άλλο εκτός από έγκλημα πρώτου βαθμού μπορούσαν να παρουσιαστούν, απλώς, στο δικαστήριο χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να υποστούν, προηγουμένως, κράτηση). Συχνά, επίσης, τα αιτήματα της αστικής αντιπολίτευσης αφορούσαν ζητήματα διαχείρισης της εξουσίας στο πλαίσιο της αστικής κοινότητας: η διαφάνεια της κυβερνητικής διαχείρισης (με σκοπό να εμποδιστούν οι μυστικές πολιτικές και οικονομικές συμφωνίες), κάτι που θα εξασφαλιζόταν από έναν ετήσιο έλεγχο καθώς και την επιθεώρηση των βιβλίων του δημοτικού συμβουλίου, η κατάργηση της οικογενειοκρατίας και η εξάλειψη των πελατειακών σχέσων, η τακτική εναλλαγή προσώπων στα δημόσια αξιώματα και ο διορισμός ειδικών υπαλλήλων που θα διενεργούν επιθεωρήσεις και ελέγχους στο όνομα της αστικής κοινότητας.

Αν δει κανείς τα πράγματα από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, φαίνεται ότι πολλά από τα αιτήματα της αντιπολίτευσης των αστικών κοινοτήτων απηχούν επιθυμίες και επιδιώξεις ανάλογες μ' εκείνες των αγροτών. όμως, ας μην ξεχνάμε, ότι τα αιτήματα αυτά συχνά αφορούσαν μόνο τα μέλη της αστικής κοινότητας, δηλαδή, πολιτογραφημένους πολίτες. Κάτι τέτοιο σημαίνει ότι αποκλείονταν όλοι εκείνοι που δεν είχαν δικαίωμα ψήφου· και αυτοί δεν ήταν λίγοι: οι γυναίκες, οι ταξιδιώτες, οι υπηρέτες, οι μεροκαματιάρηδες και, φυσικά, οι περιθωριοποιημένοι και οι Εβραίοι. Οι πόλεις σίγουρα δεν ήταν, εκ προοιμίου, φιλικά διακείμενες προς τους αγρότες· πολλές από αυτές ήταν οι ίδιες φεουδάρχες και είχαν μεγάλο αριθμό αγροτικών κοινοτήτων υποτελείς, δουλοπάροικους και ακόμα αγροτικά εδάφη υπό τον έλεγχό τους. Οι ελίτ που βρίσκονταν στην κορυφή της αστικής κοινότητας ήταν συχνά κάτοχοι, συλλογικά ή ατομικά μικρή σημασία έχει, του φόρου της δεκάτης, τα δικαιώματα του οποίου είχαν εξαγοράσει από χρεοκοπημένους γαιοκτήμονες. Πράγματι, σαν αποτέλεσμα της θρησκευτικής μεταρρύθμισης και της κατάσχεσης εκκλησιαστικών γαιών, όλο και περισσότερο, οι δεκάτες συγκεντρώνονταν υπό τον έλεγχο των πόλεων. Το κοινό συμφέρον ανάμεσα σε πόλη και ύπαιθρο ήταν, συχνά, βασισμένο στην σκοπιμότητα της συγκυρίας και, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να στηρίξει παρά μόνο βραχύβιες και εύθραυστες συμμαχίες, συμμαχίες που, όπως ήδη φάνηκε, μικρό όφελος πρόσφεραν στους αγρότες μακροπρόθεσμα.

Ωστόσο, η εντύπωση που δίνεται από την όλη συζήτηση είναι ότι υπολανθάνει μια κάποια ειρωνεία στην Επανάσταση του 1525: ένας από τους παράγοντες που επηρέασε --αν όχι καθόρισε-- την επιτυχία ενός κινήματος που ονομάστηκε «Πόλεμος των Χωρικών» ήταν, σε πολλές κατά τόπους περιπτώσεις και ίσως στο σύνολο, η συμμετοχή των πόλεων στα γεγονότα της εξέγερσης. Στην πραγματικότητα δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι η Επανάσταση περιορίστηκε, ουσιαστικά, στις αστικοποιημένες περιοχές της Γερμανίας. Συγκλόνισε τις περιοχές όπου είχε αναπτυχθεί πιο έντονη οικονομική δραστηριότητα, εξειδίκευση της παραγωγής, τεχνική πρόοδος και η αγορά ήταν ήδη αρκετά διευρυμένη. Αυτή, άλλωστε, είναι μια επισήμανση που έχει γίνει εδώ και αρκετά χρόνια από τους ερευνητές που ασχολούνται με το θέμα. [62] Ωστόσο, οι επιπτώσεις αυτού του γεγονότος --του ότι, δηλαδή, η εξέγερση ήταν πάνω απ' όλα μια μορφή αντιμετώπισης των θεμελιακών αλλαγών που συντελούνταν στη δομή της γερμανικής οικονομίας, αλλαγών που έγιναν περισσότερο αισθητές στις αστικοποιημένες περιοχές-- δεν θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχουν μελετηθεί όσο ίσως θα τους άξιζε, με εξαίρεση, βέβαια, τους μαρξιστές ερευνητές. [63]

Όπως φάνηκε από τα όσα ειπώθηκαν μέχρι τώρα, μια σειρά από ενδιαφέρουσες ερμηνείες έχουν προταθεί προκειμένου να διερευνηθούν οι παράγοντες που ευνόησαν ή εμπόδισαν την κοινωνική και γεωγραφική επέκταση της επανάστασης του 1525. Έχουν προταθεί και χρησιμοποιηθεί κριτήρια οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά, νοοτροπιακά. Ωστόσο, το κριτήριο της εθνικότητας και η ανίχνευση των εθνικών διαφορών δεν έχουν ακόμη κερδίσει τη θέση που θα τους άξιζε ως ένας δρόμος προσέγγισης του ζητήματος.

Κατά τη γνώμη μας η επισήμανση του Friedrich Engels σύμφωνα με την οποία ο Πόλεμος των Χωρικών ήταν, ανάμεσα στ' άλλα, και μια πολύ σοβαρή «εθνική κρίση», αξίζει μεγαλύτερης προσοχής καθώς μπορεί να προσφέρει ενδιαφέρουσα απάντηση στο ερώτημα «γιατί η εξέγερση δεν επεκτάθηκε στο βορρά τόσο όσο και στο νότο;» Ο Engels με την παρατήρησή του αλλά και με άλλες διάσπαρτες αναφορές στο έργο του μας υπογράμμισε ότι τόσο η Μεταρρύθμιση όσο και ο Πόλεμος των Χωρικών σχετίζονται με ορισμένη φάση διαμόρφωσης του γερμανικού έθνους. Ωστόσο, γνωρίζουμε ότι οι διάφορες περιοχές του γερμανικού χώρου βρίσκονταν, σε τελείως διαφορετική κατάσταση από αυτή την άποψη. Οι βόρειες και, πριν απ' όλα οι βορειοανατολικές περιοχές ήταν, στην πραγματικότητα, περιοχές στρατιωτικής εποίκησης σχετικά πρόσφατα κατακτημένες από τους σλάβους. Στην περιοχή που βαθμιαία θα αποτελέσει την κατοπινή Πρωσία, στην Πομερανία και στη Σιλεσία το σλαβικό στοιχείο ήταν ακόμη ισχυρό και, καθόλου σπάνια, κυρίαρχο κατά την εποχή του Πολέμου των Χωρικών. Οι γερμανοί αγρότες που κατοικούσαν εδώ ήταν κυρίως μετανάστες από τα δυτικά, οι οποίοι ζούσαν σε συνθήκες στρατιωτικού εποικισμού. Οι συνθήκες αυτές και, ίσως, οι προσπάθειες δημιουργίας κινήτρων για μετανάστευση εμπόδισαν την εδραίωση της δουλοπαροικίας, η οποία δεν θα επικρατήσει εδώ απόλυτα παρά μόνο μετά το τέλος του Τριακονταετούς Πολέμου, στα 1648. Γενικότερα, φαίνεται ότι η κατάσταση των αγροτών στη βόρεια Γερμανία ήταν από πολλές απόψεις καλύτερη σε σχέση με αυτή των αγροτών του νότου. Πέρα απ' αυτό, εδώ τα προβλήματα εξέλιξης της φεουδαλικής κοινωνίας συναρθρώνονταν με τις πολιτικές επιπτώσεις των εθνικών και πολιτισμικών αντιθέσεων. Η περιοχή υπήρξε για πολλούς αιώνες θέατρο μιας σκληρής και επίμονης προσπάθειας εκγερμανισμού, η οποία σε πολλές περιπτώσεις βάδιζε χέρι-χέρι με την απόπειρα εξόντωσης του σλαβικού πληθυσμού. Δεν αποτελεί σύμπτωση και ασφαλώς χρήζει καλύτερης διερεύνησης το γεγονός ότι κατά την περίοδο του Πολέμου των Χωρικών, εξεγέρσεις ή παρόμοιες αναταραχές αναφέρονται στην Εσθονία, τη Λιβονία και τη Ζαμλάνδη, περιοχή όπου ο γερμανικός εποικισμός είχε πολύ μικρή έκταση κι επιτυχία. [64]

Πάντως, όπως κι αν έχει το πράγμα, η ουσία παραμένει η ίδια: η μη εξάπλωση του Πολέμου των Χωρικών στο γερμανικό βορρά υπήρξε ένα από τα αποφασιστικά αίτια της ήττας των εξεγερμένων.

7. Η καταστολή και οι επιπτώσεις της εξέγερσης

Αναφέρθηκε σε προηγούμενες σελίδες ότι ο εδαφικός κατακερματισμός ήταν ένας από τους παράγοντες που δημιούργησαν προβλήματα στην ενότητα δράσης των εξεγερμένων. Ωστόσο, ο ίδιος αυτός παράγοντας ήταν που δυσκόλεψε και την ενιαία αντίδραση των ηγεμόνων. Όταν η εξέγερση βρισκόταν στα πρώτα της βήματα, οι αρχές αποσκοπούσαν στην επίτευξη ενός διπλού στόχου: από τη μια πλευρά, τιμωρία των ενόχων και επαναφορά της τάξης και από την άλλη πλευρά, επανεξέταση των αιτημάτων των αγροτών και καλά υπολογισμένη ικανοποίηση ορισμένων από αυτά προκειμένου να αποφευχθεί μια νέα επανάσταση. Τελικά, την καταστολή της εξέγερσης ανέλαβαν οι ισχυρότεροι τοπικοί ηγεμόνες και η Ομοσπονδία της Σουαβίας, τα στρατεύματα των οποίων κατάφεραν να νικήσουν τις στρατιές των εξεγερμένων.

Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι οι αρχές δεν υποτίμησαν τη δύναμη της λαϊκής οργής και σαφώς είχαν πλήρη επίγνωση του κινδύνου αναζωπύρωσης της επανάστασης. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι πριν από τον Πόλεμο των Χωρικών, ο γερμανικός χώρος συγκλονιζόταν για παραπάνω από έναν αιώνα από αλλεπάλληλες εξεγέρσεις. Οι στρατιωτικές επιτυχίες των ηγεμόνων, λοιπόν, σε καμία περίπτωση δεν ολοκλήρωσαν το έργο της ειρήνευσης. Μετά την καταστολή της εξέγερσης, οι ηγεμόνες έλαβαν προληπτικά μέτρα και μέχρι τα 1527-8 είχαν συγκροτηθεί φρουρές σε πολλές επαρχίες, προκειμένου ν' αποφευχθεί μια ενδεχόμενη νέα εξέγερση. Επιπλέον, οι Αναβαπτιστές τέθηκαν υπό διωγμό καθώς θεωρήθηκαν ύποπτοι ως υποκινητές μιας νέας αναταραχής. [65] Για όσους επέζησαν και πιάστηκαν αιχμάλωτοι, η εκδίκηση των ηγεμόνων ήταν σκληρή. Ωστόσο, φαίνεται ότι δεν έγιναν μαζικές εκτελέσεις· πολλοί από τους βασικούς υποκινητές ήταν ήδη νεκροί και, εν πάση περιπτώσει, ένας νεκρός χωρικός δεν μπορούσε να καλλιεργήσει τη γη, να προσφέρει αγγαρείες ή να πληρώσει φόρους. Αντί, λοιπόν, για μια τέτοιου είδους τιμωρία, οι ηγεμόνες προτίμησαν να επιβάλλουν στους εξεγερμένους αστρονομικά πρόστιμα, τα οποία παρουσίασαν ως αποζημιώσεις για τις φθορές που είχαν υποστεί τα κάστρα τους καθώς και για τις λεηλασίες των περιουσιών τους. Μια τέτοια λύση, όπως σαρδόνια παρατηρεί ο Endres, έδωσε τη δυνατότητα στους ηγεμόνες να αντικαταστήσουν τους παλιούς, υγρούς και γεμάτους αρουραίους πύργους τους με άνετα, ευρύχωρα μέγαρα εξοπλισμένα με όλες τις ανέσεις της εποχής. [66] Το γεγονός ότι οι αγρότες κατάφεραν να πληρώσουν αυτά τα μεγάλα χρηματικά ποσά με φαινομενική ευκολία έχει εκληφθεί κάποιες φορές ως απόδειξη του ότι η οικονομική τους κατάσταση ήταν στην πραγματικότητα καλύτερη απ' ότι έχει υποτεθεί από κάποιους ερευνητές. Ωστόσο, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Tom Scott, [67] πριν αποδεχθούμε μια τέτοια ερμηνεία, θα πρέπει να γνωρίζουμε πολύ περισσότερα πράγματα σχετικά με τις δυνατότητες που είχαν οι χωρικοί να συγκεντρώσουν ρευστό χρήμα καθώς και για το μέρος της περιουσίας τους, το οποίο θα ήταν υποχρεωμένοι να πουλήσουν προκειμένου να συγκεντρώσουν τα χρήματα για τις αποζημιώσεις. [68]

Εν τω μεταξύ η Δίαιτα του Speyer, στα 1526, εξουσιοδότησε μια επιτροπή για να εξετάσει τα παράπονα των αγροτών και πιο συγκεκριμένα τα αγροτικά αιτήματα όπως αυτά είχαν διατυπωθεί στα Δώδεκα Άρθρα. Ασφαλώς, η επιτροπή ήταν αρνητικά διακείμενη προς τα παράπονα των εξεγερμένων· ωστόσο, ο φόβος μιας νέας αναταραχής έκανε τα μέλη της να εισηγηθούν διάφορες προτάσεις για τη βελτίωση της κατάστασης των αγροτών. Πάντως, η Δίαιτα δεν είχε τη δύναμη να υποχρεώσει τους πρίγκιπες και τους τοπικούς άρχοντες να αναλάβουν δράση· μπορούσε μόνο να προτείνει τη λήψη ορισμένων μέτρων. [69]

Έτσι, λοιπόν, όπως υποστηρίζει και ο Blickle, οι σημαντικότερες αλλαγές και οι συμβιβασμοί μεταξύ ηγεμόνων και εξεγερμένων επιτεύχθηκαν σε τοπικό επίπεδο. Στις διάφορες συμφωνίες που υπογράφτηκαν, στις υποχωρήσεις που έκαναν οι περιφερειακές Δίαιτες και στους νέους τοπικούς θεσμούς που δημιουργήθηκαν (Landesordnungen ), μπορούμε να δούμε ορισμένες προσπάθειες, αφ' ενός μεν, διαφύλαξης των νομικών δικαιωμάτων των υποτελών, αφ' ετέρου δε, ελάφρυνσης των μόνιμων οικονομικών τους βαρών. Δικαιώματα επικαρπίας και νομής που είχαν οι αγρότες πριν την εξέγερση τους αποδόθηκαν ξανά, οι επιπλέον αγγαρείες στις οποίες συνήθως υποχρεώνονταν περιορίστηκαν, οι νομικές διαδικασίες απλοποιήθηκαν. [70] Στο σημείο αυτό εντοπίζεται, χωρίς αμφιβολία, η πιο πειστική προσπάθεια του Blickle, να τροποποιήσει την παραδοσιακή ερμηνεία του Πολέμου των Χωρικών και των συνεπειών του, έτσι όπως αυτά είχαν συνοψιστεί στη θέση του Franz, σύμφωνα με την οποία για τους επόμενους τρεις αιώνες --και μέχρι την εποχή της Bauernbefreiung -- η γερμανική αγροτιά απουσίαζε εντελώς από την πολιτική σκηνή και τη «ζωή του έθνους». [71] Ο Blickle αναλύει διεξοδικά τη λειτουργία των τοπικών κοινών συνελεύσεων (Landschaften) στη νότια Γερμανία μέχρι και την εποχή των Ναπολεόντειων πολέμων. [72] Η ανάλυση του αποδεικνύει ότι οι χωρικοί δεν στερούνταν πολιτικής έκφρασης και ότι η κάθε τοπική ηγεμονία, παρά την αναμφισβήτητη ροπή της ηγεσίας της προς την απολυταρχία, λάμβανε υπόψη της τις θέσεις και τα συμφέροντα του απλού λαού, σε βαθμό κατά πολύ υψηλότερο απ' όσο έχει γίνει κοινά αποδεκτό από τους ερευνητές. [73]

Ο Winfried Schulze, [74] ο οποίος συμφωνεί σε γενικές γραμμές με την παραπάνω ερμηνεία του Blickle, αντιμετωπίζει αυτές τις προσπάθειες βελτίωσης της κατάστασης του λαού ως μέρος των γενικότερων προσπαθειών που είχαν κάνει οι ηγεμόνες --και πριν αλλά και μετά τον Πόλεμο των Χωρικών-- προκειμένου να εμπεδωθεί η πολιτική σταθερότητα στη Γερμανία. Επρόκειτο για μια πολιτική σταθερότητα που επιχειρήθηκε να εξασφαλιστεί στο επίπεδο του φεουδαλικού κράτους, το οποίο διαμόρφωνε μια συνολική πολιτική ελέγχου της σύγκρουσης, σχεδιασμένη κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποφεύγονται οι ανοικτές κρίσεις πολιτικής εξουσίας και να εξομαλύνεται ο δρόμος προς την εδραίωση της γραφειοκρατικής δίοικησης. Η έκρηξη και η ένταση του Πολέμου των Χωρικών αποδεικνύουν ότι η διαδικασία αυτή δεν είχε προχωρήσει ιδιαίτερα μέχρι και τις αρχές του 16ου αιώνα. Ωστόσο, όπως υποστηρίζει ο Schulze, την εποχή του Πολέμου των Χωρικών της Κάτω Αυστρίας, στα 1596-1597, η δυνατότητα εξουδετέρωσης της κοινωνικής διαμαρτυρίας είχε ενισχυθεί κατά πολύ. Η απόπειρα του Schulze να θέσει τις αγροτικές εξεγέρσεις σε αντίθεση προς το ευρύτερο πολιτικό τους υπόβαθρο και να εξετάσει αυτή τη σχέση είναι, αναμφισβήτητα, ενδιαφέρουσα, παρά το ότι έχουν διατυπωθεί κάποιες επιφυλάξεις που εντοπίζονται στο ότι η έννοια του Konfliktbewaltigung, την οποία χρησιμοποιεί ο Schulze, είναι ίσως υπερβολικά μοντέρνα και υπερβολικά ορθολογιστική για να περιγράψει και να ερμηνεύσει τις δραστηριότητες του πριγκιπάτου του 16ου αιώνα. [75]

Φαίνεται, λοιπόν, πώς θα ήταν λάθος να υποθέσουμε ότι οι χωρικοί μετά την καταστολή της εξέγερσης περιορίστηκαν σε μια κατάσταση βουβής υποταγής και συμβιβασμού. Παρά το ότι δεν υπήρξε ξανά μια σύγκρουση τέτοιας κλίμακας, τοπικές εξεγέρσεις συνέχισαν να ξεσπούν σε πολλές περιοχές της Αυτοκρατορίας καθ' όλη τη διάρκεια του 16ου αιώνα αλλά και αργότερα. Ίσως μάλιστα να αντικατοπτρίζει πολύ πιστά την πραγματικότητα η επισήμανση του Scott, σύμφωνα με την οποία "για μερικούς χωρικούς, τελικά, το 1525 δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα επεισόδιο ενός μακραίωνου αγώνα για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων και της ανεξαρτησίας τους ενάντια στις καταπατήσεις των ηγεμόνων". [76]

Οι κοινωνικές, οικονομικές και δημογραφικές επιπτώσεις του Πολέμου των Χωρικών, είναι δυσκολότερο να αποτιμηθούν. Ο Thomas Klein επιχείρησε κάτι τέτοιο σε μια ενδιαφέρουσα, τολμηρά εικονοκλαστική αλλά όχι ιδιαίτερα πειστική ως προς όλα τα σημεία της μελέτη. [77] Κεντρική θέση στις επεξεργασίες του Klein κατέχει η εκτίμηση ότι οι συνέπειες του Πολέμου των Χωρικών ήταν αξιοπρόσεκτα αμυδρές: η δομή της αγροτικής οικονομίας και κοινωνίας παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό αναλλοίωτη· οι πληθυσμιακές απώλειες γρήγορα επανορθώθηκαν· ακόμη και η επιρροή της εξέγερσης στη λαϊκή συνείδηση ήταν περιορισμένη.

Αν και θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει κάποια ίχνη αλήθειας στις διαπιστώσεις του Klein, τα συμπεράσματά του με μεγάλη δυσκολία μπορούν να βρουν επαρκή τεκμηρίωση και άρα να γίνουν πειστικά. Πρώτα απ' όλα ο Klein φαίνεται να αγνοεί σε μεγάλο βαθμό τον συνεχή μετασχηματισμό της γερμανικής αγροτικής οικονομίας, έναν μετασχηματισμό του οποίου ο Πόλεμος δεν ήταν παρά μόνο η πιο βίαιη εκδήλωση. [78] Ακόμη, υποτιμά, αναμφισβήτητα, τη στενή σύνδεση που υπήρχε ανάμεσα στην εξέγερση των ετών 1524-1526 και το κίνημα των Αναβαπτιστών, ειδικά σε ορισμένες περιοχές. Άλλωστε, το ότι, αμέσως μετά την καταστολή της εξέγερσης, οι Αναβαπτιστές αναγορεύθηκαν σε νούμερο ένα κίνδυνο για τις αρχές και καταδιώχθηκαν ανηλεώς δεν φαίνεται να αποτελεί σύμπτωση. [79] Επιπλέον, ο Klein δεν συζητά τις επιπτώσεις του Πολέμου των Χωρικών σε μεταγενέστερες εξεγέρσεις, παρά το γεγονός ότι ήταν σημαντικές.

8. Επίλογος

Σε αντίθεση με τα συμπεράσματα του Klein, η Επανάσταση του 1525 ή αλλιώς ο Πόλεμος των Χωρικών, παρά το ότι δεν κατόρθωσε να προκαλέσει μια αποφασιστική ρήξη, ήταν σίγουρα μια σοβαρή κρίση στους κόλπους της γερμανικής κοινωνίας του ύστερου Μεσαίωνα και άφησε ανεξίτηλα σημάδια στη γερμανική συνείδηση για πολλούς αιώνες μετά. Ο ερευνητής του σήμερα επιδιώκει να γνωρίσει και να καταλάβει τους ανθρώπους και τις πραγματικότητες που εξετάζει. Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να είναι τόσο εύπιστος ώστε να παίρνει τοις μετρητοίς όλες τις αυταπάτες που είχε μια εποχή για τον εαυτό της ή που είχαν γι' αυτή την εποχή οι ιδεολόγοι της. Από την άλλη πλευρά, ο μελετητής πρέπει να έχει επίγνωση του ότι η πραγματοποίηση ξεκάθαρων τομών και η διατύπωση «τελικών» συμπερασμάτων για μια κοινωνία σαν κι αυτή της Γερμανίας του ύστερου Μεσαίωνα είναι εγχειρήματα επικίνδυνα.

Τα όσα ξέρουμε για τους ανθρώπους που εξεγέρθηκαν στα 1525 μας επιτρέπουν να πιστεύουμε ότι μπορούν να ενταχθούν σε μια λεπτή, κάθε άλλο παρά ευθύγραμμη αλλά πάντως σαφέστατη γραμμή ανάπτυξης, η οποία φθάνει ως εμάς: Μπορούμε να πούμε ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν πρόγονοι μας. Τα όσα δεν ξέρουμε, τα όσα καταστράφηκαν ή απλώς χάθηκαν, μας θυμίζουν ότι οφείλουμε να λάβουμε υπόψη μας έναν ιστορικό ακρωτηριασμό· έναν ακρωτηριασμό του οποίου θύμα θα ήταν, παρ' ολίγον, το ίδιο το θέμα μας στο σύνολό του· έναν ακρωτηριασμό του οποίου θύματα, κατά μια έννοια, είμαστε εμείς οι ίδιοι. Τέλος, τόσο τα όσα ξέρουμε όσο και τα όσα δεν ξέρουμε έρχονται να υπογραμμίσουν για μια ακόμη φορά την αλήθεια της υπόμνησης ότι «μονάχα στη λυτρωμένη ανθρωπότητα μπορεί ν' ανήκει ολότελα το παρελθόν της».


[1] Tom Scott, «Reformation and Peasants' War in Waldshut and environs: a structural analysis», Archiv fur Reformationsgeschichte, LXIX (1978), σ. 82-102, LXX (1979), σ. 80-100.

[2] Rublack σε Bernd Moeller, "Frommigkeit in Deutschland um 1500", Archiv fur Reformationsgeschichte, LVI (1965), σ. 5-30. [Απόδοση στα αγγλικά στο Steven E. Ozment (επιμ.), The Reformation in medieval perspective, Σικάγο, 1971 ως «Piety in Germany around 1500», σ. 50-75] σ. 58-68, ειδικότερα σ. 64 κ. ε καθώς και Rublack, <Π>Archiv fur Reformationsgeschichte<Π>, LXVII (1976), σ. 76-100.

[3] Rublack, <Π>Archiv fur Reformationsgeschichte<Π>, LXVII (1976), σ. 96-9.

[4] Scott, «The Peasants' War: A Historiographical Review», The Historical Journal, [22, 3 (1979), σ. 693-720 (Μέρος Ι) και 22, 4 (1979), σ. 953-974 (Μέρος ΙΙ)], Μέρος ΙΙ, σ. 954

[5] Scott, ό. π., Μέρος ΙΙ, σ. 954.

[6] Christian Greiner, «Die Politik des Schwabischen Bundes wahrend des Bauernkrieges 1524-1525 bis zum Vertrag von Weingarten», Zeitschift des historischen Vereins fur Schwaben<Π>, LXVIII (1974), σ. 7-94.

[7] Bucking σε Hans-Ulrich Wehler (ed.), Der deutsche Bauernkrieg 1524-1526, Geschichte und Gesellschaft: Zeitschrift fur historische Sozialwissenschaft, Sonderheft I, Gottingen, 1975, ό. π., σ. 188 κ. ε.

[8] Bucking σε Wehler, ό. π., σ. 189.

[9] Bucking σε Wehler, ό. π., σ. 190.

[10] Ο Scott εκτίμησε ότι η εμμονή του Bucking στη χρονολόγηση κόστισε στο περιεχόμενο της μελέτης, Scott, ό. π., Μέρος ΙΙ, σ. 955.

[11] Rublack, <Π>Archiv fur Reformationsgeschichte<Π>, LXVII (1976), σ. 82-94.

[12] Peter Blickle, «Die Funktion der Landtage im "Bauernkrieg"», <Π>Historische Zeitschrift<Π>, CCXXI (1975), σ. 1-17 και ειδικότερα, σ. 16.

[13] Siegfried Hoyer, <Π>Das Militarwesen im deutschen Bauernkrieg 1524-1526<Π>, Militar historische Studien, XVI, Νέα Σειρά, Βερολίνο, 1975. Ενδιαφέρον, επίσης, παρουσιάζουν δύο μελέτες που αναφέρονται στην οργανωτική επιρροή και λειτουργία των μουσικών οργάνων και των κωδωνοκρουσιών: βοηθούσαν στη συγκέντρωση του στρατεύματος, εκφόβιζαν τον αντίπαλο, ανέβαζαν το ηθικό και κρατούσαν το ρυθμό κατά τις πορείες. Βλ. σχετικά, Erich Stockmann, «Trommeln und Pfeifen im deutschen Bauernkrieg» στο Hermann Strobach (επιμ.), Der armeMan 1525: Volkskundliche Studien, Veroffentlichungen zur Volkskunde und Kulturgeschichte, Ακαδημία Επιστημών της ΛΔΓ, Κεντρικό Ινστιτούτο Ιστορίας, LIX, Ανατολικό Βερολίνο,1975, σ. 288-308 καθώς και Doris Stockmann, «Der Kampf um die Glocken im deutschen Bauernkrieg» στο Hermann Strobach (επιμ.), ό. π., σ. 309-40.

[14] Bucking σε Wehler, ό. π., σ. 181-4.

[15] Blickle, <Π>Die Revolution von 1525<Π>, Μόναχο-Βιέννη, ό. π., 1975, σ. 174-7. Το γεγονός ότι οι αγρότες και οι ανθρακωρύχοι δεν κατάφεραν τελικά να συγκροτήσουν ένα κοινό μέτωπο θέτει υπό αμφισβήτηση τις επηρεασμένες από τα δόγματα του σοβιετικού μαρξισμού μελέτες ανατολικογερμανών ιστορικών της δεκαετίας του '60 στις οποίες εμφανής είναι η τάση να θεωρηθεί αυτονόητη και σχεδόν δεδομένη η ύπαρξη ενός ιδεολογικού δεσμού μεταξύ όλων των πληβειακών ομάδων στον ταξικό αγώνα τους ενάντια στους εκμεταλλευτές τους. Βλ., σχετικά, Manfred Bensing, ThomasMuntzer und der Thuringen Aufstand 1525, Leipziger Ubersetzung und Abhandlungen zum Mittelalter, Reihe B III, Ανατολικό Βερολίνο, 1966, σ. 182.

[16] Ae. o? aoeeU, Adolf Laube, «Bergarbeiter», Ingrid Mittenzwei, <?>Der Joachimsthaler Aufstand 1525: Seine Ursachen und Folgen<?>, Deutsche Akademie der Wissenschaften zu Berlin, Schriften des Instituts fur Geschichte, Reihe 3, VI, Aiaoieeeu Aanie? ii, 1968, Horst Carlowitz, «Die revolutionare Bewegung der Bergleute in den Silberstadten Annaberg, Marienberg und Geyer wahrend des Bauernaufstandes 1525», <?>Sachsische Heimatsblatter<?>, XVI (1970). ? Uiouo oi Ynai ? io eauna? oae eae a? iae eaiaee? aioo ociao? ao aea oi ?? ocia a? iae c iaaUec iaeYoc oio Adolf Laube, <?>Studien uber den erzgebirgischen Silberbergbau...<?>, Forschungen zur mittelalterlichen Geschichte, XXII, Ανατολικό Βερολίνο,1974.

[17] Adolf Laube, «Zum Problem des Bundnisses von Bergarbeitern und Bauern im Deutschen Bauernkrieg» στο Der Bauer im Klassenkampf, ό. π., καθώς και Endres σε Blickle, Revolte und Revolution in Europa, Historische Zeitschrift, Beiheft 4 (Neue Folge), Μόναχο 1975.

[18] Laube, ό.π., σ. 91 κ. ε. καθώς και Endres, ό. π., σ. 166-7.

[19] Βλ. σχετικά, Adolf Laube, «Bergarbeiter», σ. 98 και, του ίδιου, Studien uber den erzgebirgischen Silberbergbau..., ό. π. 182-267.

[20] Laube, "Bergarbeiter", σ. 107. Ειδικότερα για το ζήτημα της έλλειψης αλληλεγγύης, βλ., σ. 105-6. Ενδιαφέρον, επίσης, παρουσιάζει η επισήμανση του Helmut Wilsdorf, σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει κανένα στοιχείο ή μαρτυρία που να δείχνει ότι οι αγρότες προσέτρεξαν σε βοήθεια των ανθρακωρύχων κατά τη διάρκεια της περιόδου της μεγάλης εργατικής αναταραχής, ανάμεσα στα 1450 και τα 1526, καθώς και ότι οι εργάτες των ορυχείων μόνο ευκαιριακά ήλθαν σε βοήθεια των αγροτών. Βλ. σχετικά, Helmut Wilsdorf, «Kulturelle Entwicklungen im Montanbereich wahrend der Zeit der fruhburgerlichen Revolution» στο Strobach, ό. π., σ. 108-9. Ειδικότερα για την περιοχή του Τιρόλου, Adolf Laube, «Der Aufstand der Schwazer Bergarbeiter 1525 und ihre Haltung im Tiroler Bauernkrieg», Jahrbuch fur Geschichte des Feudalismus, II (1978), σ. 225-58. Επιπλέον, Laube, «Einige Bemerkungen zur Bundnisfrage in den Bauernbewegungen vor und wahrend der fruhburgerlichen Revolution in Deutschland» στο G. Heckenart (επιμ.), Aus der Geschichte der ostmitteleuropaischen Bauernbewegungen im 16. und 17. Jahrhundert, Βουδαπέστη, 1977, σ. 359.

[21] Scott, The Historical Journal, Μέρος ΙΙ, σ. 965.

[22] Blickle, Die Revolution von 1525, Μόναχο και Βιέννη, 1975, σ. 172-3.

[23] Blickle, ό. π., σ.174.

[24] Blickle, ό. π., σ.156-64.

[25] Blickle, ό. π., σ. 165-9.

[26] Blickle, ό. π., σ.169-71.

[27] Scott, A Historiographical Reniew, Μέρος ΙΙ, σ. 957 ε.

[28] Scott, A Historiographical Reniew, Μέρος ΙΙ, σ. 957.

[29] Scott, A Historiographical Reniew, Μέρος ΙΙ, σ. 957-8.

[30] Βλ. σχετικά, Heinz Stoob, «Minderstadte: Formen der Stadtentstehung im Spatmittelalter» στο, του ίδιου, Forschungen zum Stadtewesen in Europa, I, Κολονία-Βιέννη,1970, σ. 225-45.

[31] Παράλληλα προς την επιχειρηματολογία του Blickle, αξίζει να μελετηθεί η θέση του Bucking, σύμφωνα με την οποία, οι μεγάλες πόλεις (Κωνσταντία, Ζάλτσμπουργκ, Φράιμπουργκ), όσο περισσότερο κοινωνικά διαφοροποιημένες και τεχνολογικά προοδευμένες ήταν, τόσο πιο επιθετική και ανταγωνιστική στάση κράτησαν απέναντι στους αγρότες. Bucking σε Wehler, ό. π., σ. 173.

[32] Erich Maschke και Jurgen Sydow (επιμ.), Stadt und Umland: Protokoll der X. Arbeitstagung des Arbeitskreises fur sudwestdeutsche Stadtgeschichtsforschung 1971 in Calw, Veroffentlichungen der Kommission fur geschichtliche Landeskunde in Baden-Wurttemberg, Reihe B, LXXXII, Στουτγκάρδη,1974. Επίσης, για το ίδιο ζήτημα, Gunther Franz, «Das Verhaltnis von Stadt und Land zwischen Bauernkrieg und Bauernbefreiung», Studium Generale, XVI, 1963, σ. 558-64 καθώς και David M. Nicholas, Town and countryside: social, economic and political tensions in fourteenth-century Flanders, Brugge 1971.

[33] Rolf Kiessling, «Stadt-Land Beziehungen im Spatmittelalter: Uberlegungen zur Problemstellung und Methode anhand neuerer Arbeiten vorwiegend zu suddeutschen Beispielen», Zeitschrift fur bayerische Landesgeschichte<Π>, XL (1977), σ. 829-67. Σ' αυτή την κατά τα άλλα αξιόλογη μελέτη, ο Kiessling εξετάζει το θέμα σχεδόν αποκλειστικά από τη σκοπιά της πόλης. Σίγουρα, έχει δίκιο όταν υποστηρίζει ότι η έμφαση που δίνουν οι γεωγράφοι στην τάση παραμονής των ανθρώπων στο κέντρο αδυνατεί, ιστορικά, να συλλάβει τη συνθετότητα των σχέσεων πόλης-υπαίθρου κατά το Μεσαίωνα (αγνοεί, για παράδειγμα, την επιρροή των κυριαρχικών δικαιωμάτων και αρμοδιοτήτων των ηγεμόνων). Ωστόσο, ο ισχυρισμός του ότι μια ιεράρχηση των κέντρων προσδιοριζόμενη από τη λειτουργική τους σημασία, είναι ένα εξαιρετικά στατικό μοντέλο, παραβλέπει τη δυναμική της εσωτερικής αλλαγής που ενυπάρχει στην καρδιά της πρωτοποριακής μεθόδου του Walter Christaller, Die zentralen Orte in Suddeutschland, Darmstadt (ανατύπωση), 1968.

[34] Tom Scott, «Bemerkungen zum Begriff "gemeiner Mann": Das Stadt-Land-Verhaltnis zur Zeit des Bauernkrieges» στο Die Bauernkriege und Michael Gaismair: Protokoll des internationalen Symposions vom 15. bis 19. November 1976 in Innsbruck-Vill, Innsbruck, 1979. Επίσης, Tom Scott, «The Peasants' War: A Historiographical Review», The Historical Journal, Μέρος ΙΙ, σ. 958 καθώς και Jan de Vries, The Dutch rural economy in the golden age, New Haven και Λονδίνο, 1974.

[35] Ο Blaschke, αν και κυρίως δίνει έμφαση στις επιπτώσεις της ανάπτυξης του πρώιμου καπιταλισμού, αναφέρεται διεξοδικά και σε τέτοιου είδους συγκρούσεις που είχαν εμφανιστεί στην περιοχή της Σαξονίας. Βλ. σχετικά, Karl-Heinz Blaschke, Bevolkerungsgeschichte von Sachsen bis zur Industriellen Revolution, Βαϊμάρη, 1967, σ. 160-1. Η επιχειρηματολογία του Blaschke και όλων εκείνων των ερευνητών που αναγνωρίζουν τις αντιθέσεις πόλης-υπαίθρου έρχεται σε αντιπαράθεση με την ανάλυση του Heiko Oberman, ο οποίος, ούτε λίγο ούτε πολύ, υποστηρίζει ότι όχι μόνο δεν υπήρχαν συγκρούσεις αλλά υπήρχε και αγαστή συνεργασία καθώς, όπως ισχυρίζεται, οι αγορές των πόλεων λειτουργούσαν σαν χώροι πώλησης των προϊόντων που παράγονταν στην ύπαιθρο. Βλ. σχετικά Oberman σε Oberman, ό. π., σ. 157, υποσημείωση 1 καθώς και Oberman, Harvard Theological Review, LXIX, 1-2 (1976), σ. 103, υποσημείωση 1. Ωστόσο, εκείνο που παραλείπει να σημειώσει ο Oberman είναι ότι οι χωρικοί πολύ συχνά εξέφραζαν τα παράπονά τους για τις άθλιες πρακτικές που συναντούσαν στις αστικές αγορές όπου προσπαθούσαν να τους εξαπατήσουν και τους αντιμετώπιζαν σαν άξεστους χωριάτες. Βλ. σχετικά, Scott, The Historical Journal, Μέρος ΙΙ, σ. 959, υποσημείωση 168.

[36] Karl-Heinz Blaschke, Bevolkerungsgeschichte von Sachsen bis zur Industriellen Revolution, Βαϊμάρη, 1967, σ. 161, Tom Scott, «Reformation and Peasants' War in Waldshut and environs: a structural analysis», <Π>Archiv fur Reformationsgeschichte<Π>, LXIX (1978), κεφάλαιο VI, του ίδιου, «Bemerkungen zum Begriff. ..», όπ. π., του ίδιου, Relations between Freiburg im Breisgau and the surrounding countryside in the age of South-West German agrarian unrest before the Peasants' War, circa 1450-1520, Διδακτορική διατριβή, University of Cambridge, σ. 112-18 και τέλος, του ίδιου, «The Peasants' War: A Historiographical Review», The Historical Journal, Μέρος ΙΙ, σ. 959. Αν και οι γραπτές μαρτυρίες τέτοιου είδους για την περίοδο μέχρι και το 1525 είναι μάλλον σπάνιες, στο τελευταίο άρθρο του Scott παρέχεται μια αρκετά κατατοπιστική ενημέρωση. Βλ. όπ. Π. σ. 959, υποσημείωση 169.

[37] Blickle, Die Revolution von 1525, ό. π., σ. 157.

[38] Blickle, Die Revolution von 1525, ό. π., σ. 165, 167.

[39] Όπως έχει φανεί μέχρι τώρα καθαρά, τέτοιο προσανατολισμό έχει η προσέγγιση του Tom Scott. Βλ. Scott, The Historical Journal, Μέρος ΙΙ, σ. 959-60.

[40] Buck, Containment of civil insurrection, ό. π., σ. 178. Πάντως, η ανάλυση του Buck είναι κάπως ασαφής και γενικόλογη. Αναφέρεται σε «μια "ομάδα" εξεγερμένων της πόλης... η οποία αντιμετώπιζε με συμπάθεια το σκοπό των αγροτών» και «τα μέλη της... περιελάμβαναν μαθητευόμενους τεχνίτες, μεροκαματιάρηδες και ριζοσπάστες τυπογράφους». Ωστόσο, δεν εξετάζει διεξοδικά το μέγεθος αυτής της ομάδας, το σχηματισμό της, τους βασικούς σκοπούς της ή ακόμη περισσότερο τις διασυνδέσεις της με την αγροτιά.

[41] Scott, The Historical Journal, Μέρος ΙΙ, σ. 960.

[42] Scott, όπ. π.σ. 960.

[43] Η μόνη πρόσβαση που είχαμε στις μελέτες του Rott ήταν μέσω του βιβλιογραφικού άρθρου του Tom Scott, όπ. π., σ. 960.

[44] Heinrich Schrieber (επιμ.), Der deutsche Bauernkrieg: Gleichzeitige Urkunden, Urkundenbuch der Stadt Freiburg im Breisgau, Neue Folge, Freiburg, 1863-1866, μέρος ΙΙ, σ. 22-24, ν. CLX. Αναφέρεται στο Scott, The Historical Journal, Μέρος ΙΙ, σ. 960, υποσημείωση 176.

[45] Rudolf Endres, «Zunfte und Unterschichten als Elemente der Instabilitat in den Stadten» στο Blickle, <Π>Revolte und Revolution in Europa<Π>, ό. π., σ. 169-70.

[46] Oberman (επιμ.), Bauernkriegs-Studien, ό. π., σ. 162 κ. ε. Επίσης, του ίδιου, Harvard Theological Review, LXIX, 1-2 (1976), σ. 109 κ. ε.

[47] Ο Oberman φαίνεται να μην λαμβάνει καθόλου υπόψη του μια τέτοια επισήμανση. Βλ., Oberman (επιμ.), Bauernkriegs-Studien, ό. π., υποσημείωση 23.

[48] Tom Scott, Relations between Freiburg im Breisgau and the surrounding countryside in the age of South-West German agrarian unrest before the Peasants' War, circa 1450-1520, Διδακτορική διατριβή, University of Cambridge, σ. 467-505.

[49] Tom Scott, «Reformation and Peasants' War in Waldshut and environs: a structural analysis», <Π>Archiv fur Reformationsgeschichte<Π>, LXIX (1978), σ. 82-102.

[50] Karl Czok, «Bauernkriegsereignisse im Leipziger Land», Jahrbuch fur Regionalgeschichte<Π>, V (1975), σ. 9-34. Η μελέτη του Czok είναι γραμμένη από τη μαρξική σκοπιά και δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο ρόλο που παίζει η επαναστατική ιδεολογία στη γέννηση της κοινωνικής διαμαρτυρίας. Βλ., επίσης, του ίδιου, «Zur sozialokonomischen Struktur und politischen Rolle der Vorstadte in Sachsen und Thuringen im Zeitalter der deutschen fruhburgerlichen Revolution», Wissenschaftliche Zeitschrift der Karl-Marx Universitat Leipzig, XXIV (1975), σ. 53-68.

[51] Helmut Brauer, «Zu den Februarereignissen 1524 in Chemnitz", Jahrbuch fur Regionalgeschichte<Π>, V (1975), σ. 35-51. Ο Brauer αποδίδει (ό. π., 50) την έλλειψη ενεργούς αλληλεγγύης μεταξύ της πόλης και της υπαίθρου στην απουσία ενός ικανού και δημοφιλούς ιδεολόγου με μεγάλη επιρροή, π.χ. ενός ριζοσπάστη ιεροκήρυκα.

[52] Tom Scott, The Historical Journal, Μέρος ΙΙ, σ. 962.

[53] Wunder σε Wehler, ό. π., σ. 35, Bucking σε Wehler, ό. π., σ. 185, Sabean, Zeitschrift fur Agrargeschichte und Agrarsoziologie, XXIV (1976), σ. 222. Ο Press υποστηρίζει ότι θα πρέπει να γίνει ακόμη καλύτερη ανάλυση των σχέσεων πόλης-υπαίθρου υπό το πρίσμα της διάδοσης των μεταρρυθμιστικών ιδεών και της ανάπτυξης της κοινωνικής διαμαρτυρίας. Βλ σχετικά, Press, Nassauische Annalen, LXXXVI (1975), σ. 175.

[54] Buck, Containment of civil insurrection, ό. π.. Επίσης, Gunther Vogler, «Ein Vorspiel des deutschen Bauernkrieges im Nurnberger Landgebit 1524» στο Gerhard Heitz, Adolf Laube, Max Steinmetz και Gunther Vogler (επιμ.), Der Bauer im Klassenkampf: Studien zur Geschichte des deutschen Bauernkrieges und der bauerlichen Klassenkampfe im Spatfeudalismus, Ανατολικό Βερολίνο, 1975, σ. 49-81.

[55] Scott, The Historical Journal, Μέρος ΙΙ, σ. 963.

[56] Buszello, Der deutsche Bauernkrieg von 1525..., ό. π., σ. 133-4 καθώς και Blickle, Die Revolution von 1525, ό. π., σ. 152 κ. ε.

[57] Blickle, <Π>Die Revolution von 1525<Π>, ό. π., σ. 175, Franz, Bauernkrieg, ό. π., σ. 171-2.

[58] Ουσιαστικά, τέτοιου είδους μελέτες έχουν αρχίσει να εκπονούνται από τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Βλ. σχετικά, Endres σε Blickle, ό. π., σ. 151-70, Buck, ό. π., καθώς και Thomas A. Brady Jr., Ruling class, regime and Reformation atStrasbourg 1520-1555, Studies in Medieval and Reformation Thought, XXII, Leiden, 1978. Πλούσια βιβλιογραφία για το ζήτημα των σχέσεων πόλης-υπαίθρου κατά τον ύστερο Μεσαίωνα παρέχεται στη μελέτη του Rolf Kiessling στην οποία αναφερθήκαμε και παραπάνω. Βλ., Rolf Kiessling, «Stadt-Land Beziehungen im Spatmittelalter: Uberlegungen zur Problemstellung und Methode anhand neuerer Arbeiten vorwiegend zu suddeutschen Beispielen, Zeitschrift fur bayerische Landesgeschichte<Π>, XL (1977), σ. 829-67.

[59] Otthein Ramstedt, "Stadtunruhen 1525" στο Wehler, ό. π., σ. 239-6, ειδικότερα, σ. 271.

[60] Endres σε Blickle, <Π>Revolte und Revolution in Europa<Π>, ό. π., σ. 168-9.

[61] Wolf-Heino Struck, Der Bauernkrieg am Mittelrhein und in Hessen: Darstellung und Quellen. Veroffentlichungen der Historischen Kommission fur Nassau, XXI, Wiesbaden, 1975, σ. 76 κ. ε.

[62] Βλ., π.χ., Huppertz, Raume und Schichten, 240 κ. ε.

[63] Ο ρόλος που έπαιξε η διεύρυνση της αγοράς έχει υπογραμμιστεί, επίσης, από τον David Sabean 1976, 223. Βλ. επίσης τις καυστικές παρατηρήσεις του Stalnaker στο Wehler, σ. 44 κ. ε.

[64] Ο Wilhelm Zimmermann, στην πρώϊμη μελέτη του για τον Πόλεμο των Χωρικών, κάνει λόγο για τις περιοχές «όπου ο Πρώσος γειτονεύει με τον Πολωνό ή τον Μαζούρο και η Βαλτική γλείφει τη γερμανική αμμουδιά». Έτσι, αν και πουθενά δεν κάνει λόγο για εθνική καταπίεση, δείχνει να αντιλαμβάνεται την ιδιαίτερη σημασία του εθνικού προβλήματος.

[65] Thomas F. Sea, «Schwabischer Bund und Bauernkrieg: Bestrafung und Pazifikation» στο Wehler, ό. π., σ. 129-67 και ειδικότερα, σ. 136 κ. ε.

[66] Endres σε Wohlfeil, ό.π., σ. 110. Για το γενικότερο θέμα των επανορθώσεων, βλ., Thomas F. Sea, «The economic impact of the German Peasants' War: the question of reparations», Sixteenth-century Journal, VIII, 3 (1977), σ. 75-97.

[67] Scott, The Historical Journal, Μέρος ΙΙ, σ. 968.

[68] Βλ., Manfred Straube, «Uber Getreidehandel und bauerliche Strafgelder 1525/26 in den kursachsischen Amtern Altenburg und Borna», Jahrbuch fur Regionalgeschichte<Π>, V (1975), σ. 92-109. Ο Straube επισημαίνει τη σημαντική αύξηση που σημειώθηκε στις εξαγωγές καλαμποκιού μετά το 1525. Από αυτό το γεγονός συμπεραίνει (ό. π., σ. 99-100) ότι οι αγρότες που παρήγαγαν για την αγορά συγκέντρωναν, κατ' αυτό τον τρόπο, ρευστό χρήμα από τις πωλήσεις καλαμποκιού προκειμένου να πληρώσουν τις αποζημιώσεις που τους είχαν επιβάλλει οι ηγεμόνες.

[69] Blickle, <Π>Die Revolution von 1525<Π>, ό. π., σ. 217-23. Επίσης, Gunther Vogler, «Der deutsche Bauernkrieg und die Verhandlungen des Reichstages zu Speyer 1526», Zeitschrift fur Geschichtswissenschaft, XXIII (1975), 1396-410.

[70] Blickle, <Π>Die Revolution von 1525<Π>, ό. π., σ. 224-40, του ίδιου, «Die politische Entmundigung des Bauern: Kritik und Revision einer These», στο, του ίδιου, <Π>Revolte und Revolution in Europa<Π>, ό. π., σ. 298-312.

[71] Franz, Bauernkieg, ό. π., σ. 229.

[72] Blickle, Landschaften im Alten Reich: <Π>Die staatliche Funktion des gemeinen Mannes in Oberdeutschland, Μόναχο, 1973.

[73] Σχετικά μ' αυτή την προσέγγιση του Blickle, βλέπε τις κριτικές παρατηρήσεις που διατυπώνονται στο Volker Press, «Herrschaft, Landschaft und "Gemeiner Mann" in Oberdeutschland vom 15. bis zum fruhen 19. Jahrhundert», Zeitschrift fur die Geschichte des Oberrheins, CXXIII (1975), σ. 181 κ. ε. Ο Jurgen Bucking (Bucking σε Wehler, ό. π., σ. 191-2) έχει διατυπώσει την ακραία θέση ότι το 80-90% της αγροτιάς ήταν αποπολιτικοποιημένο. Έτσι λοιπόν, κατά την εκτίμησή του, ο θρίαμβος του ενιαίου εδαφικά κράτους θεμελιώθηκε στον γραφειοκρατικό συγκεντρωτισμό. Κατά την εκτίμηση του Tom Scott (The Historical Journal, Μέρος ΙΙ, σ. 969, υποσημείωση 223) μια τέτοια άποψη είναι τόσο εξτρεμιστική ώστε δεν μπορεί να βρει εφαρμογή ούτε στα μοναρχικά εδάφη των Αψβούργων στην Αυστρία.

[74] Winfried Schulze, «Die veranderte Bedeutung sozialer Konflikte im 16. und 17. Jahrhundert» στο Wehler, ό. π., σ. 277-302.

[75] Scott, The Historical Journal, Μέρος ΙΙ, σ. 969.

[76] Scott, The Historical Journal, Μέρος ΙΙ, σ. 969. Ο Scott, προκειμένου να τεκμηριώσει το σχόλιο του, αναφέρεται συγκεκριμένα στον αγώνα των λιθοξόων του Μέλανα Δρυμού ενάντια στο αβαείο του Αγίου Βλασίου, έναν αγώνα που διήρκεσε από τα μέσα του 14ου αιώνα μέχρι και την αποκαλούμενη εξέγερση του Saltpeter, η οποία εκδηλώθηκε στις πρώτες δεκαετίες του 18ου αιώνα. Βλ., σχετικά, Karl Friedrich Wernet, «Die Grafschaft Hauenstein» στο Friedrich Metz (επιμ.), Vorderosterreich: Eine geschichtliche Landeskunde, β' έκδοση, Φράϊμπουργκ, 1967, σ. 458 κ. ε.

[77] Thomas Klein, «Die Folgen des Bauernkriegs von 1525: Thesen und Antithesen zu einem vernachlassigten Thema», Hessisches Jahrbuch fur Landesgeschichte<Π>, ΧΧV (1975), σ. 65-116.

[78] Βλ., τη σημαντική μελέτη του Albrecht Strobel, Agrarverfassung im Ubergang: Studien zur Agrargeschichte des badischen Breisgaus vom Beginn des 16. bis zum Ausgang des 18. Jahrhunderts, Forschungen zur oberrheinischen Landesgeschichte, ΧΧΙΙΙ, Φράϊμπουργκ-Μόναχο, 1972.

[79] Ο Klein βασίζεται κυρίως στο έργο του Claus-Peter Clasen, Anabaptism: a social history, 1525-1618, Ithaca-Λονδίνο, 1972. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Scott (The Historical Journal, ό. π., Μέρος ΙΙ, σ. 969, υποσημείωση 228), ο Klein δεν λαμβάνει υπόψη του ότι τα συμπεράσματα της μελέτης του Clasen δεν έχουν τύχει κοινής αποδοχής μεταξύ των ερευνητών.