EDITORIAL

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΒΟΝΑΠΑΡΤΗ

Η ΑΜΗΧΑΝΙΑ ΤΩΝ «ΑΠΟ ΠΑΝΩ» ΚΑΙ Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ «ΑΠΟ ΚΑΤΩ»


1. Αμηχανία

Αν αναζητήσει κανείς ερμηνεία για την πολιτική αλλαγή του Νοεμβρίου είναι βέβαιο ότι θα συναντήσει τόσες απόψεις όσος και ο αριθμός των συνομιλητών του. Κάτω από μια συμφωνία στο προφανές, ότι πρόκειται περί τρικομματικής συγκυβέρνησης, συνυπάρχουν όλα τα λουλούδια της μνημονιακής ανθοφορίας. Κυβέρνηση εθνικής «ανάγκης», «ευθύνης», «σωτηρίας» κλπ. που έρχεται να σώσει το «έθνος» (από τον κακό εαυτό του, αυτό το άρρωστο «εμείς»;), αλλά ταυτόχρονα «κυβέρνηση ειδικού σκοπού» για την υπογραφή της δανειακής σύμβασης (αλήθεια τι «ειδικός σκοπός» είναι αυτός που καθορίζει τα πολιτικά και κοινωνικά δεδομένα τουλάχιστον για μια δεκαετία;). Κυβέρνηση που θα οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές με αντικείμενο μια επιλογή που θα έχει ήδη γίνει στο όνομα των αναγκών των εγχώριων και αλλοδαπών δανειστών (ποιος αλήθεια πιστεύει σ’ ένα άλλο «μίγμα πολιτικής» αυτών που σήμερα επιλέγουν την επικύρωση των «μονοδρόμων»;). Κυβέρνηση του νεοφιλελεύθερου (πιο νεοφιλελεύθερο πεθαίνεις!) ΠΑΣΟΚ που περιστοιχίζεται από μερικούς «εθνικούς» αμφισβητίες-μαϊντανούς της ΝΔ και ορισμένους ακροδεξιούς συνοδοιπόρους της «αναγκαίας εσωτερικής υποτίμησης» της εργασίας.

Πρώτα απ’ όλα ένα αφελές όσο και θεμελιακό ερώτημα: πόση αλλαγή εμπεριέχεται στον οβιδιακό μετασχηματισμό του Νοεμβρίου όταν η πολιτική είναι δεδομένη, το πολιτικό προσωπικό της διετούς εκθεμελίωσης του κοινωνικού επιβεβαιώνεται με την ομόθυμη στήριξη της τρικομματικής συμπαιγνίας, και η κυβέρνηση συνεχίζει με τον ίδιο ζήλο την προγραμματική επιστροφή στους μετεμφυλιακούς κοινωνικούς συσχετισμούς της «ανοικοδόμησης»; Μήπως τελικά η «αλλαγή» έγινε για να απολυθεί ένας εμφανώς ανεπαρκής και περιορισμένων δυνατοτήτων πρωθυπουργός, για να αντικατασταθεί από έναν κατ’ εξοχήν υπάλληλο που κράτους και των τραπεζών που εσπευσμένα «ανακαλύφθηκε» ως σωτήρας και εγγυητής της χαμένης «εθνικής αξιοπιστίας» απέναντι στις αγορές;

Η εξωτερική ανάγνωση της συγκυρίας δίνει την εντύπωση ότι όλα άλλαξαν για να μείνουν απελπιστικά ίδια. Αυτό τουλάχιστον μαρτυρεί η αμείωτη ένταση μιας χωρίς προηγούμενο κοινωνικής επίθεσης που ακόμη επιμένει να συμβολίζεται από πρακτικά τα ίδια πρόσωπα στους νευραλγικούς τομείς της κρατικής διαχείρισης. Γιατί άραγε χρειάστηκε αυτό το θέατρο του παραλόγου, να λαμβάνει μια κυβέρνηση ψήφο εμπιστοσύνης για να παραιτηθεί και να επανέλθει με άλλη νομιμοποίηση πάνω στην ίδια προγραμματική βάση;


2. Κρίση ταυτότητας

Αυτό το παράξενο πολιτικό σκηνικό της «συναινετικής διαφωνίας» δεν ήρθε από το πουθενά. Και δεν είναι απλά αποτέλεσμα των επικλήσεων για «εθνική συμφωνία» των δανειστών που θέλουν να διασφαλιστούν στο μέτρο του εφικτού απέναντι σε μελλοντικούς ενδεχόμενους «τυχοδιωκτισμούς» φορέων του ιού του «λαϊκισμού». Είχε προετοιμαστεί από καιρό και εκδηλωνόταν σε πολλές ευκαιρίες χωρίς ιδιαίτερες τυμπανοκρουσίες, αλλά με τη διακριτική έως συχνά ακόμη και κραυγαλέα υπόμνηση των πρωταγωνιστών. Ο Α. Σαμαράς δεν είναι εκείνος που στις συχνές αιτιάσεις των ομοϊδεατών του στην Ευρώπη και στις επικλήσεις για στήριξη της αναγκαιότητας του Μνημονίου απαντούσε ότι είχε ψηφίσει όλες τις βασικές διατάξεις των εφαρμοστικών νόμων; Ο Γ. Καρατζαφέρης δεν δηλώνει σε κάθε ευκαιρία ότι αυτός έχει στηρίξει το ΠΑΣΟΚ σε όλες τις δύσκολες στιγμές όντας εξαρχής οπαδός της κυβερνητικής «τριμερούς»;

Πέρα όμως από αυτά υπάρχει και ένα αδιάσειστο τεκμήριο αυτής της «αστικής» ομοθυμίας που εκδηλώθηκε προγραμματικά πολύ πριν την κυβερνητική συμπαιγνία. Πρόκειται για τη συμβολικά διακηρυκτική υπερψήφιση από το τριμερές μπλοκ του νέου νόμου πλαίσιο για την Ανώτατη Εκπαίδευση που έφερε η Α. Διαμαντοπούλου στη Βουλή τον Αύγουστο. Πρόκειται για την πρώτη ανοιχτή εμφάνιση του «αστικού μπλοκ» στη Βουλή με πρωταγωνιστή τον νέο αστέρα της συγκυβέρνησης Μ. Βορίδη, ο οποίος με παρρησία βρέθηκε να επαινεί την υπουργό διότι «επιτέλους» τόλμησε να αφαιρέσει τον «κατά Γκράμσι ιδεολογικό μηχανισμό του κράτους Παιδεία από την Αριστερά και να τον επαναφέρει εκεί όπου ανήκει, στην Πολιτεία».

Υπάρχει λοιπόν, όπως φαίνεται, ένα ζήτημα αποτελεσματικότητας στο αστικό μπλοκ, κάτι για το οποίο δεν αρκεί πλέον η απλή επίκληση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, της διαχειριστικής επάρκειας ή δεινότητας μιας κυβερνητικής εξουσίας, αλλά επιβάλλεται και η συμβολική στοίχιση όλων των φορέων του πίσω από κρίσιμες πολιτικές επιλογές. Και υπάρχουν οι φορείς αυτής της νέας προσέγγισης που υπερβαίνουν τα κομματικά τείχη για να «μιλήσουν» στο «έθνος» έτσι όπως μόνο αυτό μπορεί να ακούσει: με τη φωνή της καταστατικής του ενότητας που είναι η αστική εξουσία, η οποία άλλωστε και το δημιούργησε. Φορείς που αναδύονται σε στιγμές κρίσης και μπορεί να κληθούν αναβαθμιζόμενοι στη συνέχεια.

Όμως αυτή η συγκυρία που ανέδειξε την ανάγκη για ενότητα του αστισμού πιστοποίησε και τα όριά της. Η νέα ενότητα απαιτεί και τον «ηγεμόνα» που θα την εκφράσει, ξεπερνώντας τις εσωτερικές αντιφάσεις του στρατοπέδου που θα τον εμπιστευθεί και αποσπώντας τη συναίνεση αυτών που θα την υποστούν. Η διαδικασία που ανέδειξε η πρόσφατη πολιτική κρίση είχε και αυτή την αναγκαία όψη. Ανέδειξε τον νέο «ηγέτη», αν και με σημαντικούς περιορισμούς που καλείται να διαχειριστεί με απαιτητική «δημιουργικότητα» στο μέλλον.


3. Βοναπάρτης;

Κατ’ αρχάς η διαδικασία που τον ανέδειξε φέρει εμφανέστατα τη σφραγίδα των περιορισμών. Ιδανικά, ο «ηγέτης» έρχεται σε μια στιγμή ανοιχτής «εθνικής κρίσης» με εξουσίες Ρωμαίου δικτάτορα και με την ομόθυμη ελπίδα των «υπηκόων» να συνοδεύει την προσμονή για «εθνική σωτηρία». Δύσκολα θα δεχθεί κανείς ότι η έλευση του Λ. Παπαδήμου ακολούθησε την τελετουργία αυτού του σκηνικού: κάποιος που προέκυψε από διελκυστίνδα μια ανείπωτης ονοματολογίας πολλών ημερών και από κληρωτίδα στην οποία συναγωνίστηκε άλλους «σωτήρες» επιπέδου Φ. Πετσάλνικου, Α. Κακλαμάνη και Ε. Παπαδημητρίου, αρχίζει την «εθνική» σταδιοδρομία του με εμφανές μειονέκτημα.

Ενδεχομένως όμως αυτή η αδυναμία της διαδικασίας «κυοφορίας» να έχει τη μικρότερη επίπτωση, η οποία μπορεί να ακυρωθεί ή να ανατραπεί στη συνέχεια από τη δυναμική της «εθνικής ανάταξης». Ο συγκεκριμένος ηγέτης έχει πολύ σοβαρότερα ζητήματα να χειριστεί για να δικαιώσει την επιλογή του ως «ηγεμόνα» του αστικού μπλοκ στη σοβαρότερη πολιτική κρίση που έχει να αντιμετωπίσει από τη μεταπολίτευση και μετά. Ο Λ. Παπαδήμος δεν έρχεται απέξω, δεν είναι παράγων έξω από τους συγκεκριμένους συσχετισμούς δύναμης, δεν τεκμηριώνει την «ουδετερότητά» του απέναντι στα επίδικα αντικείμενα της συγκυρίας. Εκθέτης του εκσυγχρονιστικού στρατοπέδου με θητεία στο τραπεζικό σύστημα, του οποίου τα συμφέροντα εξέφραζε ρητά έως και μερικές ημέρες προ της ανάληψης της προεδρίας της κυβέρνησης (αρνούμενος την αναγκαιότητα αναδιάρθρωσης του χρέους που σήμερα καλείται να εφαρμόσει), μέλος της ηγετικής ομάδας της ΕΚΤ που έχει εμπεδωθεί ως θεματοφύλακας της νεοφιλελεύθερης εμμονής στην αλλαγή των κοινωνικών συσχετισμών και την επιστροφή στο προπολεμικό σκηνικό αναφορικά με το «κοινωνικό κράτος πρόνοιας», είναι ένας «ηγεμόνας» που αναδείχθηκε από τη δεδομένη «δεξαμενή ανώτατων υπαλλήλων» του αστισμού. Χωρίς σχετική αυτονομία, δέσμιος των μερίδων που τον στηρίζουν και τις οποίες εκπροσωπεί στο εσωτερικό του αστικού μπλοκ, και προ πάντων χωρίς αντίκρισμα στο «λαό», στις κυριαρχούμενες τάξεις.

Ο νέος πρωθυπουργός δεν είναι αυτό που ορίζει ως «ηγεμόνα» ο Μακιαβέλι, δεν έρχεται «έξω» από τους σημερινούς συσχετισμούς, δεν εκφράζει τη «δύναμη» που έρχεται να επιβάλει μια νέα ενότητα έξω και πάνω από τα πράγματα, δεν επικαλείται το «λαό» και την «ενότητά» του. Είναι μέρος του προβλήματος και αναζητά μια «εσωτερική» λύση για τη «χώρα», δηλαδή στην κοινή καθομιλουμένη για τις ηγετικές δυνάμεις του κυρίαρχου αστικού μπλοκ.

Γιατί ο φόβος που αρχίζει να διαπερνά κάθε πόρο του άρχοντος συγκροτήματος συνοψίζεται σε ένα απλό δίλημμα που προβάλει ανάγλυφο στην κοινωνική αρένα: Ποια θα είναι η στάση των κυριαρχούμενων τάξεων; Θα επιλέξουν την υποταγή, την «προστασία» των κρατούντων ως διέξοδο από την κρίση; Ή θα προτιμήσουν την εξέγερση, συμπαρασύροντας και τους κρατούντες στην «καταστροφή», την ολοκληρωτική κατάργηση της τάξης;

Η επιλογή Παπαδήμου δεν αποτελεί φυγή προς τα εμπρός για το άρχον συγκρότημα, το οποίο επιλέγει απλά να κερδίσει χρόνο ελπίζοντας ότι οι εξελίξεις με τα απρόβλεπτα που περικλείουν μπορεί να αναδείξουν τον από μηχανής θεό. Δεν είναι ο Βοναπάρτης, αλλά το εργαλείο για την ανάδειξή του μέσα στο σύντομο χρονικό διάστημα των επόμενων μερικών μηνών από την πολιτική μαγιά του απολύτως φθαρμένου και αναποτελεσματικού πολιτικού σκηνικού. Έχει άραγε αυτή η στρατηγική πιθανότητες επιτυχίας;


4. Αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού

Ας διαπιστώσουμε κατ’ αρχάς ότι αυτή η επιλογή των κρατούντων είναι εξαιρετικά συντηρητική: από το υπάρχον υλικό και τους δεδομένους συσχετισμούς αναζητούν εκείνη τη συνταγή που θα διατηρήσει το status quo με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Και με διάφορα στοιχήματα.

Η εκδοχή της αέναης συναίνεσης. Ο τεχνοκράτης που ήρθε από την εφεδρεία αναδεικνύεται σε κοινά αποδεκτή συνισταμένη των ετερόκλητων κομματικών συμβιβασμών και μακροημερεύει ολοκληρώνοντας τις δανειακές επιταγές με καταστατική αέναη λιτότητα και διαρκή «εσωτερική υποτίμηση». Αυτό το σενάριο επίπλαστης σταθερότητας είναι υπονομευμένο από τη γέννησή του: πώς μπορεί να πειστεί έστω και ο πλέον ουδέτερος παρατηρητής ότι ο «λαός» δεν έχει πια επιλογές, αλλά μόνο τη «δημοκρατική υποχρέωση» να εκλέγει πολιτικό προσωπικό που θα τροφοδοτεί πεφωτισμένους τεχνοκράτες, τους οποίους κάποιοι θα διατηρούν σε διαρκή εφεδρεία;

Η εκδοχή της σύντομης παρένθεσης. Με ό,τι κινδύνους αυτό συνεπάγεται, η δανειακή σύμβαση ολοκληρώνεται και σε μια κίνηση επίπλαστης ομαλότητας καλείται ο «λαός» να αποφανθεί για το άλλο «μίγμα πολιτικής» που θα φέρει την ανάκαμψη και τη νέα αναπτυξιακή πορεία. Το πολιτικό σκηνικό επανέρχεται στην ρουτίνα της εναλλαγής για την οργάνωση της συναίνεσης και ο «λαός» επιλέγει τη δημοκρατία που του «αρμόζει».

Η εκδοχή της αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού. Τα διλήμματα που θέτει η σύντομη ή παρατεταμένη «τεχνοκρατική» διακυβέρνηση, απαντώνται με αύξουσα διχογνωμία από την πολιτική τάξη του αστισμού, γεγονός που οδηγεί σε ανακατατάξεις στην κεντρική πολιτική σκηνή. Η νέα σύνθεση των δυνάμεων του ελληνικού αστικού μπλοκ παράγει το «κόμμα της τάξης» που δείχνει να «πείθει» το «λαό» για την αναγκαιότητα και σκοπιμότητα της κυβερνητικής πολιτικής λιτότητας και περιστολής των εργασιακών δικαιωμάτων στο όνομα της ανταγωνιστικότητας και της ανάκαμψης σε «υγιείς βάσεις».

Η ισορροπία μεταξύ των διαφόρων εναλλακτικών κρίνεται καθημερινά από τις εσωτερικές αντιφάσεις του άρχοντος συγκροτήματος, όταν η αντίσταση των «από κάτω» υποχωρεί, ή από την ικανότητα των κυρίαρχων πολιτικών να οργανώνουν τη συναίνεση των κυριαρχούμενων, όταν ο κοινωνικός ανταγωνισμός φουντώνει. Επικουρικά στην κατεύθυνση αυτή θα συμβάλουν οι αντιθέσεις στο εσωτερικό της ΝΔ μεταξύ νεοφιλελεύθερων και «λαϊκών», η διαμάχη για την «κληρονομιά» του ΠΑΣΟΚ πάνω στα συντρίμμια των εξουθενωμένων κοινωνικών στηριγμάτων του, οι καισαρίσκοι που μπορούν να προβάλουν στην Ακροδεξιά ή και σε οποιαδήποτε άλλη συχνότητα του πολιτικού φάσματος.

Η ιστορία έχει δείξει ότι κάθε στιγμή το απρόβλεπτο της ενδεχομενικότητας των εξελίξεων μετατρέπεται σε ιστορική τάση με τρόπους και παραλλαγές που ξεπερνούν την όποια «έγκυρη» πρόβλεψη. Ένα όμως είναι δεδομένο. Ότι η συγκυρία του Μνημονίου και οι πολιτικές ανατροπές των τελευταίων δυο χρόνων έχουν υλοποιήσει το όνειρο του κάθε έγκυρου διαχειριστή: την υπέρβαση των «διαχωριστικών γραμμών» που χωρίζουν την «Αριστερά» από τη Δεξιά του αστικού μπλοκ.

Αλήθεια, ποιος μπορεί να ξεπεράσει το σημερινό ΠΑΣΟΚ σε ακροδεξιό οίστρο κοινωνικής απαξίωσης των αδυνάτων; Και ποιος θα φανταζόταν ότι η πολιτική Δεξιά και Ακροδεξιά θα ήταν παράγων μετριοπάθειας στο σημερινό αλλοπρόσαλλο πολιτικό σκηνικό που κατεδαφίζει ό,τι οικοδομήθηκε ως δίχτυ κοινωνικής προστασίας από τον Μεσοπόλεμο και μετά;


5. Η απάντηση στον νεοφιλελευθερισμό

Πώς συμβιβάζεται όμως ο νεοφιλελεύθερος «μονόδρομος» με τις ογκούμενες αντιστάσεις των «από κάτω», που αποδιαρθρώνουν τα κοινωνικά στηρίγματα των κρατικών ιδεολογικών μηχανισμών και των επίσημων κομμάτων εξουσίας; Πώς μπορεί να επιβιώσει από τη σημερινή νεοφιλελεύθερη λαίλαπα το δίχτυ των σχέσεων εκπροσώπησης που έχει εγγραφεί στους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς της σύγχρονης δημοκρατίας; Υπάρχουν τρόποι να εγγραφεί αυτός ο «ισοπεδωτικός» νεοφιλελεύθερος ορίζοντας στα καταστατικά κοινωνικά συμβόλαια που παράγει η κρατική διαχείριση και αναπαράγει στο εσωτερικό του ο κάθε ιδεολογικός μηχανισμός του κράτους;

Πολλοί τείνουν να απαντήσουν αρνητικά. Κάποιοι επειδή ίσως παρασύρονται από τον νομοτελειακό χαρακτήρα που η άρχουσα ιδεολογία τείνει να προσδώσει σε κάθε πιρουέτα που πραγματοποιεί ανάλογα με τις ανάγκες της συγκυρίας. Άλλοι πάλι επειδή εμπνέονται από μια άλλου είδους «νομοτέλεια», εκείνη της κατάρρευσης του καπιταλισμού και της «αναγκαιότητας» του σοσιαλισμού. Όλοι εξορκίζοντας το ενδεχόμενο της ανοιχτής αμφισβήτησης, της ρήξης και της ανατροπής που δεν έρχεται «νομοτελειακά», αλλά από «έξω» όπως κάποιοι το χαρακτήρισαν, αξιοποιώντας τις ηγεμονευόμενες τάσεις στη δευτερεύουσα όψη της αντίφασης.

Διότι, η άρνηση και η πτώση του νεοφιλελευθερισμού δεν θα προέλθει από την επιστροφή στο «κοινωνικό κράτος» των κρατικών συνδικάτων, που με τη διαχειριστική λογική των διαδρόμων της εξουσίας διαπραγματεύονταν τη σιωπή τους και τη διαμεσολάβηση της υποταγής των κυριαρχούμενων με αντάλλαγμα την άθλια συμμετοχή τους στην εξουσία των κρατικών μηχανισμών πάνω στους εργαζόμενους. Αυτό το «κοινωνικό κράτος» είχε ως πυρήνα την απονεύρωση του έστω και στοιχειώδους κοινωνικού ελέγχου, τη διαστροφή των κοινωνικών αναγκών σε ανούσια κατανάλωση και τη συμμετοχή σε ένα ανεξέλεγκτο παιχνίδι συναλλαγής με τους κρατούντες, ένα ατελείωτο γαϊτανάκι διαφθοράς.

Η ακύρωση των σημερινών πολιτικών δεν μπορεί να έχει ως στόχο και ορίζοντα τη «στράτευση» σε μια νέα «πράσινη ανάπτυξη», που με το μεγάλωμα της πίτας θα επαναφέρει στην ημερήσια διάταξη τις πολιτικές αναδιανομής του Μεταπολέμου, το ανά πάσα στιγμή «ανακλητό» κράτος πρόνοιας, δέσμιο της αιώνιας διαχειριστικής αρχής ότι η «καλύτερη κοινωνική πολιτική είναι μια υγιής οικονομική πολιτική». Ούτε μπορεί να υιοθετήσει (στο όνομα «πλατιών αντιμνημονιακών συμμαχιών» χωρίς ουσιαστικά κοινωνικά κριτήρια) την αρχή των μικροαστικών κοινωνικών εγωισμών, που με την όποια πρόφαση αποσπούν από την κεντρική διαχείριση φορολογική ασυλία, εισφοροαποφυγή, ασυλία στην εκμετάλλευση μαύρης εργασίας, ιδίως των μεταναστών, λεηλασία των ασφαλιστικών ταμείων στο όνομα της «ανάπτυξης», «επιχειρηματικότητα» με εισφορά κεφαλαίων από τους μη έχοντες και κατανομή του επιχειρηματικού ρίσκου στην κοινωνία.

Η απάντηση στον νεοφιλελευθερισμό δεν μπορεί να είναι ακριβώς εκείνο το σοσιαλδημοκρατικό «κοινωνικό συμβόλαιο» του Μεταπολέμου που στο όνομα μιας νέας «εθνικής πρωταρχικής συσσώρευσης» θα επαναφέρει τις σταθερές του εξανδραποδισμού της εργασίας στο όνομα της «πατρίδας» και των «αξιών του διαφωτισμού», που είναι το καλύτερο διαβατήριο για το κοινωνικό αδιέξοδο.


6. Η οργάνωση των «από κάτω»

Αλλά επειδή όλα αυτά ακούγονται εξαιρετικά διακηρυκτικά, προγραμματικά και θεμελιώδη, τα οποία εύκολα μπορούν να κατηγορηθούν ότι αφίστανται των αναγκών της συγκυρίας, των άμεσων αναγκών της εργατικής τάξης για άμυνα απέναντι στη νεοφιλελεύθερη βαρβαρότητα, οφείλουμε να τα συμπληρώσουμε με ένα άμεσο πρόγραμμα δράσης απέναντι στις επιπτώσεις της κρίσης. Χωρίς αυτό, ξεδιπλώνεται άλλη μια όψη της αδυναμίας της Αριστεράς να προχωρήσει έστω και ένα μικρό βήμα μπροστά από την καταγγελία των κοινωνικών αδικιών, ή μπροστά από την επίκληση των αγώνων ως μαγικό κλειδί για τη χωρίς σχέδιο ανατροπή των συσχετισμών.

Αυτό που γίνεται εμφανώς αναγκαίο στη σημερινή συγκυρία είναι η πρακτική εφαρμογή της κοινωνικής αλληλεγγύης στην καθημερινότητα των κοινωνικών σχέσεων, από την εργασία και τις απειλές για τη μετατροπή της σε «απασχολησιμότητα», έως την απουσία της, την ανεργία, την ανέχεια, τη φτώχεια, την ολοκληρωτική επικράτηση του φόβου ως κυρίαρχης κοινωνικής ιδεολογίας. Αυτό που μπορεί να δώσει στην Αριστερά την ώθηση εκείνη που θα τη βγάλει από το πολιτικό αδιέξοδο είναι η έμπρακτη κοινωνική αλληλεγγύη, ένα δίχτυ κοινωνικής προστασίας που θα μπορέσει να στηρίξει όλους όσοι δοκιμάζονται στην ανεργία, την εργασιακή βαρβαρότητα, την ανέχεια, το αβέβαιο μέλλον, τη βεβαιότητα της κοινωνικής απαξίας με τη συστηματική υποβάθμιση της εργασίας από τους διαχειριστές της νεοφιλελεύθερης λαίλαπας.

Αν το κύριο μέλημα μίας «Αριστεράς» είναι να δημιουργήσει το «νέο ΕΑΜ» που θα πολεμήσει τον «κατακτητή», το «4ο Ράιχ» κλπ., με όλες αυτές τις κατά φαντασίαν «υπερεπαναστατικές» υπερβολές που γεμίζουν τα διψασμένα για «εθνικό ακροατήριο» στόματα, συμπορευόμενη με αερολογίες που ξεκινούν από τη «μοναδικότητα της φυλής» και φτάνουν στο να εξυμνούν τα «αντιστασιακά προτερήματα των Ελλήνων», η Αριστερά που αναγνωρίζει τον ταξικό χαρακτήρα του «πολέμου» που μαίνεται γύρω μας πρέπει να οξύνει τα ιδεολογικά ανακλαστικά της:

Να διδαχθεί από τη φωτεινή όψη του ΕΑΜ, να αντλήσει διδάγματα από τη λιγότερο ενδιαφέρουσα για τους εθνικιστές πρακτική του, που αναλώθηκε σε δουλειά αλληλεγγύης, σε δουλειά πεδίου και υποδομής για την οργάνωση της καθημερινότητας, της ίδιας της ζωής σε πρακτικά «ελεύθερες» συλλογικότητες που προσπάθησαν να δημιουργήσουν εστίες ειρήνης και ζωής μέσα στη φρίκη του πολέμου. Αυτή η όψη, που οι εθναμύντορες όλου του πολιτικού φάσματος τείνουν να υποβαθμίσουν, αυτή κρύβει το μυστικό της κοινωνικής αγκίστρωσης του ΕΑΜ, της κοινωνικής αίγλης της Αριστεράς παρά τα λάθη του εμφυλίου, παρά τον τυχοδιωκτισμό ορισμένων άσφαιρων επιλογών, παρά την απίστευτη ανεπάρκεια των ηγετικών μορφών της.

Μάλιστα, δεν πρόκειται για μοναχική και ιστορικά ιδιόμορφη επιλογή. Πολιτικές δυνάμεις χωρίς την παραμικρή πολιτική συγγένεια με την Αριστερά τη δοκίμασαν με επιτυχία στην Τουρκία της δικτατορίας των «εκσυγχρονιστών» στρατηγών, στην κρίση διαρκείας και τους πολέμους των φυλάρχων στον Λίβανο, στην άκριτα ηρωοποιημένη από την Αριστερά Παλαιστίνη της Φατάχ, και πρόσφατα στην εξέγερση στις αραβικές χώρες της Βόρειας Αφρικής. Βεβαίως, μπορεί κανείς να αγνοήσει συστηματικά αυτές τις όψεις των κοινωνικών συγκρούσεων επικαλούμενος την ιστορική διαφορετικότητα, τον ισλαμικό προσανατολισμό ή την «καθυστέρηση» των κοινωνιών αυτών. Γεγονός που μπορεί να του δώσει τη δικαιολογία να ασχοληθεί με το μεγαλείο του ελληνικού έθνους δίπλα σε νέους - παλιούς κοινωνικούς συμμάχους από το εθνικό τόξο, που διαμορφώνει τις «εθνικές» συνειδήσεις στην Ελλάδα με τον πόθο τους για «εθνική ανεξαρτησία», αξιοποιώντας το συλλογικό ασυνείδητο.

Η οργάνωση των αδυνάτων, η κοινωνική δικτύωση των «από κάτω» σε έναν πανταχού παρόντα ιστό κοινωνικής προστασίας μπορεί να κάνει τη διαφορά στην εμβέλεια της Αριστεράς. Και αυτό όχι απλά επειδή μπορεί να αποδειχθεί μια επιτυχής πολιτική στρατηγική, αλλά γιατί υλοποιεί την καταστατική βάση, τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή των αριστερών στρατηγικών, μέσα και έξω από την κρίση, στην ομαλότητα και στην έκτακτη ανάγκη, στην ευημερία και στην ανέχεια, στη σύγκρουση και στη συνεργασία. Διότι ας το πάρουμε απόφαση: Τα μέσα διαμορφώνουν τον σκοπό! Και η επιλογή αυτή ενσωματώνει τη βάση των αριστερών στρατηγικών, την επιταγή της κοινωνικής αλληλεγγύης.

Με ένα σύνθημα που δεν μπορεί να είναι άλλο από: Κανένας μόνος του μέσα στην κρίση.