ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

Η έκβαση της πλέον αναμενόμενης και προαναγγελθείσας έκπληξης στην προφανώς «κρισιμότερη» εκλογική αναμέτρηση από γενέσεως ελληνικού κράτους ακολούθησε την πεπατημένη παρόμοιων συμβάντων. Επιβεβαίωσε όλες τις προβλέψεις:

  • διατήρησε την πολιτική ηγεμονία της ΝΔ στην κυβερνητική διαχείριση,
  • εγκαινίασε τη μεγαλύτερη από ιδρύσεώς του κρίση στο ΠΑΣΟΚ,
  • επέτρεψε την αυτόνομη παρουσία των φασιστοειδών, ξενοφοβικών, εθνικιστικών και ρατσιστικών δυνάμεων στην πολιτική σκηνή,
  • χάιδεψε τον πολιτικό απομονωτικό αυτισμό του ΚΚΕ με την ενδυνάμωση του, αλλά και
  • έδωσε ζωτικό χώρο και ζωογόνο ανάσα στις δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς που για πρώτη φορά κατόρθωσαν να δημιουργήσουν κεντρικό πολιτικό αντίκρισμα και κάλυψη σε ένα κινηματικό πλαίσιο αμφισβήτησης και ανατροπής.
Και όμως, όλο το διάστημα της ουσιαστικά μακράς προεκλογικής περιόδου διοχετεύονταν συστηματικά μύθοι περί «εκπλήξεων» από τις δυνάμεις που σε κρίσιμες καμπές επιχειρούν να καθοδηγήσουν τους μετασχηματισμούς των μηχανισμών. Δυνάμεις που με κάθε μέσο πριμοδότησαν την «ανάκαμψη της νέας αλλαγής».


1. Προεκλογικοί μύθοι Το χρηματιστήριο της «νέας αλλαγής» συσσώρευσε σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα τόσες πολιτικές «φούσκες» ώστε τελικά προέκυψε το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Ακολουθεί μικρό απάνθισμα της συντονισμένης προπαγάνδας που οδήγησε στην απαξίωση της πάλαι ποτέ «ισχυρής Ελλάδας»:

  • «Η ανεξέλεγκτη δράση των ξένων και ελληνικών υπηρεσιών», όπως φανερώθηκε στις παρακολουθήσεις και τις υποκλοπές, αποτέλεσε «έγκλημα κατά της χώρας», άποψη που μάλλον υπαινίσσεται ότι άλλα σχετικά πρόσφατα περιστατικά, όπως η περίπτωση Οτσαλάν και η «οδύσσεια» Ελλήνων αξιωματούχων και ακροδεξιών πρακτόρων ανά την υφήλιο, συνιστούν υποδιαστολές στην Ιστορία.

  • Oι επενδύσεις των ταμείων σε δομημένα ομόλογα ήταν το «μεγαλύτερο σκάνδαλο της μεταπολιτευτικής Ελλάδας», αν και δεν ξεκαθαρίζεται αν αυτό αφορούσε την τοποθέτηση με τις ευλογίες των επίσημων συνδικάτων ή τις «πολύ υψηλές μίζες» που γέμισαν τα ταμεία των κυβερνητικών αξιωματούχων.
  • Η ιδιωτικοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης, πράξη «αναγκαία» και «χρήσιμη» στη διαδικασία «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης», χάθηκε εξαιτίας μιας «εξαιρετικά ανίκανης» κυβέρνησης που δεν ήξερε πώς να περάσει τις ρυθμίσεις πιάνοντας στον ύπνο τους βασικούς εμπλεκομένους.
  • Τελευταίο –και κρισιμότερο θέμα στο προεκλογικό οπλοστάσιο της «νέας αλλαγής»– ήταν το ζήτημα της «εγκληματικής διαχείρισης του περιβάλλοντος» εν γένει και της προστασίας των δασών ειδικότερα, τόσο απέναντι στις πυρκαγιές όσο και στις διαρκείς και μόνιμες καταπατήσεις. Σε μια προσπάθεια θετικής προβολής, λοιπόν, της «νέας αλλαγής», ιχνογραφήθηκε η εικόνα της «ανίκανης διακυβέρνησης» σε αντιδιαστολή με την «κοσμογονία» Σημίτη, που επιβεβαιώθηκε από την «άψογη» διενέργεια της Ολυμπιάδας, για την οποία βεβαίως τεχνηέντως λησμονούν να αναφέρουν ότι προκρίθηκαν έργα και παρεμβάσεις που μόνο το περιβάλλον δεν είχαν ως προτεραιότητα.
Σε ένα ιστορικά μοναδικό και πρωτοφανές παράδειγμα έλλειψης στρατηγικής και άκριτης προσκόλλησης σε κάθε κυβερνητική αντίφαση που έτυχε να επιπλέει εκείνη τη δεδομένη στιγμή στο βούρκο της συγκυρίας, η «νέα αλλαγή» πήγε σε μια μάχη και κατόρθωσε να χάσει τον πόλεμο.


2. Μετεκλογικές αναστροφές Και ενώ αυτά αποτέλεσαν τον πυρήνα των αναμετρήσεων προεκλογικά, το εκλογικό αποτέλεσμα έδρασε ως λευκός θόρυβος ο οποίος έσβησε όλα τα «κεφαλαιώδη ζητήματα» που πρόβαλλε η «νέα αλλαγή» και αυτάρεσκα θεωρούσε δεδομένα η «νέα διακυβέρνηση».

  • Πού πήγαν άραγε τα «μεγαλύτερα σκάνδαλα» που έζησε ποτέ η Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες, όταν αυτά αποτελούν την καθημερινότητα στη λειτουργία των κρατικών μηχανισμών, που αυτόχρημα οι φορείς τους βαφτίζονται παρα- κρατικοί για να εξορκιστεί το πρόβλημα εν τω γεννάσθαι;

  • Πού οδηγούνται οι σχεδιασμοί για την «επιχειρηματικότητα» και την «ανταγωνιστικότητα», όταν το ζητούμενο για την πλειονότητα είναι η εργασία και η επιβίωση;
  • Ποιος πληρώνει για την –αληθινά– μεγαλύτερη οικολογική καταστροφή που υπέστησαν πολλές περιοχές της χώρας, εκτός από τους ίδιους τους πληγέντες, που αυτόματα προβιβάστηκαν σε αντικείμενο ελεημοσύνης για την κοινωνία του θεάματος, μέσο παραγωγής φτηνού τηλεοπτικού προγράμματος για όσο καιρό το ζήτημα δεσπόζει στην επικαιρότητα;
  • Ποιος λογοδοτεί για τον εγκληματικό σχεδιασμό (κατά κύριο λόγο) και την εγκληματική αδυναμία (κατά δεύτερο λόγο) κρατικών μηχανισμών που (έτσι για να θυμόμαστε) διεκδικούν την παραβίαση του ασύλου «για να προστατεύσουν τη ζωή και την περιουσία » στα πανεπιστήμια, αλλά ταυτόχρονα δέχονται ως φυσιολογικές απώλειες 70 και πλέον ζωών και την ερήμωση μερικών εκατομμυρίων στρεμμάτων δασών;
Ως συνολική απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα κυριαρχεί μετεκλογικά η αναπαλαίωση αρχών και πολιτικών με την αναβάπτιση στην εγνωσμένης αποτελεσματικότητας «στρατηγική της 2ης τετραετίας», ήτοι την επικράτηση «διαχειριστικών αναγκαιοτήτων» που «καθυστέρησαν». Αυτό όμως στο φόντο ενός μικρού ιστορικού αιφνιδιασμού: τη μετάλλαξη δεν βιώνει μόνο η κυβέρνηση αλλά και η μείζων αντιπολίτευση, αν και περισσότερο ως κρίση με έντονο άρωμα συνωμοτισμού, προδοσίας και διάρρηξης των εσωκομματικών ισορροπιών και συσχετισμών.


3. Το ΠΑΣΟΚ του μέλλοντος Απογυμνωμένο από τις όποιες κοινωνικές αναφορές και παραπαίον μεταξύ ακραίου «ανενδοτισμού» και «νέου κυβερνητικού προγράμματος», που μόνο αυτό διέθετε επεξεργασμένο έναντι της «κρυφής ατζέντας» της ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ υπέστη την πλέον στρατηγική ήττα της μακράς παρουσίας του στην πολιτική σκηνή της χώρας, γεγονός που πυροδότησε και τις διαλυτικές τάσεις της περιόδου:

  • Σε όλο το διάστημα της αντιπολιτευτικής θητείας του δεν κατόρθωσε να διαμορφώσει αντιπολιτευτική τακτική, ταλαντευόμενο ανάμεσα στην καθαρή προβολή ενός νεοφιλελεύθερου λόγου (άρθρο 16, οι αρετές του φιλελευθερισμού και η συμμαχία με Μάνο/Αδριανόπουλο κλπ.) ως στοιχείου προγραμματικής ανανέωσης και στην «υποχώρηση» στο «κοινωνικό ΠΑΣΟΚ», με αναφορές σε αρχές και πολιτικές που είχαν από δεκαετίας «ξεχαστεί» στη δίνη της κυβερνητικής διαχείρισης.

  • Η δοκιμή των νέων θέσεών του στην κοινωνία απέτυχε παταγωδώς, τόσο από την πλευρά των βασικών φιλελεύθερων αποδεκτών της, που δυσπιστούσαν απέναντι σε έναν φορέα ο οποίος είχε την ευκαιρία των «μεταρρυθμίσεων» αλλά τις παρέκαμψε ή τις προώθησε ατελώς, όσο και από μέρους των λαϊκών στρωμάτων που βίωσαν την κοινωνική αγριότητα της «ισχυρής Ελλάδος» της εποχής Σημίτη.
  • Τέλος, η αναψηλάφηση των συσχετισμών με τη διαδικαστικά και πολιτικά ατελέσφορη αναμέτρηση για την αρχηγία του ΠΑΣΟΚ τον Νοέμβρη αποδεικνύει με σαφήνεια ότι δεν υφίσταται πραγματική προγραμματική βάση για την εκδήλωση των διαφωνιών. Η αντιπαράθεση αξιοποιεί απλώς τακτικές αδυναμίες και λάθη των αντιπάλων, αποφεύγοντας επιμελώς να διατυπώσει τοποθετήσεις επί των πολιτικών ζητημάτων της συγκυρίας, αν και ψελλίζει γενικώς καταγγελίες για δεξιά στροφή του ΠΑΣΟΚ (στην πρόσφατη ή σε προηγούμενες τετραετίες, ανάλογα με τις συγκυριακές επιδιώξεις προσεταιρισμού στελεχών σε κάθε στρατόπεδο) ως απόηχο του σαφούς μηνύματος που δόθηκε προς το κόμμα αυτό από τις εκλογές
Η μαγιά από την οποία οικοδομείται το ΠΑΣΟΚ της νέας εποχής συντίθεται από το ετερόκλητο μείγμα πολιτικής ανεπάρκειας και αυτιστικής ματαιοδοξίας που φυτρώνει στο οργανωτικό και λειτουργικό no man’s land: δεν είναι τυχαίο ότι η όποια προσπάθεια ανανέωσης του στελεχιακού δυναμικού του κόμματος προσέκρουσε στην ανυπαρξία κοινωνικών αναφορών και σύντομα κατέληξε να αποτελεί άλλη μια άσκηση πολιτικού ερασιτεχνισμού κάτω από το πέπλο βαρύγδουπων αναζητήσεων σε περιοχές όπου τα μόνα αντικείμενα που αφθονούν είναι αζήτητα ρετάλια ή θιασώτες της ταχείας ανέξοδης κοινωνικής ανέλιξης.


4. Η ανάταξη της «Νέας Διακυβέρνησης»

Εκεί που το σύνολο των διαχειριστών της κοινοτοπίας εκτόξευε προς τη «Νέα Διακυβέρνηση» την κατηγορία της ραθυμίας, των περιορισμένων διαχειριστικών ανακλαστικών, ενίοτε μάλιστα αντιπαραβάλλοντάς την με την κραταιά οκταετία Σημίτη, μετεκλογικά την επαινεί για την πρόθεσή της να αναλάβει πρωτοβουλίες, θέτοντας ζητήματα στην ημερήσια διάταξη τα οποία «εκκρεμούν».

Με τη λογική αυτή και πέρα από τη συμβολική προτεραιότητα στην «ανοικοδόμηση» των πυρόπληκτων περιοχών, οι πρωτοβουλίες που ανέλαβε η ΝΔ στο μετεκλογικό σκηνικό περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

  • νέες ιδιωτικοποιήσεις σε νευραλγικούς κλάδους (επικοινωνία, ενέργεια, μεταφορές κλπ.)

  • περισσότερο περιοριστική διαχείριση των ΔΕΚΟ και περιορισμό των σχετικών «ελλειμμάτων»
  • «μεταρρύθμιση» του ΕΣΥ και περιορισμό των «ανισορροπιών» που το χαρακτηρίζουν
  • «ολοκλήρωση» της φορολογικής μεταρρύθμισης, με τη μείωση των συντελεστών για τις επιχειρήσεις και τα υψηλά εισοδήματα
  • αναγνώριση των «χαμένων της μεταρρύθμισης» με τη δημιουργία του «Εθνικού Ταμείου Κοινωνικής Συνοχής»
  • επιδοματική πολιτική για ανέργους, συνταξιούχους, πολύτεκνους και τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων.
Και η ναυαρχίδα όλων των παρεμβάσεων συμπυκνώνεται στις νέες ρυθμίσεις που κυοφορούνται για το Ασφαλιστικό και το «διάλογο» που εγκαινιάζεται, ο οποίος όμως αυτή τη φορά θα είναι «ουσιαστικός», «πρακτικός» και προπάντων με ημερομηνία λήξης. Η επίθεση του νεοφιλελευθερισμού μεθοδεύεται, διαμορφώνεται και συστηματοποιείται με μοναδικό όριο τις αντοχές και ανοχές που συνοδεύουν ένα minimum πρόγραμμα «κοινωνικής συνοχής».

Φαίνεται λοιπόν ότι η κυβέρνηση έχει πλήρη συναίσθηση ότι ανοίγει πολλά μέτωπα τα οποία οριοθετούνται αφ’ ενός από την ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού και την κοινωνική νομιμοποίηση της καταστολής που αναπόφευκτα συνοδεύει την επιβολή τους, αφ’ ετέρου από τις αντιστάσεις των δυνάμεων της εργασίας, τα μέτωπα που συγκροτούν και την εμβέλεια των συμμαχιών που τα στηρίζουν. Τούτο έγινε φανερό τόσο από τις προγραμματικές δηλώσεις του πρωθυπουργού όσο και από τον ανασχηματισμό του κυβερνητικού σχήματος, την απομάκρυνση «ενοχλητικών» εμβληματικών μορφών και την είσοδο «νέων και άφθαρτων», που θα μπορέσουν να υπηρετήσουν τη νέα φάση επίθεσης του κεφαλαίου και εμπέδωσης των αρνητικών για την εργασία συσχετισμών.


5. Το Ασφαλιστικό ως πολιτικός κόμβος Σε αυτή την επιχείρηση, το Ασφαλιστικό προσφέρεται στην κυβερνητική πολιτική ως πεδίο αντιπαράθεσης και αναμέτρησης λόγω ευνοϊκού, όπως εκτιμούν οι δυνάμεις της εξουσίας, συσχετισμού δυνάμεων. Μια πρόχειρη σταχυολόγηση δίνει την ακόλουθη εικόνα:

  • Το Ασφαλιστικό διαθέτει «αντικειμενική» υπόσταση: έχει δημογραφικές αναφορές, στηρίζεται στη γήρανση του πληθυσμού (ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος θα την επισημάνει στην ενδιάμεση έκθεση ως κύρια αιτία της δημοσιονομικής επιβάρυνσης και της ανάγκης για «μεταρρύθμιση»), στη μείωση της σχέσης εργαζομένων προς συνταξιούχους, στην έντονη δημόσια προβολή των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων κλπ.

  • Το Ασφαλιστικό μπορεί να (και έχει ήδη σε προκαταρκτική φάση) αντιμετωπιστεί με μη ενιαίο τρόπο για τους εργαζομένους, διασπώντας στη βάση «αντικειμενικών» κριτηρίων ηλικιακές ομάδες και ασφαλιστικές κατηγορίες, αποτρέποντας κατ’ αυτό τον τρόπο ένα ενδεχόμενο ενιαίο μέτωπο αντίστασης.
  • Το Ασφαλιστικό συνδέεται αρνητικά με τη «δημοσιονομική εξυγίανση», αποτρέποντας κατ’ αυτό τον τρόπο την όποια συζήτηση για δημόσια χρηματοδότηση και ενισχύοντας την «κεφαλαιοποιητική» τάση.
  • Το Ασφαλιστικό «υπονομεύεται» από την «αλόγιστη» εκμετάλλευση των ταμείων από κοινωνικές κατηγορίες που αξιοποιούν «σκανδαλωδώς» την πρόωρη συνταξιοδότηση («υπάρχουν σήμερα κατηγορίες εργαζομένων που συνταξιοδοτούνται στα 40 τους!» θα δηλώσουν με αποστροφή επαΐοντα στελέχη της κυβέρνησης αλλά και της «υπεύθυνης» αντιπολίτευσης).
  • Το Ασφαλιστικό μπορεί ακόμη να εγγραφεί στη συγκυρία ως διαμάχη γενεών: δεν είναι «κοινωνικά ορθό» οι μελλοντικοί εργαζόμενοι να πληρώνουν τις συντάξεις των μελλοντικών συνταξιούχων, αλλά οι τελευταίοι οφείλουν να φροντίσουν –κατά προτίμηση με τη βοήθεια της αγοράς– να ικανοποιήσουν τις μελλοντικές ανάγκες τους.
  • Τέλος, ως άλλη «φωνή της λογικής», η γραφειοκρατία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επιβάλλει τη «μεταρρύθμιση» του Ασφαλιστικού ως μέρος του κοινού δεσμευτικού πλαισίου της «ευρωπαϊκής ενοποίησης» και της αναδιάρθρωσης των κρατικών εγγυήσεων προς τα ασφαλιστικά ταμεία.
Και έτσι ολοκληρώνεται μια πρόχειρη περιήγηση στην επίσημη πολιτική οικονομία της κοινωνικής ασφάλισης, μέσα από σχήματα και αναφορές που δεν έχουν τίποτε να ζηλέψουν από τις αντίστοιχες ιδεολογικές και λογιστικές αλχημείες που ήδη εφαρμόζονται με επιτυχία στη διαχείριση των ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους: ο περιορισμός του κοινωνικού χώρου, η ενίσχυση των χρηματαγορών, η αξιοποίηση των αποθεματικών, η οικονομική ορθολογικότητα, η μετάβαση προς τον απόλυτο ανταγωνισμό – όλοι εναντίον όλων.

Πριν καν επιχειρήσει κανείς να συγκροτήσει μια κριτική του προαναφερόμενου σχήματος είναι χρήσιμο να επιστρατεύσει μια απλή σύγκριση στη βάση αναλογιών. Σήμερα δημοπρατούνται από το ελληνικό Δημόσιο μια σειρά από έργα με τη μέθοδο των Συμπράξεων Δημόσιου Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ). Η πλειονότητά τους χρηματοδοτεί το κόστος του έργου από μελλοντικά αναμενόμενα δημόσια έσοδα. Αποτελεί απλώς μια λογιστική μέθοδο μετακύλισης του δημόσιου χρέους: το κράτος αποφεύγει τον σημερινό δανεισμό και τον μεταφέρει στις μελλοντικές γενιές με την κατανομή άγνωστο ποιου ποσού σε μελλοντικά έτη. Η ασυμμετρία της συγκεκριμένης προσέγγισης είναι προφανής. Το σύγχρονο κράτος επιλέγει υπέρ ποιου επιθυμεί να χρεώσει τις μελλοντικές γενιές: το κράτος μπορεί να πληρώνει τα χρέη προς τις επιχειρήσεις αλλά όχι τα χρέη προς τους συνταξιούχους. Τα κέρδη πάνω από τους ανθρώπους!


6. Το κράτος των «εμπόρων»1


Αν, όμως, έτσι έχουν τα πράγματα, τότε αξίζει να ανασκαλέψει κανείς την επιφάνεια των «οικονομικών και κοινωνικών αναγκαιοτήτων» μήπως και διακρίνει τι είναι αυτό που οδηγεί την κρατική διαχείριση σε αυτή τη σκανδαλώδη μονομέρεια. Και τότε γίνεται αμέσως προφανές ότι οι κρατικοί μηχανισμοί επιδίδονται σε ένα πρωτοφανές και διαρκές «εμπόριο», όχι μόνο στο χώρο της οικονομίας αλλά σε κάθε περιοχή του «γενικού κοινωνικού συμφέροντος»: λειτουργώντας σε παράλληλους φαντασιακούς χώρους των ιδεολογιών, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την εγκαθίδρυση «αγορών», ορίζουν τα «προϊόντα» που ανταλλάσσονται, διαχειρίζονται «χρηματιστήρια αξιών», κατασκευάζουν «παράγωγα» και ορίζουν το πλαίσιο των «συναλλαγών».

Ένα πρώτο και καταστατικό «εμπόριο» στο οποίο με συνέπεια επιδίδεται το ελληνικό κράτος αναφέρεται στον εθνικισμό. Διαπραγματεύεται την «εθνική ταυτότητα» σε όλες τις εκφάνσεις της, ως παλαιό ή νέο «πατριωτισμό», ως ασπίδα κατά των «επιβουλών εις βάρος του έθνους», ως προάσπιση του «εθνικού χώρου», η οποία μπορεί, όμως, να εκτρέπεται είτε προς την εκσυγχρονιστική «ισχύ» του Σημίτη είτε προς τον πατριδοκάπηλο «εθνικισμό» του Πλεύρη ή τον «πατριωτισμό» του Άνθιμου και των μακεδονομάχων.

Άλλο εξίσου σημαντικό είναι το εμπόριο της «ανταγωνιστικότητας». Αναφέρεται στο συνολικό πλαίσιο διαχείρισης των κοινωνικών σχέσεων και εκτρέπεται ανάλογα με τις ανάγκες στην «ανταγωνιστικότητα» μεταξύ των οικονομικών υποκειμένων προκειμένου να περιοριστεί ο κρατικός προστατευτισμός, αλλά και στην «ανταγωνιστικότητα» μεταξύ χωρών για να τονωθεί η αίσθηση της κοινότητας στόχων «ημών» έναντι των «άλλων». Παράλληλα με τη διαπραγμάτευση αυτών των «αξιών» λειτουργούν και τα σχετικά «παράγωγα»: η ανάγκη να αυξηθεί η «παραγωγικότητα» με εντονότερη υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο ή να περιοριστούν οι «μισθολογικές διεκδικήσεις» για να μην επιβαρυνθούν τα προϊόντα «μας» στις διεθνείς αγορές (όπως και πάλι επισημαίνει ο διοικητής της ΤτΕ σε μια από τις πλέον προβλέψιμες διαπιστώσεις, που με μεγάλη αγωνία αναμένει το πανελλήνιο να διαβάσει στις τριμηνιαίες εκθέσεις του).

Τέλος, αξίζει να επισημανθούν και οι σημαντικές επιδόσεις του σύγχρονου κράτους στο «εμπόριο» της αγωνίας και των ελευθεριών, συχνά αλληλένδετα και δυσδιάκριτα στη στενή μεταξύ τους συνύφανση και αλληλεξάρτηση. Αν και οι ελευθερίες του ατόμου, του πολίτη, του καταναλωτή τίθενται σταθερά «ψηλά» σε αυτό το ιδιότυπο χρηματιστήριο, εντούτοις συχνά προκαλούν την ανάδυση παράπλευρων απωλειών, οι οποίες αναγκαστικά εισάγουν το «εμπόριο της αγωνίας». Η πραγματική ελευθερία (της αγοράς εργασίας) συνδέεται με την αγωνία για το φάσμα της ανεργίας. Όμως, χωρίς την ανεργία και το φάσμα της ουδείς θα εκτιμούσε την ελευθερία να πωλεί την εργατική δύναμή του και να βρίσκει κατάλληλο αγοραστή...

Και η σειρά των «αγορών» που το κράτος εγκαθιδρύει και προωθεί στον φαντασιακό χώρο της ιδεολογίας μπορεί να συνεχιστεί με το «εμπόριο» των ατομικοτήτων, των ίσων ευκαιριών, της επιχειρηματικότητας ως μέσου καταπολέμησης της ανεργίας κλπ. Μπορεί, όμως, να βρει σοβαρό αντίβαρο και αντίπαλο δέος στην πρωτοκαθεδρία της κοινωνικής αλληλεγγύης ως ιδεολογίας και πρακτικής των κοινωνικών αντιστάσεων.


7. Η ριζοσπαστική Αριστερά και οι κοινωνικές αντιστάσεις

Είναι σε αυτή την εξαιρετικά δυσμενή συγκυρία που, για πρώτη φορά από την εποχή της μεταπολίτευσης, αποκτά κεντρική πολιτική εκπροσώπηση ένα υπαρκτό ρεύμα αντίστασης στις αυτονόητες «αλήθειες» της σχέσης του κεφαλαίου, και κυρίως στις πρακτικές που τείνουν ή αποπειρώνται να ενσωματώσουν τους μετατοπιζόμενους γενικούς κοινωνικούς συσχετισμούς σε θεσμούς, πρακτικές και μακρόπνοες ρυθμίσεις. Η νέα Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ και η συγκεκριμένη καταγραφή της στην πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση αλλά και στο αποτέλεσμα αποτελούν την πιο πρόσφατη μεγάλη ευκαιρία που αναδύεται μέσα από την κρίση και τις προσπάθειες όσων –με όποιο τρόπο επιτρέπει η συγκυρία– αναφέρονται στην κοινωνική ανατροπή.

Επίδικο αντικείμενο στη σημερινή συγκυρία είναι η συγκρότηση των κοινωνικών αντιστάσεων και η αναστροφή της απαξιωτικής για την εργασία πορείας των τελευταίων δεκαετιών. Και μάλιστα σε ένα περιβάλλον που πολύ λίγο θυμίζει τις κοινωνικές κατακτήσεις των μέσων του 20ού αιώνα. Οι σημερινές αντίξοες συνθήκες απαιτούν σοβαρή και συντονισμένη προσπάθεια με συγκεκριμένους πολιτικούς στόχους για να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα της προσπάθειας μέσα από τις αναγκαίες νίκες και επιτυχίες. Και η νέα Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ έκανε σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση αυτή με τη συγκρότηση του πλουραλιστικού σχήματος στο οποίο βρίσκουν στήριγμα κινήματα και πρωτοβουλίες που αναζωογονούν την προσπάθεια ανατροπής των συσχετισμών. Ενώ έχει μπροστά της πολλά στοιχήματα να κερδίσει, που θα τη συνδέσουν με τις κοινωνικές αντιστάσεις, τα κοινωνικά κινήματα και τις λαϊκές τάξεις.

Μια σύνδεση η οποία θα διευρύνει τη νίκη που επιτεύχθηκε στο άρθρο 16 και στις κινητοποιήσεις της νεολαίας και των φοιτητών.

Μια προσπάθεια που θα εμπεδώνει το κίνημα αντίστασης με κοινωνικές κατακτήσεις που θα συμβάλουν στην ανατροπή των σημερινών δυσμενών συσχετισμών.

Αρχής γενομένης από το Ασφαλιστικό.


8. Ασφαλιστικό: πρακτική άσκηση στην κοινωνική αλληλεγγύη
Αιχμή στην προσπάθεια για συγκρότηση προγραμματικής αντιπολίτευσης, που υπαγορεύει και επιβάλλει μέσα από τους συσχετισμούς λύσεις, μπορεί να αποτελέσει το Ασφαλιστικό. Και επειδή το συγκεκριμένο ζήτημα αποτελεί λυδία λίθο για τη συνολική πολιτική της ριζοσπαστικής Αριστεράς, η στάση που θα υιοθετηθεί θα οφείλει να είναι σαφής στις θέσεις και τις προεκτάσεις της.

Στη θετική πλευρά της υιοθετεί τη λογική της κοινωνικής αλληλεγγύης, στην αρνητική απορρίπτει τη λογική της «αξιοποίησης» των κεφαλαίων των ταμείων στις χρηματαγορές.

Πρακτικά αυτό συνεπάγεται ότι δεν υιοθετείται μια τρέχουσα αντίληψη, διαδεδομένη ακόμη και σε πολιτικούς ή συνδικαλιστικούς κύκλους της Αριστεράς, σύμφωνα με την οποία έχει γίνει ληστεία σε βάρος των αποθεματικών της κοινωνικής ασφάλισης επειδή με το νόμο 1611 του 1950 υποχρεώθηκαν όλα τα ασφαλιστικά ταμεία της χώρας να καταθέτουν το σύνολο των αποθεματικών τους, άτοκα, σε ειδικό λογαριασμό της Τράπεζας της Ελλάδας. Η υιοθέτηση της αντίληψης αυτής σημαίνει –έστω και χωρίς να λέγεται ρητά– υιοθέτηση της λογικής της «αξιοποίησης», μιας και εξισώνει τα αποθεματικά των ταμείων με οποιοδήποτε (εν δυνάμει) κεφάλαιο, από τον τοκοφόρο τραπεζικό λογαριασμό έως την επιχειρηματική δραστηριότητα που μετατρέπει το αποθεματικό σε κεφάλαιο. Το γεγονός ότι η περί «ληστείας» θεωρία «αποκαλύπτει» ότι τα αποθεματικά χρησιμοποιήθηκαν μεταπολεμικά για τη χρηματοδότηση, με άτοκα ή χαμηλότοκα δάνεια, εφοπλιστών και βιομηχάνων, στο όνομα της ανάπτυξης της οικονομίας, δεν αποτελεί άλλοθι: είναι αυτονόητο ότι το (καπιταλιστικό) κράτος με αυτό τον τρόπο λειτουργεί στην «ανάπτυξη», στη «διαχείριση», στη «δημοσιονομική εξυγίανση».

Συμπέρασμα: Αντί των (προσοδοφόρων ή μη) συναλλαγών στη βάση της χρηματικής θεωρίας της αξίας, προέχει η διεκδίκηση του «μερίσματος κοινωνικής αλληλεγγύης» που δικαιούται ο συνταξιούχος.

Εκτός από τοποθέτηση επί της αρχής, η θέση αυτή έχει και πρακτική αξία. Αντιπαρατίθεται στην –με ή χωρίς δομημένα ομόλογα– επιδιωκόμενη αξιοποίηση των αποθεματικών των ταμείων. Η αρχή του «μερίσματος κοινωνικής αλληλεγγύης» είναι θεσμοθετημένη στη ίδια τη δομή λειτουργίας των ασφαλιστικών ταμείων: οι συντάξεις των ταμείων είναι (ακόμη) υπό κρατική εγγύηση. Τούτο συνεπάγεται τον ακόλουθο διπλό περιορισμό: εγγύηση για την καταβολή των συντάξεων έναντι μιας τυχοδιωκτικής «αξιοποίησης» (βλ. και την περίπτωση ENRON) αλλά και περιορισμό αναφορικά με το ύψος των συντάξεων. Δηλαδή, ακόμη και αν οι τοποθετήσεις των αποθεματικών υπεραποδώσουν, αυτό δεν θα επηρεάσει το ύψος των συντάξεων που θα καταβληθούν, γιατί θα παραμείνει στο εγγυημένο από το κράτος ποσό.

Συμπέρασμα: Η «αξιοποίηση» δεν θα έχει αντίκτυπο επί των συντάξεων γιατί αυτές θα παραμείνουν στο εγγυημένο και κρατικά προσδιορισμένο ύψος.

Με δεδομένα τα προαναφερθέντα, αντικρίζεται με διαφορετικό μάτι η «ληστεία» των ταμείων που «υποχρεώθηκαν» να καταθέτουν τα αποθεματικά τους άτοκα στην κεντρική τράπεζα, έστω και αν αυτή έδινε χαμηλότοκα δάνεια στους εφοπλιστές. Διότι είναι ακόμη μεγαλύτερη «ληστεία» η οδηγία 41/2003 της ΕΕ που επιτάσσει την «αξιοποίηση» των αποθεματικών, ως μέσου για απορρόφηση της «ρευστότητας» των ταμείων και την αναζωογόνηση των χρηματαγορών, προκειμένου να μπορεί ο κάθε διαμεσολαβητής να κερδοσκοπεί ανάλογα με τις εκάστοτε επιταγές της συγκυρίας και τις ανάγκες της μιας ή της άλλης χρηματιστηριακής αγοράς. Αντίθετα, τηρουμένων των αναλογιών, η διαχείριση των αποθεματικών από την Κεντρική Τράπεζα ή τον Οργανισμό Διαχείρισης του Δημόσιου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) είναι και από την οπτική της κοινωνικής αλληλεγγύης αρτιότερη και από τη σκοπιά της αποδοτικότητας ασφαλέστερη. Διότι το κράτος, λόγω όγκου και ειδικού βάρους του δημόσιου χρέους αλλά και λόγω εμπειρίας και τεχνογνωσίας, μπορεί να διαπραγματευθεί τον συμψηφισμό με καλύτερους όρους από την κάθε διορισμένη διοίκηση του όποιου ταμείου, η οποία και με τις καλύτερες των προθέσεων και διαθέσεων δεν έχει την κρίσιμη μάζα κεφαλαίων ούτε την τεχνογνωσία για να επιβάλει ευνοϊκές συμφωνίες.

Συμπέρασμα: Η «ληστεία» της άτοκης ή χαμηλότοκης κατάθεσης στην κεντρική τράπεζα είναι συμβατότερη με τις εν λόγω αρχές και ασφαλέστερη από άποψη απόδοσης. Δίνει τη δυνατότητα σε όποιον εγγυάται να διαχειρίζεται με επάρκεια τα περιουσιακά στοιχεία που διασφαλίζει.

Η περιγραφική συμπύκνωση όλων αυτών των θέσεων ανάγεται στην ακόλουθη διατύπωση:

Οι εργαζόμενοι χρηματοδότησαν την «ανάπτυξη» της «χώρας» και «ανέχθηκαν» την παράβαση των νόμων που ψήφισε η «χώρα» γι’ αυτό το σκοπό επειδή η «χώρα» είχε εγγυηθεί ότι στην ασθένεια ή στο γήρας θα τους σταθεί. Τώρα η «χώρα» τους γυρνά την πλάτη και προφασίζεται ότι δεν διασφαλίζεται η βιωσιμότητα του συστήματος. Ενώ παράλληλα πριονίζει το κλαδί από το οποίο εξαρτάται η βιωσιμότητά του.

Με αυτή την προσέγγιση αντιμετωπίζονται χωρίς πρόβλημα όλα τα «τεχνικά ζητήματα» που πριμοδοτούν τις κοινωνικές ανατροπές:

  • Κατ’ αρχάς, δεν υπάρχει κάποια πίτα της κοινωνικής ασφάλισης που μικραίνει ή μεγαλώνει ανάλογα με τη συγκυρία, ούτε κομμάτια που προσαρμόζονται στον αριθμό των αποδεκτών. Η πίτα και τα κομμάτια εξ ορισμού επαρκούν πάντα για να χορτάσουν όλους τους ασφαλισμένους.

  • Οι εκάστοτε ασφαλισμένοι φροντίζουν για τους εκάστοτε συνταξιούχους: αυτή είναι η επιταγή της κοινωνικής αλληλεγγύης και δεν εξαρτάται από συνθήκες γήρανσης του πληθυσμού, σχέσης εργαζομένων-συνταξιούχων κλπ.
  • Η διάσπαση σε ασφαλιστικές ηλικιακές κατηγορίες αντιβαίνει στον πυρήνα της κοινωνικής αλληλεγγύης και δεν μπορεί να γίνει δεκτή, ή όπου έγινε πρέπει να αντιστραφεί.
  • Οι πρόωρες συνταξιοδοτήσεις αποτελούν κοινωνικά συμβόλαια με συγκεκριμένες πληθυσμιακές κατηγορίες και δεν μπορούν να επιστρατευθούν για ανατροπές στο γενικό ασφαλιστικό ισοζύγιο.
  • Τέλος, η «δημοσιονομική εξυγίανση» δεν αφορά τις συντάξεις και το μέρισμα κοινωνικής αλληλεγγύης που αξιώνουν οι σημερινοί και οι αυριανοί συνταξιούχοι. Αν απαιτούνται περισσότεροι φόροι για την εγγύηση των συντάξεων, αυτοί οφείλουν και πρέπει να επιβληθούν στους «έχοντες και κατέχοντες».
  • Tην όποια «αξιοποίηση» των αποθεματικών να αναλάβει όποιος εγγυάται τις συντάξεις και όχι οι «διοικήσεις» των ταμείων (που η εγκυρότητά τους βεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ και μέλος του ΔΣ ταμείου, κατά δήλωσή του, ψήφισε την τοποθέτηση των κεφαλαίων σε δομημένα ομόλογα επειδή βεβαιώθηκε ότι αυτό είναι σύννομο και επωφελές).
Σε κάθε περίπτωση, η αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης υπερισχύει της όποιας «οικονομικής ορθολογικότητας», η οποία άλλωστε ουδέποτε ίσχυε στο παρελθόν όταν τα ταμεία δάνειζαν άτοκα στο κράτος (και το κεφάλαιο).

Γιατί αυτό που βρίσκεται σήμερα στην ημερήσια διάταξη για τις δυνάμεις της κοινωνικής ανατροπής δεν είναι μια κοινωνία σε αποσύνθεση, με άτομα που φοβικά υπερασπίζονται τα κεκτημένα και παλεύουν μεταξύ τους για το χρήμα, αλλά μια κοινωνία της αλληλεγγύης και της συνοχής που αντιπαρατίθεται στην επίπλαστη «ορθολογικότητα» των αγορών.

Και οι τελευταίες εξελίξεις στην κεντρική πολιτική σκηνή δίνουν μετά από καιρό αισιόδοξα μηνύματα για τις προϋποθέσεις διεξαγωγής αυτής της μάχης.


1 Δάνειο από βιβλίο του Θ. Καλλιφατίδη όπου ένας ήρωας μονολογεί: «Δημοκρατία είναι το κράτος των εμπόρων που έκαναν την ελευθερία εμπόρευμα».