ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΟΧΙ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ, ΑΝΑΓΚΕΣ ΟΧΙ ΑΓΟΡA

1. Μύθοι των εκλογών

Παρά το γεγονός ότι δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τις εκλογές, έχουμε ήδη κορεστεί από την κυρίαρχη φιλολογία, που άλλωστε δέσποσε σε όλη την προεκλογική περίοδο, πως η πολιτική νίκη της ΝΔ συντελέστηκε περίπου ως η μεγαλύτερη απάτη όλων των εποχών: η ΝΔ συγκάλυψε το αντιλαϊκό πρόσωπό της, φόρεσε τη λεοντή της συναίνεσης, υποδύθηκε τη φιλολαϊκή περιστερά και εισέπραξε την κοινωνική αποστροφή προς το «καθεστώς ΠΑΣΟΚ», η οποία αυτή και μόνο δημιούργησε το μεγάλο πλειοψηφικό ρεύμα της «αντικαθεστωτικής ψήφου». Με λίγα λόγια, ο λύκος που ντύθηκε γιαγιά και απλώς περίμενε την αφελή παιδίσκη να του φέρει το καλαθάκι με τις φράουλες.
Αν αγνοήσουμε το γεγονός ότι στο παραπάνω ερμηνευτικό σχήμα αποδίδεται το ζητούμενο (Γιατί έχασε το ΠΑΣΟΚ; Γιατί κέρδισε η ΝΔ;) δια του αγνώστου (επειδή ο λαός ήθελε να θέσει τέρμα στο «καθεστώς»), τότε θα σκοντάψουμε στο ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον ιδεολόγημα ότι τελικά ο «λαός» ξεγελάστηκε, και τιμώρησε τον κακό δίνοντας το τιμόνι στον ακόμη χειρότερο. Και προτίμησε τον κατά πολλούς αποδεδειγμένα εχθρικό προς τα συμφέροντα των πολλών, αντί να στραφεί προς εκείνους που του έχουν επανειλημμένα αποδείξει ότι θα βρίσκονται πάντα κοντά του, για να υπερασπιστούν τα δικαιώματα και τις κατακτήσεις του. Για τους οποίους μάλιστα έχει τη μόνιμη διαστροφή να τους προτιμά ως την καλύτερη και παρά ταύτα ελάσσονα αντιπολίτευση.
Αν δεν υποκύψουμε στον πειρασμό να αναγάγουμε τους παραπάνω αριστερούς –και όχι μόνο-- μύθους στο χώρο των ψυχαναλυτικών ερμηνειών, στη βάση μιας πολλαπλής καραμπόλας διαδοχικών μεταθέσεων, τότε οφείλουμε να αναζητήσουμε τα κεντρικά ιδεολογήματα πάνω στα οποία στηρίζεται η παραπάνω μυθολογία, μήπως και βρεθεί τρόπος να υποσκάψουμε την επί δεκαετίες ανθεκτικότητα και κυριαρχία τους στον κοινό νου.
2. Το ΠΑΣΟΚ των «επικοινωνιακών τεχνασμάτων»

Η πτώση του ΠΑΣΟΚ αποδίδεται κατά κανόνα σε δυο διαπλεκόμενα αίτια: την απομάκρυνσή του από τις αρχές και τις πολιτικές που υποστύλωσαν την κοινωνική και πολιτική ηγεμονία του και την προσπάθεια υποκατάστασης των σαθρών πλέον λαϊκών ερεισμάτων με επικοινωνιακούς ελιγμούς και δημοσκοπικές ακροβασίες χωρίς κοινωνικές και πολιτικές αναφορές.

Υπάρχουν βέβαια κάποιες όχι και τόσο αμελητέες λεπτομέρειες πάνω στις οποίες σκοντάφτει η παραπάνω ερμηνεία. Οι «αρχές» τις οποίες κατηγορείται ότι εγκατέλειψε το ΠΑΣΟΚ, είχαν περάσει στα αζήτητα της ιστορίας το αργότερο από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, όταν οι «ανισορροπίες» στα δημόσια οικονομικά έφεραν στο προσκήνιο της «σοσιαλιστικής» πολιτικής τα χωρίς χρονικό ορίζοντα προγράμματα δημοσιονομικής πειθαρχίας, τις αυτοανανεούμενες πολιτικές λιτότητας για την εργασία, την αυτοκρατορία του νεοφιλελευθερισμού στο κέντρο της «φιλολαϊκής» κρατικής διαχείρισης. Μαζί με τους συσχετισμούς δύναμης που σταθερά οικοδομούσαν και διεύρυναν την κυριαρχία του κεφαλαίου, μετατοπίζοντας τις ισορροπίες ολοένα περισσότερο εις βάρος της εργασίας. Και παρ’ όλα αυτά το ΠΑΣΟΚ κατόρθωνε να οργανώνει τη συναίνεση των κυριαρχούμενων τάξεων γύρω απ’ αυτές τις νεοφιλελεύθερες επιταγές του «εκσυγχρονισμού» για δυο τουλάχιστον εκλογικές αναμετρήσεις. Τι ήταν αυτό που το έφερε σε αδυναμία πολιτικών χειρισμών και το ανάγκασε να επιχειρήσει την αλλαγή των κοινωνικών συσχετισμών μέσα από κινήσεις στο χώρο των πολιτικών ιδεολογιών και του πολιτικού μάρκετινγκ;

Υπήρξε μια βαθιά ήττα που υπέστη το ΠΑΣΟΚ στην πλέον σημαντική αναμέτρηση που επιχείρησε την παρελθούσα τετραετία: η άτακτη υποχώρηση στην οποία εξαναγκάστηκε στο ασφαλιστικό έδειξε αφενός τα όρια της πολιτικής ηγεμονίας του και την επίδραση που αυτή μπορούσε να έχει πάνω στους κοινωνικούς συσχετισμούς, αφετέρου εικονογράφησε ανάγλυφα στα μάτια των κυριαρχούμενων ότι η νεοφιλελεύθερη διαχείριση δεν είναι απλώς μια συγκυριακή επίστρωση των κρατικών πολιτικών, μια τακτική αναδίπλωση των σοσιαλδημοκρατών μέσα στην κρίση, αλλά μονιμότερη επιλογή παγίωσης των αρνητικών συσχετισμών, η οποία προγραμματίζει, σχεδιάζει, εμπεδώνει και διαχειρίζεται τους επαχθείς για την εργασία συσχετισμούς σε ορίζοντα εικοσαετίας και πλέον. Το ασφαλιστικό έδειξε εξαιρετικά ανάγλυφα ότι η περίφημη αναδιανομή πραγματοποιείται, αλλά με αντίθετο πρόσημο, από την εργασία προς το κεφάλαιο: είτε με τη σιωπηρή μορφή της επί δεκαετίες «αξιοποίησης» των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, είτε με τη ρητή μείωση των κοινωνικών δικαιωμάτων για τους συνταξιούχους, που όντας εκτός παραγωγής δεν έχουν κανένα απολύτως όπλο στα χέρια τους για να διεκδικήσουν το αυτονόητο: την επιβίωση με την καταβολή εισοδημάτων που έχουν οι ίδιοι προπληρώσει. Και αυτή την κοινωνική πραγματικότητα δεν μπορεί να τη συγκαλύψει καμιά υπόσχεση για μελλοντική αναδιανομή του «κοινωνικού πλεονάσματος», που δήθεν προήλθε από την πολιτική της «ισχυρής οικονομίας» την οποία το ΠΑΣΟΚ οικοδομούσε όλα αυτά τα χρόνια στον αστερισμό του νεοφιλελευθερισμού.

Επιπροσθέτως, το ΠΑΣΟΚ με συμβολικό τρόπο ομολόγησε την ήττα και την αδυναμία του να ιππεύσει και πάλι το άτι του «εκσυγχρονισμού»: η αλλαγή ηγεσίας μπορεί να αντιστάθμισε την κούραση από την έως σήμερα καταιγιστική προβολή των συμβόλων της αιώνιας λιτότητας, ταυτόχρονα όμως λειτούργησε και η ίδια ως σύμβολο για την αδύνατη συνέχεια του «εκσυγχρονισμού». Γι’ αυτό και η αλλαγή συνδέθηκε κατ’ ανάγκη με την προβολή ενός αιφνιδιαστικά «επίκαιρου» ιδεολογικού και πολιτικού προγράμματος, του πολιτικού φιλελευθερισμού, με σημαία τη «συμμετοχική δημοκρατία», την ατομικότητα των δικαιωμάτων, την προβολή μιας «νέας εποχής» που αναγκαστικά έφερε στο προσκήνιο και όσα «ελκυστικά» ή «καινοτόμα» έχει αναδείξει η κοινωνική αυτοοργάνωση της σύγχρονης αστικότητας, στο περιθώριο ενός κρατικά διαμεσολαβημένου κοινωνικού, το οποίο ο νεοφιλελευθερισμός διαρκώς συρρικνώνει και απαξιώνει ως αναποτελεσματικό, επαχθές, πατερναλιστικό και εχθρικό προς τη σύγχρονη ατομικότητα της «ελευθερίας».

Η επίκληση της «νέας εποχής» με την αλλαγή κέντρου βάρους, πολιτικού λόγου, επικοινωνιακής στρατηγικής, η οποία κακώς αποκλήθηκε επικοινωνιακό τρυκ του ΠΑΣΟΚ, ήταν στην πραγματικότητα η ύστατη, άπελπις, προσπάθεια να επηρεαστούν οι κοινωνικοί συσχετισμοί με αμιγώς πολιτικά μέσα, ένα τεράστιο άλμα προς τα εμπρός που τελικά αποδείχτηκε ότι ήταν ένα άλμα στο κενό. Αυτό όμως δεν δίνει υλική υπόσταση στη γενική πεποίθηση ότι στην προεκλογική περίοδο αποκαλύφθηκε ότι η νέα αυτή επικοινωνιακή στρατηγική προβολής και προώθησης του ΠΑΣΟΚ δεν μπόρεσε να περάσει επειδή ήταν ψεύτικη, μια συσκευασία χωρίς περιεχόμενο. Γιατί τότε θα πρέπει ομοίως να «αποκαλυφθεί» κάθε τι που εντάσσεται στο χώρο της ιδεολογίας ως «ψεύτικο», ως «λάθος συνείδηση» που αργά ή γρήγορα θα αποκαλυφθεί και θα καταρρεύσει. Όμως τα ιδεολογικά στοιχεία της καμπάνιας για τον πολιτικό φιλελευθερισμό του ΠΑΣΟΚ και η έγκληση της φαντασιακής σχέσης των ατόμων με τους πραγματικούς όρους της καθημερινότητάς τους δεν είναι περισσότερο ψεύτικες από την ιδεολογική χροιά του αριστερού λόγου, που εγκαλεί τα άτομα ως υποκείμενα - φορείς αλλαγής των ιστορικών κοινωνικών σχέσεων. Ούτε πάλι είναι περισσότερο «ψεύτικη» η λειτουργία του πολιτικού –όπως άλλωστε και κάθε-- μάρκετινγκ, που δεν έρχεται παθητικά να ανιχνεύσει ανάγκες, στάσεις και συμπεριφορές αλλά παρεμβαίνει ενεργά για να τις διαμορφώσει, με τη χρήση του ιδεολογικού στοιχείου. Που δημιουργεί έτσι «ανάγκες», τις οποίες στη συνέχεια θα έρθει να ικανοποιήσει η αγορά, τα προϊόντα, το εμπόριο των ιδεών, των σχέσεων και των στάσεων ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας, εν προκειμένω εκείνων οι οποίοι βρέθηκαν στην ισχυρή πλευρά των κοινωνικών συσχετισμών δύναμης που καλλιέργησε και διαμόρφωσε η εικοσαετία του «εκσυγχρονισμού», οι κερδισμένοι των κοινωνικών συσχετισμών, της αγοράς, της ατομικότητας, οι πάσης φύσεως εξ αντικειμένου σύμμαχοι του κεφαλαίου, οι διαχειριστές της ευμάρειας που συνδέεται με τη νέα διευρυμένη κερδοφορία του κεφαλαίου (βλ. και Η. Ιωακείμογλου, σε αυτό το τεύχος των Θέσεων) .

Και αυτό τεκμηριώνεται ιδιαίτερα από το γεγονός ότι αυτή η καμπάνια της «νέας εποχής», του «νέου» και της «τόλμης» εγκαλεί τα πιο συντηρητικά αντανακλαστικά της κοινωνίας των επιτυχημένων, μια συντηρητική ιδεολογία που όμοιά της έχουμε να ζήσουμε από την εποχή των επιτυχημένων της πρώτης «χρυσής οκταετίας του Καραμανλή» (Ε. Αβέρωφ), προς τους οποίους η ΕΡΕ του ’61 και του ’63 απευθυνόταν με την κινδυνολογία: «αυτή η δραχμή είναι δική σου, μην αφήσεις να σου την πάρουν». Και τι δεν επιστράτευσε το ΠΑΣΟΚ στην κινητοποίηση του αυθόρμητου συντηρητισμού των επιτυχημένων: ο «ανεπάγγελτος υποψήφιος πρωθυπουργός», η αποφυγή των «πειραματισμών», «δεν διακινδυνεύουμε αυτό που έχουμε πετύχει». Αν υπήρχε μια κορυφαία αντίφαση στον προεκλογικό λόγο του ΠΑΣΟΚ αυτή δεν ήταν η ταλάντευση ανάμεσα στη «νεωτερικότητα» της συναίνεσης και την «παράδοση» του αντιδεξιού συνδρόμου, όπως πολλοί ισχυρίστηκαν, αλλά ανάμεσα στο «τολμάμε, αλλάζουμε, προχωράμε» και στο «ψηφίζουμε αυτό που ξέρουμε και εμπιστευόμαστε».

3. Η ΝΔ και η «πολιτική του ώριμου φρούτου»

Αν πιστέψουμε τα εξαπτέρυγα του εκσυγχρονισμού, η ΝΔ κέρδισε τις εκλογές εισπράττοντας μια «ανεξήγητη» φθορά του πιο «επιτυχημένου» πρωθυπουργού από γενέσεως ελληνικού κράτους, χωρίς να δεσμευθεί σε κανένα σημείο και αποκρύπτοντας επιμελώς όλο το «αντιδραστικό» σχέδιο που μέλλει να υλοποιήσει οπισθοδρομώντας από την τροχιά του πρωτόγνωρου εκσυγχρονισμού που όμοιό του είχε να γνωρίσει η χώρα από την εποχή του Τρικούπη. Και όμως η πραγματικότητα για άλλη μια φορά υπερίσχυσε των ευσεβών πόθων των διαχειριστών της κοινοτοπίας, των φερέφωνων του κρατικού λόγου. Γιατί αυτό που κατέδειξαν τα εκλογικά αποτελέσματα, αλλά και που είχε γίνει φανερό από την πολιτεία της Νέας Δημοκρατίας σε όλη την τελευταία τετραετία, ήταν πως το κόμμα αυτό επέλεξε σταθερά το προφίλ της «λαϊκής Δεξιάς», τη στροφή στα «προβλήματα της καθημερινότητας», υποστυλώνοντας την «πορεία προς την εξουσία» μέσα από την οικειοποίηση των αιτημάτων και ανησυχιών των «χαμένων της αναδιάρθρωσης».

Η ΝΔ κέρδισε τις εκλογές μέσα από την οργάνωση της συναίνεσης των κυριαρχούμενων γύρω από τη δευτερεύουσα όψη των αντιφάσεων που συνόδευσαν τους μετασχηματισμούς της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης των τελευταίων δεκαετιών, στο μέτρο που της το επέτρεπε η τρέχουσα συγκυρία, η πρόσφατη ιστορία της και η παράδοση του ελληνικού συντηρητισμού στη συνέχεια του οποίου εγγράφεται. Αυτός είναι ακριβώς και ο λόγος για τον οποίο η προεκλογική καμπάνια της αλλά και η συνολική πορεία της σε όλη την τετραετία διατήρησε τους χαμηλούς τόνους, επικαλούμενη όχι τόσο μια «νέα κοινωνική συμμαχία», όσο διορθωτικές κινήσεις για την αποκατάσταση των κραυγαλέων αδικιών του «εκσυγχρονισμού».

Εδώ βρίσκεται και η αιτία για αυτό που οι απορούντες εκσυγχρονιστές στιγμάτισαν ως σχεδόν λαθραία υφαρπαγή της εξουσίας, και οι επικοινωνιολόγοι ονόμασαν «στρατηγική του μεσαίου χώρου»: σταδιακή χωρίς τυμπανοκρουσίες ενσωμάτωση των κοινωνικών αντιστάσεων προς στον εκσυγχρονισμό και ενδυνάμωση ενός «φιλολαϊκού» προφίλ, το οποίο πολύ γρήγορα έκανε σχολή στην πολιτική σκηνή εξαναγκάζοντας και το ΠΑΣΟΚ να πολιτευθεί στα απόνερά του: η επίμονη άρνηση των ιθυνόντων του ΠΑΣΟΚ για ικανοποίηση αιτημάτων των χαμηλοσυνταξιούχων στο όνομα της μη «χαλάρωσης της δημοσιονομικής πειθαρχίας», των πληθωριστικών πιέσεων και της «οικονομικής αστάθειας» που θα προξενούσαν στο τόσο συμπαγές οικοδόμημα της «ισχυρής Ελλάδας» του εκσυγχρονισμού, εξανεμίστηκε «εν μια νυκτί» δίνοντας τη θέση της σε πλειστηριασμό παροχών προς εκείνους που παλιότερα είχε κριθεί ότι αποτελούσαν τα υποζύγια του συνασπισμού των «επιτυχημένων της αναδιάρθρωσης». Ποιος πραγματικά εμπαίζει τους «περιθωριακούς» του «εκσυγχρονισμού», αν όχι εκείνος που την ύστατη στιγμή ανακαλύπτει τις ανάγκες επιβίωσής τους και μάλιστα ισχυρίζεται ότι τόσα χρόνια εσκεμμένα τους αδυνάτιζε για να αυξηθούν τα κέρδη των «νικητών», οι οποίοι με τη σειρά τους τώρα θα τους ελεήσουν από το περίσσευμά τους!

Οι δυσκολίες που θα προκύψουν στο μέλλον από τη διαχείριση αυτού του αντιφατικού μίγματος θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από τις δυνατότητες παρέμβασης και συγκρότησης της Αριστεράς, που και η ίδια βγαίνει από τις εκλογές με αντιφάσεις και υστερήσεις, τις οποίες θα κληθεί να χειριστεί στη συνέχεια.

4. Έχει η Αριστερά «αγώνες» αύριο;

Η Αριστερά έχει κατ’ αρχάς να απαντήσει σε μερικά κεφαλαιώδη ζητήματα που θέτει η συγκυρία, προτού αρχίσει ανυποψίαστα τη φυγή προς τα εμπρός και την «καθοδήγηση» των αυριανών «αγώνων», που αυτάρεσκα επικαλείται κυρίως το πάντα ικανοποιημένο με τον εαυτό του ΚΚΕ. Και πρώτα απ’ όλα οφείλει να εξηγήσει το «μεγάλο παράδοξο» των εκλογών: γιατί οι ηττημένοι της αναδιάρθρωσης δεν στράφηκαν αριστερά όπως θα ήταν η «φυσιολογική» αντίδραση σε μια δεξιά πολιτική, αλλά στήριξαν για μια ακόμη φορά τον «δικομματισμό», δηλαδή την «εναλλαγή χωρίς αλλαγή πολιτικής», και μάλιστα εκείνον τον πόλο που η τρέχουσα αντίληψή της θεωρεί ως τον «αυθεντικό εκφραστή» του κεφαλαίου.

Και πρώτα απ’ όλα, για να μπορέσει να κατανοήσει ακόμη και το ίδιο το φαινόμενο του «δικομματισμού», η Αριστερά οφείλει να διαγνώσει ότι δεν υπάρχει ούτε μόνιμος «αυθεντικός εκφραστής» του κεφαλαίου, ούτε «μικροαστοί που αποστάτησαν» και πέρασαν στην υπηρεσία του αστισμού. Όλα τα (αστικά) κόμματα διατυπώνουν εναλλακτικά σχέδια πολιτικής ηγεμονίας (οργανώνουν τη συναίνεση γύρω από τις στρατηγικές επιλογές) της αστικής τάξης, και αυτά τα σχέδια κρίνονται κάθε φορά στη συγκυρία, είτε αυτή περνάει μέσα από την εκλογική έκφραση της «λαϊκής κυριαρχίας», είτε πάλι ενσωματώνεται μέσα σε κάποια από τις πολυάριθμες εκφάνσεις των «θεσμών», δηλαδή της υλικής υπόστασης που λαμβάνουν οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους. Η «αυθεντικότητα» ή μη στην «ταξικότητα» των κομμάτων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το συγκεκριμένο οικοδόμημα οργάνωσης της συναίνεσης που εγείρεται, και όχι από κάποιες παραδόσεις ή ιδεοληψίες που μπορεί να έχει το πολιτικό προσωπικό που τα στελεχώνει ή τα αντιμάχεται.

Ή πάλι η Αριστερά οφείλει επίσης να διακρίνει ότι δεν υπάρχει ένας «λαός», αλλά μάλλον δύο, ως αντανάκλαση της βασικής αντίφασης που διαπερνά τις σύγχρονες κοινωνίες οι οποίες βασίζονται στην κυριαρχία του κεφαλαίου. Και αν το δεχθεί αυτό, τότε δύσκολα θα επιμείνει να διατείνεται πως η κυρίαρχη αντίφαση είναι σήμερα ανάμεσα στην «πλουτοκρατία» και τον «λαό», συνωστίζοντας μέσα στον τελευταίο και όλες τις μερίδες του «μη μεγάλου» κεφαλαίου, αλλά και κοινωνικές κατηγορίες όπως οι κάθε είδους μικροαστικές μερίδες, που θεωρούνται ότι, ως μη κατατασσόμενες στην «πλουτοκρατία», ανήκουν αυτόματα ή εν δυνάμει στον «λαό», παρά το γεγονός ότι αποτελούν αδιαμφισβήτητα κοινωνικά, ιδεολογικά και πολιτικά στηρίγματα του άρχοντος συνασπισμού.

Και επειδή φιλοδοξεί να καθοδηγήσει αύριο τους «αγώνες», καλό θα είναι να κατανοήσει η Αριστερά κατά πρώτον τα αίτια της αποστροφής που εκδηλώνουν οι μάζες προς το κήρυγμά της. Ίσως τότε αντιληφθεί ότι προτού κάποιος της εμπιστευθεί την καθοδήγηση των «αγώνων», ελέγχει συνειδητά ή διαισθητικά την αποτελεσματικότητα των επίδοξων ηγετών, από την ιστορία και τις πρακτικές που συμπυκνώνει η παράδοση έως τις πολιτικές και τις συμπεριφορές που αποκαλύπτει η τρέχουσα συγκυρία. Και δυστυχώς η αποτίμηση αυτή δεν δίνει θετικά συνεπαγόμενα, μια έξωθεν καλή μαρτυρία για τις ηγετικές «καθοδηγητικές» ικανότητες του χώρου ή των χώρων της Αριστεράς.

Μια πρώτη αρνητική έκφανση που σημαδεύει την αδυναμία της Αριστεράς να τεκμηριώσει τις βλέψεις της για καθοδηγητικό ρόλο στην ανάπτυξη των κοινωνικών αντιστάσεων, είναι η βαθιά συντηρητική λογική που διαπερνά εδώ και δεκαετίες τις κατευθυντήριες γραμμές της ιδεολογίας της. Η συντήρηση αυτή έχει πολλές όψεις: μπορεί να εκφράζεται με την αυτάρκεια των αναλύσεων, την αυταρέσκεια με την οποία ενδύεται ο ακούσιος πολιτικός απομονωτισμός, την υποβάθμιση της ανυπαρξίας πολιτικής συμμαχιών, τη συρρίκνωση της αντιπολίτευσης σε καταγγελτικό εισαγγελικό λόγο, την απόπειρα συσπείρωσης με την καλλιέργεια του φόβου μπροστά στο νέο και το άγνωστο.

Περισσότερο όμως από αυτά τα συμπεριφορολογικά χαρακτηριστικά, η βαθιά συντήρηση εκφράζεται με την αδυναμία να ειδωθεί η στρατηγική της κοινωνικής αναμέτρησης ως κάτι που υπερβαίνει τον άγονο πόλεμο θέσεων, την αέναη πορεία προς την αδύνατη ανατροπή των συσχετισμών που διαρκώς μετατίθεται για αργότερα στο μέλλον, και στο μέλλον του μέλλοντος. Ενώ από την άλλη δεν γίνεται καν λόγος για τη στοιχειώδη ευελιξία που απαιτεί προσαρμογή των τακτικών ανάλογα με τη φάση στην οποία βρίσκεται η κοινωνική σύγκρουση: Πώς είναι δυνατόν διαρκώς να επικαλείσαι και να επιδιώκεις «αγώνες», αδιακρίτως αν ο συσχετισμός δύναμης είναι θετικός ή αρνητικός; Πώς γίνεται να μην ενδιαφέρεσαι να διασφαλίσεις προνομιακούς όρους, ώστε η αναμέτρηση να αποβεί θετική για τα συμφέροντα των αδυνάτων; Πώς μπορεί να διεκδικείς τη διαρκή αγωνιστική διαθεσιμότητα χωρίς να μεριμνάς για τις μικρές νίκες που δίνουν πνοή στη συνέχεια του μεγάλου πολέμου; Πώς μπορείς να ανάγεις όλη την πολιτική στην αποκάλυψη της πραγματικής φύσης του υποκριτικά «φιλολαϊκού» αντιπάλου, όχι μόνο του «εξωτερικού» αλλά συχνά μάλλον του «εσωτερικού» εχθρού, που δεν είναι άλλος από τις άλλες τάσεις και απόψεις της Αριστεράς;

Και αν αυτή είναι η ζοφερή πραγματικότητα, τότε αξίζει τον κόπο να επισημάνουμε κάτι θετικό που συνέβη τελευταία στο εσωτερικό των διαφόρων ρευμάτων και παραδόσεων της Αριστεράς, ένα σημαντικό ρήγμα στον τοίχο της αυτάρκειας. Μια ελπιδοφόρα αντιστροφή που σηματοδοτήθηκε από τη σύμπηξη του μετώπου αριστερής συνεργασίας από τον Συνασπισμό της Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΡΑ), μια προσπάθεια να υπερβεί ο χώρος τις ψευδεπίγραφες διακρίσεις κοινοβουλευτικής και εξω-κοινοβουλευτικής Αριστεράς, προκειμένου να πετύχει αποτελέσματα που θα ξεπερνούν τις καταβολές των επιμέρους συνιστωσών.

Μένει τώρα να φανεί αν αυτή η ενότητα της πολυμορφίας θα λειτουργήσει ως αφετηρία για μια Αριστερά του κοινωνικού και πολιτικού αποτελέσματος. Το ελπιδοφόρο μήνυμα που προέκυψε από τις εκλογές είναι ότι ο ΣΡΑ επιβίωσε και στηρίχθηκε από μεγάλο τμήμα των αριστερών που βρίσκονται εκτός των τειχών και εκτός της τρέχουσας «πολιτικής» της Αριστεράς, σε σημείο που να μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι πρόκειται πρακτικά για μια τομή με την προϊστορία των συνιστωσών του, παρά το γεγονός ότι η πρωτοκαθεδρία των μηχανισμών στο εσωτερικό του εξασφάλισε αυτή τη «μαγική» συνέχεια στην κοινοβουλευτική εκπροσώπησή του (βλ. Χ. Βερναρδάκης, σε αυτό το τεύχος). Τίθεται επομένως το ζήτημα της έκφρασης σε οργανωτικό και πολιτικό επίπεδο αυτής της τομής για κάθε συνιστώσα του ΣΡΑ.

Πάντως το βασικό πρόβλημα της Αριστεράς παραμένει. Και δεν είναι ούτε η πολυδιάσπαση, με προφανές αντίδοτο την ενότητα, ούτε ο ηγεμονισμός και η ιδεολογική και πολιτική καταστολή, με πρόδηλη θεραπεία τη δημοκρατία. Αν η Αριστερά είναι πολιτικό μόρφωμα, δηλαδή πολιτικός μηχανισμός κοινωνικής αλλαγής που αξιοποιεί τη συμπύκνωση των αντιφάσεων, και όχι ένας ακόμη ιδεολογικός μηχανισμός του κράτους, μια αδιέξοδη στρατηγική συμπληρωματικότητας ως απόρροια της ήττας, τότε το ζήτημα στο οποίο καλείται να απαντήσει (η Αριστερά) στη συγκυρία και πέρα από αυτή είναι ένα και μοναδικό: το πολιτικό, ιδεολογικό και κοινωνικό αποτέλεσμα.

5. Μας ενδιαφέρει τελικά το αποτέλεσμα;

Αν ενδιαφέρει την Αριστερά το αποτέλεσμα, τότε στο κέντρο της στρατηγικής της οφείλει να τεθεί όχι η αυταρέσκεια των «αγώνων», αλλά η αναγνώριση της συγκυρίας, και το μεγάλο και δυσχερέστατο εγχείρημα της ανασύνταξης και ανάκαμψης μετά την ήττα και την υποχώρηση στην εποχή της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Για την πορεία αυτή κάθε μορφή και κάθε είδος πάλης είναι ευπρόσδεκτο και επιθυμητό, αρκεί να είναι οργανικά ενταγμένο στο συνολικό στρατηγικό σχεδιασμό, που επιδιώκει την ανατροπή των αρνητικών συσχετισμών δύναμης και τη διασφάλιση της νικηφόρας μελλοντικής πορείας.

Σε αυτή την πορεία, η καλλιέργεια, η ανάπτυξη και ενδυνάμωση της αλληλεγγύης ανάμεσα σε όλες τις δυνάμεις της ζωντανής εργασίας, είναι ο πυρήνας για καθετί θετικό που μπορεί να δημιουργηθεί στο μέλλον. Επειδή ακριβώς ο πόλεμος δεν είναι αναμέτρηση θέσεων σε μια πορεία προς την τελική παράθεση δυνάμεων που θα οδηγήσει στη νίκη, ούτε η αριστερή στρατηγική μπορεί να έχει την παραμικρή συγγένεια στο εσωτερικό της με μια παλαιοχριστιανική επίκληση «αίματος, ιδρώτα και δακρύων» στην πορεία για την «άλλη ζωή», ούτε υπάρχει το παραμικρό ενδιαφέρον για πρότυπα «αγίων» του κομμουνισμού ή της αριστεροφροσύνης στο εικονοστάσι των μαρτύρων των ταξικών αγώνων, γι’ αυτό και είναι αναγκαίο να αναγνωριστεί ως ακρογωνιαίος λίθος της ύπαρξης της Αριστεράς η προσήλωση στη ζωή, στην κυριαρχία του εφήμερου, στην ενότητα των δυνάμεων που είναι προσανατολισμένες σε πολιτικά αποτελέσματα, τα οποία μπορούν να αρχίζουν να αλλάξουν εδώ και τώρα τη ζωή όλων μας στη βάση ενός και μοναδικού στοιχείου: της αλληλεγγύης.

Πρώτιστο χρέος, αλλά και ύψιστη καταστατική ανάγκη της παράταξης που επαγγέλλεται, μεθοδεύει και προσεγγίζει τον κοινωνικό μετασχηματισμό είναι να κρατήσει ζωντανό στη σημερινή αρνητική συγκυρία το όραμα του κομμουνισμού. Γι’ αυτό και κύριο μέλημα στην πορεία αυτή είναι να εγγράφεται ολοένα περισσότερο στη συγκυρία αυτό που αποτέλεσε κεντρικό προεκλογικό σύνθημα του ΣΡΑ: «οι άνθρωποι πάνω από τα κέρδη», ως προμετωπίδα της βασικής κομμουνιστικής επιταγής: οι ανάγκες πάνω από την αγορά, τα δικαιώματα πάνω από τις ευκαιρίες.

Με αυτό τον τρόπο θα προσεγγίσουμε και την ιερή αγελάδα της Αριστεράς, τους «αγώνες» που δεν αποτελούν πλέον αυτοσκοπό, αλλά το μέσο για τις μικρές καθημερινές νίκες που δένουν το σήμερα με το όραμα και το μέλλον.