Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΓΗΡΑΙΑΣ ΚΥΡΙΑΣ

Ανατροπές Δεν πάει πολύς καιρός που θα συγκέντρωνε τη γενική χλεύη όποιος ισχυριζόταν ότι ένας πόλεμος στην καρδιά των Βαλκανίων ενάντια στο «ομόδοξο» και «αδελφό» έθνος των Σέρβων, στον οποίο η Ελλάδα θα συρόταν βαρυγκωμώντας πίσω από το συμμαχικό άρμα και με την κοινή γνώμη εχθρική έως έξαλλη, θα ήταν η μεγάλη ιστορική ευκαιρία για να ισοσκελίσει πολιτικά η ελληνική ιθύνουσα τάξη το όποιο έλλειμμα στρατηγικής και τακτικών είχε επιδείξει τα προηγούμενα χρόνια στην εγγύς ζώνη επιρροής της. Και όμως αυτό που φάνηκε να στριμώχνει τον Σημίτη και να αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα της πολιτικής τακτικής του, αποδείχθηκε το ισχυρό σημείο του, ο κρίκος που έδεσε τη σπασμένη αλυσίδα της πολιτικής του. Αν κέρδισε βέβαια την αναγνώριση των διεθνοπολιτικώς κρατούντων, αυτό δεν οφείλεται μόνο στην πολιτική καρτερία και τους τακτικούς ελιγμούς του: πρέπει κατά μεγάλο μέρος να αποδοθεί και στη δεκτικότητα των μεσοστρωμάτων και των ηγεμονευμένων τάξεων γενικότερα για μια «αναβαθμισμένη» σύγχρονη Ελλάδα που θα διαδραματίζει «ηγεμονικό» ρόλο στην περιοχή. Το κεφάλαιο σέρνει λοιπόν το χορό και δεν υπάρχει κανείς υποβολέας που να ισχυρίζεται ότι «εδώ είναι Μπαλκάνια...». Αντιθέτως, πολλοί είναι εκείνοι –πρώην αδελφοποιημένοι με τους «ομόδοξους» Σέρβους- που έχουν προτάσεις για το τρόπο που θα πρέπει να διαχειριστεί η «Ελλάς» αυτή την πολυπόθητη ηγεμονία...

Αλλά και άλλη μια σταθερά της μεταπολεμικής πολιτικής της Ελλάδας φάνηκε ως δια μαγείας να υποχωρεί: πρόκειται για το σύμπλεγμα του εθναμυντορικού τουρκοφαγισμού, που γαλούχησε γενιές και γενιές και ενδύθηκε κατά περιόδους τη λεοντή του αντιιμπεριαλισμού και του αντιεξαρτησιακού αγώνα. Ως δια μαγείας φάνηκε να αλλάζει το κλίμα της αμυντικής εκμετάλλευσης του «συγκριτικού πλεονεκτήματος» της χώρας, της συμμετοχής της δηλαδή στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση: επί δεκαετίες το πολιτικό προσωπικό όλων των αποχρώσεων ισχυριζόταν ότι η παρεμπόδιση της εισόδου της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή σκηνή –παρά τη θέλησή της- αποτελούσε το μέσο πίεσης που είχε η χώρα ώστε να επιβάλλει το «διεθνές δίκαιο» και τον σεβασμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων της (έννοιες που ταυτίζονται άλλωστε). Η αντιστροφή του κλίματος έφερε και την απόλυτη αναστροφή του επιχειρήματος: η επιδέξια πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης κατόρθωσε να φέρει την Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε να την αναγκάσει να δεχθεί όλους τους Ευρωπαϊκούς όρους που κατά τεκμήριο εξασφαλίζουν τον πάγιο πολιτικό στόχο της χώρας: το «διεθνές δίκαιο».

Ίσως όμως ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι η ανατροπή των δυο βασικών παραμέτρων της περιρρέουσας ιδεολογικής ατμόσφαιρας στην Ελλάδα, συνδέεται άρρηκτα με το βασικό ιδεολογικό δίπολο της μεταπολεμικής αριστερής πολιτικής ανάλυσης και πρακτικής: ο αριστερός «αντιιμπεριαλισμός» συνδεόταν με τον αγώνα κατά της «υποτέλειας» και της «εξάρτησης» από τους ηγεμόνες του «ελεύθερου κόσμου», και κατά συνέπεια κατά της Τουρκίας που αποτελούσε τη «μόνιμη επιλογή» του ιμπεριαλισμού στην περιοχή για την προώθηση των σχεδίων του. Συνεπώς, η μακρά και δύσβατη οδός προς την ελληνική ανόρθωση περνούσε από την αποτίναξη της «εξάρτησης», της «υποτέλειας» και τον αγώνα κατά των «επεκτατικών βλέψεων» της Τουρκίας που επιδιώκει την «εθνική συρρίκνωση» του ελλαδικού χώρου. Το γεγονός ότι η αναβάθμιση της Ελλάδας στην ευρύτερη περιοχή συνδέεται με την σύνδεσή της με τις βαλκανικές επιλογές των ΗΠΑ και της ΕΕ, και ότι η Ελλάδα ανακηρύσσεται σε ηγεμονική δύναμη της περιοχής που με αυτή την ιδιότητα βοηθά την Τουρκία σε μια ευρωπαϊκή προοπτική της, δεν είναι κάποιο επικοινωνιακό τέχνασμα του Σημίτη, ούτε απλώς μια πολιτική επιλογή που πρέπει να «πουληθεί» κατάλληλα για να γίνει αποδεκτή από το λαό. Είναι η εικονογράφηση των μεγάλων αλλαγών που έχουν επέλθει στη συγκυρία και στις ιδεολογίες που διαχέονται και επικρατούν σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Δεν είναι ο Σημίτης που χρησιμοποιεί τις ιδεολογίες ως εργαλείο για την υλοποίηση της πολιτικής του, αλλά μάλλον το αντίστροφο συμβαίνει: οι νέες ιδεολογικές συντεταγμένες έχουν βρει στον Σημίτη την κατάλληλη μάσκα για να επικοινωνηθούν σε συγκροτημένη μορφή στο κοινωνικό σώμα.

Αντιφάσεις Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το διεθνοπολιτικό στίγμα της νέας ιδεολογικής και πολιτικής συγκυρίας εκπροσωπείται επάξια και με απόλυτα επιτυχή τρόπο από το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη. Και τι κάνουν οι αντίπαλοί του μπροστά σε αυτή την εξέλιξη; Αντιδρούσαν κατ' αρχάς τεχνοκρατικά: έως πριν από λίγο καιρό αναζητούσαν τις (υπαρκτές και καθόλου αμελητέες) ασυνέπειες και σφάλματα στην πολιτική του και διακήρυσσαν με ιεραποστολική διάθεση ότι αυτοί θα χειρίζονταν καλύτερα τα ζητήματα. Στη συνέχεια όμως ολοκλήρωσαν πολιτικά τη στάση τους: ο δεξιός «αντιιμπεριαλισμός», ο αντιαμερικανισμός των βαλκανικών πολέμων και η «απορριπτική» στάση στην ελληνοτουρκική προσέγγιση αποτελούν βασικές συνιστώσες της νέας δεξιάς ταυτότητας όπως αυτή διατυπώνεται εδώ και κάποιο διάστημα, αλλά βρήκε την κορύφωσή της στην τρέχουσα συγκυρία, είτε με την επίσκεψη Κλίντον, είτε με την ευρωπαϊκή σύνοδο του Ελσίνκι. Και έτσι καταλήγουμε στις καταγγελίες της ΝΔ για την κυβέρνηση και την πολιτική της που συνιστούν ένα ακόμη κακέκτυπο παλαιότερων εποχών με τους ρόλους αντεστραμμένους και το πολιτικό τοπίο θολό.

Στο μεταξύ όμως, και παράλληλα με τις παραπάνω κινήσεις στη διεθνοπολιτική σκακιέρα, η κυβέρνηση προβαίνει σε ενέργειες που αλλάζουν το κοινωνικό και πολιτικό σκηνικό στο σύνολό του, χωρίς να εισπράττει την αναμενόμενη δυσαρέσκεια ή εχθρότητα από την πλευρά των κοινωνικών στηριγμάτων της. Και στο σημείο αυτό πλειοδοτεί η ΝΔ σε «φιλολαϊκές» θέσεις και απόψεις και διαμεσολαβεί την εικόνα της «λαϊκής δεξιάς» που στιγματίζει την κοινωνική αναλγησία των δήθεν σοσιαλιστών. Ενώ το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη προσπαθεί να διαχειριστεί τις αντιφάσεις της πολιτικής και της ιστορίας του αξιοποιώντας τις αλλαγές και ανατροπές που έχουν επέλθει στη συγκυρία υπέρ της πολιτικής του. Και παρά τις όποιες δυσκολίες αντιμετωπίζει, φαίνεται προς το παρόν να τα καταφέρνει. Οπότε ανακύπτει αυθόρμητα το ερώτημα: γιατί παρά τις προσωρινές κάμψεις και δυσχέρειες που αντιμετώπισε η κυβέρνηση σε όλη τη θητεία της, ανακάμπτει πάντοτε οποτεδήποτε προκύπτει συνολικό πολιτικό ζήτημα (π.χ. ενδεχόμενες πρόωρες εκλογές); Η απάντηση προκύπτει σαφώς αν αναλύσει κανείς τη σημερινή συγκυρία που εμφανίζει όλα τα χαρακτηριστικά που περιγράψαμε πιο πάνω: το αίτιο της ανάκαμψης βρίσκεται στις αντιφάσεις του ΠΑΣΟΚ και του πολιτικού σκηνικού γενικότερα, στον τρόπο που τις αξιοποιεί και τη βοήθεια που αυτοδίκαια έχει ως διαχειριστής της κρατικής εξουσίας. Αν η άποψη αυτή ηχεί παράδοξα, πιστεύουμε εντούτοις ότι αποτελεί το μοναδικό δρόμο για την κατανόηση της συγκυρίας και των εξελίξεων που κυοφορούνται.

Χαρακτηριστικά δείγματα για τα παραπάνω είχαμε στο πρόσφατο παρελθόν:

Η επίσκεψη Κλίντον φάνηκε να προξενεί σημαντικούς κλυδωνισμούς στην κυβέρνηση και έφερε στην επιφάνεια μια σημαντική αδυναμία να διαχειριστεί την ιστορική αντιαμερικανική κληρονομιά των αριστερών πολιτικών, τα σύνδρομα αντιαμερικανισμού μετά τους πρόσφατους Βαλκανικούς πολέμους, την αίσθηση κηδεμονίας από τις ΗΠΑ στα ελληνοτουρκικά και την κριτική για ανεύθυνη και ανεπαρκή διαχείριση στοιχειωδών κρατικών λειτουργιών που αφορούν την υλοποίηση της εξωτερικής πολιτικής και τις ομαλές διεθνείς σχέσεις της χώρας. Και προς στιγμήν η κυβέρνηση φάνηκε να παραπαίει: η επίσκεψη κινδύνευσε να ματαιωθεί και η ίδια να εκτεθεί στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Όμως το αποτέλεσμα ήταν αντιστρόφως ανάλογο των προβλέψεων: η κυβέρνηση έλαβε εύσημα για την ισορροπία που τήρησε κατά τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας, πήρε μια συγγνώμη για τα ιστορικά χρέη του «ξένου παράγοντα», ενώ δηλώθηκε ρητά ότι η ελληνοτουρκική προσέγγιση γίνεται υπό το καθεστώς της ελληνικής ηγεμονικής θέσης στην περιοχή. Όλα τα «αδύνατα» σημεία της ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας αντιστράφηκαν και λειτούργησαν ως κινητήρια προωθητική δύναμη των εξελίξεων, και πιστώθηκαν στην ελληνική κυβέρνηση που διαχειρίζεται τις συγκεκριμένες αντιφάσεις Η συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αποτελεί κεντρική πολιτική επιλογή του αστισμού και ακρογωνιαίο λίθο της όποιας πολιτικής ακολουθούν οι ελληνικές κυβερνήσεις της τελευταίας 25ετίας. Η ένταξη στην ΟΝΕ αποτελεί επίσης μια αδιαμφισβήτητη επιλογή, συνέπεια και απόληξη όλων των προηγουμένων. Το γεγονός ότι η ένταξη στον πυρήνα των ευρωπαϊκών χωρών της πρώτης ταχύτητας γίνεται με μια μικρή, αλλά όχι ουσιώδη καθυστέρηση, είναι ηλίου φαεινότερο. Ηχεί λοιπόν τουλάχιστον παράδοξο να ακούει κανείς τη ΝΔ να ασκεί κριτική για την «ονομαστική και όχι πραγματική σύγκλιση» που έχει ως αποτέλεσμα η πολιτική του ΠΑΣΟΚ (και όλων άλλωστε των κυβερνήσεων των ευρωπαϊκών χωρών) και για το μαρασμό της ελληνικής οικονομίας που έχει προκαλέσει η κυβερνητική πολιτική. Η εξόφθαλμη αντιφατικότητα των επιχειρημάτων της δεξιάς αντιπολίτευσης ισχυροποιεί εξ αντικειμένου το χειρισμό των αντιφάσεων της πολιτικής στην οποία προβαίνει η κυβέρνηση ως διαχειριστής της κρατικής εξουσίας Και τα δυο παραδείγματα που παραθέτουμε δείχνουν ανάγλυφα ότι η ιστορία και οι ιστορικές αντιφάσεις δεν αποτελούν ένα απλό εργαλείο το οποίο μπορεί κανείς να το ανασύρει κατά βούληση από τα αζήτητα και να το χρησιμοποιεί για να πετύχει στόχους στη συγκυρία. Ο αντιαμερικανισμός και η εθνικιστική έξαρση της δεξιάς αντιπολίτευσης μπορεί να συγκινούν το σκληρό πυρήνα της ακροδεξιάς με τους νέους προσανατολισμούς που έχει υιοθετήσει στη μετά το 1989 Ευρώπη των εθνικισμών, των ρατσισμών και των τοπικών πολέμων, αλλά δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση εισιτήριο για τα σαλόνια της κυβερνητικής εξουσίας. Η θεωρία της λαϊκής δεξιάς δεν έχει την παραμικρή απήχηση, όχι διότι «ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά» αλλά για δυο πολύ σημαντικούς λόγους. Επειδή αφενός δε συμβαδίζει με την πολιτική της επιθετικής αναδιάρθρωσης που η ίδια η ΝΔ προπαγανδίζει στα φυλλάδια και τις δημόσιες τοποθετήσεις της, όπου με τη γνωστή αθωότητα των εκτός κρατικής διαχείρισης διαχειριστών ασκεί σκληρότατη κριτική στους κρατούντες, υποσχόμενη ταυτόχρονα την ένταση των πολιτικών που προκαλούν το πρόβλημα. Αφετέρου όμως, η «λαϊκή δεξιά» είναι συνυφασμένη και με την ένταση των ρατσιστικών, ξενοφοβικών και αντιδραστικών κοινωνικών ιδεολογιών που όλοι οι παλαιότεροι έχουν κατά καιρούς βιώσει, και που δειλά-δειλά ξαναβγαίνουν στο φως από το «έρκος οδόντων» του «αρχηγού», όπως η περίφημη φράση περί «καθαρών Ελλήνων».

Ο συνεκτικός ιστός Αν είναι ορθό ότι το κυβερνητικό κόμμα έχει την πολυτέλεια να διαχειρίζεται ανοιχτά τις αντιφάσεις του αξιοποιώντας τις ενδεχόμενες συνέργιες που μπορεί να προκύπτουν μεταξύ των διαφόρων όψεών τους, είναι εξίσου ορθό ότι η αντιπολιτευτική αμφισβήτησή του είναι υποχρεωμένη να αναζητεί εκείνο το κεντρικό πολιτικό στοιχείο που θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως συνεκτικός ιστός στην οικοδόμηση ενός αντίπαλου δέους και μιας δυναμικής που μπορεί να ανατρέψει πολιτικούς συσχετισμούς και να φέρει έναν άλλο πολιτικό συνασπισμό στην κυβέρνηση. Η ΝΔ βρίσκεται λοιπόν σε διαρκή αναζήτηση αυτής της πολιτικής «Λυδίας λίθου». Και το χειρότερο: αυτό το τελευταίο είναι σε όλους φανερό από το γεγονός ότι κάθε τόσο βρίσκεται κάτι που αμέσως εκτίθεται ως κεντρικός πολιτικός λόγος για να εγκαταλειφθεί στη συνέχεια και να αντικατασταθεί από ένα ακόμη νέο εγχείρημα...

Πέρα όμως από την πολιτική ανεπάρκεια που γίνεται και συμβολικά ορατή με τις διαρκείς αντικαταστάσεις του κεντρικού αντιπολιτευτικού «συνθήματος», οι ίδιες οι επιλογές προκαλούν αφ' εαυτές πρόβλημα εξίσου σημαντικό με τις απορρίψεις και αντικαταστάσεις τους.

Δεν είναι δυνατό, για παράδειγμα να στηρίξεις επί μακρό χρονικό διάστημα το κύριο βάρος της αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση στην πολεμική περί ενδοτικής πολιτικής στα «εθνικά θέματα», και ταυτόχρονα να ευαγγελίζεσαι τον «πραγματικό εκσυγχρονισμό». Ιδιαίτερα στη σημερινή διεθνή συγκυρία, όταν το «σύγχρονο» των προηγμένων καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών συμπυκνώνεται στην πρωτοκαθεδρία της (εγχώριας και παγκόσμιας) αγοράς και της παγκοσμιοποίησης (των αγορών, αλλά ταυτόχρονα και –συμβολικά- των εθνών και των φυλών, όπως άλλωστε είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε και δια στόματος του Προέδρου Κλίντον κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Ελλάδα), δεν είναι δυνατό να έχεις ως άξονα τον αμυντικό («προστατευτικό») εθνικισμό.

Είναι όμως ταυτόχρονα φανερό ότι η ΝΔ προσβλέπει στον εθνικισμό και την πολεμική γύρω από τα ελληνοτουρκικά, ως σωσίβιο που το ανασύρει όποτε αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να συνολικοποιήσει με άλλο τρόπο την αντίθεσή της προς την κυβέρνηση, και εκτιμά ότι το συγκεκριμένο ζήτημα αποτελεί το φαινομενικά «αδύνατο σημείο» του ΠΑΣΟΚ. Όμως, ενώ είναι προφανές ότι ο εθνικισμός γενικά δεν «πουλάει» πολιτικά, καθώς η χώρα μοιάζει να έχει εισέλθει σε μια μονιμότερη φάση «ελληνοτουρκικής φιλίας» από θέσεως ισχύος, είναι ακατανόητο για δυνάμει κυβερνητικό κόμμα να μην έχει επεξεργαστεί το γεγονός ότι, αφού ο εθνικισμός δεν κατάφερε να μετρήσει στις εκλογές του '96 με πρόσφατη την κρίση στα Ίμια, είναι μάλλον μη ενδεδειγμένο όχημα για να μεταφέρει τις διαχειριστικές φιλοδοξίες της ΝΔ στα κυβερνητικά έδρανα.

Οπότε φθάνουμε στην πιο πρόσφατη επιλογή νέου στρατηγικού άξονα για την πολιτική της ΝΔ. Τα «σκάνδαλα» με αιχμή τους «κουλοχέρηδες» φάνηκε να δίνουν την πολυπόθητη γέφυρα με το ένδοξο προ δεκαετίας παρελθόν και τους τυχοδιωκτικούς χειρισμούς του Μητσοτάκη, πλην όμως ξεφούσκωσαν πολύ γρηγορότερα απ' ότι και οι ίδιοι φοβόντουσαν στους χειρότερους εφιάλτες τους. Και δεν είναι άξιο απορίας. Σε μια χώρα όπου το έθνος των νοικοκυραίων έχει πειστεί να καταθέσει τις οικονομίες του στο «ναό» του χρηματιστηρίου και ασκείται καθημερινά στις αρετές και τις παγίδες του επίσημου αναπτυξιακού τζόγου, είναι μάλλον δύσκολο να πειστεί το μέσο μικροαστικό ακροατήριο του όποιου κυβερνητικού κόμματος ότι η σούπα των χρηστών ηθών χαλάει διότι μπήκε ένα ακόμα λαχείο του ΟΠΑΠ, το οποίο θα συνεισφέρει στα ταμεία των περίφημων αλλά ουδέποτε κατονομαζομένων «διαπλεκομένων». Η σκανδαλολογία ίσως να ήταν αποδοτική, αν προβαλλόταν ως αιτία μιας προφανούς οικονομικής αποτυχίας, π.χ. της μη εκπλήρωσης των κριτηρίων της ΟΝΕ. Σήμερα, με μηδενικό δημόσιο έλλειμμα, μόνο οι εκτός πραγματικότητας και με μηδενική δυνατότητα επεξεργασίας των μηνυμάτων της μπορούνε να μιλάνε για «σπάταλο, υπερτροφικό και σκανδαλώδες» κράτος και κυβερνητικό μηχανισμό.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα της δεξιάς αντιπολίτευσης. Η απεγνωσμένη αναζήτηση οχήματος για την προώθηση των κυβερνητικών φιλοδοξιών προσκρούει σε δυο σημαντικές αδυναμίες. Η κύρια έγκειται στην έλλειψη δυναμικής που να φέρνει το αίτημα για εναλλαγή στην κυβερνητική εξουσία στο προσκήνιο, έστω μια δυναμική δυσαρέσκειας και κυβερνητικής φθοράς. Η δεύτερη ενώ είναι δευτερεύουσα και συμπληρωματική αποκτά ιδιαίτερη σημασία δεδομένης της ύπαρξης της πρώτης: απούσης της λαϊκής δυναμικής αποκτούν ιδιαίτερη σημασία τα στηρίγματα που έχει η ΝΔ στο κεφάλαιο. Και εδώ οι διαπιστώσεις δεν είναι ιδιαίτερα θετικές για τη δεξιά αντιπολίτευση: όπως διαφαίνεται από την περί «διαπλεκομένων» καμπάνια, μόνο οι πιο καθυστερημένες μερίδες του κεφαλαίου και οι μόνιμοι losers στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό ανήκουν στο στενό κύκλο των υποστηρικτών της ΝΔ. Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι οι ισορροπίες έχουν κριθεί, ή ότι μια ενδεχόμενη οριακή νίκη της ΝΔ στις εκλογές δεν θα αλλάξει ριζικά το στρατόπεδο των υποστηρικτών και των πολεμίων. Μόνο που είναι πολύ πιθανό ότι ο στενός κύκλος των υποστηρικτών της θα είναι τότε αυτοί που σήμερα καταγγέλλει ως «διαπλεκόμενους». Αυτοί που σήμερα καταγγέλλει ως σκανδαλώδεις υποστηρικτές του Σημίτη, αυτοί που δεν είναι διατεθειμένοι με βάση τα σημερινά σημεία των καιρών να διαταράξουν υπάρχουσες ισορροπίες και σχέσεις προκειμένου και να μπουν σε μια περιπέτεια εναλλαγής και τα συνεπαγόμενά της: αλλαγής των συσχετισμών σε βασικές μερίδες του πολιτικού προσωπικού και της κρατικής γραφειοκρατίας, τεράστιο άμεσο και έμμεσο κόστος διαχείρισης των σχέσεων με το πολιτικό και διοικητικό προσωπικό στους κρατικούς μηχανισμούς.

Ο νικητής θα είναι γυμνός Είδαμε ότι το ΠΑΣΟΚ αντλεί τη δύναμή του περισσότερο από την αδυναμία της δεξιάς αντιπολίτευσης παρά από την ίδια τη δυναμική της πολιτικής του. Και από αριστερά; Ο κίνδυνος από αριστερά δεν είναι υπαρκτός, όπως καταγράφηκε στη μάχη των Ευρωεκλογών; Τα τρία κόμματα της κοινοβουλευτικής Αριστεράς δεν μπορούν να προωθήσουν μια εναλλακτική πολιτική πρόταση, ούτε κατά μόνας, ούτε ως δυνάμει συνασπισμός. Αυτό έχει ως συνέπεια τα δύο μεγάλα κόμματα να μοιάζουν διαφορετικά (και όχι ίδια, όπως είναι και όπως ισχυρίζεται η Αριστερά ότι είναι), με συνέπεια να φαντάζει υπαρκτό και ενεργό το δίλημμα της «χρήσιμης» (και «κρίσιμης») ψήφου για να μην επανέλθει η Δεξιά και να παραμείνει στην εξουσία η «Δημοκρατική παράταξη». Μάλιστα η τελευταία σατανική καμπάνια του ΔΗΚΚΙ, που απαντά στο νεοφιλελεύθερο άνεμο με τη «συμμορία των 4», και ειδικότερα τη φιλελεύθερη φιγούρα του Βενιζέλου, πολύ λίγο παραπέμπει σε Αριστερά και μάλλον λειτουργεί ως προβολή και ενίσχυση της ιδέας της «Δημοκρατικής παράταξης».

Συνεπώς τα κόμματα της Αριστεράς πολύ δύσκολα θα πιάσουν τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών στο καθεστώς της μάχης «φωτός εναντίον σκότους», όπως αναμένεται να εξελιχθεί η επόμενη εκλογική αναμέτρηση, που θα είναι προφανώς η «κρισιμότερη» από συστάσεως νεοελληνικού κράτους (όπως άλλωστε ήταν και όλες οι προηγούμενες). Και τα αίτια για το αποτέλεσμα αυτό θα πρέπει να αναζητηθούν στις δικές τους εσωτερικές αντιφάσεις: τη δυσδιάκριτη πολιτική διαφοροποίηση της ηγεσίας του ΣΥΝ από το ΠΑΣΟΚ Σημίτη, το βενιζελικό και πλαστηρικό όραμα του Τσοβόλα στο «πραγματικό ΠΑΣΟΚ», την όλον και προβληματικότερη καθυστέρηση του ΚΚΕ, το οποίο αλιεύει ολοένα περισσότερο στα θολά νερά του εθνικισμού και του ακροδεξιού πατριωτισμού, ιδεολογιών που επιμένει να παρουσιάζει με αντιιμπεριαλιστικό πρόσημο (καίτοι διατηρεί κάποια επαφή με το αριστερό-μεταρρυθμιστικό παρελθόν του, δίνοντας έναν συγκρουσιακό-αγωνιστικό χαρακτήρα στα μέσα υλοποίησης των πολιτικών επιλογών του και αντίστοιχη διαπαιδαγώγηση στα κομματικά μέλη και τις μαζικές επιρροές του).

Έτσι μετά από πολλές παλινωδίες και αμφιταλαντεύσεις το ΠΑΣΟΚ επανακάμπτει δια της τεθλασμένης οδού και της μεθόδου της εις άτοπον απαγωγής. Μετά από σχεδόν 15 χρόνια διακυβέρνησης και με τον αέρα του μόνιμου διαχειριστή της κρατικής εξουσίας, το κόμμα αυτό συγκροτείται και αρθρώνει συνεκτικό λόγο ελέω κρατικών μηχανισμών, διαμέσου της κρατικής διαχείρισης και όχι στη βάση μιας (έστω και συμβολικής) πολιτικής υπέρ των κοινωνικών στηριγμάτων του. Είναι πλέον μια αναγκαία σύμβαση στην κρατική διαχείριση, που η παρουσία της επιβεβαιώνεται τυπικά χάρη στο ολοένα περισσότερο δυσδιάκριτο πλεονέκτημα της αρτιότερης οργάνωσης (έναντι της Δξιάς) της συναίνεσης των «από κάτω» σε έναν «ελεγχόμενο» και υποτίθεται «ήπιο» νεοφιλελευθερισμό. Πλην όμως το οπλοστάσιο του νέου ΠΑΣΟΚ φαίνεται να εξαντλείται: η ενδεχόμενη παραμονή του στην κυβερνητική εξουσία θα κάνει φανερό ότι πρόκειται για ένα εξαιρετικά γερασμένο κόμμα που ανιχνεύει, συσκευάζει και μεταπωλεί αντικείμενα που όλο και λιγότερο γνωρίζει και κατέχει.

Θα πρόκειται τότε για την επιστροφή στη γενέτειρά της μιας γηραιάς κυρίας η οποία όμως θα έχει τόσο αλλάξει ώστε κανείς πλέον δεν θα την αναγνωρίζει ούτε θα είναι διατεθειμένος να ασχοληθεί μαζί της ή να επενδύσει επάνω της. Δεν φτάνει να σε θέλουν οι καιροί, πρέπει να σε θέλουν και οι άνθρωποι...