Για την αντικαπιταλιστική έξοδο από την κρίση. Μέρος πέμπτο: Μερικά συμπεράσματα
του Ηλία Ιωακείμογλου

«Υπερπαραγωγή κεφαλαίου σημαίνει πάντοτε υπερπαραγωγή μέσωνπαραγωγής που να μπορούν να λειτουργήσουν σαν κεφάλαιο, δηλαδή ικανώννα χρησιμοποιηθούν για την εκμετάλλευση της εργασίας με ένα δοσμένοβαθμό εκμετάλλευσης. Γιατί η πτώση αυτού του βαθμού εκμετάλλευσης κάτωαπό ένα δοσμένο σημείο προκαλεί διαταραχές και σταματήματα τηςκεφαλαιοκρατικής διαδικασίας παραγωγής, κρίσεις, καταστροφή κεφαλαίου».

Κ. Μαρξ (Το Κεφάλαιο, Τόμος 3, κεφ.15)

1. Η ανάκληση του σοσιαλδημοκρατικού συμβολαίου και τα θεωρητικά καθήκοντα της Αριστεράς

Μπορεί κανείς να ισχυριστεί με σιγουριά - και δε θα δυσκολευτεί καθόλουνα στηρίξει το επιχείρημα του αυτό με τα σχετικά στατιστικά στοιχείαότι από το 1980 περίπου, που έχουν αρχίσει να κυριαρχούν οιεκκαθαριστικές τάσεις της κρίσης, το εργατικό κίνημα βρίσκεται σε όλεςτις βιομηχανικές χώρες σε οπισθοχώρηση. Η ανάκληση τουσοσιαλδημοκρατικού συμβολαίου από το ΠΑΣΟΚ το φθινόπωρο του 85, εγκαινιάζει και στην Ελλάδα μία περίοδο ανοιχτής επίθεσης του κεφαλαίουπου έχει σα στόχο να επιταχύνει τους μηχανισμούς εκκαθάρισης τηςκεφαλαιοκρατικής κρίσης και να δημιουργήσει τους όρους τηςκαπιταλιστικής αναδιάρθρωσης της παραγωγής και της αναβάθμισης τουελληνικού καπιταλισμού στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Ταυτόχρονα, αυτή ηεπίθεση φανερώνει την ιδεολογική και θεωρητική φτώχεια τηςσυνδικαλιστικής και πολιτικής καθοδήγησης του εργατικού κινήματος(Ταρπάγκος 1986): ακόμη και σήμερα, η «εναλλακτική» πρόταση τόσο τηςκοινοβουλευτικής παραδοσιακής Αριστεράς όσο και εκείνων που αποχώρησανδιαφωνούντες από το ΠΑΣΟΚ το φθινόπωρο του 85, συνίσταται στημελαγχολική προσήλωση στο σοσιαλδημοκρατικό συμβόλαιο που χάθηκε. Αυτήη προσήλωση οφείλεται πέρα από τα ταξικά συμφέροντα και τις ιστορικέςμνήμες που συμπυκνώνει και στην αδυναμία να κατανοήσουν ότι τα όρια τηςσοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης μιας κρίσης σαν την τωρινή, δηλαδή μιαςκρίσης του τρόπου εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, είναι όριαιστορικά: η έξοδος από την κρίση δεν είναι δυνατή με τις απαλέςμεθόδους της σοσιαλδημοκρατίας (Ιωακείμογλου - Μηλιός 1985). Η πολιτικήεξουσία πείθεται έτσι αναγκαστικά ότι το σχέδιο καπιταλιστικής εξόδουαπό την κρίση περνάει από την αποδυνάμωση του εργατικού κινήματος καιτην αδιαμφισβήτητη ηγεμονία του κεφαλαίου μέσα και έξω από τοεργοστάσιο. Αυτή η αδυναμία της Αριστεράς να πραγματοποιήσει μίασυγκεκριμένη ανάλυση της κρίσης που να στηρίζεται στη μαρξιστικήκριτική της πολιτικής οικονομίας εκφράζεται με ιδεολογήματα όπως η«δημοκρατική διέξοδος» από την κρίση, το «ξεπέρασμα της κρίσης προςόφελος του λαού», η «αυτοδύναμη ανάπτυξη της χώρας» και άλλα, που μεκανένα τρόπο δεν αποτελούν ανάλυση αλλά γενικόλογη επανάληψηιδεολογικών αρχών. Γι αυτό το λόγο επείγει σήμερα να ξεκινήσει μέσαστους κόλπους των λιγοστών δυνάμεων της Αριστεράς που εξακολουθούν νατοποθετούνται πολιτικά και θεωρητικά έξω από τα σοσιαλδημοκρατικά τείχητου μπλοκ της Αλλαγής, μία συγκεκριμένη ανάλυση πάνω στο χαρακτήρα τηςκρίσης του ελληνικού καπιταλισμού και την αντικαπιταλιστική έξοδο απότην κρίση. Δεν πρέπει να έχουμε αυταπάτες πάνω σ' αυτό: αυτές οιδυνάμεις είναι οι μόνες που μπορούν σήμερα να πραγματοποιήσουν μίατέτοια ανάλυση.

Σ' αυτή την κατεύθυνση θέλει να βοηθήσει καιαυτό το άρθρο που προσπαθεί να διατυπώσει κάποια «μεθοδολογικά»συμπεράσματα των τεσσάρων προηγουμένων άρθρων της σειράς, καθώς επίσηςκαι να διατυπώσει κάποιες θέσεις πάνω σε ζητήματα που φαίνονται σήμερανα έχουν καίρια σημασία. Ταυτόχρονα, αυτό το άρθρο κλείνει τη σειρά τωνάρθρων που άρχισε πριν ένα χρόνο. Η απόσταση που μπορεί ο αναγνώστης ναδιαπιστώσει ανάμεσα στις αρχικές προθέσεις και το αποτέλεσμα οφείλεταιστον όγκο της δουλειάς που αντιστοιχεί σ' ένα τόσο φιλόδοξο σχέδιοέρευνας. Καταλήγω λοιπόν στο ότι η ανάλυση της κρίσης δεν μπορεί παράνα είναι δουλειά συλλογική. Απαίτηση μεγάλη, αφού θα χρειαζόταν ναεγκαταλείψει ο χώρος της επαναστατικής Αριστεράς, και τα τελευταίααριστερίστικα ανακλαστικά της «Ιδεολογικής Καθαρότητας», θα έπρεπε νασυνδέσει τις όποιες θεωρητικές αναλύσεις του με την πείρα της εργατικήςτάξης, θα χρειαζόταν να απαλλαγεί από την τόσο οικεία πρακτική τουδιαλόγου κουφών.

2. Οικονομικός νόμος, πάλη των τάξεων και κρίση του καπιταλισμού

2.1. Η αρχή της Αυτοδύναμης Κίνησης και η Βούληση (Οικονομισμός και Υποκειμενισμός)

Η κυρίαρχη αντίληψη στην Αριστερά, ο οικονομισμός, προσπαθεί να πείσειγια την εξελικτική φύση της κρίσης: τόσο η αιτία της όσο και η έξοδοςαπ' αυτήν εμφανίζονται ως αποτέλεσμα της αυτοδύναμης κίνησης τουκεφαλαίου. (Η αντίληψη αυτή θα εμβαπτιστεί βέβαια στη συνέχεια μερεφορμιστικό βολονταρισμό, που διατείνεται ότι μια «δημοκρατικήκυβέρνηση» και μια φιλολαϊκή πολιτική μπορεί να βγάλει τον «τόπο» απότην κρίση). Η πιο δημοφιλής στους κόλπους της Αριστεράς εξελικτικήερμηνεία για τις αιτίες της κρίσης είναι ο νόμος της πτωτικής τάσης τονποσοστού τον κέρδους: όχι μόνο μέσα στα κομμουνιστικά κόμματα, αλλά καισε σημαντικά κομμάτια της άκρας Αριστεράς. Το άρθρο αυτό δεν επιχειρείμία εξαντλητική κριτική αυτής της θέσης, αλλά μένει σε μερικέςεπισημάνσεις, ή αν θέλετε σε ορισμένα σημεία προς συζήτηση.

Ηκρίση λοιπόν αποδίδεται στο νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστούκέρδους. Και καθώς η πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους αντανακλάτην αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, δηλαδή την ανάπτυξητων παραγωγικών δυνάμεων, η αιτία της οικονομικής κρίσης είναι γι' αυτήτη δημοφιλή «ερμηνεία», αυτή ακριβώς η ανάπτυξη των παραγωγικώνδυνάμεων. Βέβαια αναγνωρίζεται ότι υπάρχουν και άλλοι παράγοντες πουδρουν ενάντια στην πτώση του ποσοστού του κέρδους, αλλά θεωρούνται, δευτερεύοντες. Αυτή η απλούστευση της μαρξιστικής θεωρίας των κρίσεωντου κεφαλαίου, όσο κι αν παίρνει επεξεργασμένες - εκλεπτυσμένες μορφές(όπως στην περίπτωση του γαλλικού ΚΚ) και όσο και αν επενδύεται με ξέναως προς τη μαρξιστική θεωρία στοιχεία (π.χ. οι δημοφιλείς κύκλοιΚοντράτιεφ), παραμένει πάντα στα πλαίσια της σταλινικής παρέκκλισης(Althusser 1973). Ο Μαρξ βέβαια συνέδεε με σαφήνεια την πτωτική τάσητου ποσοστού του κέρδους με την αύξηση της παραγωγικής δύναμης τηςεργασίας:

«Η αυξανόμενη τάση του γενικού ποσοστού κέρδους ναπέφτει, αποτελεί λοιπόν, απλώς μία έκφραση που προσδιορίζει στονκεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, τη συνεχιζόμενη ανάπτυξη τηςκοινωνικής παραγωγικής δύναμης της εργασίας»

(Το Κεφάλαιο, Τόμος Τρίτος, κεφάλαιο 13)

Αλλά δεν απέδιδε την πτώση του ποσοστού του κέρδους που χαρακτηρίζειτις κρίσεις υπερσυσσώρευσης στο νόμο της πτωτικής τάσης: ο νόμος αυτόςσυντελεί στις κρίσεις υπερσυσσώρευσης αλλά δεν είναι η αιτία τους. Όπωςγράφει στην παράγραφο πάνω στο «Πλεόνασμα κεφαλαίου σε συνθήκεςπλεονάζοντος πληθυσμού»:

«Δηλαδή το αυξημένο κεφάλαιο, το Κ+ΔΚ, δε θα παρήγαγε περισσότερο κέρδος απ' ότι παρήγαγε το κεφάλαιο Κ πριναπό την αύξηση του με το ΔΚ. Ή ακόμη ενδέχεται να παρήγαγε και λιγότεροαπ' ότι πριν. Και στις δύο περιπτώσεις θα συντελούνταν επίσης μία γερήκαι απότομη πτώση του γενικού ποσοστού του κέρδους, εξαιτίας μιαςαλλαγής στη σύνθεση του κεφαλαίου που, αυτή τη φορά όμως δεν θαοφειλόταν στην ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας(υπογράμμιση, δική μου. - Η.Ι.) αλλά σε μία αύξηση της χρηματικής αξίαςτου μεταβλητού κεφαλαίου και στην αντίστοιχη μ' αυτή μείωση της σχέσηςτης υπερεργασίας προς την αναγκαία εργασία(...) θα ήταν υπερπαραγωγή, επειδή το κεφάλαιο θα γινόταν ανίκανο να εκμεταλλεύεται την εργασία στοβαθμό εκείνο της εκμετάλλευσης που απαιτεί η «υγιής», «ομαλή», ανάπτυξητης κεφαλαιοκρατικής διαδικασίας παραγωγής (...)

(Τόμος τρίτος, κεφάλαιο 15).

Και το εάν το κεφάλαιο θα γινόταν ανίκανο να εκμεταλλεύεται την εργασίαστο βαθμό εκείνο της εκμετάλλευσης που απαιτεί η απρόσκοπτη ανάπτυξητης κεφαλαιοκρατικής διαδικασίας παραγωγής εξαρτάται από τους νόμουςτης συσσώρευσης κεφαλαίου καθώς και από ένα μεγάλο πλήθος ιστορικώνπαραγόντων, και πάνω απ' όλα από την πάλη των τάξεων. Οι μαρξιστέςεξηγούν τα φαινόμενα με βάση της εσωτερικές και αναγκαίες σχέσεις τωνπραγμάτων, δηλαδή τους νόμους που τα διέπουν, αλλά ταυτόχρονα περνούνυπόψη τους τις «εξωτερικές» ως προς το νόμο συνθήκες που δρουν διαμέσουτων νόμων. (Althusser 1973). Και σε ότι αφορά την περίπτωση των κρίσεωνυπερσυσσώρευσης: η πτώση τον ποσοστού κέρδους από τη μια συνδέεται, μετη συσσώρευση, (δεν συνδέεται δηλαδή μόνο με το νόμο της πτωτικήςτάσης, αλλά κύρια με τους νόμους της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης) καιαπό την άλλη συνδέεται με ένα μεγάλο πλήθος ιστορικών συνθηκών πουκαθορίζουν τους όρους της αξιοποίησης του κεφαλαίου. Με άλλα λόγια γιανα καταλάβουμε την κρίση χρειαζόμαστε τις έννοιες της συσσώρευσης καιτης αξιοποίησης του κεφαλαίου: αυτό που εκθέτει ο Μαρξ στον τρίτο τόμοτου «Κεφαλαίου» είναι ότι η κρίση τον κεφαλαίου είναι κρίσηυπερσυσσώρευσης, είναι συσσώρευση που αναπτύσσεται πέρα από τιςδυνατότητες αξιοποίησης, είναι συσσώρευση κεφαλαίου με περιορισμένηικανότητα εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Για να καταλάβουμε γιατίτο κεφάλαιο αυτό έχει περιορισμένη ικανότητα εκμετάλλευσης τηςεργατικής τάξης χρειάζεται να πραγματοποιήσουμε τη συγκεκριμένη ανάλυσητης συγκεκριμένης κατάστασης. Οι νόμοι της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσηςδεν μπορούν από μόνοι τους να μας δώσουν την εξήγηση της κρίσης. Μεβάση αυτά τα «μεθοδολογικά» δεδομένα έγινε στα δύο προηγούμενα άρθρατης σειράς η προσπάθεια «ανάγνωσης» της κρίσης του συστήματος τηςσχετικής υπεραξίας, θα ξαναγυρίσουμε σ' αυτά.

Στον αντίποδα τηςοικονομίστικης αντίληψης, η μειοψηφική τάση του υποκειμενισμού, πουστην Ελλάδα εκφράζεται μόνο από ένα κομμάτι της άκρας Αριστεράς1, αρνείται την ύπαρξη αντικειμενικών οικονομικών νόμων, ανάγει τηνεξήγηση όλων των φαινομένων στα άμεσα αποτελέσματα της ταξικής πάλης, και φτάνει έτσι στην εξύμνηση της υποκειμενικότητας και της «ανθρώπινηςφύσης». Στηρίζεται σε μία γεμάτη απόγνωση ανάγνωση του Μαρξ από τονΝέγκρι όπου το κεφάλαιο εμφανίζεται παντοδύναμο, ιδίως μέσα στοεργοστάσιο: αυτός είναι ο λόγος που αναγκάζονται να εισάγουν τονΆνθρωπο στην ανάλυση τους. Επειδή στα μάτια τους το κεφάλαιο φαίνεταινα μην έχει αντιφάσεις, εμφανίζουν το κεφάλαιο αντίθετο στην ΑνθρώπινηΦύση. Σε ότι αφορά την κρίση, αποδίδεται με ευκολία, ακόμη και από έναμελετητή σαν τον Κοριά, στα άμεσα αποτελέσματα της ταξικής πάλης ιδίωςμέσα στο εργοστάσιο («άρνηση της εργασίας»), στα πλαίσια μιακοινωνιολογίζουσας αντίληψης της κεφαλαιοκρατικής οργάνωσης τηςεργασίας.

Ο οικονομισμός, με την αυτάρκεια που προσφέρει σταερμηνευτικά του σχήματα η αυταπάτη της αυτοδύναμης κίνησης τουκεφαλαίου, δε φτάνει ποτέ στη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένηςκατάστασης παρά μόνο με τρόπο καθαρά εμπειρικό, που δεν συνδέεταιδηλαδή με τη μαρξιστική θεωρία. Εφόσον τα πάντα εξηγούνται με τους«οικονομικούς νόμους» (τους μεταποιημένους από τη σταλινική παρέκκλισηέτσι ώστε να ταιριάζουν στο σκοπό τους), η ταξική πάλη και όλες οισυγκεκριμένες συνθήκες εμφανίζονται σαν ένα συμπλήρωμα της θεωρητικήςανάλυσης το οποίο παίζει αναγκαστικά το ρόλο του παραδείγματος(κόβοντας τα δεδομένα στα μέτρα του προϋπάρχοντος θεωρητικούσυμπεράσματος, εάν χρειάζεται: παραδοσιακή πρακτική των ΚΚ). Ουποκειμενισμός αντίθετα, κολυμπάει μέσα στο συγκεκριμένο χωρίς ναπροχωράει σε θεωρητική ανάλυση, εκτός από κοινωνιολογίζουσες αναλύσειςπου κι αυτές δεν ξεπερνάνε τον εμπειρισμό: τόση είναι η απέχθεια τουπρος την αντίληψη ότι τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής τον διέπουνκάποιοι οικονομικοί νόμοι δηλαδή «εσωτερικές και αναγκαίες σχέσεις»(Μαρξ).

2.2. Οι θεωρητικές προϋποθέσεις της μαρξιστικής ανάλυσης της κρίσης

Χρωστάμε στον Dumenil (1978) τη συστηματική έρευνα πάνω στην έννοια τουνόμου στο «Κεφάλαιο». Στο τεύχος αυτό των «Θέσεων» ο αναγνώστης μπορείνα βρει μεταφρασμένη την εισαγωγή του Althusser στο σχετικό βιβλίο τουDumenil. Ο νόμος είναι μια εσωτερική και αναγκαία σχέση: εκφράζει αυτόπου υπάρχει αναγκαστικά μέσα σε μία διαδικασία, αυτό που διατηρείταιαναγκαστικά μέσα στην ποικιλία των «εξωτερικών» (ως προς το νόμο)καθορισμών, αυτό που διατηρείται πέρα από τις αλλαγές που επιφέρουναυτοί ακριβώς οι καθορισμοί. Η αξία του εμπορεύματος, για να πάρουμε τοπιο απλό παράδειγμα, καθορίζεται από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο: αυτήη σχέση είναι αναγκαία, παραμένει πάντα παρούσα ανεξάρτητα από τους«εξωτερικούς» καθορισμούς που μπορεί να είναι η τεχνική πρόοδος, ταχαρακτηριστικά του συλλογικού εργάτη (γνώσεις, δεξιότητες, πειθαρχία, συλλογικότητα κ.λπ.), τα φυσικά πλεονεκτήματα μιας χώρας (φυσικοίπόροι) και πολλά άλλα. Αυτοί οι εξωτερικοί καθορισμοί δρουν πάνω στηναξία διαμέσου του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου. Είναι αρκετά σπάνιο οισυγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες να έχουν άμεσα αποτελέσματα, δηλαδή ναμην διαμεσοποιούνται αυτά από κάποιο οικονομικό νόμο: ένα τέτοιοπαράδειγμα άμεσου αποτελέσματος είναι η μείωση του εργάσιμου χρόνου απότους αγώνες της εργατικής τάξης. Οι εξωτερικοί ως προς το νόμοκαθορισμοί σε αντίθεση με την εσωτερική και αναγκαία σχέση που αυτόςαποτελεί και που είναι πάντα - παρούσα, είναι δυνατό να υπάρχουν ή ναμην υπάρχουν: για παράδειγμα οι άφθονοι φυσικοί πόροι ή το οργανωμένοεργατικό κίνημα μπορούν να υπάρχουν ή να μην υπάρχουν σ' έναν κοινωνικόσχηματισμό. Επίσης οι καθορισμού αυτοί βρίσκονται πέρα από τηδυνατότητα θεωρητικοποίησης. Είναι αυτοί για τους οποίους ο Μαρξ γράφει:

«Αυτό δεν εμποδίζει η ίδια οικονομική βάση η ίδια, σύμφωνα με τουςκύριους όρους της να μπορεί, χάρη σε απειράριθμα διαφορετικά εμπειρικάπεριστατικά, σε φυσικούς όρους, σε φυλετικές σχέσεις, σε ιστορικέςεπιρροές που επιδρούν απ' έξω κ.λπ. να παρουσιάζει ατελείωτεςπαραλλαγές και διαβαθμίσεις στη μορφή, οι οποίες μπορούν να κατανοηθούνμόνο με την ανάλυση αυτών των εμπειρικά δοσμένων περιστατικών». (ΤοΚεφάλαιο, τόμος τρίτος, κεφάλαιο 47).

Σε ότι αφορά την κρίση τουκεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής οι εξωτερικοί καθορισμοί, οιεμπειρικά δοσμένες συνθήκες, δρουν διαμέσου των νόμων της συσσώρευσης. Όμως αυτοί οι νόμοι είναι ανίκανοι από μόνοι τους να εξηγήσουν τηνκρίση:

«Στην ερώτηση ποια είναι η αιτία της γενικής κρίσης, θααπαντήσουμε: το πλήθος των παραγόντων των εξωτερικών ως προς τηναφηρημένη έννοια της αξιοποίησης, των εξωτερικών ως προς την αφηρημένηέννοια του κύκλου και της περιστροφής του κεφαλαίου με δυο λόγια, τωνεξωτερικών ως προς τη θεωρία του κεφαλαίου που σπρώχνουν τονκαπιταλισμό με διαρκώς ανανεωμένη δύναμη στη συσσώρευση, καιπεριορίζουν από την άλλη, τις δυνατότητες αύξησης της απόλυτης και τηςσχετικής υπεραξίας (...) Η γενική κρίση νοείται ως διαδικασίαυπερσυσσώρευσης στο ίδιο το εσωτερικό της δομής του κεφαλαίου, αλλά ηέννοια της αιτίας της εφαρμόζεται στη δέσμη των εξωτερικών αιτιών, πουμπορούν να υπάρχουν ή να μην υπάρχουν, και των οποίων η δράσημεταφράζεται τελικά στο εσωτερικό της δομής του κεφαλαίου σε διαδικασίαυπερσυσσώρευσης» (Dumenil 1978).

3. Το σύστημα της σχετικής υπεραξίας σε κρίση

Όπως είδαμε στο τεύχος 12 των Θέσεων, η εκμετάλλευση της εργατικήςτάξης από το κεφάλαιο με τις παλιές «άγριες» μεθόδους του 19ου αιώνααχρηστεύεται σταδιακά σε όλες τις χώρες όπου επεκτείνονται καιεδραιώνονται οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής: κάτω από την πίεσητης πολιτικής, ιδεολογικής και συνδικαλιστικής ισχυροποίησης τηςεργατικής τάξης και με την ανάδειξη της σε κύριο αντίπαλο της αστικήςτάξης, με την αυξανόμενη ανελαστικότητα των μισθών και την ισχυρήδιαπραγματευτική ικανότητα των συνδικάτων, με τη συγκρότηση τηςοικογένειας - μονάδας κατανάλωσης γυναικείας εργασίας και τη μείωση τηςπαρουσίας των παιδιών (αλλά και των γυναικών για την περίοδο 1875-1945)στην αγορά εργασίας, η εκμετάλλευση μετατοπίζεται από την απόλυτηυπεραξία στη σχετική υπεραξία. Η απόλυτη υπεραξία συνεχίζει βέβαια ναυπάρχει σα δευτερεύουσα μορφή εκμετάλλευσης και αυτό όχι μόνο επειδή ηεργατική τάξη της κλείνει το δρόμο αλλά και, επειδή οι εφαρμογές τωννέων επιστημονικών και τεχνολογικών γνώσεων στην παραγωγή επιφέρουναυξήσεις της απόδοσης της εργασίας πολύ μεγαλύτερες από αυτές που είναιδυνατό να επιτευχθούν με την εντατικοποίηση της (της εργασίας). Είδαμεεπίσης ότι σ' αυτόν το βασικό τρόπο εξαγωγής υπεραξίας αρθρώνονται μίασειρά από στοιχεία που το καθένα τους ξεχωριστά αλλά και όλα μαζί εσυνεργασία, τείνουν στην εξασφάλιση των όρων παραγωγής σχετικήςυπεραξίας. Αυτό το σύστημα της σχετικής υπεραξίας είναι ιδιαίτεραπολύπλοκο και μάταια θα προσπαθούσε κανείς να το περιγράψει αναλυτικά, εκτός αν προσπαθούσε να το κάνει στα πλαίσια της συγκεκριμένης ανάλυσηςτης συγκεκριμένης πραγματικότητας. Στο ιδεόγραμμα που υπάρχει σ' αυτόεδώ το άρθρο φαίνονται τα κυριότερα στοιχεία του συστήματος και οικυριότερες μεταξύ τους σχέσεις. Το διάγραμμα αυτό δεν έχει καμίαθεωρητική αξία και σε καμιά περίπτωση δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότιείναι πλήρες: έχει σα στόχο τη συνοπτική παρουσίαση, των βασικώνστοιχείων και σχέσεων του συστήματος της σχετικής υπεραξίας. Η βάσηαυτού του συστήματος είναι η παραγωγή σχετικής υπεραξίας και κατάσυνέπεια η αύξηση της παραγωγικής δύναμης της εργασίας. Αλλά η αύξησηαυτή εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα τον συστήματος στο σύνολοτου. Στην περίπτωση μιας κρίσης παραγωγικότητας, όπως η σημερινή, εντοπίζει κανείς για κάθε κοινωνικό σχηματισμό έναν ιδιαίτερο τρόπολειτουργίας και δυσλειτουργίας του καπιταλισμού της σχετικής υπεραξίας: όπως είδαμε, για παράδειγμα στο τεύχος 13, οι αιτίες της επιβράδυνσηςτης παραγωγικής δύναμης της εργασίας συνδέονται στις ΗΠΑ με τημετατόπιση του παραγωγικού τους δυναμικού προς το Νότο, με τηνεπιβράδυνση των αυξήσεων των μισθών και τη μείωση της δύναμης τωνσυνδικάτων (των προσαρμοσμένων στο σύστημα), με την εργατικήαμφισβήτηση και τη γενικότερη ριζοσπαστικοποίηση της αμερικάνικηςκοινωνίας στη δεκαετία του 60, με τη μαζική έξοδο των γυναικών στηναγορά εργασίας, με τη μείωση των δαπανών RD, τη διόγκωση των υπηρεσιώνκ.λπ. Στο τεύχος 14 από την άλλη, είδαμε ότι οι αιτίες της επιβράδυνσηςστη Γαλλία π.χ. ήταν διαφορετικές: ανισομερή ανάπτυξη των τομέωνπαραγωγής, υστέρηση σε κλάδους που κατασκευάζουν μέσα παραγωγής γιαμέσα παραγωγής μετά το 1970 περίπου, αμφισβήτηση της καπιταλιστικήςοργάνωσης της εργασίας, πίεση για μισθολογικές αυξήσεις από τη μεριάτου οργανωμένου εργατικού κινήματος. Βέβαια υπάρχουν σε όλες· τις χώρεςόλα εκείνα τα δομικά χαρακτηριστικά και όλες εκείνες οι τάσεις τουκεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής που μπαίνουν στο παιχνίδι της κρίσηςυπερσυσσώρευσης: η συγκέντρωση της παραγωγής, η αύξηση της τεχνικήςσύνθεσης του κεφαλαίου και η πτωτική τάση του γενικού ποσοστού κέρδους, οι αλλαγές στα μέσα και τη μέθοδο εργασίας, η συρρίκνωση της μικρήςεμπορευματικής παραγωγής και άλλα. Αλλά και εδώ βρίσκονται κάτω από τονεπικαθορισμό των συγκεκριμένων συνθηκών του κοινωνικού σχηματισμού, καιείναι θρησκευτική ανοησία να μιλάμε για τη σημερινή κρίση με γενικέςαναφορές σε κάποιες από τις ιστορικές τάσεις του κεφαλαιοκρατικούτρόπου παραγωγής. Είναι έξω από τις δυνατότητες και τις προθέσεις τηςμαρξιστικής θεωρίας η διαμόρφωση μιας γενικής θεωρίας για τη σημερινήκρίση, ειδικά δηλαδή μιας θεωρίας που παραμερίζοντας τις συγκεκριμένεςσυνθήκες του κάθε ξεχωριστού κοινωνικού σχηματισμού προσπαθεί να βρειτη μοναδική και επομένως κοινή για όλες τις χώρες, αιτία της κρίσης: στον πειρασμό μιας τέτοιας προσπάθειας έχουν υποκύψει σχεδόν όλοι μέσαστην Αριστερά, από τους θεωρητικούς των ΚΚ και τον Λιπιέτς με τηνπτωτική τάση του ποσοστού κέρδους μέχρι τον Μαντέλ και τον Παπανδρέουμε τα μακρά κύματα Κοντράτιεφ (Κυπριανίδης - Μηλιός 1983) και τον Κοριάμε τα όρια της φορντικής ταιηλορικής οργάνωσης της εργασίας. Ταπραγματικά προβλήματα της μαρξιστικής ανάλυσης είναι να εξηγήσει από τημια αυτό που είναι καινούριο στην κρίση υπερσυσσώρευσης δηλαδή τονπληθωρισμό, την παρεμπόδιση της εκδήλωσης των εκκαθαριστικών τάσεων τηςκρίσης και την παγκοσμιότητα της (της κρίσης), και από την άλλη το πώςοι συγκεκριμένες συνθήκες κάθε χώρας ενεργοποίησαν τις εγγενείςαντιφάσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.

Μετά από όλες τις παραπάνω επιφυλάξεις μπορούμε να αποδώσουμε την κρίση υπερσυσσώρευσης σε παράγοντες που χωρίζονται σε:

α. δράση των ιστορικών τάσεων του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής(και άρθρωση τους με τις συγκεκριμένες συνθήκες, με τους εξωτερικούς ωςπρος τους οικονομικούς νόμους καθορισμούς).

β. δράση των εξωτερικών καθορισμών που είναι κοινοί σε όλους τους κοινωνικούς σχηματισμούς

γ. δράση των εξωτερικών καθορισμών, των συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών κάθε εθνικού κοινωνικού σχηματισμού.

Τα τρία παραπάνω στοιχεία αποτελούν οργανική ενότητα και ο χωρισμόςτους είναι καθαρά τυπικός. Για να μιλήσει κάποιος για τη σημερινή κρίσητου καπιταλισμού ευγένει, θα πρέπει επομένως να απομακρύνει από τηνανάλυση του όλους τους παράγοντες της κατηγορίας (γ). Από εκεί και πέραη επιχείρηση διεξάγεται κατά κανόνα μέσα στη θεωρητική παρανομία αλλάαπό την άλλη μας οδηγεί στην περιγραφή ενός γενικού πλαισίου από τοοποίο μπορεί να ξεκινήσει μία «συζήτηση» δηλαδή μία θεωρητικήαντιπαράθεση για τη σημερινή κρίση, και το οποίο είναι φτιαγμένο απότην αρχή για να παραβιαστεί στην πορεία. Χωρίς ιεράρχηση και συνοπτικά:

1. Η κρίση παραγωγικότητας συνδέεται άμεσα με την εργατική αμφισβήτησητης κεφαλαιοκρατικής οργάνωσης εργασίας ιδιαίτερα στην περίοδο1965-1975 (Κοριά 1985). Αμφισβήτηση που παίρνει ανοιχτές ή λανθάνουσεςμορφές και καταλήγει στη συγκρότηση ενός συλλογικού εργάτη δηλαδή ενόςκοινωνικού συνδυασμού εργασίας με μειωμένη αποτελεσματικότητα και κατάσυνέπεια μειωμένη απόδοση εργασίας. Ο πόλος της εργασίας εκτέλεσηςεμπλουτίζεται με νέες γνώσεις και δεξιότητες τις οποίες ο πόλος τηςδιεύθυνσης αδυνατεί να οικειοποιηθεί. Η κρίση παραγωγικότητας είναιαμφισβήτηση της κεφαλαιακής σχέσης.

2. Η συρρίκνωση της μικρήςεμπορευματικής παραγωγής και η επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων σενέες σφαίρες της υλικής παραγωγής συνοδεύονται από αύξηση τηςπαραγωγικής δύναμης της εργασίας επειδή κάθε παραδοσιακή εργασιακήδιαδικασία που «αντικαθίσταται» από μία βιομηχανική έχει χαμηλή απόδοσηεργασίας (γι* αυτό εξάλλου και αντικαθίσταται). Όμως στις παλιέςβιομηχανικές χώρες, στη δεκαετία του 60 οι δυνατότητες παραπέραεπέκτασης μειώνονται σημαντικά επειδή ήδη οι παλιές μορφές παραγωγήςέχουν ουσιαστικά εκλείψει. Εξαντλείται έτσι μία πηγή αύξησης τηςκοινωνικής παραγωγικής δύναμης της εργασίας. (Billaudot και Gauron1985).

3. Η τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου πολλαπλασιάζεται στη διάρκεια

της μεταπολεμικής περιόδου καθώς εντείνεται η εκμηχάνιση κάτω από τηνπίεση των αυξήσεων των πραγματικών μισθών και της διεθνοποίησης τουανταγωνισμού. Η Ευρώπη και η Ιαπωνία εισάγουν τις «αμερικάνικες»τεχνικές οργάνωσης της εργασίας και την αμερικάνικη τεχνολογία, κλείνουν την απόσταση που τις χωρίζει από τις ΗΠΑ. Η αύξηση τηςτεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου μεταφράζεται σε πτωτική τάση τουποσοστού κέρδους (Lipietz 1982).

4. Η συσσώρευση κεφαλαίου στηδιάρκεια της «χρυσής» εποχής δημιουργεί στην αγορά εργασίας συνθήκεςευνοϊκές για την εργατική τάξη (συνδικαλισμός, αύξηση πραγματικώνμισθών, ανελαστικότητα μισθών) που διεκδικεί από καλύτερες θέσεις έναμεγαλύτερο κομμάτι της προστιθέμενης αξίας σταθεροποιώντας έτσι τοποσοστό εκμετάλλευσης, ή έστω επιβραδύνοντας τις αυξήσεις του (Busch1984). Η προσπάθεια του κεφαλαίου να αποφύγει αυτή την ισχυροποίηση τηςεργατικής τάξης, το οδηγεί ορισμένες φορές σε εκμετάλλευση φθηνήςμησυνδικαλισμένης εργατικής τάξης, με μετατόπιση των παραγωγικών τουδραστηριοτήτων: μακροπρόθεσμα υποσκάπτεται έτσι ο δυναμισμός τουσυστήματος της σχετικής υπεραξίας καθώς το κεφάλαιο δεν πιέζεται ναπροχωρήσει σε εκσυγχρονισμό της παραγωγής (Thurow 1985) και παραπέρααυξήσεις της παραγωγικότητας.

5. Οι αυξήσεις της παραγωγικήςδύναμης της εργασίας στον τομέα Ι της παραγωγής μέσων παραγωγής σεπολλές χώρες είναι μικρότερες από τις αντίστοιχες αυξήσεις στον τομέαII, ή ακόμη ο τομέας Ι δεν κατορθώνει να ωθήσει παραπέρα την εκμηχάνισηκαι την παραγωγική δύναμη της εργασίας στον II. Στην πρώτη περίπτωσηέχουμε μία επιβράδυνση της υποτίμησης του παγίου κεφαλαίου ενώ στηδεύτερη έχουμε μια επιβράδυνση στην αξιοποίηση της εργατικής δύναμης(Palloix 1978). Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε πτώση του ποσοστούκέρδους.

6. Οι δαπάνες των ηγεμονικών χωρών για έρευνα και τεχνολογία παραμένουν μικρές (ως ποσοστό του ΑΕΠ) ή ακόμη μειώνονται.

7. Η σχετική καθυστέρηση του τομέα Ι καταλήγει σε αδυναμία από μέρουςτου να οργανώσει τις νέες επιστημονικές και τεχνολογικές γνώσεις σεμεγάλη κλίμακα παραγωγής (Palloix 1977) έτσι ώστε να πετύχει νέεςαυξήσεις της κοινωνικής παραγωγικής δύναμης της εργασίας.

8. Ηδιεθνοποίηση της παραγωγής - εντείνει τον ανταγωνισμό των εθνικώνβιομηχανικών κεφαλαίων ενώ αφήνει σχετικά προστατευμένες τις υπηρεσίες. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τους ευνοϊκούς όρους εκμετάλλευσης τηςεργατικής δύναμης από το κεφάλαιο των υπηρεσιών, συμβάλλουν στηδιόγκωση του «τριτογενούς» τομέα, διόγκωση που υποσκάπτει το δυναμισμότου συστήματος της σχετικής υπεραξίας. Ο τομέας των υπηρεσιών, όπως καιοι ζώνες χαμηλών μισθών και γενικότερα αδύναμης οργάνωσης της εργατικήςτάξης, αποτελεί μία εναλλακτική λύση στον εκσυγχρονισμό της παραγωγήςκαι την προσπάθεια για παραπέρα αύξηση της παραγωγικής δύναμης τηςεργασίας (Barou & Keizer 1984). Αυτή η «φυγή προς τα πίσω»υποσκάπτει τη θέση του αντίστοιχου κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά(σημασία των υπηρεσιών στις ΗΠΑ, της βιομηχανίας στη Δ. Γερμανία καιτην Ιαπωνία).

9. Οι παραπάνω παράγοντες οδηγούν σε μία πτώση τουποσοστού κέρδους: το καινούργιο κεφάλαιο που επενδύεται παράγει όλο καιμικρότερο καθαρό προϊόν (προστιθέμενη αξία). Η αντίδραση του κεφαλαίουστην πτώση του ποσοστού κέρδους είναι από τη μία η αύξηση των τιμών καιο πληθωρισμός (Busch 1984, Clerk 1984) και από την άλλη η υπερχρέωσητων επιχειρήσεων. Προϋπόθεση για την ύπαρξη πληθωρισμού στη σημερινήκρίση είναι η ύπαρξη ενός πιστωτικού συστήματος που επιτρέπει τηνκοινωνική ψευδοεπικύρωση των ιδιωτικών εργασιών (Brunhoff 1974) και ημονοπωλιακή συγκρότηση της αγοράς. Οι εκκαθαριστικές τάσεις της κρίσηςεκδηλώνονταν παλιότερα με βίαιη καταστροφή κεφαλαίου πτώση των τιμών, χρεοκοπίες και κερδοσκοπία. Όπως έδειξε η Brunhoff (1976) ο πληθωρισμόςείναι η μορφή με την οποία σήμερα η κρίση αντικαθιστά τη βίαιηκαταστροφή κεφαλαίου, και αυτό οφείλεται στο ότι το πιστωτικό σύστημακατορθώνει με τη λειτουργία του να εμποδίσει τη ρήξη της διαδικασίαςτης εμπορευματικής κυκλοφορίας (Εμπόρευμα - Χρήμα - Εμπόρευμα). Ενώστις προηγούμενες κρίσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής με τηρήξη αυτή πραγματοποιόταν η μη επικύρωση των ιδιωτικών εργασιών ωςκοινωνικά αναγκαίων, και έμπαινε σε λειτουργία ο μηχανισμός απαξίωσηςτου υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου, σήμερα η συνέχιση του κύκλου Εμπόρευμα- Χρήμα - Εμπόρευμα επιτρέπει την ψευδοεπικύρωση των ιδιωτικών εργασιώνως κοινωνικά αναγκαίων και αντί να αρχίσει η καταστροφική απαξίωση τουκεφαλαίου, έχουμε μία «διάχυση» της απαξίωσης στο σύνολο του κεφαλαίου, πράγμα που της δίνει μορφή βραδεία και μη βίαιη. Ταυτόχρονα μ' αυτό τοντρόπο πραγματοποιείται μία υποτίμηση της εργατικής δύναμης (πράγμα πουπροφανώς εξαρτάται και από τους μισθούς).

10. Η κρατικήπαρέμβαση με τις δημόσιες επενδύσεις (μη επικερδείς, αναπαραγωγής τουσυνολικού κεφαλαίου, με ψηλό επιχειρηματικό ρίσκο, στρατιωτικές κ.ά.)με τα μη αναπαραγωγικά έξοδα (Σταμάτης 1984), με την ενεργό παρουσίαστο πιστωτικό σύστημα (διαχείριση του χρήματος) και τη διαχείριση τηςεργατικής δύναμης (ανεργία, welfare, καθορισμός κατώτατου ημερομίσθιου, διάρκεια εργασίας, συλλογικές διαπραγματεύσεις, κοινωνικές ασφαλίσεις, έμμεσος μισθός, status των συνδικάτων) έδρασε προς την ίδια κατεύθυνσημε τον πληθωρισμό: συγκράτηση των εκκαθαριστικών λειτουργιών τηςκρίσης, αναβολή της καταστροφής, δηλαδή της απαξίωσης κεφαλαίου. Ηαντικρατική στροφή του νεοφιλελευθερισμού στοχεύει ακριβώς σ' αυτή τηλειτουργία του κρατικού μηχανισμού.

11. Η πραγματικότητα τηςκρίσης συνδέεται με την επικάλυψη των εθνικών κύκλων (Altvater et al1975). Η διεθνοποίηση της παραγωγής έχει σαν αποτέλεσμα οι εθνικέςοικονομίες να διέρχονται ταυτόχρονα από τις φάσεις ανάκαμψης καιύφεσης: συντονισμός των εθνικών οικονομικών κύκλων. Ο συντονισμός αυτόςέχει με τη σειρά του σαν αποτέλεσμα την αύξηση του πλάτους των κύκλωναυτών.

Αυτά είναι νομίζω τα βασικά σημεία μιας περιγραφής τηςσημερινής κρίσης γενικά. Όσο μικρή θεωρητική σημασία και αν έχει το ναμιλάει κανείς για την κρίση με τρόπο γενικό (χωρίς δηλαδή να αναφέρεταιστην κρίση του ελληνικού καπιταλισμού), το άνοιγμα της οποιασδήποτεσυζήτησης πάνω στα παραπάνω σημεία θα είναι, δεδομένης της θεωρητικήςαφασίας της ελληνικής Αριστεράς, ένα βήμα μπροστά, δηλαδή προς τησυγκεκριμένη ανάλυση του ελληνικού καπιταλισμού και τη γνώση:

1. του χαρακτήρα της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού,

2. των αντιθέσεων πάνω στις οποίες θα δοθούν οι μεγάλες ταξικές μάχες τα επόμενα χρόνια στην Ελλάδα,

3. των τάξεων ή μερίδων τάξεων που μπορούν σήμερα, στην Ελλάδα, νασυνταχθούν πίσω από ένα σχέδιο αντικαπιταλιστικής εξόδου από την κρίση,

4.των στρατηγικών στόχων που μπορούν,

α. να συγκροτήσουν τις δυνάμεις αυτές σε ταξική συμμαχία που θα

εκφράζεται ιδεολογικά, συνδικαλιστικά και πολιτικά,

6. να εγγυηθούν ότι η έξοδος από την κρίση θα έχει χαρακτήρα αντικαπιταλιστικό,

5. των αντικειμενικών όρων και των περιοριστικών παραγόντων της ταξικήςσύγκρουσης, δηλαδή του «εδάφους» πάνω στο οποίο διεξάγεται αυτή,

6. των θέσεων μάχης από τις οποίες μπορούν να επιτευχθούν οι στρατηγικοί στόχοι (κατακτήσεις στρατηγικής σημασίας),

7. της στρατηγικής και της τακτικής των διάσπαρτων δυνάμεων τηςεπαναστατικής Αριστεράς, της εμβέλειας της παρέμβασής της, και εκείνωντων οργανωτικών πρωτοβουλιών της που θα είχαν κάποιες πιθανότητεςεπιτυχίας.

image002.jpg (553?686)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Althusser L., 1973, «Reponse a J. Lewis» Maspero (ελληνικά «Απάντηση στον J. Lewis, θεμέλιο).

Althusser E., Hoffman J., Junzel R., Semmler W. «Inflation und Kriseder Kapitalverwertung» PROKLA 17/19. Το άρθρο αυτό παρουσιάζεται στοΚυπριανίδης T., Μηλιός Γ. (1983).

Barou Y. θ Keizer B., 1984, «Les grandes economies» Seuil.

Billaudot Β. θ Gauron Α., 1985, «Croissance et crise» La Decouverte.

Brunhoff S. de, 1974, «Une analyse marxiste de Γ inflation» περιέχεται στο Les rapports d' argent, Maspero PUG.

Brunhoff S. de, 1976, «Etat et Capital» Maspero PUG (ελληνικά, «Κράτος και κεφάλαιο», θεμέλιο).

Busch K., 1984, «Η Ευρωπαική κοινότητα σε κρίση» θέσεις 8.

Clerc D., 1984, «L'inflation» Syros.

Dumenil G., 1978, «Le concept de loi economique dans le Capital» Maspero.

Ιωακείμογλου H. & Μηλιός Γ., 1986, «Κρίση και λιτότητα. Η ανάκληση τον σοσιαλδημοκρατικού συμβολαίου» Θέσεις 14.

Κυπριανίδης Τ. θ Μηλιός Γ., 1983, «Σημειώσεις πάνω στις μαρξιστικές θεωρίες για την οικονομική κρίση» Θέσεις 3.

Κοριά Μ. 1985, «Ο εργάτης και το χρονόμετρο», Κομμούνα.

Lipietz Α., 1982, «Derriere la crise: la tendance a la baisse du taux de profit». Revue economique no 2.

Μαρξ Κ., 1978, «Το Κεφάλαιο», Σύγχρονη εποχή.

Palloix C., 1977, «Proces de production et crise du capitalisme» Maspero PUG.

Palloix C., 1978, «Travail et production» Maspero.

Ταρπάγκος A. 1986, Εργατικό κίνημα και αριστερή πολιτική ενότητα» θέσεις 14.

Σταμάτης Γ., 1984, «Μη αναπαραγωγικές δαπάνες, κρατικές δαπάνες, κοινωνική αναπαραγωγή και κερδοφορία του κεφαλαίου» θέσεις 6.

Thurow L., 1985, «A time to dismantle the world economy» The Economist 9.11.85.