ΓΙΑ ΤΗ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΗΘΙΚΗ
ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ
του Μιχάλη Μπαρτσίδη
Το βιβλίο του Γιάννη Μηλιού Από την κρίση στην κυβέρνηση της Αριστεράς. Η στρατηγική των αναγκών, 1 αποτελεί μια σημαντική καταγραφή της τελευταίας τριετίας: περιέχει θεωρητικές και πολιτικές αναλύσεις, περιγραφές και εκτιμήσεις της κατάστασης, αποσαφηνίζει και επεξηγεί σύνθετα θεωρητικά και πολιτικά ζητήματα με πολύ εύληπτο τρόπο. Θα εξετάσουμε αρχικά το είδος λόγου που το χαρακτηρίζει, στη συνέχεια σε ποια επιστημολογική και πολιτική παράδοση ανήκει και τέλος, θα διατυπώσουμε μια πρόταση πολιτικής ηθικής και στρατηγικής που απορρέει από το σύνολο αυτών των στοιχείων.
1. Η πολιτική μέσω των εννοιών
Ο συγγραφέας ενώ είναι, ως γνωστόν, οικονομολόγος στο συγκεκριμένο βιβλίο δεν αναπτύσσει αποκλειστικά οικονομικό λόγο αλλά ευρύτερα πολιτικό. Ανήκει σε μια παράδοση η οποία δίνει μεγάλη σημασία στις έννοιες και όχι στα βιογραφικά στοιχεία ή στην εμπειρική διάσταση της πολιτικής και των καταστάσεων. Αυτό το είδος λόγου γονιμοποιεί με την ακρίβεια και την κυριολεξία του τον συνολικό λόγο της Αριστεράς εις βάρος, ευτυχώς, των δογματικών, αποφατικών και «ξύλινων» στοιχείων. Ας μην ξεχνούμε άλλωστε ότι όλοι οι άνθρωποι επικοινωνούν με τις κοινές έννοιες, σύμφωνα με τον Σπινόζα. Η αναβάθμιση του πολιτικού λόγου της Αριστεράς επιτυγχάνεται όχι όταν εκλαϊκεύουμε, δηλαδή όταν ομιλούμε από θέση γνωσιακής και αξιακής υπεροχής, δίνοντας ως καθοδηγητές μασημένη τροφή για να μπορέσουν να «καταλάβουν» οι αποδέκτες της «βάσης». Το κοινό βρίσκεται πάντοτε σε ένα ίσο επίπεδο με αυτόν που γράφει ή που ομιλεί διότι επικοινωνεί αναγκαία μέσω ορισμένων κοινών εννοιών.
Οι κοινές έννοιες δεν συμπίπτουν με την κοινή λογική, την common sense των εμπειριστών. Aναφέρονται σε ένα κοινό ή καλύτερα διατομικό (transindividual) νοητικό στοιχείο που υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους, που αποτελεί αντικειμενικότητα (γι’ αυτό λέμε «έννοιες» κοινές και όχι λογική ή αίσθηση), διότι είναι το σημείο τομής μεταξύ των ατόμων, συνεπώς αποτελεί τόπο της αλήθειας. Με άλλα λόγια, οι κοινές έννοιες είναι ένα αντικειμενικό καθολικό που φτιάχνεται στην κοινή δράση ή (και) κατά τη συγκρότηση της κοινωνικής σχέσης. Ο λόγος του Μηλιού απευθύνεται στον κοινό νου όλων των ανθρώπων (εμβέλεια λόγου πέρα από τα όρια της Αριστεράς), όχι με βάση τους κοινούς κώδικες – τις κοινές παραστάσεις κλπ. της κυρίαρχης ιδεολογίας, αλλά με βάση μια ερμηνευτική που «φωτίζει» τα κοινά «ζητήματα» που θέτει η (εκάστοτε) συγκυρία στους μετέχοντες στο κοινωνικό σώμα. Η κυρίαρχη ιδεολογία (ενικός) είναι η αιχμαλώτιση και ενοποίηση των ποικίλων ιδεολογιών (πληθυντικός) των κυριαρχούμενων. Η αλήθεια βγαίνει μέσα από την ιδεολογία με μια τομή χωρίς ωστόσο να τις χωρίζει σινικό τείχος: «το αληθές δείχνει τον εαυτό του και το λάθος» (veritas index sui et falsi), και πάλι σύμφωνα με τον συγγραφέα της Ηθικής. Οι έννοιες κυκλοφορούν έξω από το επιστημολογικό τους πλαίσιο, αναπλάθονται, αλλάζουν και επιστρέφουν πίσω σε ένα αντικείμενο ή ένα σύστημα σκέψης. Αυτό σημαίνει ότι ο λόγος που διακονεί ο Γιάννης Μηλιός (ΓΜ) απευθύνεται σε όλους, επικοινωνεί με όλα τα άτομα με έννοιες, γίνεται αντιληπτός και κατανοητός μέχρι και από σοβαρούς δεξιούς που εκτιμούν τον κριτικό λόγο ακόμη και αν διαφωνούν στις απόψεις. Το άλλο μοντέλο είναι να απευθύνεσαι και να συνομιλείς μόνο με όσους μιλούν τη γλώσσα της αριστερής «ιδεολογίας», να ζυμώνεις συνεχώς το κομματικό ακροατήριο. Ο ΓΜ δεν απευθύνεται ούτε στο 4% ούτε στο 26% του κόμματος και της Αριστεράς αλλά στο 99% της κοινωνίας, που έλεγε και το Occupy Wall Street. Πρόκειται για κριτικό ριζοσπαστικό διαφωτισμό που παρόλο που ξεκινάει με επιστημονικά χαρακτηριστικά έχει ευρύτατη απεύθυνση, διάδοση και τελικά αναγνώριση. Και θα πρέπει αυτό να μην διαφύγει ειδικά από όσους θέλγονται από την «αριστερά της λογικής», διότι αν δεν είναι σε θέση να συνομιλήσουν με αυτή την παράδοση, να διακρίνουν αυτό το είδος λόγου από το δογματισμό, αργά ή γρήγορα, θα ξεπέσουν στην κοινή λογική και αίσθηση, χάνοντας κάθε κριτικό στοιχείο.
2. Το χρονικό ενός πολιτικού συμβάντος μέσα στην κρίση
Ένα άλλο στοιχείο που χαρακτηρίζει το λόγο του βιβλίου είναι η «προς τα πάνω» θέαση του συγγραφέα. Ο ΓΜ βλέποντας προς τα πάνω αναλύει την κρατική πολιτική, περιγράφει τη διαχείριση της κρίσης, τα μέτρα, τους ρυθμούς με τους οποίους αυτά λαμβάνονται, τις αντιφάσεις κλπ. Αυτή η ματιά προς τα πάνω έχει ωστόσο πάρα πολύ ισχυρή έδραση και επαφή με ό, τι συμβαίνει «από τα κάτω». Θα αναφερθώ, αργότερα, σε ένα παράδειγμα από αυτό το χρονικό από το 2010 μέχρι σήμερα, κατάλληλο για να γίνει αντιληπτό τι εννοώ με αυτή την αντιφατική διατύπωση. Χωρίς λοιπόν να ασχολείται λεπτομερώς με ό, τι συμβαίνει κάτω, στις κοινωνίες των πολιτών, στα κινήματα, στο επίπεδο των αντιδράσεων, των αντιστάσεων και της συγκρότησης των νέων υποκειμενικοτήτων, εντούτοις ενσωματώνει τα δεδομένα αυτά με αποτέλεσμα να μην περιορίζεται αισθητά η διττότητα του λόγου και συνακόλουθα η εμβέλειά του.
Το βιβλίο αποτελεί, όπως είπαμε, μια σημαντική καταγραφή των συμβάντων κατά τα τρία-τέσσερα τελευταία χρόνια, από την εμφάνιση της κρίσης μέχρι σήμερα. Η αναφορά στην επικείμενη αριστερή κυβέρνηση στον τίτλο του βιβλίου έχει βεβαίως επιτελεστικό χαρακτήρα, δηλαδή ενώ δεν είναι βέβαιη η κυβέρνηση της Αριστεράς εντούτοις αυτό που επιδιώκουμε και κάνουμε το λέμε για να γίνει, και πιστεύουμε ότι θα γίνει. Το φρόνημα που προκύπτει δεν πρέπει να συγχέεται και να θεωρείται προϊόν υπεραισιοδοξίας ή πρώιμης βεβαιότητας. Το λέμε για να γίνει.
Σε αυτό το χρονικό υπάρχουν τέσσερα σημεία: Ο Μάιος του 2010 με το Μνημόνιο Ι, ο Ιούνιος του 2011 με το κορυφαίο συμβάν των τελευταίων δέκα χρόνων που είναι η ανάπτυξη των κινημάτων εναντίον του μνημονίου, αλλά με τη νέα έκφρασή τους που ήταν οι Πλατείες (σε αυτό το ιστορικό συμβάν θα ήθελα να επιμείνω), ο Φλεβάρης του 2012 με το Μνημόνιο ΙΙ, τις μεγάλες διαδηλώσεις και την πτώση της κυβέρνησης, και ένα χρόνο μετά τις Πλατείες ο Μάιος του 2012, που είχαμε το μοναδικό φαινόμενο στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία, αυτόματης καθετοποίησης μιας μεγάλης οριζόντιας κινητοποίησης - κινήματος. Εντός ενός έτους ολοκληρώθηκε η εκτύλιξη ενός συμβάντος που επί χρόνια αναζητούσαμε θεωρητικά και πολιτικά στις πολιτικές επιστήμες για τη σχέση των οριζόντιων κινημάτων και της κεντρικής πολιτικής και εξουσίας, το πώς αυτά τα δυο τέμνονται ή συνδυάζονται. Είμαστε μάρτυρες, εδώ στην Ελλάδα, ενός μοναδικού και σπάνιου περιστατικού σχεδόν ακαριαίας, από την άποψη του ιστορικού χρόνου, καθετοποίησης ενός μεγάλου, αυθεντικού οριζόντιου κινήματος.
Το ενδιάμεσο αυτό γεγονός δεν τίθεται στο επίκεντρο του βιβλίου, υπάρχει ωστόσο ο αντίκτυπός του σταθερά κάτω από τις γραμμές παντού και ρητά σε ορισμένες αναλύσεις. Υπ’ αυτήν την έννοια, θα μπορούσε κανείς να ελέγξει όσα παρουσιάζει ο συγγραφέας με την «από τα πάνω» θέασή του, σε ένα γόνιμο διάλογο με μια άλλη οπτική γωνία η οποία θα παρακολουθούσε τα νέα υποκείμενα που αναδύονται από τα κινήματα, ώστε να γίνουν τελικά ορατές οι νέες μορφές πολιτικής που εμφανίζονται. Η πολιτική δεν είναι πάντοτε η ίδια, σταθερή και αμετάβλητη αλλά παίρνει διαφορετικές μορφές κατά περιόδους, τις οποίες πρέπει να έχουμε υπόψη μας και να προσαρμοζόμαστε αντιστοίχως.
3. Η γρήγορη εμβάθυνση
Το παραπάνω στοιχείο μας οδηγεί στο δεύτερο μεγάλο θέμα που αναδεικνύεται με τη βοήθεια αυτού του χρονικού και αφορά το ζήτημα μιας πολιτικής ηθικής, η οποία εμπεριέχει αρθρωμένα ό, τι παλιότερα αποκαλούσαμε τακτική και στρατηγική. Στην πορεία από την κρίση στη διακυβέρνηση της Αριστεράς το ερώτημα που τίθεται είναι εκείνο της συνέπειας. Συνέπεια είναι να μην αλλάζεις υπό τον φόβο της εξουσίας και της διαφθοράς της; Συνέπεια είναι να παραμένεις στάσιμος; Όχι βέβαια! Αν μιλάμε ως αριστεροί, ως μαρξιστές, ως υλιστές, συνέπεια δεν μπορεί παρά να σημαίνει κάποιον τρόπο να αλλάζεις. Συγκροτείται τελευταία ένας τύπος κριτικής όχι μόνο προς το οικονομικό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ αλλά προς τη γενικότερη πολιτική του ότι εν όψει της ανάληψης της κυβερνητικής εξουσίας μετατοπίζεται, ότι παίρνει άλλους δρόμους και ατραπούς. Μπορεί να υποστηριχθεί με βάση όσα αποτυπώνονται στο χρονικό του βιβλίου, ότι συνέπεια είναι ο γρήγορος τρόπος να μετακινείσαι μέσω της εμβάθυνσης (της αρχικής τομής).
Ως πρόσωπα και ως παρατάξεις έχουμε κάποιες βασικές αρχές και θέσεις για αφετηρία. Οι θέσεις αυτές έχουν κάποιες δυνατότητες οι οποίες ενδεχομένως μπορεί να συμβούν, να πραγματοποιηθούν, να υλοποιηθούν. Εξ ορισμού, θα λέγαμε, οι αρχές μας είναι ανοιχτές προς τη συγκεκριμενοποίηση και την εμβάθυνσή τους. Από την άλλη, είμαστε υποχρεωμένοι να μετατοπιστούμε από τις βασικές μας αρχές όπως μας καλεί σε αυτό η πραγματικότητα, η ιστορία, η ίδια η πολιτική. Για να είμαστε σε θέση να παρακολουθήσουμε τα γεγονότα δυο τρόποι υπάρχουν γενικά. Ο πρώτος είναι ο κομφορμιστικός τρόπος της προσαρμογής στα νέα δεδομένα, ξεχνώντας τη βασική μας αρχή. Συνήθης τρόπος που η βιασύνη να καλυφθεί η απόσταση από τα κρατούντα έχει ως αποτέλεσμα την εγκατάλειψη των αρχών.
Ο δεύτερος τρόπος είναι η μετακίνηση μέσω της εμβάθυνσης. Ο τρόπος αυτός είναι ριζοσπαστικός καθόσον αναθεμελιώνει τις βασικές αρχές χωρίς να τις εγκαταλείπει, χωρίς να εξαλείφει τις βασικές θέσεις – προϊόντα πρωταρχικών ρήξεων. Η αναθεμελίωση σηματοδοτεί την επέκταση πέραν των ορίων του αρχικού πλαισίου ώστε να γνωρίσουμε τα νέα ιστορικά δεδομένα που προέκυψαν (αφού πάντοτε προκύπτουν νέα πράγματα), να συλλέξουμε από αυτά όσον είναι δυνατόν και, επιστρέφοντας εντός των ορίων να τα επανεπενδύσουμε εις τρόπον ώστε να αλλάξουν τα θεμέλια. Απλούστερα, οι θεμελιακές αρχές και έννοιες εμπλουτίζονται και γίνονται συνθετότερες.
Στο σημείο εξόδου από το πλαίσιο αρχών βρίσκεται, κατά τα αναμενόμενα, η συνάντηση με την ιστορική πραγματικότητα, με την πολιτική και με τις μάζες. Αν οι μαζικές και ατομικές πρακτικές συμβαίνουν κάθε στιγμή τότε καλή πολιτική είναι εκείνη που τις παρακολουθεί και κρατιέται σε επαφή μαζί τους. Οι άκαμπτοι επαναστάτες και οι αδιάφθοροι αντεξουσιαστές αποστρέφονται σωματικά την εν λόγω συνάντηση, αναχωρώντας για μορφές της ουτοπίας ή για τη «γη της επαγγελίας». Για τους αριστερούς δημοκράτες και δη τους ριζοσπάστες αποτελεί την ουσία της πολιτικής. Στην ουσία ο στόχος, δηλαδή ο σοσιαλισμός ως αμετακίνητη «γη της επαγγελίας» στην οποία πρέπει να φτάσουμε, δεν υπάρχει. Ο στόχος μετακινείται συνεχώς, οφείλουμε να προσέχουμε πού πάει και το πολύ-πολύ να παραμένουμε καταπόδας του. Η διπλή κίνηση εξόδου και επιστροφής χαρακτηρίζεται από μια χρονικότητα: όσο πιο γρήγορα κινηθείς τόσο μεγαλύτερα χρονικά περιθώρια διαθέτεις να παρέμβεις στην κίνηση των μαζών για να κρατηθείς σε επαφή με το στόχο σου. Ειδάλλως, αν μείνουμε στάσιμοι, η ιστορία περνάει πάνω από το κεφάλι μας προς όφελος των αντιπάλων. Τι πρέπει να αποφύγουμε αυτή ακριβώς τη στιγμή που μιλάμε; Την παλινδρόμηση ανάμεσα σε προσαρμογή και στασιμότητα.
Η ριζοσπαστική αναθεμελίωση μας παρέχει την κατάλληλη επιστημολογική, πολιτική και εντέλει ηθική πρόταση μετατόπισης που μας απασχολεί ενόψει μιας κυβέρνησης της Αριστεράς. Η συνέπεια ως γρήγορη μετατόπιση μέσω της εμβάθυνσης είναι η χρησιμότερη έννοια πολιτικής ηθικής, μιας μη-στρατηγικής στρατηγικής του παρόντος με την οποία, εν τέλει, πρέπει να κριθεί όχι μόνο η ηγεσία ή το σύνολο του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά οι ίδιες οι προσδοκίες μας από μια κυβέρνηση της Αριστεράς.
4. Παραδείγματα εννοιολογικής και πολιτικής αναθεμελίωσης
Στο βιβλίο υπάρχουν τρία παραδείγματα μιας γρήγορης μετακίνησης ως εμβάθυνσης αρχικών θέσεων και εννοιών.
Το πρώτο, με επιστημολογική αξία, σχετίζεται με τη «χρηματική θεωρία της αξίας». Ο ΓΜ ανήκει σε εκείνους τους μαρξιστές που δεν πιστεύουν ότι ο καπιταλισμός είναι το φουγάρο του εργοστασίου, αλλά επιμένει ότι η απόσπαση της υπεραξίας από την εργασία του εργαζόμενου έχει ως κύρια μορφή το χρήμα που λειτουργεί ως αυτοσκοπός. Όπως επεξηγεί εύληπτα στο Εισαγωγικό κείμενο του βιβλίου, σύμφωνα με τη «νέα ανάγνωση» του Κεφαλαίου, καπιταλισμός είναι η χρηματική μορφή του κεφαλαίου στη διαδικασία όπου «το χρήμα τίκτει χρήμα» ή με άλλα λόγια, η αξία προκύπτει μέσα σε αυτή διαδικασία της αξιοποίησης. Επιπλέον, η εν λόγω εννοιολογική εμβάθυνση οδηγεί τον ΓΜ σε μια πολύ καλύτερη προσέγγιση του χαρακτήρα της κρίσης. Πέραν της βασικής θέσης περί συστημικής κρίσης, είναι σε πλεονεκτικότερη θέση να αναλύσει τον ρόλο της χρηματοπιστωτικής σφαίρας, αποφεύγοντας τη θέση ότι αυτή είναι παρασιτική έναντι της «πραγματικής οικονομίας» της παραγωγής. Επιπλέον, κάτι σημαντικό για την εκπόνηση οποιασδήποτε στρατηγικής, ο συστημικός χαρακτήρας της κρίσης δεν σημαίνει καταστροφή του συστήματος, αλλά ανάδυση των αντιφάσεών του (σ. 35). Ο ΓΜ τονίζει ότι «δεν υπάρχουν μόνιμες κρίσεις». Η «νέα ανάγνωση» είναι μια πολύ χρήσιμη εμβάθυνση, δείχνοντας ότι με τη θεωρητική τόλμη και όχι με τον φόβο περί συνέπειας, μπορούμε να κερδίσουμε στη γνώση και στην πολιτική.
Το δεύτερο παράδειγμα εννοιολογικής αναθεμελίωσης έγκειται στο ότι, με βάση το παραπάνω, ο συγγραφέας (Μέρος ΙΙΙ, 18, 19) είναι σε θέση να παρακολουθεί την αλλαγή του νεοφιλελευθερισμού τα τελευταία χρόνια. Η κρίση «οδήγησε σε εμβάθυνση του νεοφιλελεύθερου σχεδίου συνθλίβοντας τις κοινωνικές ανάγκες… [μέσω και της] ενίσχυσης της χρηματοπιστωτικής σφαίρας λόγω ενιαίου νομίσματος ως σφαίρας ρύθμισης του συστήματος». Περιγράφονται οι τακτικές επιτάχυνσης ή επιβράδυνσης που χρησιμοποιεί η δια-κυβέρνηση μέσα στην κρίση. Πολλές φορές θεωρήσαμε ότι πέφτει η κυβέρνηση χωρίς αυτό να συμβεί, τελικά διότι χρησιμοποιείται μια ποικιλία μέτρων, αναβολών, καθυστερήσεων, μετατοπίσεων και τερτίπια όλων των ειδών προκειμένου να συνεχίσει την πορεία της, μεταθέτοντας σε ένα μεταγενέστερο σημείο την τελική πολιτική κρίση. Επιδιώκουν να διατηρείται η κρίση σε ένα «οριακό σημείο» ώστε να συμπιέζονται οι μισθοί και τα κοινωνικά δικαιώματα ακόμη περισσότερο, ενώ αν έπαιρναν μέτρα για να αμβλυνθεί η κρίση δεν είχαν πλέον τρόπο να πιέσουν. Πρόκειται για το νέο μοντέλο της νεοφιλελεύθερης κυβερνητικότητας.
Το τελευταίο σημείο, που θα ήθελα κυρίως να αναδείξω με κριτικό ως προς το βιβλίο τρόπο, αφορά την κληρονομιά των πλατειών. Στο πρώτο μέρος του βιβλίου υπό τον τίτλο «Η κρίση και η πάλη των τάξεων» περιέχονται κείμενα που δημοσιεύτηκαν πριν και μετά το φαινόμενο των πλατειών. Το σχετικό κείμενο για τους Αγανακτισμένους (ΙΙ, 10, 11), μολονότι τοποθετεί αρκετά σωστά τα γεγονότα μέσα στη συγκυρία, εντούτοις κινείται ακόμη στην παραδοσιακή αριστερή αντίληψη: πρόκειται για κινήματα ενδιαφέροντα, αλλά πρέπει να παρέμβουμε για να τα πολιτικοποιήσουμε. Το σύνηθες πρόβλημα της Αριστεράς: βρίσκεται ενώπιον του πιο πρωτότυπου κινήματος και, αντί να διδαχθεί από τη νέα μορφή, αντί να έρθει σε επαφή και να αξιοποιήσει τα στοιχεία του, το «κρίνει» αποφαινόμενη ότι κάτι του λείπει, ότι είναι «απολίτικο» και συνάγοντας ευλόγως το καθήκον της να το πολιτικοποιήσει. Ευτυχώς, αμέσως ο ΓΜ και το σύνολο της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ μετακινείται και διορθώνει γρήγορα την πάγια αυτή σχεδόν αντανακλαστική θέση: τα μέλη του κόμματος διαχύθηκαν μέσα στις πλατείες και σε σύντομο χρονικό διάστημα έγινε αντιληπτό ότι επρόκειτο για μια νέα πολιτική μορφή. Έλαβε χώρα μια έντονη διάδραση μεταξύ των συμμετεχόντων μέσα από την ιδέα της αξιοπρέπειας, η συνάντηση επετεύχθη και αποτέλεσε τη βασική αιτία που ένα χρόνο μετά ο ΣΥΡΙΖΑ πήγε στο 27%. Το πολιτικό μάθημα: δεν πας να πολιτικοποιήσεις το κίνημα επειδή εσύ γνωρίζεις καλύτερα, αλλά συναντάσαι σε ισότιμη, ανιδιοτελή οριζόντια βάση με αυτό, γονιμοποιώντας πάθη με το λόγο-έννοιες και αντιστρόφως.
5. Για μια στρατηγική των αναγκών και της αξιοπρέπειας
Η σημαντική στιγμή που μια οριζόντια πολιτική γίνεται κάθετη, δηλαδή που έχει άμεσα αποτελέσματα σε κεντρικό επίπεδο, μοιάζει με θαύμα, με μυστικό. Αν θεωρούμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έφτασε σε τέτοια υψηλά ποσοστά επιρροής μόνο εξαιτίας των αποτελεσμάτων της κρίσης και των μνημονιακών πολιτικών, τότε γιατί δεν φτάνει το 40% και παραπάνω αφού η κρίση βαθαίνει; Τα πολιτικά αποτελέσματα δεν προκύπτουν ως άμεση αναγωγή των συνεπειών της κρίσης, αλλά επικαθορίζονται από την άμεση συνάντηση με την κίνηση των μαζών. Ο συγγραφέας αντελήφθη γρήγορα το φαινόμενο, αναλύοντας έκτοτε τις εξελίξεις με μόνιμη κατακλείδα αυτό το δίδαγμα. Θα ήθελα να προσθέσω ότι το αίτημα της αξιοπρέπειας προέκυψε από την εφαρμογή του εμβαθυμένου νεοφιλελεύθερου σχεδίου, το οποίο οδηγεί τα άτομα στο έσχατο σημείο όπου δεν χάνονται μόνο οι μισθοί, οι θέσεις εργασίας και τα κοινωνικά δικαιώματα, αλλά η ίδια η αξιοπρέπεια της ζωής τους. Το μήνυμα-αίτημα της αξιοπρέπειας έχει στρατηγικό χαρακτήρα για την Αριστερά διότι μεσολαβεί ανάμεσα σε ισότητα και ελευθερία οι οποίες έχουν πληγεί, τις επανασυνδέει και τις επαναφέρει ως καθολικό ιδεώδες.2 Η αξιοπρέπεια συνιστά το έσχατο σημείο αλλά συγχρόνως και αυτομάτως μπορεί να γίνει το υψηλότερο και ανώτερο όραμα. Στο σημείο αυτό αρθρώνεται σαφέστερα η νέα πολιτική ηθική με αυτό που ο ΓΜ αποκαλεί «στρατηγική των αναγκών»: υπέρ των δημόσιων αγαθών της υγείας, της παιδείας, ενέργειας, νερού, μεταφορών και σίτισης. Το πρόταγμα της αποεμπορευματοποίησης των αναγκών, της άλλης οργάνωσης της κοινωνίας στη βάση της ελευθερίας και της ικανοποίησης των αναγκών, του κοινωνικού ελέγχου και αλληλεγγύης αποκτά ένα ηθικό περιεχόμενο στο παρόν. Συνεπώς, όσο ο λόγος της Αριστεράς αναγνωρίζει αυτό το ηθικο-στρατηγικό στοιχείο της αξιοπρέπειας, τόσο παραμένει πιστός στην κληρονομιά των πλατειών. Όσο περισσότερο διαχέεται ο όρος στον αριστερό ριζοσπαστικό πολιτικό λόγο παραμένουμε πιστοί στο ιστορικό συμβάν, χωρίς να αναζητούμε τη συνέπεια σε μια μεταφυσική μοραλιστική ηθική πολιτική. Η πιστότητα αυτή είναι η αλήθεια και η πολιτική ηθική μας πρόταση, τόσο επαρκής που δεν χρειάζεται να «επινοούμε» άγονες κινητοποιήσεις και «ακτιβισμούς». Αρκεί να μείνουμε πιστοί σε αυτή την κληρονομιά. Ο ακτιβισμός είναι χρησιμότερος στους τόπους της οριζόντιας πολιτικής, εκεί που η αλληλεγγύη διακονείται καθημερινά όπως στα Κοινωνικά Ιατρεία, στις αγορές χωρίς μεσάζοντες, στα κοινωνικά παντοπωλεία, συσσίτια κλπ. Εκεί ανασυστήνονται οι νέες κοινωνικές σχέσεις, οι νέες κοινότητες-μορφές ζωής, εκεί αντιπαραθέτουμε το εναλλακτικό μοντέλο σε αυτό της ΧΑ και του φασιστικού τρόπου ζωής το οποίο επαναφέρει ιεραρχικά, ρατσιστικά πρότυπα και μοντέλα.
Επιγραμματικά, το βιβλίο του ΓΜ αποτελεί ένα χρήσιμο χρονικό της κρίσης και της αναζήτησης μιας αριστερής διακυβέρνησης, μας παρέχει το κρίσιμο υλικό για την εξαγωγή ενός μοντέλου συνέπειας και πολιτικής ηθικής, για την οποία μπορεί και πρέπει να κριθεί μια κυβέρνηση της Αριστεράς. Συμμετέχοντας και αναλαμβάνοντας την ευθύνη για μια τέτοια πορεία, όσοι κινούμαστε στην κοινωνία και στις οριζόντιες δράσεις έχουμε κάθε εμπιστοσύνη σε όσους θα αναλάβουν να διαχειριστούν την κυβέρνηση, τηρώντας απαραίτητα και αναγκαία την ανωτέρω συνθήκη.
2 Για πληρέστερη ανάλυση επί του θέματος βλ. Μπαρτσίδης, Μ. - Τσιμπιρίδου. Φ., «Για την επιστροφή της “πολιτικής ηθικής”: παγκοσμιοτοπικά κινήματα “αξιοπρέπειας”», Θέσεις 126, 2014: 43-74.