ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΣΤΟΚΧΟΛΜΗΣ:
ΤΑΥΤΙΣΗ Ή ΑΝΑΣΤΡΟΦΗ;
του Βασίλη Δρουκόπουλου1
«Εργαζόμενε άνθρωπε, έχω πίστη σε σένα,
Παρόλο που είσαι για μένα ένας πολύ ανόητος,
Γνωρίζω πολύ καλά πόσο σ’ έχουν ρημάξει,
Κι έχουν πήξει το μυαλό σου με τα ψέματά τους.
Έχω ακούσει τους γλοιώδεις κληρικούς να σου κάνουν κήρυγμα,
Έχω μελετήσει το ντοπάρισμα του Τύπου,
Κι αν και σ’ έχουν κάνει χάλια,
Έχω πίστη σε σένα, παρόλα αυτά.
Δεν υπάρχει άλλος εκτός από σένα, εργαζόμενε άνθρωπε,
Που να μπορεί να σκέφτεται με ουσία,
Που να μπορεί ν’ αντικρίζει τη ζωή από το δικό σου επίπεδο,
Και να παλεύει για ισότητα.
Στο χώμα που είναι μέσα σου βρίσκω αυτό,
Που θα κάνει τον σπόρο ν’ ανθίσει,
Και σε σένα, εργαζόμενε άνθρωπε, έχω πίστη
Σ’ αυτή την πιο ελεεινή στιγμή του κόσμου»
Joe Corrie (1894-1968), “Working man, I have faith in you”.
1. Από το ένα νησί και στη στεριά...
Αυτή τη χρονιά συμπληρώνεται ένας αιώνας από την πρώτη κυκλοφορία (σε περικομμένη και αποκαθαρμένη έκδοση) του μυθιστορήματος του Robert Tressell The Ragged Trousered Phi l antropists (Οι φιλάνθρωποι με τα κουρελιασμένα παντελόνια).2 Πρόκειται για ένα έργο-ορόσημο που σφράγισε με τις αλλεπάλληλες εκδόσεις του τις ραδιοφωνικές, τηλεοπτικές και κινηματογραφικές παρουσιάσεις και τις θεατρικές του αναπαραστάσεις τη διαπαιδαγώγηση της, αγγλοσαξωνικής κυρίως, εργατικής τάξης.3 Ένα βιβλίο πολιτικό εργαλείο για τον σοσιαλισμό που δίκαια τού απονέμεται η ιδιότητα της «επαναστατικής αξίας χρήσης» για να θυμηθούμε την προσφυή έκφραση του WalterBenjamin (Αναφέρεται στο Neetens, 1987: 217).
Στη χώρα μας παραμένει σχεδόν σε απόλυτη αφάνεια, απ’ όσο γνωρίζω, ενώ αντίθετα έχει μεταφραστεί σε πλειάδα άλλων γλωσσών (τουρκικά, γερμανικά, τσεχικά, πολωνικά, ολλανδικά, ρωσικά κλπ).4 Θα άξιζε λοιπόν, εκτός από την απόδοσή του στα ελληνικά, μια μελλοντική ολοκληρωμένη σύναψη γνωριμίας. Η πρόθεσή μου είναι πολύ πιο μετρημένη και με πολύ λιγότερες αξιώσεις. Σκοπεύω να επικεντρωθώ σε ένα κύριο ζήτημα που αναδεικνύεται έντονα στο βιβλίο. Επίσης, θα αναφερθώ, συνδυαστικά και συγκριτικά, σε ένα άλλο μυθιστόρημα, γιαπωνέζικο αυτή τη φορά, που πραγματεύεται κάτι ανάλογο.
Το επίδικο θέμα είναι η μη (ή η ελάχιστη) ανταπόκριση μελών της εργατικής τάξης στο προσκλητήριο για να καθορίσουν τα ίδια μια άλλη ζωή σε μια διαφορετική κοινωνία όπως κι οι αντιδράσεις τους στην εργοδοτική αυθαιρεσία, εκμετάλλευση και καταπιεστική μεταχείριση. Τέλος, θα κλείσω με μερικές συναφείς σκέψεις στα καθ’ ημάς. Συγκεκριμένα, θα αναφερθώ στα επιχειρήματα και τη συνθηματολογία που προτάσσεται από τους κήρυκες της λιτότητας στη χώρα μας και στις επιδιώξεις τους καθώς και στη στάση μας απέναντί τους.
Θηλιές, παγίδες κι εγκλεισμοί
«Δεν ασχολούμαστε με τους πολύ φτωχούς. Είναι μακρυά από τη σκέψη μας και πρέπει να προσεγγίζονται μόνον από τον στατιστικό ή τον ποιητή» Ε. M. Forster, Howards End , 1910.
«Ο κύριος G. K. Chesterton κάποτε παρατήρησε σε σχέση με μια κάποια μεγάλη απεργία ότι η μεσαία τάξη συνειδητοποιεί την ύπαρξη των σιδηροδρομικών μόνον όταν οι σιδηροδρομικοί έχουν εξαφανιστεί...» The Manchester Guardian, 28/6/1927.
Η πλοκή βασίζεται στην αυτοβιογραφική εξιστόρηση του Robert Noonan (με το φιλολογικό ψευδώνυμο Robert Tressell) στη φανταστική πόλη Mugsborough που φαίνεται να ταυτίζεται με το Hastings της νότιας Αγγλίας. Η ιστορία εκτυλίσσεται στην εδουαρδιανή εποχή των αρχών του 20ού αιώνα γύρω από τη ζωή ενός μέρους της εργατικής τάξης, των ελαιοχρωματιστών και γενικών οικοδομικών καθηκόντων, και του περιβάλλοντός της σε διάστημα περίπου 12 μηνών. Η βασική καταγραφή αφορά τις σχέσεις μεταξύ των εργαζόμενων και των εργοδοτών, σ’ ένα σκηνικό όπου περιγράφονται επίσης οι συνθήκες διαβίωσης, η κοινωνική ατμόσφαιρα και αναλύονται οι πολιτικές πεποιθήσεις των προσώπων.
Το κύριο μέλημα του συγγραφέα είναι να καταδείξει τη σκληρή εκμετάλλευση που υφίστανται οι εργάτες (και σε δεύτερο πλάνο οι κατ’ οίκον εργαζόμενες) που αποτελεί και την αιτία της έσχατης ένδειας, της κλονισμένης υγείας τους και της αλλοτριωτικής αποξένωσης από τα δημιουργήματά τους. Παράλληλα, απορρίπτονται ως γενεσιουργοί παράγοντες της φτώχειας η πρόωρη τεκνοποιία και ο υπερπληθυσμός, το ελεύθερο εμπόριο και ο ξένος ανταγωνισμός, ο αλκοολισμός, η φυγοπονία, η υπερβολική μόρφωση, η εκμηχάνιση, η γυναικεία απασχόληση, οι ξένοι εργάτες κ.ά. Η συμπεριφορά και οι αντιδράσεις των εργατών, η ψυχολογία και τα ιδεολογήματά τους είναι βέβαια κι αυτά απότοκα της βάναυσης εκμετάλλευσης που υφίστανται. Επίσης, αναδεικνύονται εμφατικά οι αρχές που διέπουν τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές δραστηριότητες της άρχουσας τάξης σε τοπικό επίπεδο καθώς και η ηγεμονία της, που διατηρείται και αναπαράγεται μέσω του ελέγχου των θεσμικών οργάνων (πολιτικά κόμματα, κοινοβούλιο, εκκλησία, σχολείο, φιλανθρωπικές οργανώσεις, τύπος κλπ.), που εκλαμβάνονται ως ταξικά ουδέτερα έτσι ώστε να μην ανατρέπονται οι συμβατικές αυταπάτες (Βλέπε και Mayne, 1967: 75). Με άλλα λόγια: «Η αυθόρμητη αφοσίωση που κάθε κυρίαρχη κοινωνική ομάδα αποκτά από τις μάζες δυνάμει της κοινωνικής και πνευματικής παραγωγής» όπως είχε παρατηρήσει ο Γκράμσι (Αναφέρεται στο Graff, 1983: 286).
Όμως ο Tressell δεν περιορίζεται στην περιγραφή. Ούτε πρωταγωνιστούν οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος ως άτομα που φαινομενικά δημιουργούν ή αναστέλλουν το πεπρωμένο τους αλλά το κεφάλαιο ως κοινωνική σχέση, το εκμεταλλευτικό οικονομικό σύστημα και οι τάξεις που συλλογικά το συγκροτούν (Βλέπε Fox, 1994: 65 και Paul, 1987: 238). «Αν ο Ντίκενς ήταν η τελευταία μεγάλη φωνή της παλιάς λαϊκής ευαισθησίας, τότε ο Tressell ήταν η πρώτη μεγάλη φωνή της νέας σκηνής της ευαισθησίας της εργατικής τάξης...» είχε επισημάνει ένας από τους πρώτους μελετητές του έργου του (Mitchell, 1962: 34). Αλλά πάλι ο συγγραφέας δεν σταματά ούτε σ’ αυτό το σημείο. Δεν περιχαρακώνεται μόνο στο να δείχνει και να περιγράφει αλλά προχωρά και στο να «μιλάει». Μιλάει για να πληροφορήσει και διδάσκει για να πείσει, αν και μερικές φορές επαναλαμβάνεται χωρίς όμως να γίνεται βαρετός και καταπιεστικός.
«Στην απόκλισή του από το λογοτεχνικό πρότυπο της περιόδου (που, τηρουμένων των αναλογιών, είναι ακόμα και δικό μας) το βιβλίο [του Tressell] μάς προσφέρει μια ματιά όχι στο τι είναι “υψηλή” λογοτεχνία αλλά τι μπορεί να είναι η λογοτεχνία tout court. Στη μορφή όπως και στη διαδρομή του, το μυθιστόρημα ενεργεί ως μάρτυρας στη δυνατότητα μιας λογοτεχνίας, με την ελπίδα ότι έτσι ακυρώνονται οι προσταγές της λογοτεχνικής αγοράς, με το να είναι ευφυής και πειραματική χωρίς να είναι ακαδημαϊκή ή δυσνόητη, δημοφιλής χωρίς να είναι τετριμμένη, συγκρουσιακή χωρίς να είναι περιθωριακή, διδακτική χωρίς να είναι συγκαταβατική ή ανιαρή» (Neetens, 1987: 223).
Εκφράζεται ο Tressell όχι στείρα προπαγανδιστικά αλλά με βαθιά ειλικρίνεια, συνάμα και πάθος κι όχι από μια αφ’ υψηλού και απόμακρη θέση που αποπνέει συνήθως δακρύβρεκτο συναισθηματισμό και την καλόβολη συγκατάβαση της μεσοαστικής ιδεολογίας (Mayne, 1967: 74). Έχει διαμορφώσει και αντλήσει τα επιχειρήματά του από την άμεση προσωπική εμπλοκή του και επώδυνη εμπειρία. Από κάποιον που γνωρίζει ότι πρόκειται σύντομα να πεθάνει, τα σοσιαλιστικά ιδεώδη «ξεπηδούν αναπόφευκτα και οργανικά μέσα από το σώμα του έργου» (Smith, 1978: 155). Στο βιβλίο συναντά κανείς μια ενότητα μεταξύ της συνειδητής πρόθεσης του συγγραφέα και του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνεται και εισπράττει τον κόσμο που αναπαριστά, και μια ενότητα μεταξύ μορφής και περιεχόμενου (βλέπε και Breton, 2005: 570). Διαφωνώντας μερικά με τον Goldmann (1975 [1947]: 47) υποστηρίζω ότι η προλεταριακή τέχνη είναι εκείνη όπου ο λογοτέχνης αντικρίζει το έργο από την οπτική γωνία και τα μάτια ενός επαναστατημένου εργάτη αλλά και ταυτόχρονα επιδιώκει να προβάλλει την ορθότητα της σοσιαλιστικής θεωρίας. Κατά τη γνώμη μου το μυθιστόρημα του Tressell ικανοποιεί και τις δύο προκείμενες.
Ιδιαίτερα, μέσω του κύριου ήρωά του ο Tressell κηρύσσει το σοσιαλιστικό του πιστεύω. Ο Frank (Ειλικρινής) Owen (παραπέμπει στον ουτοπικό σοσιαλιστή RobertOwen) προσπαθεί να διαδώσει τις αρχές του και να πείσει τους συναδέλφους του ελαιοχρωματιστές όσο και το ευρύτερο κοινό. Η ανταπόκριση είναι ελάχιστη, σχεδόν απόλυτα αποκαρδιωτική, που εξοργίζει, μαραίνει και καταρρακώνει το ηθικό τις πιο πολλές φορές. Οι προλετάριοι «φιλάνθρωποι» του μυθιστορήματος δεν αρκεί που διαθέτουν την εργασία τους (και την κατανάλωσή τους) ως πηγή πλουτισμού των εργοδοτών τους, αλλά σ’ αυτούς που τους θεωρούν και ως κοινωνικά ανώτερούς τους προσφέρουν ενεργή πολιτική υποστήριξη με το να εξυμνούν τις αρετές του συστήματος που τους επιφυλάσσει άδικα το ρόλο των απόκληρων με τα «κουρελιασμένα παντελόνια». Ενώ αντίθετα, οι ειδικευμένοι εργαζόμενοι, παρ’ όλη την ανέχειά τους, δεν δείχνουν καμία ενεργή αλληλεγγύη προς τους ανέργους όταν αυτοί κάνουν πορεία στο κέντρο της πόλης. Ταυτόχρονα, στην πλειονότητά τους αντιδρούν αρνητικά στις απόπειρες διάδοσης των σοσιαλιστικών ιδεών και δεν λείπουν ακόμα και οι δυναμικές και βίαιες εκδηλώσεις ενάντια στον Frank Owen και σε άλλους ομοϊδεάτες στις δημόσιες συγκεντρώσεις. Τέλος, μια αποκαλυπτική εικόνα: την προεκλογική ομιλία του τοπικού υποψήφιου του Φιλελεύθερου Κόμματος για το Κοινοβούλιο παρακολουθούν άνδρες με τρύπιες μπότες, μπαλωμένα και ξεφτισμένα παντελόνια και γυναίκες εξουθενωμένες από τον κάματο με τις περισσότερες να φορούν χρησιμοποιημένα τριμμένα ρούχα, οι οποίες τάιζαν τα παιδιά τους ψωμί, μαργαρίνη, άπαχο γάλα κονσέρβας και νοθευμένο τσάι. Όλοι αυτοί στο άκουσμα της λέξης «σοσιαλισμός» και των κινδύνων που η έλευσή του επαπειλεί, σύμφωνα με τον φιλελεύθερο ρήτορα, έχασαν το χρώμα τους και τρόμαξαν με την ιδέα ότι θα έπρεπε από δω και πέρα να κυκλοφορούν με προϊστορική ενδυμασία ορεσίβιων και ότι οι άθλιοι σοσιαλιστές θα έφερναν την ερεβώδη καταστροφή (σ. 672). Σχετικά έρχεται στο νου η άποψη του Λένιν ότι ποτέ δε θα υπάρξει μια πραγματικά απελπιστική κατάσταση για τον καπιταλισμό όσο οι εργάτες επιτρέπουν σ’ αυτόν να διατηρείται.
Έχει παρατηρηθεί ότι η εργατική τάξη στην εδουαρδιανή εποχή δεν χαρακτηριζόταν από την ίδια αποφασιστικότητα, διαύγεια και οξυδερκή σκέψη που διέκρινε την ομόλογη τάξη στις δεκαετίες της Βιομηχανικής Επανάστασης πριν από ένα αιώνα περίπου. Ούτε πριν αλλ’ ούτε μετά, επισημαίνεται, ήταν οι εργαζόμενοι τόσο άνευροι ή τόσο τσακισμένοι όπως τότε (Sillitoe, 1993 [1965]). Ειδικότερα, στην πόλη του Mugsborough (Hastings) έλειπε η βιομηχανική υποδομή και δεν είχε αναπτυχθεί η ταξική αλληλεγγύη που προκύπτει από τις διαφορετικές συνθήκες, όπως π.χ. μιας κοινότητας ανθρακωρύχων ή σε μια συνοικία όπου ζουν κυρίως λιμενεργάτες. Οι ελαιοχρωματιστές του Tressell που εργάζονταν ανάλογα με τον οικονομικό κύκλο και τις εποχιακές διακυμάνσεις, δεν είχαν προσληφθεί από μεγάλους καπιταλιστές – την κυρίαρχη δύναμη της βρετανικής οικονομίας εκείνης της εποχής – ενάντια στους οποίους θα ήταν πιο εύκολο να αντιπαρατεθεί ένα κίνημα με αυτοσυνείδηση.5 Ούτε το προϊόν τους απευθυνόταν σε μια μαζική αγορά αλλά σε συγκεκριμένους πελάτες των εργοδοτών τους. Ήταν λοιπόν αναμενόμενο ότι θα απουσίαζε από την πλειονότητα των εργατών το εναλλακτικό όραμα για μια κοινωνία του μέλλοντος (McKibbin, 1984: 299, Williams, 1991[1983]: 247 και Swingewood, 1977: 52). Επίσης, δεν θα πρέπει να παραλειφθεί η μνημόνευση του πολιτικού προγράμματος του «κοινωνικού ιμπεριαλισμού» που εκπονήθηκε από την άρχουσα τάξη και επιδίωκε την αφομοιωτική ένταξη των εργατών στους ιμπεριαλιστικούς στόχους της Βρετανίας.6 Με αυτόν τον τρόπο θα ευνουχιζόταν ο ριζοσπαστικός προσανατολισμός της εργατικής τάξης (Cairnie, 2002: 179). Τέλος, μια προτεινόμενη συναφής εξήγηση για την έλλειψη επαναστατικού οίστρου από τους εργάτες όπως τους απεικονίζει ο Tressell ακολουθεί το εξής σχήμα που καταγράφεται από τον Goldmann (1975 [1947]: 45):
«Στις εποχές μεγάλου συλλογικού ενθουσιασμού όταν μια οργανική και ζωτικής σημασίας ενότητα υφίσταται μεταξύ των θεσμών και της κοινωνικής τάξης που αντιπροσωπεύουν, ο καλλιτέχνης είναι σε θέση στο πλαίσιο αυτών των θεσμών να εκφράσει ένα όραμα που αντανακλά την [κοινωνική] τάξη και τη συλλογική της συνείδηση...».
Αντίθετα, το δεύτερο μισό της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα, την εποχή που ο συγγραφέας ετοίμαζε το μυθιστόρημά του οι θεσμοί (πολιτικοί, συνδικαλιστικοί) που θα μπορούσαν να εκπροσωπήσουν την εργατική τάξη στη Βρετανία ήταν ακόμα στα σπάργανα.
«Το μόνο πράγμα που έχει αλλάξει εδώ και 100 χρόνια που γράφηκε το Ragged Trousered Philanthropists είναι οι χημικοί τύποι των χρωμάτων. Οι μέθοδοι της βαφής είναι πάνω κάτω οι ίδιες» www.painterspitstop.com , 9/4/2012.
Οι ελαιοχρωματιστές στην αρχή κάθε νέας δουλειάς θα αφαιρέσουν την παλιά βαφή και θα ξύσουν τα επιχρίσματα από τους μισοξεφλουδισμένους τοίχους, θα τρίψουν τα σαπισμένα ξύλα και θα τα λειάνουν. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τις προσταγές και την ασφυκτική εποπτεία του εργοδηγού, θα γεμίσουν τα βαθουλώματα, θα στοκάρουν τις τρύπες και τα κενά, θα στρώσουν ταπετσαρίες τοίχου, θα ξαναβάψουν τις επιφάνειες και θα βερνικώσουν (Βλέπε και Fox, 1994: 66). Άλλοι εργάτες θα επισκευάσουν κεραμίδια, θα αντικαταστήσουν σπασμένα τζάμια και θα φτιάξουν τις αποχετεύσεις. Θα ξεκαθαρίσουν λοιπόν από το παλιό οικοδόμημα, ανάλογα με τη ειδικότητά τους, ό, τι έχει φθαρεί και απειλεί τη συνοχή και την ευστάθειά του. Καταλήγοντας θα το φέρουν στην τελική του μορφή. Όμως η ποιότητα της δουλειάς θα είναι υποβαθμισμένη γιατί το αφεντικό δεν τους προμηθεύει καλά υλικά, δεν τους αφήνει να περάσουν όσα «χέρια» απαιτούνται και τους πιέζει ανυπόφορα να τελειώνουν την κάθε δουλειά όσο πιο γρήγορα γίνεται. Το κυνήγι του κέρδους τον κατατρέχει, οι ανταγωνιστές δεν αστειεύονται. Και οι ελαιοχρωματιστές, τρομοκρατημένοι, με την απειλή και το ενδεχόμενο της απόλυσης και τη μετάπτωση των ιδίων και των οικογενειών τους στην απόλυτη ανέχεια, συναινούν, προσαρμόζονται και συμπλέουν. Με αυτόν τον τρόπο το «σύστημα» συντηρείται και παίρνει παράταση ζωής. Αντί να κατεδαφιστεί (καθώς συνιστά ο Owen: 173), ανακατασκευάζεται και αποκαθίσταται όπως το ακίνητο στο οποίο οι ελαιοχρωματιστές δουλεύουν (βλέπε Hunt, 2004 και Raskin, 1979: 46). Η συναίνεση, η προσαρμογή και η σύμπλευση, μαζί με όλες τις υπόλοιπες εξωγενείς επιδράσεις, τους καθιστούν συντηρητικούς, που όχι μόνον αδιαφορούν για την εξάλειψη της φτώχειας, που όχι μόνον δεν αποτολμούν μια βαθιά ρήξη αλλά συνειδητά (έστω ψευδώς), αρνούμενοι τη δυνατότητα αλλαγής, υποστηρίζουν και μάχονται, οι περισσότεροι, για τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων. «Αποδέχονταν το παρόν σύστημα όπως αποδέχονταν τις εναλλασσόμενες εποχές» (σ. 247). Επίσης ο συγγραφέας τονίζει την επίκτητη νοοτροπία τους ως εξής:
«... όλοι στο παρόν σύστημα συμπεριφέρονται εγωιστικά, περισσότερο ή λιγότερο. Πρέπει να είμαστε εγωιστές˙ το Σύστημα το απαιτεί. Πρέπει να είμαστε εγωιστές ειδαλλιώς θα πεινάσουμε και θα φοράμε κουρέλια και τελικά θα πεθάνουμε στην ψάθα. Όσο περισσότερο είμαστε εγωιστές τόσο καλύτερα θα είμαστε. Στη «Μάχηγια τη Ζωή» μόνον οι εγωιστές και οι πανούργοι είναι ικανοί να επιζήσουν˙ όλοι οι άλλοι συνθλίβονται και ποδοπατιούνται. Κανένας δεν θα κατηγορηθεί δίκαια επειδή ενεργεί εγωιστικά – είναι θέμα αυτοσυντήρησης – είτε θα πρέπει να βλάψουμε είτε θα βλαφτούμε εμείς οι ίδιοι. Είναι το σύστημα που πρέπει να ενοχοποιηθεί. Αυτό που αξίζουν όσοι επιθυμούν να διατηρήσουν το σύστημα είναι ένα άλλο ζήτημα» (σ. 140).
Ακόμα και στο τραγούδι τους (σ. 564) αναφωνούν «Work, boys, workandbecontented/ Solongasyou’veenoughtobuyameal…» που ερμηνεύεται από τον Tressell ότι επιθυμούν και τα παιδιά τους να ακολουθήσουν τον ίδιο εξαντλητικό δρόμο και προσθέτει βάζοντας στο στόμα τους «Οι όμοιοί μας δεν πρέπει να αναμένουν κάτι καλύτερο και όσο για τα παιδιά μας, ό, τι ήταν καλό για μας άλλο τόσο είναι καλό και γι’ αυτά» (σ. 573) (βλέπε και Hawthorn, 2008: xviii).7 Μας θυμίζει σχετικά ο WilliamMorris στο τελευταίο άρθρο του (“Wherearewenow?”) στο The Commonweal(Vol. 6, No. 253, 15/11/1890: 362):
«... κανείς εκτός από μια ελάχιστη μειοψηφία δεν είναι διατεθειμένος να υπάρξει χωρίς τα αφεντικά. Δεν πιστεύει στην ικανότητά του να διαχειρίζεται από μόνος του την κατάσταση και να γίνεται υπεύθυνος για τη ζωή του σ’ αυτόν τον κόσμο».
Στο ίδιο μοτίβο ο Tressell παρατηρούσε: «Γνώριζαν για τις δημόσιες υποθέσεις της χώρας τους όσο γνώριζαν και για τις υποθέσεις του πλανήτη Δία» (σ. 11). Νωρίτερα, ο WilliamCobbett (Cottage Economy, JohnDoyle, N. Y., 1833: 6), απευθυνόμενος στους εργαζόμενους του Ηνωμένου Βασιλείου, είχε εκφράσει με σκληρό τρόπο την εξής θέση: «Μισώ τον άνθρωπο που [ταυτόχρονα] είναι φτωχός και ικανοποιημένος». Είναι σαν να λέει ο Cobbett, όπως παρατηρεί ο Williams (1983: 252) ότι το να στερείσαι τα πάντα, να σε εξαπατούν και πάλι εσύ να είσαι ευτυχισμένος, αυτό πια σε τοποθετεί πιο χαμηλά από το επίπεδο του ανθρώπου, είναι σαν να έχεις χάσει τον αυτοσεβασμό σου ως ανθρώπινο ον και όπως προσθέτει ο Cobbett, αυτή η προδιάθεση είναι ο εχθρός κάθε αγάπης για ανεξαρτησία.
Έχω την άποψη ότι σ’ αυτό το σημείο αξίζει να καταγραφεί μια εκτεταμένη παράθεση της απελπισίας του κύριου χαρακτήρα του μυθιστορήματος:
«Όσο ο Owen σκεφτόταν για το μέλλον του παιδιού του μέσα του ξεπεταγόταν ένα συναίσθημα μίσους και μανίας ενάντια στην πλειονότητα των συνάδελφων του. ΑΥΤΟΙ ΗΤΑΝ Ο ΕΧΘΡΟΣ. Αυτοί που όχι μόνον σιωπηλά υποτάσσονταν, όπως η μεγάλη μάζα ανθρώπων, στην κρατούσα τάξη πραγμάτων αλλά την υπερασπίζονταν, αντιτάσσονταν και γελοιοποιούσαν κάθε πρόταση αλλαγής της. ΑΥΤΟΙ ΗΤΑΝ ΟΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΙ ΚΑΤΑΠΙΕΣΤΕΣ – οι άνθρωποι που μίλαγαν για τον εαυτό τους με το “οι όμοιοί μας” που έχοντας περάσει μέσα στη φτώχεια και την αθλιότητα όλη τους τη ζωή θεωρούσαν ό, τι ήταν καλό γι’ αυτούς, ήταν επίσης εξίσου καλό και για τα παιδιά τους που αυτοί ήταν η αιτία που είχαν έρθει στον κόσμο. Τους μισούσε και τους περιφρονούσε ενώ αυτοί που με αταραξία έβλεπαν τα παιδιά τους να είναι καταδικασμένα σε σκληρή εργασία και φτώχεια για όλη τους τη ζωή, συνειδητά αρνούνταν να κάνουν οποιαδήποτε προσπάθεια για να τους εξασφαλίσουν καλύτερες συνθήκες από τις δικές τους. Ήταν επειδή αδιαφορούσαν για τη μοίρα των παιδιών τους που αυτός ήταν ανίκανος να εξασφαλίσει μια φυσιολογική και ανθρώπινη ζωή για το δικό του. Ήταν η απάθειά τους ή η ενεργή τους εναντίωση που έκανε αδύνατη την εγκαθίδρυση ενός καλύτερου κοινωνικού συστήματος στο οποίο αυτοί που κατέβαλλαν το μερίδιο της εργασίας που τους αναλογούσε θα έχαιραν εκτίμησης και επιβράβευσης. Αντί να βοηθήσουν στο να επιτευχθεί κάτι τέτοιο εξευτελίζονται και ταπεινώνονται μπροστά στους καταπιεστές τους, και αναγκάζουν και μαθαίνουν τα παιδιά τους να κάνουν το ίδιο. ΑΥΤΟΙ ήταν οι άνθρωποι οι πραγματικά υπεύθυνοι για τη διατήρηση του σημερινού συστήματος.
Ο Owen γέλασε πικρά με τον εαυτό του. Πόσο κωμικό ήταν πράγματι το σύστημα. Όσοι δούλευαν αντιμετωπίζονταν με περιφρόνηση και υποβάλλονταν σε κάθε δυνατή ταπείνωση. Σχεδόν καθετί που παρήγαν τους αποσπόταν και γινόταν αντικείμενο απόλαυσης απ’ αυτούς που δεν έκαναν τίποτε. Και μετά οι εργάτες υποκλίνονταν και σέρνονταν μπροστά σ’ εκείνους που είχαν κατακλέψει τους καρπούς του μόχθου τους και τους ήταν παιδαριωδώς ευγνώμονες για όσο ελάχιστο άφηναν γι’ αυτούς. Καμία έκπληξη λοιπόν που οι πλούσιοι τους περιφρονούσαν και τους θεωρούσαν λέρα. ΗΤΑΝ ποταποί. ΗΤΑΝ λέρα. Το παραδέχονταν και το απολάμβαναν» (σσ. 41, 2).
«…ο Owen περιπλανιόταν από μόνος του, με το κεφάλι του να δονείται και με ένα συναίσθημα ανείπωτης θλίψης και δυστυχίας στην καρδιά του˙ είχε λυγίσει από την αυξανόμενη πεποίθηση για τη ματαιότητα του καθετί, από την ανοησία να αναμένει ότι οι συνάδελφοί του θα ήταν ποτέ διατεθειμένοι να προσπαθήσουν για να καταλάβουν τις αιτίες των βασάνων τους. Δεν οφειλόταν στο ότι αυτές οι αιτίες ήταν δυσνόητες και απαιτούσαν ιδιαίτερη εξυπνάδα για να γίνουν αντιληπτές˙ οι αιτίες για όλη αυτή τη δυστυχία ήταν τόσο προφανείς που ένα μικρό παιδί θα μπορούσε εύκολα να κατανοήσει τόσο την ασθένεια όσο και τη θεραπεία αλλά του φαινόταν ότι η πλειονότητα των συναδέλφων του ήταν τόσο βέβαιη για την πνευματική τους κατωτερότητα που δεν τολμούσε να βασιστεί στη δική της νοημοσύνη ώστε να καθοδηγηθεί, προτιμώντας να αναθέτει τη διαχείριση των υποθέσεών τους χωρίς κανένα δισταγμό στα χέρια αυτών που τους λήστευαν και πλούτιζαν σε βάρος τους. Δε γνώριζαν τα αίτια της ένδειας που διαρκώς κρατούσε αυτούς και τα παιδιά τους στη σκληρή της αδραξιά και δεν ήθελαν να μάθουν! Και αν κάποιος τους εξηγούσε αυτές τις αιτίες με τέτοιο λεξιλόγιο και τρόπο που ήταν σχεδόν υποχρεωμένοι να κατανοήσουν, και μετά τους υποδείκνυε το προφανές γιατρικό, τότε ούτε ευχαριστημένοι ήταν ούτε ανταποκρίνονταν, αλλά παρέμεναν σιωπηλοί και θύμωναν πως δεν μπορούσαν να απαντήσουν και να ανασκευάσουν. Παρέμεναν σιωπηλοί φοβούμενοι να εμπιστευτούν την πνευματική τους επάρκεια και ο λόγος γι’ αυτή τη νοοτροπία ήταν ότι έπρεπε να διαλέξουν ανάμεσα στα πραγματικά δεδομένα και τη δική τους νοημοσύνη, και στους μύθους που τους αράδιαζαν τα αφεντικά και οι εκμεταλλευτές τους. Και όταν έφθανε η στιγμή για να επιλέξουν αισθάνονταν ότι ήταν πολύ πιο ασφαλές να ακολουθήσουν τους παλιούς οδηγούς τους παρά να βασιστούν στη δική τους κρίση, γιατί από την παιδική τους ηλικία είχαν γαλουχηθεί με τη δοξασία της δικής τους πνευματικής και κοινωνικής κατωτερότητας [...].
Αυτό που επιθυμούσαν ήταν ν’ αφεθούν στην ησυχία τους8 έτσι ώστε να μπορούν να συνεχίσουν να λατρεύουν και να ακολουθούν αυτούς που εκμεταλλεύονταν την αγαθοσύνη τους και έκλεβαν τους καρπούς του μόχθου τους˙ τους παλιούς αρχηγούς τους, τους ανόητους ή παλιανθρώπους που τους τάιζαν με λόγια [...] Ήταν σαν ένα κοπάδι από θεόκουτα πρόβατα να έθετε την προστασία του σε μια αγέλη λύκων» (σσ. 680-2).
Όμως τα πράγματα μπορεί να μην είναι ακριβώς έτσι, ή μάλλον μόνον έτσι. Ο Tressell σχηματίζει ξέφωτα αντίδρασης στην απόλυτη υποτέλεια των εργατών στα αφεντικά. Όταν αρπάζουν τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται μέσα από τις οποίες μπορούν να εκφράσουν δημιουργικά τις δεξιότητές τους και να ξεφύγουν, έστω προσωρινά, από την τσαπατσοδουλειά που τους επιβάλλεται. Όταν ανάβουν την πίπα τους ή πίνουν μια μπύρα παρόλο που κάτι τέτοιο απαγορεύεται «εν ώρα εργασίας» (ενώ κάτι αντίστοιχο επιτρέπεται για τη νεαρή υπάλληλο του γραφείου της επιχείρησης όταν δέχεται τις θωπείες του προϊσταμένου της). Όταν ρίχνουν κουβάδες νερό στον εργοδηγό. Όταν κλέβουν μικροποσότητες υλικών (ενώ τα αφεντικά έκλεβαν τις πάπιες και τις χήνες από τη λιμνούλα του δημοτικού πάρκου για να τις καταβροχθίσουν ή να τις ανταλλάξουν με άλλο κρέας στα κρεοπωλεία!). Όταν εκμεταλλεύονται την έλλειψη παρακολούθησης για να χαλαρώσουν το ρυθμό τους και να πάρουν μια ανάσα. Όταν επιστρέφουν ταχυδρομικά στο αφεντικό πασαλειμμένη με κόπρανα μια κάρτα που τους είχε μοιραστεί με το φάκελλο του μισθού τους που αποσκοπούσε στο να τους επιστήσει την προσοχή ότι απαγορεύεται η αφαίρεση εργαλείων και υλικών όσο και μικρή κι αν είναι η ποσότητά τους με την απειλή απόλυσης χωρίς προειδοποίηση ή σύλληψης από την αστυνομία.9 Η έκφραση “gettingourownback” (ξεπληρώνουμε με το ίδιο νόμισμα) εκστομίζεται συχνά πυκνά από πολλούς εργάτες. Εδώ η αντίδραση πηγάζει άμεσα από τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς και δεν είναι κάποια ενέργεια που προέρχεται αναπάντεχα από τη ακαθόριστη ουσία της ανθρώπινης φύσης ή από καπριτσιόζικο γινάτι.
Όλα αυτά τα ξέφωτα αντίδρασης στην εργοδοτική εκμετάλλευση δείχνουν ότι οι εργάτες δεν είχαν χάσει τελείως την προσωπική περηφάνια τους, ότι προσπαθούσαν να ανακτήσουν την ανθρώπινη υπόστασή τους και δεν ήταν απλά σβώλοι πηλού. Πάλι όμως, όλα αυτά ήταν οάσεις από σποραδικές, αυθόρμητες και σπασμωδικές ενέργειες που κατευθύνονταν ενάντια στα πρόσωπα κι όχι στο σύστημα, κι απλά διαλείμματα απ’ όπου απουσίαζε μια προσχεδιασμένη τακτική. Μικρές πράξεις αντίστασης, πυροτεχνήματα χωρίς σοβαρή επίπτωση και απειλή για τους κρατούντες κι όχι ανατρεπτικές εκδηλώσεις που θα μπορούσαν να καταλήξουν σε κάτι το ριζικά και συστημικά διαφορετικό (Βλέπε και Day, 1997). Αυτές οι επισημάνσεις οδηγούν σ’ ένα ζήτημα που έχει απασχολήσει τους κριτικούς και σχολιαστές του μυθιστορήματος. Συγκεκριμένα, στη μονόπλευρη εμμονή του συγγραφέα στην προπαγάνδα και τον διαφωτισμό κι όχι στην οργανωτική πλευρά του σοσιαλιστικού εγχειρήματος, της ταξικής πάλης και της μαζικής δράσης κι’ ούτε καν της ρητής αποδοχής κι αναγνώρισης μιας τέτοιας ανάγκης (Mitchell, 1962: 37, 54, 5, Young, 1985: 295 και Swingewood, 1977: 56, 7).10 Κρίνω ότι το εξαιρετικά ενδιαφέρον αυτό ζήτημα κινείται έξω από τη θεματική του παρόντος άρθρου και μόνο μια μικρή νύξη πάνω σ’ αυτό θα ακολουθήσει σε επόμενη σελίδα.
2. ...στο άλλο νησί και στη θάλασσα
«Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.
Έχετε δει ποτέ κανέναν έλατο
να κατεβαίνει μόνος του στο
πριονιστήρι;»
Άρης Αλεξάνδρου, «Μέσα στις πέτρες»
Από τη συλλογή Ευθύτης Οδών, 1959.
«Όσο νομότυπα ή/και εθιμικά θα δημιουργούνται περιστάσεις κόλασης πάνω στη γη ένα τέτοιο βιβλίο δεν μπορεί να φαίνεται άχρηστο».
(Παράφραση του παραθέματος του VictorHugo στην Εισαγωγή των Αθλίων).
Δολώματα, δίχτυα κι αποδράσεις
Τι ειρωνεία μια πρώην punk τραγουδίστρια, η KarinAmamiya, που χρεώνεται στη δεξιά πτέρυγα του πολιτικού φάσματος στην Ιαπωνία, να προσφέρει την αφορμή για την εκδοτική (και όχι μόνο) έκρηξη (succèsfou) ενός μυθιστορήματος της προλεταριακής λογοτεχνίας που είχε την πρώτη δημοσίευσή του σε περιοδικό το 1929!11 Πράγματι, τον Γενάρη του 2008 σε μια συζήτησή της με έναν γνωστό μυθιστοριογράφο κάνει αναφορά στο βιβλίο Kani k ō sen του TakijiKobayashi (1903-1933), που έχει κατά καιρούς αποδοθεί στ’ αγγλικά ως The crab factory shipή The crab cannery ship (με διάφορες παραλλαγές) και στις ελαχιστότατες ελληνικές πηγές ως Το πλοίο με τα καβούρια (Νίκος Σερβετάς, «Η χώρα της ανατέλλουσας φτώχειας», Η Εποχή, 26/10/2008: 12), ή Το πλοίο-εργοστάσιο (Ρούσσος Βρανάς, http://www.tanea.gr, 2/9/2009) ή Το πλοίο-εργοστάσιο των καβουριών (Χρήστος Μιχαηλίδης, «Το πλοίο με τα καβούρια», Ελευθεροτυπία, 13/5/2009).
Εκείνη η χρονιά (2008), που βέβαια δεν ήταν και η μοναδική, η Ιαπωνία χαρακτηριζόταν από υψηλή ανεργία των νέων, άσχημες συνθήκες εργασίας, υψηλά επίπεδα ευκαιριακής απασχόλησης και φτώχειας σε μια διχασμένη κοινωνία. Ας σημειωθεί επίσης ότι έχει παρατηρηθεί (Field, 2009) ότι δεν υπήρχε άλλο ισότιμα αξιόλογο λογοτεχνικό έργο στο οποίο θα μπορούσε να γίνει η σχετική αναφορά. Σ’ αυτήν οφείλεται, κατά κύριο λόγο, η πώληση μισού εκατομμυρίου αντιτύπων ως τα μέσα Αυγούστου 2008 ενώ ως τότε, σε κάθε προηγούμενη χρονιά δεν ξεπερνούσε τα 5.000. Εκδηλώσεις αφιερωμένες στην πολυτάραχη, παρότι άδικα σύντομη ζωή τού συγγραφέα και στο έργο του ακολούθησαν σ’ όλον τον κόσμο.
Ο TakijiKobayashi βασίζεται σε αληθινό γεγονός (1926, Yōichi, 2013: 6) για να αφηγηθεί την ιστορία μιας υπόθεσης που εκτυλίσσεται σ’ ένα γιαπωνέζικο πλοίο-εργοστάσιο που πλέει στη θάλασσα του Οχότσκ, λίγο έξω και άλλοτε λίγο μέσα από τα χωρικά ύδατα της Σοβιετικής Ένωσης. Μια σύζευξη επιθετικού ιμπεριαλιστικού-μιλιταριστικού επεκτατισμού, αδιάλλακτης εθνοκαπηλίας και στυγνής καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Το πλοίο μεταφέρει οκτώ μηχανότρατες των οποίων οι ψαράδες αλιεύουν καβούρια, ενώ άλλοι εργάτες τα επεξεργάζονται και τα κονσερβοποιούν. Οι συνθήκες εργασίας και διαβίωσης είναι φρικτές.
«Απ’ την ωκεάνια βάρκα
κατεβήκαν
ψαράδες
κουρελήδες
μελανιασμένοι
απ’ τη νύχτα
στον ωκεανό,
κατεβήκαν
φορτωμένοι
μεγάλα φωσφορίζοντα ψάρια
σαν
φωτιά βολταϊκή,
οι αχινοί πέφτοντας
σώριασαν
πάνω στις άμμους
την εύθραυστη μάνητα
των αγκαθιών τους»
Πάμπλο Νερούντα, «Ωδή στο δύτη» (Μτφρ. Άλκης Ράφτης).
Τα κοινά σημεία ανάμεσα στα βιβλία των Tressell και Kobayashi είναι άφθονα. Εκτείνονται από τη γενική θεματική τού κάθε έργου και καταλήγουν στις στιγμογραφήσεις που μπορεί να προβάλλονται ως σύντομες λεπτομέρειες, αλλά που έχουν όμως ουσιαστική σημασία στην παραστατική αφήγηση των συγγραφέων. Όπως διαπιστώνεται από την ανάγνωση των δύο βιβλίων αρκετά απ’ αυτά απορρέουν από τα εγγενή χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού συστήματος και παραμένουν αναλλοίωτα ανεξάρτητα από τη χρονική περίοδο και τη χωρική τοποθέτηση της διήγησης. Ακολουθούν μερικά:
- Η προώθηση των αφεντικών για την κατάληψη δημόσιων αξιωμάτων.
- Η πρόσληψη και εκμετάλλευση νεαρών φοιτητών και μαθητευόμενων.
- Οι άσχημες καιρικές συνθήκες κάτω από τις οποίες οι εργάτες είναι αναγκασμένοι να δουλεύουν και η συγκέντρωσή τους για συζήτηση γύρω από τη φωτιά.
- Το μίσος της εργοδοσίας για τη δραστηριότητα των εργατικών συνδικάτων και τον σοσιαλισμό.
- Τα θανατηφόρα ατυχήματα.
- Οι κλεψιές των αφεντικών και των προϊστάμενων.
- Η διαφώτιση και η προσπάθεια διάδοσης αντικαπιταλιστικών ιδεών.
- Ο αλκοολισμός.
- Τα θέματα υγείας που αντιμετωπίζουν οι εργάτες.
- Οι φθηνοκατασκευές (σανιδένιο φέρετρο, χρησιμοποιημένος κανναβένιος σάκος) για την εκφορά της σορού των πεθαμένων εργατών κ.ά.
Είναι κρίμα πως μια συνολική συγκριτική λογοτεχνική και κοινωνιολογική ανάλυση των δύο βιβλίων δεν έχει επιδιωχθεί ακόμα. Εδώ θα περιοριστεί η παρουσίαση στην ψυχολογία, στη συμπεριφορά και στις αντιδράσεις των εργατών. Όμως όχι μόνο στα κοινά σημεία αλλά και στις ουσιώδεις διαφορές.
Μια πανσπερμία ανθρώπων συγκροτούσε το εργατικό πλήρωμα του Hakkō Maru: πρώην γεωργοί μικροϊδιοκτήτες γης, βιομηχανικοί εργάτες, ανθρακωρύχοι, φορτοεκφορτωτές, εργάτες που ξεχέρσωναν τη γη και έσκαβαν για να περάσουν οι σιδηρόδρομοι και τα κανάλια, οικοδόμοι στα νέα λιμάνια, φοιτητές, νεαρά αγόρια 14 και 15 ετών και πλάνητες εργάτες. Η ετερογενής σύνθεση των βιοπαλαιστών βόλευε τον εργοδότη και συνάμα δυσκόλευε την οργανωτική προσπάθεια του εργατικού συνδικάτου. Οι απάνθρωπες συνθήκες δουλειάς, διατροφής και ενδιαίτησης τους έκαναν στην αρχή να βρίζουν χωρίς να είναι σχεδόν βέβαιοι σε ποιον ακριβώς απευθύνονταν καιεναντίον ποιου ξεσπούσαν. Κάτι ανάλογο περιγράφει και ο Tressell. Όμως εδώ, στο «Πλοίο-Εργοστάσιο», σταδιακά και με τη συνεχή συναναστροφή στα καταλύματά τους οι εργαζόμενοι άρχιζαν να εκφράζουν αλληλέγγυες απόψεις. Βέβαια υπήρχαν και εκείνοι που σκέφτονταν διαφορετικά, ιδίως οι πιο ηλικιωμένοι ψαράδες. Επίσης, όπως στον Tressell, έτσι κι εδώ, απειλές διατυπώνονταν στις ιδιωτικές τους συζητήσεις ενάντια στους επόπτες κι επιστάτες. Ακόμα, όπως και στον Tressell, όταν και όσο τους «έπαιρνε», χαλάρωναν για να ξεκλέψουν λίγη ώρα και να αφιερώσουν στον εαυτό τους στιγμές ανάπαυσης και ησυχίας. Ή όταν παράνομα το πλοίο έμπαινε στα ρωσικά χωρικά ύδατα μερικές φορές οι ψαράδες προσποιούνταν ότι είχαν χαθεί και έφθαναν στη ρωσική χερσόνησο της Καμτσάτκα όπου και έμεναν λίγες μέρες. Για να περιοριστεί αυτό το ενδεχόμενο η εταιρεία έκανε αυστηρή επιλογή των ψαράδων, με το να προσλαμβάνει εκείνους που δεν έδειχναν ενδιαφέρον για τα εργατικά συνδικάτα και ήταν υπάκουοι κι όχι ευεπίφοροι στην κομμουνιστική διαφώτιση. Αντίστοιχα, όπως στους Φιλάνθρωπους τα αφεντικά μισούσαν τις σοσιαλιστικές ιδέες έτσι κι εδώ τα εργατικά συνδικάτα έπρεπε να κρατούνται σε απόσταση και οι Ρώσοι να περιγράφονται με αρνητικό τρόπο.
Στο βιβλίο του Kobayashi οι εργάτες φαίνεται να αποκτούν πιο ακριβή και βαθιά γνωριμία με την πραγματικότητα και αυτό τους κάνει πιο τολμηρούς και αποφασισμένους. Δεν τους λείπει η ζωτικότητα, το νεύρο και το θάρρος και δεν διχάζονται, επιπόλαια και με ψευδή συνείδηση, ανάμεσα στα γιαπωνέζικα αστικά κόμματα, αδελφά των Τόρυδων και των Φιλελευθέρων όπως στους Φιλάνθρωπους. Δείχνουν να κατανοούν ότι ο πραγματικός αντίπαλος είναι ο τραπεζίτης στο Τόκυο, ο αυτοκρατορικός στρατιωτικός, η εθνικιστική προπαγάνδα, το κεφαλαιοκρατικό σύστημα και όχι ο επιστάτης ή ο επόπτης που βρίσκεται σχεδόν κάθε στιγμή μπροστά τους. Συνεννοούνται για δράση και κατεβαίνουν σε απεργία. Η αρχική της επιτυχία δεν διατηρείται για πολύ. Η έλευση του παραπλέοντος αντιτορπιλλικού και οι ξιφολόγχες των ναυτών καταπνίγουν την απεργία. Τι ψευδαίσθηση που πολλοί εργάτες περίμεναν ότι θα τους παραστέκονταν ενώ συντάχθηκαν τελικά με τους εκπροσώπους της εργοδοσίας πάνω στο πλοίο-εργοστάσιο! Ο γιαπωνέζικος μιλιταρισμός έρχεται σε αρωγή και συνδράμει το κεφάλαιο.
Στο υστερόγραφο του βιβλίου ο συγγραφέας προσθέτει, χωρίς λεπτομέρειες, ότι στη δεύτερη συντονισμένη τους μαζική απεργία οι εργάτες και οι ψαράδες πέτυχαν τη νίκη που δεν μπορούσαν καθόλου να φανταστούν. Αντίθετα, στους Φιλάνθρωπους οι εργάτες ποτέ δεν είχαν αποτολμήσει κάτι ανάλογο, ούτε καν είχαν βρεθεί οργανωτικά κοντά σ’ ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Όπως ήδη έχει επισημανθεί νωρίτερα: α. Ο Tressell ασχολείται αποκλειστικά και ρίχνει όλο το βάρος στην προπαγάνδα και διαφώτιση κι όχι στην οργανωτική πλευρά του σοσιαλιστικού εγχειρήματος, της ταξικής πάλης και της μαζικής δράσης κι’ ούτε καν της ρητής αποδοχής κι αναγνώρισης μιας τέτοιας ανάγκης και β. Η εδουαρδιανή περίοδος της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα χαρακτηρίστηκε από μια άνευρη και τσακισμένη εργατική τάξη. Διαφορετική ήταν η κατάσταση στην Ιαπωνία στη δεκαετία του 1920 και περίπου ως τα μισά εκείνης του 1930. Ήταν μια εποχή έντονου συνδικαλιστικού ακτιβισμού και διάδοσης αντιμιλιταριστικών, φεμινιστικών και σοσιαλιστικών ιδεών και σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος από τον Kobayashi (Cipriš: x).12 Τέλος, μας πληροφορεί η Bowen-Struyk (2009) ότι δίπλα στη χάλκινη νεκρική μάσκα του TakijiKobayashi που εκτίθεται στο Μουσείο Λογοτεχνίας του Otaru (πόλης όπου μεγάλωσε ο συγγραφέας) υπάρχει μια πινακίδα με την επιγραφή: «Επιτρέπεται το άγγιγμα». Απτό παράδειγμα διαρκούς διαδικασίας ταύτισης ενός προοδευτικού λογοτέχνη με την πορεία της γήινης πραγματικότητας!
3. Λιτότητα: Αυταπάτες κι ανατροπές
Ο Martin και ο Candide του Βολταίρου βρέθηκαν στο Portsmouth της Αγγλίας και τυχαία γίνονται θεατές στην προκυμαία μιας εκτέλεσης με τρεις σφαίρες στο κεφάλι ενός Άγγλου ναυάρχου. «–Για ποιο λόγο; ρωτά ο Candide. –Σ’ αυτήν τη χώρα θεωρούν καλό από καιρό σε καιρό να σκοτώνουν ένα ναύαρχο για να παίρνουν θάρρος οι υπόλοιποι» (ότι βρίσκονται ακόμα ζωντανοί, προσθέτω).
«Μια απόκρυφη συζήτηση με θέμα “Το ξυλοκόπημα/οι αυτοκτονίες/οι απολύσεις θα συνεχιστούν έως ότου ανακάμψει το ηθικό (πρωτογενές πλεόνασμα έχει ήδη επιτευχθεί)”.
Ένας κραταιός αξιωματούχος μιας κάποιας περιώνυμης τρόικας απευθυνόμενος στους υποτακτικούς υπουργούς:
-Και πώς πήγε η διαδικασία της ανακάμψης του ηθικού;
-Θαυμάσια κύριε! Μόνο λίγοι εξέπνευσαν και οι υπόλοιποι αναθάρρησαν ότι είναι ακόμα ζωντανοί.
-Πολύ καλά λοιπόν. Τα πάτε εξαιρετικά. Σας το είχαμε πει εξάλλου ότι τα μέτρα τελικά θα αποδώσουν. Συνεχίστε απτόητοι το έργο σας και πού είστε; Μη χαλαρώσετε καθόλου με τις μεταρρυθμίσεις, ούτε κατά διάνοια. Είμαστε κοντά σας (τόσο πολύ που τελικά θα πάθετε ασφυξία. Εξάλλου, μια ακραία μορφή οικειότητας είναι και ο βιασμός, όπως είχε πει κάποιος)».
Στις μέρες μας η προπαγανδιστική μηχανή της νεοφιλελεύθερης λαίλαπας, στην Ελλάδα και αλλού, με σκοπό την ουσιαστική διατήρηση της λιτότητας με την καταστροφή των πολλών και τον θρίαμβο των ολίγων, και την αποκατάσταση του business as usual, εκτός από τις κλασικές μεθόδους παντός καιρού (κρατική βία, αυταρχικότητα, αυθαιρεσία, φαλκίδευση αστικών δικαιωμάτων, παραβιάσεις του Συντάγματος κ.ά.), μετέρχεται τα εξής τεχνάσματα:
Την ενστάλαξη της ιδέας της κοινής πορείας, του εθνικού συμφέροντος και της συλλογικής υποχρέωσης για την εξασφάλιση, έστω παθητικά, συγκατάθεσης και υποταγής («Είμαστε όλοι στην ίδια βάρκα». Το θέμα όμως είναι το ποιος τραβάει κουπί).
Τη μετάδοση της «αρετής» της ιδιώτευσης σύμφωνα με την οποία ο κάθε πολίτης θα πρέπει ν’ αρχίσει να μαθαίνει ότι οφείλει να δρα και να είναι ατομικά υπεύθυνος απέναντι στον εαυτό του για όλα όσα προσωπικά τον αφορούν (π.χ. δαπάνες για την υγεία και παιδεία).
Την εμφύσηση μιας προσδοκίας επίτευξης, ποσοτικών ή μη, στόχων (π.χ. πρωτογενές «πλεόνασμα», έξοδος στις αγορές).
Την επίτευξη ενός περιορισμού της ορατότητας της αντίστασης με την απολυμαντική διοχέτευσή της σε πιο έμπιστα καθεστωτικά ΜΜΕ και ταυτόχρονα την ενίσχυση της κυριαρχίας των ιδιωτικών συμφερόντων (π.χ. μαύρο στην ΕΡΤ).
Την ανάδειξη της λιτότητας σε ενάρετη αναγκαιότητα και καθαρτική/εξιλαστήρια ανθρωποθυσία με βάση το «μαζί τα φάγαμε» σκεπτικό.
Η σύζευξη του οικονομικού στοιχείου με το ηθικολογικό επιδιώκει την αποτροπή φορτικών και διλημματικών ερωτημάτων και την άμβλυνση της ευαισθητοποίησης σε κοινωνικά θέματα (Clarke and Newman, 2012: 311). Σε συνδυασμό με την καλλιέργεια και την εξάπλωση της στωικότητας, του κυνισμού, του σκεπτικισμού, του ωχαδερφισμού και της παθητικής αδιαφορίας αποβλέπει στην εξατομίκευση της οργής και αγανάκτησης, στην απόσυρση και αποδέσμευση από την πολιτική ενασχόληση, στον κατακερματισμό των λαϊκών παρεμβάσεων, στην αποφυγή δημόσιας κινητοποίησης και αλληλεγγύης και τελικά, κοινωνικής έκρηξης.
Στο editorial των Θέσεων (τ. 126, 2014: 12) είχε επισημανθεί για την Ελλάδα:
«Τα φαινόμενα στην τρέχουσα φάση της συγκυρίας δεν φαίνεται να είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά. Αυτό που σήμερα κυριαρχεί ως περιρρέουσα ατμόσφαιρα την περίοδο που η επίθεση του κεφαλαίου βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, που το ένα τρίτο του ενεργού πληθυσμού και τα δυο τρίτα της νεολαίας είναι χωρίς δουλειά, που η φορολογική αφαίμαξη όσων δεν έχουν την παραμικρή δυνατότητα συνεισφοράς συνεχίζεται με εντεινόμενο ρυθμό, που απειλούνται στοιχειώδη δικαιώματα ιδιοκτησίας των πολλών από τους πλειστηριασμούς, κοντολογίς που η απαξίωση της εργασίας δεν φαίνεται να έχει τελειωμό, είναι αναντίστοιχο των περιστάσεων».
Αυτό το απόσπασμα παραπέμπει αρκετά στους Φιλάνθρωπους του Tressell. Ύστερα από έναν αιώνα από την κυκλοφορία του βιβλίου, ποιες είναι στην Ελλάδα οι αιτίες που δικαιολογούν την «αναντιστοιχία των περιστάσεων»;
Μήπως γιατί εξακολουθούν να επικρατούν αυταπάτες μιας στερεότυπης ομαλότητας; Για την έλλειψη μαζικής αντίδρασης είναι υπεύθυνη η στρεβλή καταγραφή και η παραμορφωμένη αποτύπωση της πραγματικότητας; Είναι η διστακτικότητα και η απουσία πειστικού εναλλακτικού λόγου; Είναι η αναποφασιστικότητα, η αβουλία ή ο φόβος από τις όποιες μελλοντικές ριζικές μεταβολές; Είναι η αίσθηση ανασφάλειας που έχει καταλάβει όσους ακόμα διατηρούν μια θέση εργασίας και βαρύνονται με δόσεις δανείων και δυσβάστακτων φόρων; Είναι η παραλυτική εξάντληση, η μοιρολατρία ή η απελπισία που έχουν κυριεύσει τους ανέργους; Είναι η ελπίδα ότι επειδή σωστά αρμενίζουμε κι έχουμε περάσει τον κάβο σύντομα θα καταφέρουμε να δέσουμε σε υπήνεμο λιμάνι; Είναι όλα αυτά μαζί; Ή μερικά απ’ αυτά; Ή και άλλα επιπλέον; Ή και τίποτε απ’ αυτά;
Ούτε ο Τσέχωφ είχε έτοιμη την απάντηση! Στο σύντομο αφήγημά του «Ένας αριθμός», ένας πατέρας καλεί στο γραφείο του τη δασκάλα των παιδιών, τη δεσποινίδα Ιουλία, να της δώσει το μισθό της. Με διάφορες αλχημείες και λογικούς ακροβατισμούς από τα ογδόντα ρούβλια που ήταν η συμφωνία τις πρόσφερε τελικά μόνον έντεκα. Η δασκάλα τα δέχτηκε με τρεμουλιαστά δάχτυλα και δεν παράλειψε να τον ευχαριστήσει! Στη συνέχεια ο εργοδότης-πατέρας διηγείται:
«Πετάχτηκα ορθός και άρχισα να βηματίζω πέρα δώθε στο γραφείο. Με έπιασαν τα δαιμόνια μου.
- Και γιατί με ευχαριστείς;
- Για τα χρήματα.
- Μα, διάολε, εγώ σε έκλεψα, σε λήστεψα! Και μου λες κι ευχαριστώ;
- Οι άλλοι δε μου ’διναν τίποτα!...
- Δε σου ’διναν τίποτα. Φυσικά! Σου έκανα μια φάρσα για να σου γίνει σκληρό μάθημα. Πάρε τα ογδόντα σου ρούβλια! Τα είχα έτοιμα στο φάκελο! Μα γιατί δε φωνάζεις για το δίκιο σου; Γιατί στέκεσαι έτσι σαν χαζή; Μπορείς να ζήσεις σ’ αυτό τον κόσμο αν δεν πατήσεις λίγο πόδι, αν δε δείξεις τα δόντια σου; Γιατί είσαι άβουλη;
Μουρμούρισε μερικά ευχαριστώ και βγήκε». Άντον Τσέχωφ, Διηγήματα, μτφρ. Κυριάκος Σιμόπουλος, Θεμέλιο, Αθήνα 2000 (Δική μου η υπογράμμιση).
Αλλά μου φαίνεται ότι ούτε ο Λουίς Μπουνιουέλ είχε μια ξεκάθαρη απάντηση! Στον «Εξολοθρευτή Άγγελο» παρουσιάζεται ο εγκλεισμός μιας παρέας αστών σ’ ένα σαλόνι από το οποίο, για ένα ακατονόητο λόγο, δεν αποτολμούν να βγουν και να εκπληρώσουν την επιθυμία τους παρόλο που η πόρτα είναι ορθάνοιχτη. Ακόμα, ούτε οι περίοικοι έχουν το θάρρος να διαβούν την πόρτα ή να επικοινωνήσουν με τους εγκλωβισμένους. Τελικά, υποτάσσονται στα άγρια ένστικτα της φύσης τους και ανακαλύπτουν τον πραγματικό τους εαυτό και μόνον όταν θα καταλυθούν οι κοινωνικές συμβάσεις θα μπορέσουν να «απελευθερωθούν». Αλλά πάλι, καταλήγουν στην εκκλησία για να ευχαριστήσουν τον Θεό για τη σωτηρία τους. Όμως έξω αρχίζουν οι διαδηλώσεις και οι συγκρούσεις ενώ οι στρατιώτες πυροβολούν το πλήθος...
«Κατ’ αντιστοιχία, μια φανταστική γραμμή εμποδίζει τις πληττόμενες κοινωνίες να αντιδράσουν αποτελεσματικά· η γραμμή αυτή – μαζί με την αμηχανία ή και τον τρόμο από τις συνεχείς ανατροπές – είναι η ψευδαίσθηση ότι ζούμε ακόμα στην «κανονικότητα» των παρελθουσών δεκαετιών ή, έστω, μια μπόρα που θα περάσει. Τερατώδης συνέπεια, ότι εμπιστευόμαστε τις τύχες μας, διεθνώς, στο ίδιο σύστημα που μας έφερε μέχρι εδώ» (Γιώργος Μ. Χατζηστεργίου, «Εξολοθρευτής Άγγελος», Η Αυγή, Ενθέματα, 4/8/2013).
Όμως, σε κάθε περίπτωση, η έκβαση του φιλμ του Μπουνιουέλ προσεγγίζει περισσότερο την κατάληξη του μυθιστορήματος του Kobayashi... Οι αυταπάτες της αδράνειας με τις θηλιές, τις παγίδες, τους εγκλεισμούς, τα δολώματα και τα δίχτυα είναι εδώ παρόντα, όπως όμως είναι εν δυνάμει παρούσες οι αποδράσεις και οι επικείμενες ανατροπές.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Bowen-Struyk, Heather, “Why a Boom in Proletarian Literature in Japan? The Kobayashi Takiji Memorial and The Factory Ship”, The Asia-Pacific Journal, 29 June 2009.
Breton, Rob, “Ghosts in the Machina: plotting in Chartist and working-class fiction”, Victorian Studies, Vol. 47, No. 4, 2005.
Cairnie, Julie, “Imperial Poverty in Robert Tressell’s The Ragged Trousered Philanthropists”, The Journal of Commonwealth Literature, Vol. 37, No. 2, 2002.
Cipriš, Željko, “Translator’s Preface” στο Kobayashi, Takiji, The Crab Cannery Ship and Other Novels of Struggle, with an Introduction by Komori Yōichi (Translated by Željko Cipriš), University of Hawai’i Press, Honolulu, 2013.
Clarke, John and Janet Newman, “The Alchemy of Austerity”, Critical Social Policy, Vol. 32, No. 3, 2012.
Day, Gary, “Introduction” στο Robert Tressell, The Ragged Trousered Philanthropists, Flamingo, London, 1997.
Field, Norma, “Commercial Appetite and Human Need: the accidental and fated revival Kobayashi Takiji’s Cannery Ship”, The Asia-Pacific Journal, 22 February 2009.
Fox, Pamela, “The Ragged Trousered Philanthropists and After: epistemologies of class, legacies of resistance” στο Pamela Fox (ed.), Class Fiction: Resistance in the British Working Class Novel, Duke University Press, Durham, N. C., 1994.
Goldmann, Lucien, “Dialectical Materialism and Literary History”, New Left Review, No. 92, July-August 1975 [1947].
Graff, Harvey J., “Literacy in Literature and in Life: an early twentieth-century example”, History of Education Quarterly, Vol. 23, No. 3, Autumn 1983.
Hawthorn, Jeremy, “Back to the Future? Rereading The Ragged Trousered Philanthropists” στο Julie Cairnie and Marion Walls (eds.), Revisiting Robert Tressell’s Mugsborough: New Perspectives on The Ragged Trousered Philanthropists, Cambria Press, Amherst, N. Y., 2008.
Hunt, Tristram, “A Ragged Trousered Elite who Preached Secular Salvation: the working-class classic with an ambivalence about real workers”, The Guardian, 7 August 2004.
Kobayashi, Takiji, The Crab Cannery Ship and Other Novels of Struggle, with an Introduction by Komori Yōichi (Translated by Željko Cipriš), University of Hawai’i Press, Honolulu, 2013.
Mayne, Brian, “The Ragged Trousered Philanthropists: an appraisal of an Edwardian novel of social protest”, Twentieth Century Literature, Vol. 13, No. 2, July 1967.
McKibbin, Ross, “Why Was There No Marxism in Great Britain?”, The English Historical Review, Vol. 99, No. 391, April 1984.
Mitchell, John B., “The Ragged Trousered Philanthropists-Corner-Stone of a Proletarian Literary Culture and of Socialist Realism in English Literature”, Zeitschrift für Anglistik und Amerikanistik, X, 1962.
Neetens, Wim, “Politics, Poetics and the Popular Text: The Ragged Trousered Philanthropists”, Neohelicon, Vol. XIV, No. 2, 1987.
Paul, Ronald, “Tressell in International Perspective” στο H. Gustav Klaus (ed.), The Rise of Socialist Fiction: 1880-1914, Brighton, Sussex, Harvester Press, 1987.
Raskin, Jonah, “Robert Tressell’s Socialist Novel”, Monthly Review, Vol. 30, No. 11, April 1979.
Sillitoe, Alan, “Introduction” στο Robert Tressell, The Ragged Trousered Philanthropists, Flamingo, London, 1997 [1965].
Smith, David, Socialist Propaganda in the Twentieth-Century British Novel, Macmillan, London, 1978.
Swingewood, Alan, The Myth of Mass Culture, Humanities Press, London, 1977.
Williams, Raymond, Writing in Society, Verso, London, 1991 [1983].
Yōichi, Komori, “Introduction” στο Kobayashi, Takiji, The Crab Cannery Ship and Other Novels of Struggle, with an Introduction by Komori Yōichi (Translated by Željko Cipriš), University of Hawai’i Press, Honolulu, 2013.
Young, James D., “Militancy, English Socialism and The Ragged Trousered Philanthropists”, Journal of Contemporary History, Vol. 20, No. 2, April 1985.
1 Το άρθρο αυτό αφιερώνεται στη μνήμη του Τόνυ Μπεν (3/4/1924 - 14/3/2014), ο οποίος το 1979 είχε χαρίσει το βιβλίο του Tressell, ανάμεσα σε πολλούς άλλους, σ’ έναν εφημέριο της αγγλικανικής εκκλησίας στο Μπρίστολ. Ο ιερωμένος το δάνεισε και ποτέ δεν του επιστράφηκε. Αρκετά χρόνια αργότερα ο Μπεν τού το ξαναχάρισε σημειώνοντας στο νέο αντίτυπο: «Κοίτα να μη χάσεις κι αυτό». Να πει κανείς «Αναπαύσου εν ειρήνη» δε μου φαίνεται ότι θα ήταν κάτι στο οποίο θα συμφωνούσε ο ίδιος ο θανών.
2 Στην εισαγωγή ο συγγραφέας τονίζει ότι το βιβλίο δεν είναι δοκίμιο ή πραγματεία αλλά μυθιστόρημα. Ακολουθώ την έκδοση του οίκου Penguin Books, London, 2004. Η πρώτη ολοκληρωμένη έκδοση χρονολογείται το 1955.
3 Σ’ αυτό μάλιστα είχε αποδοθεί η νίκη του Εργατικού Κόμματος στις βρετανικές εκλογές του 1945! Έχει επίσης αναφερθεί ότι ο Λένιν είχε δώσει την εντολή, λίγο μετά την οκτωβριανή επανάσταση, το βιβλίο να μεταφραστεί και να κυκλοφορήσει στη Ρωσία (1920), ενώ όλα τα μέλη της νέας κυβέρνησης του Τόνυ Μπλαιρ το 1997 υπέγραψαν ένα αντίτυπο. Τέλος, η χαρτόδετη έκδοση του βιβλίου από το Penguin Books (1940) περιείχε την εξής εκπληκτική σημείωση: «Για τις ένοπλες δυνάμεις. Αφήστε αυτό το βιβλίο σε οποιοδήποτε ταχυδρομείο αφού το έχετε διαβάσει έτσι ώστε άνδρες και γυναίκες των ενόπλων δυνάμεων να το χαρούν επίσης», ενώ στις ζούγκλες της Βιρμανίας λέγεται ότι το βιβλίο κυκλοφορούσε ανάμεσα στους Βρετανούς στρατιώτες σε τέτοιο βαθμό που οι άκρες των σελίδων του είχαν τσακίσει από τη συχνή χρήση!
4 Ως το 2008 είχαν αναφερθεί τουλάχιστον 120 εκδόσεις του (Cairnie and Walls, 2008: 5).
5 Ο Tressell άρχισε να δουλεύει το μυθιστόρημά του το 1906. Την επόμενη χρονιά μια οξύτατη οικονομική κρίση ξεσπάει στη Βρετανία.
6 Ο ίδιος ήλιος που δεν έδυε ποτέ στη Βρετανική αυτοκρατορία δεν ανέτειλλε καθόλου στις εργατικές φτωχογειτονιές, όπως είχε επισημάνει ένα έντυπο του 1907.
7 Νοιώθει την απόγνωσή του τόσο βαθιά που γράφει: «Μερικές απ’ αυτές τις κακόμοιρες υπάρξεις είχαν πολύ μεγάλα κεφάλια αλλά μια εξέταση από κοντά θα έδειχνε ότι το μέγεθος οφειλόταν στο υπερβολικό πάχος των οστών. Η κόγχη του κρανίου που δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο θα υπέθετε ένας τυχαίος παρατηρητής κρίνοντας από την εξωτερική εικόνα του κεφαλιού και ακόμα στις περιπτώσεις που το μυαλό ήταν ικανοποιητικού μεγέθους, ήταν χειρότερης ποιότητας, όντας σκληρό στην υφή και σε μεγάλο βαθμό αποτελούμενο από λίπος» (σ. 574).
8 Πόσο εύθετα είναι τα λόγια του Μενέλαου Λουντέμη (από το μυθιστόρημα Οδός Αβύσσου Αριθμός 0. Γράφω σχεδόν από μνήμης.): «Στον κόσμο αυτό αν ήρθες μόνο για να μετρήσεις τα χρόνια σου και να ζήσεις μιαν ήσυχη και φρόνιμη ζωή, δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα. Ποτέ τους φρόνιμους ανθρώπους δεν τους πείραξε κανείς. Μα αν είναι να χαθεί κάποτε ο κόσμος, θα χαθεί από τους φρόνιμους. Αυτοί με την φρονιμάδα τους βοηθούν τους ισχυρούς να γίνουν ακόμα ισχυρότεροι». Επίσης, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ στην Άγια Ιωάννα των Σφαγείων (Μτφρ. Κ. Παλαιολόγου, Εκδόσεις Πλανήτης, Αθήνα, 1972: 108) παρατηρεί: «Γνοιαστήτε, αφήνοντας τον κόσμο όχι μόνο νάχετε υπάρξει καλοί, αλλά ν’ αφήσετε έναν καλό κόσμο!» .
9 Άλλος κανόνας που επέβαλε η επιχείρηση ήταν ότι θα έπρεπε οι εργάτες να ζυγίζονται μόλις πιάνουν δουλειά το πρωί και πάλι το βράδυ μόλις σχολούσαν. Αν η ζυγαριά έδειχνε το βράδυ παραπάνω απ’ ό, τι το πρωί τότε ερχόταν η απόλυση!
10 Ας θυμηθούμε: «Οι νιφάδες του χιονιού είναι από τα πιο εύθραυστα πράγματα στη Φύση, κι όμως δείτε τι μπορούν να κάνουν όταν είναι ενωμένες!» VernieM. Kelley.
11 Μετά την πρώτη δημοσίευση (συντομευμένη περίπου στο μισό στο περιοδικό Πολεμική Σημαία-Senki) του μυθιστορήματος ακολουθεί η απαγόρευσή του ενώ ο συγγραφέας (Kobayashi) συλλαμβάνεται επειδή είχε αναφέρει στο βιβλίο ότι ένας εργάτης ευχήθηκε να πνιγεί ο αυτοκράτορας όταν θα έτρωγε τα καβούρια που του ετοίμαζαν να του στείλουν (Bowen-Struyk, 2009). Η πρώτη μετάφραση στ’ αγγλικά (κι αυτή αυστηρά λογοκριμένη) χρονολογείται από το 1933 δηλαδή την ίδια χρονιά που ο συγγραφέας θανατώνεται από βασανισμό στα κρατητήρια της ειδικής αστυνομίας (Tokko), η οποία και δηλώνει ότι ο θάνατος προήλθε από «καρδιακή προσβολή». Η απαγόρευση αίρεται το 1948 και η πρώτη χαρτόδετη έκδοση (ολοκληρωμένο πλέον κείμενο) όπως και η πρώτη κινηματογραφική ταινία ακολουθούν το 1953. Το μυθιστόρημα έχει μεταφραστεί και στα κινέζικα, νορβηγικά, γερμανικά και σε πολλές άλλες γλώσσες (πλην της ελληνικής).
12 Κρίνω ότι σ’ αυτό το σημείο αποδεικνύεται καθαρά η ισχύς του επιχειρήματος του Goldmann που παρουσιάστηκε ως παράθεμα πιο πάνω.