ΟΘΩΝΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ.

ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ

ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ ΙΔΡΥΣΗΣ ΤΟΥ


του Δημήτρη Αρκάδα



1. Αφετηριακές συνιστώσες και υποθέσεις εργασίας


Η ίδρυση του Οθωνείου Πανεπιστημίου περιγράφεται από δύο διαφορετικά διατάγματα: αυτό της 22ης Απριλίου 1837 με τίτλο «Περί Συστάσεως του Πανεπιστημίου»1 και αυτό της 26ης Απριλίου 1837, τιτλοφορούμενου ως «Περί Προσωρινού Κανονισμού του εν Αθήναις Συστηθησομένου Πανεπιστημίου».2 Αυτά τα νομικά κείμενα έχουν ιδεολογικές συνιστώσες που καλούμαστε να αναδείξουμε.3

Αν δεχτούμε ότι ιδεολογία είναι μια οποιαδήποτε ιδέα, αντίληψη ή αναπαράσταση, η οποία ενώ από τη μια μεριά αποκαλύπτει ένα μέρος της πραγματικότητας, την ίδια στιγμή συγκαλύπτει ένα άλλο εξίσου σημαντικό μέρος της, τότε βασικό ζητούμενο στην παρακάτω ανάλυση είναι να φέρουμε στο φως τις κοινωνικές σχέσεις, τις οποίες το εν λόγω κείμενο φρόντισε να αποκρύψει.4

Θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε, μέσα από την άρθρο προς άρθρο κριτική εξέταση των εν λόγω διαταγμάτων, ποιες είναι οι σχέσεις εξουσίας και παραγωγής αγαθών, ανάμεσα στο πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας του θεσμού του πανεπιστημίου, των καθηγητών και των φοιτητών του από τη μια μεριά, και τη μοναρχία του Όθωνα καθώς και την εκκλησιαστική διοίκηση από την άλλη. Δηλαδή, θα δοκιμάσουμε να προσδιορίσουμε τις σχέσεις εξουσίας του πανεπιστημίου με τη μοναρχία και τη θεσμική εκκλησία, θα αποπειραθούμε να δούμε το πανεπιστήμιο ως πεδίο παραγωγής αγαθών, όπως είναι οι μορφές γνώσης, αλλά και οι πτυχιούχοι του, θα ανιχνεύσουμε την ποιότητα του συμβολικού και οικονομικού «κεφαλαίου» των καθηγητών του, δηλαδή το κύρος τους, την κοινωνική αναγνώρισή τους, αλλά και την οικονομική τους δύναμη, ενώ τέλος θα προσπαθήσουμε να ανασυγκροτήσουμε τις σχέσεις εξουσίας καθηγητών και φοιτητών.5

Οι υποθέσεις εργασίας τις οποίες θα επιχειρήσουμε να στηρίξουμε, είναι:

α) Οι σχέσεις του πανεπιστημίου με το κράτος και την ορθόδοξη εκκλησία δομούνται ως σχέσεις εξάρτησης και μπορούν να αποτυπωθούν σε σημαντικές εκδηλώσεις της λειτουργίας του πρώτου. Τέτοιες είναι η χρηματοδότηση του πανεπιστημίου, η επιλογή και μισθοδοσία του διδακτικού προσωπικού καθώς και τα προνόμιά του, που συνεπάγονται ένα μεγιστοποιημένο συμβολικό «κεφάλαιο».6

β) Δημιουργούνται δύο κοινωνικά σώματα εντός του πανεπιστημίου: αυτό των καθηγητών, το οποίο στελεχώνει το ίδρυμα και αναπαράγει την άσκηση της κρατικής εξουσίας και το σώμα των φοιτητών, ιεραρχικά υποδεέστερο.

γ) Αν δεχθούμε ότι ένας από τους βασικούς σκοπούς του πανεπιστημίου είναι η παραγωγή γνώσης και ότι η σχέση γνώσης και εξουσίας όχι μόνο αλληλεξαρτώνται, αλλά ότι η μία προϋποθέτει την άλλη, 7 μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το πανεπιστήμιο κατασκευάζεται ως ένα πεδίο παραγωγής, άσκησης και κοινωνικής διάχυσης τόσο του ιδεολογήματος της ελέω θεού εξουσίας του Όθωνα, όσο και του ιδεολογήματος περί «συναλληλίας» της εκκλησιαστικής διοίκησης με τη μοναρχία.


2. Σχέσεις ιδιοκτησίας του πανεπιστημίου από τη μοναρχία


Στο άρθρο 1 του Προσωρινού Κανονισμού, διαβάζουμε ότι, σύμφωνα με ένα παλαιό γερμανικό έθιμο, το πανεπιστήμιο, «προς μνήμην δε του συστήσαντος αυτό, θέλει φέρει την επωνυμίαν “Πανεπιστήμιον του Όθωνος ».8 Σχετικά με τα σύμβολά του, το καινούργιο εκπαιδευτικό ίδρυμα θα φέρει χαραγμένα στη σφραγίδα «εν τω μέσω τα βασιλικά Ημών παράσημα, πέριξ δε τας λέξεις Βασιλικόν Πανεπιστήμιον Όθωνος» (Προσωρινός Κανονισμός, άρθρο 22).

Αν είναι ορθή η διαπίστωση ότι το πανεπιστήμιο, όπως και κάθε σύστημα παραγωγής γνώσης, κατασκευάζεται για να διατηρήσει στην εξουσία ορισμένη κοινωνική τάξη, αποκλείοντας ταυτόχρονα άλλες, 9 τότε το όνομα και τα σύμβολα που χρησιμοποιούνται μοιάζουν ως γενικές κτητικές, δηλαδή ως εάν το πανεπιστήμιο να αποτελεί προσωπική περιουσία του ελέω Θεού μονάρχη. Παραπέμπουν, αν και όχι τόσο εμφανώς, σε σχέσεις ιδιοκτησίας του πανεπιστημίου από τη μοναρχία. Τούτο θα μπορούσε να σημαίνει ότι το πανεπιστήμιο προσδιορίζεται μάλλον ως τμήμα της βασιλικής αυλής, 10 άρα όχι ως δημόσιο καθίδρυμα, δηλαδή υποκείμενο στον έλεγχο του δήμου.11 Μια τέτοια επιρροή του παλατιού, περιβάλλει με το μοναρχικό κύρος και τη βασιλική αυθεντία του το ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, νομιμοποιώντας πολιτικά στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τα αγαθά που αυτό καλείται να παράγει.12


3. Σχέσεις διοικητικής και οικονομικής εξάρτησης του πανεπιστημίου

από τον εκκλησιαστικό οργανισμό


Ο Όθωνας, απευθυνόμενος στην αρμόδια διοικητική αρχή σχετικά με την υπόθεση δημιουργίας του πανεπιστημίου, ονοματίζει την «Γραμματείαν των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως» (Πράξη Σύστασης: 62), δηλαδή το τότε Υπουργείο Παιδείας.13 Το αξιοσημείωτο της υπόθεσης βρίσκεται στο γεγονός ότι στην προμετωπίδα της Γραμματείας προτάσσεται το «Εκκλησιαστικό» έναντι της «Δημοσίας Εκπαιδεύσεως». Η παιδεία εκλαμβάνεται ως οργανικό υποσύνολο του ευρύτερου εκκλησιαστικού χώρου. Συνεχίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο μια πρακτική των βυζαντινών χρόνων, η οποία ήθελε τον εκκλησιαστικό θεσμό να έχει ενεργό συμμετοχή στα εκπαιδευτικά πράγματα.

Αυτό διακρίνεται με περισσότερη ένταση στη δημιουργία της Θεολογικής Σχολής. Από τους τρεις αρχικούς καθηγητές της, τους Μισαήλ Αποστολίδη, Θεόκλητο Φαρμακίδη και Σπυρίδωνα Κοντογόνη (Πράξη Σύστασης: 63), οι δύο πρώτοι είναι κληρικοί και μάλιστα ο Φαρμακίδης τυγχάνει γραμματέας της Ιεράς Συνόδου. Οι παραπάνω καθηγητές, προτρέπονται «δια να καταστρώσουν εν σχέδιον δι’ όσα, τυχόν, αναγκαιούσιν εις πρόοδον των σπουδασμάτων της σχολής των, το οποίον θέλη κοινοποιηθή προ πάντων και εις την ιεράν σύνοδον δια να γνωμοδοτήση» (Πράξη Σύστασης: 63-64). Η γνωμοδότηση της εκκλησιαστικής διοίκησης παρουσιάζεται ως όρος για την πορεία μιας σχολής, η οποία ανήκει στη δομή ενός κοσμικού θεσμού.

Τέλος, στον κρίσιμο τομέα της χρηματοδότησης του νέου πανεπιστημίου, προβλέπεται από το άρθρο 2 του Προσωρινού Κανονισμού, ότι «άπαντα του πανεπιστημίου τα αναλώματα θέλουσι δίδοσθαι από το εκκλησιαστικόν ταμείον, καθόσον δεν λαμβάνονται από την ιδιαιτέραν προικοδότησιν του πανεπιστημίου». Το οικονομικό κεφάλαιο του πανεπιστημίου φαίνεται ότι εξαρτάται – αν εξαιρέσουμε τις δωρεές και τα κληροδοτήματα με τα οποία υποστηρίχθηκε από την αρχή14 – από το εκκλησιαστικό ταμείο, έναν οργανισμό με μεγάλη δημοσιονομική ισχύ, η οποία είχε γιγαντωθεί εξ αιτίας της διαχείρισης της κτηματικής περιουσίας πολλών εγκαταλελειμμένων και διαλυμένων μοναστηριών.15 Το εν λόγω ταμείο, το οποίο μισθοδοτούσε την εκκλησιαστική διοίκηση, τώρα καλείται να στηρίξει και τα λειτουργικά έξοδα του πανεπιστημίου, αν και φαίνεται ότι αυτό δεν συνέβη στην πράξη.16

Τι είδους γνώση μπορεί να παράγει ένα πανεπιστήμιο, το οποίο επηρεάζεται από έναν εξω-πανεπιστημιακό θεσμό με συγκεκριμένες μεταφυσικές πεποιθήσεις, όπως η εκκλησιαστική διοίκηση; Αυτό, για ένα ίδρυμα το οποίο στόχευε να θεραπεύσει την πολυμέρεια «της ανωτάτης επιστημονικής εκπαιδεύσεως» (Προσωρινός Κανονισμός, άρθρο 1), αποτελεί αντίφαση εν τοις όροις. Πώς μπορεί ένας προ-νεωτερικός θεσμός, όπως η εκκλησία, η οποία στηρίζεται στον αποκαλυπτικό λόγο και την πίστη, να ενισχύει έναν νεωτερικό θεσμό, όπως είναι το πανεπιστήμιο, θεμελιωμένο στα προτάγματα του Διαφωτισμού, στον ορθολογισμό, στη γνώση που προέρχεται από την παρατήρηση και το πείραμα αντί της πίστης; Είναι μάλλον φανερό ότι το πανεπιστήμιο με τις σχέσεις εξάρτησής του από τον εκκλησιαστικό οργανισμό, αδυνατεί όχι μόνον να διαφωνήσει με την επίσημη πολιτική της ιεραρχίας, αλλά και να παράγει γνώση ασύμβατη με την εκκλησιαστική πίστη και πρακτική.17 Δικαιούμαστε να υποθέσουμε ότι έργο του πανεπιστημίου καθίσταται εκ των πραγμάτων η στήριξη της εκκλησιαστικής ιδεολογίας περί «συναλληλίας» κράτους και ορθόδοξης εκκλησίας, με τη δεύτερη να διαδραματίζει τον ρόλο του συνεκτικού και ομογενοποιητικού παράγοντα ενότητας των πιστών-πολιτών του βασιλείου της Ελλάδας.18


4. Το συμβολικό και οικονομικό κεφάλαιο των καθηγητών του πανεπιστημίου


Η υπόθεσή μας ότι το πρώτο πανεπιστήμιο εμφανίζεται ως κρατική ιδιοκτησία, υποκείμενη στον μονάρχη, μπορεί να ενισχυθεί από την κοινωνική θέση των καθηγητών του. Σύμφωνα με τον νόμο, οι υποψήφιοι καθηγητές «θέλουν διορίζεσθαι αμέσως παρ’ Ημών κατά πρότασιν της επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματείας της Επικρατείας» (Προσωρινός Κανονισμός, άρθρο 6). Γι’ αυτό και οι πρώτοι καθηγητές τοποθετούνται στην καινούρια θέση τους από τον μονάρχη, ο οποίος τους καθιστά ως τέτοιους, χρησιμοποιώντας την ανάλογη ρητορική «όθεν διορίζωμεν»(Πράξη Σύστασης: 63).

Οι καθηγητές του πανεπιστημίου είναι κατ’ ευθείαν διορισμένοι από τον βασιλιά, ως ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι, όπως θα δούμε ευκρινέστερα παρακάτω. Σε αυτήν τη σχέση εξάρτησής τους, συμβάλλει και ο Προσωρινός Οργανισμός – ο οποίος αν και προσωρινός λειτούργησε μέχρι το 1911 – καθώς ούτε προσόντα για την εκλογή κάποιου στη θέση του καθηγητή καθόριζε, ούτε εξασφάλιζε τη μονιμότητα των καθηγητών.19 Όντες σε αυτή την επαγγελματική εξάρτηση, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι εκτός από τα διδακτικά τους καθήκοντα, τους έχει ανατεθεί σιωπηρά και η υποχρέωση να εργαστούν υπέρ του θεσμού που τους αναβίβασε σε αυτό τον θώκο.20

Το κύρος της κοινωνικής θέσης των καθηγητών του πανεπιστημίου ως ανωτέρων κρατικών υπαλλήλων ενισχύεται από το ότι ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 9 του Προσωρινού Κανονισμού, για τους μεν τακτικούς και τους επίτιμους καθηγητές «τον βαθμόν του υπουργικού συμβούλου», ενώ στους εκτάκτους καθηγητές απονέμει «τον του υπουργικού παρέδρου». Σύμφωνα με τα μέτρα της τότε ιεραρχίας της δημόσιας διοίκησης, ο υπουργικός σύμβουλος εθεωρείτο ο σημερινός τμηματάρχης, καθώς δεν υπήρχαν ακόμη οι διοικητικές βαθμίδες του διευθυντή ή του γενικού διευθυντή υπουργείου.21 Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι η πολιτική εξουσία αποσκοπούσε στον μεγαλύτερο δυνατό διοικητικό έλεγχο του πανεπιστημιακού καθηγητικού σώματος.22 Ως οργανικό τμήμα των ανώτερων υπαλληλικών στρωμάτων της κρατικής μηχανής, οι καθηγητές είχαν κύρος και ασκούσαν εξουσία.23

Σύστοιχο με την κοινωνική θέση τους ήταν και το οικονομικό τους κεφάλαιο.24 Όπως αναφέρει το άρθρο 9 του Προσωρινού Κανονισμού, οι καθηγητές πανεπιστημίου «λαμβάνουσιν από τους μαθητευομένους τα χάριν της παραδόσεώς των πληρονόμενα δίδακτρα. Οι δε τακτικοί και έκτακτοι καθηγηταί, και οι διδάκτορες της επαναλήψεως των μαθημάτων και των γλωσσών λαμβάνουσιν, εκτός τούτου, και ανάλογον μισθόν ή αντιμισθίαν». Αν και διέθεταν δύο βασικές πηγές εισοδήματος, τον κρατικό προϋπολογισμό και τα νομοθετικά προβλεπόμενα δίδακτρα, 25 γεγονός που τους προσπορίζει μάλλον οικονομική ασφάλεια και σιγουριά, εντούτοις ο τίτλος που έφεραν, αυτός του πανεπιστημιακού καθηγητή, δεν είχε επενδυθεί ακόμη με τη φήμη και τις οικονομικές απολαβές που απέκτησε αργότερα.26

Λόγω της ιδιαίτερης κοινωνικής θέσης τους και προκειμένου να διαφυλάξουν τη δημόσια εικόνα τους, οι καθηγητές, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Προσωρινού Κανονισμού, «χρεωστούν να παρευρίσκωνται τακτικώς εις τας παραδόσεις κατά τας προσδιορισμένας ώρας, να διαμένουν εις αυτάς, όσον είναι προσδιωρισμένον, και ν’ αποφεύγουν δι’ ακριβείας περί το αντικείμενον τούτο τας μεταξύ των περί αυτού συγκρούσεις». Η κυρίαρχη ιδεολογία απαιτεί από τους ανώτερους κρατικούς υπαλλήλους να δίνουν εικόνα ομόνοιας και κάλυψης των διαφωνιών τους, έστω και αν αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η άμεση διασύνδεση με το παλάτι, το οποίο τους εξασφάλιζε τα προνόμια της θέσης τους, έπρεπε να διαφυλαχθεί, ώστε με τη σειρά τους να ανταποδώσουν στον θεσμό της ελέω Θεού μοναρχίας, τα εύσημα και την αίγλη που εκπορεύονταν από την παρουσία και τη δράση τους στην εκπαιδευτική και τη δημόσια ζωή.


5. Οι σχέσεις καθηγητών και φοιτητών του πανεπιστημίου

ως σχέσεις αστυνομικής επιτήρησης


Αν είναι ορθή η αντίληψη πως τα σχολεία, σε κάθε βαθμίδα, δομούνται ως χώρος συγκρότησης και άσκησης σχέσεων εξουσίας, 27 αυτή η πραγματικότητα αναδεικνύεται έντονα στη σχέση των καθηγητών πανεπιστημίου με τους φοιτητές τους. Οι πρώτοι, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Προσωρινού Κανονισμού, «χρεωστούν να επιτηρώσιν, εντός της ιδίας παραδόσεως έκαστος, τη διαγωγήν των μαθητευομένων». Το έργο του καθηγητή δεν εξαντλείται στη μετάδοση της γνώσης και στον κριτικό έλεγχο για την επιτυχημένη μετάδοση. Ασκεί και καθήκοντα επιτηρητή του ήθους των φοιτητών. Η διαγωγή τους όφειλε να είναι συμβατή με τα χρηστά ήθη της εποχής, τα οποία τροφοδοτούσε η εκκλησιαστική ηθική.

Προκειμένου να σχηματισθεί πλήρης εικόνα του ήθους του κάθε φοιτητή, τηρείται από το πανεπιστήμιο και ομόλογο αρχείο. Πρόκειται, κατά το άρθρο 21 του Προσωρινού Κανονισμού, για δύο τύπους εγγράφων, το «Αποδεικτικόν ηθών» και το «Αποδεικτικόν επιμελείας». Ορίζεται δε ότι «το περιεχόμενον των αποδεικτικών τούτων θέλει εγγράφεσθαι εις ιδιαίτερον βιβλίον, κρατουμένου υπό του γραμματέως, επιτηρούντος αμέσως υπό του πρυτάνεως, [ ...] και διατηρεί εις το μυστικόν, καθόσον αφορά την περί ηθών και επιμελείας μαρτυρίαν».

Ο νόμος προβλέπει μια εμπεριστατωμένη διαδικασία, μια συστηματική μέθοδο ταξινόμησης και κατάταξης των φοιτητών με βάση την ηθική τους ποιότητα και την επιμέλειά τους, η οποία θα βοηθήσει στον ορθότερο και πληρέστερο έλεγχο και επιτήρησή τους μέσα από τη συλλογή στοιχείων στον προσωπικό τους φάκελο. Ο εξατομικευμένος φάκελος θα μπορούσε να πιστοποιήσει ανά πάσα στιγμή, τόσο το ιστορικό της συμπεριφοράς του φοιτητή, όσο και τις πειθαρχικές πολιτικές που θα μπορούσαν να εφαρμοσθούν σ’ αυτόν.28

Ξεχωριστά καθήκοντα αστυνομικής επιτήρησης των φοιτητών προβλέπει ο νόμος για τον πρύτανη του πανεπιστημίου, την κεφαλή της ιεραρχικής πυραμίδας του. Στο άρθρο 29 του Προσωρινού Κανονισμού διαβάζουμε ότι, πιο πολύ από τους υπόλοιπους καθηγητές, «επί φοιτητών ξένων, και μη εχόντων εντός της πόλεως του πανεπιστημίου γονείς, πλησίον συγγενείς, ή επιτρόπους χρεωστεί να επαγρυπνεί ο πρύτανις, ειδοποιών τους οικείους αυτών, οσάκις τους βλέπει παρεκτρεπομένους της οδού της αρετής και της ευπρεπείας. Δια τούτο θέλει θεωρεί ως εκ των χρεών του να γνωρίζη τας σχέσεις, τας συναναστροφάς, τους γνωρίμους, κτλ, των φοιτητών». Επιπλέον, κατά το άρθρο 32 του Προσωρινού Κανονισμού, «ο πρύτανις συγκαλεί, τουλάχιστον άπαξ του μηνός, εις συνεδρίασιν το συμβούλιον του πανεπιστημίου και συσκέπτεται μετ’ αυτών περί των συμφερόντων του καταστήματος, και μάλιστα περί της ηθικής διαγωγής των μαθητών, και περί των σφαλμάτων, τα οποία δεν ανετέθησαν εις την κρίσιν αυτού».

Αναπτύσσεται, δηλαδή, ένας μηχανισμός παρακολούθησης και ελέγχου, με σκοπό τον εντοπισμό φοιτητών που αρνούνται να συμμορφωθούν με τα χρηστά ήθη της εποχής και παρεκτρέπονται, σύμφωνα με την τρέχουσα ηθική αξιολογία. Είναι τέτοιας έκτασης ο μηχανισμός αυτός και τόσες οι δικαιοδοσίες του πρύτανη εντός του πανεπιστημιακού χώρου, ώστε σύμφωνα με το άρθρο 31 του Προσωρινού Κανονισμού, «εις τους παρεκτραπέντας μαθητάς εντός του καταστήματος δύναται να επιβάλλη ο πρύτανις, [...] γ) κράτησιν εντός του καταστήματος μέχρις 24 ωρών». Με άλλα λόγια, η εξουσία του πρύτανη εκτείνεται ακόμα και στην επιβολή ποινής με στέρηση της προσωπικής ελευθερίας των φοιτητών.29 Αν είναι ορθή η αρχή ότι πειθαρχικές ποινές στερητικές της ελευθερίας του ατόμου δεν επιβάλλονται παρά μόνο σε σώματα στρατιωτικού χαρακτήρα, είναι φανερό ότι ο νεοσύστατος θεσμός του πανεπιστημίου όχι απλώς αρθρώνεται με ισχυρές σχέσεις εξουσίας, αλλά κατασκευάζεται με βάση αντιλήψεις στρατιωτικοποίησης των φοιτητών.30

Από τα παραπάνω, συνάγουμε ότι οι σχέσεις εξουσίας καθηγητών και φοιτητών σχηματίζουν μία καλά ιεραρχημένη, στρατιωτικού τύπου κοινότητα, η οποία δομείται με αυστηρούς θεσμικούς όρους.31 Εικάζουμε ότι η αυστηρότητα αυτή προερχόταν από τη γερμανική εμπειρία και μάλιστα από τους κανονισμούς των πανεπιστημίων του Βερολίνου, του Göttingen, του Μονάχου, αλλά και του Παρισιού.32 Η γερμανική εμπειρία γνώριζε την κινητικότητα των φιλελεύθερων ιδεών στα γερμανικά πανεπιστήμια που συμπυκνωνόταν σε πολιτικές δράσεις και μάλλον αυτές επιθυμούσε να καταστείλει προληπτικά στο αρτιγέννητο ελληνικό πανεπιστήμιο.33 Σε αυτήν την κοινότητα, η παραγωγή της όποιας γνώσης μοιάζει εκ των πραγμάτων συνθηκευόμενη από την ιδεολογία της ελέω Θεού μοναρχίας και της «συναλληλίας» κράτους και εκκλησίας, μια γνώση την οποία οι καθηγητές επιβάλλουν δίχως εναντίωση και διαφωνία.


6. Το πανεπιστήμιο ως ίδρυμα παραγωγής κρατικών υπαλλήλων


Η δημιουργία του πρώτου ελληνικού πανεπιστημίου υλοποιήθηκε με έντονο ενδιαφέρον και κινητικότητα, την οποία φαίνεται να καλωσορίζει ο μονάρχης, όταν υπογραμμίζει ότι «παρετηρήσαμεν ηδέως την σπουδήν περί της θεμελιώσεως του ανωτάτου τούτου παιδευτηρίου τοιουτοτρόπως» (Πράξης Σύστασης: 62). Ως βασικός λόγος, ο οποίος υπαγόρευσε τη σκοπιμότητα μιας τέτοιας ενέργειας, παρουσιάζονται από το κείμενο οι ανάγκες για «τας πραγματικάς χρείας του Βασιλείου Μας» (Πράξη Σύστασης: 62).

Ποιες θα μπορούσαν να είναι οι «χρείες» μιας κοινωνίας, όπως αυτή της Ελλάδας του 1837; Τα ιστορικά δεδομένα της εποχής εμφανίζουν μια χώρα η οποία μόλις είχε δημιουργηθεί, ολοκληρώνοντας τον αγώνα της ανεξαρτησίας με πολλές απώλειες σε έμψυχο δυναμικό. Ήταν ένα κρατίδιο στο νότιο άκρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με πληθυσμό που μόλις άγγιζε τα δύο εκατομμύρια.34 Μια χώρα αγροτική, με προφανείς ελλείψεις σε βασικές υποδομές, δρόμους, σχολεία, αγορά εργασίας.35 Σε μια τέτοια χώρα ποιες ανάγκες θα μπορούσε να καλύψει η ανώτατη παιδεία;

Για τους συντάκτες του νόμου, φαίνεται ότι δύο είναι οι βασικότεροι σκοποί του πανεπιστημίου: «όσον αφορά τον σημαντικώτερον σκοπόν του πανεπιστημίου, ή τον περί μορφώσεως αξίων διδασκάλων δια τα γυμνάσια και ελληνικά σχολεία» (Πράξη Σύστασης: 63). Το πανεπιστήμιο συστήνεται όχι τόσο για να παράγει επιστημονική γνώση, όσο για να παράγει δασκάλους, δηλαδή κατώτερους κρατικούς υπαλλήλους.36

Είναι αυτοί οι οποίοι, μετά την κατάλληλη εκπαίδευσή τους από τους καθηγητές, θα έχουν εγχαράξει στα σώματά τους τις κυρίαρχες ιδεολογίες περί της ελέω Θεού μοναρχίας και της συναλληλίας κράτους και εκκλησίας. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουν να τις μεταδώσουν στους μαθητές τους, διαποτίζοντας τον κοινωνικό ιστό με το ιδεολογικό στήριγμα των σχέσεων και των όρων κυριαρχίας, τόσο της μοναρχίας όσο και της εκκλησιαστικής διοίκησης. Με όχημα τούτο το ιδεολογικό πρόταγμα, οι τωρινοί φοιτητές και μελλοντικοί υπάλληλοι θα μπορούσαν να μεταβληθούν σε φορείς διαμόρφωσης μιας νέας εθνικής ταυτότητας, του ελληνοχριστιανισμού, αλλά και σε κήρυκες της νέας τάξης πραγμάτων που ίδρυσε το ελληνικό βασίλειο στην «καθ’ ημάς Ανατολή», στοχεύοντας ακόμα και στην πολιτισμική διαφώτιση των υπόδουλων ελληνικών πληθυσμών, όπως πρεσβεύει ο αλυτρωτισμός.37

Αλλά η παραγωγή κρατικών υπαλλήλων δεν περιορίζεται μόνο στα σχολεία. Οι μελλοντικοί φοιτητές, οφείλουν να φοιτήσουν και να υποστούν επιτυχώς τη δοκιμασία των εξετάσεων «τας οποίας πρέπει να κάμουν, δια να αναβούν εις ακαδημαϊκόν βαθμόν, και να λάβουν θέσιν δημόσιον» (Προσωρινός Κανονισμός, άρθρο 18). Εξίσου σημαντικός λοιπόν σκοπός της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης είναι η λήψη μιας θέσης στη δημόσια διοίκηση, μια κυρίαρχη συνιστώσα του κρατικού μηχανισμού.38 Τούτη η προτεραιότητα καθορίζει σαφώς τη δομή του ιδρύματος. Δεν είναι τυχαίο ότι, όπως πληροφορούμεθα στο άρθρο 3 του Προσωρινού Κανονισμού, «το πανεπιστήμιον σύγκειται προς το παρόν από τέσσαρας σχολάς, δηλαδή 1) την της θεολογίας, 2) την των νομικών επιστημών, 3) την της ιατρικής, 4) την της φιλοσοφίας και της άλλης εγκυκλίου παιδείας». Επιβεβαιώνεται έτσι, ότι οι απόφοιτοί του προσανατολίζονταν να στελεχώσουν τη δημόσια διοίκηση ως υπάλληλοι (νομικοί), τα σχολεία ως δάσκαλοι (θεολόγοι και φιλόλογοι), τα δικαστήρια ως δικαστές και δικηγόροι (νομικοί), και τις ιατρικές υπηρεσίες ως ιατρικό προσωπικό (ιατροί).39

Δεν θα ήμασταν μακριά από την πραγματικότητα, αν συμπεραίναμε ότι το πανεπιστήμιο θα μπορούσε να στοχεύει επίσης στην καλλιέργεια του πολιτιστικού και ιδεολογικού «κεφαλαίου», το οποίο θα συντελούσε στην ανάδυση νέων κοινωνικών στρωμάτων εντός της ελληνικής κοινωνίας, αστικοποιώντας σε κάποιο βαθμό τους γόνους οικογενειών αγροτικής κοινωνικής προέλευσης.40 Οι νέοι πτυχιούχοι «εξήρχοντο του Πανεπιστημίου χρήσιμα μεν όργανα εις την νηπιάζουσαν έτι πολιτείαν, αλλ’ ουχί τέλειοι επιστήμονες».41

Επιπλέον, η σπουδαιότητά του δεν περιοριζόταν στα όρια του νεοσύστατου ελληνικού βασιλείου. Αν αναλογιστούμε ότι περίπου του 40% των φοιτητών του πανεπιστημίου είχε γεννηθεί έξω από τα σύνορα της Ελλάδας, 42 τότε, ανεξαρτήτως της γεωγραφικής σύνθεσης του φοιτητικού του πληθυσμού, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το πανεπιστήμιο εκπαίδευε, διοικητικά και ιδεολογικά, τα μελλοντικά διευθυντικά στελέχη των ελληνικών κοινοτήτων της Διασποράς, συντελώντας με αυτόν τον τρόπο όχι μόνον στον τρόπο οργάνωσης και κοινωνικού επιμερισμού τους, αλλά και στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας τους.43 Ήταν λοιπόν σε θέση να πραγματοποιήσει, σε κάποιο βαθμό, το όραμα της πολιτισμικής γεφύρωσης του ελληνικού κέντρου με τις κοινότητες των αποδήμων Ελλήνων, αναπαράγοντας, διαμέσου των αποφοίτων του, τις αντιλήψεις περί ελληνοχριστιανισμού και αλυτρωτισμού σε πανευρωπαϊκή, αλλά και πανοθωμανική κλίμακα.

Ούτως ή άλλως, η παραγωγή νέας γνώσης μέσα από την έρευνα φαίνεται ότι δεν στοιχειοθετείται ούτε ως υποψία στη στοχοθεσία των ιδρυτικών διαταγμάτων του Οθωνείου Πανεπιστημίου, εφόσον δεν υπήρχε ούτε ερευνητική παράδοση ούτε βιομηχανική οργάνωση της παραγωγής που να πιέζει για νέες τεχνικές εφαρμογές ούτε και πρόνοια για εξειδικευμένα εργαστήρια.44


7. Συμπερασματική επισκόπηση


Η κριτική που δέχθηκε, ιδίως στην αρχή της ύπαρξής του, το Οθώνειο Πανεπιστήμιο υπήρξε σφοδρή και ενδεχομένως όχι εντελώς άδικη. Διατυπώνονταν αιτιάσεις σχετικά με το πρόγραμμα σπουδών, την ανεπαρκή παιδεία που παρείχε στους φοιτητές του και το απογοητευτικό επίπεδο των διδασκόντων, καθώς πολλοί το χαρακτήριζαν σκωπτικά ως «κηφηνοτροφείον», «πανεπιζήμιον», «πανλυμαντήριον» και «πανσκοτιστήριον», 45 διατυμπανίζοντας ότι «δεν δύναται βέβαια να θεωρηθή η σύστασις Πανεπιστημίου, ει μη ως μία των γελοίων εκείνων και αγυρτικών επιδείξεων (charlatanisme), με τας οποίας προσπαθούν οι Ξενοκράται μας να φενακίσωσι τους μωροπίστους ως προς τα πράγματα της Ανατολής Ευρωπαίους, και να εμπαίξωσι και την διψώσαν επιστημονικήν εκπαίδευσιν νεολαίαν μας».46

Οι δυσκολίες που συνάντησε το πανεπιστήμιο σχετικά με το διδακτικό και διοικητικό προσωπικό του, την κτηριακή του υποδομή, τον εργαστηριακό εξοπλισμό και τις βιβλιοθήκες του, ακόμα και τα οικονομικά του προβλήματα τα οποία εμφανίζονταν κατά καιρούς στις πρώτες δεκαετίες της ζωής του, έφθασαν να απειλήσουν ακόμη και τη συνέχιση της ύπαρξής του.47

Την εποχή που ιδρύεται το Οθώνειο Πανεπιστήμιο, η πολιτική εξουσία στην Ελλάδα αρχίζει να συνθέτει τα βασικά της γνωρίσματα: την αναφορά στις μεγάλες δυνάμεις, έτσι όπως αποτυπώνεται στη δημιουργία των κομμάτων, αγγλικό, γαλλικό και ρωσικό, καθώς και το συγκεντρωτικό σύστημα διακυβέρνησης της μοναρχίας του Όθωνα.48 Το νέο πανεπιστήμιο της Αθήνας χρειάζεται όχι μόνον να ενσωματώνει τις παραπάνω σχέσεις εξουσίας στην εσωτερική του δομή, αλλά και να τις αναπαράγει κοινωνικά και πολιτικά.49

Μέσα από την ανάλυση των ιδρυτικών διαταγμάτων του πρώτου ελληνικού πανεπιστημίου, αναδύεται ενώπιόν μας μια ιδιότυπη τριγωνική σχέση: πανεπιστήμιο-εκκλησία-μοναρχία. Οι τρεις αυτοί θεσμοί διαπλέκονται ως επάλληλοι κύκλοι, εισχωρώντας ο ένας στον άλλο, καθώς δημιουργούν μια τρίμορφη ενότητα εξουσίας. Η μοναρχία περιβάλλει με το κύρος της το πανεπιστήμιο, η εκκλησία το στηρίζει οικονομικά και ιδεολογικά, ενώ αυτό με τη σειρά του αναλαμβάνει να αναπαράγει μέσα από τους αποφοίτους του το κύρος της μοναρχίας και της εκκλησίας, να χειραγωγήσει τους μελλοντικούς κρατικούς υπαλλήλους με το ιδεολόγημα της ενότητας της ελέω Θεού εξουσίας με τη «συναλληλία». Το πανεπιστήμιο αρχίζει να υφίσταται ως τρίτος κομβικός πόλος συγκρότησης των νεωτερικών ελληνικών πολιτικών σχημάτων σκέψης και πράξης, μαζί με τη μοναρχία και τη θεσμική εκκλησία, τροφοδοτώντας ιδεολογικά όχι μόνο όσους βρίσκονται σε σχέση διοικητικής εξάρτησης μαζί του, όπως είναι οι καθηγητές, οι φοιτητές, το διοικητικό προσωπικό, αλλά και τους κοινωνικούς εταίρους του, τη μοναρχία και την εκκλησιαστική διοίκηση, καθώς και όλους τους πολίτες του κράτους.50

Ένας τέτοιος προσανατολισμός των βασικών θεσμών διοίκησης ενδεχομένως να δικαιολογείται στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία με την επιδίωξη των κυρίαρχων για πολιτική ενότητα και εθνική ομοιογένεια. Πανεπιστήμιο, εκκλησία και μοναρχία φαίνεται ότι ήταν οι μόνοι θεσμοί, οι οποίοι θα μπορούσαν να παρέχουν κυρίαρχα οράματα, όπως ο ελληνοχριστιανισμός και ο αλυτρωτισμός, προκειμένου να νοηματοδοτήσουν την καινούρια ελληνική κοινωνία με έναν πολιτικό και κοινωνικό προορισμό, να της παρέχουν σημεία πολιτισμικής ταυτότητας, τα οποία όχι μόνο θα ήταν ικανά να ενώσουν το έθνος, αλλά και να το ξεχωρίσουν μέσα στην κοινότητα των εθνών της Βαλκανικής.51 Τούτες οι δυνάμεις γίνονται οι φορείς της Μεγάλης Ιδέας, η σπερματική μορφή της οποίας, ενδεχομένως, αποτέλεσε και τον θεμέλιο ιδεολογικό λίθο του πανεπιστημίου.52



Βιβλιογραφία


Αντωνόπουλος, Α., 2009-2010, «Ευεργεσία και Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1911)», Επιστημονική Επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ΜΑ΄: 49-63.

Αρκάδας, Δ., 2011, Οι Επαγγελματίες της Θεολογικής Σκέψης: Το Διδακτικό και Ερευνητικό Προσωπικό της Θεολογικής Σχολής Αθηνών από τον Μεσοπόλεμο μέχρι Σήμερα, Διατριβή, Αθήνα: Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών.

Δημαράς, Α. (επιμ.), 1990, Η Μεταρρύθμιση που δεν Έγινε (Τεκμήρια Ιστορίας), τόμος Α΄ 1821-1894, Αθήνα: Ερμής.

Δημαράς, Κ. Θ., 1987, Εν Αθήναις της 3 Μαΐου 1837, Αθήνα: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Δημαράς, Κ. Θ., 1989, «Ιδεολογήματα στην Αφετηρία του Ελληνικού Πανεπιστημίου», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου με θέμα Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία. Ιστορική Διάσταση και Προοπτική, Αθήνα, 21-25 Σεπτεμβρίου 1987, τόμος Α΄, Αθήνα: Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας - Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς.

Καρακαλπάκης-Καρράς, Κ., 2007, «Η επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματεία της Επικρατείας» και η Εκπαιδευτική Πολιτική κατά την Πρώτη Οθωνική Περίοδο (1833-1842), Διατριβή, Αθήνα.

Καράκωστας, Γ., 2004, Ο Βασιλεύς Όθων, το Οθώνειο Πανεπιστήμιο (Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών) και η Νομική του Σχολή, Αθήνα: Αντ. Ν. Σάκκουλας.

Καραμανώλης, Β. Δ., 2006, Η Συγκρότηση της Ιστορικής Επιστήμης και η Διδασκαλία της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932), Αθήνα: Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας-Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς.

Καραμήτσας, Γ., 1888, «Λόγος», Τα κατά την Εορτήν της Πεντηκονταετηρίδος του Εθνικού Πανεπιστημίου, επιμ. Γεωργίου Καραμήτσα, Αθήνησι: Παλιγεννεσία.

Καρατζαφέρης, Θ., 2008, Ιόνιος Ακαδημία και Πανεπιστήμιο Αθηνών: Τα Πρώτα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα στον Ελληνικό Χώρο, Διπλωματική Εργασία Ειδίκευσης, Αθήνα.

Κιμουρτζής, Π., 2001, Πανεπιστήμιο Αθηνών (1833-1860): Οι Πρώτες Γενεές των Διδασκόντων, Διατριβή, Αθήνα 2001.

Λάππας, Κ., 2004, Πανεπιστήμιο και Φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο Αιώνα, Διατριβή, Αθήνα: Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας - Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς.

Λάππας, Κ., 1989, «Το Διδακτικό Προσωπικό του Πανεπιστημίου Αθηνών τον ΙΘ΄ Αιώνα», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου με θέμα Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία. Ιστορική Διάσταση και Προοπτική, Αθήνα, 21-25 Σεπτεμβρίου 1987, τόμος Α΄, Αθήνα: Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας-Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς.

Λούκος, Χ., 1989, «Επίπεδο Ζωής ενός Καθηγητή Πανεπιστημίου στα μέσα του 19ου Αιώνα», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου με θέμα Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία. Ιστορική Διάσταση και Προοπτική, Αθήνα, 21-25 Σεπτεμβρίου 1987, τόμος Α΄, Αθήνα: Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας - Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς.

Μιχόπουλος, Β. Κ., 2007, Το περί Θρησκευτικής Αγωγής και Εκκλησιαστικής Εκπαιδεύσεως Καθεστώς εν Ελλάδι επί Όθωνος (1831-1862), Διατριβή, Αθήνα.

Μπουζάκης, Σ., 2008, «Η Ελληνική Πανεπιστημιακή Εκπαίδευση: Από την Ίδρυση του Πρώτου Ελληνικού Πανεπιστημίου, το 1836/7, μέχρι τον Οργανισμό του 1932: Θεσμοί, Αντιλήψεις», Ιστορία της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, Πρακτικά 4ου Επιστημονικού Συνεδρίου Ιστορίας της Εκπαίδευσης (Πάτρα 6-8 Οκτωβρίου 2006), Αθήνα: Gutenberg.

Μπουζάκης, Σ., 2006, Η Πανεπιστημιακή Εκπαίδευση στην Ελλάδα (1836-2005): Τεκμήρια Ιστορίας, τόμος Α΄ (1836-1925), Αθήνα: Gutenberg.

Πανταζίδης, Ι., 1889, Χρονικόν της Πρώτης Πεντηκονταετίας του Ελληνικού Πανεπιστημίου, Αθήνησι: Παλιγεννεσία,

Παπαπάνου, Κ., 1970, Χρονικό-Ιστορία της Ανωτάτης μας Εκπαιδεύσεως, Αθήνα: Έκδοση Αμερικανικού Κολλεγίου Θηλέων (Pierce College).

Παπαρίζος, Α., 1982, «Θρησκεία και Πολιτική Παιδεία», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης τ. 3.

Παπαρίζος, Α., 2007 «Θρησκεία και Πολιτική: Εκκλησία και Κράτος στη σύγχρονη Ελλάδα», Πολιτική και Θρησκείες, επιμ. Κωνσταντίνος Β. Ζορμπάς, Αθήνα.

Πάτρας, Λ., 2005, Εξουσία και Διανόηση στη Νεότερη και Σύγχρονη Ελλάδα, τόμος Α΄, Αθήνα: Το Οικονομικόν.

Περσιάνης, Π. Κ., 2008, «Το Οθωνικό Πανεπιστήμιο σε Σύγκριση με τα Γερμανικά και Γαλλικά Πανεπιστήμια του 19ου Αιώνα. Προσπάθεια Ερμηνείας των Βασικών Χαρακτηριστικών του», Ιστορία της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, Πρακτικά 4ου Επιστημονικού Συνεδρίου Ιστορίας της Εκπαίδευσης (Πάτρα 6-8 Οκτωβρίου 2006), Αθήνα: Gutenberg.

Pesmazoglou, S., 1994, “Government, Ideology and the University Curriculum in Greece”, European Journal of Education 29.

Ρουμπιέ, Α., Εθνική Ιδεολογία και Εκπαιδευτική Πολιτική κατά την Οθωμανική Περίοδο: Ο Ρόλος του Πανεπιστημίου Αθηνών, Διπλωματική Εργασία, Αθήνα 2005: 56.

Ρούσσος, Γ., Νεώτερη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους 1826-1974, τόμος 2, Αθήναι: Ελληνική Μορφωτική Εστία 1975.

Σαραφιανός, Δ., Θεσμικό Πλαίσιο Λειτουργίας των ΑΕΙ (Συγκέντρωση Εξουσίας - Διάχυση Κοινωνικού Ελέγχου), Διατριβή, Αθήνα 1994: 192-221.

Σμυρναίος, Α., Στα Ίχνη της Ουτοπίας: Το «Φιλελληνικόν Παιδαγωγείον» Σύρου και η Προτεσταντική Ομογενοποίηση της Οικουμένης κατά τον 19ο Αιώνα, Αθήναι: Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων 2006: 114.

Σολομών, Ι., «Εκπαιδευτική Δράση και Κοινωνική Ρύθμιση των Υποκειμένων: Γνώση, Πειθαρχία και το Πεδίο του Σχολείου», Πειθαρχία και Γνώση, επιμ. Ιωσήφ Σολομών και Γεράσιμος Κουζέλης, Αθήνα: Εταιρία Μελέτης των Επιστημών του Ανθρώπου 1993: 122.

Στασινόπουλος, Μ. Δ., Τα Πρώτα Βήματα της Ανωτάτης Παιδείας μετά την Απελευθέρωσιν, Αθήναι 1971.

Στασινόπουλος, Μ. Δ., «Η Οργάνωσις του Πανεπιστημίου Αθηνών κατά την Ίδρυσίν του και οι Πρώτοι Καθηγηταί του», Παρνασσός ΙΓ (1971): 59.

Ταγκαλάκης, Δ., Η Ίδρυση και τα Πρώτα Χρόνια Λειτουργίας του Ελληνικού Πανεπιστημίου: Η Στάση του Τύπου της Εποχής, Διπλωματική Εργασία, χ.τ., χ.χ.: 33.

Charle, Ch., “Patterns”, A History of the University in Europe, ed. by Walter Ruegg, vol. III, Cambridge et. al.: Cambridge University Press 2004

Τσιρπανλής, Ζ. Ν., «Οι Έλληνες Φοιτητές στα Ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια και η Παρουσία τους στην Πανεπιστημιακή Ζωή της Νεώτερης Ελλάδας (1800-1850)», Παρνασσός ΚΑ΄ (1979): 344.

Τσιώλη, Κ., Οθώνειο Πανεπιστήμιο: Θεσμοί και Διοίκηση (1837-1862), Διπλωματική Εργασία, Αθήνα 2009.

Τσουκαλάς, Κ., «Η Ανώτατη Εκπαίδευση στην Ελλάδα ως Μηχανισμός Κοινωνικής Αναπαραγωγής», Δευκαλίων, τεύχος 13 (1975).

Τσουκαλάς, Κ., Εξάρτηση και Αναπαραγωγή: Ο Κοινωνικός Ρόλος των Εκπαιδευτικών Μηχανισμών στην Ελλάδα (1830-1922), μετ. Ιωάννα Πετροπούλου - Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Αθήνα: Θεμέλιο 1977.

Φασουλάκης, Σ., «Γερμανικές Καταβολές του Ελληνικού Πανεπιστημίου και Ελληνικές Αμφισβητήσεις του Γερμανικού Πανεπιστημίου», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου με θέμα Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία. Ιστορική Διάσταση και Προοπτική, Αθήνα, 21-25 Σεπτεμβρίου 1987, τόμος Α΄, Αθήνα: Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας - Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς 1989.

Φασουλής, Κ.Β., Η Διαχρονική Εξέλιξη και Αξιολόγηση των Διοικητικών, Εκπαιδευτικών και Οικονομικών Θεσμών των Α.Ε.Ι. της Ελλάδας (1837-1996), Διατριβή, Αθήνα 1997.

Φουκώ, Μ., Επιτήρηση και Τιμωρία: Η Γέννηση της Φυλακής, μετ. Καίτη Χατζηδήμου - Ιουλιέττα Ράλλη, Αθήνα: Κέδρος 2008.

Φουκώ, Μ., Η Μικροφυσική της Εξουσίας, μετ. Λίλα Τρουλινού, Αθήνα: Ύψιλον 1991: 44.

Φυριππής, Ε., Περί Εκλογής των Αρχών Διοίκησης του Οθώνειου Πανεπιστημίου, τόμος Α΄, Αθήνα: Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2009.

Φυριππής, Ε., Το Αθήνησι Ελληνικόν Πανδιδακτήριον (Οθώνειο Πανεπιστήμιο), Αθήνα: Βιβλιοτεχνία 2007.

Χρήστου, Θ., Κωνσταντίνος Δημητρίου Σχινάς (1801-1857): Η Ζωή και το Έργο του, Διατριβή, Αθήνα 1996.


1 Στο εξής Πράξη Σύστασης.

2 Στο εξής Προσωρινός Κανονισμός. Αμφότερα στο Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως με αύξοντα αριθμό 16.

3 Μια σημαντική προσπάθεια να ανασυγκροτηθεί η ιδεολογική βάση, πάνω στην οποία κατασκευάστηκε το Πανεπιστήμιο Αθηνών, επιχειρήθηκε από τη μελέτη του Κ. Θ. ΔΗΜΑΡΑ, Εν Αθήναις της 3 Μαΐου 1837, Αθήνα: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών 1987, ο οποίος δεν περιορίζεται στα ιδρυτικά διατάγματα, αλλά εξετάζει τα γεγονότα της προϊστορίας του Πανεπιστημίου, τις εκδηλώσεις των εγκαινίων με τους λόγους των Κοσμητόρων εκάστης Σχολής, κ.ά.

4 Α. ΠΑΠΑΡΙΖΟΥ, «Θρησκεία και Πολιτική: Εκκλησία και Κράτος στη σύγχρονη Ελλάδα», Πολιτική και Θρησκείες, επιμ. Κωνσταντίνος Β. Ζορμπάς, Αθήνα 2007: 135, υποσημ. 16.

5 Για το θεωρητικό πλαίσιο του ιδεολογικού προσανατολισμού του Πανεπιστημίου, βλ. Δ. Δ. ΣΑΡΑΦΙΑΝΟΥ, Θεσμικό Πλαίσιο Λειτουργίας των ΑΕΙ (Συγκέντρωση Εξουσίας-Διάχυση Κοινωνικού Ελέγχου), Διατριβή, Αθήνα 1994: 192-221.

6 Α. ΠΑΠΑΡΙΖΟΣ, «Θρησκεία και Πολιτική Παιδεία», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης 3 (1982): 66, υποσημ. 1 «Συμβολικά αγαθά είναι όσα ικανοποιούν τις φαντασιακές και συναισθηματικές μας ανάγκες […] το συμβολικό κεφάλαιο – “όνομα”, “ειδικευμένες γνώσεις”, “υπόληψη”, κλπ. – είναι οικονομικό, διότι για την απόκτησή του απαιτούνται παραγωγικά μέσα και υλικό κεφάλαιο και διότι μετατρέπεται κάτω από ορισμένες διαδικασίες σε υλικό, όπως και αντίστροφα».

7 Μ. ΦΟΥΚΩ, Επιτήρηση και Τιμωρία: Η Γέννηση της Φυλακής, μετ. Καίτη Χατζηδήμου - Ιουλιέττα Ράλλη, Αθήνα: Κέδρος 2008: 40-41.

8 Κ. Β. ΦΑΣΟΥΛΗ, Η Διαχρονική Εξέλιξη και Αξιολόγηση των Διοικητικών, Εκπαιδευτικών και Οικονομικών Θεσμών των Α.Ε.Ι. της Ελλάδας (1837-1996), Διατριβή, Αθήνα 1997: 38.

9 Μ. ΦΟΥΚΩ, Η Μικροφυσική της Εξουσίας, μετ. Λίλα Τρουλινού, Αθήνα: Ύψιλον 1991: 44.

10 Λ. Π. ΠΑΤΡΑ, Εξουσία και Διανόηση στη Νεότερη και Σύγχρονη Ελλάδα, τόμος Α΄, Αθήνα: «Το Οικονομικόν» 2005: 77.

11 Βλ. σχόλιο στην εφημερίδα «Σωτήρ» της 6ης Μαΐου 1837: «δίκαιον είναι να ονομασθή Πανεπιστήμιον Όθωνος. Αλλά δεν έπρεπε να ψηφισθή από τον Βασιλέα. Η ευπρέπεια απήτει, ο Πρύτανης και οι Σχολάρχαι να συνεδριάσουν αμέσως μετά την τελετήν της ενάρξεως και να ζητήσουν την άδειαν του Βασιλέως, να φέρη το κατάστημα το όνομά του. Ο Γαλλικός Κώδιξ ωνομάσθη Κώδιξ Ναπολέοντος. Παρεκαλέσθη όμως ο Ναπολέων από το Συμβούλιον της Επικρατείας να δώση την άδειαν, και συγκατένευσε», Μ. Δ. ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ, Τα Πρώτα Βήματα της Ανωτάτης Παιδείας μετά την Απελευθέρωσιν, Αθήναι 1971: 31.

12 Όταν αργότερα, το 1862, το Οθώνειο Πανεπιστήμιο μετονομάζεται σε Εθνικό Πανεπιστήμιο, ο τότε πρύτανης Γ. Καραμήτσας, υπογραμμίζει ότι ο συγκεκριμένος τίτλος «εμπρέπει εις το ημέτερον Πανεπιστήμιον και δια του τρόπου, καθ’ ον ολόκληρον το ελληνικόν συνέδραμεν εις τον καταρτισμόν αυτού, και δια τη μεγάλην αυτού αποστολήν», βλ. Γ. ΚΑΡΑΜΗΤΣΑ, πρυτάνεως, «Λόγος», Τα κατά την Εορτήν της Πεντηκονταετηρίδος του Εθνικού Πανεπιστημίου, επιμ. Γεωργίου Καραμήτσα, Αθήνησι: Παλιγεννεσία 1888: 37.

13 Περισσότερα για το έργο της Γραμματείας βλ. Κ. ΚΑΡΑΚΑΛΠΑΚΗ-ΚΑΡΡΑ, «Η επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματεία της Επικρατείας» και η Εκπαιδευτική Πολιτική κατά την Πρώτη Οθωνική Περίοδο (1833-1842), Διατριβή, Αθήνα 2007.

14 Οι δωρεές και τα κληροδοτήματα προς το Πανεπιστήμιο αναδείκνυαν με έντονο τρόπο την ιδεολογία και πρακτική του ευεργετισμού, ιδίως κατά τις πρώτες δεκαετίες της ύπαρξης του θεσμού. Βλ. Α. Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ, «Ευεργεσία και Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1911)», Επιστημονική Επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ΜΑ΄ (2009-2010): 49-63.

15 Βλ. Μ. Δ. ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ, «Η Οργάνωσις του Πανεπιστημίου Αθηνών κατά την Ίδρυσίν του και οι Πρώτοι Καθηγηταί του», Παρνασσός ΙΓ (1971): 59.

16 Όπως αναφέρει ο Ι. ΠΑΝΤΑΖΙΔΗΣ, Χρονικόν της Πρώτης Πεντηκονταετίας του Ελληνικού Πανεπιστημίου, Αθήνησι: Παλιγεννεσία 1889: 51 «Αλλά τι μεν εχορήγει το εκκλησιαστικόν ταμείον εις τας δαπάνας του Πανεπιστημίου δεν είνε γνωστόν. Το βέβαιον είνε ότι οι μισθοί των καθηγητών και των υπαλλήλων αυτού κατεβάλλοντο εκ του δημοσίου ταμείου, όπερ και μέχρι τούδε γίνεται».

17 Όπως επισημαίνει ο Π. Κ. ΠΕΡΣΙΑΝΗΣ, «Το Οθωνικό Πανεπιστήμιο σε Σύγκριση με τα Γερμανικά και Γαλλικά Πανεπιστήμια του 19ου Αιώνα. Προσπάθεια Ερμηνείας των Βασικών Χαρακτηριστικών του», Ιστορία της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, Πρακτικά 4ου Επιστημονικού Συνεδρίου Ιστορίας της Εκπαίδευσης (Πάτρα 6-8 Οκτωβρίου 2006), Αθήνα: Gutenberg 2008: 256 «Κάτω από τις συνθήκες αυτές ήταν φυσικό να περιορίζεται σοβαρά η ελευθερία διδασκαλίας και έρευνας. Αυτό σήμαινε πως πολλές φορές οι καθηγητές προτιμούσαν να μην ερευνήσουν και να μη διδάξουν αντιλεγόμενα θέματα φοβούμενοι μήπως κατηγορηθούν για αντεθνική ή αντιχριστιανική διδασκαλία».

18 Περισσότερα για τις σχέσεις εξουσίας, παραγωγής αγαθών και ιδεολογίας ανάμεσα στον εκκλησιαστικό οργανισμό και το Πανεπιστήμιο, ιδίως με τη θεολογική Σχολή Αθηνών, έτσι όπως αποκρυσταλλώνονται στον 20ό αιώνα, βλ. Δ. ΑΡΚΑΔΑ, Οι Επαγγελματίες της Θεολογικής Σκέψης: Το Διδακτικό και Ερευνητικό Προσωπικό της Θεολογικής Σχολής Αθηνών από τον Μεσοπόλεμο μέχρι Σήμερα, Διατριβή, Αθήνα: Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2011.

19 Π. Κ. ΠΕΡΣΙΑΝΗ, «Το Οθωνικό Πανεπιστήμιο σε Σύγκριση με τα Γερμανικά και Γαλλικά Πανεπιστήμια του 19ου Αιώνα. Προσπάθεια Ερμηνείας των Βασικών Χαρακτηριστικών του», Ιστορία της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, Πρακτικά 4ου Επιστημονικού Συνεδρίου Ιστορίας της Εκπαίδευσης (Πάτρα 6-8 Οκτωβρίου 2006), Αθήνα: Gutenberg 2008: 255.

20 Κ. ΛΑΠΠΑ, «Το Διδακτικό Προσωπικό του Πανεπιστημίου Αθηνών τον ΙΘ΄ Αιώνα», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου με θέμα Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία. Ιστορική Διάσταση και Προοπτική, Αθήνα, 21-25 Σεπτεμβρίου 1987, τόμος Α΄, Αθήνα: Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας - Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς 1989: 139 «[Οι διαδικασίες επιλογής των καθηγητών του Πανεπιστημίου] Ήταν δηλαδή μια πράξη πολιτική, που απέβλεπε στον έλεγχο του διδακτικού προσωπικού και μέσα απ’ αυτό του ίδιου του Πανεπιστημίου, τουλάχιστον σε διοικητικό επίπεδο».

21 A. ΡΟΥΜΠΙΕ, Εθνική Ιδεολογία και Εκπαιδευτική Πολιτική κατά την Οθωμανική Περίοδο: Ο Ρόλος του Πανεπιστημίου Αθηνών, Διπλωματική Εργασία, Αθήνα 2005: 56.

22 Δ. ΤΑΓΚΑΛΑΚΗ, Η Ίδρυση και τα Πρώτα Χρόνια Λειτουργίας του Ελληνικού Πανεπιστημίου: Η Στάση του Τύπου της Εποχής, Διπλωματική Εργασία, χ.τ., χ.χ.: 33.

23 ΠΑΝΤΑΖΙΔΟΥ Ι., Χρονικόν της Πρώτης Πεντηκονταετίας του Ελληνικού Πανεπιστημίου, Αθήνησι: Παλιγεννεσία 1889: 56 «Οι καθηγηταί δεν απετέλουν τάξιν εις την επιστήμην μόνον αφωσιωμένοι, ουδ’ ήσαν άνδρες υπέρ αυτής μόνον ζώντες, αλλά στενώς συνδεδεμένοι με τα των πολιτικών, συνεζήτουν μετ’ αυτών και συνεβουλεύοντο περί των πραγμάτων της πολιτείας και συνέπραττον όπως ενόμιζον και εδύναντο εις ευόδωσιν αυτών».

24 Π. Γ. ΚΙΜΟΥΡΤΖΗ, Πανεπιστήμιο Αθηνών (1833-1860): Οι Πρώτες Γενεές των Διδασκόντων, Διατριβή, Αθήνα 2001: 121.

25 Σχετικά με τα δίδακτρα, είναι διαφωτιστική η παρατήρηση του Ε. Κ. ΦΥΡΙΠΠΗ, Το Αθήνησι Ελληνικόν Πανδιδακτήριον (Οθώνειο Πανεπιστήμιο), Αθήνα: Βιβλιοτεχνία 2007: 127, ότι «Τελικά τα δίδακτρα που προέβλεπαν τα διατάγματα “ουδέποτε εισπράχθηκαν. Διότι το μεν Β. Διάταγμα της 7ης Μαρτίου 1838 ανέστειλε την καταβολή διδάκτρων μέχρις εγκρίσεως του οριστικού οργανισμού του Πανεπιστημίου, το δεν Σύνταγμα το τε του 1844 και το του 1863 καθιέρωσε κατά την κοινήν ερμηνείαν την δωρεάν εκπαίδευσιν εν τε τω πανεπιστημίω και εν τοις γυμνασίοις και ελληνικοίς σχολείοις”».

26 Θ. ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗ, Ιόνιος Ακαδημία και Πανεπιστήμιο Αθηνών: Τα Πρώτα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα στον Ελληνικό Χώρο, Διπλωματική Εργασία Ειδίκευσης, Αθήνα 2008: 67. Ο Χ. ΛΟΥΚΟΣ, «Επίπεδο Ζωής ενός Καθηγητή Πανεπιστημίου στα μέσα του 19ου Αιώνα», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου με θέμα Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία. Ιστορική Διάσταση και Προοπτική, Αθήνα, 21-25 Σεπτεμβρίου 1987, τόμος Α΄, Αθήνα: Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας - Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς 1989: 134, παρατηρεί ότι «Σε όλο τον 19ο αιώνα, οι τελευταίοι [καθηγητές Πανεπιστημίου] παραπονιούνται ότι δεν επαρκεί ο μισθός τους. Όσοι απ’ αυτούς δεν είχαν συμπληρωματικά εισοδήματα, έπρεπε να συμπιέσουν όλες τις ανάγκες τους και αυτές της οικογένειάς τους έτσι ώστε να μην ξεπεράσουν το ύψος του μισθού τους».

27 Ι. ΣΟΛΟΜΩΝ, «Εκπαιδευτική Δράση και Κοινωνική Ρύθμιση των Υποκειμένων: Γνώση, Πειθαρχία και το Πεδίο του Σχολείου», Πειθαρχία και Γνώση, επιμ. Ιωσήφ Σολομών και Γεράσιμος Κουζέλης, Αθήνα: Εταιρία Μελέτης των Επιστημών του Ανθρώπου 1993: 122.

28 Για την πειθαρχική εξουσία ως εκγύμναση σωμάτων και κατασκευή ατομικοτήτων, βλ. Μ. ΦΟΥΚΩ, Επιτήρηση και Τιμωρία: Η Γέννηση της Φυλακής, μετ. Καίτη Χατζηδήμου - Ιουλιέττα Ράλλη, Αθήνα: Κέδρος 2008: 227.

29 Κ. ΤΣΙΩΛΗ, Οθώνειο Πανεπιστήμιο: Θεσμοί και Διοίκηση (1837-1862), Διπλωματική Εργασία, Αθήνα 2009: 52.

30 Βλ. Μ. Δ. ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ, «Η Οργάνωσις του Πανεπιστημίου Αθηνών κατά την Ίδρυσίν του και οι Πρώτοι Καθηγηταί του», Παρνασσός ΙΓ (1971): 62.

31 Σχετικά με την εξουσία ως ιεραρχημένη πειθαρχική επιτήρηση, βλ. Μ. ΦΟΥΚΩ, Επιτήρηση και Τιμωρία: Η Γέννηση της Φυλακής, μετ. Καίτη Χατζηδήμου - Ιουλιέττα Ράλλη, Αθήνα: Κέδρος 2008: 235.

32 Θ. ΧΡΗΣΤΟΥ, Κωνσταντίνος Δημητρίου Σχινάς (1801-1857): Η Ζωή και το Έργο του, Διατριβή, Αθήνα 1996: 134.

33 Κ. ΛΑΠΠΑ, Πανεπιστήμιο και Φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο Αιώνα, Διατριβή, Αθήνα: Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας - Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς 2004: 86-88.

34 Σ. ΦΑΣΟΥΛΑΚΗ, «Γερμανικές Καταβολές του Ελληνικού Πανεπιστημίου και Ελληνικές Αμφισβητήσεις του Γερμανικού Πανεπιστημίου», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου με θέμα Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία. Ιστορική Διάσταση και Προοπτική, Αθήνα, 21-25 Σεπτεμβρίου 1987, τόμος Α΄, Αθήνα: Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας - Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς 1989: 44: «Η ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1837 μπορεί από μια άποψη να θεωρηθεί ως ένας πρόωρος τοκετός. Ένα μικρό κράτος, νεοσύστατο, γεμάτο ερείπια από τον πόλεμο, με τους αγωνιστές της ελευθερίας του να μην έχουν ακόμη βγάλει το δάκτυλο από τη σκανδάλη και με μια οικονομία ελάχιστα παραγωγική, αποφασίζει τη σύσταση πανεπιστημίου ήδη από το 1833 και την πραγματοποιεί τέσσερα χρόνια αργότερα».

35 Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Γ. ΡΟΥΣΣΟΣ, Νεώτερη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους 1826-1974, τόμος 2, Αθήναι: Ελληνική Μορφωτική Εστία 1975: 449. «Υπήρξαν όμως και επικριταί, οι οποίοι εθεωρούσαν πρόωρη και σχεδόν αβδηριτική τη λειτουργία ενός ανωτάτου εκπαιδευτηρίου, όταν η χώρα εστερείτο ακόμα γυμνασίων – είχε μόνο 3! – η δημοτική δε εκπαίδευση ήταν επίσης ατελής».

36 Β. Κ. ΜΙΧΟΠΟΥΛΟΥ, Το περί Θρησκευτικής Αγωγής και Εκκλησιαστικής Εκπαιδεύσεως Καθεστώς εν Ελλάδι επί Όθωνος (1831-1862), Διατριβή, Αθήνα 2007: 488-489.

37 Ε. Κ. ΦΥΡΙΠΠΗ, Περί Εκλογής των Αρχών Διοίκησης του Οθώνειου Πανεπιστημίου, τόμος Α΄, Αθήνα 2009: 19.

38 Γ. Κ. ΚΑΡΑΚΩΣΤΑ, Ο Βασιλεύς Όθων, το Οθώνειο Πανεπιστήμιο (Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών) και η Νομική του Σχολή, Αθήνα: Αντ. Ν. Σάκκουλας 2004: 101. «Πρωταρχική επιδίωξη από το νέο ίδρυμα ήταν η δημιουργία επιστημόνων, σωστά καταρτισμένων, ώστε να συνδράμουν το έργο της κυβέρνησης, να στελεχώσουν ικανοποιητικά τη δημόσια διοίκηση και να σχηματίσουν σώμα επαγγελματιών για τη σωστή λειτουργία της κοινωνίας».

39 S. PESMAZOGLOU, “Government, Ideology and the University Curriculum in Greece”, European Journal of Education 29 (1994): 293. “The university’s primary function became the production of civil servants, bank employees and teachers for the entire education system”. Πιο αναλυτικά παρατηρεί ο Κ. Θ. ΔΗΜΑΡΑΣ, «Ιδεολογήματα στην Αφετηρία του Ελληνικού Πανεπιστημίου», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου με θέμα Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία. Ιστορική Διάσταση και Προοπτική, Αθήνα, 21-25 Σεπτεμβρίου 1987, τόμος Α΄, Αθήνα: Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας-Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς 1989: 44. «Αυτό το κράτος του οποίου οι πληθυσμοί δεν εγνώρισαν ποτέ καμία δυτικού τύπου κρατική λειτουργία, πρέπει να αποκτήσει πρωτίστως οργανωμένη ιεραρχικά διοίκηση. Πρέπει να αποκτήσει διδαγμένο, αφού πείρα δεν υπάρχει, δημοσιοϋπαλληλικό σώμα. Διδαγμένο δικαστικό σώμα, εφοριακό σώμα, τελωνειακό σώμα και τα λοιπά. Επίσης, για την κάλυψη κοινωνικών αναγκών, είναι απαραίτητοι ιατροί, δικηγόροι, και, μέσα στη μοναρχική, ελέω Θεού, θεώρηση των πραγμάτων, κληρικοί. Πρέπει να διαμορφώσει εκπαιδευτικό σώμα, με τις απαιτούμενες γνώσεις και την απαιτούμενη εθνική νοοτροπία. Είναι απαραίτητο, για να αρχίσουν να γίνονται όλα αυτά, να υπάρξει η κορυφή της πυραμίδας: ένα Πανδιδακτήριο».

40 Όπως επισημαίνει η ανάλυση του Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑ, «Η Ανώτατη Εκπαίδευση στην Ελλάδα ως
Μηχανισμός Κοινωνικής Αναπαραγωγής», Δευκαλίων, τεύχος 13 (1975): 27, «η ιστορικά προσδιορισμένη μορφή της δομικής κοινωνικής κινητικότητας βρίσκεται στη βάση του ιδιαίτερου κοινωνικού ρόλου της εκπαίδευσης και μάλιστα της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Το πέρασμα από την αγροτιά στη μικρή αστική τάξη των πόλεων προϋποθέτει γενικά την πρόσκτηση ενός πολιτισμικού και ιδεολογικού υποστρώματος, που το οικογενειακό περιβάλλον δεν είναι σε θέση να παράσχει. Η δυνατότητα κοινωνικής ανέλιξης του “υποψήφιου” μικροαστού είναι συνάρτηση της τυπικής και ουσιαστικής του μόρφωσης. Έτσι η πρόσβαση στην εκπαίδευση αποτελούσε την ουσιαστικότερη προϋπόθεση για να μπορεί να ονειρεύεται εύλογα ο αγρότης την κατάκτηση των μικροαστικών “θέσεων” προς τις οποίες προσβλέπει».

41 Βλ. Ι. ΠΑΝΤΑΖΙΔΟΥ, Χρονικόν της Πρώτης Πεντηκονταετίας του Ελληνικού Πανεπιστημίου, Αθήνησι: Παλιγεννεσία 1889: 55.

42 CH. CHARLE, “Patterns”, A History of the University in Europe, ed. by Walter Ruegg, Vol. III, Cambridge et. al.: Cambridge University Press 2004: 43. “More than 40 per cent of the students were born outside the boundaries of Greece”.

43 Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑ, Εξάρτηση και Αναπαραγωγή: Ο Κοινωνικός Ρόλος των Εκπαιδευτικών Μηχανισμών στην Ελλάδα (1830-1922), μετ. Ιωάννα Πετροπούλου - Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Αθήνα: Θεμέλιο 1977: 443.

44 Π. Κ. ΠΕΡΣΙΑΝΗ, «Το Οθωνικό Πανεπιστήμιο σε Σύγκριση με τα Γερμανικά και Γαλλικά Πανεπιστήμια του 19ου Αιώνα. Προσπάθεια Ερμηνείας των Βασικών Χαρακτηριστικών του», Ιστορία της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, Πρακτικά 4ου Επιστημονικού Συνεδρίου Ιστορίας της Εκπαίδευσης (Πάτρα 6-8 Οκτωβρίου 2006), Αθήνα: Gutenberg 2008: 270-271. «Υπήρχαν πολλοί παράγοντες που περιόρισαν το έργο των πανεπιστημιακών στη διδασκαλία και στη μη ενασχόλησή τους με την έρευνα. Τέτοιοι παράγοντες ήταν η παράδοση, η απουσία πίεσης από τη βιομηχανία προς το Πανεπιστήμιο για εξεύρεση λύσης στα τεχνικά προβλήματά της και η έλλειψη επιστημονικών εργαστηρίων».

45 Α. Λ. ΣΜΥΡΝΑΙΟΥ, Στα Ίχνη της Ουτοπίας: Το «Φιλελληνικόν Παιδαγωγείον» Σύρου και η Προτεσταντική Ομογενοποίηση της Οικουμένης κατά τον 19ο Αιώνα, Αθήναι: Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων 2006: 114.

46 Δημοσίευμα της εφημερίδας Ελπίς, της 6/18 Μαΐου 1837, έτσι όπως παρατίθεται από τον Α. ΔΗΜΑΡΑ (επιμ.), Η Μεταρρύθμιση που δεν Έγινε (Τεκμήρια Ιστορίας), τόμος Α΄ 1821-1894, Αθήνα: Ερμής 1990: 88-89.

47 Ζ. Ν. ΤΣΙΡΠΑΝΛΗ, «Οι Έλληνες Φοιτητές στα Ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια και η Παρουσία τους στην Πανεπιστημιακή Ζωή της Νεώτερης Ελλάδας (1800-1850)», Παρνασσός ΚΑ΄ (1979): 344.

48 Σ. ΜΠΟΥΖΑΚΗ, Η Πανεπιστημιακή Εκπαίδευση στην Ελλάδα (1836-2005): Τεκμήρια Ιστορίας, τόμος Α΄ (1836-1925), Αθήνα: Gutenberg 2006: 39.

49 Σ. ΜΠΟΥΖΑΚΗ, «Η Ελληνική Πανεπιστημιακή Εκπαίδευση: Από την Ίδρυση του Πρώτου Ελληνικού Πανεπιστημίου, το 1836/7, μέχρι τον Οργανισμό του 1932: Θεσμοί, Αντιλήψεις», Ιστορία της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, Πρακτικά 4ου Επιστημονικού Συνεδρίου Ιστορίας της Εκπαίδευσης (Πάτρα 6-8 Οκτωβρίου 2006), Αθήνα: Gutenberg 2008: 239-240. «Το μοντέλο πανεπιστημίου, ο “ιδεότυπος”, που θα καθιερωθεί στην Ελλάδα με την ίδρυση του Οθωνικού Πανεπιστημίου είναι το συγκεντρωτικό γραφειοκρατικό μοντέλο των Βαυαρών με κυρίαρχη αντίληψη το σχολαστικισμό, τον κλασικισμό, και τον εθνοκεντρισμό. […] Στόχος ήταν η διαμόρφωση του πολίτη-πατριώτη για το νεοδιαμορφούμενο έθνος-κράτος».

50 Ίσως αυτό είναι το ιδεολογικό νόημα της τάσης του ελληνικού κράτους, να μην αφήσει το πανεπιστήμιο, τουλάχιστον στα πρώτα του βήματα «αχαλιναγώγητον», Κ. ΠΑΠΑΠΑΝΟΥ, Χρονικό - Ιστορία της Ανωτάτης μας Εκπαιδεύσεως, Αθήνα: Έκδοση Αμερικανικού Κολλεγίου Θηλέων (Pierce College) 1970: 55.

51 Όπως επισημαίνει ο Β. Δ. ΚΑΡΑΜΑΝΩΛΗΣ, Η Συγκρότηση της Ιστορικής Επιστήμης και η Διδασκαλία της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932), Αθήνα: Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας - Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς 2006: 9-10, «η μοναδικότητά του ως ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος για περισσότερα από ογδόντα χρόνια, έως την ίδρυση του αντίστοιχου πανεπιστημίου στη Θεσσαλονίκη (1926), έκανε την ελληνική κοινωνία να το δεξιωθεί θερμά και να το επενδύσει με ιδιαίτερα υψηλό συμβολικό κύρος. […] Το συμβολικό κύρος που αποδόθηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής του δεν αφορούσε μόνο την εκπαιδευτική αποστολή του αλλά και τη χρησιμότητά του αναφορικά με την εξυπηρέτηση των ευρύτερων στόχων του ελληνικού βασιλείου στις νέες γεωπολιτικές συνθήκες της περιοχής».

52 Κ. Θ. ΔΗΜΑΡΑ «Ιδεολογήματα στην Αφετηρία του Ελληνικού Πανεπιστημίου», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου με θέμα Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία. Ιστορική Διάσταση και Προοπτική, Αθήνα, 21-25 Σεπτεμβρίου 1987, τόμος Α΄, Αθήνα: Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας - Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς 1989: 47.