ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ


του Δημήτρη Παπαφωτίου


«Πριν απ’ όλα ο Ουέκφηλντ ανακάλυψε στις αποικίες πως η κατοχή χρήματος, μέσων συντήρησης, μηχανών και άλλων μέσων παραγωγής δεν αρκεί για να κάνει έναν άνθρωπο κεφαλαιοκράτη, όταν λείπει το συμπλήρωμα, ο μισθωτός εργάτης, ο άλλος άνθρωπος, που είναι αναγκασμένος να πουλάει θεληματικά τον εαυτό του. Ανακάλυψε πως το κεφάλαιο δεν είναι πράγμα, αλλά κοινωνική σχέση ανάμεσα σε πρόσωπα, που πραγματοποιείται με τη μεσολάβηση πραγμάτων. Μας λέει με παράπονο πως ο κύριος Πηλ πήρε μέσα συντήρησης και μέσα παραγωγής αξίας 50.000 λιρ. στ. από την Αγγλία και τα μετέφερε στο Σβαν-Ρίβερ [Swan-River] της νέας Ολλανδίας. Ο κύριος Πηλ ήταν τόσο προβλεπτικός, που πήρε μαζί του και 3.000 άτομα της εργαζόμενης τάξης, άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Όταν έφτασε όμως στον τόπο του προορισμού του, “ο κύριος Πηλ έμεινε χωρίς υπηρέτη να του στρώνει το κρεβάτι ή να του κουβαλάει νερό από το ποτάμι”. Τον καημένο τον κύριο Πήλ, που όλα τα προέβλεψε, εκτός από την εξαγωγή των αγγλικών σχέσεων παραγωγής στο Σβαν-Ρίβερ!» (Μαρξ 2005, : 790-791 – υπογράμμιση δική μου)1


O 8ος τόμος του περιοδικού Μαρξιστική Σκέψη, στο πλαίσιο ενός εκτεταμένου αφιερώματος στην Οκτωβριανή Επανάσταση με τίτλο Οκτώβρης, ΕΣΣΔ, σοσιαλισμός. Πηγές, αναλύσεις, νέες προσεγγίσεις, περιλαμβάνει το άρθρο του συντρόφου Χρήστου Κεφαλή Ένα σχόλιο για τις θεωρίες σχετικά με τη φύση της ΕΣΣΔ (Κεφαλής 2013). Το κείμενο πραγματεύεται το «ταμπού» της μαρξιστικής βιβλιογραφίας: την ερμηνεία της ΕΣΣΔ ως κοινωνικού σχηματισμού, ως οικονομικοπολιτικοϊδεολογικού οικοδομήματος.

Η πραγμάτευση του θέματος της ερμηνείας των σοβιετικών σχηματισμών έχει ατυχώς εξελιχθεί σε ένα θεωρητικό ταμπού, καθώς η αποτίμηση του σοβιετικού εγχειρήματος θα έπρεπε να αποτελεί κεντρικό ζήτημα για όλη τη μαρξιστική φιλολογία, όχι μόνο μετά την κατάρρευση των λεγόμενων καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού», αλλά ήδη από τη δεκαετία του 1950, οπότε και οριστικοποιείται η ρήξη σημαντικών τμημάτων του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος με τη σταλινική εκδοχή της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Ο μετασχηματισμός του ζητήματος της κριτικής της ΕΣΣΔ από μια πολιτική αντιπαράθεση σε πεδίο αυστηρής μαρξιστικής ανάλυσης συντελείται κατά το δεύτερο μισό του Μεσοπολέμου∙ πιστώνεται δε στην 4η Διεθνή και στις προσπάθειες που καταβάλλουν οι οργανώσεις της στην κατεύθυνση της διατύπωσης ενός συνεπούς επαναστατικού προτάγματος, με αφορμή το ζήτημα της υπεράσπισης ή μη της Σοβιετικής Ένωσης εν όψει του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στην Ελλάδα υπάρχουν στιγμές αναμέτρησης με το ζήτημα αυτό, σε επίπεδο και εύρος που κρίνεται αναντίστοιχο της κρισιμότητας του θέματος, τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Εξαίρεση αποτελεί το περιοδικό Θέσεις, το οποίοδιαχρονικά αναμετρήθηκε με το ερώτημα περισσότερο από κάθε άλλο θεωρητικό/ εκδοτικό εγχείρημα, εστιάζοντας σε βασικές όψεις και συγκυρίες του σοβιετικού φαινομένου.2 Αυτό είναι αποτέλεσμα της ρηξιακής τοποθέτησης του περιοδικού με τον σοβιετικό μαρξισμό, θέση που διαχρονικά υπηρετεί από καταβολής του.

Επιπρόσθετα, στη χώρα μας εντοπίζεται σημαντική υστέρηση όσον αφορά το σκέλος της συγκριτικής έρευνας επί του θεωρητικού διαλόγου για τη φύση της ΕΣΣΔ. Οι ελληνικές μεταφράσεις είναι λιγοστές σε βιβλία και ανύπαρκτες όσον αφορά άρθρα-ορόσημα επί του θέματος.3 Έτσι, οι τρεις βασικές κριτικές μαρξιστικές θεωρήσεις της ΕΣΣΔ, στις οποίες θα αναφερθούμε παράκατω, δεν έχουν παρουσιαστεί και αναλυθεί εις βάθος στην ελληνική βιβλιογραφία, γεγονός που στερεί έναν πλούτο διαπιστώσεων τόσο για το θέμα της ΕΣΣΔ όσο και για τη μαρξιστική θεωρία και μεθοδολογία εν γένει.

Το παρόν κείμενο γράφτηκε με αφορμή το άρθρο του περιοδικού Μαρξιστική Σκέψη, όχι εν είδει θεωρητικής απάντησης, αλλά με την πρόθεση να διευρυνθεί ο θεωρητικός διάλογος επί του ζητήματος της ΕΣΣΔ. Επίσης, το κείμενο δεν έχει την αξίωση να αναμετρηθεί με μια ολοκληρωμένη ερμηνεία της Σοβιετικής Ένωσης ή να παραθέσει μια πλήρη συγκριτική μελέτη των θεωριών που αναπτύχθηκαν διαχρονικά για το ζήτημα.

Στο πρώτο μέρος επιχειρείται μια σύντομη περιγραφή των ερμηνειών που έχουν διατυπωθεί για το ζήτημα της φύσης των σοβιετικών σχηματισμών, εστιάζοντας στους πιο αντιπροσωπευτικούς θεωρητικούς της 4ης Διεθνούς κατά το Μεσοπόλεμο.4 Ο ισχυρισμός μας είναι ότι πίσω από τις έντονες πολιτικές διαφωνίες εντός της 4ης Διεθνούς5 της περιόδου εκείνης για το ζήτημα της φύσης της ΕΣΣΔ εντοπίζεται ένα νήμα κοινών θεωρητικών παραδοχών και αρχών που εντάσσονται σε αυτό που κωδικά ονομάζεται σοβιετικός μαρξισμός.6 Παρουσιάζεται η εξέλιξη του «κρατικού καπιταλισμού» από έναν περιγραφικό όρο σε μια αναλυτική κατηγορία που προσδιορίζει τη φύση της Σοβιετικής Ένωσης μετά την εγκατάλειψη της Νέας Οικονομικής Πολιτικής. Στη συνέχεια επιχειρείται η επαναδιατύπωση όψεων μιας μαρξιστικής θεωρίας των τάξεων, στην οποία θα βασιστούμε για να ισχυριστούμε ότι η σοβιετική γραφειοκρατία φέρει χαρακτηριστικά κυρίαρχης τάξης. Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία μπορεί να αναπτυχθεί μια μαρξιστική θεώρηση του σοβιετικού κοινωνικού σχηματισμού ως μιας ιστορικά καινοφανούς εκδοχής κρατικού καπιταλισμού, όπως αυτός παρουσιάζεται και αναλύεται στο ύστερο έργο του Γάλλου μαρξιστή Charles Bettelheim (Μπετελέμ 1974α, Μπετελέμ 1974β, Bettelheim 1982, Bettelheim 1983).


1. Η 4η Διεθνής απέναντι στο φαινόμενο της ΕΣΣΔ κατά το Μεσοπόλεμο7


1.1. Η θεωρία του εκφυλισμένου εργατικού κράτους


Η θεωρία του εκφυλισμένου εργατικού κράτους διατυπώνεται από τον Τρότσκι τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1930, στον απόηχο του 1ου πενταετούς πλάνου (1928-1932), το οποίο εφαρμόζεται στη σταλινική Ρωσία. Όψεις της προσέγγισής του για το ζήτημα υπάρχουν στο κείμενό Η ταξική φύση της Σοβιετικής Ένωσης ήδη από το 1933 (Trotski 1933), ένα από τα πρώτα κείμενα στα οποία εξ άλλου ο Τρότσκι καταφέρεται εναντίον των άλλων θεωρήσεων για την ΕΣΣΔ που μόλις αρχίζουν να εμφανίζονται στις θεωρητικές επάλξεις της 4ης Διεθνούς. Τον Αύγουστο του 1936 ο Τρότσκι ολοκληρώνει το έργο του Η προδομένη επανάσταση. Τι είναι και πού βαδίζει η Σοβιετική Ένωση (Τρότσκι 2008). Το έργο κυκλοφορεί στα γαλλικά το 1937, ενώ λίγα χρόνια αργότερα μεταφράζεται από τον Παντελή Πουλιόπουλο στα ελληνικά. Στη Σοβιετική Ένωση η νόμιμη έκδοσή του πραγματοποιείται μόλις τη δεκαετία του 1980.

Ο Τρότσκι υποστηρίζει ότι η ανατροπή της κυβέρνησης Κερένσκι από τους μπολσεβίκους το 1917 και η εθνικοποίηση8 των βασικών τομέων της ρωσικής οικονομίας σηματοδοτούν την εγκαθίδρυση νέων σχέσεων ιδιοκτησίας:


«Στις πολιτισμένες κοινωνίες, οι σχέσεις ιδιοκτησίας επικυρώνονται από τη νομοθεσία. Η εθνικοποίηση της γης, των μέσων βιομηχανικής παραγωγής των μεταφορών και των ανταλλαγών, μαζί με το μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου, αποτελούν τη βάση του σοβιετικού κοινωνικού συστήματος. Οι σχέσεις αυτές […] καθορίζουν σαφώς τη φύση της Σοβιετικής Ένωσης ως ενός προλεταριακού κράτους» (Τρότσκι 2008: 342).


Για τον Τρότσκι η προλεταριακή φύση της ΕΣΣΔ καθορίζεται ακριβώς από τις μεταβολές αυτές στις νομικές σχέσεις ιδιοκτησίας, δεν ισοδυναμεί όμως με μια ταύτιση της Σοβιετικής Ένωσης με μια σοσιαλιστική χώρα. πρόκειται για καθεστώς «…μεταβατικό από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό»(Τρότσκι 2008: 73).

Εδώ πρέπει να θέσουμε το ερώτημα που ξετυλίγει το νήμα της μεθοδολογίας στην οποία βασίζεται η θεωρία του εκφυλισμένου εργατικού κράτους. Αν η παραγωγική βάση της σοβιετικής οικονομίας έχει ήδη από το 1917 υποστεί τους αναγκαίους για τη σοσιαλιστική μετάβαση μετασχηματισμούς, ποιος είναι ο παράγοντας ο οποίος καθορίζει τη φύση του σοβιετικού κοινωνικού σχηματισμού και την εξέλιξή του από ένα μεταβατικό καθεστώς σε σοσιαλιστικό και μακροπρόθεσμα σε κομμουνιστικό; Ο Τρότσκι απαντά ότι ο παράγοντας αυτός είναι το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων.

Σύμφωνα με τον Τρότσκι, ο σοσιαλισμός είναι η κοινωνία που «θα διαμορφωνόταν στη βάση της κοινωνικοποίησης των παραγωγικών δυνάμεων του πλέον ανεπτυγμένου καπιταλισμού» (Τρότσκι 2008: 72). Ο σοσιαλισμός αποτελεί το πρώιμο στάδιο του κομμουνισμού, με τον δεύτερο να ορίζεται ως η κοινωνία στην οποία εγκαταλείπεται πλήρως το σύστημα αμοιβής σύμφωνα με τις ικανότητες ή την ποσότητα εργασίας και εγκαθιδρύεται η αμοιβή «σύμφωνα με τις ανάγκες», δηλαδή μια κοινωνία πλήρους απελευθέρωσης των παραγωγικών δυνάμεων, καθώς και υπαγωγής τους στις ανάγκες της ανθρώπινης κοινωνίας (Τρότσκι 2008: 70-71).

Οι σχέσεις ιδιοκτησίας μένουν λοιπόν ανέπαφες κατά το πέρασμα από τη μεταβατική περίοδο προς το σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό, διότι η νομική τους μορφή δεν αντιφάσκει πλέον με τις παραγωγικές σχέσεις, που είναι πια σοσιαλιστικές. Δεν είναι οι σχέσεις ιδιοκτησίας αυτές που καθορίζουν την πορεία της μετάβασης στο σοσιαλισμό, αλλά η εξέλιξη της παραγωγικότητας της εργασίας:


«Οι σοβιετικές μορφές ιδιοκτησίας, στηριγμένες στη βάση των τελευταίων κατακτήσεων της αμερικάνικης τεχνολογίας […] αυτό, πράγματι, θα ήταν το πρώτο στάδιο του σοσιαλισμού. Οι σοβιετικές μορφές όμως, με χαμηλή παραγωγικότητα εργασίας προσδιορίζουν μόνο ένα μεταβατικό καθεστώς» (Τρότσκι 2008: 70-71).


Σε πλήρη αρμονία με τα παραπάνω, ο Μαντέλ στηρίζει την άποψή του περί απουσίας σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ σε παράγοντες όπως «το ανεπαρκές επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. [...] η απομόνωση αυτών των κοινωνιών από τα ηγεμονικά βιομηχανικά έθνη» (Μαντέλ 1994: 25).

Η θεωρία του εκφυλισμένου εργατικού κράτους επισημαίνει ότι η κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής, ενώ έχει επιλύσει το ζήτημα των μορφών ιδιοκτησίας και έχει επιφέρει την νίκη επί του καπιταλισμού, δεν σηματοδοτεί την κοινωνικοποίησή τους:


«Για να γίνει κοινωνική, η ατομική ιδιοκτησία αναπόφευκτα πρέπει να περάσει από τη φάση της κρατικοποίησης. […] Η κρατική ιδιοκτησία γίνεται ιδιοκτησία “ολόκληρου του λαού” μόνο στο βαθμό που έχουν εξαφανιστεί τα προνόμια και οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις» (Τρότσκι 2008: 327).


Η ελλιπής κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής ισοδυναμεί με την επιβίωση κατηγοριών της εμπορευματικής παραγωγής: «ο νόμος της αξίας λειτουργεί μεν, αλλά δεν κυριαρχεί» (Μαντέλ 1994: 50). Σε αντίθεση με τον καπιταλισμό, όπου «μονάχα τα προϊόντα αυτοτελών και ανεξάρτητων της μιας από την άλλη ατομικών εργασιών αντιπαραθέτονται το ένα στο άλλο σαν εμπορεύματα» (Μαρξ 2005: 56), εδώ ως «ανεξάρτητοι παραγωγοί» ορίζονται οι τρεις παραγωγικοί τομείς οι οποίοι συναποτελούν τη σοβιετική οικονομία:


«Τα καταναλωτικά αγαθά και τα μέσα παραγωγής που ανταλλάσσονται μεταξύ αγροτικών συνεταιρισμών και κρατικών επιχειρήσεων είναι εμπορεύματα, όπως είναι και τα εμπορεύματα που προορίζονται για το εξωτερικό εμπόριο. Αλλά ο κύριος όγκος των μεγάλης κλίμακας μέσων παραγωγής δεν είναι εμπορεύματα» (Μαντέλ 1994: 50-51).


Η αγροτική παραγωγή, η βιομηχανική παραγωγή και το εξωτερικό εμπόριο συσχετίζονται κατά την ανταλλαγή εμπορευμάτων, ενώ στο εσωτερικό τους παρουσιάζουν ομοιομορφία, η οποία απορρέει από τις δεδομένες σχέσεις ιδιοκτησίας που έχουν εγκαθιδρυθεί. Ο νόμος της αξίας δεν αναπαράγεται στο εσωτερικό της αγροτικής ή βιομηχανικής παραγωγής (με αμφότερες να είναι μη καπιταλιστικές) αλλά εισβάλλει μέσω της επίδρασης του εξωτερικού εμπορίου, που λειτουργεί σαν ένα ιμάντας μεταβίβαςής της: «όσο μεγαλύτερη είναι η αναλογία ακαθάριστου εθνικού προϊόντος που συνδέεται με το εξωτερικό εμπόδιο, τόσο μεγαλύτερη είναι και η επίδραση του νόμου της αξίας στις “σχεδιασμένες” τιμές και στην κατανομή των πόρων μέσα στον κρατικό τομέα» (Μαντέλ 1994: 53).

Μετά από τη διαπίστωση του υβριδικού αλλά μη καπιταλιστικού9 χαρακτήρα της σοβιετικής οικονομίας, ο προβληματισμός για τη φύση του σοβιετικού κοινωνικού σχηματισμού και την κοινωνική του διαστρωμάτωση μεταφέρεται στη σφαίρα της διανομής. Μια σοσιαλιστική οικονομική βάση στην οποία επιβιώνουν εμπορευματικές κατηγορίες παράγει νέες μορφές κοινωνικού ανταγωνισμού: «στη Σοβιετική Ένωση δεν υπάρχουν κατέχουσες τάξεις με τη σωστή έννοια της λέξης, υπάρχουν προνομιούχα στρώματα του πληθυσμού, που οικειοποιούνται τη μερίδα του λέοντος στην κατανάλωση» (Τρότσκι 2008: 34, υπογράμμιση δική μου).

Η διαστρωμάτωση αυτή έχει τις ρίζες της στο χαμηλό επίπεδο παραγωγικών δυνάμεων, στη χαμηλή παραγωγικότητα και στην έλλειψη αφθονίας προϊόντων που αυτή συνεπάγεται: «η υπάρχουσα μεταβατική δομή είναι γεμάτη κοινωνικές αντιθέσεις, οι οποίες, στη σφαίρα της κατανάλωσης […] είναι εξαιρετικά έντονες και διαρκώς απειλούν να ξεχειλίσουν στη σφαίρα της παραγωγής. […] Η γραφειοκρατική εξουσία έχει ως βάση την ένδεια που υπάρχει στην κοινωνία όσον αφορά τα καταναλωτικά αγαθά» (Τρότσκι 2008:. 157).

Η έννοια μιας κάστας γραφειοκρατών της οποίας οι υλικοί όροι ύπαρξης εδράζονται σε προνόμια επί της διανομής του προϊόντος και όχι στην παραγωγική διαδικασία καθ’ εαυτή οδηγεί σε μια αντίληψη περί προσωρινότητας του σοβιετικού καθεστώτος και παρασιτισμού του γραφειοκρατικού στρώματος. Για τον ορθόδοξο τροτσκισμό η γραφειοκρατία «δεν προσπάθησε ούτε να οικοδομήσει μια σοσιαλιστική αταξική κοινωνία ούτε να παλινορθώσει τον καπιταλισμό, αλλά να υπερασπίσει και να επεκτείνει τα δικά της προνόμια και την εξουσία της» (Μαντέλ 1994: 11). Ο ορθόδοξος τροτσκισμός παρουσιάζεται αδιάλλακτος και απρόθυμος να δεχθεί ότι η αλματώδης ανάπτυξη της σοβιετικής οικονομίας που εκκινεί από το 1929 συνοδεύεται από τη διαμόρφωση ενός νέου οικονομικού συστήματος, διεπόμενου από μια δική του εσωτερική συνοχή. Ο Τρότσκι θεωρεί ότι η σοβιετική Ρωσία αποτελείται από ένα συνδυασμό ασύμβατων στοιχείων, ευρισκόμενη σε μια φάση τελικής αποσύνθεσης και πλήρους αποσταθεροποίησης∙ δεν μπορεί να οριστεί με όρους αυτοτελούς ύπαρξης αλλά μόνο ως μια παρέκκλιση, ως μια εκφυλισμένη εκδοχή αυτού που ήταν στην πρότερή της φάση.

Πρόκειται για τη λεπτή γραμμή που διαχωρίζει την ορθόδοξη τροτσκιστική προσέγγιση από τις υπόλοιπες τροτσκιστικές ερμηνείες της ΕΣΣΔ, καθώς όποιος τροτσκιστής «φτάνει να αναγνωρίσει το σταλινισμό ως ένα σύστημα που λειτουργεί και εξελίσσεται, καταλήγει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να αναγνωρίσει την αυτοκρατορία (ενν. τη γραφειοκρατία η οποία μονοπωλεί την εξουσία) ως την νέα άρχουσα τάξη» (Thomas 2006: 209).


1.2. Η θεωρία του νέου (sui generis) τρόπου παραγωγής


Την ίδια περίοδο, μια μερίδα εντός της 4ης Διεθνούς ακολουθεί μια διαφορετική επιχειρηματολογία πάνω στο ζήτημα της φύσης της ΕΣΣΔ. Σύμφωνα με αυτήν, στη Σοβιετική Ένωση εξελίσσεται μια μετάβαση προς ένα νέο (sui generis) τρόπο παραγωγής, που διαφέρει τόσο από τον καπιταλιστικό όσο και από το σοσιαλιστικό. Ο νέος αυτός τρόπος παραγωγής εγκαθιδρύει μια νέα σχέση οικονομικής εκμετάλλευσης μεταξύ των άμεσων παραγωγών (εργατική τάξη) και της γραφειοκρατίας, με την τελευταία να μετατρέπεται σε μια νέα άρχουσα τάξη. Η πατρότητα αυτής της ιδέας, πριν εξελιχθεί σε θεωρητική ερμηνεία εντός της 4ης Διεθνούς, αποδίδεται στον Αυστριακό σοσιαλδημοκράτη Lucien Laurat.10

Ένα κείμενο που αποτελεί σταθμό για τη sui generis θεώρηση και το οποίο αν και διαδόθηκε ευρύτερα μεταπολεμικά, εντούτοις απασχόλησε τον ίδιο τον Τρότσκι ήδη από τη χρονιά που αυτό εκδόθηκε είναι Η γραφειοκρατικοποίηση του κόσμου του Ιταλού τροτσκιστή του Bruno Rizzi (1939). Το κείμενο αυτό, αν και ομοιάζει περισσότερο με κείμενο πολεμικής παρά με θεωρητικό δοκίμιο, εντούτοις περιέχει κάποιες βασικές αρχές της sui generis θεώρησης.

Ο Rizzi παρεμβαίνει θεωρητικά την περίοδο του Mεσοπολέμου, ερμηνεύοντας τα κρισιακά φαινόμενα του καπιταλισμού σε διεθνές επίπεδο ως αποτέλεσμα της ολοκλήρωσης του ιστορικού του ρόλου. Τη θέση του καταλαμβάνει ο γραφειοκρατικός κολλεκτιβισμός, αναδυόμενος ως ένα ενιαίο παγκόσμιο προτσές, του οποίου τα πρώτα βήματα ήδη απαντώνται την εποχή εκείνη σε χώρες όπως η σοβιετική Ρωσία, οι ΗΠΑ της εποχής του New Deal, η φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι και η ναζιστική Γερμανία του Χίτλερ.

Πλάι σε αυτό το νήμα σκέψης, που προκρίνει την εξελικτική ερμηνεία της ΕΣΣΔ, συνυπάρχει μια προβληματική σχετικά με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του σοβιετικού κοινωνικού σχηματισμού. Ο Rizzi επισημαίνει, όπως και ο Τρότσκι, τη διαφορά μεταξύ εθνικοποίησης και κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής και υποστηρίζει ότι οι εθνικοποιήσεις στη σοβιετική Ρωσία οδηγούν στην ανάδυση μιας ιστορικά ιδιαίτερης μορφής ιδιοκτησίας:


«Η ιδιοκτησία […] πέρασε συλλογικά στις κοινότητες, για να μετασχηματιστεί έπειτα σε ιδιωτική ιδιοκτησία. Σήμερα δείχνει να παίρνει μια άλλη μορφή, συλλογική, ως ταξική ιδιοκτησία. […] Η εκμετάλλευση του ανθρώπου, κάτω από την πίεση μιας απρόσκοπτης οικονομικής ανάπτυξης, έχει πάρει νέα μορφή» (Rizzi 1939).


Η μετάβαση σε αυτή τη νέα μορφή εκμετάλλευσης είναι σταδιακή, καθολική και συνοδεύεται από την εκτόπιση του αστικού τρόπου κοινωνικής οργάνωσης, «την προοδευτική εξάλειψη της αστικής τάξης σε παγκόσμιο επίπεδο» (Rizzi 1939).

Μια ιδιαίτερη οπτική που εισάγει ο Rizzi στο θεωρητικό διάλογο για την ΕΣΣΔ είναι αυτή του νέου ρόλου που επιτελεί το κράτος σε αυτό τον καινοφανή τρόπο παραγωγής. Από τη μια πλευρά, το κράτος αντιμετωπίζεται ως ένας μοχλός άσκησης εξουσίας και καταναγκασμού, μια οπτική που δεν διαφέρει στην ουσία της από αυτή του Τρότσκι, καθώς περιγράφει μια διαδικασία εξωοικονομικής επιβολής και όχι μια αντικειμενική οικονομική διαδικασία ιδιοποίησης:


«Η κατοχή του κράτους χρίζει τη γραφειοκρατία κάτοχο όλων αυτών των αγαθών, κινητών ή σταθερών, τα οποία, αν και κοινωνικοποιούνται, συνεχίζουν να ανήκουν στο σύνολό τους στη νέα άρχουσα τάξη». «Η νέα σοβιετική εκμεταλλεύτρια τάξη […] έχει την εξουσία του κράτους στα χέρια του και αυτό έχει μεγαλύτερη αξία από τους παλιούς τίτλους ιδιοκτησίας της αστικής τάξης. Υπερασπίζεται την ιδιοκτησία της με τα πολυβόλα του πανίσχυρου τυραννικού κρατικού μηχανισμού της και όχι με δικαστικές πράξεις» (Rizzi 1939).


Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά της ανάλυσης του Rizzi, που συνίσταται στην υπέρβαση της σύλληψης του κράτους ως «μηχανισμό πολιτικής επιβολής» και την ιδέα, διατυπωμένη σε ένα πρωτόλειο επίπεδο, του κράτους-οργανικού μέρους της παραγωγικής διαδικασίας καθ’ εαυτής. Σε αυτό το σημείο, η διαφοροποίησή του από τον Τρότσκι είναι βαθύτερη:


«Στη σοβιετική κοινωνία οι εκμεταλλευτές δεν ιδιοποιούνται την υπεραξία άμεσα, όπως στην περίπτωση του καπιταλιστή ο οποίος πληρώνει τα μερίσματα της επιχείρησής του, αλλά έμμεσα, μέσω του κράτους το οποίο ιδιοποιείται τη συνολική εθνικά παραγόμενη υπεραξία και στη συνέχεια αυτή επιμερίζεται στους κρατικούς αξιωματούχους»11 (Rizzi 1939).


Έτσι, ο Rizzi θέτει τον προβληματισμό του ειδικού τρόπου ιδιοποίησης του υπερπροϊόντος στη σοβιετική οικονομία (ιδωμένη ως μια εκμεταλλευτική οικονομία) και το ρόλο του κράτους σε αυτή. Το κράτος παύει να τελεί σε μια «σχετική αυτονομία» από το οικονομικό επίπεδο. Απεναντίας προστίθεται η παράμετρος της σύμφυσης του κράτους με την οικονομία, με το πρώτο να αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της λειτουργίας και αναπαραγωγής της δεύτερης, οργανωτή της εκμετάλλευσης (ιδιοποίησης του υπερπροϊόντος) και της καταπίεσης/καταστολής των μαζών (van der Linden 2007: 77).

Ένα έργο που αποτελεί μια φυσική θεωρητική συνέχεια του έργου του Rizzi είναι Η επανάσταση των διευθυντών, βιβλίο το οποίο ο James Burnham συγγράφει στο πλαίσιο της ρήξης του με την 4η Διεθνή (και εν πολλοίς με το μαρξισμό) το 1941. Ο Burnham στο έργο του αυτό επιχειρεί να βαθύνει τη βασική ιδέα του Rizzi ότι «οι διευθυντές κινούνται προς την κοινωνική κυριαρχία» (Burnham χ.χρ.: 132), εξομοιώνοντας με την ανάλυσή του τα φασιστικά καθεστώτα σε Ιταλία και Γερμανία με τη Σοβιετική Ένωση και τις ΗΠΑ. Οι βασικές κατηγορίες της καπιταλιστικής παραγωγής μετασχηματίζονται ή καταργούνται, καθώς ο καπιταλισμός διάγει τον επιθανάτιο ρόγχο του, παράγοντας μαζική ανεργία, παρουσιάζοντας στασιμότητα επενδύσεων, εκτόξευση του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, αδυναμία απορρόφησης της τεχνολογίας και χρήσης των διαθέσιμων πόρων (Burnham, χ.χρ.: 58-60).12

Η θεωρία της ανάδυσης ενός νέου τρόπου παραγωγής (που ο Burnham ονομάζει «διευθυντική κοινωνία») πάνω στην εξάντληση του ιστορικού ρόλου του καπιταλισμού, ως ένα ενιαίο παγκόσμιο προτσές, διατηρεί εδώ ατόφια τη δυναμική της. Η σύλληψη μιας κρατικής δομής η οποία συμφύεται με το οικονομικό επίπεδο και άρα τα στελέχη της πρώτης αποκτούν χαρακτηριστικά που υπερβαίνουν το ρόλο της παραδοσιακής γραφειοκρατίας αποτελεί μια οπτική βασισμένη στην αρχική ιδέα του Rizzi.

Ο Burnham προχωρά μακρύτερα από τον Rizzi όσον αφορά την ανάλυση της γραφειοκρατίας, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του στο σκέλος της το οποίο ασκεί λειτουργίες της παραγωγικής διαδικασίας. Χρησιμοποιώντας το παράδειγμα μιας φανταστικής εταιρίας αυτοκινήτων, ξεχωρίζει τέσσερις ομάδες διευθυντικών στελεχών: 1) Διευθυντές παραγωγής, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την πραγματική τεχνική διαδικασία της παραγωγής, 2) εκτελεστικοί υπάλληλοι, οι οποίοι αναλαμβάνουν τα ζητήματα που αφορούν την τιμολόγηση, είτε των προς πώληση προϊόντων, είτε των εισροών σε μια παραγωγική μονάδα, 3) χρηματιστές καπιταλιστές, οι οποίοι αναλαμβάνουν τη διαχείριση της εταιρίας ως χαρτοφυλάκιο μετοχών, αποφασίζοντας αγοραπωλησίες μετοχών, συγχωνεύσεις κλπ., δηλαδή λειτουργίες που δεν σχετίζονται ούτε με την παραγωγική διαδικασία ούτε με τη βελτίωση του ποσοστού κέρδους μέσα από τον έλεγχο πραγματικών τιμών εμπορευμάτων, 4) μέτοχοι (Burnham χ.χρ.: 117-120). Ο Burnham θεωρεί ότι αν και οι παραπάνω λειτουργίες απαντώνται όλες στο επίπεδο των μεγάλων επιχειρήσεων, εντούτοις «η παραγωγική διαδικασία είναι τεχνικά και κυριολεκτικά αδύνατη, εκτός αν κάποιος επιτελεί τις λειτουργίες της διεύθυνσης της ομάδας 1» (Burnham χ.χρ.: 122).13 Οι διευθυντές παραγωγής εξελίσσονται σε φορείς οικονομικής εκμετάλλευσης και αξιώνουν θέση άρχουσας τάξης στη νέα αναδυόμενη διευθυντική κοινωνία. Η διαδικασία αυτή «έχει κιόλας επιτελεστεί σχεδόν ολοκληρωτικά στη Ρωσία, προσεγγίζεται όλο και περισσότερο στη Γερμανία και προχώρησε σε αξιόλογο σημείο σε όλα τα άλλα έθνη» (Burnham χ.χρ.: 123).

Ο Burnham (χ.χρ.) επιχειρεί να περιγράψει (και να προβλέψει) τους εσωτερικούς προσδιορισμούς μιας διευθυντικής κοινωνίας, σε αντιδιαστολή με τους αντίστοιχους της καπιταλιστικής κοινωνίας. «Η συγχώνευση της οικονομίας με το κράτος και η επέκταση των κρατικών λειτουργιών, ώστε να συμπεριλάβουν και τον έλεγχο της οικονομίας» (169-170) προσδίδει στη γραφειοκρατία το ρόλο μιας νέας άρχουσας τάξης. Η γραφειοκρατία ασκεί ένα είδος «“σωματειακής εκμετάλλευσης” σε αντιδιαστολή με την “ατομική εκμετάλλευση” του καπιταλισμού» (167), «σαν οργανωμένο σώμα» (168). Στη θέση του παλιού μηχανισμού παραγωγής κέρδους στον καπιταλισμό εγκαθιδρύεται ένα νέο σύστημα απόσπασης του υπερπροϊόντος, όπου το κράτος είτε θεσπίζει φόρους είτε, μονοπωλώντας την παραγωγή και τη διανομή, καθορίζει τις τιμές παραγωγής, αγοράς και πώλησης με στόχο να αποσπάσει μια κατά το δυνατόν μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ τους. Ποιος μηχανισμός ορίζει το ύψος αυτής της απόσπασης υπερπροϊόντος; Τι περιορίζει και καθοδηγεί τη γραφειοκρατία ως προς το πόση «εκμετάλλευση» θα ασκήσει κάθε φορά; «Το άνοιγμα ανάμεσα στις δύο τούτες τιμές (ενν. αγοράς και πώλησης) μπορεί να είναι τόσο μεγάλο όσο θα σηκώσει το εμπόριο» (166). Εδώ καθίσταται σαφές ότι η επιλογή του Burnham να αρνηθεί πλήρως την επενέργεια του νόμου της αξίας και των λοιπών εσωτερικών προσδιορισμών του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής τον οδηγεί στη σύλληψη του νέου αυτού τρόπου παραγωγής ως δομής χωρίς έντονες εσωτερικές αντιφάσεις και περιορισμούς, καθώς η άρχουσα τάξη φέρεται να αποφασίζει βουλησιαρχικά το ύψος της εκμετάλλευσης.

Το συμπέρασμα αυτό ανήκει στον πυρήνα της θεωρίας του sui generis τρόπου παραγωγής, καθώς συνδυάζεται απόλυτα αρμονικά με την άποψη περί ανώτερου οικονομικού συστήματος που αναδύεται στη βάση της αποσύνθεσης και μη αποδοτικότητας («σαπίσματος») του παλιού. Από τη στιγμή που η οικονομική λειτουργία της διευθυντικής κοινωνίας έχει ως βασικό μοχλό την υλοποίηση της πρόθεσης της γραφειοκρατίας για όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσπαση υπερπροϊόντος, 14 αίρονται τα οικονομικά εμπόδια και οι περιορισμοί μιας καπιταλιστικής οικονομίας. Δεν έχουμε πια αυτόματη ρύθμιση αλλά συνειδητό συντονισμό ενός οικονομικού συστήματος, με το οικονομικό επίπεδο να διέπεται από σαφώς λιγότερες αντιφάσεις:


«Oι κρίσεις της διευθυντικής οικονομίας θα έχουν τεχνικό και πολιτικό χαρακτήρα. […] θα προκύπτουν από γονατίσματα της γραφειοκρατικοποιημένης διοίκησης […] ή από μαζικά κινήματα δυσαρέσκειας και εξέγερσης, τα οποία, αφού κράτος και οικονομία θα είναι συγχωνευμένα, αυτόματα θα είναι συνάμα πολιτικά και οικονομικά. […] Στη διευθυντική οικονομία ο διακανονισμός της παραγωγής δεν θα αφήνεται στην “αυτόματη” λειτουργία της αγοράς, αλλά θα διεκπεραιώνεται σκόπιμα και συνειδητά από ομάδες ανθρώπων και από τους κατάλληλους θεσμούς του απεριόριστου διευθυντικού κράτους» (Burnham χ.χρ.: 176, υπογράμμιση δική μου).


Η διευθυντική οικονομία αποτελεί ένα δυνητικά παραγωγικότερο οικονομικό σύστημα, μπορεί να αφομοιώσει νέες εφευρέσεις και τεχνικές επινοήσεις, να κάνει χρήση και διαχείριση των κεφαλαίων, να εκμεταλλευτεί αποδοτικότερα περιφερειακές και λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, δυνατότητες που τη δεκαετία του 1930 αποτελούν παρελθόν για τον παγκόσμιο καπιταλισμό (Burnham χ.χρ.: 178-180).

Η ιδέα του ενιαίου παγκοσμίου προτσές ανάδυσης του γραφειοκρατικού κολλεκτιβισμού κατέχει περίοπτη θέση στις θεωρητικές αναλύσεις που υποστηρίζουν τη sui generis ερμηνεία. Οι θεωρητικές επεξεργασίες για την ΕΣΣΔ όχι μόνο επηρεάζουν αλλά και επηρεάζονται από το θεωρητικό ερώτημα της υπεράσπισής της, καθώς η πλήρης άρνηση του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της Σοβιετικής Ένωσης αποτελεί ένα θεωρητικό όπλο όσων υποστηρίζουν τη γραμμή της ουδετερότητας στον επερχόμενο πόλεμο. Η ταύτιση ναζιστικής Γερμανίας, φασιστικής Ιταλίας και Ιαπωνίας, ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης ενισχύεται α) από την αντίληψη περί παγκόσμιου καπιταλισμού που αναπτύσσεται (και άρα ολοκληρώνει τον ιστορικό του ρόλο) σε διεθνές επίπεδο και β) από το γεγονός ότι τα γραφειοκρατικά στρώματα αναδύονται και αποκτούν ολοένα και πιο κεντρικό ρόλο στην παραγωγή σε μια σειρά από χώρες διεθνώς. Στο βαθμό που η γραφειοκρατία προσεγγίζεται ως μια διεθνής οντότητα, ως ένα οικουμενικό φαινόμενο, το ίδιο διεθνής θεωρείται και η τάση υπέρβασης του καπιταλισμού.

Ο Max Shachtman αποτελεί μια εξαίρεση ανάμεσα στους θιασώτες της sui generis ερμηνείας, απορρίπτοντας την ένταξη στο ίδιο θεωρητικό σχήμα των περιπτώσεων της Ιταλίας, της Γερμανίας, της Ιαπωνίας, των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ένωσης. Υποστηρικτής της θεωρίας του γραφειοκρατικού κολλεκτιβισμού, στο άρθρο του Is Russia a Worker’s State?, κινείται στο πλαίσιο της ανάλυσης του Τρότσκι όσον αφορά την οικονομική φύση των φασιστικών καθεστώτων, 15 μη αποδεχόμενος οποιαδήποτε ομοιότητά τους με το σοβιετικό όσον αφορά το χαρακτήρα των παραγωγικών σχέσεων, καθώς τα πρώτα αποτελούν, παρά τις ιδιαιτερότητές τους, μια καθαρή μορφή καπιταλιστικού συστήματος: «[Το φασιστικό καθεστώς] ασκεί έλεγχο, θέτει περιορισμούς, διευθύνει, λεηλατεί – πλην όμως υπερασπίζεται και ενδυναμώνει το καπιταλιστικό σύστημα κερδοφορίας, αφήνοντας την αστική τάξη, ως κάτοχο ιδιοκτησίας, ανέπαφη» (Shachtman 1940).

Ο περιορισμός του φαινομένου του γραφειοκρατικού κολλεκτιβισμού στα όρια των σοβιετικών καθεστώτων οδηγεί τον Shachtman μακριά από την πλάνη της ταύτισης των φασιστικών καθεστώτων με την ΕΣΣΔ σε επίπεδο οργάνωσης της παραγωγής. Στο βαθμό που δεν εντάσσει το σοβιετικό φαινόμενο σε μια παγκόσμια εξελικτική διαδικασία, ο Shachtman προσανατολίζει την ανάλυσή του σε εσωτερικά χαρακτηριστικά του σοβιετικού κοινωνικού σχηματισμού και έτσι η προσέγγισή του διαφέρει ριζικά από αυτήν των Rizzi και Burnham.16 Παρά τη θεωρητική αυτή διαφοροποίηση ο Shachtman, ανήκει στη μερίδα τροτσκιστών οι οποίοι δεν ακολουθούν μια πολιτική υπεράσπισης της Σοβιετικής Ένωσης εν όψει του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (Shachtman 1941).


1.3. Η θεωρία του κρατικού καπιταλισμού


Η θεώρηση της Σοβιετικής Ένωσης ως ενός συστήματος κρατικού καπιταλισμού, η «κρατικοκαπιταλιστική» (στο εξής ΚρΚ) θεώρηση της ΕΣΣΔ, αναπτύσσεται ταυτόχρονα εντός και εκτός Αριστερής Αντιπολίτευσης (και μετέπειτα της 4ης Διεθνούς) ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1930.17 Ο πρώτος τροτσκιστής που φέρεται να έχει τοποθετηθεί υπέρ μιας τέτοιας ερμηνείας για το σοβιετικό κοινωνικό σχηματισμό είναι ο Hugo Urbahns το 1929.18 Η πολεμική που αναπτύσσεται εντός του τροτσκιστικού ρεύματος τα επόμενα χρόνια οδηγεί στις πιο ολοκληρωμένες εκδοχές της ΚρΚ θεώρησης (και παράλληλα της παγίωσης του ίδιου του όρου «κρατικός καπιταλισμός»), όπως αυτές διατυπώνονται μετά το τέλος της δεκαετίας του 1930.

Ο Ryan Worrall δεν συνεισέφερε κάποιο ολοκληρωμένο έργο για το ζήτημα της Σοβιετικής Ένωσης, εντούτοις το άρθρο U.S.S.R: Proletarian or Capitalist State? (Worrall 1939) αποτελεί σημαντική θεωρητική παρέμβαση, καθώς συνοψίζει βασικούς άξονες που συνιστούν κοινό τόπο για την τροτσκιστική εκδοχή της ΚρΚ ερμηνείας. Ο Worrall, ασκώντας κριτική στην άποψη του Τρότσκι, υποστηρίζει ότι η ατομική ιδιοκτησία δεν αποτελεί θεμελιώδες χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής εν γένει. Όπως παρατηρεί ο ίδιος: «Σε κανένα σημείο του Κεφαλαίου ο Μαρξ δεν εντάσσει την ατομική ιδιοκτησία στα ειδικά χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής παραγωγής» (Worrall 1939: 320).

Ο Worrall ανατρέχει στις αναλύσεις του Μαρξ του τρίτου τόμου του Κεφαλαίου, από τις οποίες επιχειρεί να ερμηνεύσει τη δυναμική του καπιταλισμού προς το σχηματισμό μετοχικών εταιριών και την υποχώρηση της ατομικής ιδιοκτησίας που αυτή συνεπάγεται. Ως ειδικά χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού συστήματος αναγνωρίζονται: α) η συγκέντρωση των μέσων παραγωγής σε λίγα χέρια, β) η κοινωνικοποίηση της εργασίας και γ) η δημιουργία μιας παγκόσμιας αγοράς (Worrall 1939: 320). Η εγγενής στον καπιταλισμό τάση κεφαλαιακής συσσώρευσης ως τάση αυτοαξιοποίησης της αξίας και παραγωγής υπεραξίας οδηγεί σε αύξηση του κρατικού ελέγχου και ρύθμισης, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τη συνένωση κεφαλαίων σε μετοχικές εταιρίες που εμφανίζεται ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Αυτή η τάση είναι γνωστή, κατά τον Worrall, ήδη από τον Μαρξ όταν ο τελευταίος αναφέρεται σε «κατάργηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής μες στο πλαίσιο του ίδιου του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής» (Μαρξ 1978: 553) και στη συνεπακόλουθη «μετατροπή του πραγματικά ενεργού κεφαλαιοκράτη σε απλό διευθυντή […] και των ιδιοκτητών κεφαλαίου σε απλούς ιδιοκτήτες, απλούς κεφαλαιοκράτες του χρήματος» (Μαρξ 1978: 551). Δεχόμενος ότι η κεφαλαιακή συσσώρευση αποτελεί τον αυτοσκοπό της καπιταλιστικής παραγωγής19 και σε συνδυασμό με την τάση υποχώρησης της ατομικής ιδιοκτησίας, ο Worrall υποστηρίζει ότι η σοβιετική γραφειοκρατία, αν και δεν προσιδιάζει σε μια άρχουσα καπιταλιστική τάξη από άποψη δομής, εντούτοις επιτελεί μια κλασική λειτουργία της αστικής τάξης, αυτή της κεφαλαιακής συσσώρευσης (Worrall 1939: 323).

Ο Worrall στο σύντομο αυτό άρθρο αναδεικνύει τη σημασία της άντλησης των βασικών θεωρητικών επεξεργασιών της ΚρΚ ερμηνείας από το μαρξικό κείμενο, σε μια προσπάθεια να διατυπωθεί όχι απλά ένας ισχυρισμός αλλά μια ερμηνεία της Σοβιετικής Ένωσης ως ενός οικονομικού συστήματος κρατικού καπιταλισμού. Η αρετή του κειμένου του, όπως εύστοχα επισημαίνεται από τον Marcel van der Linden, είναι το γεγονός ότι επιχειρεί «να αποδείξει συγκεκριμένα ότι μια κοινωνία στην οποία κράτος και κεφάλαιο συγχωνεύθηκαν σε μια κυρίαρχη ολότητα αποτελεί μια θεωρητική δυνατότητα μέσα στο πλαίσιο της παράδοσης του επιστημονικού σοσιαλισμού» (van der Linden 2007: 58).

Η πληρέστερη παρουσίαση της τροτσκιστικής ΚρΚ ερμηνείας για το σοβιετικό σύστημα πιστώνεται στον Tony Cliff, οποίος παρουσιάζει τη δική του εκδοχή για την ερμηνεία της ΕΣΣΔ το 1948, με το κείμενό του Η φύση της σταλινικής Ρωσίας.20 Ο σοβιετικός κρατικός καπιταλισμός για τον Cliff είναι κατ’ αρχήν μια πραγματικότητα που διαπιστώνεται ανατρέχοντας σε στοιχεία που αφορούν τις κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις στη σταλινική Ρωσία. Η νομοθεσία που αφορά στον έλεγχο της παραγωγής (Κλίφ 2005: 19) και στα δικαιώματα της ρωσικής εργατικής τάξης (22) , οι επιδόσεις και η διάρθρωση της σοβιετικής οικονομίας (38), η εισοδηματική διαφοροποίηση (67), η γραφειοκρατική κακοδιαχείριση (81), η μορφή του κράτους, του κόμματος και των σοβιέτ των εργατών, όλα αυτά αποτελούν ενδείξεις μιας οικονομίας η οποία δεν βρίσκεται σε τροχιά μετάβασης στο σοσιαλισμό.

Προχωρώντας στη θεωρητική ερμηνεία του σοβιετικού φαινομένου, η ερμηνεία του Cliff χαρακτηρίζεται από ένα μεθοδολογικό δυισμό, δύο διακριτούς τρόπους προσέγγισης του αντικειμένου του. Ο πρώτος τον οδηγεί στη διερεύνηση των κριτηρίων με τα οποία μπορεί να ιδωθεί η σοβιετική κοινωνία ως εξέλιξη του αγοραίου καπιταλισμού. Ο Cliff, ένας θεωρητικός προερχόμενος από τα σπλάχνα της 4ης Διεθνούς, βασίζει την επιχειρηματολογία του στο θεωρητικό πλαίσιο που διατύπωσε ο ίδιος ο Τρότσκι, δηλαδή στην ανάδειξη της δυναμικής των παραγωγικών δυνάμεων ως τον καθοριστικό παράγοντα για την τροχιά της ιστορικής εξέλιξης.

Βασισμένος ακριβώς σε αυτό το θεωρητικό σχήμα, ο ίδιος ο Τρότσκι επιχειρηματολογώντας εναντίον της ΚρΚ ερμηνείας, ήδη από το 1936 είχε επισημάνει ότι οι αντιθέσεις που αναπτύσσονται μέσα στο οικονομικό σύστημα του «αγοραίου» καπιταλισμού εμποδίζουν την εξέλιξή του σε μια μορφή κρατικού καπιταλισμού, στον οποίον οι καπιταλιστές θα εμφανίζονται ως μια ομάδα συνεταιρισμένων εκπροσώπων του κεφαλαίου, καταργώντας κατ’ ουσίαν την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και αντικαθιστώντας την με την καπιταλιστική κρατική ιδιοκτησία, στην οποία κάθε καπιταλιστής θα συμμετέχει ως μέτοχος.

Ένας τέτοιος καπιταλισμός θεωρείται ως στάδιο που έπεται του αγοραίου καπιταλισμού και που αναδύεται μέσα από αυτόν. Ως τέτοιος είναι ιστορικά ανέφικτος: «Θεωρητικά βέβαια, θα μπορούσαμε να συλλάβουμε μια κατάσταση όπου η αστική τάξη στο σύνολό της συντάσσεται ως μετοχική εταιρία που μέσω του κράτους διευθύνει το σύνολο της οικονομίας. […] Ένα τέτοιο κράτος, όμως, δεν έχει υπάρξει ποτέ και δεν πρόκειται να υπάρξει, επειδή οι αντιθέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στους ίδιους τους κεφαλαιούχους είναι πάρα πολύ βαθιές» (Τρότσκι 2008: 338-339). Εγώ γίνεται σαφές ότι ο Τρότσκι συλλαμβάνει, σε ένα θεωρητικό επίπεδο, τον κρατικό καπιταλισμό με ένα και μοναδικό τρόπο, ως μια γραμμική εξέλιξη του αγοραίου καπιταλισμού, όπου οι παλιοί φορείς-καπιταλιστές συνενώνονται σε ένα σώμα – συλλογικό κεφαλαιοκράτη.

Ο Cliff, επιχειρώντας να τοποθετηθεί ακριβώς στο πλαίσιο αυτού του γραμμικού σχήματος του Τρότσκι, ισχυρίζεται ότι το σοβιετικό φαινόμενο δεν είναι ένα άμεσο αποτέλεσμα της εξέλιξης του αγοραίου καπιταλισμού αλλά της αντίστροφης πορείας, μιας «ανασύστασης, όχι του παραδοσιακού, μα του κρατικού καπιταλισμού, μετά την ανατροπή της κυρίαρχης εργατικής τάξης» (Κλιφ 2005: 143). Με αυτό τον τρόπο αναγιγνώσκει τη σοβιετική κοινωνία ως «το ακραίο θεωρητικό όριο της καπιταλιστικής εξέλιξης», ένα καθεστώς κρατικού καπιταλισμού «μεταβατικό για το σοσιαλισμό, πριν τη σοσιαλιστική επανάσταση» (Κλιφ 2005: 145).

Προεξοφλώντας λοιπόν ότι το σοβιετικό καθεστώς πρέπει να ερμηνευτεί ως κρίκος στην – αναπόδραστη – μετάβαση από τον αγοραίο καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, ο Cliff αντιλαμβάνεται τη σοβιετική Ρωσία ως μια μορφή κρατικού καπιταλισμού, μερικής άρνησης του αγοραίου καπιταλισμού, λόγω της μονοπωλιακής δομής της οικονομίας, τη μερική κατάργηση του νόμου της αξίας και της εργατικής δύναμης σαν εμπορεύματος, του ελέγχου στη διακίνηση του κεφαλαίου κλπ. Εδώ έχουμε αυτούσιο το θεωρητικό σχήμα του Τρότσκι, όταν αναφερόμενος στη ανάληψη του ελέγχου των μέσων μεταφοράς και της βιομηχανίας από το αστικό κράτος υποστηρίζει ότι «η ίδια, όμως, η ανάγκη για τη λήψη τέτοιων μέτρων είναι μια από τις ενδείξεις ότι οι παραγωγικές δυνάμεις έχουν ξεπεράσει τον καπιταλισμό και τον αναγκάζουν εν μέρει να αναιρεί στην πράξη τον εαυτό του» (Τρότσκι 2008: 338).


«Η μερική άρνηση του καπιταλισμού στη βάση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής σημαίνει ότι οι παραγωγικές δυνάμεις που αναπτύσσονται μέσα στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος το ξεπερνούν σε τέτοιο βαθμό, που η τάξη των καπιταλιστών αναγκάζεται να πάρει “σοσιαλιστικά μέτρα” για να τις χειραγωγήσει και να τις χρησιμοποιήσει για τα δικά της συμφέροντα» (Κλιφ 2005: 148).


Ο δεύτερος τρόπος προσέγγισης από τον Cliff του αντικειμένου της φύσης της ΕΣΣΔ ξεδιπλώνεται όταν επιχειρεί να διατυπώσει μια θεωρία της γραφειοκρατίας σύμφωνα με τους εσωτερικούς ταξικούς προσδιορισμούς της. Η καπιταλιστική φύση της σοβιετικής οικονομίας προσεγγίζεται εδώ μέσω της ταξικής ανάλυσης και όχι της εξελικτικής ιστορικής πορείας. Ο Cliff αντλεί από το μαρξικό έργο επιχειρήματα όμοια με αυτά που υιοθετεί ο Worrall για να ισχυριστεί ότι η πραγματοποίηση της καπιταλιστικής συσσώρευσης αποτελεί τον αυτοσκοπό της καπιταλιστικής παραγωγής, αφήνοντας με αυτό τον τρόπο εκτός του πυρήνα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Η σοβιετική γραφειοκρατία αποτελεί την προσωποποίηση του κεφαλαίου, καθώς εγγυάται την απρόσκοπτη απόσπαση υπεραξίας και τη μετατροπή της σε κεφάλαιο, δηλαδή την κεφαλαιακή συσσώρευση:


«Οι δύο λειτουργίες – απόσπαση της υπεραξίας και η μετατροπή της σε κεφάλαιο – που είναι θεμελιακές για τον καπιταλισμό, διαχωρίζονται σε διοίκηση και έλεγχο της παραγωγής. […] Για την καπιταλιστική οικονομία μόνο αυτές οι δύο λειτουργίες είναι απαραίτητες. […] Η κατανάλωση μέρους του υπερπροϊόντος από τους εκμεταλλευτές δεν είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του καπιταλισμού. […] Η ρωσική γραφειοκρατία επειδή το κράτος αποτελεί “ιδιοκτησία” της και επειδή ελέγχει τη διαδικασία συσσώρευσης, αποτελεί την ενσάρκωση του κεφαλαίου στην πιο καθαρή μορφή του» (Κλιφ 2005: 153-154).


Παρέκβαση: Ο ρόλος του διεθνούς παράγοντα στις τροτσκιστικές ΚρΚ ερμηνείες


Πριν ολοκληρωθεί η συνοπτική παρουσίαση όψεων της θεωρητικής συζήτησης εντός της 4ης Διεθνούς κατά το Μεσοπόλεμο, θα πρέπει να αναφερθούμε στο ρόλο του διεθνούς παράγοντα στο καθορισμό της φύσης της ΕΣΣΔ. Στο έργο του ο Cliff, χωρίς να διατυπώνεται ρητά, αρνείται έμμεσα κάποιους βασικούς εσωτερικούς καθορισμούς του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Έτσι για τον Cliff η μισθωτή εργασία, με την έννοια που υπάρχει στον παραδοσιακό καπιταλισμό, απουσιάζει στην ΕΣΣΔ: «Αν υπάρχει ένας και μοναδικός εργοδότης, η “αλλαγή αφεντικών” παύει να ισχύει και η πρόσκαιρη πώληση του εργάτη αποκτά τυπική έννοια» (Κλιφ 2005: 186). Η βασική δομή πάνω στην οποία εμφανίζεται η εμπορευματική κυκλοφορία και βασίζει τη λειτουργία του ο νόμος της αξίας, η ύπαρξη ανεξάρτητων παραγωγών που ανταλλάσσουν το προϊόν τους (Μάρξ 2005: 56) έχει επίσης εκλείψει.

Στο εσωτερικό της σοβιετικής οικονομίας, ιδωμένης ως εθνικής οικονομίας, απουσιάζουν βασικές συνθέτουσες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. «Οι τιμές δεν αποτελούν μέσο ρύθμισης της ρωσικής παραγωγής και του καταμερισμού εργασίας στη ρωσική κοινωνία» (Κλιφ 2005: 184), ενώ η σοβιετική οικονομία κινείται προς μια κατεύθυνση παραγωγής αξιών χρήσης (Κλιφ 2005: 190) και όχι γενικά αξιών, όπως συμβαίνει σε ένα εργοστάσιο στο εσωτερικό του οποίου διάφορα προϊόντα παράγονται, συνδυάζονται ή μετακινούνται χωρίς την επενέργεια του μηχανισμού της αγοράς. Το προϊόν της σοβιετικής οικονομίας, αν και στο εσωτερικό αποτελεί ένα άθροισμα αξιών χρήσης, μετατρέπεται σε αξία ανταλλάξιμη αφού εκτεθεί στο διεθνή παράγοντα. «Το ρωσικό κράτος, βρίσκεται στην ίδια θέση με τον ιδιοκτήτη μιας καπιταλιστικής επιχείρησης που ανταγωνίζεται τις άλλες επιχειρήσεις» (Κλιφ 2005: 188). Έτσι ο Cliff συμπεραίνει ότι η ΚρΚ φύση της ΕΣΣΔ δεν διαμορφώνεται σε εθνικό επίπεδο, ο καπιταλιστικός της χαρακτήρας δεν εμφανίζεται και δεν μπορεί να ορισθεί επαρκώς από τα εσωτερικά χαρακτηριστικά της σοβιετικής οικονομίας. Η καπιταλιστική φύση της δεν προκύπτει ενδογενώς, όπως φαίνεται και από τα παρακάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα:


«Αν εξεταστούν οι σχέσεις που κυριαρχούν στη ρωσική οικονομία σε αφαίρεση από τις σχέσεις της με την παγκόσμια οικονομία, υποχρεωτικά συμπεραίνουμε πως η αρχή του νόμου της αξίας, σαν κινητήρια δύναμη και ρυθμιστή της παραγωγής, δεν υπάρχει σ’ αυτήν. Ουσιαστικά, οι νόμοι που επικρατούν στις σχέσεις ανάμεσα στις επιχειρήσεις και ανάμεσα στους εργαζομένους και το κράτος-εργοδότη, δεν θα ήταν διαφορετικοί αν η Ρωσία ήταν ένα τεράστιο εργοστάσιο, που διευθυνόταν άμεσα από ένα κέντρο και αν όλοι οι εργαζόμενοι έπαιρναν τα αγαθά που καταναλώνουν άμεσα και σε είδος» (Κλιφ 2005: 187).


Εδώ έχουμε μια σαφή «προσφυγή στο διεθνές» για να υποστηριχθεί μια ΚρΚ θεώρηση της ΕΣΣΔ. Το διεθνές επίπεδο, μέσω της ένταξης της εν πολλοίς μη καπιταλιστικής σοβιετικής οικονομίας σε ένα διεθνές σύστημα ανταλλαγών αξιών, εντάσσεται στον πυρήνα του ορισμού του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Το ίδιο οικονομικό σύστημα, το σοβιετικό, σε διεθνές επίπεδο παρουσιάζεται κρατικοκαπιταλιστικό ενώ σε εθνικό επίπεδο ομοιάζει με ένα εκμεταλλευτικό καθεστώς στο οποίο τα βασικά συστατικά του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής εκλείπουν. Ιδωμένη από αυτή τη σκοπιά, η θεώρηση του Cliff παρουσιάζει μια ιδιότυπη σχέση με τις sui generis θεωρήσεις. Τοποθετήσεις υπέρ της θεωρίας του γραφειοκρατικού κολλεκτιβισμού όπως αυτή του Joseph Carter χρησιμοποιούν ως αφετηρία τις ίδιες θεωρητικές υποθέσεις, αυτή της αναίρεσης των καπιταλιστικών νόμων στη σοβιετική οικονομία και τη θεώρησή της ως ένα «γιγάντιο εθνικό τραστ» το οποίο εκτίθεται στο διεθνή καπιταλιστικό ανταγωνισμό και αντλεί μέσω αυτού τα τεχνολογικά επιτεύγματα της Δύσης (Carter 1941: 218-219).

Πώς επιδρά ο διεθνής παράγοντας στη δομή της σοβιετικής οικονομίας, προσδίδοντάς της έναν καπιταλιστικό χαρακτήρα; Ο Cliff επισημαίνει ότι οι αγορές της σοβιετικής Ρωσίας «προστατεύονται από την πιθανότητα κατακλυσμού τους από ξένα προϊόντα, με τη μονοπώληση από το κράτος του εξωτερικού εμπορίου» (Κλιφ 2005: 188). Οι εμπορικοί ανταγωνισμοί περιορίζονται και αναβαθμίζεται ο στρατιωτικός ανταγωνισμός, ο οποίος αντιστοιχεί κατά τον Cliff σε μια συσσώρευση και ανταλλαγή στη διεθνή αγορά στρατιωτικού εξοπλισμού, δηλαδή αξιών χρήσης που παράγονται από το σοβιετικό κράτος. Έτσι εκθέτει έμμεσα τον τομέα της σοβιετικής παραγωγής στρατιωτικού εξοπλισμού στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό και οι πιέσεις αυτές μεταφέρονται σε όλους τους τομείς της σοβιετικής οικονομίας. «Ο νόμος της αξίας αποδεικνύεται έτσι σαν ρυθμιστής της ρωσικής οικονομικής δομής, όταν την εξετάζουμε από τη συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση που είναι διαμορφωμένη σήμερα, δηλαδή την αναρχούμενη παγκόσμια αγορά» (Κλιφ 2005: 191).

Ο μηχανισμός αυτός «ολοκλήρωσης» του χαρακτήρα της σοβιετικής οικονομίας μέσω της ένταξής της στο διεθνή ανταγωνισμό δεν απαντάται μόνο στον Cliff ή στη θεωρία του γραφειοκρατικού κολλεκτιβισμού του Carter, αλλά απεναντίας αποτελεί μια θεωρητική σταθερά για όλες τις παρεμβάσεις της περιόδου του Μεσοπολέμου. Ο C.L.R James (υποστηρικτής της ΚρΚ θεωρίας. μεταξύ άλλων, υπέγραψε άρθρα με το ψευδώνυμο J.R. Johnson) θεωρεί ότι ο νόμος της αξίας αποτελεί ίδιον μιας καπιταλιστικής κοινωνίας, ως μιας κοινωνίας που πριν όλα εκτίθεται στο διεθνή ανταγωνισμό. Η ανάγκη της ΕΣΣΔ να «επικοινωνεί» με τα τεχνολογικά επιτεύγματα της Δύσης την οδηγεί να επιλέγει τη διείσδυση στην παγκόσμια αγορά έναντι της αυτοτελούς ανάπτυξης και των πολιτικών που στοχεύουν στην αυτάρκεια. Η πίεση από την έκθεση (την ένταση της οποίας ο James θεωρεί δεδομένη, αν και δεν την προσδιορίζει επακριβώς) στη διεθνή αγορά οδηγεί την εργασία στη Σοβιετική Ένωση να παίρνει χαρακτηριστικά μισθωτής εργασίας (Johnson 1941: 214-215).21


2. Η επαναδιατύπωση του επιχειρήματος περί κρατικού καπιταλισμού


Παραθέσαμε θεωρήσεις της ΕΣΣΔ από μαρξιστές που ανήκουν στο τροτσκιστικό ρεύμα και που δραστηριοποιούνται θεωρητικά κατά το Μεσοπόλεμο, καθώς και μια απόπειρα χαρτογράφησης των βασικών μεθοδολογικών προκειμένων των θεωρήσεων αυτών. Ο μετασχηματισμός της παραπάνω παρουσίασης σε συστηματική θεωρητική έρευνα μπορεί να επεκταθεί α) με την επέκταση σε άλλους τροτσκιστές θεωρητικούς της περιόδου, β) με τη διερεύνηση των μεθοδολογικών διαφοροποιήσεων σε προσεγγίσεις που ανήκουν στο ίδιο ρεύμα ερμηνείας των σοβιετικών κοινωνιών22 και γ) διευρύνοντας την παραπάνω περιήγηση σε θεωρήσεις που εκτείνονται πέρα από την περίοδο του Μεσοπολέμου και εκτός τροτσκιστικού ρεύματος. Όλα τα παραπάνω όμως υπερβαίνουν τόσο το εύρος όσο και τους στόχους του παρόντος κειμένου.

Η παραπάνω «ομαδοποίηση ως προς το τελικό πόρισμα» (εκφυλισμένο εργατικό κράτος, νέος τρόπος παραγωγής, κρατικός καπιταλισμός) δεν είναι ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο δύνανται να καταταχθούν οι κριτικές αναλύσεις για τη Σοβιετική Ένωση. Αυτό που διαλανθάνει της προσοχής μας αν ακολουθήσουμε αυτή την τριχοτόμηση των θεωριών είναι ένα νήμα κοινών θεωρητικών παραδοχών και αρχών που εντάσσονται στο λεγόμενο σοβιετικό μαρξισμό. Τόσο οι υπέρμαχοι της Σοβιετικής Ένωσης όσο και οι κριτικές τοποθετήσεις εντός της 4ης Διεθνούς κατά το Μεσοπόλεμο κινούνται πάνω στις ράγες μιας μονογραμμικής (unilinear23 ) θεώρησης της ιστορίας, δηλαδή μιας ερμηνείας της ως αλληλουχίας σταδίων που εναλλάσσονται σύμφωνα με τη δυναμική και την πρόοδο των παραγωγικών δυνάμεων.

Αυτή η θεωρητική συνθήκη εκδηλώνεται με ποικίλους τρόπους στο έργο μαρξιστών θεωρητικών του θέματος της ΕΣΣΔ: άμεσα, ως επίκληση στην αυστηρή διαδοχή σταδίων της ανθρωπότητας∙ έμμεσα, ως προτεραιότητα στον ορισμό των οικονομικών μορφών μέσω της σύγκρισής τους και της εξέλιξής τους, ως υποτίμηση της αυτοτελούς συγκρότησης και ερμηνείας τους μέσα από εσωτερικούς ταξικούς προσδιορισμούς.24 Αντίθετα, η ταξική πάλη υποτιμάται ως μοχλός κίνησης της ιστορίας ∙ εξαφανίζεται κατά τις αμιγώς σταλινικές προσεγγίσεις.25 Υποβιβάζεται σε πολιτική πάλη, από τη στιγμή που δεν υπάρχουν εκμεταλλεύτριες τάξεις εντός της παραγωγής, όπως οι ορθόδοξες τροτσκιστικές θεωρήσεις υποστηρίζουν∙ τίθεται σε δεύτερο πλάνο από τη στιγμή που η μετάβαση στο νέο εκμεταλλευτικό καθεστώς είναι αυτόματη, επιβαλλόμενη από την εξάντληση του (αγοραίου) καπιταλισμού ως σταδίου της ανθρωπότητας.

Στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε να επαναπροσδιορίσουμε την έννοια του κρατικού καπιταλισμού, ώστε να τεκμηριωθεί ο ισχυρισμός μας ότι το σοβιετικό φαινόμενο αποτελεί μια ειδική μορφή του, που θα πρέπει να αναλυθεί αυτοτελώς, μακριά από μια αντίληψη ιστορικής συνέχειας που επιχειρεί να εντάξει το σοβιετικό φαινόμενο σε μια γραμμική εξελικτική διαδικασία είτε του παγκόσμιου καπιταλισμού είτε του προσταλινικού σοβιετικού σχηματισμού. Δεν είναι η συνέχεια αλλά η τομή του γεγονότος της εγκατάλειψης της Νέας Οικονομικής Πολιτικής και οι δυνάμεις που αυτή απελευθερώνει, που επιτρέπουν την οριστική εγκαθίδρυση ενός καινοφανούς και πρωτότυπου ιστορικά ΚρΚ συστήματος, του σοβιετικού.


3. Η «ΚρΚ» θεώρηση της ΕΣΣΔ

και ο «κρατικός καπιταλισμός» πριν από το 1930.

Μια απλή συνωνυμία


Ο όρος «κρατικός καπιταλισμός» εμφανίζεται τη δεκαετία του 1890. Το SPD, την περίοδο της αναμέτρησης με το ρεφορμιστικό εαυτό του, θέτει το ζήτημα των ορίων και προοπτικών μιας στρατηγικής πίεσης του εργατικού κινήματος προς μεταρρυθμίσεις εθνικοποίησης. Την εποχή εκείνη ανακύπτει το εξής ερώτημα: μια πιθανή εφαρμογή πολιτικών εθνικοποίησης φέρνει τη Γερμανία πιο κοντά στο σοσιαλισμό; Ή αντίθετα οδηγεί σε ένα είδος «κρατικού καπιταλισμού»;26 Στη γένεσή της λοιπόν, η ονομασία «κρατικός καπιταλισμός» συνιστά έναν περιγραφικό όρο και όχι μια αναλυτική έννοια και αφορά στην τάση του αγοραίου καπιταλισμού να παραχωρεί ένα (μεγαλύτερο ή μικρότερο) μέρος του οικονομικού ελέγχου και δραστηριότητας στο κράτος.

Ο όρος «κρατικός καπιταλισμός» για τα επόμενα χρόνια θα είναι συνώνυμος του καπιταλισμού που έχει προβεί σε εθνικοποιήσεις, έναν καπιταλισμό με αναβαθμισμένο το ρόλο του κράτους. Η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση που παρατηρείται σε συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας, με την αρωγή του κράτους και σε στενή συνεργασία με το τραπεζικό κεφάλαιο, θα οδηγήσει μάλιστα στις πρώτες ερμηνείες της νέας αυτής φάσης του διεθνούς καπιταλισμού, μέχρι να οδηγηθούμε στις θεωρίες περί ιμπεριαλισμού τη δεκαετία του 1910.

Η χρήση του όρου «κρατικός καπιταλισμός» περνά σε νέα φάση το 1914, με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και με αφορμή τον προβληματισμό ως προς την τακτική που πρέπει να ακολουθήσουν οι επαναστάτες κομμουνιστές απέναντι σε αυτόν. Ένα από τα πολλά παραδείγματα είναι αυτό του Μπουχάριν. Η κρατική παρέμβαση στη Γερμανία και η οργάνωση της οικονομίας της με αναβαθμισμένο το ρόλο του κράτους (πολεμική οικονομία με χαρακτηριστικά κεντρικού σχεδιασμού) τον κατευθύνει στο να αναδείξει την εκδοχή του κρατικού καπιταλισμού ως στάδιο της ανθρωπότητας που έπεται του αγοραίου καπιταλισμού, αποτελώντας ταυτόχρονα τον επιθανάτιο ρόγχο του παλιού καθεστώτος, εν όψει της επικείμενης παγκόσμιας πολεμικής σύρραξης. χαρακτηρίζεται δε από τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου σε μεγάλα τραστ (state capitalist trusts) που ανταγωνίζονται μεταξύ τους σε διεθνές επίπεδο (Bukharin 1917).

Δεν είναι μόνο ο Μπουχάριν που ακολουθεί ένα τέτοιο θεωρητικό σχήμα. Την περίοδο αυτή όλο το σώμα του μαρξισμού χαρακτηρίζεται από μια γραμμική θεώρηση της ιστορίας, από μια εξελικτική προσέγγιση όπως αυτή αναλύθηκε πιο πάνω και η οποία θέτει σε πρώτο πλάνο τη δυναμική των παραγωγικών δυνάμεων σε διεθνές επίπεδο. Έτσι, ένας καπιταλισμός προσανατολισμένος στην προετοιμασία μιας πολεμικής αναμέτρησης (όπως αυτός της Γερμανίας το 1914), ο οποίος ενσωματώνει στη λειτουργία του όψεις κεντρικού σχεδιασμού, θεωρείται ότι επιταχύνει τη διαδικασία αποσύνθεσης του καπιταλισμού.

Ο μαρξισμός της περιόδου εκείνης παραγνωρίζει το γεγονός ότι ο σχεδιασμός ως μοντέλο λειτουργίας μιας οικονομίας που παραλαμβάνεται από το παρελθόν αποτελεί απλά μια «τεχνογνωσία» την οποία ένα επαναστατικό κόμμα δύναται να χρησιμοποιήσει για τους δικούς του στόχους οργάνωσης της παραγωγής, όμως δεν ταυτίζεται με ένα σοσιαλιστικό μοντέλο οικονομίας διότι, σε τελική ανάλυση, το δίλημμα «σχέδιο ή αγορά» αποτελεί ένα δίπολο27 που αποκρύπτει τις πραγματικές ιστορικές ευθύνες μιας σοσιαλιστικής επανάστασης, το μετασχηματισμό της οικονομικής βάσης, σε πρώτη φάση νομικά (μέσω της απαλλοτρίωσης των μέσων παραγωγής, όπως συνέβη κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση) και σε δεύτερη φάση πραγματικά.28 Μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1920 όμως οι μαρξιστές αντιλαμβάνονται εν πολλοίς τον κρατικό καπιταλισμό ως μια οριακή συνθήκη από άποψη παρέμβασης και συμμετοχής του κράτους στην οικονομία, χωρίς να υπεισέρχονται στο ζήτημα της ανάδυσης στρωμάτων-«φορέων» νέων καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων.

Ο κρατικός καπιταλισμός ως «καπιταλισμός με καπιταλιστή το κράτος» και σε συνάρτηση με τις δυνατότητες που έχει η σοβιετική οικονομία να λειτουργήσει υπό ένα καθεστώς κεντρικού σχεδιασμού απαντάται στα μετεπαναστατικά κείμενα του Λένιν, όταν οι μπολσεβίκοι αναμετρώνται με το ερώτημα της συνέχισης ή εγκατάλειψης του πολεμικού κομμουνισμού. Το πέρασμα στη Νέα Οικονομική Πολιτική είναι μια επιλογή των μπολσεβίκων προς την κατεύθυνση ενός οικονομικού μοντέλου «κρατικού καπιταλισμού» – με την έννοια που μέχρι τότε περιγραφόταν – με το οποίο επιχειρείται ο συνδυασμός των τριών βασικών τομέων της σοβιετικής οικονομίας: α) ο κρατικοποιημένος τομέας (πρωτογενής τομέας, εργοστάσια παραγωγής μέσων παραγωγής κλπ.), β) ένα μεγάλο τμήμα του δευτερογενούς τομέα και του εμπορίου, όπου δεσπόζουν η αυτοαπασχόληση και ιδιωτικές μονάδες που χρησιμοποιούν μισθωτή εργασία (με μικρό σχετικά αριθμό μισθωτών ανά μονάδα) και γ) ο αγροτικός τομέας, ο οποίος μετά τη Διανομή των Γαιών29 παρουσιάζει μια εσωτερική ταξική διαφοροποίηση στην οποία οι μπολσεβίκοι μπορούν να παρέμβουν μόνο έμμεσα (μέσω τιμολογιακής πολιτικής, προμήθειας εργαλείων, ρύθμισης της συγκομιδής σιτηρών).30

Ο όρος «κρατικός καπιταλισμός» εδώ συμπυκνώνει μια ταξική στρατηγική (Μπετελέμ 1974β: 29-35). Έλεγχος της βαριάς βιομηχανίας και της παραγωγής των αστικών κέντρων και, μέσω αυτής, καθοδήγηση της υπόλοιπης (αγροτικής και ιδιωτικής) οικονομίας σε μια πορεία υπέρβασης του υπάρχοντος μοντέλου οργάνωσης της οικονομίας μέσω της ενίσχυσης της εργατοαγροτικής συμμαχίας. Πρόκειται για μια εκδοχή του κρατικού καπιταλισμού προσωρινή (μεταβατική) και κυρίως περιγραφική, κοντά στη σημασία του όρου όπως τον περιγράφουμε παραπάνω, σε μια πολιτική συγκυρία ριζικά διαφορετική.

Ο κρατικός καπιταλισμός ως ταξική στρατηγική και όχι ως δομημένο οικονομικό σύστημα είναι το περιεχόμενο του διάσημου κειμένου του Λένιν Για το φόρο σε είδος (χ.χρ.). Η σημασία της νέας πολιτικής και οι όροι της, το οποίο γράφεται τον Απρίλιο του 1921, στις απαρχές της Νέας Οικονομικής Πολιτικής. Κατά τον Λένιν, οι διάφορες μορφές οργάνωσης της παραγωγής οι οποίες συνθέτουν το κοινωνικοοικονομικό σύστημα της Ρωσίας είναι α) η πατριαρχική (φυσική) αγροτική οικονομία, β) η μικρή εμπορευματική παραγωγή, γ) ο ιδιωτικός καπιταλισμός, δ) ο κρατικός καπιταλισμός και ε) ο σοσιαλισμός (206). Σε αυτό το μωσαϊκό μορφών παραγωγής και οργάνωσης, ο Λένιν εντοπίζει ως σύμμαχο στην υπόθεση του σοσιαλισμού τον κρατικό καπιταλισμό και κυριότερο εχθρό του την μικροαστική αγροτική τάξη: «Εδώ δεν παλεύει ο κρατικός καπιταλισμός ενάντια στο σοσιαλισμό, αλλά η μικροαστική τάξη και ο ιδιωτικός καπιταλισμός παλεύουν μαζί, από κοινού, και ενάντια στον κρατικό καπιταλισμό, και ενάντια στο σοσιαλισμό. Η μικροαστική τάξη αντιστέκεται σε κάθε κρατική παρέμβαση, καταγραφή και έλεγχο, τόσο κρατικοκαπιταλιστική, όσο και κρατικοσοσιαλιστική» (206). Σε όλο το κείμενο, ο κρατικός καπιταλισμός γίνεται αντιληπτός ως το μείγμα παλαιών τεχνικών παραγωγής, συνδυασμένων με την «παλλαϊκή καταγραφή και έλεγχο της παραγωγής και της κατανομής των προϊόντων» (211).

Στο κείμενο αυτό του Λένιν ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα μείγμα στοιχείων που εντάσσονται στην περιγραφή «κρατικός καπιταλισμός» και που ποικίλλουν ως προς το περιεχόμενό τους. Ο κρατικός καπιταλισμός παρουσιάζεται ως: ο μη αγοραίος καπιταλισμός, ο καπιταλισμός που έχει μετατραπεί στο αντίθετό του αντικαθιστώντας το μηχανισμό της αγοράς με τον κεντρικό σχεδιασμό, το οικονομικό πρόγραμμα της δικτατορίας του προλεταριάτου, ένα αυτοαναιρούμενο οικονομικό σύστημα το οποίο, αν και καπιταλιστικό, συγκρούεται με το μικροαστικό ιδεολογικό στοιχείο δηλαδή τον πυρήνα του καπιταλισμού, ένα σύστημα το οποίο δίνει τη δυνατότητα στην εργατική τάξη να ουδετεροποιήσει στοιχεία της καπιταλιστικής οργάνωσης της παραγωγής και να τα χρησιμοποιήσει ατόφια σε ένα πρόγραμμα σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Με λίγα λόγια, ο κρατικός καπιταλισμός στο ύστερο έργο του Λένιν δεν αντιστοιχεί σε ένα καπιταλιστικό σύστημα προσδιορισμένο σύμφωνα με την εσωτερική του ταξική διάρθρωση, με τους αυτοτελείς εσωτερικούς προσδιορισμούς του. Είναι μια ταξική στρατηγική, ένα όχημα με το οποίο η εργατική τάξη μπορεί να ασκήσει πολιτικές στην κατεύθυνση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, εντός ενός δεδομένου ταξικού συσχετισμού.

Όποιος υιοθετήσει αυτή την αντίληψη περί κρατικού καπιταλισμού και επιχειρήσει με αυτήν να ερμηνεύσει τη διάδοχη φάση της Νέας Οικονομικής Πολιτικής, θα βρεθεί στον αντίποδα της ΚρΚ ερμηνείας:


«Οι θεωρητικοί του κρατικού καπιταλισμού αντιλαμβάνονται τον κρατικό καπιταλισμό περίπου σαν ανάθεμα, τον εχθρό της εργατικής επανάστασης, στην υπερίσχυση του οποίου οφείλεται ο εκτροχιασμός και ο εκφυλισμός της. Ο Λένιν αντίθετα, στις αναλύσεις του, αναγνώριζε […] ότι κάτω από τις ιδιότυπες ρωσικές συνθήκες ο κρατικός καπιταλισμός ήταν αντικειμενικά σύμμαχος του σοσιαλισμού» (Κεφαλής 2013: 377).


Οι θιασώτες της ΚρΚ ερμηνείας παρουσιάζονται εδώ ανακόλουθοι με τη σκέψη του Λένιν στη στάση τους απέναντι στο φαινόμενο του κρατικού καπιταλισμού, κάνοντας μονομερώς κριτική και μη αντιλαμβανόμενοι τον προοδευτικό χαρακτήρα του ως ύστερο στάδιο του καπιταλισμού και ως προθάλαμο του σοσιαλισμού. Η επίκληση σε αυτή την εξελικτική, περιγραφική και όχι αναλυτική ερμηνεία του κρατικού καπιταλισμού οδηγεί σε μια εσφαλμένη κριτική της ΚρΚ ερμηνείας, καθώς δεν ταυτίζεται με τον κρατικό καπιταλισμό τον οποίο ο Charles Bettelheim εντοπίζει στην ΕΣΣΔ και τον οποίο θα σκιαγραφήσουμε αμέσως μετά.

Ο Bettelheim στο 2ο τόμο του έργου του Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ υποστηρίζει ότι το νέο σταλινικό καθεστώς εκκινεί από τη βίαια ακύρωση της Νέας Οικονομικής Πολιτικής, την οποία ο ίδιος αντιλαμβάνεται (όπως άλλωστε και ο Λένιν) ως ένα ιδιότυπο καθεστώς μορφών καπιταλιστικής και σοσιαλιστικής οικονομίας, μια κατάσταση «ειρηνικού πειραματισμού» με στόχο τη συνειδητή ένταξη (και όχι βίαιη υπαγωγή) των αγροτικών στρωμάτων στην υπόθεση του σοσιαλισμού, προσπάθεια που ναυαγεί και εγκαταλείπεται με την εφαρμογή του 1ου πενταετούς πλάνου.31

Ο κρατικός καπιταλισμός λοιπόν, όπως παρουσιάζεται στην ΚρΚ ερμηνεία της ΕΣΣΔ από τον Bettelheim για τη σταλινική περίοδο, δεν έχει την παραμικρή σχέση με τη Νέα Οικονομική Πολιτική ή οποιαδήποτε άλλη προηγούμενη μορφή κρατικού καπιταλισμού. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού η Νέα Οικονομική Πολιτική καταρρέει ως «θύμα» του σταλινικού κρατικού καπιταλισμού και δεν αποτελεί κάποια προκείμενή του. Το ίδιο θα πρέπει να πιστωθεί και στον Tony Cliff, ο οποίος παρουσιάζει ένα ολόκληρο πλαίσιο νομοθετημάτων, πληροφοριών και ιστορικών στοιχείων για τη σοβιετική οικονομία και αποφάσεων του κόμματος σχετικών με την πορεία του σοσιαλιστικού πειράματος, για να αναδείξει μια παρόμοια τομή που συντελείται με την κατίσχυση του Στάλιν στην ηγεσία του κόμματος.

Όπως προκύπτει από τη θεώρηση του Charles Bettelheim, ο τύπος καπιταλισμού ο οποίος εγκαθιδρύεται από το 1929 και μετά στην ΕΣΣΔ είναι ιστορικά καινοφανής. Η εξέλιξη του σοβιετικού κοινωνικού σχηματισμού τοποθετείται εκτός εμβέλειας και δυνατότητας πρόβλεψης του ιστορικά διαμορφωμένου μαρξισμού του περιόδου εκείνης. Ο σημερινός μαρξισμός οφείλει να το μελετά ως ένα sui generis ιστορικό φαινόμενο. Η ερμηνευτική και θεωρητική δύναμη του έργου του Bettelheim βρίσκεται στην επαναδιατύπωση των μαρξικών εννοιών (το κεφάλαιο, ο ορισμός των τάξεων και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η έννοια του κεφαλαιακού ανταγωνισμού) και στην αποδόμηση θεωρητικών θέσφατων όπως ο οικονομισμός (η προτεραιότητα των παραγωγικών δυνάμεων επί των παραγωγικών σχέσεων) και η μονογραμμική αντίληψη της ιστορίας (ή θεωρία των σταδίων). Μια τέτοια παρουσίαση του έργου του Bettelheim αποτελεί εγχείρημα που ξεπερνά τις προθέσεις και τη θεωρητική εμβέλεια του παρόντος άρθρου. Θα ασχοληθούμε ειδικά με ζητήματα γύρω από την ταξική θεωρία όπως αυτή διατυπώνεται μέσα από το έργο του Charles Bettelheim, ειδικά στο θέμα του ρόλου της γραφειοκρατίας.


4. Η στατική ανάγνωση της γραφειοκρατίας


Ένα βασικό επιχείρημα που χρησιμοποιείται για να αποδομηθεί η ΚρΚ ερμηνεία απορρέει από την κλασική μαρξιστική τοποθέτηση περί γραφειοκρατίας. Το ρεύμα του «σοβιετογενούς» μαρξισμού, από τους υπερασπιστές της Σοβιετικής Ένωσης μέχρι και τον ορθόδοξο τροτσκισμό (αλλά και μεγάλο μέρος των λοιπών κριτικών θεωρήσεων επί του φαινομένου της ΕΣΣΔ), ακολουθεί μια ανάλυση για τη σοβιετική γραφειοκρατία διπλά αδιέξοδη.

α) Ακολουθεί την κλασική ανάγνωση της γραφειοκρατίας, που προσιδιάζει σε μια κοινωνιολογική προσέγγιση (τουλάχιστον όταν κινείται εντός των Χεγκελιανών ορίων των πρώτων γραπτών του Μαρξ: στρώμα μακριά από την παραγωγή, με χαρακτηριστικά που υπαγορεύονται από την παρασιτική του φύση, την εισοδηματική σταθερότητα, την μη παραγωγική εργασία, τις προοπτικές ανέλιξης κλπ.), μια ανάγνωση παραδοσιακά μαρξιστική, που όμως δεν επαρκεί για να περιγράψει το τι συμβαίνει στην ΕΣΣΔ, όπου εκεί η γραφειοκρατία καθορίζει και ελέγχει μονομερώς στοιχεία της οικονομικής βάσης. Υπ’ αυτή την έννοια, η σοβιετική γραφειοκρατία αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως φαινόμενο του εποικοδομήματος.

Η παραπάνω παρατήρηση δεν συνεπάγεται ότι οι θεωρητικοί που εντάσσονται στον ευρύτερο σοβιετικό μαρξισμό αποφεύγουν να θέσουν το ερώτημα της σχέσης της γραφειοκρατίας με την παραγωγική βάση. Δεν πρόκειται για μια παράλειψη αλλά για μια σαφώς διατυπωμένη θέση. Ο Τρότσκι εντοπίζει τη σχέση της γραφειοκρατίας με την παραγωγή στην πρόσβαση στον εθνικό πλούτο λόγω της σχέσης της με το κράτος:


«Το ίδιο το γεγονός του σφετερισμού της πολιτικής εξουσίας […] δημιουργεί μια νέα και ως τώρα άγνωστη σχέση ανάμεσα στη γραφειοκρατία και τον εθνικό πλούτο. Τα μέσα παραγωγής ανήκουν στο κράτος. Αλλά το κράτος, κατά κάποιον τρόπο, “ανήκει” στη γραφειοκρατία» (Τρότσκι 2008: 343, υπογράμμιση δική μου).


Ο ρόλος της γραφειοκρατίας προσδιορίζεται με σαφήνεια και αφορά την προνομιακή (ως μονοπωλιακή) θέση της στη διαχείριση και λειτουργία του κράτους. Έτσι η γραφειοκρατία αναδύεται ως στρώμα που ελέγχει την κρατική δομή, η οποία «αποτελεί την πηγή της εξουσίας και των εισοδημάτων της» (Τρότσκι 2008: 344). Ταυτόχρονα, λόγω του γεγονότος ότι η γραφειοκρατία αποτελεί απότοκο της εμφάνισης ενός προλεταριακού κράτους, «εξακολουθεί να είναι ένα όργανο της δικτατορίας του προλεταριάτου» (Τρότσκι 2008: 344).

β) Συνδέει την εμφάνιση της γραφειοκρατίας στη Σοβιετική Ένωση, με την υπανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Πίσω στο προσφιλές μας παράδειγμα του Τρότσκι, η ύπαρξη της γραφειοκρατίας αποτελεί μια υποτροπή, ένα πολιτικό σύμπτωμα (Τρότσκι 2008). Η υλική της βάση εντοπίζεται στο επίπεδο του εισοδήματος, στην ανισότητα κατά τη διανομή του προϊόντος. Η ανισότητα στη διανομή προκύπτει από τη σπάνη προϊόντων, από τη χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας και τις υπανάπτυκτες παραγωγικές δυνάμεις. Σε πιο φιλοσταλινικές αναλύσεις, η γραφειοκρατία στην ΕΣΣΔ ερμηνεύεται ως παράγωγο της αντίφασης της (πρώιμης σοσιαλιστικής) σοβιετικής οικονομίας μεταξύ του (τυπικά) κοινωνικού χαρακτήρα της ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και της «απουσίας μιας εσωτερικά-τεχνολογικά ενιαίας διαδικασίας παραγωγής».32

Αυτή η αντίφαση στην οικονομική βάση κάνει ιστορικά αναγκαίο, παράγει το γραφειοκρατικό φαινόμενο στο πολιτικό εποικοδόμημα. Ως λύση αυτής της αντίφασης προβάλλεται, σύμφωνα με την ίδια θεώρηση, το πέρασμα στην αυτοματοποιημένη παραγωγή, σε ένα ανώτερο επίπεδο παραγωγικών δυνάμεων, όπου τη θέση της γραφειοκρατίας παίρνει ο ίδιος ο εργαζόμενος, υπάγοντας όλη την παραγωγική διαδικασία υπό τον έλεγχό του (και θέτοντας τον εαυτό του εκτός αυτής).33

Ιδωμένη στον ίδιο το σοβιετικό σχηματισμό, η ύπαρξη μιας γιγαντιαίας γραφειοκρατίας στην ΕΣΣΔ, όταν δεν χρεώνεται στον υπανάπτυκτο χαρακτήρα της σοβιετικής οικονομίας, αποδίδεται σε επιλογές του ίδιου του μπολσεβίκικου κόμματος (και του Λένιν, αν και ο ίδιος έδειξε ιδιαίτερα προβληματισμένος για το φαινόμενο στα τελευταία κείμενα πριν το θάνατό του). Οι ανάγκες για σταθεροποίηση και ανάκαμψη της οικονομίας του νεοσύστατου σοβιετικού κράτους γεννούν μια τάση υπερσυγκεντροποίησης της παραγωγής με ταυτόχρονη μαζικοποίηση γραφειοκρατικών στρωμάτων, τάση που πολλαπλασιάζεται μετά τη μεγάλη στροφή του 1929 και την έναρξη του 1ου πενταετούς πλάνου.

Η αντικατάσταση των σοβιέτ ως θεσμών αυτοοργάνωσης των εργαζομένων από έναν «κεντρικό σχεδιασμό από τα πάνω» καθιστά την ύπαρξή μιας πολυπληθούς γραφειοκρατίας απαραίτητη, τόσο στο επίπεδο των λειτουργιών τους κράτους όσο και στην οργάνωση της παραγωγής καθ’ εαυτή. Τις πρώτες αναλαμβάνουν οι κρατικοί λειτουργοί (με όλη την ανομοιογένεια που περιέχει αυτό το στρώμα, καθώς μεγάλο μέρος του κρατικού μηχανισμού είναι γενικά παθητικό, διεκπεραιωτικό, «γραφειοκρατικό» με την κλασική έννοια του όρου), τη δεύτερη τα διευθυντικά στελέχη (με ανάλογες ανομοιογένειες στο εσωτερικό τους).

Η υστέρηση της Σοβιετικής Ένωσης σε επίπεδο παραγωγικών δυνάμεων, παραγωγικότητας της εργασίας ή ωριμότητας του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής (Πατέλης, Δαφέρμος, Παυλίδης1995) χαρακτηρίζει λοιπόν το σοβιετικό σχηματισμό και αποτελεί τη «μήτρα» όλων των φαινομένων του πολιτικοκοινωνικού εποικοδομήματος. Σε μια χώρα που δεν έχει ολοκληρωθεί η μετάβαση στον κομμουνισμό (που ισοδυναμεί με μετάβαση σε ένα καθεστώς πλήρους απελευθέρωσης των παραγωγικών δυνάμεων), ο Στάλιν υποστηρίζει ότι είναι αναγκαία η ύπαρξη μιας γραφειοκρατίας ως οργανικού μέρους του εργατικού κράτους και άρα στο πλευρό της εργατικής τάξης (απουσία άλλων τάξεων πέρα από την εργατική και την αγροτική), ενώ ο Τρότσκι θεωρεί την ύπαρξή της επίσης αναπόφευκτη, καθώς σε μια μεταβατική κοινωνία από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, αποκτά βαρύνουσα σημασία η θέση των ανθρώπων στη σφαίρα της διανομής.

Ως αίτιο εντοπίζεται πάλι η υπανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και ως αποτέλεσμα αυτού η διαμόρφωση ενός γραφειοκρατικού στρώματος. Η γραφειοκρατία γίνεται αντιληπτή με την κλασική έννοια του όρου, δηλαδή ως ένα φαινόμενο εκτός παραγωγής: α) ως ένα στρώμα και όχι μια τάξη (καθώς αυτό θα προϋπέθετε σαφή και καθορισμένο ρόλο της γραφειοκρατίας στην παραγωγή), β) ως οργανικό μέρος της διοικητικής λειτουργίας του κράτους και συνεπώς γ) ως στρώμα ανήκον στο πολιτικό εποικοδόμημα.


5. Επαναδιατυπώντας μια μαρξιστική θεώρηση των τάξεων


Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής ορίζεται ως η ειδική ιστορικά μορφή που παίρνει η σχέση μεταξύ του ανθρώπου της εργασίας και των μέσων της εργασίας (Μαρξ 1998: 46). Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, σύμφωνα με τον Μαρξ, η σχέση αυτή παίρνει τη μορφή ενός απόλυτου χωρισμού: Η εργασία στον καπιταλισμό παρουσιάζεται σαν «η απόλυτη ένδεια: η ένδεια όχι σαν έλλειψη, αλλά σαν απόλυτος αποκλεισμός του υλικού πλούτου» (Μαρξ 1990: 217). «Τοποθετεί (ενν. η εργασία) τον εαυτό της αντικειμενικά, τοποθετεί όμως αυτή την αντικειμενικότητά της σαν δική της ανυπαρξία, δηλαδή σαν το Είναι του δικού της Μη-είναι, το Είναι του κεφαλαίου» (Μαρξ 1990: 344). Το σχήμα αυτό του διαχωρισμού της εργασίας από τα μέσα παραγωγής ως ίδιον του καπιταλισμού μας οδηγεί σε δύο συμπεράσματα.

α) Ο διαχωρισμός αυτός δεν αποτελεί μια απλή πράξη απόσπασης του εργάτη από τα μέσα παραγωγής αλλά μια πολύπλοκη διαδικασία: Έχουμε εδώ έναν διαχωρισμό ο οποίος πρέπει να διατηρείται, να αναπαράγεται, όχι να απομακρύνει τον εργάτη από τα μέσα παραγωγής αλλά ταυτόχρονα να τον υπάγει σε αυτά. Όσο η εργασία υποτάσσεται και ενσωματώνεται στην παραγωγική διαδικασία υπό αυτό το σχήμα διαχωρισμού/ κυριαρχίας από τα μέσα παραγωγής και τελικά υπαγωγής της σε αυτά, επιτελείται ο στόχος της καπιταλιστικής παραγωγής, που είναι η παραγωγή αξίας, υπεραξίας και η μετατροπή της σε κεφάλαιο, δηλαδή η μετατροπή της σε επιπλέον διαχωρισμό, κυριαρχία και υπαγωγή της εργασίας στα μέσα παραγωγής (Chattopadhyay 1994). Αυτό αποτελεί και τη βάση για τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου ως λειτουργίας της καπιταλιστικής παραγωγής στο ανώτερο δυνατό οργανικό επίπεδο.

β) Το σχήμα αυτό του Μαρξ, αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές θεωρητικές συνεισφορές του για την κατανόηση του καπιταλισμού, αν και σε ένα υψηλό επίπεδο αφαίρεσης, αφού προσφέρει τα εργαλεία για την εξαγωγή των βασικών κατηγοριών του καπιταλισμού. Πρόκειται με άλλα λόγια για τη μήτρα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, από την οποία μπορεί να εκκινήσει μια θεωρία για τις τάξεις στον καπιταλισμό, τον ορισμό της εργατικής τάξης και της τάξης των καπιταλιστών. Ας σημειωθεί ότι οι δύο αυτές κοινωνικές τάξεις δεν είναι αποτέλεσμα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, αλλά φορείς αυτών, είναι οι κοινωνικές ομάδες που προσωποποιούν το αποτέλεσμα του παραπάνω διαχωρισμού που ο Μαρξ περιγράφει.

Η (καπιταλιστική) σχέση παραγωγής, ως οικονομική σχέση, συντίθεται από τρεις συνθέτουσες οικονομικές σχέσεις με βάση τις οποίες θα ορίσουμε αμέσως μετά τις δύο (ανταγωνιστικές) τάξεις:34

- Η νομή των μέσων παραγωγής ορίζεται ως η ικανότητα χειρισμού τους, η διαδικασία με την οποία «τίθενται σε κίνηση» τα μέσα παραγωγής.

- Η κατοχή συνίσταται στην εξουσία επί των αντικειμένων της παραγωγικής διαδικασίας (διεύθυνση-έλεγχος αυτών), καθώς και επί των αποτελεσμάτων αυτής, η άσκηση ελέγχου (οικειοποίηση) επί του παραγόμενου προϊόντος.

- Επιπλέον, η κλασική ανάλυση για τις παραπάνω συνθέτουσες την καπιταλιστική σχέση σχέσεις περιλαμβάνει την κυριότητα. Η κυριότητα μπορεί να χρησιμοποιηθεί με δύο διαφορετικές έννοιες:

α) Η νομική κυριότητα, αν και σε μεγάλο τμήμα της ιστορίας του καπιταλισμού (κυρίως πριν τον 20ό αιώνα), ταυτίζεται με λειτουργίες ταυτόχρονης εξουσίας επί της διαδικασίας παραγωγής και ιδιοποίησης του αποτελέσματος της παραγωγικής διαδικασίας, εντούτοις είναι κάτι σαφώς διαχωρισμένο από αυτήν, υπό την έννοια ότι αποτελεί μια νομική και όχι μια de facto οικονομική σχέση. Όταν η νομική κυριότητα εμφανίζεται ως πραγματική οικονομική κυριότητα, 35 έχουμε την περίπτωση σύμπτωσης/ομολογίας της (νομικής) σχέσης κυριότητας με τη σχέση κατοχής, με την πρώτη να καθίσταται πια μια πραγματική οικονομική σχέση (Οικονομάκης 1998: 148). Η έννοια της κατοχής λοιπόν είναι η μόνη χρήσιμη έννοια σε αυτή την περίπτωση και η νομική κυριότητα δεν προσφέρει κάτι ουσιαστικό στην ανάλυση.

β) Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή στην οποία η νομική κυριότητα δεν συνεπάγεται πλήρη εξουσία επί της παραγωγικής διαδικασίας. Ομάδες εντός της παραγωγής αναλαμβάνουν είτε την άσκηση εξουσίας επί της παραγωγικής διαδικασίας (την οργάνωση της παραγωγής), είτε δύνανται να ελέγξουν τα αποτελέσματα της παραγωγικής διαδικασίας. Πρόκειται για την περίπτωση μη ομολογίας κυριότητας και κατοχής. Η (νομική) κυριότητα καθίσταται μια «περιττή οικονομικά σχέση […], δηλαδή μια σχέση που δεν είναι οικονομική, […], επιπλέον δεν λειτουργεί ως οικονομική σχέση στο πλαίσιο του Καπιταλιστικού Τρόπου Παραγωγής» (Οικονομάκης 1998: 149). Η νομική κυριότητα σε αυτή την περίπτωση ενέχει εισοδηματικά αποτελέσματα, τα οποία όμως δεν αποτελούν δομικά στοιχεία της παραγωγικής διαδικασίας, αλλά δείχνουν να εμφανίζονται στο επίπεδο της διανομής.

Συνοψίζοντας τα συμπεράσματα της παραπάνω θεώρησης των τάξεων, σε ένα αφαιρετικό επίπεδο, η χρήση των μέσων παραγωγής και η πραγματική κατοχή τους, με τη διευρυμένη έννοια του όρου «κατοχή», δηλαδή νοούμενη είτε ως εξουσία/έλεγχος είτε (επί) της παραγωγικής διαδικασίας είτε (επί) των αποτελεσμάτων της, αποτελούν τις συνιστώσες της καπιταλιστικής οικονομικής σχέσης. Η Σοβιετική Ένωση αποτελεί αυτή ακριβώς την ιστορικά καινοφανή εκδοχή καπιταλισμού στην οποία κυρίαρχο ρόλο παίζει το κεφάλαιο ως λειτουργία, δηλαδή η κατοχή των μέσων παραγωγής ιδωμένη ως έλεγχος της παραγωγικής διαδικασίας, η οργάνωσή της και η διεύθυνσή της, ενώ, λόγω των ειδικών ιστορικών συνθηκών που προηγούνται (νομική κατάργηση της ατομικής καπιταλιστικής ιδιοκτησίας), η κυριότητα των μέσων παραγωγής ανήκει στο συλλογικό κεφαλαιοκράτη και άρα έχει δευτερεύοντα ρόλο στην ύπαρξη, διατήρηση και αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων.

Η τάξη των εργατών (ο συλλογικός εργάτης) ενσαρκώνει (αποτελεί φορέα αυτής) την ειδικά καπιταλιστική σχέση της χρήσης των μέσων παραγωγής με ταυτόχρονη αποστέρηση της με οποιαδήποτε μορφή κατοχής των μέσων αυτών. Ο συνδυασμός χρήσηςκαι μη-κατοχής δεν είναι παρά ο κύκλος «διαχωρισμού, κυριαρχίας, υπαγωγής». Η χρήση ιδωμένη αυτοτελώς (και όχι συμπληρωματικά με τη μη-κατοχή), δηλαδή μη μαρξιστικά, είναι μια τεχνική περιγραφή επί της παραγωγικής διαδικασίας. Στη μαρξιστική της όμως εκδοχή, η χρήση ως έννοια συνοψίζει την υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο σε συνθήκες κυριαρχίας αυτής από το κεφάλαιο, σε συνθήκες πλήρους διαχωρισμού των φορέων της (εργάτες) από τα μέσα παραγωγής.

Η τάξη των καπιταλιστών ενσαρκώνει τη σχέση κατοχής (πραγματικής οικονομικής κυριότητας) και των λειτουργιών που συνεπάγεται η σχέση αυτή. Έτσι, την τάξη των καπιταλιστών, το κεφαλαίο «ως κοινωνική σχέση», προσωποποιείται σε κάθε ομάδα ή στρώμα που με οργανωμένο τρόπο εξασφαλίζει κάποια από τις λειτουργίες που εμπεριέχονται στον όρο «κατοχή».

Είναι σαφές από τον παραπάνω ισχυρισμό ότι αν κάποια κοινωνική ομάδα αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου, συνειδητά, οργανωμένα και αποκλειστικά λειτουργίες εξουσίας, διεύθυνσης, οργάνωσης και αναπαραγωγής της παραγωγικής διαδικασίας, δηλαδή αν αυτή η ομάδα θεμελιώνει εκ των πραγμάτων (θέσει και όχι με νομική κατοχύρωση) σχέσεις κατοχής, αυτή η κοινωνική ομάδα αποτελεί μέρος της τάξης των καπιταλιστών. Όπως επισημαίνει ο ίδιος ο Μαρξ:


«ο απλός διευθυντής που δεν κατέχει υπό κανένα τίτλο το κεφάλαιο, ούτε δανεικό ούτε με άλλο τρόπο, εκπληρώνει όλες τις πραγματικές λειτουργίες που υπάγονται στον ενεργό κεφαλαιοκράτη σαν τέτοιο – έτσι παραμένει μόνο ο λειτουργός και εξαφανίζεται ο κεφαλαιοκράτης από το προτσές της παραγωγής σαν περιττό πρόσωπο» (Μαρξ 1978: 490).


Η κατοχή υφίσταται ως κατηγορία μόνο στο βαθμό που υπάρχει η μη-κατοχή (χρήση) και όχι ανεξάρτητα από αυτή. Χωρίς την πλήρη αποστέρηση και διαχωρισμό των εργατών από κάθε ουσιαστικό έλεγχο της παραγωγικής διαδικασίας, χωρίς μια κοινωνική ομάδα, την εργατική τάξη, που να υλοποιεί έναν παραγωγικό ρόλο προσωποποιώντας ταυτόχρονα μια σχέση μη-κατοχής με τα μέσα παραγωγής, δεν μπορεί να νοείται κατοχή. Η συλλογική νομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής από μια κρατική οντότητα, φαινόμενο που εμφανίζεται και σε προκαπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς, δεν συνιστά λοιπόν κοινωνικοποιημένη κατοχή των μέσων παραγωγής και δεν ισοδυναμεί με κατάργηση των ταξικών αντιθέσεων. Μπορεί απλά να αποτελεί ένα μετασχηματισμό τους.

Αυτό που οδηγεί στον πυρήνα του ερωτήματος περί της φύσης του καθεστώτος της ΕΣΣΔ είναι η κατανόηση της συγκεκριμένης μορφής ελέγχου και διεύθυνσης των παραγωγικών μέσων, «το συγκεκριμένο, δηλαδή, οικονομικό περιεχόμενο της κρατικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής» (Μηλιός 1990).


6. Από τη θεωρία των τάξεων

στην ερμηνεία του σοβιετικού κοινωνικού σχηματισμού


Η ΚρΚ ερμηνεία του Charles Bettelheim δεν αρνείται το γενικό ορισμό της γραφειοκρατίας ως στρώματος, ως οργανικού μέρους της λειτουργίας ενός κράτους, στο πλαίσιο του δυτικού καπιταλισμού. Στο σοβιετικό σύστημα όμως, ο Bettelheim εντοπίζει έναν ποιοτικά διαφορετικό ρόλο της γραφειοκρατίας, σε μια ανάλυση που διαφέρει μεθοδολογικά από τις παραδοσιακές προσεγγίσεις του γραφειοκρατικού φαινομένου σε δύο βασικά σημεία:

α) Δεν συνδέει με κανέναν τρόπο την ύπαρξη γραφειοκρατικών στρωμάτων με την υπανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, απεναντίας παραμένει συνεπής στη βασική αρχή του Λένιν ότι η ύπαρξη του κράτους αποτελεί «προϊόν και εκδήλωση των ανειρήνευτων ταξικών αντιθέσεων» (Λένιν 2005: 13).

β) Θεωρεί ότι η θέση της γραφειοκρατίας (τόσο στον κεντρικό σχεδιασμό όσο και στον έλεγχο της παραγωγικής διαδικασίας) δεν εντοπίζεται, στην περίπτωση της ΕΣΣΔ, στη σφαίρα της διανομής αλλά στη σφαίρα της παραγωγής. Η ανάδυση της σοβιετικής γραφειοκρατίας παραπέμπει κατά τον Bettelheim απευθείας σε ταξικές σχέσεις που εντοπίζονται στην οικονομική σφαίρα, είτε με τη μορφή της οργάνωσης και ελέγχου της παραγωγής σε επίπεδο παραγωγικής μονάδας (διευθυντική γραφειοκρατία) είτε με τη μορφή κρατικών λειτουργών οι οποίοι αποφασίζουν τις παραμέτρους του κεντρικού σχεδιασμού.

Σύμφωνα με το απόσπασμα του Μαρξ που παραθέσαμε πιο πάνω (1978: 490), το κεφάλαιο μπορεί να εμφανιστεί με διάφορες μορφές, που όλες να αποτελούν εμφανίσεις του πραγματικού του περιεχομένου (αυτοαξιοποιούμενη αξία). Ιστορικά, το κεφάλαιο εμφανίζεται ως απόθεμα που εξουσιάζει εργασία μετατρέποντάς την βαθμιαία σε μισθωτή εργασία∙ συνεχίζει μέσω της μορφής της προσωποπαγούς καπιταλιστικής επιχείρησης, δηλαδή με τη μορφή του ατομικού καπιταλιστή ως φορέα του κεφαλαίου∙ ακολουθεί ο σχηματισμός μετοχικών εταιριών, στον οποίο αντί του ατομικού καπιταλιστή εμφανίζονται ομάδες «συνεταιρισμένων» κεφαλαιούχων, με ταυτόχρονη παραχώρηση της διαχείρισης αφενός σε διευθυντικά στρώματα, αφετέρου σε περισσότερο ή λιγότερο «αυτόνομα» διοικητικά συμβούλια:


«Στις μετοχικές εταιρίες η λειτουργία είναι χωρισμένη από την ιδιοκτησία του κεφαλαίου, επομένως και η εργασία είναι εντελώς χωρισμένη από την ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και στην υπερεργασία. Αυτό είναι αποτέλεσμα της ανώτατης ανάπτυξης της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, αναγκαίο σημείο περάσματος για την ξαναμετατροπή του κεφαλαίου σε ιδιοκτησία των παραγωγών, όχι όμως πια σαν ατομική ιδιοκτησία ξεχωριστών παραγωγών, αλλά σαν ιδιοκτησία συνεταιρισμένων παραγωγών, σαν άμεσα κοινωνική ιδιοκτησία. Είναι από την άλλη, σημείο περάσματος για τη μετατροπή όλων των λειτουργιών στο προτσές αναπαραγωγής, που συνδέονται ακόμα ως τώρα με την ιδιοκτησία του κεφαλαίου, σε απλές λειτουργίες των συνεταιρισμένων παραγωγών, σε κοινωνικές λειτουργίες» (Μαρξ 1978: 551).


Έτσι λοιπόν, η σοβιετική γραφειοκρατία συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία και αναπαραγωγή καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στο σοβιετικό σχηματισμό και συνεπώς ο ισχυρισμός ότι ένα τέτοιο στρώμα σε μια οικονομία με συλλογική (κρατική) ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής συγκροτείται ως τάξη τίθεται τώρα σε μια νέα βάση. Ας σημειωθεί ότι τόσο η υπόσταση του κεφαλαίου «ως ιδιοκτησίας» όσο και του κεφαλαίου «ως λειτουργίας» μοιάζει να απαντάται στον σοβιετικό σχηματισμό μέσω διακριτών φορέων που πραγματώνουν αυτές τις δύο λειτουργίες.

Χωρίς να επεκταθούμε στο ζήτημα, ας σχολιάσουμε απλά ότι η αντίθεση μεταξύ μερίδων της «κρατικής» και «διευθυντικής» γραφειοκρατίας (που κατά τη γνώμη μας αντιστοιχεί στην παραπάνω αντίθεση μεταξύ των δύο μορφών εμφάνισης του κεφαλαίου ως κοινωνικής σχέσης) αποτελεί φαινόμενο που επισημαίνεται (ανεξάρτητα από την ερμηνεία που δίνεται σε αυτό) από πολλούς και ετερόκλητους μαρξιστές.

Πρόκειται για την ίδια αντίθεση που ο Ernest Mandel επισημαίνει αναφερόμενος σε «διαμάχες μεταξύ “πολιτικής” και “τεχνοκρατικής” πτέρυγας της γραφειοκρατίας, μεταξύ αρχών του κεντρικού σχεδιασμού και διευθυντών επιχειρήσεων» (Μαντέλ 1994: 53)∙ ο Περ. Παυλίδης όταν αναφέρεται σε δύο διακριτές τάσεις στη σοβιετική κοινωνία, αφενός της «διεύρυνσης της κρατικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και της ενίσχυσης του συγκεντρωτικού τρόπου διαχείρισής τους», αφετέρου της «ενίσχυσης της αυτονομίας των παραγωγικών μονάδων και της ανάπτυξης των εμπορευματικών-χρηματικών σχέσεων μεταξύ τους» (Παυλίδης 2001: 85)∙ο Μ. Δαφέρμος στην παρουσίαση της πορείας των οικονομικών ιδεών στη Σοβιετική Ένωση, όπου εξηγεί το πώς η διαμάχη μεταξύ «πλανομέρνικων» και των «τοβάρνικων» στο επίπεδο της οικονομικής επιστήμης εκφράζει τις αντιφάσεις στο επίπεδο της σοβιετικής οικονομίας (Δαφέρμος 1990). Πρόκειται για ένα δυισμό εντός της σοβιετικής γραφειοκρατίας ο οποίος όχι μόνο εντοπίζεται από κάθε σοβαρό μελετητή του σοβιετικού φαινομένου, αλλά και εν πολλοίς θεωρείται ένα κλειδί για την ερμηνεία της φύσης της ΕΣΣΔ.

Στη βάση των παραπάνω, μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι στη Σοβιετική Ένωση αναδύεται μια ιστορικά πρωτότυπη μορφή καπιταλισμού, μια παραλλαγή του, στην οποία, λόγω των αποτελεσμάτων της ταξικής πάλης (μέσω μιας βίαιης πολιτικής επανάστασης το 1917 που τη διαδέχεται μια «σιωπηρή» υποχώρηση της επαναστατικής διαδικασίας και της αδυναμίας της να προχωρήσει μέχρι την πλήρη επαναστατικοποίηση των παραγωγικών και κοινωνικών, πολιτικών και ιδεολογικών σχέσεων), «έχει αναιρεθεί ως ένα βαθμό ένα από τα δομικά στοιχεία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής: η ατομική ιδιοποίηση του υπερπροϊόντος από το μεμονωμένο κεφαλαιοκράτη» (Μηλιός 1990).

Η ατομική ιδιοποίηση του υπερπροϊόντος λαμβάνει χώρα πράγματι στο επίπεδο της μεμονωμένης παραγωγικής μονάδας, στη βάση της ύπαρξης μέσα στα μεμονωμένα εργοστάσια καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Ταυτόχρονα, πάνω στην ατομική ιδιοποίηση στο επίπεδο της μεμονωμένης παραγωγικής μονάδας, εγκαθιδρύεται μια μορφή συλλογικής ιδιοποίησης από το κράτος (Μηλιός 1990).

Αυτή η μορφή συλλογικής ιδιοποίησης, ενώ εκ πρώτης όψεως δείχνει να επιτελείται «κατόπιν» της παραγωγικής διαδικασίας, μετά από αυτήν, δηλαδή στο επίπεδο της διανομής ή με τη μορφή απόσπασης φόρου σε είδος, εντούτοις αποτελεί μέρος της παραγωγικής διαδικασίας, διότι δεν είναι παρά μια φάση, ένας κρίκος της διαδικασίας ελέγχου της παραγωγικής διαδικασίας, καθορισμού των παραμέτρων της και ιδιοποίησης των αποτελεσμάτων της, σύμφωνα με ένα προκαθορισμένο πλάνο κεντρικού σχεδιασμού. Η σοβιετική κρατική γραφειοκρατία, ακριβώς λόγω του ρόλου της ως του πραγματικού οργανωτή της παραγωγής,


«αποκτά το χαρακτήρα μιας νέας (ως προς την κλασική κεφαλαιοκρατία που εκτοπίζεται από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής) κυρίαρχης τάξης. Παράλληλα, βέβαια, η δευτερεύουσα πλευρά των σχέσεων ιδιοκτησίας, η κατοχή των μέσων παραγωγής, δηλαδή η διεύθυνση της καθαυτό εργασιακής διαδικασίας εξακολουθεί να παραμένει κατά κύριο λόγο στα χέρια των διευθυντών της κάθε επιχείρησης» (Μηλιός 1990).


Η παραγωγή εκτελείται σύμφωνα με τους όρους που ο κρατικός σχεδιασμός επιβάλλει, σε όλα ανεξαιρέτως τα επίπεδα και τις όψεις της παραγωγικής δραστηριότητας.

Βασισμένη σε μια νομοθεσία και ένα σύνολο κανόνων που εξασφαλίζουν τη συλλογική αυτή ιδιοποίηση του υπερπροϊόντος, η Σοβιετική Ένωση ομοιάζει με έναν «εξαναγκασμένο»36 καπιταλισμό, καθώς η κατίσχυση του κεντρικού σχεδιασμού πάνω στη σοβιετική παραγωγική βάση αποτελεί μια εξωοικονομική συνθήκη. Πρόκειται για μια εκδοχή καπιταλισμού η οποία, ακριβώς επειδή προϋποθέτει την «απενεργοποίηση» του μηχανισμού της αγοράς και του κεφαλαιακού ανταγωνισμού και την υποκατάστασή τους από το κεντρικό κρατικό σχεδιασμό, στηρίζεται στην αναίρεση της βασικής οικονομικής αναπαραγωγικής συνθήκης του καπιταλισμού, της ενδογενούς ρύθμισης του καπιταλιστικού συστήματος και της ενοποίησης όλων των στοιχείων της οικονομικής δραστηριότητας μέσω του «αυτόματου» μηχανισμού της αγοράς, και στην αντικατάστασή της από μια «από τα πάνω» ρύθμιση, που επιδρά στο σύστημα εξωγενώς και σύμφωνα με τις αποφάσεις ενός υποκειμένου, της κρατικής άρχουσας τάξης.

Η ιδιοκτησία και ο έλεγχος των μέσων παραγωγής δεν επιτελείται ατομικά αλλά συλλογικά. Η συλλογική κυριότητα των μέσων παραγωγής δεν ταυτίζεται εδώ με την κοινωνική κυριότητα. Στην πραγματικότητα απέχει από τη δεύτερη όσο και η ατομική κυριότητα. Τόσο η συλλογική κυριότητα (από μια διακριτή ομάδα φορέων) όσο και η ατομική κυριότητα (από ατομικούς φορείς) των μέσων παραγωγής παραπέμπουν σε ταξικές σχέσεις και διαφέρουν το ίδιο από την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής. Σε αντίθεση λοιπόν με τον παραδοσιακό καπιταλισμό, όπου το οικονομικό επίπεδο είναι τόσο το καθοριστικό σε τελευταία ανάλυση όσο και το κυρίαρχο, στη Σοβιετική Ένωση ερχόμαστε αντιμέτωποι με έναν καπιταλισμό όπου κυρίαρχο ρόλο για τη λειτουργία του και την αναπαραγωγή του κατέχει το πολιτικό επίπεδο.37

Οι ταξικές σχέσεις όπως αυτές διαμορφώνονται στο σοβιετικό κοινωνικό σχηματισμό, στη βάση της παραδοχής της ύπαρξης μιας ιδιαίτερης μορφής κρατικής αστικής τάξης, η ερμηνεία και η δυναμική τους, αποτελούν την πρώτη ύλη για μια δυεισδυτικότερη ανάλυση του σοβιετικού φαινομένου. Η κύρια αντίθεση, αυτή της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης από την κρατική αστική τάξη με μηχανισμούς μη αγοραίους, και η δευτερεύουσα αντίθεση, αυτή της ηγεμόνευσης των διευθυντών των σοβιετικών παραγωγικών μονάδων από τον σκληρό πυρήνα της κομματικής κρατικής αστικής τάξης, μέσω των μηχανισμών σχεδιοποίησης της οικονομίας, αποτελούν τα κλειδιά για μια ανατομία της λειτουργίας του σοβιετικού κρατικού καπιταλισμού. Η σχεδιοποίηση αποτελεί μηχανισμό υποκατάστασης του κεφαλαιακού ανταγωνισμού, ο οποίος αφαιρεί από τα διευθυντικά στρώματα τη δυνατότητα πρωτοβουλιών και ενεργητικών παρεμβάσεων στο επίπεδο της διευρυμένης αναπαραγωγής του συστήματος. Τα διευθυντικά στρώματα αναπαράγουν τις καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις στο πεδίο της παραγωγής, είναι παροπλισμένα όμως στο πεδίο της συνολικής οργάνωσης της οικονομίας.

Οι απόπειρες ερμηνείας της έκβασης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ, της αποτίμησής της, όπως και άλλες ιστορικές διαμάχες στους κόλπους των κομμουνιστικών κομμάτων, όπως η διάσπαση της Β΄ Διεθνούς, τα κινήματα της δεκαετίας του 1960, η εγκατάλειψη του σταλινισμού προς επαναστατική ή ρεφορμιστική κατεύθυνση, όπως αυτή αποτυπώθηκε με την εμφάνιση του ευρωκομμουνισμού τη δεκαετία του 1970, ποτέ δεν υπήρξαν αμιγώς θεωρητικές. Το πολιτικό ερώτημα της «επαναστατικής ή ρεφορμιστικής» προοπτικής χρωμάτιζε πάντα κάθε θεωρητικό ισχυρισμό εντός του μαρξιστικού θεωρητικού σώματος. Ο Χ. Κεφαλής με το σχόλιό του:


«αν αφαιρέσουμε την ακατάλληλα, μη μαρξιστική επένδυση για τη γραφειοκρατία, ποιο είναι το πραγματικό περιεχόμενο του κρατικού καπιταλισμού; Είναι μια διαβεβαίωση ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση δεν πέρασε στη σοσιαλιστική οικοδόμηση, ότι δεν μπόρεσε να πάει πέρα από το αστικό της στάδιο» (Κεφαλής 2013: 381)


εισάγει στο θεωρητικό του επιχείρημα έναν πολιτικό ισχυρισμό, κρίνοντας την ΚρΚ ερμηνεία από πλευράς «αρχής». Ουσιαστικά θέτει ένα κεντρικό πολιτικοθεωρητικό ερώτημα: το κατά πόσον μια θεωρία, όπως η ΚρΚ ερμηνεία της ΕΣΣΔ, η οποία δείχνει να αγγίζει τα όρια της απονομιμοποίησης του σοβιετικού εγχειρήματος, μπορεί να κριθεί (και) με βάση τις (υποτιθεμένες) πολιτικές της προεκτάσεις. Η σχέση πολιτικής τοποθέτησης και παραγωγής «αντικειμενικών» επιστημονικών πορισμάτων είναι ένα θέμα που υπερβαίνει το παρόν κείμενο, όμως αντί επιλόγου θα πρέπει να γίνει μια επεξήγηση.

Πολλές από τις προσεγγίσεις που επιχειρούν μια κριτική ερμηνεία στην τελική έκβαση του σοβιετικού σχηματισμού φτάνουν στο όριο της γενικής ιστορικής απονομιμοποίησης του σοβιετικού εγχειρήματος. Τυπικό παράδειγμα οι James Burnham και Bruno Rizzi, οι οποίοι ερμηνεύοντας την ΕΣΣΔ ως νέου τύπου τρόπο παραγωγής που εμφανίζεται στην αλληλουχία των σταδίων της ανθρωπότητας μετά τον καπιταλισμό και πριν τον κομμουνισμό, έμμεσα υποβιβάζουν τη σημασία της Οκτωβριανής Επανάστασης σε μια διαδικασία «καταδικασμένη» να αποτύχει, διότι το επόμενο στάδιο της ανθρωπότητας είναι αναπόδραστα ένα νέο εκμεταλλευτικό σύστημα και όχι ο κομμουνισμός.

Η ΚρΚ ερμηνεία της ΕΣΣΔ όπως εκφράζεται μέσα από το έργο του ύστερου Bettelheim δεν αναιρεί το γενικό προοδευτικό και ιστορικά έγκυρο χαρακτήρα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Αντιθέτως, έρχεται σε πλήρη θεωρητική ρήξη με τον οικονομισμό, με την αποθέωση του ρόλου των παραγωγικών δυνάμεων, θέτοντας σε πρώτο πλάνο το ρόλο του πολιτικού επιπέδου ως το κλειδί για την κατανόηση της εξέλιξης του σοβιετικού κοινωνικού σχηματισμού. Έτσι, για τον Bettelheim, με το πολιτικό επίπεδο να είναι κυρίαρχο κατά τη διαδικασία μετάβασης στο σοσιαλισμό (ή επιστροφής στον καπιταλισμό), δεν υπάρχει «επανάσταση καταδικασμένη να αποτύχει», καθώς το αποτέλεσμά της δεν είναι παρά το αποτέλεσμα μιας πολιτικής διελκυστίνδας μεταξύ των δυνάμεων «της αδράνειας», της οπισθοχώρησης, της παράδοσης στο καπιταλιστικό αυθόρμητο και της επαναστατικοποίησης των παραγωγικών σχέσεων.

Η απονομιμοποίηση, σε θεωρητικό επίπεδο, του σοβιετικού εγχειρήματος γεννιέται μέσα στο πλαίσιο ενός «υπερβάλλοντος» οικονομισμού που οι περισσότερες προσεγγίσεις επιλέγουν. Αν κανείς λοιπόν βασιστεί στον οικονομισμό της 3ης ή της 4ης Διεθνούς (αναφέρομαι στα ρεύματα που είτε υπερασπίζονται το σοσιαλιστικό χαρακτήρα της ΕΣΣΔ – παραδοσιακά σταλινικά – είτε ασκούν κριτική από τις θεωρητικές επάλξεις του τροτσκισμού – ορθόδοξου και μη) θα πρέπει να παραδεχθεί ότι ο δυτικός καπιταλισμός ποτέ δεν έχασε την πρωτοκαθεδρία των παραγωγικών δυνάμεων και ποτέ δεν αμφισβητήθηκε η υπεροχή του στην υπόθεση της επαναστατικοποίησής τους. Η παραγωγικότητα στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού ποτέ δεν κινήθηκε σταθερά σε επίπεδο ανώτερο αυτού των δυτικών ανταγωνιστών και ποτέ στην ΕΣΣΔ δεν επετεύχθη «μια παραγωγικότητα τουλάχιστον ίση με του πρωτοπόρου καπιταλισμού» (Κεφαλής 2013: 382).

Αν και σε πολιτικό επίπεδο η επαναστατική κατεύθυνση μιας θεωρητικής προσπάθειας αποτελεί εν πολλοίς μια «αρχική ιδεολογική συνθήκη», στο επίπεδο της θεωρίας καθ’ εαυτής οι οικονομίστικες αγκυλώσεις, οι εμμονές του παραδοσιακού σοβιετικού μαρξισμού στην πρωτοκαθεδρία των παραγωγικών δυνάμεων και τη μονογραμμικότητα της ιστορίας, η ταύτιση του σοσιαλισμού με «ρυθμούς παραγωγικότητας» και «υπέρτερης τεχνολογικής βάσης», όλα αυτά αποτελούν μια πηγή ιστορικής απαισιοδοξίας και απαξίας της μεγάλης σοσιαλιστικής επανάστασης του 20ού αιώνα. Αντίθετα, η ερμηνεία του Charles Bettelheim για το σοβιετικό κοινωνικό σχηματισμό, εκτός του ότι είναι κατά τη γνώμη μου πιο συνεκτική, διατυπώνεται εξ ολοκλήρου εκτός του πεδίου του οικονομισμού του σοβιετικού μαρξισμού, προσπαθώντας να ερμηνεύσει την ιστορία όχι ως ένα τεχνολογικό προτσές, ως μάχη για την παραγωγικότητα, αλλά ως αυτό που ο ίδιος ο Μαρξ διακήρυξε: ως το αποτέλεσμα της πάλης των τάξεων.



Βιβλιογραφία



Ελληνική


Βαλλιάνος, Χρ., 1983, Για την έννοια της Επιστημονικής-Τεχνικής Επανάστασης. Θέσεις, τ. 3, 1983. http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&view=article&id=50

Burnham J., χ.χρ., Η επανάσταση των διευθυντών, Αθήνα: Κάλβος.

Godelier, M., 1987, Η θεωρία της μετάβασης στον Μαρξ, Αθήνα: Κοινωνιολογική Βιβλιοθήκη.

Δαφέρμος, Μ., 1990, Σχεδιασμός και αγορά: Εξέλιξη των απόψεων στην ΕΣΣΔ, Διαλεκτική, τ. 4: 47-65, http://www.ilhs.tuc.gr/gr/Sxediasmoskaiagora.htm

Δημούλης Δ., 1990, Παρατηρήσεις για τα σοβιετικά συντάγματα του 1918 και του 1936. Θέσεις, τ. 33, http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&view=article&id=315

Καρ Ε., 2013, Οι απαρχές του σχεδιασμού στην ΕΣΣΔ. Μαρξιστική Σκέψη, τ. 8.

Κεφαλής, Χρ., 2013, Ένα σχόλιο για τις θεωρίες σχετικά με τη φύση της ΕΣΣΔ. Μαρξιστική Σκέψη, τ. 8: 375-394.

Κλιφ, Τ., 2005, Κρατικός καπιταλισμός στη Ρωσία. Μια ανάλυση των σταλινικών σοβιετικών καθεστώτων, Αθήνα: Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο.

Κυπριανίδης, Τ., 1990, Ανατολικά της Εδέμ (Σημειώσεις για τους μετασχηματισμούς στην ΕΣΣΔ). Θέσεις, τ. 32, http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&view=article&id=307

Lazonick, W., 2001, Η οργάνωση των επιχειρήσεων και ο μύθος της οικονομίας της αγοράς, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Λένιν, Ι., χ.χρ., Για το φόρο σε είδος (η σημασία της νέας πολιτικής και οι όροι της), Στο Β. Ι. Λένιν, Για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Κείμενα 1917 – 1923, Αθήνα: Α/συνέχεια.

Λένιν, Ι., 2005, Κράτος και επανάσταση, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαντέλ, Ε., 1994, Εξουσία και χρήμα. Μια μαρξιστική θεωρία της γραφειοκρατίας. Αθήνα: Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη.

Μαρξ, Κ., 2010, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ., 1954, Το Κεφάλαιο. Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας. Τόμος Πρώτος (μτφ. Γιάννη Δ. Σκουριώτη), Αθήνα: Αναξίμανδρος.

Μαρξ, Κ., 2005, Το Κεφάλαιο. Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας. Τόμος Πρώτος (μτφ. Παναγιώτη Μαυρομμάτη), Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ., 1978, Το Κεφάλαιο. Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας. Τόμος Τρίτος (μτφ. Παναγιώτη Μαυρομμάτη), Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ., 1990, Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, Τόμος Β΄, Αθήνα: Στοχαστής.

Μαρξ, Κ., 1998, Μισθός, τιμή και κέρδος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρούδας, Λ., 1992, Αίτια και προοπτικές του απεργιακού κινήματος στην ΕΣΣΔ (Η εργατική αντίσταση στα «εκσυγχρονιστικά» οράματα της περεστρόικα), Θέσεις, τ. 40, http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&view=article&id=224

Μηλιός, Γ., Κυπριανίδης, Τ., 1988, Η «Περεστρόικα», ο μαρξισμός και η Αριστερά, Θέσεις, τ. 23-24, http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&view=article&id=224

Μηλιός, Γ., 1990, Κρατικός σχεδιασμός και επιχείρηση στην ΕΣΣΔ, Θέσεις, τ. 33, 1990, http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&view=article&id=316

Μηλιός, Γ., 1996, Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάξεων, Αθήνα: Εναλλακτικές Εκδόσεις.

Μπελαντής, Δ., 1999α, Η προστασία του λενινιστικού σοβιετικού καθεστώτος από τους αντιπάλους του (1917-1924), μέρος Α΄, Θέσεις, τ. 67, http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&view=article&id=663

Μπελαντής, Δ., 1999β, Η προστασία του λενινιστικού σοβιετικού καθεστώτος από τους αντιπάλους του (1917 - 1924), μέρος Β΄, Θέσεις, τ. 69, http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&view=article&id=681

Μπετελέμ, Σ., 1974α, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ, 1η Περίοδος 1917-1923, Αθήνα: Κέδρος.

Μπετελέμ, Σ., 1974β, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ, 2η Περίοδος 1923-1930, Αθήνα: Κέδρος.

Οικονομάκης, Γ., 1998, Καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και managers, Ουτοπία, τ. 37: 145-166.

Οικονομάκης, Γ., 2000, Ιστορικοί τρόποι παραγωγής. Καπιταλιστικό σύστημα και γεωργία, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Πατέλης, Δ., Μ. Δαφέρμος, Π. Παυλίδης, 1995, Για τις νομοτέλειες μετάβασης στον κομμουνισμό. Σοσιαλισμός, κομμουνισμός και αντεπανάσταση, Αριστερή Ανασύνταξη, τ. 7-8, http://www.ilhs.tuc.gr/gr/nomoteleiesmetavasis.htm .

Παυλίδης, Π., 2001, Το φαινόμενο της γραφειοκρατίας στην ΕΣΣΔ, Αθήνα: Προσκήνιο, http://www.ilhs.tuc.gr/gr/Graf.htm

Σουήζι, Π., Σ. Μπετελέμ, 1977, Η μετάβαση στο σοσιαλισμό, Αθήνα: Μπουκουμάνης.

Schumpeter, J., 2006, Καπιταλισμός, σοσιαλισμός και δημοκρατία, Αθήνα: Παπαζήσης.

Στάλιν, Ι., χ.χρ., Για το σχέδιο του Συντάγματος της ΕΣΣΔ, εισήγηση στο VIII Έκτακτο Πανενωσιακό Συνέδριο των Σοβιέτ στις 25 του Νοέμβρη 1936, Στο Ι. Στάλιν, Ζητήματα λενινισμού, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Τρότσκι, Λ., 2008, Η προδομένη επανάσταση, Αθήνα: Διεθνές Βήμα.

Harneker, M., 1976, Βασικές έννοιες του ιστορικού υλισμού, Αθήνα: Παπαζήση.


Σε άλλες γλώσσες


Bettelheim, Ch., 1982, Les luttes de classes en URSS, 3eme période 1930-1941. Les Dominés, Paris: Maspero/Seuil.

Bettelheim, Ch., 1983, Les luttes de classes en URSS, 4eme période 1930-1941. Les Dominants, Paris: Maspero/Seuil.

Bukharin, N., 1917, Imperialism and World Economy, http://www.marxists.org/archive/bukharin/works/1917/imperial/index.htm

Carter, J., 1941, Bureaucratic collectivism, New International, v. VII, n. 8, p. 216-221, http://www.marxists.org/history/etol/newspape/ni/vol07/no08/v07n08-w057-sep-1941-new-int.pdf .

Chattopadhyay, P., 1994, The Marxian Concept of Capital and the Soviet Experience, Westport: Praeger.

Cliff, T., 1948a, The theory of bureaucratic collectivism: A critique, http://www.marxists.org/archive/cliff/works/1948/xx/burcoll.htm .

Cliff, T., 1948b, The nature of Stalinist Russia, http://www.marxists.org/archive/cliff/works/1948/stalruss/index.htm .

Cliff, T., 1950, On the Class Nature of the “People’s Democracies”, http://www.marxists.org/archive/cliff/works/1948/stalruss/index.htm .

Dunayevskaya, R. (με το ψευδώνυμο Freddie James), 1941, The Union of Soviet Socialist Republics is a Capitalist Society, http://www.marxists.org/archive/dunayevskaya/works/1941/ussr-capitalist.htm .

Dunayevskaya, R. (με το ψευδώνυμο F. Forest), 1942, An analysis of the Russian economy, http://www.marxists.org/archive/dunayevskaya/works/1942/russian-economy/index.htm .

Dunayevskaya, R. (με το ψευδώνυμο F. Forest), 1946, The Nature of the Russian Economy, http://www.marxists.org/archive/dunayevskaya/works/1946/statecap.htm .

Fernandez, N., 1997, Capitalism and Class Struggle in the USSR: A Marxist Theory, Aldershot: Ashgate, 1997

James, C.L.R. (με το ψευδώνυμο J.R. Johnson), 1941, Russia and Marxism. New International, v. VII, n. 8, p. 213-216. http://www.marxists.org/archive/james-clr/works/1941/09/russia-marxism.htm .

James, C.L.R. (in collaboration with Raya Dunayevskaya and Grace Lee), 1986, State capitalism and world revolution, Chicago: Kerr.

Kuron, J. & Modzelewski, K., 1966a, An open letter to the party I. http://www.unz.org/Pub/NewPolitics-1966q2-00005 .

Kuron, J. & Modzelewski, K., 1966b, An open letter to the party II. http://www.unz.org/Pub/NewPolitics-1966q3-00072 .

Mandel, E. (με το ψευδώνυμο E. Germain), 1951, The Theory of ‘State Capitalism’, Fourth International, v. ΧΙΙ, n. 5: 145-156. https://www.marxists.org/archive/mandel/1951/06/statecap.htm .

Mandel, E. (με το ψευδώνυμο E. Germain), 1952, Economic Problems of the Transition Epoch, Fourth International, v. XIII, n. 6: 179-192. http://www.marxists.org/archive/mandel/1952/11/stalin.htm .

Mandel, E., 1974, Ten Theses on the Social and Economic Laws Governing the Society Transitional Between Capitalism and Socialism. Critique, n. 3: 5-21. http://www.marxists.org/archive/mandel/1973/xx/10theses.htm .

Mandel, E., 1979-1980, Why The Soviet Bureaucracy is not a New Ruling Class, Monthly Review, 31, n. 3: 63-86. http://www.marxists.org/archive/mandel/1979/xx/sovbur.htm .

Novack, G., 1968, The problem of transitional formations, http://www.marxists.org/archive/novack/works/history/ch09.htm .

Rizzi, B., 1939, The Bureaucratisation of the World, http://www.marxists.org/archive/rizzi/bureaucratisation.

Shachtman, M., 1940, Is Russia a Workers’ State?, The New International, v. VI, n. 10: 195-205. http://www.marxists.org/archive/shachtma/1940/12/russia.htm .

Shachtman, M., 1941, The War Today is What it Was Yesterday: Imperialist!, Labor Action, v. V, n. 27: 1-3. http://www.marxists.org/archive/shachtma/1941/07/wartoday.htm .

Thomas, M., 2006, Three traditions? Marxism and the USSR, Historical Materialism, v. 14, n. 3: 207-243.

Trotsky, L., 1933, The Class Nature of the Soviet State, http://www.marxists.org/archive/trotsky/1933/10/sovstate.htm .

Van der Linden, M. 2007, Western Marxism and the Soviet Union. A survey of critical theories and debates since 1917, Leiden: Brill.

Wagner, H., 1934, Theses on Bolshevism. http://www.marxists.org/archive/wagner/1934/theses.htm .

Wagner, H., 1939, Bolshevism, http://www.marxists.org/archive/wagner/1939/bolshevism.htm .

Worrall, R., 1939, U.S.S.R: Proletarian or capitalist state?, Left Magazine, No 39.


1 Στην πρώτη ολοκληρωμένη ελληνική μετάφραση του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου του Μαρξ από το δικηγόρο Γιάννη Δ. Σκουριώτη, η οποία εκδόθηκε τμηματικά σε τεύχη από το 1954 μέχρι το 1960, υπάρχει η εντυπωσιακή μεταφραστική παραδρομή: «[...] Δύστυχε κ. Πηλ, που όλα τα προέβλεψες, εκτός από την εξαγωγή των αγγλικών παραγωγικών μέσων προς το Σβαν Ρίβερ!» (Μαρξ 1954, : 839) (υπογράμμιση δική μου). Ο όρος στο αρχικό γερμανικό κείμενο είναι Produktionsverhältnisse (σχέσεις παραγωγής), στο αγγλικό κείμενο συναντάται μεταφρασμένο ως modes of production(τρόποι παραγωγής), ενώ στο γαλλικό les rapports de production anglais (σχέσεις παραγωγής). Η ισχύς του οικονομισμού, όταν αναδύεται μέσα από μια μετάφραση και ανεξάρτητα από τη θέληση του μεταφραστή, είναι απαράμιλλη…

2 Ενδεικτικά άρθρα που πραγματεύονται αμιγώς θέματα επί του σοβιετικού κοινωνικού σχηματισμού: Δημούλης 1990, Μηλιός 1988 & 1990, Κυπριανίδης 1990, Μπελαντής 1999α & 1999β, Μαρούδας 1992. Πλήθος άρθρων του περιοδικού τροφοδοτούν την ίδια συζήτηση από θεωρητική σκοπιά, είτε ασκούν κριτική σε όψεις άλλων μαρξιστικών ρευμάτων που σχετίζονται με το θέμα της ΕΣΣΔ.

3 Παραμένουν αμετάφραστα στα ελληνικά έργα όπως αυτά των RyanWorrall (1939), JacekKuroń και KarolModzelewski (1966a, 1966b), Bruno Rizzi (1939), Neil Fernandez (1997), μέρος της αρθρογραφίας του TonyCliff (ενδεικτικά: 1948a και 1950), της Raya Dunayevskaya (1941, 1942 & 1946), του C.L.RJames (1941 & 1986), του JosephCarter (1941), του MaxShachtman (1940), παρεμβάσεις και κείμενα πολεμικής του ErnestMandel (1951, 1952 & 1979/80), ένα σημαντικό μέρος του ύστερου έργου του Charles Bettelheim (1982 & 1983) και δεκάδες άλλα σχετικά κείμενα.

4 Ας υπογραμμίσουμε εδώ ότι η μαρξιστική παράδοση για την ερμηνεία της ΕΣΣΔ δεν περιορίζεται στο τροτσκιστικό κίνημα, ούτε αναπτύσσεται αποκλειστικά και μόνο κατά το Μεσοπόλεμο. Παρ’ όλα αυτά, η αναμέτρηση των μαρξιστών διαχρονικά με το σοβιετικό φαινόμενο κινείται εν πολλοίς σε ιδέες, διαπιστώσεις και θεωρητικές προκείμενες που το τροτσκιστικό θεωρητικό σώμα έθεσε την περίοδο εκείνη. Αυτό αιτιολογεί και την επιλογή του παρόντος άρθρου να στραφεί στην κριτική ανάλυσή τους, ως ένα πρώτο βήμα για μια συγκριτική μελέτη όλων των θεωριών αυτών.

5 Ως «ρεύμα της 4ης Διεθνούς» περιγράφουμε εδώ όχι στενά τους μαρξιστές θεωρητικούς και αγωνιστές που συμμετείχαν στην 4η Διεθνή από την επίσημή ίδρυσή της το 1938. Αναφερόμαστε στο ευρύτερο ρεύμα της λεγόμενης Αριστερής Αντιπολίτευσης, το οποίο από τις αρχές της δεκαετίας του 1930, πέρα από τις διάφορες οργανωτικές μορφές και ονομασίες (Διεθνής Αριστερή Αντιπολίτευση, Διεθνής Κομμουνιστική Λίγκα, 4η Διεθνής), συσπειρώθηκε γύρω από την προσωπικότητα και τις πολιτικές επιλογές του Τρότσκι, ανέπτυξε πολιτική δράση, παρήγαγε θεωρητικές αναλύσεις και συντόνισε σε διεθνές επίπεδο ένα αξιόλογο σύνολο κομμουνιστών αγωνιστών οι οποίοι διαφοροποιούνταν από τις επιλογές της 3ης Διεθνούς και τη σταλινική γραμμή.

6 Για μια συνοπτική κριτική παρουσίασή του, βλ. Μηλιός 1996: 35-45. Παρουσίαση του σοβιετικού μαρξισμού όπως αυτός διαπλέκεται με την προσπάθεια σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ σε Μπετελέμ 1974α: 32-46.

7 Η παρουσίαση που ακολουθεί δεν έχει ως στόχο την πλήρη αναφορά στους σημαντικούς μαρξιστές που καταπιάστηκαν με το ζήτημα της Σοβιετικής Ένωσης. Στόχος είναι μια πρώτη χαρτογράφηση των θεωρητικών ερωτημάτων που αποτέλεσαν τους άξονες της αντιπαράθεσης γύρω από το ερώτημα της ΕΣΣΔ.

8 Το νομοθέτημα με το οποίο θεσπίζεται είναι το Διάταγμα του Συμβουλίου των Επιτροπών του Λαού στις 28 Ιουνίου του 1918.

9 Μια από τις διαφορές που παρουσιάζει ο Τρότσκι με τον Μαντέλ είναι ότι ο πρώτος αναφέρεται αποκλειστικά σε σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής, ενώ ο δεύτερος καταλήγει να δέχεται έναν υβριδικό χαρακτήρα παραγωγικών σχέσεων, οι οποίες δεν αντιστοιχούν ούτε στον καπιταλισμό ούτε στο σοσιαλισμό αλλά στη μεταβατική κοινωνία: «Η μεταβατική κοινωνία χαρακτηρίζεται από ειδικές παραγωγικές σχέσεις. Αυτές δεν είναι απλά ένας συνδυασμός του παλιού τρόπου παραγωγής που παρέρχεται και του νέου ο οποίος αναπτύσσεται βαθμιαία. […] Το οικονομικό σύστημα της μεταβατικής κοινωνίας μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού διέπεται από τη σύγκρουση δύο ανταγωνιστικών οικονομικών λογικών: τη λογική του σχεδίου και τη λογική της αγοράς (διανομή των οικονομικών πόρων σύμφωνα με τις προτεραιότητες που συνειδητά θέτει η κοινωνία, ή διανομή των πόρων σύμφωνα με αντικειμενικούς νόμους της αγοράς […] Οι παραγωγικές σχέσεις που αντιστοιχούν ειδικά στη μεταβατική κοινωνία είναι συνεπώς ένας υβριδικός συνδυασμός μη καπιταλιστικού οικονομικού σχεδιασμού και στοιχείων εμπορευματικής παραγωγής […] τα οποία προκύπτουν από τις αστικές σχέσεις διανομής» (Mandel 1974). Ο Μαντέλ εμφανίζεται τόσο στο κείμενο αυτό όσο και σε άλλες του παρεμβάσεις της περιόδου επί του θέματος της ΕΣΣΔ επηρεασμένος από το έργο του GeorgeNovack The Problem of Transitional Formations (Novack 1968). Στο απόσπασμα φαίνεται καθαρά ότι η υβριδική φύση των σοβιετικών παραγωγικών σχέσεων αποτελεί ένα μείγμα σοσιαλιστικών-εμπορευματικών σχέσεων και όχι καπιταλιστικών. Έτσι, το βήμα που κάνει ο Μαντέλ δεχόμενος ότι η Σοβιετική Ένωση διέπεται από κάτι πιο αντιφατικό από τις «σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής» του Τρότσκι μένει μετέωρο.

10 Το έργοτου Lucien Laurat L'Economie sovietique. Sa dynamique, son mecanismeεκδόθηκε το 1931 (αναφέρεται σε Trotsky 1933, Thomas 2006: 225 και van der Linden 2007: 69-70).

11 O όρος surplus value (υπεραξία) χρησιμοποιείται καταχρηστικά από τον Rizzi με την έννοια του υπερπροϊόντος. Προφανώς η έννοια της αξίας δεν υφίσταται ως τέτοια στις θεωρίες περί νέου τρόπου παραγωγής.

12 Η διαδικασία εξάντλησης του ιστορικού ρόλου του καπιταλισμού και της αδυναμίας να αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις λόγω της άναρχης και μη κεντρικά ελεγχόμενης δομής του παραπέμπει ευθέως στη θεωρία του Schumpeter περί αυτόματου περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό (Schumpeter 2006).

13 Ο διαχωρισμός αυτός των στρωμάτων των διευθυντικών στελεχών στον καπιταλισμό και ειδικά στις μεγάλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις βρίσκεται κοντά στην αντίστοιχη περιγραφή του Schumpeter, ο οποίος επισημαίνει ότι στρώματα όπως αυτά των μεγαλομετόχων, των μικρών μετόχων και των διευθυντών, αν και οιονεί φορείς αστικών συμπεριφορών και ρόλων, εντούτοις υιοθετούν σταδιακά μια υπαλληλική στάση (Schumpeter 2006: 171). Η εξασθένιση της ατομικής ιδιοκτησίας, η κάμψη της κερδοφορίας, η κατάργηση του ανταγωνισμού και η μονοπωλιοποίηση της οικονομίας καταργεί τα ειδικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού και οδηγεί κατά τον Schumpeter στο σοσιαλισμό, μέσω μιας διαδικασίας βαθμιαίας, «ειρηνικής» αποσύνθεσης του παλιού οικονομικού συστήματος. Η ομοιότητα μεταξύ Schumpeter και Burnham έγκειται στο ότι η εξέλιξη προς ένα ανώτερο μετακαπιταλιστικό σύστημα νοείται ως φυσική τάση, ως μια «αυτόματη» εξάλειψη των οικονομικών αντιφάσεων του καπιταλισμού.

14 Αν και ο Burnham επιμένει ότι η γραφειοκρατία οργανώνει την παραγωγή και επιβάλλει σε αυτή τους ειδικούς όρους λειτουργίας της με βάση τα αντικειμενικά της συμφέροντα, δηλαδή φέρει χαρακτηριστικά άρχουσας τάξης, εντούτοις περιγραφές όπως η παραπάνω ρέπουν προς μια αντίληψη της γραφειοκρατίας ως διαχειριστή και μεσάζοντα που αποσπά επιπλέον εισόδημα παρασιτικά, μέσω της παρέμβασής της στο πεδίο της διανομής (ορίζοντας τιμές αγοράς και πώλησης και επιβάλλοντας φορολογία). Σε αυτό καθώς και σε πολλά άλλα σημεία του έργου του ο Burnham ολισθαίνει από το πεδίο της ερμηνείας του σοβιετικού φαινομένου σε μια αρνητική (συγκριτική) ερμηνεία του με βάση τις διαφορές του με την καπιταλιστική οικονομία.

15 «Κρατισμός, είτε στην Ιταλία του Μουσολίνι, είτε στη Γερμανία του Χίτλερ, είτε στην Αμερική του Ρούσβελτ, είτε στη Γαλλία του Λεόν Μπλουμ, είναι ο κρατικός παρεμβατισμός, στη βάση της ατομικής ιδιοκτησίας, με στόχο τη διαφύλαξη της ιδιοκτησίας αυτής. […] “Σώζει” τον μικροϊδιοκτήτη από την ολοκληρωτική καταστροφή μόνο στο βαθμό που η ύπαρξή του είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της μεγάλης ιδιοκτησίας» (Τρότσκι 2008: 340).

16 Ο Shachtman (1940), στις παρατηρήσεις του περί της θεώρησης της ΕΣΣΔ ως ενός καθεστώτος γραφειοκρατικού κολλεκτιβισμού κατηγορεί τον Τρότσκι ότι χρησιμοποιεί τις έννοιες μορφή ιδιοκτησίας και σχέσεις ιδιοκτησίας σαν να είναι ταυτόσημες, χωρίς ο τελευταίος να εντοπίζει τη σύγχυση που προκαλεί η ταύτιση αυτών των δύο εννοιών. Για τον Shachtman μια εθνικοποιημένη παραγωγική βάση όπως η σοβιετική συνιστά μια δοσμένη ιστορικά μορφή ιδιοκτησίας. Όμως οι σχέσεις ιδιοκτησίας παραμένουν απροσδιόριστες, καθώς διαφορετικές σχέσεις ιδιοκτησίας μπορούν να συνυπάρχουν στο ίδιο καθεστώς (εθνικοποιημένης) μορφής ιδιοκτησίας. Στο βαθμό που ως σχέσεις ιδιοκτησίας νοούνται οι παραγωγικές σχέσεις, το θεωρητικό του σχήμα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Παρ’ όλα αυτά το κείμενό του περιέχει ασάφειες, καθώς ο ίδιος ο Shachtman προβαίνει στην ίδια ταύτιση μορφών και σχέσεων ιδιοκτησίας για την οποία κατηγορεί τον Τρότσκι. Έτσι η βασική αυτή διάκριση μορφών και σχέσεων παραμένει ημιτελής και περιορισμένης θεωρητικής χρησιμότητας. Ο Joseph Carter (1941), υπερασπιστής επίσης της θεωρίας του γραφειοκρατικού κολλεκτιβισμού, εντοπίζει την αδυναμία αυτή στη θεώρηση του Shachtman, επιτίθεται δε στο κάλεσμα του δεύτερου για τήρηση στάσης ουδετερότητας (μη υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης) κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

17 Ενδεικτικά, ανάμεσα στους θεωρητικούς που αποπειράθηκαν να ερμηνεύσουν το χαρακτήρα της ΕΣΣΔ και δεν ανήκουν στο ρεύμα της Αριστερής Αντιπολίτευσης, αναφέρουμε τον Helmut Wagner (Wagner 1934 & 1939), ο οποίος εντάσσεται στο ρεύμα του συμβουλιακού κομμουνισμού της εποχής, καθώς και των παρεμβάσεων του σοσιαλδημοκράτη Friedrich Adler και του πρώην μπολσεβίκου Gavril Myasnikov (αναφέρονται σε van der Linden 2007: 51-54).

18 Τεκμήριο αποτελεί η αναφορά του Τρότσκι στο κείμενό του The Class Nature of the Soviet State (Τρότσκι 1933). Εκεί ο Τρότσκι ασκεί κριτική στη θεωρία του καπιταλισμού αναφερόμενος αποκλειστικά στον HugoUrbahns. Το έργο στο οποίο αναφέρεται ο Τρότσκι είναι γραμμένο το 1929.

19 «Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η παραγωγή αυτής της υπεραξίας – και η επαναμετατροπή ενός μέρους της σε κεφάλαιο, ή η συσσώρευση, αποτελεί ένα συστατικό μέρος αυτής της παραγωγής της υπεραξίας – είναι ο άμεσος σκοπός και το καθοριστικό κίνητρο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής» (Μαρξ 1978: 308).

20 Το έργο μετίτλο The nature of Stalinist Russia (Cliff 1948b), κυκλοφόρησεβελτιωμένο το 1955 με τοντίτλο Stalinist Russia: Α Marxist Analysis. Το δεύτερο αυτό κείμενο, εμπλουτισμένο με έναν πρόλογο και επίλογο του ChrisHarman, αποτελεί το έργο Κρατικός καπιταλισμός στη Ρωσία. Μια μαρξιστική ανάλυση των σταλινικών σοβιετικών καθεστώτων, το οποίο έχει εκδοθεί στα ελληνικά (Κλιφ 2005).

21 Το σημείο αυτό της ανάλυσης του C.L.RJames θα πρέπει να θεωρηθεί το πλέον αδύναμο θεωρητικά. Ο δραστικός περιορισμός των εισαγωγών και εξαγωγών (Κλιφ 2005: 189) στην προπολεμική ιστορία της σοβιετικής οικονομίας, σε συνδυασμό με την αλματώδη ανάπτυξη από το 1929 και μετά μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι κατά τη σταλινική περίοδο αλλά και μεταπολεμικά επιτυγχάνεται μάλλον ο στόχος της αυτάρκειας παρά ο στόχος της δυείσδυσης στις διεθνείς αγορές.

22 Αξίζει να ανατρέξει κανείς σε Thomas (2004), όπου ο συγγραφέας αμφισβητεί τη χρησιμότητα της «τριχοτόμησης» των ερμηνειών για την ΕΣΣΔ, επισημαίνοντας διαφορές μεταξύ μαρξιστών που ανήκουν στο ίδιο ρεύμα ερμηνείας των σοβιετικών σχηματισμών.

23 Κατά τον Van derLinden, μελετητή των ερμηνειών της ΕΣΣΔ (2007), ο θεωρητικός διάλογος για τη φύση της ΕΣΣΔ διαχρονικά διαπερνάται από αυτό που ο ίδιος περιγράφει με τον όρο unilinearism (μονογραμμικότητα), που δεν είναι τίποτα άλλο από τη θεωρία των σταδίων, μια απαρέγκλιτη αλληλουχία τρόπων παραγωγής που οι περισσότεροι μαρξιστές ισχυρίζονται ότι ο ίδιος ο Μαρξ έθεσε ως το θεμέλιο της θεωρίας του. Είναι γνωστό ότι ο ισχυρισμός αυτός βασίζεται στο διάσημο απόσπασμα του ίδιου του Μαρξ περί προτεραιότητας των παραγωγικών δυνάμεων κατά την ιστορική κίνηση (Μαρξ 2010: 19). Η παρατήρηση ότι αυτή η ντετερμινιστική λογική επηρεάζει εν γένει τις θεωρίες για τη φύση της ΕΣΣΔ αποτελεί μια αρετή του έργου του vander Linden. Ο ίδιος όμως δείχνει να μην αντιλαμβάνεται το ότι η υπέρβαση αυτού που ο ίδιος ονομάζει unilinearism ισοδυναμεί με έναν «άλλο μαρξισμό». Για τον Van derLinden, τη θεωρία των σταδίων μπορεί κανείς εξίσου εύκολα να την ενστερνίζεται ή να την απορρίπτει. ο ίδιος δείχνει να αγνοεί τι είδους μετασχηματισμούς στο θεωρητικό σώμα του μαρξισμού δρομολογεί η απόρριψη του σοβιετικού μαρξισμού και της μονογραμμικής αντίληψης του ιστορικού προτσές. Έτσι, ενώ η βιβλιογραφική του ανασκόπηση είναι εξαιρετική, αδυνατεί να εντοπίσει τη σημασία της παρέμβασης του Bettelheim στο θεωρητικό διάλογο.

24 Ένα παράδειγμα αυτού αποτελεί η έννοια του κρατικού καπιταλισμού, η οποία, όπως αναλύεται παρακάτω, δεν είναι χρήσιμη στην ανάλυση του σοβιετικού φαινομένου αν ιδωθεί ως ιστορικά ενιαία και συνεχής. Είναι αδύνατον να αναλυθεί η σταλινική περίοδος ως καθεστώς κρατικού καπιταλισμού αν ο τελευταίος συγχέεται με τον κρατικό καπιταλισμό όπως αυτός εμφανίζεται πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε παρόμοια σφάλματα οδηγείται κανείς αν επιμένει στην ιστορική συνέχεια της σοβιετικής γραφειοκρατίας, καθώς οι υλικοί όροι, η πολιτική συγκυρία, τα υποκείμενα και η παραγωγική δομή διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ της προ του 1917 και της σταλινικής περιόδου.

25 Ο Στάλιν, στο λόγο που εκφωνεί στο 8ο Έκτακτο Πανενωσιακό Συνέδριο των Σοβιέτ στις 25/11/1936, με αφορμή το σχέδιο του Συντάγματος της ΕΣΣΔ, ανακοινώνει το σοσιαλιστικό χαρακτήρα της Σοβιετικής Ένωσης και το τέλος της ταξικής πάλης, καθώς «εξαλείφθηκε η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο» (Στάλιν χ.χρ.: 675). Η νέα διαστρωμάτωση της σοβιετικής κοινωνίας αποτελείται από την εργατική τάξη, την τάξη των αγροτών και την τάξη των διανοουμένων, η οποία «είναι υποχρεωμένη να εξυπηρετεί το λαό, γιατί δεν υπάρχουν πια εκμεταλλεύτριες τάξεις» (678).

26 Για μια συνοπτική παρουσίαση του όρου «κρατικός καπιταλισμός», που όμως ακολουθεί την ίδια παρερμηνεία που περιγράφεται παρακάτω, βλ. vander Linden 2007: 49.

27 «…η αντίθεση “σχέδιο-αγορά” δεν είναι – δεν μπορεί να είναι – βασική αντίθεση: δεν προσδιορίζει ούτε μια ταξική αντίθεση (πολιτική αντιπαράθεση), ούτε μια οικονομική αντίθεση (αντίθεση ανάμεσα σε κοινωνικές σχέσεις που λειτουργούν στο οικονομικό επίπεδο) αλλά ορισμένα μεταβλητά αποτελέσματα αυτών των αντιθέσεων καθώς και τον “τόπο” όπου εκδηλώνονται αυτά τα αποτελέσματα» (Σουήζι & Μπετελέμ 1978: 53).

28 Αξίζει κανείς να διαβάσει την εισαγωγή του άρθρου του Έντουαρντ Χ. Καρ «Οι απαρχές του σχεδιασμού στην ΕΣΣΔ» (στο ίδιο τεύχος της Μαρξιστικής Σκέψης), όπου γίνεται η παρατήρηση ότι η αντιπαραβολή της αναρχίας του καπιταλισμού στη σχεδιασμένη σοσιαλιστική οικονομία «είχε λίγα ή τίποτα να πει για τη διαδικασία μετάβασης από τη μια στην άλλη» (Καρ 2013: 25). Η ανάπτυξη του σχεδιασμού είναι κατά τον Καρ «συνυφασμένη με τον ίδιο τον καπιταλισμό και το συνεχώς αυξανόμενο μέγεθος της μονάδας της καπιταλιστικής παραγωγής». Από αυτό γίνεται σαφές ότι ο σχεδιασμός δεν αποτελεί εργαλείο αποκλειστικά των σοσιαλιστικών εγχειρημάτων και άρα σε μια διαδικασία μετάβασης, όσο χρήσιμος και αν είναι ο σχεδιασμός, η επίτευξή του δεν ταυτίζεται με την επιτυχή έκβαση της επανάστασης.

29 Το «Διάταγμα για τη Γη» ψηφίστηκε στις 5 Νοεμβρίου 1917.

30 Αναφορικά με τη μεγάλη βιομηχανία, το 1926-1927 έχει συντελεσθεί η πλήρης κρατικοποίησή της (το 91, 3% ελέγχεται από το κράτος). Για τη μικρή βιομηχανία, η κατάσταση την ίδια περίοδο παρουσιάζεται ανεστραμμένη, με το 79% των μικρών επιχειρήσεων να λειτουργούν σε ιδιωτικό καθεστώς (Μπετελέμ 1974β: 190-196). Η παρουσία ιδιωτικού τύπου επιχειρήσεων και παραγωγικών μονάδων και κυρίως ο ρόλος τους είναι πολύ πιο υποβαθμισμένος από όσο δείχνουν τα νούμερα αυτά (για λόγους που δεν γίνεται να αναλυθούν εδώ). Το βασικό δίπολο κατά τη Νέα Οικονομική Πολιτική είναι ο συνδυασμός μεταξύ της μεγάλης (κρατικής) βιομηχανίας και της υπαίθρου όπου δεσπόζουν οι ιδιοκτήτες γης (μεσαίοι και πλούσιοι αγρότες).

31 Σπεύδω εδώ να απαντήσω σε μια εύλογη κριτική παρατήρηση που μπορεί να διατυπωθεί, ότι δηλαδή μια άλλη ερμηνεία περί κρατικού καπιταλισμού είναι αυτή του «όψιμου» Bettelheim. Στους τόμους 3 και 4 του έργου του Les Luttes de classes en URSS (Bettelheim 1982 & 1983), ο Γάλλος θεωρητικός τροποποιεί την πολιτική του εκτίμηση, εξηγώντας ότι για τον ίδιο, ο κρατικός (ή κομματικός) καπιταλισμός που μετά το 1929 εγκαθιδρύεται στην ΕΣΣΔ αποτελεί την αρχική και μόνη κατ’ ουσίαν πρόθεση των μπολσεβίκων ήδη από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Αυτή η «αντιλενινιστική» στροφή του Bettelheim αποτελεί μια πολιτική τοποθέτηση, όταν ισχυρίζεται ότι το κόμμα των μπολσεβίκων δεν είχε ποτέ ως προγραμματικό στόχο τον κομμουνισμό όπως αυτός διατυπώνεται από τον ίδιο τον Μαρξ. Αυτή η άποψη διαχωρίζει το μαρξισμό ως υλιστική αντίληψη της ιστορίας από τη λενινιστική εκδοχή του. «Ακόμη και ως έννοια, ο σοσιαλισμός που εμφανίζεται στο Κράτος και Επανάσταση του Λένιν περιέχει στοιχεία όπως “κράτος” και “μισθωτοί εργαζόμενοι” αμειβόμενοι με “μισθό”, τα οποία είναι ξένα προς το σοσιαλισμό που ο Μαρξ συνέλαβε ως ελεύθερο συνεταιρισμό» (Chattopadhyay 1994: 3-4).

Σε επίπεδο μαρξιστικής θεωρίας, η αντιλενινιστική πολιτική τοποθέτηση δεν διαφοροποιεί το θεωρητικό σχήμα που επιλέγει ο Bettelheim. Η παραπάνω περιγραφόμενη πολιτική ασυνέχεια του έργου του Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ δεν αναιρεί τη θεωρητική του συνέχεια, την οποία αυτό το άρθρο παίρνει ως δεδομένη. Για μια πιο αφαιρετική και καθαρά διατυπωμένη εκδοχή αυτής της προσέγγισης, μπορεί κανείς να ανατρέξει στην πολύ ενδιαφέρουσα εργασία του Chattopadhyay (1994). Πέρα από το αντιμπολσεβίκικο και αντιλενινιστικό τελικό συμπέρασμα, το έργο του αυτό περιέχει μια πλήρη παρουσίαση βασικών μαρξικών κατηγοριών όπως αυτές πρέπει να διατυπωθούν ώστε να «χωρέσουν» το φαινόμενο του κρατικού καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ. Πρόκειται, άτυπα, για ένα συμπλήρωμα του έργου του Bettelheim, ο οποίος δεν αναφέρθηκε ποτέ ενδελεχώς στις θεωρητικές έννοιες που χρησιμοποιεί μετά την έκδοση του πρώτου τόμου του έργου του (Μπετελέμ 1974α).

32 Για μια παρουσίαση αυτής της θεώρησης βλ. Παυλίδη 2001: 81-145.

33 Για μια κριτική της αναγωγής της διαδικασίας μετάβασης στον κομμουνισμό σε ένα «τεχνολογικό στοίχημα», βλ. Βαλλιάνο 1983.

34 Η παρουσίαση των συνθετουσών αυτών σχέσεων βασίζεται σε μια συγκεκριμένη ανάλυση (Οικονομάκης 2000: 40-51), η οποία προσδίδει στην έννοια «νομή» διαφορετικό περιεχόμενο απ’ ότι οι περισσότερες μαρξιστικές αναλύσεις. Η συνηθισμένη τριχοτόμηση «νομή-κυριότητα-κατοχή» συσκοτίζει το πραγματικό νόημα των συνθετουσών αυτών σχέσεων, διότι ο χαλαρός τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούνται έχει στερήσει από το εργαλείο αυτό τη θεωρητική του αυστηρότητα και έχει περιορίσει την αποτελεσματικότητά του να εμβαθύνει στις καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις πέρα από ένα σημείο.

35 Μια απλή μονοπρόσωπη επιχείρηση, όπως αυτή εμφανίστηκε από τις απαρχές του καπιταλισμού μέχρι και το 3ο τέταρτο του 19ου αιώνα αποτελεί ένα τυπικό παράδειγμα ομολογίας κυριότητας και κατοχής.

36 Αυτός ο αδόκιμος σε γενικές γραμμές όρος αποτελεί δάνειο από τη θεωρία των ταλαντώσεων στη Φυσική. Μια απλή αρμονική ταλάντωση μπορεί να περιγραφτεί με μια απλή ημιτονοειδή συνάρτηση που εκφράζει την απομάκρυνση του υπό ταλάντωση σώματος από τη θέση ισορροπίας του. Η δύναμη που προκαλεί αυτή την ταλάντωση (π.χ. η δύναμη ενός ελατηρίου) εκφράζεται από μια ανάλογη ημιτονοειδή συνάρτηση. Η ελεύθερη ταλάντωση είναι ένα φαινόμενο που εξελίσσεται χωρίς εξωτερική παρέμβαση, σε αντίθεση με την εξαναγκασμένη ταλάντωση, κατά την οποία παρακολουθούμε το ίδιο ακριβώς φαινόμενο, πλην όμως επιδρά μια εξωτερική δύναμη (διεγέρτης) που προκαλεί ακριβώς τις ίδιες μεταβολές στα μεγέθη.

37 Είναι γνωστή η θέση ότι «δεν είναι πάντα η οικονομική δομή, που παίζει τον κυριαρχικό ρόλο, όπως συχνά ισχυρίζονται οι εκχυδαϊστές του μαρξισμού», θέση που φυσικά συμπληρώνεται από τη γενική μαρξιστική αρχή ότι «η οικονομική δομή είναι πάντα καθοριστική σε τελική ανάλυση» (Harnecker 1976: 137, 139). Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, όπως τουλάχιστον εμφανίζεται στους περισσότερους κοινωνικούς σχηματισμούς όπου επικράτησε (εξαιρώ εδώ την περίπτωση της Σοβιετικής Ένωσης), έχει την ιδιαιτερότητα να παρουσιάζεται ως ο τρόπος παραγωγής όπου το οικονομικό επίπεδο παίζει, πέρα από τον καθοριστικό σε τελευταία ανάλυση, τον κυρίαρχο ρόλο.