Η ΛΑΪΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΣΤΟΥΣ ΧΕΓΚΕΛ ΚΑΙ ΜΑΡΞ
του Gilberto Bercovici
μτφ. Δημήτρης Δημούλης
Η κυριαρχία του ρωμαϊκού-αστικού δικαίου και του φορμαλιστικού και βασισμένου στο ιδιωτικό δίκαιο επιστημονικού παραδείγματος της ιστορικής σχολής του Savigny συμπίπτει με τον πολιτικό θρίαμβο της αστικής τάξης στην Ευρώπη. Η αστική νομική σκέψη θεωρείται εγγενής στη νομική μορφή. Από το 1840, η ιστορική σχολή εγκαταλείπει ουσιαστικά τις ιστορικές και οργανικές ερμηνείες για την προέλευση του δικαίου από την παράδοση και το «πνεύμα» κάθε λαού. Θα αφιερωθεί στη διαμόρφωση ενός συστήματος ιδιωτικού δικαίου που να εγγυάται προβλεψιμότητα και ορθολογικότητα. Η δημιουργία του δικαίου θεωρείται τυπική και αφηρημένη δραστηριότητα. Οι Πανδεκτιστές επιχειρούν την προσέγγιση των γερμανών νομικών με τη νομοθεσία, δεχόμενοι τη θεωρία του Savigny, χωρίς να ασπάζονται την κριτική που ασκούσε στη νομοθεσία.
Το τελικό βήμα για τη δημιουργία του γερμανικού νομικού συστήματος δίνεται με την πρωτοκαθεδρία της τυπικής λογικής στη λεγόμενη νομική εννοιολογική θεωρία ( Begriffsjurisprudenz). Οι έννοιες θεωρούνται τυπικά μοντέλα που διαθέτουν εσωτερική λογική συνοχή και αποτελούν θεμέλιο του δικαίου. Ο νομικός οφείλει να συνδέσει το αντικειμενικό δίκαιο (θεσμοί) με το νομοθετημένο δίκαιο (κανόνες δικαίου), δημιουργώντας ένα νομικό σύστημα που να υπερβαίνει την απλή ισχύ της νομοθεσίας. Όπως επισημαίνει ο Walter Wilhelm, η αμιγώς νομική μέθοδος διατυπώθηκε και διαμορφώθηκε πλήρως στα μέσα του 19ου αιώνα. 1
Ο Χέγκελ επισήμαινε πάγια τα όρια και το μονόπλευρο χαρακτήρα του νομικού φορμαλισμού, τον οποίο έπρεπε να υπερβεί το κράτος. Η ιστορική αποστολή του κράτους και του δημόσιου δικαίου συνίσταται, κατά τον Χέγκελ , στην υπέρβαση των κοινωνικών συγκρούσεων και στη μετατροπή των δυνητικά καταστροφικών στοιχείων σε παράγοντες κοινωνικής συνοχής, δεδομένου ότι οι κοινωνικοί και οικονομικοί παράγοντες αποτελούν τμήματα του κράτους, ακριβώς όπως και το δίκαιο. 2 Η εγελιανή πρόταση δεν επικράτησε, 3 αλλά επηρέασε έντονα τις απόπειρες αμφισβήτησης του νομικοπολιτικού μοντέλου που κυριαρχούσε στην Ευρώπη του 19ου αιώνα. 4
Κατά τον Χέγκελ , η επανάσταση εκφράζει μια απόλυτη ελευθερία και η Γαλλική Επανάσταση συνιστά την ιστορική στιγμή πραγματοποίησης της ελευθερίας αυτής. 5 Η κατανόηση του Χέγκελ ως φιλόσοφου της αντίδρασης, του πρωσικού αστυνομικού κράτους ( Machtsstaat) 6 και της «raison d’Etat » 7 συναντάται στο έργο του Rudolf Haym, διανοούμενου του εθνικοφιλεύθερου γερμανικού κόμματος που έδρασε μετά την αποτυχία της επανάστασης του 1848 και θεωρούσε ότι η εγελιανή σύλληψη του κράτους είναι ασυμβίβαστη με τη «γερμανοπροτεσταντική» παράδοση. Με αφετηρία το βιβλίο του Haym, Hegel und seine Zeit(1857 ) η αντιμετώπιση του Χέγκελ ως αντιδραστικού διαδόθηκε στη Γερμανία και αποτέλεσε βάση για ποικίλες ερμηνείες του έργου του. 8
Στην πραγματικότητα, η εγελιανή θεωρία του κράτους έρχεται σε άμεση ρήξη με τις θεωρίες της εποχής του. Η αντισυμβολαιακότητα του έργου του θεωρήθηκε συχνά αντιδραστική. 9 Ωστόσο, ο φιλόσοφος επικρίνει την ιδιωτική και ατομιστική θεώρηση του κράτους, διαβλέποντας τις ανεπάρκειες και τις αντιφάσεις της, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δικαιολογεί την απολυταρχία ή αρνείται τα ατομικά δικαιώματα. Ο Χέγκελ απορρίπτει το φυσικό δίκαιο και το φορμαλισμό του Διαφωτισμού, επικρίνοντας τη θέση περί προτεραιότητας του ατόμου σε σχέση με την κοινωνία. Στην οπτική του, το Όλο (ο λαός) έχει προτεραιότητα σε σχέση με τα Μέρη (άτομα). Υποστηρίζει δε ότι ο ακραίος ατομικισμός οδήγησε στην τρομοκρατία κατά τη γαλλική Επανάσταση, διότι η απόλυτη ελευθερία απέκλεισε κάθε άλλο στοιχείο. 10
Κατά τον Χέγκελ, ο Ρουσσώ βρίσκεται στη βάση της μοντέρνας σύλληψης του κράτους, θεμελιώνοντάς το στην ελεύθερη βούληση. Ωστόσο η καθολική βούληση που εκφράζεται στο κράτος θεωρείται από τον Ρουσσώ ως ατομιστική και αφηρημένη βούληση που δημιουργεί το κοινωνικό συμβόλαιο. Το μεγάλο πρόβλημα είναι το ότι θεωρεί ως θεμέλιο του κράτους την ατομική βούληση. 11
Ο Χέγκελ θεωρεί ότι η Γαλλική Επανάσταση επέτρεψε την αναγνώριση της ελεύθερης υποκειμενικότητας και τη γέννηση του πολίτη. Η ριζική ελευθερία είναι ένα πρόβλημα που τέθηκε από τη Γαλλική Επανάσταση και βρίσκει τη λύση του στη διαμεσολάβηση μιας ολιστικής οργάνωσης. Η κρατική εξουσία πρέπει να τεθεί στην υπηρεσία της ελευθερίας. Το μετεπαναστατικό κράτος αποβλέπει στην πραγμάτωση της ελευθερίας. Όπως επισημαίνει ο Eric Weil , πρόκειται για θεωρία του υπαρκτού και όχι του ιδεατού κράτους, διότι ενδιαφέρεται για τον λόγο που πραγματώνεται στον άνθρωπο, από τον άνθρωπο, για τον άνθρωπο. Το κράτος βρίσκεται στη σφαίρα του κόσμου και άρα μπορεί να υποβληθεί σε κριτική. Η κατανόηση της ιδέας του κράτους είναι μια αντικειμενική γνώση που επιδιώκει τη συμφιλίωση του καθολικού με το μερικό. 12
Η εγελιανή θεωρία του κράτους αποτελεί θεωρία των κοινωνικών σχέσεων με ευρεία έννοια. 13 Η κοινωνία των ιδιωτών επιτρέπει τη λειτουργία του συστήματος αναγκών της σύγχρονης οικονομίας και είναι μια στιγμή που περιέχεται στο κράτος. Η κοινωνία των ιδιωτών δεν εξασφαλίζει όμως την ενότητα των ατόμων, αντιθέτως αποτελεί την άρνησή της, αφού εμφανίζει το άτομο ως τελικό στόχο. Οι κοινωνικές τάξεις προκύπτουν από τη δομική αδικία της κοινωνίας των ιδιωτών στη διανομή των αγαθών. 14
Ο μηχανισμός της αγοράς δημιουργεί κοινωνική πόλωση, φτώχεια, αλλοτρίωση. Ο Χέγκελ υιοθετεί τη θεωρία του Άνταμ Σμιθ, αλλ ά δεν συμμερίζεται τον ενθουσιασμό του για την οικονομία της αγοράς. Η φτώχεια και η αλλοτρίωση δεν αποτελούν ατυχήματα, αλλά είναι ενδημικές στο σύστημα. Ο αποκλεισμός που προκαλείται από τη φτώχεια δημιουργεί τον όχλο ( “Pöbel”), ως σύμφυρμα αλλοτριωμένων ατόμων χωρίς προοπτική και επιθυμία κοινωνικής ένταξης. 15 Η ύπαρξη αλλοτριωμένων ατόμων καταλογίζεται στην κοινωνία και δείχνει ότι το κράτος δεν πραγματώθηκε ακόμη. Το κράτος οφείλει να επέμβει στην οικονομία για να υπερασπισθεί τα συμφέροντα των πολιτών και όχι απλά για λόγους φιλανθρωπίας. Καθήκον του είναι να εγγυάται όχι μόνο την ιδιοκτησία και την αγορά αλλά και την ελευθερία των πολιτών, ακόμη και εάν αυτό θίγει το δικαίωμα ιδιοκτησίας. Ξεπερνώντας το σύστημα των ατομικών αναγκών, το κράτος πρέπει να καθιστά δυνατή τη συμμετοχή όλων των ατόμων, ελέγχοντας την οικονομία. 16 Έχοντας ως θεμέλιο την ελευθερία 17 το κράτος πρέπει να εγγυάται την ανάπτυξη όλων των πλευρών της ατομικότητας, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στην εργασία. Όπως επισημαίνουν οι Avineri και Losurdo , ο Χέγκελ υποστηρίζει μεν την παρεμβατική δράση του κράτους, 18 αλλά δεν κατορθώνει να επιλύσει την αντίφαση που δημιουργεί η συνύπαρξη της εξαθλίωσης και του πλούτου στη βιομηχανική κοινωνία. 19
Η εγελιανή σύνδεση του κράτους με την ελευθερία προκύπτει από τη θέση ότι το κράτος έχει συνειδητούς και καθολικούς σκοπούς που συνοψίζονται στον ορθό λόγο και στην πραγμάτωσή του, δηλαδή στην ελευθερία. Ως πραγμάτωση του ορθού λόγου, το κράτος είναι η ελευθερία. Εκτός του κράτους ο άνθρωπος αποστασιοποιείται από την ουσία του. Το κράτος είναι η οργανωμένη καθολικότητα, με αποτέλεσμα ο πολίτης να είναι ταυτόχρονα μέρος και υποκείμενο του Όλου. Είναι μερικός, αφού δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το Όλο, αλλά και καθολικός ως αυτόνομο υποκείμενο του κράτους. Ο πολίτης αποτελεί λοιπόν μια μερική συνείδηση που έχει αναχθεί στην καθολικότητα. Η εγελιανή ολότητα είναι διαλεκτική. Το μέρος εντάσσεται στο Όλο με τρόπο που του επιτρέπει να είναι φορέας της καθολικότητας του Όλου. Στο κράτος δεν είναι επιτρεπτή η αναγνώριση των μερικών συμφερόντων και των προνομίων και η επιβολή τους σε βάρος του γενικού συμφέροντος και της ισότητας. Γι’ αυτό ακριβώς ο φιλόσοφος αποφαίνεται κατηγορηματικά το 1802 ότι η Γερμανία δεν είναι πλέον κράτος. Έπαψε να αποτελεί κράτος, διότι δεν υφίσταται πλέον το καθολικό. 20
Ο Χέγκελ υιοθετεί την ουσιαστική και όχι την τυπική έννοια του Συντάγματος. 21 Σύνταγμα δεν είναι ένα κείμενο με τυπική ισχύ ανώτερη από εκείνη των νόμων, αλλά ένας τρόπος κρατικής οργάνωσης που ικανοποιεί ορισμένες προϋποθέσεις. Η δημιουργία ενός τέτοιου κράτους αντιμετωπίζει πολλά ροβλήματα στη Γερμανία, όπως και στην Ιταλία. Ακολουθώντας το παράδειγμα του Μακιαβέλι, ο Χέγκελ διατυπώνει έκκληση για την εμφάνιση μιας πολιτικής ηγεσίας ικανής να οικοδομήσει το γερμανικό κράτος. 22
Το εγελιανό σύστημα δεν έχει ωστόσο θέση για τη λαϊκή κυριαρχία, την οποία ο φιλόσοφος θεωρεί πολιτική κατηγορία του ατομικισμού. Επιχειρώντας να τοποθετήσει την αρχή της ατομικότητας στο ύψιστο ηθικό και πολιτικό επίπεδο, ο Χέγκελ επικρίνει την ατομικιστική και αφηρημένη δημοκρατία, αναζητώντας μια ολιστική σύλληψη του κράτους. 23 Ο φιλόσοφος δεν θεωρεί το λαό ως μεσολαβητική βαθμίδα μεταξύ μερικού και καθολικού. 24 Δεν αποκλείει μεν το λαό, αλλά θεωρεί ότι μπορεί να υπάρξει μόνο μέσω του κράτους ως βαθμίδας καθολικότητας, δηλαδή αναγνωρίζει το λαό στο βαθμό που οργανώνεται σε κράτος. 25
Η μεσολάβηση του κράτους ως εγγυητή της ελευθερίας είναι αναγκαία για την άσκηση της εξουσίας από το λαό, αφού η άμεση λαϊκή κυριαρχία σημαίνει ότι το κοινό καλό καθορίζεται από το άθροισμα ατομικών βουλήσεων, κάτι που ο Χέγκελ απορρίπτει. Η ηθική πραγμάτωση του λαού επιβάλλει την υιοθέτηση μιας αρχής ορθολογικότητας και καθολικότητας, μέσω του Συντάγματος. Το Σύνταγμα οργανώνει την ελευθερία και οι πολίτες αναγνωρίζονται στο κράτος χωρίς να χάνουν την ατομικότητά τους. Σκοπός του Συντάγματος είναι να συνενώσει τις ανεξέλεγκτες λαϊκές δυνάμεις και να τις εντάξει ως βασικό στοιχείο μιας ολότητας που θα τους δώσει νόημα. 26
Ο Χέγκελ αντιλαμβάνεται το Σύνταγμα ως οργάνωση του κράτους, 27 ως ορθολογική σύνταξη ενός λαού και όχι ως απλή συνένωση ατόμων. 28 Σε αντίθεση με τους νομικούς της εποχής του, ο Χέγκελ θεωρεί ότι το Σύνταγμα είναι μια πραγματικότητα που προηγείται της θεωρητικής επεξεργασίας. Το ερώτημα ποιος πρέπει να το συντάξει στερείται νοήματος, διότι βασίζεται στην ατομιστική σύλληψη της κοινωνίας. 29 Θεωρώντας ότι το Σύνταγμα δεν αποτελεί διακήρυξη ατομικών δικαιωμάτων, αλλά τρόπο οργάνωσης του κράτους, ο φιλόσοφος δεν ασχολείται με την συντακτική εξουσία, αλλα επιμένει στο ότι το γραπτό Σύνταγμα πρέπει να ανταποκρίνεται στο πραγματικό-ιστορικό. 30
Για να εισέλθει στην ιστορία, ένας λαός πρέπει να οργανωθεί σε κράτος, σύμφωνα με τις ιδιαιτερότητές του, εξασφαλίζοντας τη συγκεκριμένη ελευθερία του. 31 Οι μορφές κράτους είναι ιστορικές, αναπτύσσοντας τις στιγμές της ιδέας της ελευθερίας σε ορισμένο χώρο και χρόνο. Η τελειότερη μορφή δυτικού κράτους είναι το συνταγματικό. 32 Η εγελιανή υπεράσπιση του συνταγματικού κράτους είναι σαφής στο κείμενό του για τη Βυρτεμβέργη (1817 ), στο οποίο υπερασπίζεται το βασιλικό σχέδιο Συντάγματος και προτείνει βελτιώσεις. 33
Ο μονάρχης προσωποποιεί την ηθική ορθολογικότητα του κράτους 34 και η λαϊκή κυριαρχία, ως τμήμα του κράτους, πρέπει να συναθρώνεται με τη μοναρχική, δημιουργώντας την κρατική κυριαρχία που είναι η μόνη αυθεντική. 35 Το κράτος συναρθρώνει τη μοναρχία και το λαό, οργανώνοντας εξουσίες και ενδιάμεσα σώματα και κατορθώνοντας να εναρμονίσει το καθολικό με το μερικό. 36
Ο ηγεμόνας αποτελεί μια βαθμίδα απόφασης που αποκτά νόημα χάρη στην ολότητα της οποίας είναι τμήμα. Η εξουσία του ηγεμόνα περιλαμβάνει τρεις στιγμές του Όλου 37 : την καθολικότητατου συντάγματος και των νόμων, τη δι αβούλευση ως σχέση του μερικού με το καθολικό και την απόφασηως αυτοκαθορισμό. 38 Ο Χέγκελ θεωρεί τη συνταγματική μοναρχία ως το καλύτερο καθεστώς, αφού επιτρέπει την καθολική πραγμάτωση του δικαίου, δηλαδή την κατάργηση των προνομίων χάρη στην ορθολογική σχέση του πρίγκηπα με το λαό. 39 Ο εγελιανός μονάρχης περιορίζεται από το Σύνταγμα, αλλά εξακολουθεί να ασκεί τη θεμελιώδη ηγεμονική εξουσία (« pouvoir princier»). Πρόκειται για εξουσία αυτοοργάνωσης επειδή ο ηγεμόνας είναι προνομιακός μεσολαβητής της κυριαρχίας, εκφράζοντας την ενιαία βούληση του κράτους. Ο ηγεμόνας αποφασίζει σε τελική βαθμίδα για θέματα νομοθεσίας και διακυβέρνησης, αλλά δεν νομοθετεί ούτε εκτελεί τις αποφάσεις του. 40 Κατά τον Bourgeois , « ο εγελιανός μονάρχης ασκεί την απόλυτη εξουσία ενός μη απόλυτου μονάρχη». 41
Δεδομένου ότι τα συμφέροντα των ατόμων ικανοποιούνται στο κράτος, απαιτείται μια εξουσία αντιπροσώπευσης που να ορίζει με καθολικό τρόπο το καθολικό (νομοθετική εξουσία) και μια εξουσία που να υπάγει τη συγκεκριμένη περίπτωση στον καθολικό κανόνα (εκτελεστική). 42 Οι Jarczyk και Labarrière επισημαίνουν τη σημασία του Συντάγματος στο εγελιανό σύστημα, δεδομένου ότι η συνταγματική ισορροπία προκύπτει από τη δυναμική συνάρθρωση των τριών στιγμών: της ατομικότητας του μονάρχη, της ειδικότητας της διοίκησης και της καθολικότητας της νομοθεσίας που εκφράζεται από την πολιτική εκπροσώπηση της κοινωνίας. Το συνταγματικό θεμέλιο προκύπτει από τη δομική ρευστότητα της πολιτικής πραγματικότητας που εκφράζεται με μια διαδικασία αμφίδρομης μεσολάβησης. Όπως επισημαίνει ο Weil, το εγελιανό κράτος είναι μια συνταγματική μοναρχία, έντονα συγκεντρωτική όσον αφορά τη διοίκηση και αποκεντρωμένη ως προς τα οικονομικά συμφέροντα. Έχει ένα επαγγελματικό σώμα υπαλλήλων, δεν αναγνωρίζει επίσημη θρησκεία και κυριαρχεί απόλυτα στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Πρόκειται για μια συνταγματική μοναρχία και μια δημοκρατία ισορροπιών. Παράλληλα, ο Χέγκελ κατανοεί την καθοριστική σημασία της οικονομίας στην πολιτική, καθώς και τη σημασία της κοινής γνώμης και της λαϊκής συμμετοχής, τονίζοντας ότι η κυβέρνηση και η διοίκηση πρέπει να τίθενται στην υπηρεσία της ατομικότητας του μονάρχη και της πληθυντικότητας του λαού. 43
Αντιλαμβανόμενος τις κοινωνικές συγκρούσεις, 44 ο φιλόσοφος θεωρεί ότι η διοίκηση θα καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να αποφύγει τη ρήξη ανάμεσα στην κοινωνική πραγματικότητα και στη μορφή του κράτος. Εδώ βρίσκεται η βασική διαφορά του με τον Μαρξ που θεωρεί ότι η λύση των συγκρούσεων θα επέλθει με την επανάσταση της καταπιεζόμενης τάξης, η οποία θα στραφεί και εναντίον του κράτους. 45 Ο Μαρξ επικρίνει την εγελιανή θεωρία του κράτους ως αφαιρετική. Τις καταλογίζει ότι αγνοεί τα πραγματικά υποκείμενα της ιστορίας και αρνείται τη λαϊκή κυριαρχία με το να υιοθετεί μια ιδεατή έννοια της κυριαρχίας, που θεωρεί το κράτος υποκείμενο με μυστικιστικό τρόπο. 46 Η ιδεατή κυριαρχία κατά Χέγκελ εξατομικεύεται στη βούληση του μονάρχη, μετατρέποντας τα ατομικά του χαρακτηριστικά σε αυτοκαθορισμό της βούλησης. Ο εγελιανός μονάρχης είναι η στιγμή της προσωποποιημένης κυριαρχίας και της ατομικής βούλησης στο κράτος. 47
Αν όμως ο μονάρχης είναι κυρίαρχος διότι εκφράζει την ενότητα του λαού, αποτελεί αναγκαία εκπρόσωπο της λαϊκής κυριαρχίας. Άρα, γράφει ο Μαρξ, η λαϊκή κυριαρχία δεν υφίσταται χάρη στον ηγεμόνα, αλλά ο ηγεμόνας υφίσταται χάρη στη λαϊκή κυριαρχία. Το κράτος είναι λοιπόν το αφηρημένο και ο λαός το συγκεκριμένο ( « Der Staat ist ein Abstraktum. Das Volk allein ist das Konkretum») . 48
Αντικείμενο της εγελιανής φιλοσοφίας του δικαίου είναι ο ορισμός του δικαίου στη δραστικότητά του, ως πραγματικότητας σε δεδομένη ιστορική κατάσταση και όχι η αναζήτηση του ιδανικού δικαίου. Το εγελιανό δίκαιο είναι η ύπαρξη της ελεύθερης βούλησης και κατά συνέπεια η ελευθερία αποτελεί την ουσία του. 49 Αποτελεί μια πραγματικότητα που παράγεται από τη συγκεκριμένη βούληση των ατόμων: « το δίκαιο όπως όντως είναι σε ορισμένο χρονικό σημείο και όπως διαμορφώνεται από τη σύζευξη των στιγμών του συνιστά την ιδέα του δικαίου αν το διαλογισθούμε, είναι η έννοια της πραγματικότητας που αποκαλείται δίκαιο». 50 Αυτό δείχνει ότι η σύλληψη του δικαίου στον Χέγκελ δεν έχει την παραμικρή σχέση με τη φορμαλιστική και βασισμένη στο ιδιωτικό δίκαιο αντίληψη της ιστορικής σχολής του Savigny. 51
Υπερασπιζόμενοι την αυτοχειραφετική επανάσταση του προλεταριάτου, οι Μαρξ και Ένγκελς βρίσκονται σε διαρκή αντιπαλότητα με τη γερμανική Σοσιαλδημοκρατία που επηρεάζεται από τον Λασσάλ και υποστηρίζει την κοινοβουλευτική οδό και την καθολική ψηφοφορία. 52 Παρά ταύτα, ο Ένγκελς υποστηρίζει το 1895 στον πρόλογο της νέας έκδοσης του μαρξικού Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία, 1848-1850ότι η καθολική ψηφοφορία είναι σημαντικό μέσο πάλης των εργαζομένων στον αγώνα για τη χειραφέτηση, επιτρέποντας τη χρήση των κρατικών θεσμών εναντίον της αστικής κυριαρχίας. Ο πλήρης κοινωνικός μετασχηματισμός απαιτεί, κατά τον Έγκελς, την κινητοποίηση των λαϊκών μαζών στη συνειδητοποίηση των οποίων συμβάλλει η καθολική ψηφοφορία. 53
Στην Κριτική της Φιλοσοφίας του Δικαίου τουΧέγκελ, ο Μαρξ αναφέρει ότι η δημοκρατία αποτελεί την πραγματική ενότητα του καθολικού με το ατομικό και ο αυτοκαθορισμός του λαού αποτελεί το Σύνταγμά της. Το Σύνταγμα δεν υφίσταται καθεαυτό. Προκύπτει από το πραγματικό θεμέλιο της κοινωνίας, από τον πραγματικό λαό. Το Σύνταγμα είναι ελεύθερο προϊόν των ανθρώπων. 54 Ο Μαρξ επικρίνει τον Χέγκελ επειδή δεν καθόρισε ορθά τη σχέση της νομοθετικής εξουσίας με το Σύνταγμα. Κατά Χέγκελ, η νομοθετική εξουσία αποτελεί τμήμα του Συντάγματος. Ωστόσο, το Σύνταγμα δεν γράφεται μόνο του: «είναι αναγκαίο να υπάρχει ή να έχει υπάρξει μια νομοθετική εξουσία πρότερη και εξωτερική σε σχέση με το Σύνταγμα». 55 Συνεπώς, η νομοθετική εξουσία έχει διττή σημασία. Αφενός, οργανώνει το καθολικό, υπερβαίνοντας το Σύνταγμα ( « Sie greift über die Verfassung»). Αφετέρου, είναι μια συντεταγμένη εξουσία που υποτάσσεται στο Σύνταγμα. Κατά τον Μαρξ, ο Χέγκελ επιχειρεί να επιλύσει την αντίφαση, λέγοντας ότι το Σύνταγμα είναι προϋπόθεση της νομοθετικής εξουσίας, η οποία μπορεί όμως να το αναθεωρήσει, δηλαδή να το μεταρρυθμίσει μερικά κι όχι ολικά. Κατά τον Μαρξ, αυτό δεν επιλύει την αντίφαση αφού το καίριο ερώτημα είναι εάν ο λαός έχει δικαίωμα να θεσπίσει νέο Σύνταγμα. Η απάντηση πρέπει να είναι καταφατική, αφού το Σύνταγμα συνιστά τον καθολικό καθορισμό κάθε λαού που προκύπτει από το συνδυασμό του πολιτικού και του μη πολιτικού στοιχείου. Άρα η αντίφαση επιλύεται με τη γαλλική διάκριση μεταξύ συντακτικής και συντεταγμένης Εθνοσυνέλευσης (« assemblée constituante» - « assemblée constituée»). 56
Ο Μαρξ είναι θεωρητικός της συντακτικής εξουσίας με την ευρεία έννοια του όρου, ως προϊόντος της προλεταρικής επανάστασης. Όπως γράφει ο Löwy, η οικονομική αλλοτρίωση της καπιταλιστικής αγοράς αντιστοιχεί σε μια πολιτική αλλοτρίωση. Γι’ αυτό και η αστική πολιτική χειραφέτηση προβάλλει την πολιτική ζωή σε μια σφαίρα εξωτερική προς την κοινωνία, με βάση το μύθο του κράτους-σωτήρα. Το προλεταριάτο δεν χρειάζεται όμως βοήθεια «εκ των άνω», όπως πίστευαν οι ουτοπικοί σοσιαλιστές. Οι αστικές υποσχέσεις για μετασχηματισμό είναι μάταιες και γρήγορα επανέρχεται η τάξη και η μερική ή ολική παλινόρθωση. Ο συντηρητισμός είναι εγγενής στην αστική τάξη. Αντίθετα, το προλεταριάτο κληρονομεί την υπόσχεση αλλαγής του κόσμου που εγκατέλειψε η αστική τάξη. Μόνο η προλεταρική επανάσταση μπορεί να δημιουργήσει το νέο. 57 Οι συνθήκες που πρέπει να πληρωθούν για να επέλθει η αυτοχειραφέτηση είναι συγκυριακές (επαναστατική κατάσταση) και δομικές (προλεταριακή κατάσταση). Η συγκυρία έχει μεγάλη σημασία, διότι μόνο στις επαναστατικές κρίσεις οι προλεταριακές μάζες συνειδητοποιούν την ανάγκη αυτοαπελευθέρωσης. Η κομμουνιστική επανάσταση συνιστά την αυτοαπελευθέρωση των μαζών και οι κομμουνιστές έχουν ρόλο καταλύτη στη δράση των μαζών. 58
Στο Εβραϊκό Ζήτημαο Μαρξ διατυπώνει μια ριζοσπαστική κριτική της αστικής κοινωνίας, ιδίως σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα που αντιλαμβάνονται το άτομο ως «μονάδα απομονωμένη και κλεισμένη στον εαυτό της» ( als isolierter auf sich zurückgezogener Monade) . 59 Η φιλελεύθερη ιδιότητα του πολίτη με την αποκλειστικά πολιτική της διάσταση βρίσκεται στην υπηρεσία των αστών αφο ύ το δικαίωμα ελευθερίας αναιρείται στην πράξη από το δικαίωμα ιδιοκτησίας. Για τον Μαρξ, τα λεγόμενα ανθρώπινα δικαιώματα δεν ξεπερνούν τα όρια του απομονωμένου ατόμου στην αστική κοινωνία. Μόνο η πραγματικά καθολική χειραφέτηση των συγκεκριμένων ατόμων που είναι διαφορετικά από το μη πολιτικό άτομο της αστικής κοινωνίας μπορεί να υπερβεί τις κοινωνικές αντιφάσεις. 60
Στη Γερμανία ωστόσο δεν αναγνωρίζονταν καν τα αστικά δικαιώματα, διότι η γερμανική αστική τάξη, γράφει ο Μαρξ στην «Εισαγωγή στην κριτική της φιλοσοφίας του δικαίου του Χέγκελ », ήταν φοβισμένη και συντηρητική τη στιγμή που έπρεπε να είναι τολμηρή και επαναστατική. Η χειραφέτηση των γερμανών αστών πρέπει λοιπόν να αναμένει την προλεταριακή επανάσταση, αφού το προλεταριάτο δεν μπορεί να χειραφετηθεί εάν δεν χειραφετήσει όλες τις κοινωνικές τάξεις. 61 Στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματοςοι Μαρξ και Ένγκελς δείχνουν τη σημασία της αυτοοργάνωσης του προλεταριάτου σε ένα κομμουνιστικό κόμμα που να εκφράζει και να διαμεσολαβεί την ολότητα του προλεταριάτου. 62
Η γαλλική πολιτική εξέλιξη μεταξύ 1848 και 1851 δείχνει, κατά τον Μαρξ, ότι η αστική τάξη μπορεί να «σώσει» το συνταγματικό πολίτευμα παραβιάζοντας το Σύνταγμα. Ο φόβος του σοσιαλισμού έκανε τους αστούς να στηρίξουν το πραξικόπημα του Λουδοβίκου Ναπολέοντα. Εδώ ο Μαρξ αντιλαμβάνεται ότι η συντακτική εξουσία και οι συνταγματικοί θεσμοί απειλούν την πολιτική κυριαρχία της αστική τάξης. Οι αστοί καταργούν το κοινοβουλευτικό πολίτευμα στο όνομα της ασφάλειάς τους και γι’ αυτό αποδέχονται τη βοναπαρτιστική δικτατορία. 63 Ο Ένγκελς επισημαίνει το 1895 μια ειρωνία της ιστορίας: οι σοσιαλιστές επωφελούνται από τους συνταγματικούς θεσμούς και τις εκλογές περισσότερο από ό,τι τα «κόμματα της τάξης» που δημιούργησαν τη νομιμότητα αυτή. Γι’ αυτό και οι αστοί παραβιάζουν τους νόμους που οι ίδιοι θέσπισαν. 64
Η εμπειρία της παρισινής Κομμούνας του 1871 θέτει ξανά το ζήτημα της πλήρους πραγμάτωσης της λαϊκής κυριαρχίας. 65 Ένας φιλελεύθερος, όπως ο Laboulaye , γράφει ότι η Κομμούνα εμφανίζει ως δημοκρατία το αποκορύφωμα της δημαγωγίας. 66 Κατά τον Μαρξ, η Κομμούνα αποτελεί την πρώτη ιστορική εκδήλωση της κομμουνιστικής επανάστασης μια και δεν καταπολεμά μόνο τη μοναρχία αλλά και την ταξική κυριαρχία. Δεν ήταν μια ιακωβινική κυβέρνηση, αλλά έργο της εργατικής τάξης που επιδίωξε την οικονομική χειραφέτηση της εργασίας και αντικατέστησε τον επαγγελματικό στρατό από τον ένοπλο λαό, 67 με σκοπό την αντικατάσταση της παραδοσιακής κρατικής μηχανής από θεσμούς που να εκφράζουν τη λαϊκή αυτοοργάνωση. 68
Ο Μαρξ επισημαίνει ότι η ήττα της παρισινής Κομμούνας οδήγησε σε κάτι πρωτόγνωρο: ο νικητής γερμανικός στρατός και ο ηττημένος γαλλικός συνενώθηκαν για να σφαγιάσουν το παρισινό προλεταριάτο, δείχνοντας ότι η ταξική κυριαρχία έπαψε να κρύβεται πίσω από την εθνική ρητορική. 69
Το σοσιαλιστικό κίνημα διεκδικεί την εγκαθίδρυση της λαϊκής εξουσίας απειλώντας συντηρητικούς και φιλελεύθερους. Όπως λέει η περίφημη πρώτη φράση του Μανιφέστου: «ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη, το φάντασμα του κομμουνισμού». 70 Αυτό το φάντασμα απειλεί την ιδέα της θείας και της ανθρώπινης αυθεντίας. Όπως έγραψε Donoso Cortés, οι λαοί δεν είναι πλέον κυβερνήσιμοι: « Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στις κυβερνήσεις, αλλά στους κυβερνώμενους, το πρόβλημα είναι ότι οι κυβερνώμενοι έπαψαν να είναι κυβερνήσιμοι». 71 Οι νομικές και οι πολιτικές θεωρίες του 19ου και του 20ού αιώνα θα προσπαθήσουν να δώσουν απαντήσεις στην πρόκληση της ακυβερνησίας.
Βιβλιογραφία
Araujo, Cicero Romão Resende de. Quod Omnes Tangit: Fundações da República e do
Estado, São Paulo, Διατριβή Υφηγεσίας ( Φιλοσοφική σχολή, Universidade de São Paulo), 2004 .
Avineri, Shlomo. Hegel's Theory of the Modern State, Cambridge, Cambridge University Press, 1974 .
Böckenförde, Ε rnst-Wolfgang. “Die Historische Rechtsschule und das Problem der Geschichtlichkeit des Rechts”. In Recht, Staat, Freiheit - Studien zur Rechtsphilosophie, Staatstheorie und Verfassungsgeschichte, Frankfurt am Main, Suhrkamp, 1991.
Bourgeois, Bernard. “Le Prince Hégélien”. In Études Hégéliennes: Raison et Décision, Paris, PUF, 1992 .
Calera, Nicolás Maria Lopez. “Estado y Soberanía Popular en Hegel”, Anales de la Cátedra Francisco Suáreznº 23-24, Granada, Universidad de Granada, 1983-1984.
Cortés, Juan Donoso. “Discurso sobre la Situación General de Europa”. In Discursos Políticos, Madrid, Tecnos, 2002.
Costa, Pietro. Civitas: Storia della Cittadinanza in Europa, Roma/Bari, Laterza, 2000, vol. 2
David, Marcel. La Souveraineté du Peuple, Paris, PUF, 1996.
Duso, Giuseppe. “La Rappresentanza Politica e la sua Struttura Speculativa nel Pensiero Hegeliano”, Quaderni Fiorentini per la Storia del Pensiero Giuridico Modernonº 18, Milano, Giuffrè, 1989.
Engels, Friedrich. “Einleitung [zu Karl Marx’ Klassenkämpfe in Frankreich 1848 bis 1850(1895)]”. In Marx-Engels Werke, Berlin, Dietz, 1963, vol. 22.
Fioravanti, Μ aurizio. Giuristi e Costituzione Politica nell’Ottocento Tedesco, Milano, Giuffrè, 1979.
Fioravanti, Maurizio. Costituzione, Bologna, Il Mulino, 1999.
Fioravanti, Maurizio. “Il Dibattito sul Metodo e la Costruzione della Teoria Giuridica dello Stato”. In La Scienza del Diritto Pubblico: Dottrine dello Stato e della Costituzione tra Otto e Novecento, v. 1. Milano, Giuffrè, 2001: 38-53.
Friedrich, Carl J. Constitutional Reason of State: The Survival of the Constitutional Order, Providence, Brown University Press, 1957.
Griewank, Karl. Der neuzeitliche Revolutionsbegriff: Entstehung und Entwicklung. Hamburg, Europäische Verlagsanstalt, 1992.
Hegel, Georg Wilhelm Friedrich. “A Propos du ‘Reformbill’ Anglais”. In Écrits Politiques, Paris, Éditions Champ Libre, 1977-a: 356-384.
Hegel, Georg Wilhelm Friedrich. “Actes de l’Assemblée des États du Royaume de Wurtemberg en 1815 et 1816–Analyse Critique”. In Écrits Politiques,Paris, Éditions Champ Libre, 1977: 205-343.
Hegel, Georg Wilhelm Friedrich. Grundlinien der Philosophie des Rechts, Hamburg, Felix Meiner Verlag, 1995.
Hegel, Georg Wilhelm Friedrich. Über die Reichsverfassung, München, C.H. Beck, 2002.
Heller, Hermann. Hegel und der nationale Machtstaatsgedanke in Deutschland: Ein Beitrag zur politischen Geistesgeschichte. In Gesammelte Schriften, Tübingen, J.C.B. Mohr (Paul Siebeck), 1992, vol. 1.
Hummel, Jacky. Le Constitutionnalisme Allemand (1815-1918): Le Modèle Allemand de la Monarchie Limitée, Paris, PUF, 2002.
Jarczyk, Gwendoline & Pierre-Jean Labarrière. Le Syllogisme du Pouvoir: Y a-t-il une Démocratie Hegelienne?, Paris, Aubier, 1989.
Jouanjan, Olivier. Une Histoirede la Pensée Juridique en Allemagne (1800-1918): Idéalisme et Conceptualisme chez les Juristes Allemands du XIXe Siècle, Paris, PUF, 2005.
Koselleck, Reinhart. “Revolution (Rebellion, Aufruhr, Bürgerkrieg)”. In Otto Brunner; Werner Conze & Reinhart Koselleck ( επιμ.), Geschichtliche Grundbegriffe: Historisches Lexikon zur politisch-sozialen Sprache in Deutschland, Stuttgart, Klett-Cotta, 1994, τ . 5: 726-732.
Koselleck, Reinhart. “Staat und Souveränität”. In Otto Brunner; Werner Conze & Reinhart Koselleck ( επιμ.), Geschichtliche Grundbegriffe: Historisches Lexikon zur politisch-sozialen Sprache in Deutschland, Stuttgart, Klett-Cotta, 1994-a, τ . 6: 37-40.
Labarrière, Pierre-Jean. “La Rationalité du Pouvoir, ou Comment Gérer l’Héritage Hegelien”. In Gwendoline Jarczyk & Pierre-Jean Labarrière, Hegeliana, Paris, PUF, 1986.
Laboulaye, Édouard. Questions Constitutionnelles, Paris, Charpentier et Cie, 1872.
Lefort, Claude. Le Travail de l’Oeuvre Machiavel, Paris, Gallimard, 1986 .
Losurdo, Domenico. Hegel, Marx e a Tradição Liberal: Liberdade, Igualdade e Estado, São Paulo, EdUNESP, 1998.
Löwy, Michael. A Teoria da Revolução no Jovem Marx, Petrópolis, Vozes, 2002.
Maluschke, Günther. “Hegel und das Problem der Staatsräson”. In Roman Schnur (org.), Staatsräson: Studien zur Geschichte eines politischen Begriffs, Berlin, Duncker & Humblot, 1975: 573-587.
Maluschke, Günther. Philosophische Grundlagen des demokratischen Verfassungsstaates, Freiburg/München, Karl Alber, 1982.
Marx, Karl. “Zur Kritik der Hegelschen Rechtsphilosophie – Einleitung”. In Marx-Engels Werke, Berlin, Dietz, 1977, vol. 1 .
Marx, Karl Zur Kritik der Hegelschen Rechtsphilosophie. In Marx-Engels Werke, Berlin, Dietz, 1977-a, vol. 1.
Marx, Karl. Zur Judenfrage. In Marx-Engels Werke, Berlin, Dietz, 1977-b, vol. 1.
Marx, Karl. Der achtzehnte Brumaire des Louis Bonaparte. In Marx-Engels Werke, Berlin, Dietz, 1960, vol. 8.
Marx, Karl Die Klassenkämpfe in Frankreich 1848 bis 1850. In Karl Marx & Friedrich Engels, Ausgewählte Schriften, Berlin, Dietz, 1955, vol. 1.
Marx, Karl. Der Bürgerkrieg in Frankreich. In Karl Marx & Friedrich Engels, Ausgewählte Schriften, Berlin, Dietz, 1955-a, vol. 1.
Marx, Karl & Friedrich Engels. Manifest der Kommunistischen Partei. In Karl Marx & Friedrich Engels, Ausgewählte Schriften, Berlin, Dietz, 1955, vol. 1.
Meinecke, Friedrich. Die Idee der Staatsräson in der neueren Geschichte, München, R. Oldenbourg Verlag, 1963.
Negri, Antonio. Il Potere Costituente: Saggio sulle Alternative del Moderno, Roma, Manifesto Libri, 2002.
Ribeiro, Renato Janine. “O Novo e o ‘Pathos’ (Em Torno do ‘Dezoito Brumário’)”. In A Última Razão dos Reis: Ensaios sobre Filosofia e Política, São Paulo, Companhia das Letras, 2002.
Rosanvallon, Pierre. O Liberalismo Econômico: História da Idéia de Mercado, Bauru, EDUSC, 2002.
Rosenzweig, Franz. Hegel et l'État, Paris, PUF, 1991.
Salgado, Joaquim Carlos. A Idéia de Justiça em Hegel, São Paulo, Loyola, 1996.
Schiavone, Aldo. Alle Origini del Diritto Borghese: Hegel contro Savigny, Bari, Laterza, 1984 .
Stolleis, Michael. Geschichte des öffentlichen Rechts in Deutschland, München, C.H. Beck, 1988, vol. 1.
Stolleis, Michael. “Die Entstehung des Interventionsstaates und das öffentliche Recht”. In Konstitution und Intervention: Studien zur Geschichte des öffentlichen Rechts im 19. Jahrhundert, Frankfurt am Main, Suhrkamp, 2001.
Weil, Eric. Hegel et l'État: Cinq Conférences suivies de Marx et la Philosophie du Droit, Paris, Vrin, 1994.
Wieacker, Franz. História do Direito Privado Moderno. Lisboa, Fundação Calouste Gulbenkian, 1993.
Wilhelm, Walter. Zur juristischen Methodenlehre im 19. Jahrhundert: Die Herkunft der Methode Paul Labands aus der Privatrechtswissenschaft, Frankfurt am Main, Vittorio Klostermann, 1958.
1 Wilhelm, 1958 : 70-87 , 121-128 .
2 Fioravanti, 1979 : 72-73 ,
3 Schiavone, 1984 : 61-77 .
4 Wieacker, 1993 : 455-459 , 491-505 , Böckenförde, 1991 : 23-26 , Fioravanti, 2001 : 38-53 , Jouanjan, 2005 : 39-45 , 173-178.
5 Calera, 1983-1984 : 153-154, Salgado, 1996 : 306-317 , Losurdo, 1998 : 151-156 , 160-166. Για την έννοια της επανάστασης στον Χέγκελ, βλ. Griewank, 1992 : 210-215. Για την ερμηνεία της Γαλλικής Επανάστασης από τους γερμανούς δημοσιολόγους, βλ. Koselleck, 1994: 726-732 , Stolleis, 1988: 327-329.
6 Κατά τους Meinecke και Rosenzweig, η έννοια-κλειδί του εγελιανού κράτους είναι η ισχύς (Macht). Θεωρούν ότι ο Χέγκελ προτείνει έναν ανώτερο και καινοτόμο ατομικισμό αναγνωρίζοντας την ατομικότητα του υπερατομικού κράτους. Σε αυτή την οπτική, μια ατομική ολότητα που αναπτύσσεται με απόλυτα συγκεκριμένο τρόπο σύμφωνα με τους νόμους της, οφείλει να παραμερίσει τα εμπόδια, ακολουθώντας μια ηθικότητα ανώτερη από τους κανόνες της συμβατικής ηθικής. Βλ. Meinecke , 1963: 414-433, Rosenzweig , 1991: 113-117. Είναι γνωστή η πολεμική μεταξύ Friedrich Meinecke και Hermann Heller . Ο Heller θεωρούσε ότι ο Χέγκελ επιδίωκε την ενδυνάμωση του εθνικού κράτους, ενώ ο Meinecke θεωρούσε ότι ο Χέγκελ δεν ενδιαφέρεται για την εθνική εξουσία, αλλά για την εθνική κουλτούρα ως διαδικασία συνειδητοποίησης της ελευθερίας. Meinecke , 1963: 430-432, Heller , 1992: 83-157.
7 Κατ ά τον Meinecke , η θεωρία της μετα-ατομικής ατομικότητας του κράτους μπορεί να νομιμοποιήσει ποικίλες καταχρήσεις εξουσίας ως αναγκαίες και οργανικές εκφράσεις του κρατικού είναι ( Meinecke , 1963: 433). Παρομοίως, ο Friedrich θεωρεί ότι ο Χέγκελ εξυψώνει το κράτος σε ένα επίπεδο υπερβατικότητας που δεν επιβάλλει τη δικαιολόγηση των μέσων που χρησιμοποιεί για τη διατήρησή του ( Friedrich , 1957: 91-107, 112-113). Ο Maluschke απορρίπτει αυτές τις ερμηνείες θεωρώντας ότι στο σύστημα του Χέγκελ δεν υπάρχει χώρος για την raison d’Etat ( 1975: 569-588 ).
8 Losurdo, 1998: 37-47. Για την κριτική της θεώρησης του Χέγκελ ως απολογητή της πρωσικής μοναρχίας βλ. Salgado, 1996: 404-411.
9 Losurdo, 1998: 85-109 .
10 Maluschke, 1982: 231-236 , Calera, 1983-1984: 151-153 , Salgado, 1996: 311-313 , 345-346 , Costa, 2000: 440-444 .
11 Avineri, 1974: 183-184 , Salgado, 1996: 297-299.
12 Weil, 1994: 27-31 , Labarrière, 1986: 251-253 , Salgado, 1996: 320. Ο Χέγκελ θεωρούσε τον Ναπολέοντα ως την ιστορική μορφή που θα κατόρθωνε να οικοδομήσει μια κοινωνία που θα σεβόταν την ανθρώπινη ελευθερία και αξιοπρέπεια. Βλ. Rosenzweig, 1991: 215-240.
13 Salgado, 1996: 381-386 .
14 Hegel, 1995, §§ 243 -245: 200-202 , Rosenzweig, 1991: 318-322 , Avineri, 1974: 141-147 , Labarrière, 1986 : 261-266.
15 Hegel , 1995, §§ 241, 244: 199, 201.
16 Hegel , 1995, § 236: 197-198.
17 Hegel , 1995, §§ 33, 258: 48-50, 208-211. Βλ. και Salgado , 1996: 422-428.
18 Hegel , 1995, §§: 245-248: 201-203.
19 Avineri , 1974: 147-154, Losurdo , 1998: 104-109, 122-129, 204-209, 228-231. Βλ. και Rosenzweig , 1991: 322-325, Weil, 1994: 89-97 , Maluschke , 1982: 237-246, Rosanvallon , 2002: 190-207, Costa , 2000: 435-439. Ο Losurdo επισημαίνει ότι ο Χέγκελ αρνείται την ύπαρξη ενός δικαιώματος αντίστασης, αλλά αναγνωρίζει το δικαίωμα που απορρέει από την κατάσταση ανάγκης ( Notrecht), ως δικαίωμα του ατόμου να παραμείνει στη ζωή (1998: 135-139).
20 Hegel , 2002: 11, Weil, 1994: 45-46, Avineri , 1974: 176-184, Calera, 1983-1984: 149-151, Salgado , 1996: 293-296, 401-403. Για τις εγελιανές επισημάνσεις σχετικά με την ανάγκη δημιουργίας ενός νέου κράτους στη Γερμανία, βλ. Rosenzweig, 1991: 129-132. Για τη σύλληψη του κράτους στο έργο του Χέγκελ βλ. και Koselleck, 1994-a: 37-40.
21 Hegel, 2002: 11-14 και 65-74, Rosenzweig, 1991: 121-122, Avineri: 1974: 38-44.
22 Hegel, 2002: 116-126 και 175-176, Rosenzweig, 1991: 122-129, Avineri, 1974: 44-61, ιδίως 53-61. Για τις αναφορές του Χέγκελ στο Μακιαβέλι στο κείμενο για το Σύνταγμα της Γερμανίας, βλ. Lefort, 1986: 109-112 , Costa, 2000: 421-426.
23 Calera, 1983-1984: 154-157.
24 Hegel, 1995, §§ 303 , 308: 264-265 , 267-268.
25 Weil, 1994: 62-68, Labarrière, 1986: 276-278, Duso, 1989: 72-75 .
26 Hegel, 1995, § 273: 235-239, Hegel, 1977-a: 356-362, 380-384, Weil, 1994: 57-59, Calera, 1983-1984: 157-162, Labarrière, 1986: 253-255, Jarczyk-Labarrière, 1989: 352-353.
27 Hegel, 1995, § 271: 233.
28 Hegel, 1995, § 274: 239-240.
29 Hegel, 1995, § 273: 235-239.
30 Weil, 1994: 56-57, Hummel, 2002: 97-100. Για την εγελιανή κατανόηση του Συντάγματος βλ. και Rosenzweig, 1991: 332-333, Fioravanti, 1999 : 134-135.
31 Hegel, 1995, § 274: 239-240.
32 Salgado, 1996: 411-417.
33 Hegel, 1977: 205-343, Rosenzweig, 1991: 248-268, Avineri, 1974: 72-80.
34 Hegel, 1995, § 279: 242-247.
35 Hegel, 1995, §§ 277-279: 240-247.
36 Rosenzweig, 1991: 339-343, Calera, 1983-1984: 158-159, Labarrière, 1986: 267-268, Hummel, 2002: 88-97 .
37 Hegel, 1995, § 272: 233-235.
38 Hegel, 1995, § 275: 240.
39 Rosenzweig, 1991: 336-339, Avineri, 1974: 185-189, Labarrière, 1986: 268-270, Bourgeois, 1992: 207-208 .
40 Bourgeois, 1992: 208-209, 211-214, 223-238.
41 Bourgeois , 1992: 237. Ο Weil θεωρεί, αντίθετα, ότι στην εγελιανή συνταγματική μοναρχία ο μονάρχης εκφράζει τη συνέχεια του κράτους, μπορώντας να αποφασίσει σε τελική βαθμίδα (« pouvoir décidant»), αλλά δεν αποτελεί το κέντρο του κράτους, αφού δεν θέτει τα προβλήματα ούτε βρίσκει λύσεις. Κατά τον συγγραφέα βασική εξουσία είναι η εκτελεστική ( Weil, 1994: 59-62, 64-68).
42 Hegel, 1995, § 301: 261-263.
43 Weil, 1994: 56-57, 59-62, 64-68. Βλ. και Jarczyk-Labarrière, 1989: 349-351. Γην εγελιανή σύλληψη του κράτους ως έκφρασης της κουλτούρας ενός λαού βλ. Rosenzweig, 1991: 362-368, 372-374. Για την πολιτική αντιπροσώπευση στον Χέγκελ, βλ. Duso, 1989: 48-72.
44 Στο τελευταίο κείμενό του που αναφέρεται στην εκλογική μεταρρύθμιση την Αγγλία, ο Χέγκελ αναφέρει ότι δεν θα επιλύσει τα κοινωνικά προβλήματα της χώρας που απαιτούν κοινωνική και όχι μόνο πολιτική αλλαγή. Hegel , 1977- a : 393-395, Rosenzweig , 1991: 413-425, Avineri , 1974: 208-220, Hummel , 2002: 151-154. Για την κριτική του Χέγκελ στην αγγλική αριστοκρατία βλ. Losurdo, 1998: 173-177.
45 Weil, 1994: 106-108.
46 Marx , 1977- a : 222-225.
47 Marx , 1977- a : 225-229.
48 Marx , 1977- a : 229-230. Βλ. σχετικά Maluschke , 1982: 260-272, Calera, 1983-1984: 159, L ö wy , 2002: 79-82, Hummel , 2002: 108-109 . Κατά τον Weil, το κείμενο «Κριτική στην Εγελιανή Φιλοσοφία του Δικαίου» δεν διατυπώνει μια θεωρία του κράτους (Weil, 1994: 111-115).
49 Hegel, 1995, § 29: 45, Salgado, 1996: 327-335.
50 Salgado, 1996: 334.
51 Για τη θεωρητική αντιπαράθεση Χέγκελ και Savigny, βλ. Schiavone, 1984: 45-60.
52 Löwy, 2002: 229-234, 239-245.
53 Engels , 1963: 518-519, 523-524. Για μια ανάλυση της σχέσης των σοσιαλιστών με τη συζήτηση για την καθολική ψηφοφορία στη Γαλλία μεταξύ 1872 και 1939, βλ. David, 1996: 256-288.
54 Marx, 1977-a: 230-232.
55 «Es muss eine gesetzgebende Gewalt vorder Verfassung und außerder Verfassung bestehen oder bestehen haben». Marx, 1977: 257.
56 Marx, 1977-a: 257-260.
57 Για τον Μαρξ, η επανάσταση πρέπει να αναζητήσει έμπνευση στο μέλλον και όχι στο παρελθόν ( 1960: 117).
58 Löwy 2002: 42-53, Ribeiro, 2002: 120-121, 128, Negri, 2002: 324-329. Για την έννοια της επανάστασης στον Μαρξ βλ. Griewank, 1992: 217-222, Koselleck, 1994: 753-754.
59 Marx , 1977- B : 364.
60 Marx, 1977-B: 362-370, Löwy, 2002: 94-98. Βλ. επίσης Costa : 2000: 580-590 , 606-609.
61 Marx, 1977: 389-391, Löwy, 2002: 98-107.
62 Marx-Engels, 1955: 32, 42-43, 53-54, Löwy, 2002: 213-223. Κατά τον Löwy, ο Μαρξ αναφέρεται για πρώτη φορά στη δημιουργία ενός κομμουνιστικού κόμματος στη Γερμανική Ιδεολογία, επισημαίνοντας ότι ο επαναστατικός χαρακτήρας του προλεταριάτου προκύπτει από τη συγκεκριμένη κοινωνική του κατάσταση που αποκτά το συγκεκριμένο χαρακτήρα της στην ιστορική πρακτική του αγώνα ενάντια στην αστική τάξη και της επανάστασης (2002: 173-184) .
63 Marx, 1955: 217-218, Marx, 1960: 182-188, 190-191, 194-196, 207, Negri, 2002: 282-283.
64 «Die Ironie der Weltgeschichte stellt alles auf den Kopf. Wir, die “Revolutionäre”, die “Umstürzler”, wir gedeihen weit besser bei den gesetzlichen Mitteln als bei den ungesetzlichen und dem Umsturz. Die Ordnungsparteien, wie sich nennen, gehen zugrunde an dem von ihnen selbst geschaffenen gesetzlichen Zustand» Engels, 1963: 525. Ένα παράδειγμα της απόπειρας να εμποδιστεί η ψηφοδότηση των σοσιαλδημοκρατών είναι η αντισοσιαλιστική νομοθεσία του Μπίσμαρκ που απέβλεπε στην καταστολή του SPD ( Engels ,1963: 517-518, Stolleis , 2001: 261-263).
65 David, 1996: 241-254.
66 Laboulaye, 1 872 : 312.
67 Marx, 1955-a: 488-491, 494-496, 498.
68 Marx, 1955-a: 492-494, Löwy, 2002: 236-238. Βλ . και Negri, 2002: 283-286, Araujo, 2004: 75-84 .
69 Marx, 1955-A: 512-513.
70 “Ein Gespenst geht um in Europa – das Gespenst des Kommunismus” Marx-Engels, 1955: 23.
71 Cortés, 2002: 42-43.