Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΘΑΓΕΝΕΙΑΣ:
ΜΙΑ ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΗ ΣΤΟ ΚΑΤΩΦΛΙ ΤΟΥ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ1
του Δημήτρη Χριστόπουλου
1. Η αριστερά απέναντι στην ιδιότητα του πολίτη
Οι σχέσεις της ιδιότητας του πολίτη με τη μαρξιστική θεωρία για το κράτος είναι αμφίσημες. Και αυτό διότι η μαρξιστική θεωρία του κράτους κατεξοχήν (δεν μπορεί να μην) βλέπει την ιθαγένεια ως μια διαφοροποιητική νομική κατασκευή συμμετοχής και αποκλεισμού. Τη στιγμή λοιπόν που η ιθαγένεια αναδεικνύεται σε ιδιότητα συστατική για την άσκηση ατομικών, πολιτικών ελευθεριών και κοινωνικών δικαιωμάτων, κατά βάση, παραμένει ένα προνόμιο που παραχωρείται από το κράτος ακριβώς στη βάση της άρνησης της οικουμενικής θεμελίωσής της: «Πολίτες όλοι; Πολίτες κάποιοι!» λοιπόν.2 Η ιθαγένεια είναι μια ιδιότητα που νοηματοδοτείται μόνο μέσω της άρνησής της, δηλαδή της μη σώρευσης των προϋποθέσεων εκείνων που κάνουν τον άνθρωπο πολίτη. Σε μια από τις λίγες μελέτες νομικής και πολιτικής θεωρίας που δημοσιεύθηκαν στα ελληνικά,3 ο Δ. Δημούλης γράφει πως «το σύνορο της ιδιότητας του πολίτη είναι ρευστό και πολιτικά διαπραγματεύσιμο. (…) Όσο πιο “ανοιχτός” είναι οικονομικά και πολιτικά ένας κοινωνικός σχηματισμός, τόσο πιο ασαφή είναι τα όρια εξουσίας του πολίτη και τόσο περισσότερες οι κατηγορίες πολιτών». Εάν λοιπόν στο εσωτερικό πεδίο, ο δεσμός της ιθαγένειας θεμελιώνεται σε μια διαβαθμισμένη σύνθεση μερικότητας και ισότητας, στο εξωτερικό επίπεδο, η ιθαγένεια είναι εξ ολοκλήρου μια σχέση διαφοροποίησης ανάμεσα σε πολίτη και (κάθε) άνθρωπο.4 Η κατεξοχήν πολιτικά εκφρασμένη εκδοχή αυτής της σχέσης διαφοροποίησης αντανακλάται στο «We, the people» του αμερικάνικου συνταγματισμού έναντι ενός μη λεγόμενου, αλλά προφανούς «They, the others». Άρα, η ταυτότητα του «we» προσδιορίζει τους άλλους και αντίστροφα: οι άλλοι είναι ό,τι δεν μπορεί να γίνει «εμείς». Μια διαρκής σχέση ετεροκαθορισμού.
Το γεγονός ότι η ιθαγένεια αποτελεί εξ ορισμού μια νομική κατασκευή που χωρίζει τους ανθρώπους σε «έχοντες» και «μη έχοντες» κάνει κατανοητό γιατί η μαρξιστική θεωρία για το κράτος και ακολούθως τμήματα του αριστερού λόγου, να στέκονται κριτικά απέναντί της. Χωρίς περιστροφές λοιπόν, η έννοια της ιδιότητας του πολίτη ενέχει στον πυρήνα της μια διαίρεση.5 Η διαίρεση αυτή αντιβαίνει prima facie τόσο στον φιλελεύθερο κοσμοπολιτισμό, που έλκει την καταγωγή του από τη στωική στην καντιανή φιλοσοφία, διαβλέποντας την υπερβατολογική ενότητα της ανθρωπότητας, όσο και στον προλεταριακό διεθνισμό, που υπαγορεύει την υπεροχή του ταξικού προσδιορισμού έναντι όλων των άλλων. Είτε στη μια είτε στην άλλη εκδοχή λοιπόν, η ιδιότητα του πολίτη δεν είναι καταρχήν καλοδεχούμενη. Αφενός οι θεωρητικοί της καντιανής παράδοσης προσφεύγουν στην έννοια της κοσμοπολιτικής ιδιότητας του πολίτη για να δώσουν έμφαση στις υποχρεώσεις των ανθρώπων έναντι των καθολικών διακυβεύσεων του ανθρώπινου γένους6 και αφετέρου – πιο σχηματικά και οικεία – «οι προλετάριοι δεν έχουνε πατρίδα».
Άρα, το ζήτημα της απόδοσης της ιθαγένειας του κράτους υποδοχής για τους μετανάστες που διαμένουν σε αυτό είναι αίτημα που δεν μπορεί να κεφαλαιοποιήσει μια προοπτική οικουμενικής χειραφέτησης, ούτε μια αντίστοιχη προοπτική ταξικής χειραφέτησης για τους εργαζόμενους μετανάστες, καθώς η βασική αντίθεση παραμένει όχι απλώς άθικτη αλλά αρματωμένη επιπλέον με έναν πρόσθετο συμβολισμό ιδεολογικής συσπείρωσης της «ψευδούς συνείδησης»: αυτόν του ανήκειν στην κυρίαρχη πολιτική κοινότητα. Περαιτέρω, διαρκώς κάποιοι – και μάλιστα ανυπολόγιστα περισσότεροι – «μένουν απ’ έξω». Με την έννοια αυτή, δεν πρέπει να εκπλήσσει πως η μαρξιστική αντίληψη για το κράτος ιστορικά μάλλον αντιπαρέρχεται το ζήτημα αυτό: η ιδιότητα του πολίτη, στο όνομα των δεδομένων αποκλεισμών που ιστορικά συμπυκνώνει, δύσκολα μπορεί να είναι αριστερό πρόταγμα. Θέλοντας και μη, ακόμη και στην πιο περιεκτική της εκδοχή, η ιδιότητα του πολίτη αναπαράγει τη διαίρεση ανάμεσα σε πολίτες και μη: πολίτες δηλαδή, και (λοιπούς) ανθρώπους.
Είναι γεγονός ότι ο αποκλεισμός είναι συγγενής έννοια της ιθαγένειας, αφού πάντα κάποιοι δεν θα έχουν ιθαγένεια και άμα την έχουνε όλοι, τότε αυτή χάνει το νόημά της. Το επόμενο ερώτημα όμως είναι αναπόδραστο και ρητορικό συνάμα: είναι όλες οι διαιρέσεις ίδιες; Μόνο κάποιος τυφλός δεν θα έβλεπε ότι οι διαιρέσεις παράγουν κάθε φορά διαφορετικά ποιοτικά και ποσοτικά πηλίκα. Τα πηλίκα αυτά είναι το αποτέλεσμα της εκάστοτε αβέβαιης έκβασης των κοινωνικών αντιθέσεων, κυρίως όταν αυτές λαμβάνουν την πιο ανταγωνιστική τους μορφή. Η πορεία από μια κατεξοχήν αποκλειστική προς μια περισσότερο περιεκτική ιδιότητα του πολίτη και κατ’ επέκταση, πιο περιεκτική δημοκρατία είναι λοιπόν το ζητούμενο στο οποίο επιθυμεί να απαντήσει η δυνατότητα συμπερίληψης των μεταναστών στο πολιτικό σώμα.
Ναι μεν λοιπόν «οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα» – πέραν από αυτήν της ανάγκης τους – αλλά, ενίοτε ζητούν και δεύτερη πατρίδα προκειμένου να μπορέσουν να ζήσουν στοιχειωδώς καλύτερα, κυρίως δε όταν οι διαφορές στη ζωή τους, από τους «αυτόχθονες» είναι τόσο έντονες που κατ’ ουσίαν τους καθηλώνουν σε μια διαρκή βιωτική ανασφάλεια. Άρα, θα το επαναδιατυπώσουμε: ναι μεν η ιδιότητα του πολίτη δεν μπορεί να κεφαλαιοποιήσει την προοπτική της ανθρώπινης χειραφέτησης, μπορεί όμως κατεξοχήν να ενταχθεί σε αυτήν την προοπτική, καθώς η κτήση της από νέα υποκείμενα «μετατοπίζει το κατώφλι του αποκλεισμού»:7 και αυτή η μετατόπιση δεν είναι απλώς ένα ζήτημα ποσοτικής συμπερίληψης – άρα αλλαγής συσχετισμών – αλλά ποιοτικού μετασχηματισμού της ταυτότητας του πολίτη: ένα νέο «we».
2. Πολιτικός λόγος και ελληνική ιθαγένεια: η ιθαγένεια ως μη ζήτημα
Στις 24 Μαρτίου 2010 κλείνει και τυπικά με τη δημοσίευση του νόμου «Σύγχρονες διατάξεις για την Ελληνική Ιθαγένεια και την πολιτική συμμετοχή ομογενών και νομίμως διαμενόντων αλλοδαπών και άλλες διατάξεις»10 ο πρώτος, από καταβολής ελληνικού κράτους, κύκλος δημόσιας συζήτησης για τη νομοθετική ρύθμιση της ελληνικής ιθαγένειας. Από τότε που ξεκίνησε η συζήτηση αυτή, με την ευκαιρία της ανάρτησης της σχετικής «νομοθετικής πρωτοβουλίας» στις παραμονές Χριστουγέννων του 2009 ακούστηκαν και γράφτηκαν πράγματι πολλά και μοναδικά λόγια σχετικά με την πρωτοβουλία. Αν, λόγου χάρη, κάποιος ερευνητής βάλει τον εαυτό του στον κόπο στοιχειωδώς να ταξινομήσει και να αναλύσει το τι γράφτηκε στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών στο πλαίσιο της λεγόμενης «δημόσιας διαβούλευσης» νομίζω ότι θα προσφέρει ένα ανεκτίμητο έργο για μια πιο συστηματική κατανόηση συλλογικών συμπεριφορών και θυμικών αποκλίσεων που παρουσιάζονται ή ενδημούν στην ελληνική κοινωνία και οι οποίες ως τώρα δεν έχουν αποτελέσει το αντικείμενο μιας ενδελεχούς κοινωνικής έρευνας.
Το θετικό λοιπόν στοιχείο είναι ότι για πρώτη φορά συζητήσαμε στην Ελλάδα για την ιθαγένεια. Το αρνητικό στοιχείο είναι το πώς συζητήθηκε η ιθαγένεια. Η δυσοσμία που, κατά την άποψή του γράφοντος, κατεξοχήν αφήνει πίσω της η συζήτηση περί ελληνικής ιθαγένειας στους μετανάστες είναι, καταρχήν, η εδραίωση επιθετικών αντανακλαστικών σε τμήματα της ελληνικής κοινωνίας που είτε νιώθουν πως απειλούνται είτε όντως απειλούνται11 από τυχόν συμπερίληψη μειζόνων μεταναστευτικών ομάδων στον ελληνικό λαό. Στην ιστορική προοπτική της, η επιθετικότητα αυτή εκβάλλει στην ανάδειξη της ισλαμοφοβίας (αποσυνδεμένης πλέον από την «τούρκικη απειλή») σε κομβικό – ρητό ή λανθάνον – αναλυτικό εργαλείο για την κατανόηση της εθνικής γεωπολιτικής συγκυρίας, ενταγμένης εννοείται στο ευρύτερο πλαίσιο των μεταναστευτικών ροών που ακολούθησαν τις «αντιτρομοκρατικές» εκστρατείες στην Ασία μετά την 9.11.2001.
Η αιτία για την οποία η σύγχρονη εκφορά του λαϊκιστικού λόγου δεν έχει τύχει της απαραίτητης μελέτης ή πολιτικής επαγρύπνησης στη χώρα είναι διότι ως πολύ πρόσφατα ενδημούσε η αντίληψη ότι η νωπή εμπειρία της συνταγματικής εκτροπής στην Ελλάδα δεν πρόκειται να δώσει τη δυνατότητα εδραίωσης ενός αγοραίου ακροδεξιού λόγου τουλάχιστον με την ευκολία που αυτό συνέβη σε συγκρίσιμες χώρες της υπόλοιπης Ευρώπης. Τελικώς, η α-πολιτική αυτή αντίληψη απλώς προσποιούνταν πως δεν έβλεπε την κυοφορία ενός «διεστραμμένου αλλά εντούτοις “ζωντανού” πολιτικού πάθους»12 μέσα στα δύο κόμματα εξουσίας καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90, με βασική στρατηγική την εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού φαινομένου που αίφνης εισήχθη στον ελληνικό πολιτικό λόγο.
Σε αντίθεση όμως με το μεταναστευτικό που αυτοτελώς έχει αναχθεί σε κατεξοχήν πολιτικό διακύβευμα ήδη από την προηγούμενη δεκαετία, η ελληνική ιθαγένεια ως το τέλος της πρώτης δεκαετίας του εικοστού πρώτου αιώνα, είναι εντελώς απούσα: είναι ένα μη-ζήτημα. Ποτέ ως σήμερα στην Ελλάδα δεν είχε συζητηθεί το ζήτημα. Αντιθέτως, με εξαίρεση τη συζήτηση της προηγούμενης δεκαετίας σχετικά με την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας από τους παλιννοστούντες της ΕΣΣΔ για πελατειακούς λόγους – τις κατά το κοινώς λεγόμενο «ελληνοποιήσεις» – το ζήτημα της ιθαγένειας κατεξοχήν ανήκε στα «εθνικώς ευαίσθητα» θέματα, αυτά που κατά κανόνα δεν προσφέρονταν για δημόσια συζήτηση και κατ’ αντιδιαστολή οδηγούσαν σε «κοινωνικά αναίσθητες» πρακτικές. Με τον τρόπο αυτό, το μείζον τμήμα του επίμαχου πολιτικού γίγνεσθαι σχετικά με την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη έμεινε στο άβατο της δημόσιας διαβούλευσης και διευθετήθηκε με αποφάσεις που (είτε καθαυτές, είτε ως προς τα κίνητρά τους) δεν γίνονταν να δημοσιοποιηθούν.
Η μη-απόφαση έχει ως αντικείμενο αυτό που δεν συζητείται. Είναι ένας «μηχανισμός μέσω του οποίου αιτήματα για αλλαγή στην υπάρχουσα κατανομή των απολαβών και των προνομίων στην κοινότητα μπορούν να καταπνιγούν πριν καν διατυπωθούν ή να εξουδετερωθούν πριν αυτά κερδίσουν πρόσβαση στους συναφείς με τη λήψη αποφάσεων χώρους, ή, αν όλα αυτά αποτύχουν, να ακρωτηριάζονται ή να καταστρέφονται κατά το στάδιο εφαρμογής των αποφάσεων».13 Είναι αυτές ακριβώς οι αποφάσεις που, σε τελευταία ανάλυση, συγκροτούν τον σκληρό πυρήνα των σχέσεων ηγεμονίας στις κοινωνίες μας. Με απλά λόγια, εάν η απόφαση αποφασίζει για το πολιτικό ζήτημα, ή η μη απόφαση αποφασίζει για το τι δεν πρέπει να είναι πολιτικό ζήτημα, ακριβώς επειδή παραμένει μείζον διακύβευμα αξιών και συμφερόντων στη διαχείριση του οποίου η βία, ο αποκλεισμός και ο διωγμός έχει διαδραματίσει εξέχοντα ρόλο.
Έτσι, ουσιαστικά από το τέλος του εμφυλίου πολέμου και ένθεν έχει δημιουργηθεί μια κρυφή ατζέντα της ελληνικής ιθαγένειας, το περιεχόμενο της οποίας δεν έχει μπορέσει ποτέ να υπαχθεί σε μηχανισμούς κοινωνικοπολιτικού ελέγχου ή λογοδοσίας από συντεταγμένες πολιτικές δυνάμεις ή θεσμούς, ούτε βέβαια είχε μελετηθεί με όρους επιστημονικής έρευνας για λόγους που σχετίζονται με τον φερόμενο ως «εθνικά ευαίσθητο» χαρακτήρα των σχετικών (μη) αποφάσεων στη χώρα. Εάν σκεφτεί κανείς ότι το 1998 ακόμη η ελληνική πολιτεία αφαιρούσε πολύ περισσότερες ιθαγένειας από όσες έδινε σε «αλλογενείς», τότε εύκολα μπορεί κανείς να καταλάβει πού μπορεί να αποδοθεί το πρόβλημα. Με απλά λόγια, η ελληνική ιθαγένεια δεν είχε θέση στην πολιτική ατζέντα της χώρας. Ενώ οι διαφωνίες στα σημεία της πολιτικής θεματολογίας είναι, κατά κανόνα, ανεκτές και αναμενόμενες, οι διαφωνίες στον καθορισμό θεματολογίας (agenda setting) με την ανάδειξη σημείων που δεν έχουν θέση στην επίσημη εκδοχή της, παρά μόνο στην αθέατη όψη της, ούτε αναμενόμενες είναι, ούτε ανεκτές.
Έτσι, τα ζητήματα ιθαγένειας παραδοσιακά στην Ελλάδα βρίσκονται διαρκώς υπό μια ιδιότυπη «ομερτά» του πολιτικού λόγου. Ουδείς συζητούσε, παρά μόνο όταν αποκαλυπτόταν, ή όταν χρειαζόταν να αποκαλυφθεί, ότι κάποιος δεν πρέπει να είναι Έλληνας: από τους ανώνυμους κομμουνιστές του εμφυλίου και τους θρακιώτες μειονοτικούς της μεταπολίτευσης ως τη Μελίνα Μερκούρη επί χούντας. Τώρα, για πρώτη φορά, συζητάμε το ποιος μπορεί να είναι Έλληνας. Αυτό από μόνο του, και ανεξάρτητα από τις απαντήσεις που θα δοθούνε, είναι κρίσιμο. Αυτή είναι η τομή: το ερώτημα καθεαυτό. Από εκεί και πέρα, οι απαντήσεις που θα δοθούν προφανώς εξαρτώνται από τις εκάστοτε κυβερνητικές επιλογές και τις κοινωνικές διεκδικήσεις που θα σύρουν προς τη συμπερίληψη ή θα τραβήξουν προς τον αποκλεισμό. Ο δρόμος είναι πλέον ανοιχτός. Ως σήμερα, απλώς δεν υπήρχε δρόμος.
3. Από αποφάσεις σε κανόνες
Αν με μια κουβέντα επιχειρούσε κανείς να περιγράψει την «επόμενη μέρα» της ελληνικής ιθαγένειας, νομίζω ότι η πιο κατατοπιστική διατύπωση είναι αυτή. Ως σήμερα, συγκεκριμένες θεματικές του ελληνικού δικαίου της ιθαγένειας καταχρηστικά ονομάζονταν «δίκαιο». Όπως μαθαίνουν πρωτοετείς φοιτητές νομικής και πολιτικής επιστήμης «ως δίκαιο αντιλαμβανόμαστε ένα σύστημα κανόνων, που καθορίζει κατά τρόπο δεσμευτικό …. τόσο την εξωτερική συμπεριφορά των ανθρώπων μέσα σε μια κοινωνία όσο και την οργάνωση αυτής της κοινωνίας και τη σχέση της με τα μέλη της».14 Εφόσον λοιπόν περαιτέρω αποδεχθεί κανείς ότι «κανόνας είναι η γλωσσική αποτύπωση υποθετικών δεοντολογικών προτάσεων»,15 τότε μάλλον πρέπει να παραδεχθεί ότι ένα μείζον τμήμα της ύλης του δικαίου της ελληνικής ιθαγένειας δεν καλύπτεται από «αποτυπώσεις δεοντολογικών προτάσεων» αλλά από απλές αποφάσεις, οι οποίες δεν αποτυπώνονται σε κάποιο κανονιστικό κείμενο, απλώς υπάρχουν, και μόνο ως τέτοιες αναπαράγονται. Για την αναπαραγωγή λοιπόν αυτού του εξω-νομικού καθεστώτος16 τη «βρώμικη δουλειά» την κάνουν δύο κανόνες εξαίρεσης. Κανόνες εξαίρεσης, με δύο έννοιες: πρώτον, διότι, κατά κυριολεξία, εξαιρούν το δίκαιο της ιθαγένειας από το ευρύτερο κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο αναφέρεται η ελληνική συνταγματική τάξη. Και δεύτερον, υπό την κλασική σμιτιανή έννοια, κατά την οποία «η εξαίρεση είναι πιο ενδιαφέρουσα από την κανονική περίπτωση».17 Διότι οι κανόνες αυτοί είναι που μεταφέρουν την ιθαγένεια από το νομικό στο πεδίο της πολιτικής. Συζητάμε για τη μη ύπαρξη προθεσμιών18 και το απόλυτο αναιτιολόγητο των πράξεων πολιτογράφησης.19
Τα δύο αυτά σημεία σκιάστηκαν από τον πολιτικά πιο «επικοινωνιακό» χαρακτήρα άλλων αλλαγών, όπως κατεξοχήν το ζήτημα της ιθαγένειας της «δεύτερης γενιάς» ή τα χρόνια παραμονής στην Ελλάδα για την πρώτη μεταναστευτική γενιά. Πάρα ταύτα, η κανονιστική κρισιμότητα της μετάβασης από τις αποφάσεις στους κανόνες είναι μακροπρόθεσμα η πιο σημαντική αλλαγή που πραγματοποιήθηκε στο δίκαιο της ελληνικής ιθαγένειας με την πρόσφατη μεταρρύθμιση. Μακριά από το να φέρει το δίκαιο της ελληνικής ιθαγένειας στις πρώτες θέσεις ανάμεσα στα πιο «ανοιχτά» στην Ευρώπη, το άλμα είναι όντως το συγκριτικά μεγαλύτερο από όλα τα αντίστοιχα που πραγματοποιήθηκαν την τελευταία εικοσαετία στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
3.1 Το «πότε»;
Για να κάνω πιο σαφές το επιχείρημα προτείνω την εξής σκέψη: ας φανταστούμε το πιο ανοιχτό καθεστώς ιθαγένειας. Ένα καθεστώς, ας πούμε, όπου όποιος θέλει, χωρίς κανέναν περιορισμό, μπορεί να ζητά την ιδιότητα του πολίτη ενός κράτους. Ακόμη και αυτό το καθεστώς, όμως, έχει ανάγκη κάποιων προθεσμιών, η απουσία των οποίων ουσιαστικά ακυρώνει τους όποιους κανόνες. Ένα «ανοιχτό» καθεστώς ιθαγένειας είναι ανέξοδη φιλελεύθερη ρητορεία, εφόσον το κράτος δεν δεσμεύεται να απαντήσει στους ανθρώπους που επιθυμούν να αποκτήσουν την ιδιότητα του πολίτη του. Έτσι συμβαίνει μέχρι σήμερα στην Ελλάδα. Εφόσον το κράτος έχει το δικαίωμα να απαντά όποτε θέλει και επίσης όταν δεν θέλει να μην απαντά, τι νόημα έχουν οι υπόλοιποι κανόνες; Υπερβολές; Καθόλου: χωρίς την ανάγκη συνδρομής βαθιάς γνώσης διοικητικού δικαίου, η μη απάντηση της διοίκησης είναι εξόχως πιο προβληματική από την πιο απορριπτική απάντηση, καθώς απέναντι στην τελευταία, κατά τεκμήριο, ο άνθρωπος διαθέτει, ως ύστατη προσφυγή, τη συνδρομή της δικαστικής προστασίας. Όταν το ίδιο το κράτος λοιπόν φροντίζει να εξαιρεί τμήμα της νομικής του ύλης από την υποχρέωση απάντησης στους ανθρώπους που συναλλάσσονται μαζί του – στην οποία υποχρέωση παρεμπιπτόντως προσδίδει, κατά τα λοιπά, συνταγματική περιωπή20 – τότε ένας κρίκος της αλυσίδας που ονομάζεται κράτος δικαίου απλώς αφαιρείται. Έτσι, η αλυσίδα παύει να υπάρχει.
Με την έννοια αυτή, το άρθρο 12 του νόμου που εισάγει νέες ειδικές προθεσμίες για τη διεκπεραίωση των υποθέσεων ιθαγένειας από τη διοίκηση21 οι οποίες συνολικά αθροίζονται στον έναν χρόνο, είναι τόσο στο συμβολικό όσο και στο πραγματικό επίπεδο η πιο σημαντική τομή που επιφέρει ο νέος νόμος στο προϋφιστάμενο καθεστώς:22 Είναι η πεμπτουσία της μετάβασης από την κατάσταση πραγμάτων στην κατάσταση κανόνων.
3.2. Το «γιατί;» ή «εκείνα που δε λέγονται».23
Από τη στιγμή που το ελληνικό κράτος ξεκίνησε να πολιτογραφεί αλλοδαπούς γίνεται αποδεκτό ότι, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, η πολιτογράφηση δεν αποτελεί υποχρέωση, αλλά δικαίωμα του ελληνικού κράτους το οποίο άπτεται του σκληρού πυρήνα των κυριαρχικών του αρμοδιοτήτων. Όπως είχε επανειλημμένως τη δυνατότητα να τονίσει το Συμβούλιο της Επικρατείας, η διοίκηση διαθέτει μια ευρύτατη διακριτική ευχέρεια που τεκμαίρεται ότι ασκείται για την εξυπηρέτηση των γενικότερων εθνικών συμφερόντων. Για το λόγο αυτό λοιπόν, παρέλκει η αιτιολόγηση της απόρριψης ή αποδοχής αιτήματος πολιτογράφησης. Η σχετική νομολογία του Συμβουλίου Επικρατείας αποδέχεται ότι η διοίκηση ορθά και ανεκτά αφίσταται της αιτιολόγησης.24 Εάν όμως (και στο βαθμό που) αιτιολογήσει την απόφαση, τότε δεν μπορεί παρά να προσφεύγει σε νόμιμα ή νομιμοφανή επιχειρήματα: δεν μπορεί, παραδείγματος χάρη, να πει ότι «αρνούμαι την πολιτογράφηση του βούλγαρου, επειδή γενικώς δεν επιθυμώ βαλκάνιους Έλληνες πολίτες για να μη ξαναδημιουργηθούν μειονότητες», δεν μπορεί να πει «αρνούμαι την πολιτογράφηση του πακιστανού διότι οι μουσουλμάνοι έχουν λιγοστές πιθανότητες να ενταχθούν σε μια χριστιανική κοινωνία» κλπ. Κατ’ ουσίαν λοιπόν, ο Έλληνας δικαστής έχει δεχθεί απολύτως τη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης και ως όριο της βάζει τη μη επίκληση προφανώς παράνομων αιτιών για τη μη πολιτογράφηση. Επειδή όμως καμιά διοίκηση δεν είναι τόσο αφελής ώστε να γράψει τους λόγους μιας απορριπτικής διοικητικής πράξης, όταν αυτό δεν προβλέπεται, απρόσκοπτα για περίπου δύο αιώνες, η ελληνική διοίκηση απορρίπτει αιτήσεις πολιτογράφησης χωρίς να αιτιολογεί, είτε απλώς απαξιοί να απαντήσει.
Στις 3 Μαρτίου 2010, η Διαρκής Επιτροπή Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης του Ελληνικού Κοινοβουλίου αφιέρωσε τη συνεδρίασή της στην ακρόαση φορέων που προσκλήθηκαν να αναπτύξουν την άποψή τους για το σχέδιο νόμου. Εκεί, ο πρώην υφυπουργός Εσωτερικών, αρμόδιος της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας για ζητήματα ιθαγένειας, κ. Νάκος, ρώτησε τον γράφοντα:
-
«Γιατί υπερασπίζεστε την αιτιολόγηση των απορριπτικών απαντήσεων στα αιτήματα πολιτογράφησης; Δεν ξέρετε ότι κάποια πράγματα δεν λέγονται;»
-
«Τι δεν λέγεται;»
-
«Δεν λέγεται ότι δεν πολιτογραφούσαμε τόσα χρόνια τους Βορειοηπειρώτες για να μη ρημάζει η μειονότητα, δεν λέγεται ότι δεν δίναμε ιθαγένειες σε βαλκάνιους, σε μουσουλμάνους», κλπ., κλπ.
Παρέθεσα αυτούσιο τον προηγούμενο διάλογο – κατ’ ουσίαν την τοποθέτηση Νάκου – προκειμένου να γίνει απολύτως σαφές τι είναι αυτό που για τόσον καιρό κάνει μια τόσο κραυγαλέα αναχρονιστική διάταξη να επιβιώνει μέσα στον Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας. Πέρα από έναν ευρύτερο μεταφυσικό ιδεαλισμό πρόσληψης της εθνικής πολιτικής κοινότητας που «δε δίνει λογαριασμό» σε όποιους (δεν) θέλει να κάνει μέλη της, επειδή το εθνικό κράτος δεν χρωστά να εξηγήσει γιατί δεν επιθυμεί κάποιους, υπάρχει και μια λειτουργική σκοπιμότητα που υπαγορεύει το ότι υφίστανται παραδοχές που απλώς δεν μπορούν να εισέλθουν στο δημόσιο χώρο. Επομένως, σαν τέτοιες, υπάρχουν μόνο στο άβατο της δημόσιας διαβούλευσης. Το ζητούμενο, επομένως – δια της εισαγωγής υποχρέωσης αιτιολόγησης στις αποφάσεις πολιτογράφησης – δεν είναι απλώς η μετάβαση ενός επιχειρήματος από το παρασκήνιο στο δημόσιο χώρο. Είναι κάτι μεθοδολογικά διαφορετικό: είναι η συγκρότηση ενός επιχειρήματος, το οποίο όντας δημόσιο, μπορεί να αντέξει τη αναμέτρησή του με τη δημόσια έκθεση και τη δικαστική λογοδοσία. Ουσιαστικά λοιπόν, συζητάμε για ένα νέο επιχείρημα.25
Το ότι «[η] απόφαση επί αίτησης πολιτογράφησης αιτιολογείται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (παρ. 2 του άρθρου 6 του νόμου)» αποτελεί τη δεύτερη μείζονα τομή που σηματοδοτεί τη μετάβαση του καθεστώτος της ελληνικής ιθαγένειας από την κατάσταση πραγμάτων στην κατάσταση κανόνων, δηλαδή στο δίκαιο.26 Σύμφωνα με μια γενική θεώρηση, μάλλον τετριμμένη για τη θεωρία και τη νομολογία του διοικητικού δικαίου, οι αρνητικές διοικητικές πράξεις αιτιολογούνται. Τη νομιμότητα και σκοπιμότητα αυτού του «όχι» ελέγχει ο ακυρωτικός δικαστής. Με απλά λόγια, το «όχι» σε κράτος δικαίου συνοδεύεται από το «γιατί». Αυτό το «γιατί» αλλάζει δραστικά εφεξής τον ορίζοντα των νομολογιακών δεδομένων σχετικά με την κτήση της ιθαγένειας στην Ελλάδα, ανοίγοντας στο Συμβούλιο της Επικρατείας ένα πεδίο το οποίο, ως τώρα απλώς δεν του ανήκε, καθ’ ότι, όπως είπαμε προηγουμένως, μη δίκαιο. Η ουσιαστική υπαγωγή της καθεαυτού ύλης του δικαίου της ελληνικής ιθαγένειας σε καθεστώς δικαστικής προστασίας ισοδυναμεί με την επέκταση του «δικαιώματος στη χρήση και απονομή δικαιοσύνης»27 στο πεδίο της κτήσης της ιθαγένειας και αυτό από μόνο του είναι γεγονός στα χρονικά της ελληνικής διοικητικής δικαιοσύνης.
4. «Έλληνας γεννιέσαι και γίνεσαι»:
τομές και συνέχειες στην κτήση της ιθαγένειας
Ως σήμερα το ελληνικό δίκαιο της ιθαγένειας γνώριζε τους ακόλουθους πέντε τρόπους κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας (Κεφάλαιο Α ΚΕΙ): με τη γέννηση από Έλληνες γονείς (Άρθρο 1, παρ. 1), είτε με τη γέννηση στο ελληνικό έδαφος εφόσον δεν υφίσταται δικαίωμα κτήσης άλλης ιθαγένειας ή ο περί ου είναι αγνώστου ιθαγένειας (Άρθρο 1, παρ. 2), με αναγνώριση πατρότητας εφόσον το τέκνο κατά τον χρόνο αυτό είναι ανήλικο (άρθρο 2), με υιοθεσία (άρθρο 3), με κατάταξη στις ένοπλες δυνάμεις (άρθρο 4) και με πολιτογράφηση (άρθρο 5). Η νομοθετική μεταρρύθμιση του 2010 επιφέρει δραστικές αλλαγές στην κτήση ιθαγένειας με τη γέννηση και με πολιτογράφηση, αφήνει άθικτους τους άλλους τρόπους κτήσης (αναγνώριση, υιοθεσία, κατάταξη στις ένοπλες δυνάμεις) και εισάγει ένα νέο τρόπο κτήσης της ιθαγένειας, με δήλωση.
4.1. Η τρίτη γενιά: Έλληνας από κούνια.
Εφεξής εισάγεται η λέξη «Αυτοδίκαια» στον τίτλο του πρώτου άρθρου του Κώδικα της Ελληνικής Ιθαγένειας που ρυθμίζει την κτήση «αυτοδίκαια, με τη γέννηση». Ο λόγος για τον οποίο ο νομοθέτης δεν αρκείται στην απλή κτήση «με τη γέννηση» είναι για να διακρίνει μεταξύ του παραδοσιακού τρόπου κτήσης με τη γέννηση (αυτόν που αφορά τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων) και με τον νεοεισαχθέντα διά της μεταρρύθμισης τρόπο κτήσης με δήλωση λόγω γέννησης που ρυθμίζεται ακολούθως.
Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου προβλέπει ότι την «ελληνική ιθαγένεια αποκτά από τη γέννησή του όποιος γεννιέται σε ελληνικό έδαφος εφόσον: α. ένας από τους γονείς του έχει γεννηθεί στην Ελλάδα και κατοικεί μόνιμα στη χώρα από τη γέννησή του…». Η εισαγωγή της διάταξης αυτής αποτελεί μείζονα καινοτομία στο δίκαιο της ελληνικής ιθαγένειας εισάγοντας τη λεγόμενη αρχή του «διπλού δικαίου του εδάφους» («double ius soli»), δηλαδή την αυτόματη κτήση της ιθαγένειας για τη λεγόμενη «τρίτη γενιά», τα παιδιά εκείνων των μεταναστών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα χωρίς οι ίδιοι να έχουν μπορέσει ή επιθυμήσει να γίνουν Έλληνες.28 Το αποτέλεσμα και η σκοπιμότητα της διάταξης είναι προφανής: τα παιδιά αυτά εξισώνονται απολύτως με τα παιδιά Ελλήνων, ακόμη και αν οι γονείς τους δεν το επιθυμούν.29 Η αιτιολογική έκθεση προβλέπει πως «στις περιπτώσεις αυτές κρίνεται ότι οι δεσμοί των ενδιαφερόμενων με τη χώρα είναι τόσο ισχυροί ώστε η ένταξή τους στην ελληνική κοινωνία να προδικάζεται με ασφάλεια από την ένταξη του επίσης γεννημένου στη χώρα γονέα».
Παραδοσιακά στην Ελλάδα, ήδη από το 1856 που έχουμε την πρώτη οιονεί κωδικοποίηση διατάξεων περί ιθαγένειας προβλέπεται η κτήση της ελληνικής ιθαγένειας από τον «εν Ελλάδι γεννηθέντα και κατοικόντα, μη έχοντα ξένην ιθαγένειαν».30 Η διάταξη αυτή μακροημερεύει έκτοτε στον Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας με προφανή στόχο τον περιορισμό του φαινομένου της ανιθαγένειας για τους ανθρώπους εκείνους οι οποίοι δεν έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν άλλην πέραν της ελληνικής ιθαγένειας. Πρέπει να επισημανθεί ότι με την εξαίρεση της μαζικής χρήσης της διάταξης αυτής το 1979 για τη δημοτολογική τακτοποίηση Ελλήνων τσιγγάνων, πλειοψηφικά ανιθαγενών ως τότε, είναι πράγματι ελάχιστες οι περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες είναι πράγματι αναγκαίο να προσφύγει κάποιος στη χρήση αυτής της διάταξης: Κατά κανόνα, όλοι είναι πολίτες και οι εξαιρέσεις παραπέμπουν κυρίως στα εγκαταλελειμμένα βρέφη, τα «έκθετα τέκνα» για τα οποία δεν μπορεί να τεκμαρθεί καμιά ιθαγένεια. Με τη μεταρρύθμιση του 2010, η διάταξη αυτή παραμένει ως έχει με την προσθήκη ωστόσο ότι ενεργοποιείται μόνον εφόσον «η αδυναμία διαπίστωσης της τυχόν αποκτώμενης με τη γέννηση ελληνικής ιθαγένειας δεν οφείλεται σε άρνηση συνεργασίας γονέα». Η προσθήκη αυτή31 προφανώς αποδίδεται στην προσπάθεια της κυβέρνησης να καθησυχάσει εκείνους που διέγνωσαν αίφνης στο άρθρο 1, παρ. 1 του Κώδικα τη δυνατότητα αμέτρητου αριθμού ανθρώπων να αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια είτε κρύβοντας είτε μη σκοπώντας να αποκτήσουν την ιθαγένεια που ούτως ή άλλως δικαιούνται.32 Το επιχείρημα αυτό θα ήταν εύλογο υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να αποκτά την ιθαγένεια του κράτους στο οποίο γεννιέται προσποιούμενος τον ανιθαγενή ή τον «αγνώστης ιθαγένειας».
Όμως, τα πράγματα δεν είναι καθόλου απλά: το βάρος απόδειξης είτε της μιας είτε της άλλης ιδιότητας (ανιθαγενούς ή άγνωστης ιθαγένειας) βαραίνει αποκλειστικά το πρόσωπο και όχι το κράτος. Σε αντίθετη περίπτωση, θα οδηγούμαστε στην παράδοξη κατάσταση κατά την οποία όποιος γεννιέται στην Ελλάδα αποκτά την ελληνική ιθαγένεια δια του δικαίου του εδάφους, αποσιωπώντας την ιθαγένειά του. Αυτό δεν έχει συμβεί ποτέ, ούτε συνέβη – τουλάχιστον σε γνώση του γράφοντος – κατά την εικοσαετία 1990-2010, κατά την οποία εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά μεταναστών έχουν γεννηθεί σε ελληνικό έδαφος. Η εν λόγω συζήτηση που διεξήχθη σε σχέση με τη διάταξη αυτή δεν κατάφερε να απομακρυνθεί από το συνολικό κλίμα κινδυνολογίας ή/και άγνοιας που γενικώς κυριάρχησε από τη δημοσιοποίηση της νομοθετικής πρωτοβουλίας ως την ψήφισή της. Η διάταξη αυτή, παρά τα όσα έχουν κατά καιρούς ακουστεί ή γραφτεί,33 αποτελεί το ελάχιστο απόθεμα δικαίου του εδάφους μπορεί να διαθέτει ένας Κώδικας Ιθαγένειας που διέπεται ολοκληρωτικά από το δίκαιο του αίματος.
Η εισαγωγή της αυτόματης κτήσης της ιθαγένειας για τη λεγόμενη τρίτη γενιά κατακρίθηκε στις σχετικές κοινοβουλευτικές συζητήσεις ως «αντιφιλελεύθερη»» από εκπροσώπους της Νέας Δημοκρατίας και του ΛΑΟΣ, υπό την έννοια ότι συγκροτεί πολίτη παρά τη θέλησή του: malgré lui.34 Η ευαισθησία των δύο αυτών κομμάτων έναντι της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας των παιδιών θα ήταν πειστική υπό την προϋπόθεση ότι η δημοκρατική μέριμνα να μην κάνουμε πολίτες με το ζόρι τα εγγόνια των μεταναστών θα εκτείνονταν και στα εγγόνια ή τα παιδιά των Ελλήνων απόδημων, τα οποία, όπως οι γονείς τους και οι παππούδες τους, αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια, σαν το όνομα τους,35 ακόμη και αν οι ανιόντες τους κατοικούν επί γενιές ολόκληρες εκτός Ελλάδας. Τα παιδιά αυτά τα ρώτησε κανείς; Μήπως, εμάς τους υπόλοιπους μας ρώτησαν;
4.2. Η «δεύτερη γενιά»: Έλληνας από γης
Πρόκειται για τη σημαντικότερη καινοτομία που εισάγει σε ό,τι αφορά τους τρόπους κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας ο νέος νόμος. Η κτήση «με δήλωση και αίτηση» αποδίδει την ιθαγένεια στα παιδιά μεταναστών που γεννιούνται στην Ελλάδα, τη λεγόμενη «δεύτερη γενιά», υπό την προϋπόθεση της πενταετούς νόμιμης και μόνιμης παραμονής των δύο γονέων του (1α 1). Εφόσον το παιδί γεννήθηκε πριν οι γονείς συμπληρώσουν την πενταετία αποκτά την ιθαγένεια με δήλωση των γονέων, άμα τη συμπλήρωση της πενταετίας. Οι γονείς έχουν προθεσμία τριών ετών από τη γέννηση να καταθέσουν τη δήλωση. Εφόσον παρέλθει το διάστημα αυτό άπρακτο, το δικαίωμα δήλωσης χάνεται και το παιδί πλέον θα πρέπει να υπαχθεί σε άλλες ρυθμίσεις εφόσον επιθυμεί να γίνει πολίτης της χώρας. Η σχετική διάταξη της νομοθετικής πρωτοβουλίας που αναρτήθηκε προς δημόσια διαβούλευση ήταν μακράν πιο γενναιόδωρη προς τα παιδιά αυτά καθώς αρκούσε η προϋπόθεση της νόμιμης και μόνιμης κατοικίας του ενός εκ των δύο γονέων στην Ελλάδα για πέντε χρόνια.36
Η τελική ρύθμιση προκάλεσε αντιδράσεις στο χώρο των μεταναστευτικών οργανώσεων και της Αριστεράς, καθώς η κυβερνητική υπαναχώρηση (εύλογα εκτιμήθηκε ότι) περιορίζει δραστικά τον αριθμό των παιδιών που θα μπορούσαν να επωφεληθούν της διάταξης την επαύριον της ψήφισης του νόμου.37 Χωρίς να είμαστε σε θέση να προσεγγίσουμε με ακρίβεια πόσοι θα ήταν οι δικαιούχοι στη μια ή στην άλλη περίπτωση, η αλήθεια είναι ότι ο περιορισμός δημιουργεί ένα ανάχωμα στην κτήση της ελληνικής ιθαγένειας από τη «δεύτερη γενιά». Το εμπόδιο αυτό, στο βαθμό που υπάρχει η δυνατότητα νομικής τακτοποίησης του ενός γονέα είναι πρόσκαιρο καθώς, προϊόντος του χρόνου θα συμπληρωθεί το διάστημα της πενταετίας και για τους δύο γονείς. Αντιθέτως, η μη παροχή του δικαιώματος δήλωσης στην περίπτωση που ο ένας γονέας κατοικεί εκτός Ελλάδας ή δεν είναι τακτοποιημένος στη χώρα δημιουργεί απόλυτο και εν πολλοίς επαχθές κώλυμα για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης καθώς τα παιδιά αυτά, κατά τα λοιπά, ζούνε σε συνθήκες απόλυτης νομικής κανονικότητας στην Ελλάδα.38 Ας σημειωθεί ότι στην πρόσφατη μεταρρύθμιση του Πορτογαλικού Κώδικα Ιθαγένειας προβλέφθηκε η δυνατότητα κτήσης της ιθαγένειας με δήλωση υπό την προϋπόθεση της από πενταετίας νόμιμης παραμονής του ενός γονέα και ανεξαρτήτως του καθεστώτος διαμονής του άλλου.39
4.3. Η «μιάμιση» γενιά: Έλληνας, καλός μαθητής.
Με τον όρο «μιάμιση» γενιά, στη διεθνή συζήτηση και βιβλιογραφία αναφέρονται πλέον τα παιδιά που γεννιούνται στον τόπο καταγωγής των μεταναστών γονέων τους, αλλά, ακολουθώντας τους στον μεταναστευτικό προορισμό πολύ νωρίς στη ζωή τους, ανατρέφονται και εκπαιδεύονται στη χώρα υποδοχής. Το αποτέλεσμα είναι ότι η γενιά αυτή, παρά το ότι δεν πληροί τη συστατική προϋπόθεση της «δεύτερης» – δηλαδή τη γέννηση στο έδαφος του κράτους υποδοχής – προσεγγίζει, είτε σχεδόν ταυτίζεται με τις αναζητήσεις, τις προσδοκίες και τα προβλήματά της. Με την έννοια αυτή, η «μιάμιση» γενιά ως πρόγραμμα ζωής είναι πολύ εγγύτερα στη «δεύτερη» παρά στην «πρώτη» – και κατά κυριολεξία μόνη πραγματικά μεταναστευτική – γενιά.
Ο νόμος εδώ προβλέπει ως προϋπόθεση την «επιτυχή ολοκλήρωση παρακολούθησης έξι τουλάχιστον τάξεων ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα» (1α 2) και η ιθαγένεια αποκτάται από την υποβολή της αίτησης.40 Αμηχανία προκαλούν δύο από τις διατυπώσεις: η πρώτη είναι η αναφορά σε «επιτυχή» παρακολούθηση ενώ η δεύτερη είναι «το ελληνικό σχολείο στην Ελλάδα». Πόσο εύλογη είναι η αξίωση του Έλληνα νομοθέτη να θέτει ως προϋπόθεση της κτήσης της ιθαγένειας την «επιτυχή» φοίτηση;41 Έχει όντως στο μυαλό του να αποκλείσει τους μαθητές που μένουν στην ίδια τάξη, έως ότου στρωθούν και διαβάσουν; Τέλος, η αναφορά σε «ελληνικό σχολείο στην Ελλάδα» καθιστά μη εκλέξιμους προς ιθαγένεια τους φοιτούντες στα μη ελληνικά σχολεία στην Ελλάδα, αμερικάνικα, φιλιππινέζικα, πολωνικά, κλπ., ή μήπως περιορίζεται στα σχολεία εκείνα των οποίων το πρόγραμμα δεν τελεί υπό έγκριση του Υπουργείου Παιδείας;42 Τα ερωτήματα αυτά αναμένουν σύντομα την απάντησή τους μάλλον από τις εγκυκλίους του Υπουργείου Εσωτερικών.
Ενδιαφέρον τέλος έχει να παρατηρήσει κανείς ότι η κτήση της ιθαγένειας τόσο από τη μιάμιση όσο και από τη δεύτερη γενιά – η κτήση με δήλωση δηλαδή – αποκτά μια δική της «δικονομία» που αφίσταται των ήδη γνωστών κανόνων που αφορούν την κτήση της ιθαγένειας με τη γέννηση, καθώς η κτήση της ιθαγένειας με δήλωση ολοκληρώνεται με τη δημοσίευση σχετικής πράξης της Περιφέρειας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, όπως δηλαδή ακριβώς συμβαίνει και με τις πολιτογραφήσεις. Ο νόμος λοιπόν δεν δίνει τη δυνατότητα στους δήμους να διεκπεραιώσουν αυτοδύναμα τη διαδικασία αυτή όπως γίνεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες κάποιος αποκτά την ιθαγένεια με τη γέννησή του, δηλαδή με απευθείας εγγραφή στο δημοτολόγιο, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις. Με δύο λόγια, φαίνεται πως ο δήμος δεν κρίνεται ικανός να μπορέσει να ολοκληρώσει μια διαδικασία κτήσης της ιθαγένειας με δήλωση, για το λόγο αυτό ο νόμος μετακυλύει την αρμοδιότητα αυτή στην Περιφέρεια και μάλιστα με πράξη που δημοσιεύεται σε ΦΕΚ, γεγονός που αποδεικνύει την ειδική διοικητική βαρύτητά της.
Αν πάντως χαθεί η προθεσμία και οι γονείς δεν κάνουν τα απαραίτητα προκειμένου να τακτοποιήσουν δημοτολογικά το παιδί τους, ο νόμος δίνει τη δυνατότητα στο ίδιο το παιδί, ενήλικο πλέον, να προβεί στις σχετικές ενέργειες (1α, παρ. 6): εδώ πλέον όμως τα πράγματα δυσκολεύουν καθώς παρεισδύουν τα προαπαιτούμενα της πολιτογράφησης καθιστώντας καθ’ ομολογία του νομοθέτη την όλη διαδικασία «οιονεί πολιτογράφηση». Και η πολιτογράφηση, όπως θα δούμε ακολούθως, (συνεχίζει να) είναι η δυσκολότερη διοικητική διαδικασία που προβλέπει η ελληνική έννομη τάξη.
5. Ο δρόμος με τις «δικλείδες»: Η ανηφόρα της πολιτογράφησης
Ο νόμος 3838/2010 για την ελληνική ιθαγένεια ανοίγει την προοπτική κτήσης της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη στις μείζονες πληθυσμιακές κατηγορίες που εξετάσαμε προηγουμένως με βασικό κριτήριο εκείνο της γέννησης και ανατροφής στην Ελλάδα. Για τους ανθρώπους αυτούς λοιπόν – ουσιαστικά δηλαδή για τα παιδιά αυτά – ο Έλληνας νομοθέτης έδειξε ένα απόθεμα γενναιοδωρίας43 (ας το πούμε έτσι) το οποίο εξάλλου, σύμφωνα με τις περισσότερες δημοσκοπήσεις, έδειξε να μοιράζεται πλειοψηφικά και η ελληνική κοινή γνώμη. Για τους ενήλικες όμως, τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα, κατά μια έννοια, ίσως πιο δύσκολα από ότι ήταν πριν. Η διαφορά είναι ότι εφεξής η πολιτογράφηση υπάγεται σε – αυστηρούς, αυστηρότατους, πλην όμως – κανόνες.
Η πολιτογράφηση είναι πράξη γνωστή στην ελληνική έννομη τάξη από τη στιγμή που συγκροτήθηκε το ελληνικό κράτος ή – για την ακρίβεια – πριν από την ίδρυσή του. Στο πρώτο επαναστατικό Σύνταγμα, αυτό της Επιδαύρου διαβάζουμε πως: «Η Διοίκησις πολιτογραφεί αλλοεθνείς κατά τους ακολούθους όρους: α) να διατρίψωσι πέντε ολόκληρα έτη, και εις το διάστημα τούτο να μην αποδειχθώσι ποτέ εγκληματίαι και να αποκτήσωσιν εντός του πενταετούς διαστήματος ακίνητα κτήματα εν τη επικρατεία».44 Κατά ιστορική σύμπτωση λοιπόν, ο νομοθέτης σχεδόν δύο αιώνες αργότερα «επιστρέφει» σε αυτές τις προϋποθέσεις που έθεσαν οι Έλληνες επαναστάτες: «πέντε χρόνια προηγούμενης νόμιμης και μόνιμης παραμονής» ενώ για «τη διακρίβωση της ομαλής ένταξης του αιτούντος στην Ελληνική κοινωνία [συνεκτιμάται]… η κατά κυριότητα κτήση ακινήτου» (άρθρο 3).
Η πολιτογράφηση λοιπόν, πράξη ιστορικά οικεία στην ελληνική διοίκηση, επανέρχεται στο νέο νόμο, με θεμελιώδες αλλαγές. Πρόκειται για τις τομές που εισάγουν στο καθεστώς της ελληνικής ιθαγένειας οι δύο μείζονος σημασίας μεταρρυθμίσεις που αφορούν στην εισαγωγή προθεσμιών και αιτιολόγησης των πράξεων πολιτογράφησης. Αυτές οι δύο αλλαγές από μόνες τους αλλάζουν το πεδίο μιας απροϋπόθετης και άνευ ορίων διακριτικής ευχέρειας, χωρίς ωστόσο να αλλάζουν τη φύση της πολιτογράφησης. Αυτή παραμένει πράξη κατεξοχήν υπαγόμενη στην κρατική βούληση. Σε μια αποκαλυπτική αποστροφή της Αιτιολογικής Έκθεσης του νόμου για την ιθαγένεια διαβάζει κανείς πως «οι προτεινόμενες διατάξεις καθιστούν καταρχήν την πλήρωση των τυπικών προϋποθέσεων για πολιτογράφηση πιο ρεαλιστικό μεν αλλά απαιτητικό στόχο για τους αλλοδαπούς». Ο προσεκτικός αναγνώστης θα προσέξει ίσως ότι η λέξη που λείπει από το λεκτικό σχήμα αλλά ανεπαίσθητα προσδίδει σε αυτό το λανθάνον περιεχόμενό του είναι ακόμη ένα «πιο» πριν το «απαιτητικό». Αυτή είναι και η πραγματικότητα: το νέο νομικό πλαίσιο είναι όντως πιο ρεαλιστικό, προφανώς πιο «σύγχρονο», όπως με εμφατικό τρόπο θέλει να υποδείξει ακόμη και ο τίτλος του νόμου, αλλά ταυτόχρονα είναι απαιτητικό. Σε μερικές του διατάξεις, μάλιστα, πιο απαιτητικό από το προηγούμενο καθεστώς. Εξάλλου, στην προσπάθειά της να στηρίξει το νομοσχέδιο, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία το υπερασπίζεται ακριβώς υπερτονίζοντας αυτήν τη διάσταση.
Λέει ο Υπουργός Εσωτερικών στον πρόεδρο του ΛΑΟΣ, λίγες ώρες πριν ψηφιστεί ο νόμος: «[Δ]εν είναι κάτι το καινούργιο η δυνατότητα που σήμερα δίνεται στους οικονομικούς μετανάστες να πολιτογραφηθούν Έλληνες. Απεναντίας, καινούργιες είναι οι ασφαλιστικές δικλείδες που βάζουμε, ώστε να είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι αυτοί το αξίζουν».45
Ας εξετάσουμε ακολούθως τις «δικλείδες» αυτές:
5.1. Από τα εγκλήματα κατά του πολιτεύματος ως … την ψευδή βεβαίωση.
Το να ζητάει ένα κράτος από τους ανθρώπους που εκφράζουν τη βούλησή τους να γίνουν πολίτες του ένα αξιοπρεπές ποινικό μητρώο είναι μια λειτουργικά και πολιτικά κατανοητή αξίωση. Όταν δε μάλιστα, κάποιο πρόσωπο έχει τελεσίδικα καταδικαστεί για την τέλεση μιας αξιόποινης πράξης στην οποία το ποινικό σύστημα προσδίδει μείζονα απαξία, η αξίωση αυτή φαίνεται ακόμη πιο εύλογη. Ο Κώδικας της Ελληνικής Ιθαγένειας, ήδη πριν από την πρόσφατη τροποποίησή του, προέβλεπε έναν εξαντλητικό κατάλογο αδικημάτων τα οποία λόγω της χρονικής εγγύτητας με την τέλεσή τους, είτε λόγω της φύσης τους δημιουργούσαν κώλυμα παραδεκτού της αίτησης πολιτογράφησης.46 Στα αδικήματα αυτά πλέον επέρχονται κάποιες ελάσσονος σημασίας τροποποιήσεις47 οι οποίες μάλιστα διογκώνουν τη λίστα.
Παράλληλα πάντως με τα αδικήματα και τις ποινές του, το ποινικό δίκαιο κάθε κράτους προβλέπει ως βασικό λόγο εξάλειψης του αξιοποίνου μιας πράξης τη λεγόμενη παραγραφή του εγκλήματος ή ακόμη και της ποινής εφόσον για κάποιο λόγο αυτή μείνει ανεκτέλεστη.48 Στο δίκαιο λοιπόν – κοινή γνώση σε πρωτοετή φοιτητή νομικής – όλα παραγράφονται: αξιώσεις, εγκλήματα και ποινές. Όπως λέει διαρκώς ο Άρειος Πάγος, «[δ]ικαιολογητικός λόγος της παραγραφής είναι η λόγω της παρόδου του χρόνου αποδυνάμωση των σκοπών που επιδιώκονται με την επιβολή της ποινής, δηλαδή της ειδικής και της γενικής πρόληψης».49 Ο χρόνος θεραπεύει και δεν υπάρχει τίποτε που θα μπορούσε να εγείρεται διαρκώς στις ζωές των ανθρώπων χωρίς περιορισμούς, παρά μόνον οι τύψεις τους...50 Κι όμως, ο γενικός αυτός κανόνας ποινικού (και αστικού εννοείται) δικαίου δεν εφαρμόζεται στο δίκαιο της ιθαγένειας. Εδώ, τριανταπέντε αδικήματα δημιουργούν απαράγραπτο κώλυμα για την αίτηση πολιτογράφησης. Η «πάροδος του χρόνου» δεν αρκεί και μάλιστα ακόμη και για αδικήματα ασήμαντα αν κριθεί από τις ποινές που επισείουν, όπως η ψευδής βεβαίωση, η αντίσταση κατά της αρχής, η εξασφάλιση καταλύματος σε μετανάστη (…).51 Οι συμβολισμοί της διάταξης είναι εξαμβλωματικοί: έναντι άλλου παραδείγματος, η αντίσταση κατά της ελληνικής αρχής από έναν ξένο του στερεί δια βίου τη δυνατότητα κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας, ενώ η λειτουργική της σκοπιμότητα είναι προφανής: να περιορίσει όσο γίνεται τον αριθμό των ανθρώπων που μπορούν να επιχειρήσουν την αίτηση πολιτογράφησης. Η ασυμμετρία είναι προφανής ακόμη και για το δίκαιο των αλλοδαπών: εγκλήματα που δεν επισείουν την ποινή της απέλασης, στερούν απαράγραπτα τη δυνατότητα αίτησης πολιτογράφησης.
Ο αντίλογος θα μπορούσε να είναι βέβαια ότι «από αυτούς που θέλουν να γίνουν πολίτες ζητάμε τα περισσότερα στο όνομα της ασφάλειάς μας». Όμως, αφήνοντας κατά μέρους το προφανώς αυταρχικό και άνισο χαρακτήρα του επιχειρήματος αυτού, η ερώτηση είναι αναπόδραστη: «πώς διατηρώντας τους ανθρώπους αυτούς σε καθεστώς διαμονής μη πολίτη [μια πολιτεία] βελτιώνει τη δημόσια ασφάλεια;»52 Μια εύλογη λύση προκειμένου η «δικλείδα» του ποινικού μητρώου να εναρμονιστεί στοιχειωδώς με την ελληνική ποινική δικαιοταξία είναι να εφαρμοστούν στα αδικήματα που προβλέπονται, οι κανονικοί χρόνοι παραγραφής που προβλέπει το ελληνικό ποινικό δίκαιο με την πάροδο των οποίων το πρόσωπο αποκτά εκ νέου το δικαίωμα αίτησης πολιτογράφησης.53 Εξάλλου, οι χρόνοι αυτοί διόλου ασήμαντοι είναι (είκοσι χρόνια ο χρόνος παραγραφής του κακουργήματος), ενώ επιπροσθέτως πάντα υπάρχει η δυνατότητα αιτιολογίας μιας απορριπτικής απόφασης πολιτογράφησης με αναφορά στο ποινικό μητρώο ενός αιτούντος.
5.2. Από πότε στην Ελλάδα; Υπολογίζοντας το χρόνο πρότερης παραμονής
Το ελληνικό μεταναστευτικό καθεστώς μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου διέπεται, όπως και τα υπόλοιπα αντίστοιχα στη νότια Ευρώπη, από την ακανόνιστη είσοδο μη τακτοποιημένων μεταναστών στην επικράτεια, τμήμα των οποίων με την πάροδο του χρόνου υπάγεται στις διαδικασίες των λεγόμενων «νομιμοποιήσεων». Αποτέλεσμα των νομιμοποιήσεων αυτών, είναι η εκ των υστέρων ρύθμιση του καθεστώτος παραμονής των ανθρώπων αυτών στην επικράτεια. Με τον τρόπο αυτό, σωρεύεται – πέραν του νομίμου – ένας κατά τεκμήριο πολύ μακρύτερος χρόνος παραμονής για το συντριπτικά μεγαλύτερο αριθμό των μεταναστών στην Ελλάδα. Αυτό είναι κοινό τοις πάσι. Η πραγματικότητα αυτή νομικό ενδιαφέρον μπορεί να μην έχει, όταν προσμετράται ο χρόνος παραμονής πριν την πολιτογράφηση (ο οποίος είναι χρόνος νόμιμης παραμονής), αλλά έχει εξαιρετικά μεγάλη σημασία για τις ζωές των ανθρώπων, κάτι που δεν πρέπει να αφήνει αδιάφορο και τον νομοθέτη, όταν υπολογίζει τον χρόνο αυτό.
α. Πόσο «μακρόν διαμένοντες»;
Κάπως έτσι θα πρέπει να σκέφτηκε και ο νομοθέτης: αφενός μεν μειώνει τον προηγούμενο χρόνο (νόμιμης και μόνιμης) παραμονής από τα δέκα χρόνια στα εφτά χρόνια φέρνοντάς τον πιο κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά κυρίως εξομαλύνοντας με μεταβατική διάταξη τις εξαιρετικά επαχθείς περιστάσεις, ταλαιπωρίες, εξευτελισμούς και καθυστερήσεις τις οποίες έχουν αναγκαστεί να βιώσουν πολλοί μετανάστες μέχρι σήμερα – χωρίς να φταίνε – προκειμένου να μπορέσουν να ρυθμίσουν τα της διαμονής τους. Για το σύνολο λοιπόν των ανθρώπων που είναι σε θέση να αποδείξουν ότι ζουν στην Ελλάδα νόμιμα σήμερα, το προβλεπόμενο χρονικό κατώφλι για την αίτηση πολιτογράφησης πέφτει στην πενταετία54 με προβλεπόμενο μέγιστο χρόνο διεκπεραίωσης της αίτησής τους τα δύο χρόνια. Ο μεταβατικός αυτός κανόνας αφορά κατεξοχήν το σύνολο των τακτοποιημένων μεταναστών στην Ελλάδα, μέσω των πολλαπλών προγραμμάτων νομιμοποίησης.55
Αντιθέτως, στη διαχρονική διάταξή του, ο νόμος προβλέπει επτά χρόνια παραμονής υπό μια ωστόσο σημαντική αίρεση: ότι ο άνθρωπος που θα ζητήσει την πολιτογράφηση είναι κάτοχος συγκεκριμένων τίτλων μόνιμης παραμονής μέσα στους οποίους δεν περιλαμβάνονται οι άδειες διαμονής που ρυθμίζουν σήμερα το καθεστώς της συντριπτικής πλειοψηφίας των μεταναστών στην Ελλάδα. Για την ακρίβεια, ως κατεξοχήν τίτλος διαμονής για τους μετανάστες («υπηκόους τρίτων χωρών»), οι οποίοι με βεβαιότητα θα αποτελούν το κυρίως σώμα των αιτούντων πολιτογράφηση προβλέπεται η «άδεια επί μακρόν διαμένοντος», η οποία, ωστόσο, μέχρι σήμερα έχει δοθεί σε ένα ελάχιστο αριθμό ανθρώπων, του οποίου η αναφορά δημιουργεί θυμηδία: συζητάμε για λιγότερους από διακόσιους ανθρώπους. Η επιλογή του νομοθέτη να στραφεί προς τον ευρωπαϊκό τύπο άδειας αφήνοντας μακροπρόθεσμα να εκπέσουν σε αχρησία οι πολλαπλές ταξινομήσεις τύπων διαμονής που υφίστανται στην ελληνική έννομη τάξη – πηγές πολλαπλών διακρίσεων και κακής διοίκησης – είναι μια επιλογή που καταρχήν θα μπορούσε να θεωρηθεί ορθολογική.56 Η βούληση είναι όλοι οι άνθρωποι που ζούνε για παραπάνω από πέντε χρόνια νόμιμα στην Ελλάδα να υπαχθούν στο καθεστώς του «επί μακρόν διαμένοντος». Το αν είναι σε θέση η ελληνική διοίκηση στα χρόνια που έρχονται να πραγματοποιήσει τις δέουσες αλλαγές στο σχετικό προεδρικό διάταγμα57 με το οποίο εισάγεται στην ελληνική έννομη τάξη η εν λόγω κοινοτική οδηγία προκειμένου να μπορέσουν να υπαχθούν σε αυτό οι χιλιάδες άνθρωποι που εύλογα θα μπορούσαν να πληρούν τα κριτήρια της «μακράς διαμονής» είναι ένα ερώτημα το οποίο από τις μέχρι τώρα διοικητικές επιδόσεις δεν προσφέρεται για αισιόδοξες απαντήσεις.58
β. Οι «προνομιούχοι» της πολιτογράφησης.
«Για τους κατόχους ιθαγένειας κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τους συζύγους Έλληνα ή Ελληνίδας με τέκνο, όσους έχουν τη γονική μέριμνα τέκνου Ελληνικής ιθαγένειας, τους αναγνωρισμένους πολιτικούς πρόσφυγες και ανιθαγενείς αρκεί η προηγούμενη νόμιμη διαμονή αυτών στην Ελλάδα επί μια τουλάχιστον συνεχή τριετία» (άρθρο 2, παρ 1. εδ. δ΄).
Η εξαίρεση αυτή έχει μεγάλη πρακτική σημασία για τον πραγματικό αριθμό όσων δικαιούνται την αίτηση πολιτογράφησης, καθώς αφορά δύο μεγάλες μεταναστευτικές μερίδες στην Ελλάδα, τους Βούλγαρους και τους Ρουμάνους, υπό την ιδιότητα των πολιτών της Ε.Ε.59 Η δεύτερη μεγαλύτερη και προοπτικά διευρυνόμενη κατηγορία μεταναστών που θα επωφεληθούν από το συγκριτικό πλεονέκτημα που δίνει η διάταξη αυτή είναι οι γονείς των παιδιών που απέκτησαν εν τω μεταξύ την ιθαγένεια με δήλωσή τους, ενώ το συγκριτικό πλεονέκτημα της τριετίας απολαμβάνουν οι πρόσφυγες, οι ανιθαγενείς και «σύζυγοι Έλληνα ή Ελληνίδας με τέκνο». Η πρόβλεψη τεκνοποίησης ως προϋπόθεση υπαγωγής στην προνομιούχο κατηγορία των αιτούντων πολιτογράφηση με τριετία πρότερης παραμονής δεν είναι νέα: υπάρχει στον Κώδικα από το 2000.60 Ο προφανής σκοπός της διάταξης είναι να αποκλείσει από το πλεονέκτημα της βραχύτερης παραμονής εκείνους ή εκείνες μάλλον που κάνουν λευκό γάμο με Έλληνα για να μπορέσουν να τακτοποιηθούν στην Ελλάδα. Ο (πονηρός) νομοθέτης σκέφτεται ότι ένα παιδί θα εμποδίσει την πρόσβαση στην ιθαγένεια των τελούντων άκυρο γάμο, χωρίς προφανώς να σκεφτεί καθόλου ή μάλλον αδιαφορώντας να σκεφτεί ότι υπάρχουν ζευγάρια που δεν επιθυμούν ή, ακόμη χειρότερα, δεν μπορούν να τεκνοποιήσουν.
5.3. Έλληνες ή ελληνομαθείς;
Στις 14 Μαρτίου 2010, λίγες μέρες αφού ψηφίστηκε ο νόμος, ο Θ. Πάγκαλος, αντέδρασε κάπως πιο άξεστα και από το δικό του σύνηθες ύφος απέναντι στη Νομαρχιακή Επιτροπή ΠΑΣΟΚ Α΄ Θεσσαλονίκης, η οποία – ούτε λίγο ούτε πολύ – λίγες μέρες πριν τη συζήτηση του νομοσχεδίου στην ολομέλεια, κατέθεσε μια πρόταση την οποία ο πρόεδρος του ΛΑΟΣ άνετα οικειοποιήθηκε, στη συζήτηση επί της αρχής.61 Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης έκανε όμως ένα λάθος: χαρακτηρίζοντας «ηλίθιους» αυτούς που θεωρούν πως οι αιτούντες πολιτογράφηση πρέπει να ξέρουν ελληνική γλώσσα και ιστορία δεν στράφηκε εναντίον του εθνικιστικού ΠΑΣΟΚ της Θεσσαλονίκης, όπως θα ήθελε, αλλά εναντίον της ίδιας της κυβέρνησης: ο ίδιος ο νόμος – για πρώτη φορά μάλιστα στην ιστορία της ελληνικής ιθαγένειας – προβλέπει με ιδιαίτερη λεπτομέρεια όχι απλώς την επάρκεια στην ελληνική γλώσσα και ιστορία αλλά σωρεία άλλων γνωστικών προϋποθέσεων και μαθησιακών κριτηρίων με απαύγασμα την «επαρκή εξοικείωση με τους θεσμούς του πολιτεύματος της Ελληνικής Δημοκρατίας και την πολιτική ζωή της Χώρας και [τη] βασική γνώση της Ελληνικής πολιτικής ιστορίας, ιδίως της σύγχρονης».62 Αλλού λοιπόν έπρεπε να στρέψει τα βέλη του ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης…
Πέραν του κριτηρίου της ιστοριομάθειας, προτάσσεται και αυτό της «ομαλής κοινωνικής ένταξης» (αντικαθιστώντας την εμφυλιοπολεμική αναφορά στο «ήθος και την προσωπικότητα» του αιτούντος), για τη διακρίβωση του οποίου συνεκτιμάται ένας εξαντλητικά λεπτομερής για νόμο κατάλογος στοιχείων, τα οποία σκιαγραφούν, κατά το νομοθέτη, την εικόνα της «ομαλής ένταξης».63 Να υπογραμμίσουμε εδώ ότι τα στοιχεία αυτά «συνεκτιμώνται» άρα η μη συνδρομή του ενός ή κάποιων από αυτά δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ο αιτών δεν πληροί τις προϋποθέσεις της πολιτογράφησης. Το γεγονός πάντως ότι, με λεπτομέρεια καινοφανή για τα χρονικά της ελληνικής ιθαγένειας, προβλέπονται σε ένα νόμο τα «προς συνεκτίμηση στοιχεία» μπορεί πολύ εύκολα να οδηγήσει τον ερμηνευτή του νόμου – δημόσιο υπάλληλο ή δικαστή – στο να βρει το απαραίτητο έρεισμα στο γράμμα του νόμου και να απορρίψει εύκολα ένα αίτημα πολιτογράφησης, εφόσον γενικά δεν είναι θετικά διακείμενος απέναντι στην ιδέα ότι κάποιοι θέλουν και μπορούν να γίνουν Έλληνες.
Σε όλες τις περιπτώσεις, ένα από τα κριτήρια που με βεβαιότητα δε συνεκτιμώνται απλώς, αλλά καθίσταται απαραίτητο δικαιολογητικό για το παραδεκτό του φακέλου της πολιτογράφησης είναι οι «τρεις συστατικές επιστολές Ελλήνων πολιτών, άλλων από αυτούς που παρίστανται ως μάρτυρες κατά την υποβολή της δήλωσης πολιτογράφησης, που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα» (Α. 4, παρ. 3, εδ. β) . Σε γνώση μας, η συνθήκη αυτή είναι μια καινοτομία του ελληνικού δικαίου ιθαγένειας, καθώς πουθενά στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν προβλέπονται συστάσεις όχι απλώς υποστηρικτικές της αίτησης πολιτογράφησης αλλά συστατικές του παραδεκτού του φακέλου. Η πεποίθησή μου είναι ότι η διάταξη αυτή ούτε «ανοίγει», ούτε «κλείνει» την κτήση της ιθαγένειας με πολιτογράφηση: απλώς την καθιστά αντικείμενο του γνωστού καθ’ ημάς παρεμπορίου συστατικών επιστολών.64
Τέλος, το κριτήριο της γλωσσικής επάρκειας του αλλοδαπού «ώστε να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την κατοχή της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη» είναι μια εξόχως προβληματική νομική σύλληψη όχι μόνον γιατί η Ελλάδα έχει αποτύχει παταγωδώς ως τώρα να παράσχει ένα ρεαλιστικό και επαρκές πλαίσιο δυνατότητας γνώσης της ελληνικής γλώσσας στους μετανάστες, αλλά κυρίως διότι η συσχέτιση της ελληνομάθειας με τις «υποχρεώσεις που απορρέουν από την ιδιότητα του Έλληνα» είναι κριτήριο απολύτως ασαφές ως προς το περιεχόμενό του και ιδιαιτέρως αυταρχικά φορτισμένο ως προς την ιστορική εκφορά του στη χώρα. Ο νόμος προβλέπει περαιτέρω τη δυνατότητα της διοίκησης να διεξάγει «ειδική δοκιμασία» για τη διακρίβωση των προϋποθέσεων αυτών, το λεγόμενο «τεστ ενσωμάτωσης» που εφαρμόζεται από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη υποδοχής μεταναστών.65 Τα τεστ αυτά έχουν ήδη συμβάλει καθοριστικά στην καθήλωση του αριθμού των πολιτογραφήσεων στις χώρες που τα χρησιμοποιούν, ενώ διεξάγεται πλέον μια εκτεταμένη συζήτηση στο χώρο της συγκριτικής μελέτης της ιδιότητας του πολίτη στην Ευρώπη σχετικά με το αν τελικώς αυτές οι δοκιμασίες «παραβιάζουν τις ίδιες αξίες που επιθυμούν να προστατέψουν».66 Η πιθανή εισαγωγή μιας τέτοιας «δοκιμασίας» στην ελληνική έννομη τάξη, θα βάλει σε μια περαιτέρω πραγματική δοκιμασία τον ήδη ανηφορικό δρόμο της πολιτογράφησης στην Ελλάδα.
Δυστυχώς, οι δεδομένες πολιτικές αδράνειες, οι ιστορικοί εθισμοί της δημόσιας διοίκησης και τέλος, η δημοσιονομική κρίση για την αντιμετώπιση της οποίας προκρίθηκε η αντίληψη ότι «για όλα φταίει το δημόσιο», κάνουν τον δρόμο της εφαρμογής της νέας νομοθεσίας ακόμη πιο ανηφορικό. Και αυτό διότι, η κτήση της ιδιότητας του πολίτη είναι το κατεξοχήν «δημόσιο» θέμα με όλες τις δυνατές έννοιες που μπορεί να έχει η λέξη.
Κατά τα λοιπά, βλέποντας το ζήτημα στη μακροϊστορική του διάσταση, οι αποκλεισμοί στο όνομα της ιδιότητας του πολίτη μόνο ως ένα σημείο μετατοπίζονται. Η «μετατόπιση στο κατώφλι του αποκλεισμού» που συνεπάγεται μια πιο περιεκτική ιδιότητα του Έλληνα πολίτη είναι ένα βήμα με ιστορικό και πολιτειακό όριο τις υπάρχουσες ταξικές δομές μιας κοινωνίας, όπως η ελληνική. Επέκεινα όμως, η συζήτηση αλλάζει.
Erratum
Στη σελίδα 43 του άρθρου που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 111 των Θέσεων με τίτλο «Η επόμενη μέρα της ελληνικής ιθαγένειας» αναφέρεται πως:
Σε όλες τις περιπτώσεις, ένα από τα κριτήρια που με βεβαιότητα δε συνεκτιμώνται απλώς, αλλά καθίσταται απαραίτητο δικαιολογητικό για το παραδεκτό του φακέλου της πολιτογράφησης είναι οι «τρεις συστατικές επιστολές Ελλήνων πολιτών, άλλων από αυτούς που παρίστανται ως μάρτυρες κατά την υποβολή της δήλωσης πολιτογράφησης, που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα» (Α. 4, παρ. 3, εδ. β) . Σε γνώση μας, η συνθήκη αυτή είναι μια καινοτομία του ελληνικού δικαίου ιθαγένειας καθώς πουθενά στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν προβλέπονται συστάσεις όχι απλώς υποστηρικτικές της αίτησης πολιτογράφησης αλλά συστατικές του παραδεκτού του φακέλου. Η πεποίθησή μου είναι ότι η διάταξη αυτή ούτε «ανοίγει», ούτε «κλείνει» την κτήση της ιθαγένειας με πολιτογράφηση: απλώς την καθιστά αντικείμενο του γνωστού καθ’ ημάς παρεμπορίου συστατικών επιστολών.
Το παραπάνω δεν ισχύει καθώς στο νόμο 3838/2010 δεν υπάρχει σχετική διάταξη. Η αλήθεια είναι ότι ως την τελευταία στιγμή στο νομοσχέδιο η σχετική διάταξη ήταν παρούσα και, πραγματικά, στην παράταση απεσύρθη υπό το βάρος των αντιδράσεων που εύλογα είχε προκαλέσει. Είναι αυτονόητο ότι το λάθος φυσικά με βαραίνει και για το λόγο αυτό εκφράζω την απολογία μου προς τους αναγνώστες.
Δημήτρης Χριστόπουλος, Αθήνα 20 Ιουνίου 2010
1 Το κείμενο αποτελεί προδημοσίευση από μονογραφία που θα κυκλοφορήσει το 2011 με τίτλο Το να είσαι Έλληνας: καθεστώς της ελληνικής ιθαγένειας.
2 Ανάμεσα σε άλλα πρβλ. σε Ι. Wallerstein: “Citizens all? Citizens Some. The Making of the Citizen”, Comparative Studies in Society and History, 45:4: 650-679, Cambridge University Press, 2003.
E. Balibar, Les frontières de la démocratie, Ed. La Découverte, Παρίσι, 1992.
3 Και μάλιστα στις Θέσεις, Δ. Δημούλης, «Ιδιότητα του πολίτη και πολιτικά δικαιώματα: Λειτουργία και υπέρβαση μιας διαφοροποιητικής κατασκευής».τεύχος 55, 1996, 11-29 και τ. 56, 1996, 31-50. Δεύτερη δημοσίευση σε: Δ. Δημούλης, Το Δίκαιο της Πολιτικής, Μελέτες Συνταγματικής Θεωρίας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2001, σ. 157 – 211.
4 Γ. Βλάχος, «Η αντινομία ανθρώπου και πολίτη», Τιμητικός Τόμος του Συμβουλίου Επικρατείας, Τ. ΙΙ, Αθήνα, 1982, σ. 33 επ.
5 Έναντι άλλων, στην ελληνική βιβλιογραφία με όρους μαρξιστικής θεωρίας σε: Ε.Μ. Γουντ, Η δημοκρατία ενάντια στον καπιταλισμό, Εκδ. Στάχυ, Αθήνα 1998 ειδικά το 7ο κεφάλαιο: «Ο δήμος έναντι στο “εμείς, ο λαός (we the people)”: από τις αρχαίες στις νεότερες έννοιες της ιδιότητας του πολίτη» σ. 201-231.
6 Πρβλ σχετικά σε: A. Linklater, «Cosmopolitan Citizenship», Citizenship Studies, Vol. 2, Issue 1, 1998, 23-45.
7 Πρβλ. στον τίτλο άρθρου του γράφοντα με τον Δ. Δημούλη: «Ιθαγένεια και μετανάστευση: να μετατοπίσουμε το κατώφλι του αποκλεισμού», Ενθέματα, Αυγή της Κυριακής, 28 Φεβρουαρίου 2010.
8 Αναφέρομαι στο ομότιτλο άρθρου του συντονιστή των Ενθεμάτων της Αυγής της Κυριακής, Σ. Μπουρνάζου, 14 Φεβρουαρίου 2010.
9 Με την έννοια αυτή με βρίσκει μέχρι κεραίας σύμφωνο η σχετική ανακοίνωση του Δικτύου για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα της 27ης Ιανουαρίου 2010: Θα γίνεις έλληνας ποτέ; Η στάση μας απέναντι στο νομοσχέδιο για την ιθαγένεια. «[Θ]εωρούμε ότι στάσεις που απορρίπτουν συνολικά το νομοσχέδιο, σαν αυτές που εκφράστηκαν από το ΚΚΕ και τμήματα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς όχι μόνο πιστώνουν στο ΠΑΣΟΚ τις διεκδικήσεις του αντιρατσιστικού κινήματος, αλλά και υποτάσσουν την ουσία της υπόθεσης στις ανάγκες μιας υποτιθέμενης καθαρότητας και μιας πολιτικής συνολικής αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση. Αγνοούν αυτήν την ουσία που έκανε το ζήτημα της ιθαγένειας “κόκκινο πανί” για τους κάθε είδους και κάθε προέλευσης εθνικιστές: την βασική εκείνη αντίληψη που θέλει την ιθαγένεια να μην είναι περιούσιο προνόμιο των “Ελλήνων το γένος” και των υστερικών διεκδικητών της κληρονομικής καθαρότητας, αλλά υπόθεση που καθορίζεται από τον τόπο που ζει κανείς και που γεννά τα παιδιά του, υπόθεση ισότιμης συμμετοχής στην κοινωνία και ισότητας δικαιωμάτων».
10 Νόμος 3838/24.3.2010 ΦΕΚ Α΄, Αριθμός Φύλλου 49.
11 «Όντως απειλούνται» υπό την έννοια ότι όντως υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι στο εγγύς μέλλον αναγκαστικά θα θέσουν τον εαυτό τους στις υπηρεσίες νέων αφεντικών με μεταναστευτική καταγωγή, οι οποίοι ως άλλοι έλληνες της δεκαετίας του ’90 θα έχουν τη δική τους ευκαιρία να δείξουν για ακόμη μια φορά πόσο εύκολα οι μεταναστευτικές γενιές ξεχνούν τη δίκη τους εμπειρία όταν τους δίνεται η δυνατότητα της κοινωνικής ανέλιξης στις κοινωνίες υποδοχής.
12 Κατά τη διατύπωση του Σ. Ζίζεκ για τον οποίο: «Η διαχωριστική γραμμή δεν βρίσκεται πλέον μεταξύ αριστεράς και δεξιάς αλλά μεταξύ ολόκληρου του πεδίου της “μετριοπαθούς” μεταπολιτικής και της ακροδεξιάς αναπολιτικοποίησης. Μήπως αυτή η σκανδαλιστική έκβαση δεν αποτελεί δυσοίωνο σημάδι του τιμήματος που πρόκειται να πληρώσουμε για την πύρρειο νίκη της μεταπολιτικής; Με άλλα λόγια, εκείνο που θα πρέπει να θυμόμαστε πάντοτε είναι ότι ο Ζαν Μαρί Λεπέν εκπροσωπεί τη μοναδική σοβαρή πολιτική δύναμη στη Γαλλία η οποία, σε σαφή αντίθεση με τον αποπνικτικό λήθαργο της ηγεμονικής μεταπολιτικής εμμένει σε μια στάση ριζικής πολιτικοποίησης (διεστραμμένου αλλά εντούτοις “ζωντανού”) καθαρού πολιτικού πάθους». Σ. Ζιζεκ, Καλώς ορίσατε στην έρημο του πραγματικού, Αθήνα, Scripta, 2003, σ. 180-181. Η αλήθεια είναι ότι η πρόταση, στην εμφατική της προσπάθειά της να προκαλέσει, παρέχει μια απλοποιημένη εικόνα του πεδίου του πολιτικού ανταγωνισμού η οποία μάλλον αδικεί ένα τμήμα των δυνάμεων της γαλλικής Αριστεράς. Από την άλλη βέβαια, αυτός που περισσότερο από τη γαλλική Κεντροαριστερά έλαβε το μήνυμα που περιγράφει ο Ζίζεκ είναι με βεβαιότητα ο νυν Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας.
13 Σχετικά με τη θεωρία των αποφάσεων και μη αποφάσεων πρβλ. στην κλασική, για την πολιτική επιστήμη, μελέτη των : P. Bachrach και N. Baratz, Power and Poverty: Theory and Practice, New York, Oxford University Press, 1970 ενώ στα ελληνικά πρβλ. την εισαγωγή της Σ. Καϊτατζή-Γουίτλοκ σε: S. Lukes, Εξουσία: Μια ριζοσπαστική θεώρηση, Αθήνα: Εκδ. Σαβάλλας, 2007: 9-66, απ’ όπου το μεταφρασμένο απόσπασμα (σ. 35).
14 Δ. Τσάτσος, Συνταγματικό Δίκαιο, Τόμος Α΄ Θεωρητικό Θεμέλιο, εκδ Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα - Κομοτηνή, 1994, σ. 67.
15 Idem, σ. 68.
16 Παραπέμπουμε στην όλη προβληματική γύρω από την κατάσταση ανάγκης που ξεκινά από την πολιτειολογία του Hobbes και του Schmitt και ταξινομείται με αποκαλυπτικό τρόπο ως «παράδειγμα διακυβέρνησης» στην Κατάσταση εξαίρεσης του G. Agamben, (εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2007).
17 C. Schmitt, Πολιτική θεολογία, εκδ. Λεβιάθαν, Αθήνα, 1994, σ. 31.
18 Το άρθρο 31 του Κώδικα προέβλεπε ότι «οι προθεσμίες του άρθρου 4 του ν. 2690/1999 [δηλαδή του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας] δεν ισχύουν για υποθέσεις που αφορούν κτήση, αναγνώριση, απώλεια και ανάκτηση της Ελληνικής Ιθαγένειας».
19 Κατά το προηγούμενο άρθρο 8 του Κώδικα, «Η απόφαση που απορρίπτει αίτημα πολιτογράφησης δεν αιτιολογείται».
20 Κατά το άρθρο 10 του Συντάγματος: «Καθένας ή πολλοί μαζί έχουν το δικαίωμα, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, να αναφέρονται εγγράφως στις αρχές, οι οποίες είναι υποχρεωμένες να ενεργούν σύντομα κατά τις κείμενες διατάξεις και να απαντούν αιτιολογημένα σε εκείνον που υπέβαλε την αναφορά, σύμφωνα με το νόμο». Με την αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε στο Άρθρο 10, νέα 3η παράγραφος, η οποία μάλιστα, με λεπτομέρεια μάλλον ανοίκεια για Σύνταγμα προβλέπει πώς «[η] αρμόδια υπηρεσία ή αρχή υποχρεούται να απαντά στα αιτήματα για παροχή πληροφοριών και χορήγηση εγγράφων, μέσα σε ορισμένη προθεσμία, όχι μεγαλύτερη των 60 ημερών, όπως νόμος ορίζει».
21 Προθεσμίες. 1. Για την πολιτογράφηση τίθενται οι εξής ειδικές προθεσμίες από την υποβολή της αίτησης: α. Έξι μήνες από την κατάθεση στην Περιφέρεια της αίτησης πολιτογράφησης μέχρι την κλήση του ενδιαφερομένου σε συνέντευξη ενώπιον της Επιτροπής Πολιτογράφησης. Εντός του διαστήματος αυτού οφείλει η αρμόδια υπηρεσία της Περιφέρειας να αναζητήσει αυτεπαγγέλτως τα δικαιολογητικά που αναφέρονται στο εδ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου 7 καθώς και τη γνώμη των αρμοδίων υπηρεσιών ασφαλείας του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη. Αν η αίτηση δεν είναι πλήρης, η προθεσμία αρχίζει από τη συμπλήρωση του οικείου φακέλου ή την επανυποβολή πλήρους της αίτησης. Τυχόν καθυστέρηση της αποστολής των αυτεπαγγέλτως αναζητηθέντων δικαιολογητικών δεν αναστέλλει την περαιτέρω εξέταση του φακέλου.
β. Τέσσερις μήνες από την κλήση του αιτούντος για συνέντευξη έως και την υποβολή της εισήγησης της Επιτροπής προς τον Υπουργό Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.
γ. Δύο μήνες για την έκδοση της σχετικής υπουργικής απόφασης και τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
22 Όπως γράφει και η αιτιολογική έκθεση: «Παύει έτσι μια απαράδεκτη για κράτος δικαίου πηγή διαρκούς και συστηματικής κακοδιοίκησης. (…) Η προτεινόμενη ρύθμιση συνιστά τομή για τη χώρα μας καθώς έως σήμερα οι διαδικασίες τηρούνταν απρόθεσμα στο πεδίο της ιθαγένειας». Ας σημειωθεί ότι στο σχέδιο νόμου της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου προβλέπονταν επίσης συνολικά ένας χρόνος προθεσμία για τη διεκπεραίωση των υποθέσεων πολιτογράφησης, με διαφορετικό εσωτερικό χρονικό καταμερισμό. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της Ένωσης, «[η] εξαίρεση των υποθέσεων που αφορούν κτήση, αναγνώριση, απώλεια και ανάκτηση της Ελληνικής Ιθαγένειας είναι επίσης μια αναχρονιστική διάταξη του ΚΕΙ η οποία δικαιολογείται με την επίκληση του ιδιαιτέρου φόρτου εργασίας και της ιδιαίτερης πολυπλοκότητας που συνεπάγεται για τη διοίκηση η εξέταση των φακέλων. Η προσφυγή στη διάταξη αυτή έχει οδηγήσει, παρά τις πρόσφατες περί του αντιθέτου κατευθύνσεις των σχετικών εγκυκλίων του Υπουργού Εσωτερικών σε πολλές περιπτώσεις σε απλή σιωπή της διοίκησης, όταν αποφασίζεται πως η σιωπή είναι προτιμότερη από την απορριπτική απόφαση. Άλλωστε στα περισσότερα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει θεσμοθετηθεί σχετική ειδική προθεσμία απάντησης. Με την παράγρ. 1 [του άρθρου 27], εισάγεται ειδική μέγιστη προθεσμία ενός έτους συνολικά επί των υποθέσεων κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας με πολιτογράφηση. Η προθεσμία αυτή είναι απολύτως εύλογη και ρεαλιστική καθώς αφήνει άπλετα περιθώρια χρόνου στη διοίκηση να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες. Επιπροσθέτως το συνολικό διάστημα του ενός έτους που προβλέπεται για τη διεκπεραίωση της υπόθεσης αίτησης πολιτογράφησης ανήκει στα υψηλότερα προβλεπόμενα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
23 Τραγούδι του Άκη Πάνου του 1974.
24 Η σχετική νομολογία του Συμβουλίου Επικρατείας αποδέχεται από το 1983 (Απόφαση 110) ότι στην περίπτωση που στη σχετική απόφαση ή έγγραφο γίνεται αναφορά στους λόγους για τους οποίους το κράτος αρνείται την πολιτογράφηση , οι λόγοι αυτοί πρέπει να είναι νόμιμοι, και ως τέτοιοι, υπάγονται στον έλεγχο του ακυρωτικού δικαστή.
25 Για την ιστορία του νομοσχεδίου, έχει πολύ ενδιαφέρον ότι στο σχέδιο νόμου που δημοσιοποιήθηκε λίγες μέρες πριν την ψήφισή του υπήρχε η ακόλουθη διάταξη στο άρθρο 5 (παρ. 6): «Δεν κοινοποιούνται στον ενδιαφερόμενο αναλυτικές κρίσεις και πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που αφορούν ζητήματα δημόσιας ή εθνικής ασφάλειας, ή αιτιολογίες αναγόμενες σε ζητήματα γενικής πολιτικής τής Χώρας, που τυχόν περιέχονται στο σώμα της εισήγησης». «Έτσι λοιπόν, ενώ στις ουσιαστικές προϋποθέσεις πολιτογράφησης (άρθρο 3 του σχεδίου, άρθρα 5α & 5β ΚΕΙ) εμφανίζονται ως μόνα νόμιμα και θεμιτά κριτήρια πολιτογράφησης εκείνα που αναφέρονται εξατομικευμένα στον υποψήφιο (δηλαδή αυτός ο ίδιος πρέπει να έχει ενσωματωθεί, στο δικό του πρόσωπο πρέπει να μη συντρέχουν “λόγοι δημόσιας ή εθνικής ασφάλειας” κλπ.), αιφνιδίως στις διαδικαστικές διατάξεις (άρθρο 5 του σχεδίου, άρθρο 7 παράγρ. 6 ΚΕΙ), και στο σημείο όπου ορίζεται τι είναι κοινοποιήσιμο και τι όχι, εμφανίζεται αυτή η καινοφανής ρύθμιση ότι “δεν κοινοποιούνται στον ενδιαφερόμενο ... αιτιολογίες αναγόμενες σε ζητήματα γενικής πολιτικής της χώρας”! Με άλλα λόγια, “από την πίσω πόρτα” προστίθεται η δυνατότητα απόρριψης αιτήσεων πολιτογράφησης με αιτιολογία αναγόμενη όχι εξατομικευμένα στον υποψήφιο (λ.χ. [αυτός ο ίδιος] “βαρύνεται με υπόνοιες συμμετοχής σε τρομοκρατικές ενέργειες” ή [αυτός ο ίδιος] “υπήρξε στέλεχος των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών” κλπ.), αλλά γενικώς σε πολιτικές επιλογές της Ελλάδας (λ.χ. “δεν πολιτογραφούμε Αλβανούς για να μη μαζευτούν πολλοί και σχηματίσουν αυτονομιστικούς πυρήνες”, ή “δεν πολιτογραφούμε Ταϊβανέζους μην τυχόν μας κάνει μούτρα η Κίνα” ή “δεν πολιτογραφούμε Αιγυπτίους επειδή η χώρα τους δεν ψήφισε υπέρ των θέσεών μας στον ΟΗΕ” κλπ.). Η απροσδόκητη αυτή προσθήκη υπονομεύει την προσαρμογή της πολιτογράφησης στο κράτος δικαίου, διότι ανοίγει παράθυρο μέσα από το οποίο κάποιοι οι θα εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούνται (και μάλιστα νομίμως) ως εργαλεία “εθνικής” πολιτικής, καθώς θα υφίστανται δυσμενή μεταχείριση όχι εξ αιτίας κάποιας δικής τους συμπεριφοράς, παρά μόνον εξ αιτίας “γενικών” αδιαφανών επιλογών. Εξάλλου, ως σήμερα αυτή είναι η κατευθυντήρια γραμμή στα ζητήματα πολιτογράφησης. Το κύριο πρόβλημα είναι το εξής ζήτημα αρχής: μέχρι τώρα, οι κήρυκες της φοβικής ιθαγενειακής πολιτικής ισχυρίζονταν ότι η πολιτογράφηση αποτελεί από τη φύση της θέμα εσωτερικής κυριαρχίας, άρα εξ ορισμού “πολιτικό/εθνικό” ως προς τα επιλεγόμενα κριτήρια και φυσικά αδιαφανές. Το μεγαλύτερο προσόν του νέου νομοσχεδίου ήταν ότι κατεδάφιζε αυτήν ακριβώς την αντίληψη, ορίζοντας το αυτονόητο: ότι τα κριτήρια ήσαν μέχρι τώρα ασαφή και η εφαρμογή τους ήταν αναιτιολόγητη όχι εκ φύσεως ή εξ ορισμού, παρά μόνον επειδή το ανεχόταν ο μέχρι τώρα ισχύων κοινός νόμος, οπότε αν αλλάξει αυτός ο νόμος καταρρέει και η αντίληψη περί σκληρού πυρήνα κυριαρχίας. Με τη νέα προσθήκη, όμως, η εξέλιξη αυτή ανατρέπεται: κάνοντας πια λόγο για “αιτιολογίες αναγόμενες σε ζητήματα γενικής πολιτικής της χώρας”, και μάλιστα όχι στον πίνακα των ουσιαστικών προϋποθέσεων αλλά στην περιγραφή της διαδικασίας, ο νομοθέτης δικαιώνει τον κακοπροαίρετο ερμηνευτή και εφαρμοστή, υποδεικνύοντάς του ότι η πολιτογράφηση παραμένει εξ ορισμού και εκ φύσεως στεγανό διαμέρισμα, αφού η εμπλοκή της με τη “γενική πολιτική της χώρας” διατηρείται ως αυτονόητο εννοιολογικό της θεμέλιο. Για τους παραπάνω λόγους, η διάταξη αυτή δεν πρέπει να γίνει νόμος του ελληνικού κράτους: αναιρεί την όλη προσπάθεια συνάντησης του δικαίου της ελληνικής ιθαγένειας με το κράτος δικαίου». Το παραπάνω είναι απόσπασμα από σχέδιο δελτίο τύπου της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου το οποίο, ωστόσο, δεν χρειάστηκε τελικώς να κυκλοφορήσει καθώς το Υπουργείο αναγκάστηκε να αποσύρει τη διάταξη από το τελικό σχέδιο που πήγε στην ολομέλεια. Η παράθεσή του έχει νομίζω σημασία διότι η παραβολή αυτή δείχνει με εξαιρετική ενάργεια ότι η άσκηση πιέσεων προς την κατεύθυνση της δημοκρατικής φιλελευθεροποίησης των διατάξεων του νομοσχεδίου θα μπορούσε να είχε φέρει περισσότερα αποτελέσματα από τη στιγμή που δημοσιοποιήθηκε η πρωτοβουλία.
26 Στο σχέδιο νόμου της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου για ένα νέο Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας έχουμε την πρώτη τεκμηριωμένη αναφορά στην κατάργηση του ανατιολόγητου: «Για κάθε απόφαση πολιτογράφησης, θετική ή απορριπτική, ισχύει εφεξής η γενική υποχρέωση αιτιολογίας, καθόσον όχι μόνο διαγράφεται η πρόταση “Η απόφαση που απορρίπτει αίτημα πολιτογράφησης δεν αιτιολογείται”, αλλά επί πλέον, για παιδαγωγικούς-συμβολικούς σκοπούς, προστίθεται, αν και ήδη αυτονόητη, ρητή επιβολή αιτιολόγησης. Η διάταξη περί αναιτιολόγητου είναι η πιο αναχρονιστική διάταξη του ΚΕΙ σε σχέση με το πολιτειακό περιβάλλον του κράτους δικαίου. Το άρθρο 10 Σ αναφέρει πως “Καθένας ή πολλοί μαζί έχουν το δικαίωμα τηρώντας τους νόμους του κράτους, να αναφέρονται εγγράφως στις αρχές, οι οποίες είναι υποχρεωμένες να ενεργούν σύντομα κατά τις κείμενες διατάξεις και να απαντούν αιτιολογημένα σε εκείνον που υπέβαλε την αναφορά, σύμφωνα με το νόμο”. Το γεγονός ότι ο υπάρχων ΚΕΙ και συστηματικά το δίκαιο της ελληνικής ιθαγένειας, από τις καταβολές του, εξαιρεί τη διοίκηση από την υποχρέωση αιτιολόγησης των απαντήσεών της, αποδίδεται κατά μείζονα λόγο, σε παράγοντες που σχετίζονται με τον δυνητικά μη δημοσιοποιήσιμο λόγο της απόρριψης της αίτησης πολιτογράφησης, την απόλυτη διακριτική ευχέρεια για την αποδοχή ή όχι της αίτησης από τον Υπουργό Εσωτερικών και τέλος, την εν γένει παραδοχή πως η κτήση της ελληνικής ιθαγένειας δε συνιστά άσκηση ατομικού δικαιώματος του ενδιαφερομένου, αλλά κυριαρχική αρμοδιότητα της πολιτείας. Ωστόσο, η σωρευτική συνδρομή των παραπάνω λόγων δεν αρκεί να δικαιολογήσει το γεγονός πως η Ελλάδα είναι το μόνο εναπομείναν κράτος στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 15 στο οποίο επιτρέπεται η μη αιτιολόγηση της αρνητικής απάντησης σε αίτηση πολιτογράφησης».
27 Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.
28 H ρύθμιση αυτή έλκει την καταγωγή της από τη Γαλλία του 19ου αιώνα και έκτοτε αναφέρεται ως η «καρδιά του γαλλικού δικαίου της ιθαγένειας». Περί τα τέλη του 19ου αιώνα, η χώρα που για πρώτη φορά συγκέντρωσε έναν ικανό αριθμό μεταναστών στην Ευρώπη, και μάλιστα πρώτη απ’ όλες τις άλλες χώρες αντιμετώπισε μια προφανή κρίση. Τα παιδιά των μεταναστών που γεννιόνταν στη Γαλλία δεν αποκτούσαν τη γαλλική ιθαγένεια, καθώς οι γονείς τους και αυτά δεν επιθυμούσαν να εκπληρώσουν τη στρατιωτική τους θητεία. Η αναπαραγωγή αυτής της κατάστασης για μια γενιά ακόμη οδήγησε το γαλλικό κράτος να αντιμετωπίσει την κατάσταση με νόμο του 1889, με την εισαγωγή της υποχρεωτικής κτήσης της ιθαγένειας για την «τρίτη γενιά», τα παιδιά δηλαδή των ξένων εκείνων που και οι ίδιοι είχαν γεννηθεί στη Γαλλία. Από τότε η διάταξη αυτή έχει μείνει σταθερή. Πρβλ. P. Weil, Qu’est-ce que’ un français, Histoire de la nationalité française depuis la révolution, Gallimard, 2η έκδ. Παρίσι, 2004, σ. 88-91.
29 Η ΕΕΔΑδ στην αιτιολογική έκθεση της δικής της πρότασης σχεδίου νόμου «Κώδικας Ελληνικής ιθαγένειας» προβλέπει ότι «εισάγεται υποχρεωτικό ius soli για τα τέκνα αλλοδαπών γεννημένων στην Ελλάδα, δηλαδή τη λεγόμενη τρίτη γενεά μεταναστών, επειδή γι’ αυτά τα παιδιά θα ήταν αδικαιολόγητα επαχθής η εμμονή των γονέων τους να τα εγκλωβίσουν στην αποκλειστικότητα μίας Ιθαγένειας από την οποία έχουν κατά τεκμήριον αποκοπεί. Έτσι στους γονείς δεν παρέχεται καν η δυνατότητα επιλογής» www.hlhr.gr/press/kei-enosi.pdf, σ. 19.
30 Άρθρο 14 του Αστικού Νόμου του 1856 και εν συνεχεία σε όλες τις κωδικοποιήσεις του δικαίου ιθαγένειας.
31 Ας σημειωθεί ότι στο κείμενο της «νομοθετικής πρωτοβουλίας» του Δεκεμβρίου 2009, η ρήτρα αυτή δεν υπήρχε.
32 «Η εύκολη παραχώρηση ιθαγένειας στα παιδιά είναι από μόνη της ένα κίνητρο για τους παράνομους μετανάστες να τεκνοποιήσουν. Το κίνητρο αυτό καθίσταται πολύ πιο ισχυρό από τη διάταξη, που προβλέπει ότι όποιο παιδί γεννηθεί στην Ελλάδα και είναι “άγνωστης ιθαγένειας” ή δεν μπορεί να αποκτήσει άλλη ιθαγένεια θα παίρνει αυτομάτως την ελληνική. Η διάταξη αυτή (υπάρχει και στον κώδικα που ψηφίστηκε το 2004) είναι ασαφής και ανοίγει ένα επικίνδυνο παράθυρο». Στ. Λυγερός, «Νομοσχέδιο για την ιθαγένεια: ανάγκη, παγίδες, ιδεολογήματα. Προβληματισμοί σχετικά με την επιχείρηση μαζικών ελληνοποιήσεων», Καθημερινή, 3.1.2010.
33 Πρβλ. στην προηγούμενη υποσημείωση. Επίσης, ο βουλευτής Ε. Αντώναρος μη γνωρίζοντας προφανώς ότι η διάταξη αυτή υπάρχει από γεννήσεως σχεδόν του ελληνικού κράτους την αποδίδει στην κυβέρνηση Καραμανλή («Η ιθαγένεια των μεταναστών», Καθημερινή 22.11.09).
34 Η φράση français malgre lui αποδίδει κυριολεκτικά τους γόνους μεταναστών που γεννιούνται στη Γαλλία και αποκτούν – θέλοντας και μη – τη γαλλική ιθαγένεια.
35 Υπό την έννοια που συζητάμε, είναι προφανές λοιπόν ότι η ιδιότητα του πολίτη από γέννησης ενέχει ένα αναπόδραστο στοιχείο επιβολής το οποίο εξ αντικειμένου παρακάμπτεται εν όψει της ανηλικότητας του υποκειμένου.
36 Στο ίδιο άρθρο (1α 1).
37 Στις «Προτεινόμενες τροποποιήσεις» της, η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου αναφέρει: «Η αξίωση νόμιμης και μόνιμης παραμονής και των δύο γονέων ενώ γενικά είναι πολιτειακά εύλογη, λειτουργεί μεσοπρόθεσμα ιδιαιτέρως αποτρεπτικά για μείζον τμήμα αλλοδαπών που κατοικεί στην Ελλάδα και επιθυμεί να δώσει στα παιδιά τους τη δυνατότητα κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας. Κατεξοχήν αυτό που συνέβαινε και συνεχίζει να συμβαίνει στη χώρα είναι ότι πρώτα έφτανε ο ένας γονέας και κατόπιν ο δεύτερος γονέας προς εργασία και εγκατάσταση. Αυτό ο συγκεκριμένος τύπος μεταναστευτικής ροής – κοινός στον Ευρωπαϊκό Νότο – καθιστά πιο εύλογη, αναγκαία και δίκαια την αξίωση πενταετίας μονιμότητας και νομιμότητας του ενός γονέα σε συνάρτηση με τη νομιμότητα και μονιμότητα του ετέρου, χωρίς χρονικές προϋποθέσεις», www.hlhr.gr
38 Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, είναι πάντως βέβαιο ότι η προϋπόθεση της νόμιμης και μόνιμης παραμονής και των δύο γονέων επί πενταετία – αντί του ενός – έχει ως στόχο να αδρανοποιήσει τη δυνατότητα κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας με δήλωση για παιδιά που γεννιούνται μεν στη χώρα αλλά κατόπιν κατοικούν με τη μητέρα τους στον τόπο καταγωγής τους.
39 Άρθρο 1, παρ. e του νόμου 2/2006 που τροποποιεί τον Κώδικα Πορτογαλικής Ιθαγένειας (37/1981).
40 Για την ιστορία αξίζει να αναφέρει κανείς ότι στη «νομοθετική πρωτοβουλία» δινόταν και ένα ακόμη εναλλακτικό δικαίωμα, αυτό της κτήσης της ιθαγένειας με την ενηλικίωση εφόσον το παιδί «έχει παρακολουθήσει τις τρεις πρώτες τάξεις υποχρεωτικής εκπαίδευσης σε ελληνικό σχολείο στην Ελλάδα και κατοικεί μόνιμα στη χώρα». Η διατύπωση αυτή ήταν μάλλον ατυχής, στο βαθμό που, με έναν μονοσήμαντα άκαμπτο τρόπο, παρείχε το δικαίωμα δήλωσης σε όποιον εκπαιδεύτηκε ως την Τρίτη Δημοτικού στην Ελλάδα χωρίς άλλη ενταξιακή προϋπόθεση.
41 Η μόνη βουλευτής που έθεσε το ζήτημα ήταν του ΠΑΣΟΚ. Η Σ. Σακοράφα είπε στη σχετική συζήτηση: «Νομίζω κύριε Υπουργέ, ότι θα έπρεπε στο σημείο αυτό για το σκοπό μας που είναι η μόρφωση των παιδιών να αναφερόμαστε, τουλάχιστον στις έξι τάξεις του δημοτικού, να λάβει δηλαδή, το παιδί τη στοιχειώδη παιδεία και μόρφωση. Μπορεί να μου πείτε ότι γίνομαι λεπτολόγος αλλά το “επιτυχώς” τι ακριβώς σημαίνει, τι σηματοδοτεί; Δεν πιστεύω σε καμία περίπτωση ότι ψάχνουμε για αλλοδαπούς άριστους μαθητές. Γι’ αυτό το λόγο και επειδή δεν χρειάζεται να υπάρχει καμία δυνατότητα παρερμηνείας στο μέλλον, προτείνω να απαλειφθεί η λέξη “επιτυχώς”. Η ολοκλήρωση της παρακολούθησης των έξι τάξεων προϋποθέτει την προαγωγή από τάξη σε τάξη και ικανοποιεί πλήρως και τον στόχο και τον σκοπό μας. Θα ήθελα, λοιπόν, αν γινόταν να απαλειφθεί το “επιτυχώς”». Πρακτικά Εργασιών Ολομέλειας, Σύνοδος Α, ΠΒ΄, 11 Μαρτίου 2010.
42 Εδώ μπορεί κανείς εύλογα να εικάσει ότι ο στόχος του νομοθέτη είναι να αποφύγει ότι η φοίτηση σε ένα μελλοντικό κέντρο ισλαμικών σπουδών στην Ελλάδα συνιστά προαπαιτούμενο προκειμένου κάποιος να αποκτήσει την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη.
43 Προφανώς, δεν εξάντλησε το απόθεμα αυτό ακόμη και έναντι των παιδιών των μεταναστών, καθώς η δυνατότητα κτήσης της ιθαγένειας εξαρτάται από την προϋπόθεση της νομιμότητας και μονιμότητας παραμονής και των δύο γονέων για πέντε χρόνια. Είναι αξιοσημείωτο πάντως ότι ακριβώς την τελευταία στιγμή, σε βαθμό μάλιστα που να δημιουργούνται υπόνοιες ότι έγινε έτσι προκειμένου να μην υπάρξουν αντιδράσεις από τη Νέα Δημοκρατία και το ΛΑΟΣ, η προϋπόθεση νομιμότητας και μονιμότητας επί πενταετίας περιορίστηκε με μεταβατική διάταξη (άρθρο 24, παρ. 2) ειδικά για τους ανθρώπους που έχουν ήδη ενηλικιωθεί στην Ελλάδα χωρίς προφανώς να έχουν αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια. Για τους ανθρώπους αυτούς πλέον, αρκεί ο ένας γονέας να είναι νόμιμα στην Ελλάδα για πενταετία με αποτέλεσμα ο πραγματικός αριθμός των ανθρώπων που μπορούν την επαύριον της δημοσίευσης του νόμου να κάνουν χρήση προκειμένου να αποκτήσουν την ιθαγένεια να μεγαλώνει σημαντικά.
44 Τμήμα Β΄, Κεφάλαιο Β΄, § ιβ΄. Πρβλ. σε Α. Σβώλου, Τα Ελληνικά Συντάγματα 1822-1975/1986, Αθήνα: εκδ. Στοχαστής, 1998 (α΄ έκδοση 1972), 122-123.
45 http://www.parliament.gr/ergasies/showfile.asp?file=syne100311.txt
46 Έτσι λοιπόν το σχετικό άρθρο 2 προβλέπει: 1. Ο αλλοδαπός που επιθυμεί να γίνει Έλληνας πολίτης με πολιτογράφηση θα πρέπει: (…) β. (…) να μην έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για αδίκημα που τέλεσε εκ δόλου, κατά την τελευταία δεκαετία πριν από την υποβολή της αίτησης πολιτογράφησης, σε ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον ενός έτους ή τουλάχιστον έξι μηνών και ανεξαρτήτως χρόνου έκδοσης της καταδικαστικής απόφασης, για εγκλήματα προσβολών του πολιτεύματος, προδοσίας της Χώρας, ανθρωποκτονίας από πρόθεση και επικίνδυνης σωματικής βλάβης, εγκλήματα σχετικά με την εμπορία και τη διακίνηση ναρκωτικών, τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, διεθνή οικονομικά εγκλήματα, εγκλήματα με χρήση μέσων υψηλής τεχνολογίας, εγκλήματα περί το νόμισμα, εγκλήματα σχετικά με την εμπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και την παιδική πορνογραφία (ν. 3625/2007, ΦΕΚ Α΄ 290) εγκλήματα συγκρότησης ή ένταξης ως μέλους σε εγκληματική οργάνωση κατά την έννοια των άρθρων 187 και 187Α του Ποινικού Κώδικα, αντίστασης κατά της αρχής, αρπαγής ανηλίκων, κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, κλοπής, ληστείας, απάτης, υπεξαίρεσης, εκβίασης, τοκογλυφίας, του νόμου περί μεσαζόντων, πλαστογραφίας, ψευδούς βεβαίωσης, υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, συκοφαντικής δυσφήμισης, λαθρεμπορίας, εγκλήματα που αφορούν τα όπλα, αρχαιότητες, την προώθηση μεταναστών που στερούνται τίτλου παραμονής στο εσωτερικό της Χώρας ή τη διευκόλυνση μεταφοράς ή προώθησής τους ή της εξασφάλισης καταλύματος σε αυτούς για απόκρυψη».
47 Όπως προβλέπει και η αιτιολογική έκθεση: «Επιπλέον προστίθενται στον υφιστάμενο κατάλογο ποινικών κωλυμάτων η τελεσίδικη καταδίκη για σοβαρά και επικίνδυνα εγκλήματα και συγκεκριμένα αυτά της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης ή ένταξης σε τέτοια, η ληστεία και η υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, ενώ παύουν αντίθετα να αποτελούν κωλύματα, λόγω έλλειψης κρίσιμης κοινωνικής απαξίας για τις ανάγκες της πολιτογράφησης, τα εξ αμελείας τελούμενα πλημμελήματα (λ.χ. τροχαίο ατύχημα)».
48 Πρβλ. σχετικά στα άρθρα 111-116 του Ποινικού Κώδικα.
49 Έναντι άλλων, πρβλ. στην Απόφαση 11/2001.
50 Ως μοναδική εξαίρεση μπορεί κανείς να αναφέρει ότι μόλις στις αρχές του 21ου αιώνα, στο πλαίσιο του αναδυόμενου διεθνούς ποινικού δικαίου δημιουργήθηκε ο κανόνας του απαράγραπτου των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας.
51 Δεν είναι ασήμαντο επίσης να επισημάνουμε ότι το πρότυπο της μεταναστευτικής ζωής στην «ελληνική ζούγκλα» (ο όρος ανήκει στον Θ. Μαρβάκη, «Κοινωνική ένταξη ή κοινωνικό απαρτχάιντ» σε: Μ. Παύλου, Δ, Χριστόπουλος, (επιμ.) Η Ελλάδα της μετανάστευσης, Αθήνα: Κριτική, 2004, σ. 89) εξ αντικειμένου καθιστά τον άνθρωπο πιο ευάλωτο στην τέλεση αδικημάτων όπως η ψευδής βεβαίωση, η αντίσταση κατά της αρχής ή η παραχώρηση καταλύματος.
52 R. Bauböck, Citizens on the move. Democratic Standards for Migrants’ membership. Αδημοσίευτη μελέτη, The Transatlantic Council on Migration. A project of the Migration Policy Institute.
54 Άρθρο 25: «Αλλοδαποί που κατά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος νόμου συμπληρώνουν τουλάχιστον πέντε συνεχή έτη νόμιμης διαμονής στη Χώρα μπορούν να ζητήσουν την πολιτογράφησή τους … εφόσον προσκομίζουν με τη δήλωση και αίτησή τους κάθε έγκυρο τίτλο διαμονής, εκτός των προσωρινών».
55 Σχετικά με τις δαιδαλώδεις ταξινομήσεις των διαφορετικών καθεστώτων υπαγωγής των αλλοδαπών στην Ελλάδα πρβλ. στην ευσύνοπτη μελέτη του Γ. Τσιούκα: «Αλλοδαποί πληθυσμοί στην Ελλάδα: κατηγορίες και αριθμητικά δεδομένα», Σύγχρονα Θέματα, Τεύχος 107, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2009, 47-56.
56 Κατά την αιτιολογική έκθεση «[ο]ι επιλεγέντες τύποι συνιστούν τεκμήριο σταθερής νόμιμης διαμονής των ενδιαφερόμενων, με προεξάρχουσα την περίπτωση της άδειας του επί μακρόν διαμένοντος που καθίσταται έτσι, όπως και στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, επιστέγασμα της επιτυχούς βασικής ένταξης του κατόχου της στην ελληνική κοινωνία».
57 Π.Δ. 150/2006.
58 Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου στις προτεινόμενες τροποποιήσεις του σχεδίου αναφέρει: «Ο περιορισμός στους παραπάνω τίτλους νόμιμης διαμονής, με αποκλεισμό των (κατά πάντα οριστικών και κανονικών) τίτλων τους οποίους κατέχουν σήμερα οι περισσότεροι νόμιμα διαμένοντες αλλοδαποί, συρρικνώνει χωρίς εμφανή αιτιολογία το εύρος των καταλαμβανομένων από τη διάταξη. Το πρόβλημα δεν διορθώνεται πλήρως με την προσθήκη του άρθρου 24, διότι εκείνο πρώτον μεν εισάγει μόνο μεταβατική ρύθμιση και δεν αφορά όσους θα προτιμήσουν στο μέλλον να παραμείνουν στη χώρα επί χρονικό διάστημα επαρκές προς πολιτογράφηση χωρίς κατ’ ανάγκη να λάβουν την ειδική “άδεια επί μακρόν διαμένοντος”, δεύτερον δε, ακόμη και ως μεταβατική ρύθμιση, είναι ελλιπής καθόσον καταλαμβάνει μόνον όσους έχουν ήδη “κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος” συμπληρώσει το εκεί οριζόμενο διάστημα νόμιμης διαμονής, παραλείποντας έτσι όσους καλύπτουν μέχρι στιγμής διάστημα κατά τι μικρότερο, οι οποίοι, ακόμη και μετά τη συμπλήρωση πενταετούς ή και επταετούς νόμιμης διαμονής, θα υποχρεωθούν έτσι να διέλθουν από τη διαδικασία υπαγωγής σε καθεστώς “επί μακρόν διαμένοντος” προκειμένου να καταθέσουν αίτηση πολιτογράφησης».
59 Ενδιαφέρον έχει να δει κανείς ότι στο αρχικά αναρτηθέν κείμενο της νομοθετικής πρωτοβουλίας, οι πολίτες των κρατών-μελών της Ε.Ε. εξαιρούντο, χωρίς άλλο περιορισμό, από τον προβλεπόμενο χρόνο παραμονής για τους υπόλοιπους (την πενταετία). Είναι προφανές ότι το ενδεχόμενο της δυνατότητας αίτησης πολιτογράφησης την επαύριον της άφιξής τους στη χώρα οδήγησε το Υπουργείο στη νέα ρύθμιση. Το ενδεχόμενο ήταν δυνητικά υπαρκτό, πλην όμως το γεγονός ότι οι άνθρωποι αυτοί βιώνουν πλέον ένα καθεστώς ασφάλειας δικαίου που τους παρέχει η ιδιότητα του «ευρωπαίου» περιορίζει δραστικά τον αριθμό εκείνων που θα ζητήσουν την ελληνική ιθαγένεια.
60 Έχει επίσης ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι η προσθήκη «με τέκνο» δεν υπήρχε στο κείμενο της «νομοθετικής πρωτοβουλίας» και επανήλθε στο τελικό σχέδιο νόμου. Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου στις προτεινόμενες τροποποιήσεις της αναφέρει: «Σχετικά με την προϋπόθεση που αφορά “τους συζύγους Έλληνα ή Ελληνίδας με τέκνο”, γίνονται μεν αντιληπτοί οι λόγοι για τους οποίους προστέθηκε στο παρελθόν αυτή η προϋπόθεση, είναι όμως προφανές ότι η βιολογική αδυναμία ή η οικειοθελής βούληση μιας γυναίκας να μη γίνει μητέρα δεν είναι δυνατό να επιδρά με τόσο καταλυτικό τρόπο στις τυπικές προϋποθέσεις της πολιτογράφησης. Εξ άλλου, σε περιπτώσεις που η διοίκηση έχει σοβαρές ενδείξεις εικονικότητας του γάμου, δύναται να τις αναφέρει στην αιτιολογημένη απόρριψη της αίτησης πολιτογράφησης».
61 Ο Πάγκαλος είπε αυτολεξεί: «Είναι κάπου δεξιά από τον Καρατζαφέρη. Οι οποίοι βεβαίως είναι και τελείως ηλίθιοι, οι άνθρωποι αυτοί που ομοφώνως αποφάσισαν, είναι εντελώς ηλίθιοι, δεν έπρεπε να κινούνται στην κοινωνία ελεύθεροι, θα έπρεπε να είναι σε κάποιο άσυλο. Θα δώσω 2 παραδείγματα. Απαιτούν από τους μετανάστες οι οποίοι θέλουν να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια, να γνωρίζουν καλά την ελληνική ιστορία και την ελληνική γλώσσα. Καταλαβαίνετε ότι με βάση μόνο αυτό το κριτήριο, περίπου ο μισός ελληνικός λαός πρέπει να του αφαιρεθεί η ιθαγένεια. Πρόκειται για γελοίους (…). Αν τώρα η Θεσσαλονίκη είναι έτσι, να τους βάλουμε δίπλα στον Ψωμιάδη και τον Καρατζαφέρη, να τους κάνουμε αγάλματα εκεί πέρα και τελείωσε», Αγγελιοφόρος, 14.3.2010.
62 5Α , παρ. 1, εδ. γ. Κατά την αιτιολογική έκθεση: «Οι προϋποθέσεις αυτές αποτελούν την κατ’ εξοχήν έκφραση της αντίληψης για τον Έλληνα πολίτη και τον πατριωτισμό που διαπνέει το προτεινόμενο σχέδιο νόμου. Μολονότι, όπως είναι φυσικό, η επαρκής γνώση της ελληνικής γλώσσας παραμένει ουσιώδης προϋπόθεση, αυτή λαμβάνει συγκεκριμένο και απαιτητικό προσανατολισμό στην άσκηση των καθηκόντων του πολίτη. Κατά τα λοιπά οι προϋποθέσεις αποκλίνουν σοβαρά από την υπερβολικά ισχνή και άστοχη προϋπόθεση των γνώσεων ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού που απαιτεί σήμερα το ισχύον άρθρο 5 του ΚΕΙ ή τον ηθικολογικό όρο του «ήθους και της προσωπικότητας» που εξετάζει σήμερα η Επιτροπή Πολιτογράφησης με βάση το ισχύον άρθρο 7. Οι νέες προϋποθέσεις επιβάλλουν τη διερεύνηση του βαθμού πραγματικής ένταξης του αλλοδαπού με τον οποίο πρόκειται να συμβιώσουμε ως συμπολίτες στην καθημερινή κοινή κοινωνική ζωή, καθώς και της ενεργού ικανότητάς του να συμμετέχει στη ζωή του δημοκρατικού μας πολιτεύματος».
63 Κατά το 5Α, παρ. 1. εδ. β.: «η εξοικείωση με την Ελληνική ιστορία και τον ελληνικό πολιτισμό, η επαγγελματική και εν γένει οικονομική δραστηριότητά του, τυχόν δημόσιες ή κοινωφελείς δραστηριότητές του, ενδεχόμενη φοίτησή του σε ελληνικούς εκπαιδευτικούς φορείς, η συμμετοχή του σε κοινωνικές οργανώσεις ή συλλογικούς φορείς μέλη των οποίων είναι Έλληνες πολίτες, τυχόν συγγενικός τους δεσμός και εξ αγχιστείας με Έλληνα πολίτη, η εκ μέρους του σταθερή εκπλήρωση των φορολογικών του υποχρεώσεων, καθώς και των υποχρεώσεών του προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, η κατά κυριότητα κτήση ακινήτου για κατοικία και η εν γένει περιουσιακή του κατάσταση. Ειδική βαρύτητα στην εκτίμηση της ένταξης έχουν συστάσεις όσον αφορά το πρόσωπο, την κοινωνική και την επαγγελματική ζωή του αιτούντος, που παρέχουν Έλληνες πολίτες, γεννημένοι στην Ελλάδα».
64 «Η συμπερίληψη τριών συστατικών επιστολών μέσα στα απαραίτητα δικαιολογητικά πολιτογράφησης είναι άνευ λόγου ενώ με κάθε βεβαιότητα θα οδηγήσει σε ένα ακόμη “παρεμπόριο” συστατικών στην Ελλάδα. Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε παραπάνω: ο περιορισμός, ότι “συστατικές επιστολές” μπορούν να υπογράφουν μόνον Έλληνες “που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα”, οπωσδήποτε εισάγει αναιτιολόγητη διάκριση μεταξύ Ελλήνων πολιτών. Η διάταξη 6β. πρέπει να καταργηθεί». Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Προτεινόμενες τροποποιήσεις…).
65 Joppke, Christian. 2007. “Beyond national models: civic integration policies for immigrants in Western Europe”, West European Politics 30 (1), 1-22 και η πλέον πρόσφατη συλλογική έρευνα: R. van Oers, Eva Erboll and D. Kostakopoulou (eds.), A Redefinition of Belonging? Language and Integration Tests in Europe, The Hague: Brill Publishers/Martinus Nijhoff, 2010.
66 Πρβλ. σχετικά με την πιο πρόσφατη τεκμηρίωση αυτής της αντίφασης σε: L. Orgad. «Illiberal Liberalism: Cultural restrictions on migration and access to citizenship in Europe», American Journal of Comparative Law, Vol. 58: 53, Winter 2010.