ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΗΣ «ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΣΤΙΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ»: ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΧΩΡΙΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ

ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

της Μαρίας Μαρκαντωνάτου

Εισαγωγή

Το παρόν άρθρο επισκοπεί την εξέλιξη του τεχνο-στρατιωτικού μοντέλου της «Επανάστασης στις Στρατιωτικές Υποθέσεις» (Revolution in Military Affairs, RMA), όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά τον Ψυχρό Πόλεμο και από την 11η Σεπτέμβρη 2001 και πέρα. Στο πρόγραμμα του RMA περιλαμβάνονται στόχοι όπως τα πλήγματα ακριβείας, η εικονική διάτρηση του πεδίου μάχης με μη-επανδρωμένα αεροσκάφη ή μη-ανιχνεύσιμους από ραντάρ δορυφόρους που δρουν από απόσταση, η χρήση υψηλών ψηφιακών και διαδικτυακών τεχνολογιών στον πόλεμο κ.ά. Οι κυρίαρχες αναγνώσεις του RMA θεματοποιούν τις εξελίξεις αυτές στους τρόπους διεξαγωγής του πολέμου ως «μεταμοντέρνους» ή «βιοπολιτικούς» πολέμους, ενώ διαδεδομένες είναι επίσης οι οικονομικοκεντρικές, τεχνοκεντρικές και μακροϊστορικές θεωρήσεις. Εδώ υποστηρίζεται ότι οι προσεγγίσεις αυτές παραγκωνίζουν το νεοφιλελεύθερο προσανατολισμό του κράτους όσο και τη νεοηγεμονική στρατιωτική πολιτική των ΗΠΑ και των φίλιων χωρών που έχουν την εξουσία και τα μέσα να εφαρμόζουν μοντέλα όπως το RMA. Το άρθρο διαπιστώνει, περαιτέρω, μια αναλογία ανάμεσα στις μεταβολές του κράτους και τις εκάστοτε ιδεολογικές αφετηρίες του RMA.

Έτσι, ενώ μετά τον πόλεμο στο Βιετνάμ και κατά τις δεκαετίες 1980 και 1990 το RMA εντασσόταν σε μια ευρύτερη πολιτική νεοφιλελευθεροποίησης, οικονομικού και διοικητικού εξορθολογισμού του στρατού αλλά και – κατά το δόγμα Πάουελ – σε μια λογική μείωσης των έμψυχων απωλειών, μετά την 11η Σεπτέμβρη το RMA συνδυάζεται με ρητορικές πολιτικού ρεαλισμού και εχθρού/φίλου. Ενώ αρχικά διαπνεόταν από μια προωθούμενη ως «ουδέτερη» λογική κόστους-οφέλους και μείωσης δαπανών, στο πλαίσιο του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», μέσα από το RMA εργαλειοποιούνται πατριωτικές ιδεολογίες, επεκτείνεται ο πόλεμος έξω από τα όρια δημόσιου-ιδιωτικού και άμαχου και μη πληθυσμού, ενώ τίθενται σε λειτουργία μια σειρά στρατηγικές, όπως ο «πόλεμος ακριβείας», ο πληροφοριοκεντρικός ψυχολογικός πόλεμος και οι δισύμμετρες αποκρίσεις απέναντι στις οριζόμενες ως «ασύμμετρες απειλές». Ανεξάρτητα από την αποτελεσματικότητά του, το RMA ακολουθεί ως μέσο, τις προτεραιότητες και τους προσανατολισμούς του κράτους από τον «πόλεμο χωρίς απώλειες» των πρωτο-νεοφιλελεύθερων δεκαετιών, στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» του εμπεδωμένου νεοφιλελευθερισμού.

1. Η εξέλιξη και τα χαρακτηριστικά του RMA

Η συζήτηση για την Επανάσταση στις Στρατιωτικές Υποθέσεις (Revolution in Military Affairs, εφεξής RMA) στις ΗΠΑ ξεκίνησε ήδη κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, συστηματοποιήθηκε σε ένα βαθμό μετά τη λήξη του πολέμου στο Βιετνάμ το 1975, διευρύνθηκε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και ξαναβρέθηκε στο προσκήνιο με διαφορετικές αυτή τη φορά ιδεολογικές αφετηρίες μετά την 11η Σεπτέμβρη 2001. Μέλημα της RMA σε όλες τις φάσεις της είναι η βέλτιστη χρήση των τεχνολογιών πολέμου με σκοπό τα πλήγματα ακριβείας (precision warfare) και την ελαχιστοποίηση των θυμάτων του επιτιθέμενου στρατού (risk free warfare). Συσσωματώνει, παράλληλα, ένα ευρύ σύνολο τεχνικών, αντιλήψεων και στρατηγικών σχετικά με τον εκσυγχρονισμό του στρατού, την επαγγελματοποίηση και την προσαρμογή του μέσα από τη χρήση υψηλών τεχνολογιών σε νέες μορφές πολεμικών «ευέλικτων», «στοχευμένων» και «δικτυακών» επιχειρήσεων, στον «ασύμμετρο» και τον «προληπτικό πόλεμο», αλλά κατ’ επέκταση και στο αντάρτικο πόλεων και ευρύτερα στην επιτήρηση του αστεακού χώρου.

Στην εμβρυακή φάση του RMA κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, η γεωπολιτική θέση των ΗΠΑ και η ιδέα ότι δεν θα μπορούσαν να αντιτάξουν χερσαίες και αεροπορικές δυνάμεις στην Ευρώπη με τον τρόπο που θα μπορούσαν οι Σοβιετικοί, αν προέκυπτε τέτοια πολεμική πιθανότητα (Boniface 2004: 50), ώθησε στην ανάπτυξη μιας στρατηγικής βασισμένης λιγότερο στο έμψυχο χερσαίο στράτευμα και περισσότερο στις δυνάμεις αέρος και τη γνώση μέσω της πληροφορίας (Γρίβας 2008: 158). Με τη λήξη του πολέμου στο Βιετνάμ, το RΜΑ επικεντρώθηκε στην προσπάθεια εύρεσης τρόπων που θα μείωναν τις απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό. Επικυρώθηκε στην πολιτική ατζέντα από το δόγμα Πάουελ περί «πολέμου χωρίς απώλειες», το οποίο πρέσβευε ότι, στη βάση της εμπειρίας του Βιετνάμ, οι ΗΠΑ δεν θα προχωρούσαν σε πόλεμο στο εξωτερικό αν δεν διατηρούσαν ορθολογικές προσδοκίες νίκης και ότι επίσης, δεν θα διακινδύνευαν τις ανθρώπινες ζωές, αν δεν υπήρχε κρίσιμος στρατηγικός λόγος (βλ. Sennett 2002: 154).

Από τις πρώτες φορές που χρησιμοποιείται το RMA στη μετά-Βιετνάμ φάση και κατά τη δεκαετία του 1980, είναι από τους Αμερικανούς, στον πόλεμο ενάντια στη Νικαράγουα.1 Σύμφωνα με τον Chomsky (2002: 96), η περίπτωση της Νικαράγουα είναι από τις πρώτες όπου εφαρμόζεται το RMA, καθώς εκεί εισάγεται για πρώτη φορά η έννοια του «πολέμου χαμηλής έντασης».2 Με την εντολή του «πολέμου χαμηλής έντασης», ο μισθοφορικός στρατός των ΗΠΑ έλαβε την εντολή να επιτεθεί σε μη-στρατιωτικούς, «μαλακούς στόχους». Έτσι, καθώς οι ΗΠΑ απέκτησαν το πλεονέκτημα να ελέγχουν μέσα από τον εξελιγμένο τηλεπικοινωνιακό τους εξοπλισμό όλο τον εναέριο χώρο, «μπορούσαν να έχουν πληροφορίες για τη διάταξη του στρατού της Νικαράγουα. Ήταν επομένως σε θέση να πραγματοποιούν επιθέσεις ενάντια σε αγροτικές κολεκτίβες, κέντρα υγείας και άλλους “μαλακούς στόχους”» (όπ. π.).

Συνοπτικά, βασικά μέσα και δυνατότητες που παρέχει το RMA είναι τα εξής:

  • Εναέριες δυνάμεις (π.χ. «ευέλικτα» ελικόπτερα ή ρομποτικά αεροπλάνα) επιδιώκουν να καταλάβουν ένα στρατηγικό για τον εχθρό χώρο, σταθμίζοντας παράλληλα τις δυνατότητές του, με τη δυνατότητα χρήσης «πυρομαχικών ακριβείας» (precision guided munitions), με «έξυπνες βόμβες» (smart bombs) και βομβαρδιστικά με λέιζερ μεγάλης ακτίνας, ενώ οι στρατιωτικές υποδομές, τα τανκς, τα φορτηγά του πεζικού, οι κονσόλες των πλοίων, τα πυροβολικά συστήματα, οι εκτοξευτήρες πυραύλων κ.ά. μετατρέπονται, με τη βοήθεια υψηλών ψηφιακών τεχνολογιών και ενσωματωμένων υπολογιστών, σε «ευέλικτα μέσα» του «εκσυγχρονισμένου» στρατού του RMA.

  • Δορυφόροι με πολύ μεγάλη ακτίνα ανίχνευσης, σύνθετες τεχνολογίες τηλεκατεύθυνσης, αεροσκάφη με ενσωματωμένους πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) των οποίων το στίγμα δεν αναγνωρίζεται από εχθρικά ραντάρ λειτουργούν για την αεροφωτογράφηση, τη χαρτογράφηση, την περιφρούρηση, την κατασκοπεία και τη συλλογή δεδομένων.

  • Σε συνεργασία με το Echelon και μέσα από την εγκατάσταση ειδικών διαδικτύων καθίσταται δυνατό να εποπτευθούν όλες οι στρατηγικές θέσεις του εχθρού για τις διαφορετικές επιτιθέμενες δυνάμεις (χερσαίες, θαλάσσιες και εναέριες). Έτσι, μπορούν να συντονίζονται χωρίς να έχουν κοινό οπτικό πεδίο ή να παρατάσσονται ομαδικά.

  • Στο «ψηφιακό πεδίο μάχης» παρέχεται η δυνατότητα της εικονικής διάτρησης όλου του πεδίου κρούσης και οι «ψηφιακοί στρατιώτες» μπορούν να χρησιμοποιούν όπλα και τεχνικές ακριβείας με τις θέσεις τους να παραμένουν κρυφές και με τη δυνατότητα να αλλάζουν το σχεδιασμό τους ανά πάσα στιγμή. Με τον ίδιο τρόπο αποκτούν πλεονεκτήματα τόσο στην επισκόπηση του στρατηγικού χώρου, στις μετακινήσεις και την ευέλικτη αναδιάρθρωση των σχεδιασμών, όσο και στην ταχύτητα των επιχειρήσεων. (Για μια επισκόπηση του RMA βλ. Tilford 1995, Sørensen 2004: 130, Hardt/Negri 2004, Géré 2005, Gray 2005, Halpin et al. 2006, Arquilla 2007).

Έτσι, στο πλαίσιο της νέας «στρατηγικής της πληροφορίας» (information strategy) του RMA διατίθενται νέα μέσα για παλιούς στόχους: η κατανόηση του συγκεκριμένου είδους της γνώσης που είναι κατά περίπτωση απαραίτητο (situational awareness), η διάχυση επιλεγμένων πληροφοριών, η αποδιοργάνωση των συστημάτων πληροφόρησης του εχθρού και η σμίκρυνση των πεδίων μάχης σε αυτόνομα και πιο ευέλικτα πολεμικά σχήματα που ελέγχονται και συνδέονται ψηφιακά. Με το επιχείρημα πως έτσι μειώνονται τόσο τα θύματα σε άμαχο πληθυσμό, όσο και τα θύματα από πλευράς επιτιθέμενου, αυτό που ο Webster (2004: 102) περιγράφει ως «καθαρό πόλεμο» (clean war), ακινητοποιούν και εξολοθρεύουν μικρούς ή μεγαλύτερους εχθρικούς στόχους από απόσταση.

Επίσης, το RMA έχει δυο περαιτέρω στόχους. Πρώτον, την ενδυνάμωση των μυστικών υπηρεσιών και τη διεύρυνση του «ψυχολογικού πολέμου», μέσα από την ανταρτοποίηση του επίσημου στρατού και μέσα από τις χωροχρονικά καθορισμένες επιχειρήσεις τύπου Blitzkrieg. Δεύτερον, καθώς ο πόλεμος ατυποποιείται, π.χ. μέσα από τη συμμετοχή επαγγελματιών πολέμου, οπλαρχηγών, συμμοριών, ανηλίκων στρατιωτών, μελών του οργανωμένου εγκλήματος κ.ά., το RMA στοχεύει στην πέραν του ΝΑΤΟ ενδυνάμωση της συνεργασίας (joint force flexibility) ανάμεσα στις μονάδες του στρατού, τις μυστικές υπηρεσίες πληροφορίας, τις εχθρικές προς το στόχο που πρέπει να εξαρθρωθεί ομάδες (η «στρατολόγηση συμμάχων», π.χ. η επιχείρηση επάνδρωσης στρατού στο Αφγανιστάν αποτελούμενου από Αφγανούς ή μη τοπικούς πολέμαρχους για αμερικανικούς σκοπούς), αλλά και τις ιδιωτικές εταιρείες επιτήρησης ή ασφάλειας.3

O πόλεμος του Κόλπου το 1991 θεωρήθηκε ως η πλέον χαρακτηριστική εφαρμογή του RMA, καθώς οι ΗΠΑ και οι φίλιες χώρες μπορούσαν να έχουν, μέσα από προηγμένα συστήματα αεροχαρτογράφησης ακριβείς πληροφορίες για τον ιρακινό στρατό, ώστε να οργανώσουν ανάλογα και τη χερσαία εισβολή. Ομοίως, κατά τη νατοϊκή επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία το 1999 χρησιμοποιήθηκαν μεγάλης δυναμικότητας υπολογιστικά συστήματα, «έξυπνα όπλα» όπως πύραυλοι τύπου Κρουζ που πετούσαν σε χαμηλό ύψος με περίπλοκη τροχιά παραπλανώντας το ραντάρ του αντιπάλου, αλλά και απαγορευμένες από τις διεθνείς συνθήκες βόμβες γραφίτη και σκόνη τύπου τσαφ που βραχυκύκλωσε τα συστήματα ηλεκτροδότησης (βλ. Θεοφίλου 1999: 45). Περαιτέρω, παρότι στο Αφγανιστάν μετά την πρώτη επίθεση το 2001 οι προσπάθειες «διατήρησης της ειρήνης» (peacekeeping), «δημιουργίας κράτους» (state-building) και «ανασυγκρότησης» δεν ευόδωσαν, οι RMA-τακτικές παραμένουν το βασικό μοτίβο δράσης:

«Η πραγματοποιούμενη μέσα σε μια δεκαετία πρόοδος των ΗΠΑ – 1991 Κόλπος, 2001 Αφγανιστάν – χρήζει προσοχής. (…) Η ικανότητα πρόσβασης στην πληροφορία, η ποιότητα των αποστολών (από την Τάμπα της Φλόριντα μέχρι τις χερσαίες μονάδες στην καρδιά του Αφγανιστάν και τα ιπτάμενα βομβαρδιστικά πάνω από τον Ινδικό ωκεανό), η ακρίβεια των βομβαρδισμών, συνιστούν κατορθώματα τεχνικής, αδιανόητα ακόμη στη δεκαετία του 1970, όταν άρχιζε να διαγράφεται η RMA» (Géré 2005: 177).

Μετά την 11η Σεπτέμβρη, η οριζόμενη ως «νέα τρομοκρατία», βασισμένη στον αιφνιδιασμό και τη διαρκή μετατόπιση των χώρων δράσης και των καίριων στόχων, αποστέρησε τη δυνατότητα προετοιμασίας των ΗΠΑ για πόλεμο, καλώντας τες να αντιδράσουν ακαριαία εναντίον ασαφών στόχων σε μη-προκαθορισμένα πεδία μάχης. Χωρίς τη δυνατότητα μιας σχετικά επαρκούς επίγνωσης των χρονικών και γεωγραφικών περιθωρίων δράσης, ή του υπολογισμού των επιχειρήσεων στη βάση λογικών κόστους-ωφέλειας, οι ΗΠΑ επιδιώκουν την ανάπτυξη νέων στρατηγικών μέσα από την πολυδιάσπαση των επιχειρήσεων. Διάσπαρτες στο πεδίο δυνάμεις, «ψηφίδες ισχύος», αναμειγνύονται στο φυσικό χώρο των αντιπάλων σαν «κηλίδες» με φαινομενικά χαοτικό τρόπο, οι οποίες όμως επικοινωνούν και συντονίζονται μέσω ενός δικτύου συλλογής και ανάλυσης πληροφοριών (βλ. Γρίβας 2008: 100). Προκειμένου να αποκριθούν στον ανοργάνωτο, σποραδικό και αιφνιδιαστικό χαρακτήρα των θεωρούμενων ως ασύμμετρων απειλών (π.χ. στο Αφγανιστάν οι Αμερικανοί καλούνται να βρουν στρατηγικές ενάντια σε επιθέσεις αυτοκτονίας, επιθέσεις σε φάλαγγες οχημάτων με εκρηκτικά, κατάληψη δημόσιων κτιρίων όπου μέσα βρίσκονται άμαχοι Αφγανοί αλλά και Ταλιμπάν), υιοθετούν τη μορφή του πληροφοριοκεντρικού και δικτυοκεντρικού πολέμου του RMA, με βασικές προϋποθέσεις «την εντολή, τον έλεγχο, τις επικοινωνίες και την πληροφορία», το επονομαζόμενο «C3I» (command, control, communications, intelligence) (Webster 2003: 101) και με τον στρατό να οργανώνεται σε μικρές-ευέλικτες και όσο το δυνατόν πιο αυτόνομες μονάδες κρούσης και εποπτείας.4

2. Το RMA στο πλαίσιο τεχνοκεντρικών, οικονομικοκεντρικών και μακροϊστορικών θεωρήσεων

Η τεχνοκεντρική προσέγγιση των τρόπων διεξαγωγής του πολέμου (warfare) εκκινεί από την απλή ιδέα ότι ο στρατός αναδιαρθρώνεται και προκαλείται η αντίστοιχη «επανάσταση στις στρατιωτικές υποθέσεις» σε συνάρτηση με τα υπό διάθεση τεχνικά και τεχνολογικά μέσα, τα οποία εμφανίζονται ως από μόνα τους ικανά να καθορίσουν τις εξελίξεις σε ζητήματα πολέμου. Μάλιστα, εξελικτικά, τα τεχνολογικά αυτά μέσα κάθε φορά φαντάζουν όλο και πιο προηγμένα και ολοένα και πιο μυστηριακά. Καθώς κάθε τεχνολογικό επίτευγμα συνοδεύεται συνήθως από μια φιλολογία υποδούλωσης του ανθρώπου στη μηχανή, έτσι και κατά το πρόσφατο RMA διαδεδομένη είναι η άποψη ότι «σύμφωνα με την ιδεολογία του RMA, ο πόλεμος δεν χρειάζεται πλέον τις μάζες των στρατιωτών που σφαγιάζονται στα χαρακώματα. Οι άνθρωποι στη μάχη, στον αέρα και στη θάλασσα έχουν γίνει προσθετικά των μηχανών, ή, καλύτερα, εσωτερικά στοιχεία σύνθετων μηχανικών και ηλεκτρονικών μηχανών» (Hardt/Negri 2004: 44).

Με βάση τη μακρο-ιστορική προσέγγιση περί εξέλιξης των στρατιωτικών τεχνολογιών και τρόπων διεξαγωγής του πολέμου, μια σειρά αναλυτές κάνουν λόγο για πολλά και διαφορετικά στην ιστορία «RMAs». Το RMA παρουσιάζεται ως διιστορική πλατφόρμα μεταβολών στις στρατιωτικές τεχνολογίες σε διαφορετικές περιόδους, π.χ. το «Ναπολεόντειο RMA», το «RMA του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου», το «RMA της πυρηνικής εποχής» κ.ά. (Gray 2005). Για παράδειγμα οι Fouskas και Gökay (2005: 76-78), οι οποίοι σκιαγραφούν μια αλλαγή παραδείγματος στον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου και θεωρούν ότι αυτό που συγκροτεί ένα RMA είναι ένας συνδυασμός τεχνολογικών και οργανωτικών παραγόντων, αναφέρουν ως «RMAs» μια σειρά παραδείγματα όπως: η αντικατάσταση του πεζικού και του πυροβολικού από το ιππικό κατά τον Εκατονταετή Πόλεμο, η ανάπτυξη του κανονιού και των μηχανοκίνητων όπλων που αποδυνάμωσε την προηγούμενη ισχυρή δυνατότητα αυτοάμυνας των πόλεων, η ανάπτυξη των σιδηροδρόμων και του τηλέγραφου κατά τον 19ο αιώνα, η εμφάνιση των αεροπλάνων, των αυτοκινούμενων οχημάτων και των χημικών στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η εμφάνιση των πυρηνικών και των πυραύλων μετά τον Β΄ Παγκόσμιο κ.ο.κ.

Παρομοίως, θεωρήσεις όπως αυτή του Webster εντάσσουν το RMA σε μια ευρύτερη θεώρηση κοινωνικής μεταβολής. Έτσι, ο Webster (2004: 100-102), αναγνωρίζει μεν ότι «η πραγματικότητα και η σημασία του RMA είναι αδιαμφισβήτητες», αλλά κάνει λόγο για κάτι πολύ ευρύτερο του RMA, «τον πληροφορικό πόλεμο» (information warfare). Ο «πληροφορικός πόλεμος» δεν είναι, κατά τον Webster (όπ. π.), απλά ζήτημα προηγμένων τεχνολογιών, αλλά αναφέρεται σε μια σειρά μεταβολές ως προς τον «πόλεμο της βιομηχανικής εποχής», τον οποίο χρονολογεί από το 1914 ως το 1970. Έτσι, σύμφωνα με τον Webster (όπ. π.), ο πόλεμος της βιομηχανικής εποχής διεξαγόταν ανάμεσα σε έθνη-κράτη με άξονα τα εδαφικά ζητήματα, κινητοποιούσε τους πολίτες προς υποστήριξη των εμπόλεμων (μάζες ανδρών 18 ως 34 ετών) – γεγονός που είχε αρνητικές συνέπειες για τη βιομηχανία και τις εργασιακές δυνάμεις – βασιζόταν στον γενικό, κεντρικό σχεδιασμό του πολέμου με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες, ενώ τα ΜΜΕ τόνιζαν το εθνικό συμφέρον από τον πόλεμο και λειτουργούσαν υποστηρικτικά προς αυτόν. Αντίθετα, στον «πόλεμο της πληροφορικής εποχής» δεν απαιτείται η μαζική συμμετοχή του πληθυσμού, ούτε η κινητοποίηση των αμάχων ή της βιομηχανίας, ούτε ο μακρο-σχεδιασμός του πολέμου και οι μεγάλες χρονικά επιχειρήσεις, ενώ τα ΜΜΕ απευθύνονται σε μια κοινή γνώμη που είναι παγκόσμια, στην οποία εκθέτουν πολεμικές εικόνες και ειδήσεις, όχι απαραίτητα εν όψει μιας εθνικής συμμαχίας, αλλά για χάρη δικών τους, επιμέρους συμφερόντων.

Η οικονομικοκεντρική προσέγγιση δίνει έμφαση στη νέα αγορά των RMA-προηγμένων πολεμικών τεχνολογιών στον τομέα της ηλεκτρο-πληροφορικής, των ραδιοηλεκτρικών και των διαστημικών τεχνολογιών. Η νέα βιομηχανία του RMA κάνει σύμφωνα με συγγραφείς όπως ο Wulf (2005: 28) την επιδίωξη του πολέμου οικονομικά ελκυστική για τους εμπλεκόμενους σε αυτόν, εξαιτίας της νεοφιλελευθεροποίησης των τελευταίων δεκαετιών, η οποία ενίσχυσε την ιδιωτικοποίηση των πολεμικών μέσων, στρατιωτικών υπηρεσιών κ.ά., έτσι ώστε αυτό που πλέον λαμβάνεται υπόψη, υποστηρίζει ο Wulf (όπ. π.), δεν είναι οι οικονομικές δαπάνες του πολέμου, αλλά τα οικονομικά οφέλη από τη διατήρησή του και την ενδυνάμωση του ανταγωνισμού εντός της πολεμικής βιομηχανίας. Επιδιδόμενες οι ΗΠΑ στον ανταγωνισμό για κατάκτηση νέων αγορών και αναδιοργάνωση της διεθνούς αγοράς όπλων ακολουθούν δύο βασικές τακτικές, απ’ τη μια προωθούν τα όπλα μη-τελευταίας γενιάς σε χώρες του Τρίτου Κόσμου, απ’ την άλλη πωλούν όπλα νέας τεχνολογίας σε μια χώρα ώστε να εξαναγκάσουν και την ανταγωνιστική της χώρα σε μια εξίσου καίρια αγορά (Θεοφίλου 1999: 44). Έτσι, όπως παρατηρεί ο Géré (2005: 191) «διά του RMA και συμπληρωματικά διά της αντιπυραυλικής άμυνας, πρόκειται κυριολεκτικά για μια προσπάθεια δημιουργίας μιας αγοράς οπλισμού νέας γενιάς, που θα μπορεί να χτυπήσει, αχρηστεύοντας το υπάρχον οπλοστάσιο και την παραδοσιακή τεχνογνωσία».

Αν και προσθέτουν στη συζήτηση μια σειρά κρίσιμα επιχειρήματα, η τεχνοκεντρική, η οικονομικοκεντρική αλλά και η μακροϊστορική προσέγγιση του RMA παρουσιάζουν αδυναμίες. Το πρόβλημα της τεχνοκεντρικής προσέγγισης είναι ότι υπεργενικεύει μια λογική τεχνοστρατηγικής «επανάστασης» στην ιστορία των τρόπων διεξαγωγής του πολέμου, διανοίγει στο στρατιωτικό πεδίο μια ευρεία αυτονομία και το βλέπει να υπόκειται κυρίως στην τεχνολογία, παραγκωνίζοντας το ρόλο του κράτους. Ομοίως, το οικονομικοκεντρικό επιχείρημα περί πολέμου ως κερδοφόρα επιχείρηση προς όφελος των πολεμικών βιομηχανιών νέας τεχνολογίας θεωρεί το κράτος κατά κύριο λόγο ως εργαλείο των βιομηχανιών αυτών. Οι μακροϊστορικές αναλύσεις υποβαθμίζουν τις σχέσεις εξουσίας με τις οποίες οι μεταβολές είναι επενδυμένες, εξουδετερώνουν τις ποιοτικές διαφορές ανάμεσα στα «RMAs» και φυσικοποιούν μια λογική ουδέτερης μεταβολής από τα πράγματα και την ίδια την ιστορία.

Αν και, προφανώς, η επίδραση της τεχνολογίας στο στρατό δεν είναι ούτε ιστορικά νεοφανής, ούτε αμελητέα, όπως δεν μπορεί γραμμικά να υποστηριχθεί ότι εξαιτίας της ατομικής βόμβας αναπτύχθηκε ένα αποστασιοποιημένο είδος πολέμου, ο Ψυχρός Πόλεμος, άλλο τόσο δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι δυνατότητες των τηλεπικοινωνιών και της πληροφορικής δημιούργησαν την ιδέα περί «πολέμου χωρίς απώλειες». Ομοίως, η έμφαση στο οικονομικό συμφέρον από τη διατήρηση της σύγκρουσης και λόγω της διεθνούς ανταγωνιστικότητας στο πεδίο των νέων τεχνολογιών, υποβαθμίζει ουσιαστικά το ρόλο που έχει το κράτος στην αναπαραγωγή συνθετότερων και συνολικότερων πολιτικο-ταξικών συσχετισμών υπό τη σκέπη του «εθνικού συμφέροντος». Τέτοιες ερμηνείες παραγνωρίζουν ότι η λειτουργία του στρατού και η μορφή του πολέμου είναι μεν συναρτημένες με τις μεταβολές του κράτους και τους διαφορετικούς τρόπους οργάνωσής του, αλλά σε μια αλληλόδραση με τα πεδία της οικονομίας και της τεχνολογίας, όπου δεν μπορεί να εξαχθεί ένας ανιστορικός κανόνας για τους επιμέρους τρόπους, με τους οποίους το σύμπλεγμα πόλεμος-οικονομία-τεχνολογία επικαθορίζεται σε τελική ανάλυση από το κράτος.

3. Η αναγωγή στο μεταμοντέρνο και τη βιοπολιτική

Μια διαφορετική ερμηνεία του RMA είναι ότι με την ιδέα του ψηφιακού «πολέμου χωρίς απώλειες», εισάγεται μια «βιοπολιτική» προσέγγιση του πολέμου, όπου σημασία δεν έχει η συντριβή του αντιπάλου, ούτε καν η κατά μέτωπο σύγκρουση μαζί του, αλλά η ένταξή του σε ένα αποτελεσματικό σύστημα πολιτικής διαχείρισης, παιδαγώγησης και ταξινόμησης αξιών, στόχων και κανόνων συμπεριφοράς. Σε αυτή τη βιοπολιτική προσέγγιση ο πόλεμος χάνει τον πολιτικό και κρατικό του χαρακτήρα και διέπεται από μια ουδετεροποιημένη, επιχειρησιακή λογική, την ίδια στιγμή που εισάγονται νέες μορφές άυλης τρομοκρατίας, όπως ο βακτηριολογικός πόλεμος, η επίθεση με ιούς κλπ. (Baudrillard 1996: 79, Zizek 2002: 44). Ο πόλεμος χωρίς απώλειες συνεπάγεται στη βιοπολιτική ανάγνωση, όπως το διατυπώνει ο Zizek (2002: 20) μια «πολιτική χωρίς πολιτική». Θυμίζοντας στις θέσεις του αυτές ο Zizek την κριτική της τηλεματικής και του επιχειρησιακού ανθρώπου-μηχανής του Baudrillard (1996),5 θεωρεί ότι το RMA απο-ουσιοποιεί την πολιτική και τον πόλεμο. Όπως στην αγορά που παρέχει «εικονικό σεξ χωρίς σεξ, καφέ χωρίς καφεΐνη, κρέμα χωρίς λιπαρά, μπίρα χωρίς αλκοόλ» συμπεραίνει ότι, ομοίως, «το δόγμα Κόλιν Πάουελ περί πολέμου χωρίς απώλειες, (…) ως εχθροπραξία χωρίς εχθροπραξία, συνθέτει τον σύγχρονο αναπροσδιορισμό της πολιτικής ως τέχνης της διοίκησης των εμπειρογνωμόνων, δηλαδή της πολιτικής χωρίς πολιτική». Σε αυτό το πλαίσιο, «στον πόλεμο υψηλής τεχνολογίας όπου οι βομβαρδισμοί ακριβείας και όλα τα παρακολουθήματά τους κάνουν τη δουλειά (…) αχρηστεύονται όλες οι παλιές αντιλήψεις περί μάχης σώμα με σώμα, περί θάρρους κ.ο.κ.» (όπ. π.: 53), και πλέον «μας προσφέρεται ένας πόλεμος στερημένος από την ουσία του – ένας εικονικός πόλεμος που εξαπολύεται πίσω από οθόνες υπολογιστών, ένας πόλεμος που όσοι συμμετέχουν σ’ αυτόν τον βιώνουν ως βιντεοπαιχνίδι, ένας πόλεμος χωρίς απώλειες» (όπ. π.: 55).

Ομοίως, στο εγχείρημα εφαρμογής του βιοπολιτικού υποδείγματος στις διεθνείς σχέσεις, με άξονα τη θέση τους περί αποκυριαρχοποίησης του κράτους και ανάδυσης μιας χωρίς σαφές κέντρο εξουσίας «Αυτοκρατορίας», οι Hardt και Negri (2004: 45) θεωρούν ότι το RMA αποτελεί μέρος του «μεταμοντέρνου πολέμου». Αυτός ο μεταμοντέρνος πόλεμος χαρακτηρίζεται από μια λογική «πολέμου χωρίς ανθρώπινα σώματα», όπου ο κυρίαρχος στρατός ευνοείται από την τεχνολογική υπεροχή και εξασφαλίζει τη δυνατότητα της αναίμακτης νίκης. Στον αντίποδα αυτής της προσδοκίας του RMA, συνεχίζουν οι συγγραφείς (όπ. π.), οι βομβιστές αυτοκτονίας είναι διατεθειμένοι να χάσουν εκείνο που περισσότερο απ’ όλα προστατεύει το RMA: την ανθρώπινη ζωή. Σύμφωνα με τους Hardt και Negri, τόσο το RMA όσο και οι βομβιστές αυτοκτονίας, ως δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, αλλάζουν καθοριστικά το ρόλο που είχε το ανθρώπινο σώμα στον παραδοσιακό πόλεμο, καθώς «αρνούνται το σώμα που διακινδυνεύει, εκείνο που παραδοσιακά όριζε τον πόλεμο, οι μεν με το να εγγυώνται τη ζωή του, οι δε το θάνατό του» (όπ. π.). Ο «βιοπολιτικός στρατιώτης» διαφέρει κατά τους Hardt και Negri (όπ. π.: 44) ριζικά από τον «βιομηχανικό εργάτη-στρατιώτη», καθώς ο πρώτος αντιστοιχεί στην εποχή του μεταμοντέρνου πολέμου, του RMA και του high-tech πολέμου, αλλά και σε μια σειρά νέων, κινητών, άυλων και ευέλικτων μορφών εργασίας, ενώ ο δεύτερος – έτσι τίθεται το επιχείρημά τους – αντιστοιχούσε στη μαζική βιομηχανική παραγωγή.

Στην ίδια συλλογιστική, ο Kiszely (2007: 6) θεωρεί πως «με την ενθάρρυνση του Zeitgeist του RMA», η μορφή του πολέμου γίνεται «μεταμοντέρνα». Ενώ παλιότερα η εμπλοκή του στρατού σε «μη πολεμικές δραστηριότητες» (Activities Other than War), όπως οι «αποστολές ειρήνης» ή η ενδοκρατική διατήρηση της τάξης θεωρούνταν ως εκτροπή από τις συνήθεις επιχειρήσεις, στη βάση του «μεταμοντέρνου» πολέμου, οι μη-πολεμικές δραστηριότητες αποκτούν κεφαλαιώδη σημασία. Αν ο νεωτερικός πόλεμος τελούνταν μεταξύ των ένοπλων δυνάμεων δυο κρατών, με σαφώς ορισμένα τα κριτήρια της νίκης και της ήττας και, ιδεατά, με σκοπό την ολική εξάρθρωση των δυνάμεων του αντιπάλου, στον «μεταμοντέρνο» πόλεμο ο εχθρός δεν είναι φανερός, το πεδίο της μάχης δεν είναι ένα ορισμένο έδαφος, αλλά ευρύτερα ο κοινωνικός χώρος∙ η νίκη και η ήττα επανακαθορίζονται ανά πάσα στιγμή και οι ισορροπίες είναι εύθραυστες και ασταθείς, καθώς το RMA εκτός από την ψηφιοποίηση και τη βέλτιστη χρήση των συστημάτων πληροφορίας απαιτεί «ευελιξία», διαρκή αναθεώρηση, μυστικότητα, δικτυακή οργάνωση και διοικητική μέριμνα (όπ. π.).

Μια εφαρμογή του RMA με τα παραπάνω χαρακτηριστικά σημειώθηκε κατά την επίθεση των Ισραηλινών στην Παλαιστίνη το 2006. Ο Weizman (2006), ο οποίος πραγματοποίησε συνεντεύξεις με ανώτερους Ισραηλινούς αξιωματούχους του στρατού, παρατήρησε ότι αυτοί έχουν πλέον απαγκιστρωθεί από τις παλιότερες βαριές εθνικιστικές και μιλιταριστικές ρητορικές και από την ιδέα της νίκης ως οριστικής συντριβής των δυνάμεων του αντιπάλου. Όπως αναφέρει ο Weizman (όπ. π.), «πλέον η ελίτ του ισραηλινού στρατού μελετά Deleuze, Guattari και Debord, ψυχολογία και θεωρίες κυβερνητικής και μεταδομικής θεωρίας». Οι Ισραηλινοί υιοθετούν τεχνικές αστεακού ανταρτοπόλεμου και βασισμένων στον αιφνιδιασμό επιθέσεων, μέσα από την εφαρμογή καταστασιακών τεχνικών. Για παράδειγμα, μελετούν κείμενα όπως το «Περιπλάνηση μέσα στην Πόλη», ένα κείμενο του Debord για την άλωση της καπιταλιστικής πόλης και την κατάληψη εγκαταλειμμένων κτηρίων. Λειτουργούν στη βάση αποκεντρωμένων χωρικών και οργανωτικών μοντέλων, χαρτογραφούν την πόλη μέσα από διαχωρισμούς όπως αυτός των Deleuze και Guattari μεταξύ «ομοιόμορφου» και «ραβδωτού» χώρου, όπου στην περίπτωση της Παλαιστίνης αυτή αποτελεί «ραβδωτό» χώρο, με την έννοια, όπως περιέγραψε ο στρατηγός Naveh στον Weizman, ότι οι περιοχές αυτές «είναι κλεισμένες από φράχτες, τοίχους, χαντάκια, οδοφράγματα κλπ.» και απαιτούν, συνεπώς, μια καινοτόμα προσέγγιση του αστεακού χώρου, όπου ο «ιδιωτικός χώρος θα λειτουργεί σαν δημόσιο πέρασμα» (Weizman 2006: 5).6

Παρότι τέτοιου τύπου επιχειρήσεις πράγματι διευρύνονται, η θεματοποίηση του RMA ως «βιοπολιτικού» και ως «μεταμοντέρνου» πολέμου φαίνεται να εστιάζει περισσότερο στα συμπτώματα παρά στις πρακτικές ή μη αιτίες τους. Η αναγωγή του RMA στη μεταμοντέρνα εποχή ή στη βιοπολιτική όχι μόνο δεν φωτίζει τις κρατικές προτεραιότητες που το προωθούν, αντίθετα τις εμφανίζει ως μεταβολές χωρίς κράτος ή έξω απ’ αυτό. Για παράδειγμα, η έμφαση στις «άυλες» μορφές εργασίας και η συνεπαγωγή για «άυλο πόλεμο» των Hardt και Negri αποσυνδέει τις μορφές αυτές από τα πλέγματα εξουσίας και τις παρουσιάζει σαν να λάμβαναν χώρα σε ένα χαοτικό πεδίο, π.χ. στον κυβερνοχώρο. Έτσι, η κοινωνική πραγματικότητα αποκτά τα στερεοτυπικά χαρακτηριστικά του κυβερνοχώρου: είναι αταξική, άναρχη, εξατομικευμένη και χαώδης, καθώς πια δεν υπόκειται σε ιεραρχικές σχέσεις εξουσίας, αλλά σε δικτυακά πλέγματα δράσης.

Επίσης, αν η διαδικασία της απομάγευσης (Weber), ως αποδόμηση συστημάτων αξιών θρησκευτικού ή μεταφυσικού χαρακτήρα, χαρακτήρισε τη συγκρότηση της νεωτερικότητας και της κατανόησής της, ένα χαρακτηριστικό των μεταμοντέρνων θεωρήσεων είναι ότι με μέσο τη μετονομασία επιδιώκουν να ερμηνεύσουν τις μεταβολές αυτές μέσα από μια αντιθετική λογική μάγευσης. Για παράδειγμα, το χτύπημα της 11ης Σεπτέμβρη (όπως ο πόλεμος του Κόλπου που κατά τη διάσημη ρήση του Baudrillard «δεν συνέβη») μετονομάζεται από casus belli (τουλάχιστον απ’ την πλευρά των Αμερικανών) σε «απόλυτο γεγονός» (Baudrillard 2002: 21). Η δισυμμετρία,7 δηλαδή η λόγω μέσων και ισχύος στρατιωτική υπεροχή, που είναι και γενεσιουργή των τρομοκρατικών ή ασύμμετρων απειλών, ανάγεται στο νοούμενο ως πολιτισμικό χαρακτηριστικό της «διαφορετικής αντίληψης του ανθρώπινου σώματος των αντιπάλων» (Hardt/Negri 2004: 45). Το ότι ΜΜΕ, Υπουργείο Άμυνας και οι εταιρείες δημοσίων σχέσεων αμφότερων συνεργάζονται για τη «στρατηγική αλήθεια», και στον θεατή επιλεκτικά προβάλλεται ένα Power-Point, όπου εικονίζονται εναλλάξ ένας βομβαρδισμός ακριβείας και ένα ελικόπτερο να ρίχνει τρόφιμα με σκοπό να (αυτο)δικαιολογηθεί η μετά τον πόλεμο «ανθρωπιστική» δράση (Rantapelkonen 2006: 57), θεωρείται ότι επιβεβαιώνει την «ανθρωπιστική βιοπολιτική» και μαζί τη συμπύκνωση των οργουελιανών αντιθέτων: «Ο Πόλεμος είναι Ειρήνη!», καθώς και την κατά τον Zizek (2002: 128-9) «παράδοξη» εικόνα με «το πολεμικό αεροσκάφος που πετά πάνω απ’ το Αφγανιστάν και κανείς δεν είναι ποτέ σίγουρος τι θα ρίξει, βόμβες ή δέματα με τρόφιμα».

4. Το RMA και η νεοφιλελεύθερη δημόσια διοίκηση

Όπως θα συζητηθεί παρακάτω, ενώ πριν την 11η Σεπτέμβρη το RMA βασίστηκε στο λεξιλόγιο ενός τεχνοκρατικού, νεοφιλελεύθερου κράτους, το οποίο διαπνεόταν από ένα πνεύμα οικονομικού εξορθολογισμού, μετά την 11η Σεπτέμβρη επρόκειτο για ένα κράτος, που παρά τον σταθερά νεοφιλελεύθερο οικονομικό του χαρακτήρα, αναζήτησε νέα ιδεολογικο-πατριωτικά ερείσματα, για να δικαιολογήσει νέες πολιτικές ηγεμονισμού και επιθετικότητας, ακριβώς όπως παλιότερα η κυβέρνηση Θάτσερ, η οποία βάσισε τη δικαιολόγηση του πολέμου στα Φώκλαντ το 1982 σε μια βαριά εθνικιστική γλώσσα, παρότι στο οικονομικό πεδίο προέτασσε τότε τον πρωτο-νεοφιλελευθερισμό και την πολιτική της ιδιωτικοποίησης ως συνώνυμο του εκσυγχρονισμού, της αποτελεσματικότητας και της απογραφειοκρατικοποίησης. Οι δυνατότητες που εμφανίζονται ως νέες δεν είναι απαραίτητα προϊόν ακριβούς ορθολογικού σχεδιασμού, αλλά ούτε και συμπτωματικές. Το κράτος καλλιεργεί, χρηματοδοτεί, στηρίζει, επεκτείνει, νομιμοποιεί, και εμποτίζει με ιδεολογία αυτές τις δυνατότητες, έτσι ώστε οι αλλαγές στην οργάνωση του στρατού να μην μπορούν να γίνουν κατανοητές έξω από τους ευρύτερους προσανατολισμούς του κράτους αυτού. Σαφές είναι, δηλαδή, ότι οι διαφοροποιήσεις στις προσλήψεις του RMA δείχνουν ότι αυτό δεν αντανακλά παρά το χαρακτήρα και τις μορφές του κράτους που αναλόγως με τις στοχοθεσίες του το προωθεί.

Πράγματι, στη φάση μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, το RMA στις ΗΠΑ αντανακλούσε τα χαρακτηριστικά του νεοφιλελεύθερου κράτους, το οποίο και το προωθούσε. Σύμφωνα με τον Tilford (1995: 3) αυτό χαρακτηριζόταν από τρεις παράγοντες: τη μετάβαση απ’ τη βιομηχανική κοινωνία στην κοινωνία της πληροφορίας, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την τάση για μείωση στις αμυντικές δαπάνες. Τα στοιχεία που παρέθετε ο Tilford δείχνουν πώς το αμερικανικό RMA γινόταν αντιληπτό κατά τη δεκαετία του 1990, πώς αναμενόταν η διαχείριση των πόρων για το στρατό ως το 2000 και πώς αυτές οι οπτικές άλλαξαν μετά την 11η Σεπτέμβρη του 2001. Έτσι, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο Tilford (όπ. π.: 2-4) προβλεπόταν ότι μέχρι το 2000 τα τμήματα του στρατού θα συρρικνώνονταν, οι αγορές μαχητικών αεροπλάνων και πλοίων θα μειώνονταν και ο αριθμός των απασχολούμενων στο ναυτικό, την αεροπορία και τις δυνάμεις ξηράς θα μειωνόταν κατά περίπου ενάμιση εκατομμύριο. Ενδιαφέρον είναι ότι εκτός της μείωσης στις στρατιωτικές δαπάνες και στο στρατιωτικό προσωπικό, ο Tilford (όπ. π.) επισήμαινε τότε την εμφάνιση ενός «μανατζεριαλιστικού ήθους» και μιας «μανατζεριαλιστικής προσέγγισης του πολέμου», για παράδειγμα μέσα από τον τρόπο με τον οποίο «μετριόταν» η στρατιωτική νίκη ή η ήττα με όρους στατιστικής, μιας οικονομίστικης λογικής για κέρδη και ζημίες και μιας «ορθολογικής» τάσης υποκατάστασης της στρατηγικής από τη στατιστική.

Πράγματι, μετά τον πόλεμο στο Βιετνάμ και κατά τη δεκαετία του 1980 και 1990, εισήχθησαν μια σειρά στρατιωτικών προγραμμάτων «προσανατολισμένων στην αποτελεσματικότητα», όπως το πρόγραμμα «Μηδενικών Απωλειών» (Zero Defects), το «Μάνατζμεντ μέσα από το Στόχο» (Management by Objective), το «Πρόγραμμα Παραγωγικότητας» (Productivity Program) και τα «Επαγγελματικά Αποτελέσματα στις καθημερινές Επιχειρήσεις» (Professional Results in Daily Efforts), προγράμματα που στόχευαν στον εκσυγχρονισμό και την αποσυμφόρηση της στρατιωτικής γραφειοκρατίας (όπ. π.: 16). Σε συνδυασμό με την ψηφιοποίηση αρχείων, τις συγκρίσεις, την «αυτορρύθμιση» των ομάδων εργασίας σε επίπεδη και όχι ιεραρχική μορφή, το γενικό πνεύμα της οργάνωσης του στρατού κατά τις δεκαετίες 1980 και 1990 επηρεαζόταν και προσαρμοζόταν στις ευρύτερες στρατηγικές για τη δημόσια διοίκηση του κράτους της περιόδου. Αξιοσημείωτο είναι ότι στο πλαίσιο αυτών των ρητορικών και των πρακτικών, εκφράζονταν μέχρι και ανησυχίες ότι «η εκπαίδευση στη στρατιωτική ιεραρχία και την τάξη», θα αντικαθίσταντο από μια τεχνοκρατική, επιχειρηματική κουλτούρα:

«Κομμάτια των στρατιωτικών υπηρεσιών που μοιάζουν με τις μη-στρατιωτικές υπηρεσίες της βιομηχανίας θα μπορούσαν να επωφεληθούν από την επιχειρηματική κουλτούρα (businesslike culture) (…), αλλά ο πόλεμος, ακόμα και στην εποχή της πληροφορίας είναι πιθανό να παραμείνει ένα αιματηρό, απεχθές και παθιασμένο εγχείρημα. Στο RMA θα πρέπει να βεβαιωθούμε ότι δεν μεγαλώνουμε μια γενιά ηγετών που θα συντίθεται από τεχνοκράτες μάνατζερς» (Tilford 1995: 14).

Αυτές οι ανησυχίες για τον εξορθολογισμό και την οικονομικοποίηση του στρατού από τη μια, και η επιμονή σε κλασικές μιλιταριστικές προσεγγίσεις από την άλλη αντανακλούν σύμφωνα με τους Hardt και Negri (2004: 42) δύο ξεχωριστές οπτικές, την «παραδοσιακή» (traditionalist) και την «τεχνολογίστικη» (technologist) αντίληψη του RMA.8 Oι κριτικές στο καινοτόμο τότε δόγμα του RMA προέρχονταν κατά την περίοδο πριν την 11η Σεπτέμβρη κυρίως από την «παραδοσιακή» αντίληψη. Με βάση αυτήν, το RMA στερείτο πατριωτικών οραμάτων, καλλιεργούσε στο κοινό την απατηλή αξίωση να μην υπάρχουν θύματα πολέμου, μείωνε τα εθνικά ιδεώδη, κατέληγε να εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνολογία και, εν τέλει, δεν ήταν όσο αποτελεσματικό υποσχόταν σε σχέση με τις δαπάνες (όπ. π.).

Σε κάθε περίπτωση, τόσο οι υποστηρικτές (με την έμφασή τους στην επαγγελματοποίηση και την απογραφειοκρατικοποίηση) όσο και οι ενάντιοι του RMA (με τις αγωνίες τους μήπως κλονιζόταν ο στρατιωτικός πατριωτισμός) βρίσκονταν αντιμέτωποι με μια τεχνοκρατική λογική (managerialism) που επικρατούσε ευρύτερα στη δημόσια διοίκηση κατά τη δεκαετία του 1990 υπό τη σκέπη του γενικού οργανωσιακού μοντέλου του Νέου Δημόσιου Μάνατζμεντ (New Public Management/New Managerialism). Αιτήματα μιας σειράς υπομοντέλων του Νέου Δημόσιου Μάνατζμεντ ήταν η απο-γραφειοκρατικοποίηση, η αποκέντρωση και ο περιορισμός του μεγέθους των υπηρεσιών, η επαγγελματοποίηση, ο «εκσυγχρονισμός», η «οργάνωση-σκελετός» των δημόσιων υπηρεσιών, ο δια-υπηρεσιακός ανταγωνισμός, η μείωση των δαπανών για διοικητικά θέματα, η «ευελικτοποίηση», η αξιολόγηση, η μετρησιμότητα και στατιστικοποίηση των αποτελεσμάτων, η εισαγωγή κριτηρίων τομεακής αποδοτικότητας, η ανάθεση κομματιών της δημόσιας διοίκησης σε ιδιωτικές εταιρείες, και η υιοθέτηση κριτηρίων επιχειρηματικής δράσης και πρωτοβουλίας από τις υπηρεσίες της κρατικής διοίκησης (για μια επισκόπηση του μοντέλου του Νέου Δημόσιου Μάνατζμεντ βλ. Markantonatou 2004).

Το RMA των νεοφιλελεύθερων δεκαετιών μετά τον Ψυχρό Πόλεμο προβλήθηκε όχι μόνο ως απαραίτητο μοντέλο «εκσυγχρονισμού» του στρατού, αλλά κυρίως ως οικονομικά συμφερότερο. Προτεραιότητες ήταν η ενδυνάμωση και μαζί η ευελικτοποίηση του στρατού, μέσα από συνεργασίες με ιδιωτικές εταιρείες επιτήρησης και ασφάλειας, σε συνδυασμό με τη χρήση των νέων τεχνολογιών. Έτσι, ο πληροφοριοκεντρικός/δικτυοκεντρικός πόλεμος του RMA, σε μια εποχή που ο πόλεμος μεταξύ εθνικών κρατών με τη μορφή της σύρραξης στρατευμάτων δεν φάνταζε ιδιαίτερα πιθανός προτάχθηκε ως «φτηνός» και «αποτελεσματικός» (Γρίβας 2008: 174).

Η ιδέα αυτή άσκησε επιρροή όχι μόνο εντός των ΗΠΑ αλλά και σε διάφορες άλλες χώρες.9 Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, ενδεικτική είναι η άποψη της Μ. Γιαννάκου, ένθερμης υποστηρίκτριας του RMA, το οποίο και προέβαλλε ως αντίπαλο δέος τριών «βαριών» μοντέλων στρατηγικής εθνικής άμυνας. Το RMA προκρινόταν στην ανάλυσή της ως το αποτελεσματικότερο μοντέλο, καθώς αυτό θα λειτουργούσε διαφορετικά από το μοντέλο «κράτος-φρούριο» τύπου Ισραήλ, διαφορετικά από το «κράτος-υπερδύναμη» με υψηλό ΑΕΠ και διαφορετικά από τη στρατιωτικοποίηση σε βάρος κοινωνικών δαπανών, όπως, κατά την εκτίμηση της Γιαννάκου συνέβαινε στα «αυταρχικά καθεστώτα» της Μέσης Ανατολής. Το RMA θα αποτελούσε μια «φθηνότερη» αμυντική στρατηγική, για μια χώρα που όφειλε να ακολουθήσει σε όλα τα επίπεδα το δρόμο του νεοφιλελευθερισμού, τον οποίο η Γιαννάκου ταύτιζε με την «οικονομική ανάπτυξη». Όπως χαρακτηριστικά περιέγραφε:

«Η Ελλάδα δεν είναι υποχρεωμένη να θυσιάσει την προοπτική οικονομικής ανάπτυξης και ευημερίας στον βωμό μιας αλόγιστης κούρσας εξοπλισμών. Στην ποσότητα θα απαντήσουμε με την ποιότητα. Η διαμόρφωση του εθνικού πολιτικού στρατιωτικού δόγματος και η συνεπακόλουθη στρατηγική για την υλοποίησή του θα στηριχθούν υποχρεωτικά στη διαθέσιμη σε κάθε χρονική στιγμή τεχνολογία. (...) Να υιοθετήσουμε τη λειτουργική δυναμική της θεωρίας που δικαιολογημένα αποκαλείται “Επανάσταση στις Στρατιωτικές Υποθέσεις”» (Γιαννάκου 1997).

Σε αυτό το πλαίσιο μείωσης δαπανών, νεοφιλελευθεροποίησης και προώθησης τεχνοκρατικών μοντέλων ως οικονομικά συμφερότερων, η Γιαννάκου πρότεινε μέτρα για την ανασυγκρότηση του στρατού ξηράς με βάση τα πρότυπα των ευέλικτων μονάδων κρούσης, την επαγγελματοποίηση των ενόπλων δυνάμεων, τη βελτίωση του εθνικού μηχανισμού χειρισμού κρίσεων μέσα από τη συλλογή πληροφοριών, την υιοθέτηση στρατηγικών ηλεκτρονικού πολέμου, την προμήθεια «έξυπνων όπλων», βλημάτων «κατεύθυνσης σημείου» μέσω συστημάτων αναγνώρισης εδάφους ή δορυφορικής πλοήγησης και την εκμετάλλευση των ηλεκτρονικών συστημάτων για τη συλλογή και ανάλυση πληροφοριών στο τακτικό επίπεδο (βλ. Γιαννάκου 1997).

5. Η ανασύσταση της ηγεμονίας μετά την 11η Σεπτέμβρη

Έτσι, ενώ το RMA των δεκαετιών 1980 και 1990 συζητούσε ζητήματα ευελικτοποίησης του στρατού, λογοδοσίας και μετρησιμότητας των αποτελεσμάτων, μετά το 2001, με την κήρυξη έκτακτης ανάγκης, την επίθεση ενάντια στα «κράτη ταραξίες» (rogue states) και τον «άξονα του κακού» επανεμφανίζονται στο προσκήνιο νεομιλιταριστικές ρητορικές εχθρού-φίλου και μια εκ νέου ιδεολογικοποίηση της ασφάλειας και του φόβου. Η αντεπίθεση Μπους, με όλα τα μέσα του RMA, εγκαινίασε έναν νέο δισύμμετρο πόλεμο ενάντια στην ασύμμετρη απειλή «Αλ Κάιντα». Ενδιαφέρον έχει ότι η αντεπίθεση αυτή δέχθηκε κριτική από μια σειρά διανοούμενους, οι οποίοι, μέσω της κριτικής τους έδιναν και μια κατεύθυνση σχετικά με το ποια θα έπρεπε να είναι η απόκριση στο χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους. Ενδεικτικά μπορούν να συστηματοποιηθούν τρεις βασικές απόψεις:

α) Η οικονομική αιτιολόγηση συνέδεε το χτύπημα με το παγκόσμιο χρέος, τη φτώχεια και την εξαθλίωση των υπερχρεωμένων χωρών. Αυτή την άποψη εξέφρασε ανάμεσα σε πολλούς άλλους η Sassen (2002: 60). Σύμφωνα με την ανάλυσή της, ο «παγκόσμιος Νότος» καταναγκαζόταν στην εξαθλίωση λόγω του υπερδανεισμού από φορείς και οργανισμούς των οικονομικά ισχυρών χωρών, οι οποίοι πίεζαν για υιοθέτηση νεοφιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών και παρεμπόδιζαν όχι μόνο την προώθηση οποιουδήποτε τύπου κοινωνικών παροχών, υπηρεσιών ή πολιτικών δικαιωμάτων, αλλά ακόμα και τη δυνατότητα για απλή κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών τροφής, στέγασης, υγείας και στοιχειώδους εκπαίδευσης. Έτσι, η 11η Σεπτέμβρη αποτέλεσε στο επιχείρημα αυτό το αποτέλεσμα του θυμού των χωρών αυτών για την παγκόσμια ανισότητα και την επιβολή από μέρους των ΗΠΑ και των Δυτικών κρατών ενός καπιταλιστικού συστήματος που διαιωνίζει τον πλουτισμό των πολυεθνικών εταιρειών εις βάρος ολόκληρων πληθυσμών σε φτωχές χώρες (βλ. Sassen 2002: 61). Καθώς αυτές οι χώρες δεν θα μπορέσουν πιθανώς ποτέ να αποπληρώσουν τα χρέη τους προς τους οργανισμούς αυτούς, ανακυκλώνεται ένα σκεπτικό μίσους και θυμού. Συνεπώς, ο πόλεμος θα επέφερε ακόμα μεγαλύτερο θυμό. Η απόκριση στο χτύπημα θα έπρεπε να έχει το χαρακτήρα οικονομικών διευθετήσεων, συνεργασιών, ελαφρύνσεων κλπ.

β) Η στρατιωτική αιτιολόγηση έδινε έμφαση στην αμερικανική στήριξη στα αυταρχικά καθεστώτα της Σαουδικής Αραβίας, όπου μάλιστα το 1990 οι ΗΠΑ εγκατέστησαν και μόνιμες στρατιωτικές βάσεις για τον έλεγχο της ευρύτερης περιοχής, αλλά και για την επί δεκαετίες φιλο-ισραηλινή πολιτική τους, π.χ. με την υποστήριξη στην ισραηλινή εισβολή στο Λίβανο το 1982, και ευρύτερα την ολοφάνερη έλλειψη πρωτοβουλιών τύπου casus foederis για τις επιθέσεις εναντίον των Παλαιστινίων. Κυρίαρχη στη στρατιωτική προσέγγιση είναι η επισήμανση ότι η Αλ Κάιντα υπήρξε δημιούργημα των ΗΠΑ για την αντιμετώπιση των Σοβιετικών κατά τον ρωσο-αφγανικό πόλεμο, με τον ίδιο τρόπο που το Ισραήλ είχε ενισχύσει την Μουσουλμανική Αδελφότητα της Γάζας, από την οποία προήλθε και η Χαμάς, για την αντιμετώπιση της παλαιστινιακής PLO (βλ. Chomsky 2002: 77). Στο πλαίσιο μιας τέτοιας εξήγησης, είναι οι ίδιες οι ισχυρές χώρες που με τη στρατιωτικοποίηση της εξωτερικής τους πολιτικής εκκολάπτουν την τρομοκρατία. Όχι ο πόλεμος, αλλά η αποδοχή του διεθνούς δικαίου, η ενδυνάμωση του ΟΗΕ, η τόνωση της διπλωματίας και η σταδιακή αποστρατιωτικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ θα ωθούσαν στην εξομάλυνση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή.

γ) Η πολιτισμική αιτιολόγηση ενέταξε το χτύπημα στις συγκρούσεις μεταξύ πολιτισμών και θρησκειών. Στις δημόσιες συζητήσεις κυριάρχησαν μανιχαϊστικές προσεγγίσεις της καλής πολιτισμένης και οικονομικά εύρωστης Δύσης, σύμβολο της προόδου και του In God We Trust, σε αντίθεση με το Ισλάμ, το σύμβολο του σκότους, που προσωποποιούσε την απειλή, τον Εχθρό και την τρομοκρατία. Νέο υλικό, τόσο σε επίπεδο πολιτικών ρητορικών, όσο και σε ακαδημαϊκό επίπεδο, δόθηκε από το κρυφορατσιστικό άρθρο «Η σύγκρουση των πολιτισμών» του Σ. Χάντινγκτον στο Foreign Affairs το 1993, όπου «προέβλεπε» πως οι συγκρούσεις του μέλλοντος δεν θα προκαλούνται στη βάση οικονομικών ή πολιτικών λόγων, αλλά πολιτισμικών. Σε μια κατάταξη επτά πολιτισμών, η παγκόσμια διαπάλη θα έχει δυο κύριους αντίπαλους τον «Δυτικό πολιτισμό» απ’ τη μια, και τον «πολιτισμό του Ισλάμ» απ’ την άλλη. Συνεπώς, η άσκηση «ήπιας ισχύος» και ο πολιτισμικός ιμπεριαλισμός αντί της «σκληρής ισχύος» (βλ. Nye 2005), η καλύτερη «κατανόηση» του Ισλάμ και η ενημέρωση σχετικά με την κουλτούρα και τις αξίες «του» θα εξομάλυνε τις συγκρούσεις. Αυτός είναι και ο λόγος που μετά την 11η Σεπτέμβρη διοργανώθηκαν πολυάριθμα ακαδημαϊκά συνέδρια, σεμινάρια, ομιλίες, εκπομπές, αφιερώματα στον τύπο, εκδόσεις κλπ. για το Ισλάμ, τον «φανατισμό» και τη «βία» (βλ. Said 2002: 22).

Οι ερμηνείες αυτές θέτουν μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα, που είναι προφανώς αδύνατο να αναπτυχθούν εδώ. Ωστόσο, κοινός παρονομαστής τους είναι ότι εν όψει ενός κριτικού ανθρωπισμού απέναντι στον «πόλεμο στην τρομοκρατία» ή απέναντι στο ότι μια απ’ τις πιο φτωχές χώρες του κόσμου δέχθηκε επίθεση από την πλουσιότερη κλπ. παραβλέπουν τις διαδικασίες ανασύστασης της πρωτοκαθεδρίας του αμερικανικού κράτους. Με την αντεπίθεση Μπους δεν επιχειρήθηκε απλά η επανάκτηση του πληγωμένου αμερικανικού γοήτρου, αλλά η επανεπιβεβαίωση της αμερικανικής ηγεμονίας. Οι ιδεαλιστικές θεωρήσεις των διεθνών σχέσεων, η ρητορεία της παγκοσμιοποίησης και του κοσμοπολιτισμού, που κατά τις δεκαετίες 1980 και 1990 στρατεύθηκαν στο καθήκον της αποδόμησης της ηγεμονικής ρεαλπολιτίκ των εθνών-κρατών και της εξουσίας των ισχυρότερων εξ’ αυτών να μιλούν εξ ονόματος ενός μεταφυσικού σχήματος, της «ανθρωπότητας», δέχθηκαν, μαζί με τις ΗΠΑ, ένα ισχυρό πλήγμα.

Δικαίως ο Gowan (2002: 6) υποστήριζε ότι το κράτος της περιόδου (αλλά και γενικά) μπορούσε να γίνει αντιληπτό μόνο με «σμιτιανούς όρους», ως κράτος που είχε την εξουσία: α) να κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης,10 β) να καθορίσει ποιος είναι φίλος και ποιος εχθρός11 και γ) να αλλάξει το νόμο συσσωρεύοντας εξουσίες.12 Ακόμα και μη-νεορεαλιστές θεωρητικοί όπως ο Agamben και ο Zizek ανατρέχουν στον Schmitt. Ο Agamben (2007), παρουσιάζοντας την κατάσταση εξαίρεσης της 11ης Σεπτέμβρη ως νόμο σμιτιανής «ισχύος», έδειξε πως τα όρια μεταξύ έκτακτης ανάγκης και κανονικότητας της έννομης τάξης δεν είναι επ’ ουδενί προδιαγεγραμμένα, καθώς το κράτος κηρύσσοντας «έκτακτη ανάγκη» διαθέτει την εξουσία να βγαίνει έξω από τη «σφαίρα του δικαίου», διαδικασία που αποτελεί δομικό όρο της διατήρησης και αναπαραγωγής του. Επίσης, στο ότι «οι πλουραλιστικές και ανεκτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες μας παραμένουν βαθιά σμιτιανές» αναφέρεται και ο Zizek (2002: 149), ξεκαθαρίζοντας, όμως, πως η διαδικασία κατασκευής του Εχθρού δεν είναι αυτονόητη, αλλά προϋποθέτει την κινητοποίηση της «υπερβατολογικής δύναμης της φαντασίας» και μιας σειράς ιδεολογικών μηχανισμών.13

Σε αντίθεση με οικονομίστικες, κουλτουραλιστικές ή ειρηνιστικές τοποθετήσεις, ο κοινωνιολόγος R. Sennett, ο οποίος τάχθηκε υπέρ της αντεπίθεσης Μπους, εξέφρασε κυνικά το πνεύμα του πολέμου καλύτερα από την ανθρωπιστική κριτική, αρθρώνοντας ανοιχτά μια κλασική ρεαλιστική αρχή και λέγοντας ότι «κανένα έθνος, πουθενά στον κόσμο, δεν μπορεί να μην πάρει εκδίκηση όταν δεχτεί επίθεση σαν αυτή στις ΗΠΑ» (2002: 155). Λέγοντας εδώ «έθνος», ο Sennett αναφέρεται προφανώς στο «κράτος» που για τις ανάγκες ανασύστασης της ηγεμονίας προβάλλεται ως «έθνος». Το «πουθενά στον κόσμο» είναι σαφώς πολύ σχετικό, καθώς πολλές χώρες που δέχτηκαν επίθεση από τις ΗΠΑ δεν είχαν την εξουσία ή τα RMA-μέσα να απαντήσουν. Με την «εκδίκηση» δεν υπαινίσσεται απλά τη θυμώδη καίτοι χρήσιμη καμπάνια κατασκευής του εχθρού και της απειλητικής ετερότητας, αλλά το εγχείρημα μιας πολιτικής αναδιάρθρωσης της ηγεμονίας, με σκοπό προφανώς όχι την προάσπιση του αμερικανικού «έθνους» ή αορίστως της «ζωής των πολιτών» ή της ούτως ή άλλως ταξικά καθορισμένης «ασφάλειας» αυτών, αλλά την επανα-επιβεβαίωση συλλήβδην της έννομης τάξης, με την έννοια της ταξικής δομής της φιλελεύθερης δημοκρατίας του καπιταλισμού.

Εν τέλει, όπως σημειώνουν οι Sakellaropoulos και Sotiris (2008: 15), η λογική του «προληπτικού πολέμου» έγινε σταδιακά αναπόσπαστο κομμάτι του μεταψυχροπολεμικού ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ, εργαλειοποιώντας μια ρητορική ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αντλώντας από ιδεολογήματα νομιμοποίησης των πολεμικών επεμβάσεων για την «ασφάλεια», ενάντια σε θεωρούμενες τυραννικές ηγεσίες, τρομοκρατικές απειλές και χώρες που υποτιθέμενα χρηματοδοτούν και στηρίζουν την τρομοκρατία. Όπως εξηγούν οι Sakellaropoulos και Sotiris (όπ. π.: 17), ο προληπτικός πόλεμος και οι νέες μορφές πολέμου «χειρουργικής ακρίβειας», ο «ολικός πόλεμος» (όπου παλιότερες διακρίσεις ανάμεσα σε άμαχο και μη πληθυσμό ατονούν, ενώ ταυτόχρονα διαχέεται η ψυχολογική βία), σε καμία περίπτωση δεν συνάδουν με τους ανθρωπιστικούς στόχους που εξαγγέλλονται (λ.χ. το σεβασμό των αμάχων), αλλά αντίθετα σκιαγραφούν τους νέους τρόπους άσκησης ιμπεριαλιστικής δράσης εκ μέρους των ΗΠΑ. Ακριβώς αυτή τη νέα ηγεμονική πολιτική των ΗΠΑ ανέδειξε η περίοδος μετά την 11η Σεπτέμβρη.

6. Επίλογος: Το RMA και το κράτος

Ποια είναι όμως η θέση και η λειτουργία του RMA στις ιδεολογικές εκφάνσεις του νεοφιλελεύθερου κράτους; Ο Zizek, παρότι βλέπει στο RMA μια λειτουργία κένωσης του Πολιτικού και του πολέμου από την ουσία τους, δεν παύει να θέτει το πρόβλημα με άξονα το κράτος: «Πράγματι συντελείται σήμερα ο “μαρασμός” του κράτους (με την έλευση της πολυπαινεμένης φιλελεύθερης “απορρύθμισης”); Ή μήπως, αντιθέτως, ο “πόλεμος κατά της τρομοκρατίας” αποτελεί τη σθεναρότερη επιβεβαίωση της κρατικής εξουσίας και αυθεντίας; Δεν είμαστε μάρτυρες μιας ανήκουστης ενεργοποίησης (κατασταλτικών και ιδεολογικών) μηχανισμών του κράτους;» (Zizek 2002: 197). Το ερώτημα του Zizek περικλείει εντός του την απάντηση. Πράγματι, η φιλελεύθερη απορρύθμιση δεν ώθησε στην υποχώρηση του κράτους, ούτε στην απομάκρυνσή του από τις προτεραιότητες της πειθάρχησης και της κατασκευής του εχθρού. Αντίθετα, θα πρέπει να προστεθεί, συνδύασε την οικονομική νεοφιλελευθεροποίηση και την απορρύθμιση του κράτους πρόνοιας με μια σειρά τεχνο-πατριωτικές ρητορικές.

Ακόμα και αν τεχνολογικά είναι δύσκολο να αναγνωρίσει κανείς «ποιο κομμάτι αντιστοιχεί στο μύθο» (Géré 2005: 176) ή αν, αντίστροφα, κάποιες εξελίξεις στους τρόπους διεξαγωγής του πολέμου ξεπερνούν το μύθο, εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι το RMA αποτελεί περισσότερο την αποκρυστάλλωση της σύγχρονης κρατικο-ιδεολογικής μορφής και λιγότερο της τεχνικής. O συνδυασμός της «μεγάλης αφήγησης της τρομοκρατίας» (Rantapelkonen 2006: 55) με το RMA ενεργοποίησε μια σειρά ιδεολογικούς μηχανισμούς σχετικά με τον νέο εχθρό και τους σύνθετους τρόπους εξάρθρωσής του. Ο εχθρός αυτός, ο οποίος στους ορισμούς του κράτους είναι «εξωτερικός», εξυπηρετεί μια ιδιαίτερη λειτουργία, αυτή της κοινωνικής πειθάρχησης για την επίτευξη πρωτίστως της εσωτερικής συνοχής, για παράδειγμα μέσα από την εντατικοποίηση και τη στρατιωτικοποίηση της επιτήρησης ή τη νομιμοποίηση ιδεολογιών ελέγχου ατόμων και ομάδων με ιδιαίτερα ταξικά χαρακτηριστικά (π.χ. μετανάστες, φτωχοί, «επικίνδυνοι νέοι»).

Επίσης, εξυπηρετεί μια βασική προϋπόθεση για την ίδια την αναπαραγωγή του κράτους, τη σμιτιανή διάκριση μεταξύ εχθρού και φίλου. Στο πλαίσιο αυτής της διάκρισης, η διεξαγωγή νέων πολέμων είναι ζήτημα συλλήβδην της ηγεμονικής θέσης του κράτους των ΗΠΑ και όχι ζήτημα της συντηρητικής κυβέρνησης Μπους, όπως συχνά υποστηρίζεται. Εξάλλου, η κυβέρνηση Ομπάμα σχεδιάζει ήδη επιχειρήσεις «προληπτικού πολέμου» στην Υεμένη, οι οποίες και θα είχαν ταχέως ξεκινήσει, αν η έκρηξη στο ολλανδικό αεροπλάνο στις 24.12.2009 είχε πετύχει. Όπως κάθε μορφή καπιταλιστικού κράτους, έτσι και το νεοφιλελεύθερο, και μάλιστα ειδικά αυτό, χρειάζεται να κινητοποιεί ιδεολογικούς μηχανισμούς, όχι μόνο εσωτερικής διαχείρισης των ταξικών αντιθέσεων, αλλά και αντιθετικά ζεύγη όπως εχθρός/φίλος, προκειμένου να αναπαράγεται ως ενότητα.

Αν σύμφωνα με τη διάσημη ρήση του Clausewitz, «πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής αλλά με άλλα μέσα», και αν ισχύει επίσης και το αντίστροφο, ότι «πολιτική είναι η συνέχιση του πολέμου αλλά με άλλα μέσα» (Foucault 2002: 32-33), το RMA του νεοφιλελεύθερου τεχνο-πατριωτισμού του war on terror δεν αποτελεί ρήξη ούτε με την εργαλειοποίηση του πολέμου του Clausewitz, ούτε με τη ριζοσπαστική θεώρηση της πολιτικής ως συνέχειας του πολέμου του Foucault. Ο Schmitt (1988: 54), ο οποίος υπογραμμίζει ότι όταν εξετάζουμε τη σύγκρουση «δεν πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψη οι τυχαίες, στην ιστορική εξέλιξη υποκείμενες μεταβολές της τεχνικής του πολέμου και των όπλων», αναγνωρίζει, όπως ο Clausewitz, την υπαγωγή του πολέμου στο κράτος. Ναι μεν «(…) ο πόλεμος έχει τους δικούς του στρατηγικούς, τακτικούς και άλλους κανόνες και όψεις», γράφει ο Schmitt (όπ. π.: 56), αλλά «όμως όλα προϋποθέτουν ότι υπάρχει ήδη η πολιτική απόφαση για το ποιος είναι ο Εχθρός». Ερμηνεύοντας τη θέση του Clausewitz ως «ultima ratio κατάταξη σε εχθρούς και φίλους», ο Schmitt τονίζει μάλιστα ότι «ο πόλεμος έχει τη δική του “γραμματική” (δηλαδή ιδιαίτερη στρατιωτικο-τεχνική νομοτέλεια), η πολιτική όμως παραμένει ο “εγκέφαλός” του, δεν έχει καμιά δική του “ίδια λογική”». Όπως προκύπτει και από την κριτική του σε θεωρήσεις πλουραλισμού (όπ. π.: 84-90), ο Schmitt με την «πολιτική» εννοεί εδώ τις διαδικασίες απόφασης του κράτους και όχι κάποιο ακαθόριστο πλέγμα δράσης λοιπών κοινωνικών συνδέσμων ή εξουσιαστικών φορέων.

Με αυτή την έννοια, πράγματι το RMA κατέχει τη δική του «γραμματική», «την ιδιαίτερη στρατιωτικο-τεχνική του νομοτέλεια», δεν συνιστά, όμως, μεταμοντερνοποίηση του πολέμου ή απο-ουσιοποίηση της πολιτικής, αλλά εξακολουθεί να αποτελεί σύνολο κατασταλτικών και ιδεολογικών μέσων στην εξουσία του (νεοφιλελεύθερου) κράτους.

Βιβλιογραφία

(Κατάταξη σύμφωνα με το λατινικό αλφάβητο)

Agamben, Giorgio, Κατάσταση Εξαίρεσης, Πατάκης, Αθήνα, 2007

Arquilla John, Borer, Douglas A., (eds.), Information Strategy and Warfare: A guide to Theory and Practice, Routledge, New York, 2007

Baudrillard, Jean, Η Διαφάνεια του Κακού: Δοκίμιο πάνω στα Ακραία Φαινόμενα, Εξάντας-Νήματα, Αθήνα, 1996

Baudrillard, Jean, Το Πνεύμα της Τρομοκρατίας, Κριτική, Αθήνα, 2002

Boniface, Pascal, Οι Πόλεμοι του Αύριο, Παπαζήσης, Αθήνα, 2004

Chomsky, Noam, «Ο νέος πόλεμος ενάντια στην Τρομοκρατία», στο Σαϊντ, Έντουαρντ κ.ά., Η Τρομοκρατία και η Κοινωνία των Πολιτών, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2002

Γιαννάκου, Μαριέττα, «Η εθνική άμυνα απαιτεί από όλους μας αρετή και τόλμη», στo BHMA, 12 Ιανουαρίου 1997

Γρίβας, Κωνσταντίνος, Το τέλος του πετρελαίου και η αρχή της νέας Αμερικανικής Γεωστρατηγικής, Λιβάνης, Αθήνα, 2008

Géré, Francois, Γιατί οι Πόλεμοι; Ένας αιώνας Γεωπολιτικής, Παπαζήσης, Αθήνα, 2005

Gowan, Peter, Συνέντευξη στο International Viewpoint, Online magazine: IV 339, April 2002

Gray, Colin S., Strategy for Chaos: Revolution in Military Affairs and the Evidence of History, Frank Cass Publishers, London, 2005

Θεοφίλου, Ανδρέας, «Τα Έξυπνα Όπλα του ΝΑΤΟ και η ανθρωπιστική τους δράση στη Γιουγκοσλαβία», στο: Ουτοπία, τεύχ. 34, 1999

Fouskas, Vassilis K., Gökay, Bülent, The New American Imperialism: Bush’s War on Terror and Blood for Oil, Praeger Security International, London, 2005

Foucault, Michel, Για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας, Ψυχογιός, Αθήνα, 2002

Hardt, Michael, Negri, Antonio, Multitude: War and Democracy in the Age of Empire, Penguin Press, New York, 2004

Kiszely, John, Postmodern Challenges for Modern Warriors, The Shrivenham Papers, no. 5, December 2007

Markantonatou, Maria, “Die Umsetzung des Neuen Öffentlichen Managements in der Kriminalpolitik“, στο: Kriminologisches Journal, 36, 3, 2004

Nye, Joseph S., Ήπια Ισχύς: Το Μέσο Επιτυχίας στην Παγκόσμια Πολιτική, Παπαζήσης, Αθήνα, 2005

Rantapelkonen, Jari, “Virtuous Virtual War”, στο Halpin, Edward, Trevorrow, Philippa, Webb, David, Wright, Steven, Cyberwar, Netwar and the Revolution in Military Affairs, Palgrave-Macmillan, New York, 2006

Said, Edward, «Η σύγκρουση της άγνοιας», στο Σαϊντ, Έντουαρντ (κ.ά.), Η Τρομοκρατία και η Κοινωνία των Πολιτών, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2002

Sakellaropulos, Spyros, Sotiris, Panagiotis, “American foreign policy as modern imperialism: From armed humanitarianism to pre-emptive war”, στο Science & Society vol. 72, 2008

Sennett, Richard «Αυτή τη φορά μια χώρα αδιαίρετη», στο Σαϊντ, Έντουαρντ (κ.ά.), στο: Η Τρομοκρατία και η Κοινωνία των Πολιτών, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2002

Sørensen, Georg, The Transformation of the State: Beyond the Myth of Retreat, Palgrave Macmillan, 2004

Schmitt, Carl, Η Έννοια του Πολιτικού, Κριτική, Αθήνα, 1988

Tilford, Earl H., The Revolution in Military Affairs: Prospects and Cautions, Report: June 1995, 23, Strategic Studies Institute, U.S. Army War College

Webster, Frank, “Information Warfare, Surveillance and Human Rights”, στο: The Intensification of Surveillance, Ball K., Webster, F. (eds.), Pluto Press, London, 2003

Weizman, Eyal, «Η Τέχνη του Πολέμου: Ο ισραηλινός στρατός διαβάζει Deleuze και Guattari (και Debord)», στο Monthly Review, τεύχος 2, 2006

Wulf, Herbert, Internationalizing and Privatizing War and Peace, Palgrave Macmillian, Hampshire, 2005

Žižek, Slavoj, Καλωσορίσατε στην έρημο του πραγματικού! Πέντε δοκίμια για την 11η Σεπτεμβρίου και άλλες συναφείς ημερομηνίες, Scripta, Αθήνα, 2003


1 Μετά την προσφυγή της Νικαράγουα στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και στα Ηνωμένα Έθνη για να καταγγείλει τις επιθέσεις των ΗΠΑ, και παρά την καταδικαστική εις βάρος των ΗΠΑ απόφαση, αυτές αγνόησαν το δικαστήριο και προέβησαν στα τέλη της δεκαετίας του 1980 σε νέες πολεμικές επιχειρήσεις.

2 Στην ουσία του, ο «πόλεμος χαμηλής έντασης», ο οποίος αποτέλεσε έκτοτε πάγια τακτική των ΗΠΑ, δεν διαφοροποιείται ιδιαίτερα από τον επίσημο ορισμό των ΗΠΑ για την τρομοκρατία, ως «υπολογισμένη χρήση βίας, ή απειλή βίας, προκειμένου να επιτευχθούν πολιτικοί, ιδεολογικοί ή θρησκευτικοί στόχοι διά του εκφοβισμού, του πειθαναγκασμού ή της ενστάλαξης του φόβου» (βλ. Chomsky 2002: 110).

3 Ειδικά για τις ιδιωτικές εταιρείες αξιοσημείωτο είναι ότι αποκτούν ολοένα και πιο διευρυμένες δικαιοδοσίες. Εμπλέκονται για δικό τους όφελος στις νέες «αγορές βίας» και αναλαμβάνουν, όπως παρατηρεί ο Wulf (2005: 197), «δραστηριότητες που πριν θα αναλάμβανε ο στρατός και η αστυνομία». Ωστόσο, οι ανησυχίες του Wulf ότι «αν (οι διαδικασίες ιδιωτικοποίησης) συνεχιστούν, σημαντικές λειτουργίες ασφάλειας θα βρεθούν έξω από τον έλεγχο των εθνικών κυβερνήσεων», ή ότι εξαιτίας αυτών «το κρατικό μονοπώλιο της βίας διακυβεύεται» (όπ. π.) φαίνονται υπερβολικές. Αυτό συμβαίνει ενδεχομένως διότι ο Wulf αντιλαμβάνεται τις ιδιωτικές εταιρείες στρατού όχι ως αποτέλεσμα νεοφιλελεύθερων πολιτικών του κράτους, αλλά ως το αποτέλεσμα της «αδυναμίας» του να παρέχει ασφάλεια.

4 Οι υποστηρικτές του RMA διατείνονται πως η νέα αυτή οργάνωση απαντά και προσαρμόζεται στη «δικτυακή οργάνωση» των «τρομοκρατών» και του «οργανωμένου εγκλήματος». Σύμφωνα, για παράδειγμα, με τον Arquilla (2007: 10): «Η δικτυακή μορφή παρουσιάζεται σαν ένα κεντρικό οργανωτικό στοιχείο στον επανασχεδιασμό στρατιωτικών και μη θεσμών. Το γεγονός ότι ένα ευρύ φάσμα τρομοκρατών και μελών του οργανωμένου εγκλήματος έχουν ήδη αρχίσει να συγκροτούν ένα νέο “οργανωτικό αγώνα” για να σχηματίσουν δίκτυα – μια προσφιλή τακτική στον Ψυχρό Πόλεμο – θα πρέπει να μας κινητοποιήσει να εστιάσουμε τις προσπάθειές μας στο να φτιάξουμε δίκτυα για να πολεμήσουμε αυτές τις πιο σκοτεινές μορφές».

5 Ο Baudrillard (1996: 63-71) περιγράφει την τηλεματική εποχή ως μετάβαση από «το φαντασιακό του καθρέφτη, του διχασμού και της σκηνής, της ετερότητας και της αλλοτρίωσης (…) στο φαντασιακό της οθόνης, της διασύνδεσης και του αναδιπλασιασμού, της γειτνίασης και του δικτύου». Φτάνει μάλιστα στο σημείο να υποστηρίξει ότι η νεωτερική «αλλοτρίωση» παραμένει μια «πολύτιμη ιδιότητα του εργάτη» (όπ. π.: 70), ενώ περαιτέρω «οι νέες τεχνολογίες δεν αλλοτριώνουν καθόλου. Σχηματίζουν ένα ολοκληρωμένο κύκλωμα» (όπ. π.: 71). Υπάρχει «ομοιοστασία ανθρώπου-μηχανής» (όπ. π.: 71), με το ερώτημα «Είμαι άνθρωπος; Είμαι μηχανή;» να μη μπορεί να απαντηθεί (όπ. π.). Επίσης, «ο Δυνητικός Άνθρωπος, ακίνητος μπροστά στον υπολογιστή του, κάνει έρωτα μέσω οθόνης και μαθήματα μέσω τηλεδιαλέξεων. Γίνεται μειονεκτικός κινητικά όσο, ασφαλώς, και εγκεφαλικά. Πληρώνοντας αυτό το αντίτιμο καθίσταται επιχειρησιακός» (όπ. π.: 64).

6 Στη βάση μιας τέτοιας αντίληψης, οι ισραηλινοί περνούν κυριολεκτικά «μέσα από τοίχους», δημιουργώντας υπέργεια τούνελ μέσα από σπίτια πολιτών: «Στην αρχή, οι στρατιώτες μαζεύονται πίσω από τον τοίχο και μετά, χρησιμοποιώντας εκρηκτικά, τρυπάνια ή σφυριά, κάνουν μια τρύπα αρκετά μεγάλη ώστε να μπορούν να περάσουν. Ακολουθούν χειροβομβίδες λάμψης ή μερικοί τυχαίοι πυροβολισμοί μέσα στο δωμάτιο που συνήθως είναι το σαλόνι όπου κάθονται ανυποψίαστοι πολίτες. Όταν οι στρατιώτες περνούν μέσα από τον τοίχο, κλειδώνουν τους πολίτες σε ένα από τα δωμάτια όπου αναγκάζονται να παραμείνουν –συχνά για αρκετές μέρες– ώσπου να ολοκληρωθεί η επιχείρηση, συχνά χωρίς νερό, τουαλέτα, φαγητό ή φάρμακα» (Weizman 2006:7).

7 Η έννοια της δισυμμετρίας περιγράφει τη στρατιωτική υπεροχή, στην οποία ο αντίπαλος δεν απαντά με την κατά μέτωπο αντιπαράθεση, αλλά, ελλείψει ανάλογων μέσων, με την ασυμμετρία ή την τρομοκρατία. Το πρόβλημα που γεννά η δισύμμετρη ισχύς είναι ότι καθιστά αδύνατες άλλες μορφές διευθέτησης συγκρούσεων, καθώς, στη βάση της στρατιωτικής υπεροχής, δημιουργεί υπερβολική βεβαιότητα νίκης. Έτσι, επισημαίνει ο Boniface (2004 : 206), «όσο περισσότερο ένα κράτος αφιερώνει κολοσσιαία ποσά για την απόκτηση και την κατασκευή εκλεπτυσμένων μέσων – που θεωρητικά θα του προσφέρουν ένα βέβαιο πλεονέκτημα – τόσο σημαντικότερες θα είναι οι ικανότητες των αντιπάλων του να προκαλέσουν απώλειες, διότι η τεχνολογία δεν μπορεί να επιτηρήσει τα πάντα και συχνά δεν τοποθετείται στο επίπεδο των όπλων που αντιμετωπίζει».

8 Συγκρίνουν την «παραδοσιακή» αντίληψη με τις κυβερνήσεις Μπους (πατέρα και γιού) και την «τεχνολογίστικη» με τις κυβερνήσεις Κλίντον. Όπως, ωστόσο, επισημαίνουν οι Hardt και Negri (2004: 42), η διάκριση είναι συμβατική, καθώς αυτή υπερβαίνει εν τέλει κομματικές γραμμές και πρόσωπα (για παράδειγμα ο πόλεμος στο Ιράκ το 2003, ο πιο χαρακτηριστικός της εφαρμογής του RMA, διεξήχθη κατά την προεδρία Μπους), αναδεικνύει όμως διαφορές στη νοοτροπία.

9 Για την υποδοχή και εφαρμογή του RMA σε χώρες όπως η Ρωσία, η Κίνα και η Γερμανία βλ. (Halpin et al.: 2006).

10 Είναι γνωστή η εμβέλεια της «έκτακτης ανάγκης» μετά την 11η Σεπτέμβρη. Μάλιστα, αποφασίστηκε και η ίδρυση του προπαγανδιστικού «Γραφείου Στρατηγικής Επιρροής» που θα είχε ως στόχο την επιλεκτική πληροφόρηση της κοινής γνώμης και τη διαχείριση των πληροφοριών προς τα ξένα ΜΜΕ, του οποίου τη λειτουργία ανέκοψε κατόπιν δριμείας κριτικής από τον Τύπο ο υπουργός Άμυνας Ντ. Ράμσφελντ, ο οποίος το είχε προτείνει.

11 Εκτός από το Γκουαντάναμο, τα στρατοδικεία και τις εκατοντάδες προσαγωγές υπόπτων, στη CIA δόθηκε εκ νέου η άδεια δολοφονίας πολιτικών ηγετών. Επίσης, άνοιξε η ατζέντα για μια σειρά από αντιτρομοκρατικά μέτρα, για ενίσχυση του νόμου περί κατασκοπείας και για αυστηρότερους όρους υποδοχής των μεταναστών, ενώ μια λογική ελέγχου, επιτήρησης και καχυποψίας διαπέρασε την καθημερινότητα σε όλα τα επίπεδα.

12 Το Κογκρέσο δικαιοδότησε τον Πρόεδρο των ΗΠΑ για χρήση βίας ενάντια σε κάθε άτομο, ομάδα ή χώρα που αυτός θα έκρινε ως υπαίτιους ή ύποπτους, οδηγώντας στη γιγάντωση μιας κεντρικής, προσωποποιημένης εξουσίας και καταστρατηγώντας κάθε έννοια συνταγματικής διάκρισης των εξουσιών.

13 Ο Zizek (2002: 149, έμφαση Zizek) κάνει λόγο για την κονστρουκτιβιστική Einbildungskraft στην οποία αναφέρεται ο Σμίτ: «(…) Ο Καρλ Σμιτ μας διδάσκει ότι η διάκριση εχθρός/φίλος ποτέ δεν αναπαριστά απλώς μια γεγονική διαφορά: ο εχθρός είναι εξ ορισμού (…) αόρατος, μοιάζει σαν να ήταν ένας από εμάς, δεν είναι άμεσα αναγνωρίσιμος – και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το μεγάλο πρόβλημα και καθήκον της πολιτικής πάλης είναι να παράσχει / να κατασκευάσει μιαν αναγνωρίσιμη εικόνα του εχθρού».