ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΟΠΙΑ ΤΟΥ ΦΥΛΟΥ:

ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑΣ ΠΑΙΓΝΙΩΝ

της Νόρας Γρηγορίου

Περίληψη

Στο άρθρο αυτό παρακολουθούμε την εφαρμογή της θεωρίας παιγνίων στον χώρο του δικαίου και σε σχηματική αντιπαράθεση με τα επιχειρήματα της φεμινιστικής κριτικής, προσπαθούμε να κατανοήσουμε τα όρια εφαρμογής της θεωρίας παιγνίων στο δίκαιο. Διαπιστώνουμε ότι, παρά τις φιλόδοξες διακηρύξεις της, όταν η θεωρία παιγνίων έρχεται αντιμέτωπη με το ζήτημα του «Άλλου» – και εδώ ως «Άλλον» εννοούμε το έμφυλο υποκείμενο – φτάνει στα όρια της εμβέλειάς της, αποδεικνύοντας τις πεπερασμένες κανονιστικές της δυνατότητες.

1. Εισαγωγή

Από την πρώτη έκδοση του έργου των Neumann και Morgenstern (1944)1 μέχρι τις μέρες μας έχουμε διανύσει αρκετές δεκαετίες. Στο διάστημα αυτό η ενθουσιώδης υποδοχή που δεξιώθηκε την πρωτόλεια εκείνη διατύπωση της θεωρίας παιγνίων έχει δώσει τη θέση της σε μία μετριοπαθέστερη πλέον, αλλά επίμονη δοκιμή των παραδοχών της θεωρίας σε διάφορα πεδία του κοινωνικού, στα οποία μπορεί, όπως έχει διακηρυχθεί, να εφαρμοστεί η θεωρία αυτή. Από τη διεξαγωγή ενός ποδοσφαιρικού αγώνα μέχρι τις εμπόλεμες διενέξεις, τον ανταγωνισμό των καρτέλ και την εξέλιξη μιας ερωτικής σχέσης, η θεωρία παιγνίων διατείνεται ότι βρίσκει ένα ευρύ πεδίο εφαρμογής,2 καθώς ανάγει την αλληλεπίδραση των παικτών σε στρατηγική επιλογή, που λαμβάνεται με «ορθολογικά» κριτήρια μέσα σε μία μεγιστοποιητική προοπτική.

Σύμφωνα με έναν ορισμό, «η θεωρία παιγνίων ως εν μέρει μαθηματική και εν μέρει οικονομική μελέτη αναλύει καταστάσεις στις οποίες η συμπεριφορά κάθε προσώπου εξαρτάται αφενός από τις πράξεις και τις επιλογές άλλων προσώπων και αφετέρου από τις προσδοκίες του ίδιου σχετικά με τις πράξεις και τις επιλογές των άλλων».3 Έτσι, η θεωρία παιγνίων επιδιώκει να επιλύσει προβλήματα, όπως αυτό της συνεργασίας σε καταστάσεις όπου τα άτομα δεν θα συνεργάζονταν,4 το πρόβλημα του συντονισμού ανοργάνωτων ενεργειών, και ανάμεσα στα άλλα να θέσει κανόνες που θα ρυθμίζουν την αναπόφευκτα ασύμμετρη πληροφόρηση των μερών ενός παιγνίου. Υιοθετώντας, λοιπόν, μία στενή έννοια «παιχνιδιού»,5 η θεωρία παιγνίων διεκδικεί τη δυναμική «παραδείγματος» των κοινωνικών επιστημών, ολιστικής πρότασης που μπορεί να ερμηνεύσει, να προβλέψει και, κατ’ επέκταση, να ρυθμίσει το κοινωνικό.

Η εφαρμογή της θεωρίας παιγνίων στο δίκαιο6, ειδικότερα, μετατοπίζει το ενδιαφέρον από τη διαδικασία στο αποτέλεσμα, είτε αυτό αφορά στο μικροεπίπεδο (λήψη αποφάσεων) είτε στο μακροεπίπεδο (εφαρμογής των θεσμών), ενώ αναδεικνύει μια φιγούρα υπολογιστικού υποκειμένου, το οποίο, ως υποκείμενο δικαίου πλέον, ενεργεί με γνώμονα τις προτιμήσεις του για την επίτευξη του δικαιότερου «δυνατού» αποτελέσματος. Το υποκείμενο αυτό, ο «παίκτης», αν και προβλημάτισε τους μαρξιστές θεωρητικούς,7 κατατάχθηκε8 στον χώρο της νεοκλασικής οικονομικής σχολής, για να υπηρετήσει την εργαλειακή λογική του σύγχρονου homo œconomicus9 καθώς η εκ του αποτελέσματος αξιολόγηση της δράσης στη θεωρία παιγνίων δύσκολα θα μπορούσε να συμβαδίσει με τη διαδικασιακή λογική του μαρξισμού.

Η λιτότητα των προτάσεων που συγκροτούν τη θεωρία παιγνίων, η αναγωγή των παραδοχών της σε μαθηματική συνθήκη, κωδικοποιεί με μοναδική λακωνικότητα τις παραδοχές του φιλελευθερισμού, ενώ παράλληλα, αποκαθαίρει τον λόγο του τελευταίου από αξιολογικά φορτισμένα σχήματα και τον περιβάλλει με την ισχύ/επίφαση του αντικειμενικού. Όλα ανάγονται σε μία ιδεοτυπική κατασκευή, σε έναν κατασκευασμένο ως «έστω ότι» λόγο για το δίκαιο, που ενισχύεται από το κύρος της μαθηματικής απόδειξης.

Στο άρθρο αυτό επιχειρούμε μια κριτική παρουσίαση του υποκειμένου της θεωρίας παιγνίων. Μελετάμε τον παίκτη ως υποκείμενο δικαίου και αντιπαραβάλλουμε την κατασκευή του με κάποια οριακά σημεία της «ορθολογικής» του διατύπωσης. Ένα από τα σημεία αυτά, η έμφυλη διάσταση του υποκειμένου, υποδεικνύει το αμήχανο πέρας στις προτάσεις της θεωρίας παιγνίων και εντέλει κάποια από τα όρια της φιλόδοξης δυναμικής της. Αν και η κατασκευή του «παίκτη» έχει δεχθεί ετερόκλητη κριτική από διαφορετικά θεωρητικά ρεύματα (πχ. από τις κριτικές νομικές σπουδές, τον μαρξισμό, τον κοινοτισμό, την αποδόμηση), στο άρθρο αυτό ασχολούμαστε με την επιχειρηματολογία της φεμινιστικής κριτικής.

2. Ο «ορθολογιστής παίκτης» ως υποκείμενο δικαίου

Ας σταθούμε, λοιπόν, στην κατασκευή του παίκτη από τη θεωρία παιγνίων. Μεταφέροντας στη σύγχρονη συζήτηση τη χιουμιανή παράδοση, η θεωρία παιγνίων ανάγεται επιλεκτικά στον εμπειρικό ορισμό του υποκειμένου, και στην εμπειριοκρατική πρωτοκαθεδρία των παθών αντιτάσσει τις προτιμήσεις. Κατ’ αρχήν, υπάρχουν οι προτιμήσεις και τα υποκείμενα επιλέγουν λύσεις που υπηρετούν τις προτιμήσεις αυτές. Η επιλογή που υπηρετεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις προτιμήσεις του υποκειμένου είναι μία «ορθολογική επιλογή».10 Έτσι, η «ορθολογικότητα» στη θεωρία παιγνίων έχει έναν καθαρά εργαλειακό χαρακτήρα. Είναι μια ορθολογικότητα11 συσχετισμένη με τις προτιμήσεις, και αποτυπωμένη στις επιλογές12∙ μία ορθολογικότητα που σχεδιάζει τις στρατηγικές κινήσεις εκ των προτέρων αποβλέποντας στο βέλτιστο αποτέλεσμα.13

Από τη σκοπιά αυτή, η ορθολογικότητα δεν εμφανίζεται ως ιδίωμα ενός συγκεκριμένου υποκειμένου, αλλά εν δυνάμει οποιουδήποτε. Καθένας, ανεξάρτητα από τον οικονομικό, κοινωνικό, φυλετικό ή έμφυλο επικαθορισμό του, μπορεί να έχει προτιμήσεις. Το περιεχόμενο καθ’ εαυτό των προτιμήσεων είναι για τη θεωρία παιγνίων αδιάφορο. Μπορεί κανείς να επιθυμεί τον πλούτο, την ευτυχία, την κοινωνική δικαιοσύνη, την ειρήνη και να προσπαθεί για την πραγμάτωση των στόχων αυτών. Καθώς το μοντέλο της θεωρίας παιγνίων ανάγει στην ίδια κλίμακα μέτρησης τόσο ετερογενείς και αμφιλεγόμενα μετρήσιμες προτιμήσεις, στη θέση του «παίκτη», ή ακριβέστερα του «ορθολογικού παίκτη», μπορεί, τουλάχιστον εν δυνάμει, να βρεθεί ο καθένας. Με το επιχείρημα αυτό η θεωρία παιγνίων, όπως ακριβώς και η νεοκλασική οικονομική θεωρία, αγκαλιάζει στοργικά την ετερότητα.14 Τόσο στοργικά, μάλιστα, που εντέλει κυοφορείται μία άλλη οντολογία. Ως «παίκτες» στη θεωρία παιγνίων δεν νοούνται μόνο τα φυσικά πρόσωπα, με τις ετερόκλιτες και συχνά αντικρουόμενες προτιμήσεις τους, αλλά και οι συλλογικοί φορείς δράσης, οι ενώσεις προσώπων, οι ενώσεις συμφερόντων, τα κράτη και οι συνασπισμοί κρατών, που με τη σειρά τους μπορούν να είναι φορείς ορθολογικών επιλογών. Αυστηρά προσηλωμένη σε μία εργαλειακή ορθολογικότητα, η θεωρία παιγνίων κόβει τον γόρδιο δεσμό και μεταβαίνει άνευ όρων από την ατομική επιλογή στη συλλογική ορθολογικότητα, από το άτομο στους συλλογικούς φορείς.

Όταν, λοιπόν, με το ρεύμα της Οικονομικής Ανάλυσης του Δικαίου, η θεωρία παιγνίων έφθασε στον όρμο του δικαίου, η φιγούρα του «παίκτη» βρήκε στο φιλελεύθερο υποκείμενο δικαίου μία συγγένεια ουσίας, που της επέτρεψε την άμεση και απροϋπόθετη εφαρμογή της. Καθώς οι δύο θεωρήσεις εκκινούν από κοινές θεωρητικές παραδοχές, καταλήγουν με τη συμπόρευσή τους, να μεταγράφουν το υποκείμενο δικαίου ως «παίκτη» και την απονομή δικαιοσύνης ως τη μία και μοναδική «λύση» του παιγνίου. Η θεωρία παιγνίων μετατρέπει τον οικείο στους νομικούς δικανικό συλλογισμό σε μαθηματικό πρόβλημα, στο οποίο τα δεδομένα (πραγματικά περιστατικά και κανόνες του δικαίου) λαμβάνουν τη μορφή ισοβαρών παραμέτρων που πρέπει να συνυπολογιστούν, για να λυθεί το παίγνιο, να βρεθεί δηλαδή η πιο συμφέρουσα για τον παίκτη λύση. Αυτή ακριβώς η πιο συμφέρουσα λύση ισοδυναμεί για την Οικονομική Ανάλυση του Δικαίου με τη δικαιότερη λύση.15

Η θέση που λαμβάνουν οι κανόνες δικαίου σε αυτόν τον υπολογισμό, σκιαγραφεί παραδειγματικά τη λύση που δίνει η θεωρία παιγνίων στο ευρύτερο πρόβλημα «δομής και δράσης». Οι κανόνες δικαίου, μεταγραμμένοι στη θεωρία παιγνίων ως κανόνες των δικαιικών παιγνίων, περιορίζουν τις επιλογές του υποκειμένου. Υπάρχουν εκτός του υποκειμένου και δρουν, κατά κάποιο τρόπο ανεξάρτητα από αυτό, θέτοντας «εξωτερικούς» φραγμούς στη δράση του. Όπως παραστατικά αποδίδει την κατασκευή αυτή ο Γιάννης Βαρουφάκης, η δομή – κανόνες του παιγνίου – «είναι σαν τοίχοι στους οποίους προσκρούεις, καθώς κινείσαι στον κοινωνικό χώρο».16 Αυτή ακριβώς η εξωτερικότητα των κανόνων, η αντιπαράθεσή τους στο υποκείμενο και τη δράση του, δημιουργεί από μόνη της αρκετά προβλήματα, όταν σκεφτoύμε πώς αποφασίζει να δράσει το νομικό υποκείμενο. Αν για παράδειγμα, αποφασίζει γνωρίζοντας εκ των προτέρων τους περιορισμούς που του θέτει ο νόμος, τότε πώς αποκλείουμε την εσωτερίκευση του περιορισμού (την πειθώ, δηλαδή, του νόμου) και κατά συνέπεια την επίδραση της δομής στην ίδια τη δράση του υποκειμένου; Η παρομοίωση του Βαρουφάκη αποδίδει την κίνηση του υποκειμένου που για πρώτη φορά γνωρίζει έναν προϋφιστάμενο νόμο ή κανόνα, γενικότερα. Πώς όμως η εικόνα αυτή μπορεί να επαληθευθεί και στην επαναλαμβανόμενη δράση; Η «εξωτερικότητα» αποκλείει την πειθώ, αλλά και μία συμβολαιικού τύπου συμμετοχή στην παραγωγή του κανόνα. Βλέπει το υποκείμενο ως έναν ανεπηρέαστο από τη δομή παίκτη που εισέρχεται και εξέρχεται από το δικαιικό παίγνιο, χωρίς να μεταβάλλει τις προτιμήσεις του, με έναν δεδομένο ex ante επικαθορισμό, αλλά και μία ex ante στρατηγική.

Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι μέσα στην παιγνιοθεωρητική κατασκευή του νομικού υποκειμένου αναβιώνει η εμπειριοκρατική συζήτηση περί «προτιμήσεων», η οποία επιλεκτικά μεταφέρεται μέσα από την οικονομική ανάλυση του δικαίου. Ειδικότερα, σκιαγραφείται μία υπολογιστική φιγούρα, η οποία «αποστασιοποιημένη» από τη δομή του παιγνίου προσχεδιάζει τη συμφέρουσα για εκείνην στρατηγική, την οποία ανάγει και στη «δικαιότερη» λύση. Στην ενότητα που ακολουθεί, η εργαλειακή ορθολογικότητα του παίκτη αντιπαραβάλλεται σε επιχειρήματα που προέρχονται από τη φεμινιστική κριτική του δικαίου. Έτσι, η διάσταση του φύλου θέτει ζητήματα οριακότητας της αξίας της θεωρίας παιγνίων και της εργαλειακής ορθολογικότητας πάνω στην οποία έχει αναπτυχθεί.

3. Ο έμφυλος «παίκτης» ως εαυτός και ως άλλος.

Ως καρικατούρα του πραγματικού προσώπου, ο «παίκτης» της θεωρίας παιγνίων, όπως ακριβώς και το νομικό υποκείμενο του φιλελευθερισμού, διαμορφώνεται στη βάση μιας έλλειψης και μιας υπερβολής. Αφενός παρουσιάζει ένα δομικό πλεόνασμα ορθολογικής-υπολογιστικής σκέψης και αφετέρου στερείται των ιδιαίτερων εκείνων χαρακτηριστικών που δημιουργούν την ανθρώπινη ταυτότητα.17 Στο ελλειπτικό της σχήμα η φιγούρα του «παίκτη» διατείνεται ότι δεν έχει φύλο, φυλή ή κοινωνική τάξη. Δεν θα πρέπει, επομένως, να εκπλήσσει το γεγονός ότι για αρκετές δεκαετίες τα επιχειρήματα της θεωρίας παιγνίων παρέλειπαν οποιαδήποτε αναφορά στο φύλο των παικτών. Αυτό, άλλωστε, που ενδιέφερε σε πρώτο επίπεδο ήταν η ανεύρεση του βέλτιστου δυνατού αποτελέσματος – της δικαιότερης λύσης – την οποία αναζητούσε ανεξάρτητα από την εφαρμοσιμότητα των παραδοχών της στην κοινωνία.

Όταν με την πειραματική δοκιμή των εικασιών της θεωρίας παιγνίων επισημάνθηκαν θεωρητικά απρόβλεπτες διαφορές στις επιλογές των παικτών, το βιολογικό φύλο (sex), η «βιολογική» εγγύτητα των γυναικών στο συναίσθημα και όχι στη λογική, άρχισε να λαμβάνεται υπόψη ως μία πιθανή μεταβλητή, στην οποία θα μπορούσαν να αποδοθούν οι διαφορές αυτές.18 Ωστόσο, αγνοήθηκε η προβληματική που αναπτυσσόταν γύρω από το κοινωνικό φύλο (gender),19 και παραβλέφθηκε η πολύπλευρη κριτική που είχε διατυπωθεί και διαρκώς αναδιατυπωνόταν από το κίνημα της φεμινιστικής κριτικής προς τις εξηγήσεις που ανάγονται στη βιολογική φύση των ανθρώπων.

Αποδομώντας τις ουσιοκρατικές αντιλήψεις περί βιολογικού φύλου, η σύγχρονη φεμινιστική θεωρία – σε στενή σχέση με την κονστρουκτιβιστική οπτική – αναδεικνύει τις διαδικασίες μέσω των οποίων κατασκευάζεται ιστορικά και κοινωνικά η έμφυλη ταυτότητα του υποκειμένου. Η κατάδειξη της ιστορικότητας, και άρα της σχετικότητας, των δυτικών εκδοχών για τη φύση και τη βιολογία εντέλει φωτίζει τη νομιμοποιητική προς την εξουσία λειτουργία των βιολογικών θεωριών. Έτσι «ανακαλύπτεται» το κοινωνικό φύλο ως μία αναλυτική κατηγορία του πολιτισμού και υπογραμμίζεται ότι το φύλο έχει κυρίως πολιτιστικό περιεχόμενο.

Όπως ήταν αναμενόμενο, μέσα στον ανατρεπτικά σχετικοποιό χώρο της φεμινιστικής θεωρίας δεν συναντάμε μία ενιαία θεωρία, αλλά ένα σύνολο θεωρήσεων που εμπνέονται από ζητήματα έμφυλης ταυτότητας, κυριαρχίας, ή διαφοράς και αναπτύσσονται σε συχνά αντικρουόμενες οπτικές. Αντιμέτωπες με τη θεωρία παιγνίων οι θεωρήσεις αυτές διατυπώνουν πληθώρα ενστάσεων, οι οποίες ερείδονται κατά κύριο λόγο στη στενή σύνδεση της θεωρίας παιγνίων με την «ορθολογικότητα», και μπορούν να κωδικοποιηθούν σε δύο κεντρικά επιχειρήματα, το πρώτο οντολογικού και το δεύτερο γνωσιολογικού περιεχομένου.

Η φεμινιστική κριτική της ορθολογικότητας, ακολουθώντας την εξέλιξη της φεμινιστικής σκέψης,20 αρχικά υπεραμύνθηκε της ικανότητας των γυναικών να είναι εξίσου ευφυείς και ορθολογικές με τους άνδρες. Σταδιακά, ωστόσο, η οπτική αυτή εγκαταλείφθηκε, ως προσχώρηση των γυναικών στα ανδρικά πρότυπα, και οι φεμινίστριες στράφηκαν στην ιδιαιτερότητα της γυναικείας σκέψης και των γυναικείων εμπειριών. Ενδεικτικό του ρεύματος αυτού, που έλαβε τον τίτλο «φεμινισμός της διαφοράς», είναι το έργο In a different voice21 της Carol Gilligan. Η Gilligan υποστηρίζει ότι η συμμετοχή των γυναικών σε δραστηριότητες σχετικές με τη μέριμνα οδηγεί σε εμπειρικά αναγνωρίσιμες διαφορές στον τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες και οι άνδρες σκέφτονται και αναπτύσσουν τις ηθικές απόψεις τους για τον κόσμο.

Όπως γράφει χαρακτηριστικά η Gilligan «...Έτσι, οι γυναίκες διαμορφώνουν μία διαφορετική αίσθηση της εμπειρίας, η οποία βασίζεται στη γνώση των διανθρώπινων σχέσεων. Καθώς οι γυναίκες βιώνουν την πραγματικότητα της σχέσης ως κατάσταση δεδομένη και όχι ως ελεύθερη σύμβαση, οι σκέψεις τους για τη ζωή αντικατοπτρίζουν τα όρια της αυτονομίας και του ελέγχου. Κατά συνέπεια, η ηθική ανάπτυξη των γυναικών χαράσσει το μονοπάτι όχι μόνο προς μία λιγότερο βίαιη ζωή, αλλά και προς μία ωριμότητα που εκδηλώνεται μέσω της αλληλεξάρτησης και της φροντίδας».22 Ενώ από το ίδιο μετερίζι η Virginia Held υπογραμμίζει ότι «Ενώ μία ηθική της δικαιοσύνης αναζητά μία δίκαιη λύση ανάμεσα στα ανταγωνιστικά συμφέροντα και τα δικαιώματα των ατόμων, μία ηθική της μέριμνας βλέπει τα συμφέροντα όσων μεριμνούν και όσων απολαμβάνουν τη μέριμνα ως αλληλένδετα μάλλον και όχι ως ανταγωνιστικά. Ενώ η δικαιοσύνη προστατεύει την ισότητα και την ελευθερία, η μέριμνα ενισχύει τους κοινωνικούς δεσμούς και τη συνεργασία».23

Συνεχίζοντας το επιχείρημα αυτό, αλλά μάλλον πάνω σε βιολογική βάση, ένα παρακλάδι του ριζοσπαστικού φεμινισμού θα υποστηρίξει ότι οι ίδιες οι αναπαραγωγικές λειτουργίες των γυναικών τους προσφέρουν έναν καλύτερο τρόπο να κατανοήσουν τον κόσμο, έναν τρόπο που βασίζεται στο συναίσθημα, τη διαίσθηση και τη συμπάθεια και όχι στον ανταγωνισμό και τον ψυχρό υπολογισμό.24

Από την άλλη μεριά, αντικρούοντας το επιχείρημα αυτό, οι φεμινίστριες που επικρίνουν τον φεμινισμό της διαφοράς, όπως η Catharine MacKinnon, υποστηρίζουν ότι οι περισσότερες διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών είναι δομικό προϊόν της ανδρικής κυριαρχίας και της εκμετάλλευσης των γυναικών. Έτσι η αποχή των γυναικών από ανταγωνιστικές αναμετρήσεις δεν οφείλεται στις σχέσεις συμπάθειας που καλλιεργούν οι γυναίκες, αλλά στην εσωτερικεύση της προαναγγελθείσας ήττας τους, καθώς οι γυναίκες έχουν από πολύ νωρίς μάθει ότι μάλλον θα χάσουν σε αγώνες όπου η κοινωνία έχει δώσει κάθε δύναμη στους άνδρες και έχει ενθαρρύνει την καταπίεση των γυναικών. Σε αντιδιαστολή, μάλιστα, προς την ανδρική γνώση που έχει οικοδομηθεί πάνω στην ιδέα της αποστασιοποίησης και της αντικειμενικότητας του υποκειμένου που γνωρίζει, η γυναικεία γνώση κατακτάται με τη βιωμένη εμπειρία και την ταύτιση υποκειμένου και αντικειμένου της γνώσης.25

Υπό το πρίσμα αυτό, το καθολικό μοντέλο του «ορθολογικού παίκτη» δεν υπάρχει ούτε μπορεί να υπάρξει. Είναι μία κατασκευή, μία υπόθεση εργασίας, η οποία οικειοποιείται και γενικεύει στοιχεία τα οποία προσιδιάζουν περισσότερο στην κατασκευή του ανδρικού παρά του γυναικείου τρόπου σκέψης. Ο «παίκτης» της θεωρίας παιγνίων διακρίνεται για τον φιλοσοφικό του εγωισμό, παρατηρεί ο Γ. Βαρουφάκης, καθώς το μόνο που γνωρίζει είναι η δική του ωφέλεια, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τι αναμένουν οι άλλοι από αυτόν,26 ούτε το τι θεωρούν οι άλλοι σωστό για τον εαυτό τους.

Το πρότυπο αυτό δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην κοινωνική θέση της γυναίκας, υπερθεματίζουν οι φεμινίστριες. Καθώς ο γυναικείος ρόλος είναι συσχετισμένος άμεσα με το βίωμα της μητρότητας, την αυτοθυσία, την προσφορά27 και τη συμπάθεια, η γυναικεία σκέψη αντιτίθεται στην εργαλειακή-υπολογιστική λογική της θεωρίας παιγνίων. Η γυναικεία «συμπάθεια», με αποκορύφωμά της τη μητρική αγάπη, εμπνέεται από μία σχέση που εκκινεί από τον άλλο, και απευθύνεται σε αυτόν, κατά τρόπο που αυτή να αποτελεί τη χαραυγή ενός ουσιαστικού και απροϋπόθετου δεσμού με τον άλλον. Η εμπειρία της μητρότητας εντέλει, αναδεικνύει τη δυνατότητα μίας μη ή αντι-υπολογιστικής σχέσης, η οποία μπορεί να στραφεί προς οποιονδήποτε.

Έτσι, όμως, η πρόταση της αντικειμενικότητας και της καθολικότητας του μοντέλου του «ορθολογικού παίκτη» καταρρίπτεται. Αν οι γυναίκες δεν μπορούν, για λόγους βιολογικούς ή κοινωνικούς (ανάλογα με το ρεύμα της φεμινιστικής σκέψης που ακολουθούμε), να υιοθετήσουν την αναγκαία για την επιτυχή έκβαση του παιγνίου ατομοκεντρική εργαλειακή λογική, ούτε μπορούν να αποστασιοποιηθούν και να εκτιμήσουν «αντικειμενικά» τον αντίπαλο παίκτη, τότε είναι αμφίβολη όχι μόνο η νίκη τους σε κάποιο παίγνιο, αλλά και αυτή καθ’ εαυτή η συμμετοχή τους σε αυτό. Μπορεί, επομένως, να διατρανώνεται από τη θεωρία παιγνίων η μεγάλη εμβέλεια της εφαρμογής της, και τον ρόλο του παίκτη να αποκτά εν δυνάμει ο οποιοσδήποτε, αλλά, όπως αντιπροτείνεται από τη φεμινιστική κριτική, ο ρόλος αυτός είναι φτιαγμένος να υπηρετεί το πρότυπο της κοινωνικής κατασκευής του «ορθολογικού άνδρα».

Λαμβάνοντας υπόψη τις ομοιότητες που έχουμε ήδη επισημάνει, ανάμεσα στο φιλελεύθερο υποκείμενο δικαίου και στον παίκτη της θεωρίας παιγνίων, μπορούμε να κατανοήσουμε τη μεταφορά του παραπάνω επιχειρήματος στον χώρο της πολιτικής και της νομικής θεωρίας. Τα ανδρικά ηθικά συστήματα βασίζονται σε ατομικιστικές ιδέες για το δίκαιο, που είναι προσαρμοσμένες στις ανδρικές εμπειρίες και στα ανδρικά πρότυπα. Αντίθετα, η γυναικεία ηθική βασίζεται στη μέριμνα και την ευθύνη, στη βιωματική εμπλοκή με τον «Άλλο». Αντίθετα με τους άνδρες, η ηθική σκέψη των γυναικών αναγνωρίζει τη σημασία των συναισθημάτων, της οικειότητας, των σχέσεων. Έτσι, παράλληλα με τη δικαιοσύνη του φιλελευθερισμού, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της αυτονομίας και του ατομοκεντρισμού, υπάρχει και ένας άλλος τρόπος «απονομής δικαιοσύνης» που τονίζει την αλληλεξάρτηση των υποκειμένων, την παροχή φροντίδας, τον κοινωνικό δεσμό.28 Αν και η ιδέα αυτή, και κυρίως ο ρητός ή υπόρρητος βιολογισμός της, έχει δεχθεί σφοδρή κριτική από τον ίδιο τον χώρο της φεμινιστικής σκέψης,29 ωστόσο έχει εμπνεύσει μία εντελώς διαφορετική κατανόηση της δικαιοσύνης, η οποία εκκινεί από την «ηθική της μέριμνας» για να καταστήσει εφικτή τη σχέση με τον άλλο.

Επομένως, μία επιχειρηματολογία που εκκινεί από τη φεμινιστική κριτική, βάλλει το οικοδόμημα της θεωρίας παιγνίων στη βάση του, δηλαδή στην προϋπόθεση της ορθολογικότητας των παικτών και του μεθοδολογικού ατομισμού. Αντιπροτείνοντας, μάλιστα, τη συναισθηματική εμπλοκή ως συνειδητή επιλογή των υποκειμένων, η φεμινιστική κριτική αμφισβητεί όχι μόνο τη νίκη των γυναικών στα παίγνια που κατασκευάζει η θεωρία παιγνίων, αλλά και αυτή την ίδια τη συμμετοχή τους σε αυτά. Η αποχή, εντέλει, είναι μία μορφή απονομιμοποίησης.

Βιβλιογραφία

(Κατάταξη σύμφωνα με το λατινικό αλφάβητο)

Βαρουφάκης Γιάνης, Θεωρία Παιγνίων. Η θεωρία που φιλοδοξεί να ενοποιήσει τις κοινωνικές επιστήμες, εκδ. Gutenberg, Αθήνα, 2007.

Baird D. G. - Gertner R.- Randal C., Game Theory and the Law, Harvard University Press, Καίμπριτζ, 1995.

Benditt Theodore M., “Acting in Concert or Going it Alone: Game Theory and the Law”, Law and Philosophy, τ. 23, 2004, σ. 615 επ.

Bix Brian, Φιλοσοφία του Δικαίου: Θεωρία και ερμηνευτικό πλαίσιο (μτφρ. Αναστασία Καραστάθη), εκδ. Κριτική, Αθήνα, 2007.

Boudon R., Effets Pervers et Ordre Social, P.U.F., Παρίσι, 1977.

Bouckaert, Boudewijn and De Geest, Gerrit (eds.), Encyclopaedia of Law and Economics, Volume I. The History and Methodology of Law and Economics, Edward Elgar, Cheltenham, 2000.

Bruce Philip, Reduction, Rationality and Game Theory in Marxian Economics, Routledge, Λονδίνο-Ν.Υόρκη, 2005.

Bryson Valery, Φεμινιστική Πολιτική Θεωρία (μτφρ. Ελεάννα Πανάγου), εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα, 2005.

Carling Alan, “Rational Choice Marxism”, New Left Review, τ. 160, 1986, σ. 24 επ.

Cohen G. A., “Reply to Elster on ‘Marxism, Functionalism and Game Theory’”, Theory and Society, τ. 11, 1982, σ. 483 επ.

Crump David, “Game Theory, Legislation and the Multiple Meanings of Equality”, Harvard Journal on Legislation, τ. 38, 2001, σ. 331 επ.

Dixit Avinash - Skeath Susan, Games of Strategy, W.W. Norton and Com., Νέα Υόρκη, 1999.

Δουζίνας Κώστας, Το Τέλος των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (μτφρ. Ηλίας Νικολούδης), εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2006.

Elster Jon, “Marxism, Functionalism and Game Theory”, Theory and Society, τ. 11, 1982, σ. 453 επ.

Φιλίνης Κώστας, Θεωρία Παιγνίων και Πολιτική Στρατηγική, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 2008.

Held Virginia, The Ethics of Care. Personal, Political and Global, Oxford University Press, Οξφόρδη, 2006.

MacKinnon Catharine, “Feminism, Marxism, Method, and the State: Toward Feminist Jurisprudence”, Signs, τ. 8, No. 4 (καλοκαίρι, 1983), σ. 635-658.

Meiksins Wood Ellen, “Rational Choice Marxism: Is the Game Worth the Candle?”, New Left Review, τ. 177, 1989, σ. 41 επ.

Mele Αlfred R. - Rawling Piers, The Oxford Handbook of Rationality, Oxford University Press, Oξφόρδη, 2004.

Nash John, “The bargaining problem”, Econometrica, τ. 18, 1950, σ.155.

Nash John, “Equilibrium Points in N-person Games”, Proceedings of the National Academy of Science, τ. 36, 1950, σ. 48.

Neumann John von, “Zur Theorie der Gesellschaftsspiele”, Mathematische Annalen, τ. 100, σ. 295, 1928.

Neumann John von. - Morgestern O., Theory of Games and Economic Behavior, J. Wiley and Sons Inc, Νέα Υόρκη, 1944.

Noddings Nel, Caring. A Feminine Approach to Ethics and Moral Education, University of California Press, Καλιφόρνια, 2003

Nussbaum Martha C., Φύλο και Κοινωνική Δικαιοσύνη (μτφρ. Νεκτάριος Καλαϊτζής), εκδ. Scripta, Αθήνα, 2005.

Pestiau J., Geurres et Paix sans Etats Anarchie et Ordre Coutumier, L’Hexagone, Μόντρεαλ, 1984.

Plon Michel, La Théorie des Jeux: Une Politique Imaginaire, François Maspero, Παρίσι, 1976.

Schwartz-Shea Pereprine, “Theorizing Gender for Experimental Game Theory: Εxperiments with ‘Sex Status’ and ‘Merit Status’ in an Asymmetric Game”, Sex Roles, τ. 47, 2002, σ. 301 επ.

Sevenhuijsen Selma, Citizenship and the Ethics of Care. Feminist Considerations on Justice, Morality and Politics, Routledge, Λονδίνο-Ν.Υόρκη, 1998.

Shelling Thomas C., The Strategy of Conflict, Oxford University Press, Nέα Υόρκη, 1963.

Sutton-Smith Brian, The Ambiguity of Play, Harvard University Press, Χάρβαρντ, 1997.

Swedberg Richard, “Sociology and game theory: Contemporary and Historical Perspectives”, Theory and Society, τ. 30, 2001, σ. 301 επ.

Τάκης Ανδρέας, Η Ηθική Αδιαφορία του Νόμου. Νομικός Θετικισμός και Αναλυτική Φιλοσοφία, εκδ. Πόλις, Αθήνα, 2006.

Ullmann-Margalit E., The Emergence of Norms, Clarendon Press, Oξφόρδη, 1977.

Vanderschraaf Peter, “Game Theory, Evolution and Justice”, Philosophy and Public affairs, τ. 28, ν. 4, 2000, σ. 325 επ.

West Robin , Caring for Justice, New York University Press, Νέα Υόρκη, 1997.

Weldes Jutta, “Marxism and Methodological Individualism”, Theory and Society, τ. 18, 1989, σ. 353 επ.


1 J. von Neumann - O. Morgestern, Theory of games and economic behavior, Princeton University Press, Πρίνστον, 1944. Στα θεμελιώδη έργα για τη θεωρία παιγνίων περιλαμβάνονται επίσης: John von Neumann, “Zur Theorie der Gesellschaftsspiele”, Mathematische Annalen, τ. 100, σ. 295 (1928)· John Nash, “The bargaining problem”, Econometrica, τ. 18, σ. 155 (1950)· John Nash, “Equilibrium Points in N-person Games”, Proceedings of the National Academy of Science, τ. 36, σ. 48 (1950).

2 Ειδικότερα, η εφαρμογή της θεωρίας παιγνίων στη φιλοσοφία, την κοινωνιολογία, την ανθρωπολογία, την οικονομία, τις πολιτικές επιστήμες και το δίκαιο εμπλουτίζει διαρκώς την υπάρχουσα βιβλιογραφία με δοκιμασίες και αναθεωρήσεις των παραδοχών της θεωρίας. Βλ. ενδεικτ. E. Ullmann-Margalit, The emergence of norms, Clarendon Press, Oξφόρδη, 1977, R. Swedberg, “Sociology and game theory: Contemporary and historical perspectives”, Theory and Society, τ. 30, 2001, σ. 301-335. R. Boudon, Effets pervers et ordre social, P.U.F., Παρίσι, 1977, J. Pestiau, Guerres et Paix sans Etats-Anarchie et ordre coutumier, L’ Hexagone, Μόντρεαλ, 1984, Michel Plon, La theorie des jeux: une politique imaginaire, François Maspero, Παρίσι, 1976, D. G. Baird- R. και P. Gertner- C. Randal, Game theory and the law, Harvard University Press, Καίμπριτζ, 1995.

3 Brian Bix, Φιλοσοφία του Δικαίου: Θεωρία και ερμηνευτικό πλαίσιο (μτφρ. Αναστασία Καραστάθη), εκδ. Κριτική, Αθήνα, 2007, σ. 295.

4 Ενδεικτικό σχετικά είναι το «δίλημμα του φυλακισμένου».

5 Στη στενή αυτή έννοια του παιγνίου δεν έχει θέση η διονυσιακή διάσταση του παιχνιδιού. Σχετικά με τις πολλαπλές εκφάνσεις του παιχνιδιού με ιδιαίτερη έμφαση στο παράλογο και την ανατροπή βλ. Brian Sutton Smith, The Ambiguity of Play, Harvard University Press, Χάρβαρντ, 1997.

6 Για μία ενδεικτική επισκόπηση της βιβλιογραφίας βλ. το λήμα “Game theory applied to law” στο Bouckaert, Boudewijn and De Geest, Gerrit (eds.), Encyclopedia of Law and Economics, Volume I. The History and Methodology of Law and Economics, Edward Elgar, Cheltenham, 2000, το οποίο είναι προσιτό και από την ηλεκτρονική διεύθυνση http://encyclo.findlaw.com/tablebib.html., αλλά και την νεότερη αρθρογραφία ανάμεσα στην οποία και: Peter Vanderschraaf, “Game theory, evolution and justice”, Phιlosophy and Public affairs, τ. 28, ν. 4, 2000, σ. 325 επ. David Crump, “Game theory, legislation and the multiple meanings of equality”, Harvard Journal on legislation, τ. 38, 2001, σ. 331 επ. Theodore M. Benditt, “Acting in concert or going it alone: Game Theory and the Law”, Law and Philosophy, τ. 23, 2004, σ. 615 επ.

7 Αν η θεωρία παιγνίων αρκείται στα κοινωνικοοικονομικά αποτελέσματα, για να κρίνει και να αξιολογήσει μία κοινωνία, ο μαρξισμός διερευνά τις διαδικασίες από τις οποίες προέκυψαν τα αποτελέσματα αυτά. Ωστόσο, κάποιοι θεωρητικοί της Αριστεράς προσπάθησαν να εφαρμόσουν τη θεωρία παιγνίων προκειμένου να εξηγήσουν ζητήματα πάλης των τάξεων και ιστορικές τροπές. Ζήτημα, επίσης, αποτέλεσε το εάν θα μπορούσε να συμβιβασθεί ο μαρξισμός με τη θεωρία της ορθολογικής επιλογής (rational choice theory), η οποία κατέχει κεντρική θέση στη θεωρία παιγνίων. Βλ. Σχετικά Philp Bruce, Reduction, Rationality and Game Theory in Marxian Economics, Routledge, Λονδίνο-Ν.Υόρκη, 2005. Alan Carling, “Rational Choice Marxism”, New Left Review, τ. 160, 1986, σ. 24 επ. Ellen Meiksins Wood, “Rational Choice Marxism: Is the Game worth the Candle?”, New Left Review, τ. 177, 1989, σ. 41 επ. Jon Elster, “Marxism, Functionalism and Game Theory”, Theory and Society, τ. 11, 1982, σ. 453 επ. G. A. Cohen, “Reply to Elster on ‘Marxism, Functionalism and Game Theory’”, Theory and Society, τ. 11, 1982, σ. 483 επ. Jutta Weldes, “Marxism and methodological individualism”, Theory and Society, τ. 18, 1989, σ. 353 επ. Κώστας Φιλίνης, Θεωρία Παιγνίων και Πολιτική Στρατηγική, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 2008.

8 Χωρίς, βέβαια, να ταυτίζεται με τη νεοκλασική οικονομική θεωρία.

9 Είναι ενδεικτική, άλλωστε, η θέση που έλαβε η θεωρία παιγνίων στο ρεύμα της Οικονομικής Ανάλυσης του Δικαίου.

10 Η ορθολογικότητα στη θεωρία παιγνίων αντλεί τα επιχειρήματά της από τη θεωρία της ορθολογικής επιλογής (rational choice theory), η οποία είναι άμεσα συνδεδεμένη με την νεοκλασική οικονομική θεωρία. Thomas C. Shelling, The Strategy of Conflict, Oxford University Press, Nέα Υόρκη, 1963.

11 Cristina Bicchieri, “Rationality and Game Theory”, στο Αlfred R. Mele-Piers Rawling, The Oxford Handbook of Rationality, Oxford University Press, Oξφόρδη, 2004, σ. 182 επ. Avinash Dixit-Susan Skeath, Games of Strategy, W.W. Norton and Company, Νέα Υόρκη, 1999.

12 Η θεωρία παιγνίων επικεντρώνεται αποκλειστικά στη μελέτη των επιλογών και έτσι αποφεύγει να ασχοληθεί με το ευρύτερο ζήτημα «πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις». Αρκεί, λοιπόν, να εξετάσουμε πώς οι άνθρωποι ξοδεύουν τον χρόνο και το χρήμα τους, για να βρούμε, κατά τη θεωρία παιγνίων τι ακριβώς θέλουν.

13 Αν και η συνειρμική σύνδεση της θεωρίας παιγνίων με τον ωφελιμισμό είναι αναπόφευκτη, ωστόσο, οι υποστηρικτές της θ.π. αποκηρύσσουν την ταύτιση αυτή με το βασικό επιχείρημα ότι δεν υπάρχει ένα κριτήριο με βάση το οποίο θα μπορούσαμε να αξιολογήσουμε και να ιεραρχήσουμε την περί ευτυχίας και ωφέλειας αντίληψη του καθενός. Οι δείκτες της ωφέλειας είναι καθαρά προσωπικοί και άρα μη συγκρίσιμοι.

14 Όπως υπογραμμίζει ο Βαρουφάκης, «Αυτή η “ευκολία” προβολής όλων των μορφών ικανοποίησης στην ίδια κλίμακα ωφέλειας επέτρεψαν στους θεωρητικούς των παιγνίων να υποστηρίζουν ότι αντικείμενο της μελέτης τους δεν ήταν η συμπεριφορά κάποιου εγωιστικού τέρατος, αλλά μία μεγάλη ποικιλία ανθρώπων». Γιάνης Βαρουφάκης, Θεωρία Παιγνίων. Η θεωρία που φιλοδοξεί να ενοποιήσει τις κοινωνικές επιστήμες, εκδ. Gutenberg, Αθήνα, 2007, σ. 668.

15 Είναι ενδεικτική σχετικά η περιγραφική και ταυτόχρονα κανονιστική αξία με την οποία η Οικονομική Ανάλυση του Δικαίου περιβάλλει τον κανόνα της μεγιστοποίησης του πλούτου. Ο περιγραφικός ισχυρισμός συνίσταται στο ότι «το κοινοδίκαιο εξηγείται με τον καλύτερο τρόπο αν θεωρηθεί ότι οι δικαστές προσπαθούν να μεγιστοποιήσουν την οικονομική ευημερία». Η δε κανονιστικότητα του ισχυρισμού συνίσταται στο ότι η μεγιστοποίηση του πλούτου αποτελεί πρότυπο που θα πρέπει να καθοδηγεί τους δικαστές (ίσως και άλλους) στις αποφάσεις τους. Βλ. σχετ. Brian Bix, όπ. π., σ. 290 επ.

16 Γιάνης Βαρουφάκης, όπ. π. , σ. 84.

17 Κώστας Δουζίνας, Το τέλος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (μτφρ. Ηλ. Νικολούδης), εκδ. Παπαζήση, 2006, σ. 333 επ. «Αν το νομικό πρόσωπο είναι ένα απομονωμένο και ναρκισσιστικό υποκείμενο το οποίο αντιλαμβάνεται τον κόσμο ως έναν εχθρικό τόπο που πρέπει είτε να τον χρησιμοποιήσει είτε να προστατευθεί από αυτόν μέσω των δικαιωμάτων και των συμβάσεων, είναι επίσης ένα εξαϋλωμένο και άφυλο, ένα παράξενα ακρωτηριασμένο πρόσωπο».

18 Schwartz-Shea Pereprine, “Theorizing Gender for Experimental Game Theory: Εxperiments with ‘Sex Status’ and ‘Merit Status’ in an Asymetric Game”, Sex Roles, τ. 47, 2002, σ. 303.

19 Η παράβλεψη αυτή αφορούσε βέβαια και άλλες διαστάσεις (πολιτική, κοινωνική, πολιτισμική, θρησκευτική) που συγκροτούν την υπόσταση και βαρύνουν στη λήψη των αποφάσεων.

20 Αlfred R. Mele-Piers Rawling, όπ. π. σ. 302

21 Carol Gilligan, In a different voice. Psychological Theory and women’s development, Harvard University Press, Χάρβαρντ, 1982.

22 όπ. π. σ. 172.

23Virginia Held, The ethics of care. Personal, Political and Global, Oxford University Press, Οξφόρδη, 2006, σ. 15. Κεντρική θέση στο ρεύμα της ηθικής της φροντίδας κατέχουν επίσης τα έργα των: Nel Noddings, Caring. Afeminine approach to ethics and moral education, University of California Press, Καλιφόρνια, 2003, Selma Sevenhuijsen, Citizenship and the ethics of care. Feminist considerations on justice, morality and politics, Routledge, Λονδίνο-Ν.Υόρκη, 1998.

24 Bryson Valery, Φεμινιστική Πολιτική Θεωρία (μτφρ. Ελεάννα Πανάγου), εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα, 2005, σ. 249.

25 Για την ΜacKinnon ο φεμινισμός δεν μπορεί να συμβαδίσει με τη μαρξιστική κριτική, διότι τόσο ο φιλελευθερισμός όσο και ο μαρξισμός προτείνουν μία άλλη μορφή ανδροκρατίας, «Ερμηνεύοντας διάφορους τομείς του δικαίου η φεμινιστική θεωρία του κράτους θα αποκαλύψει ότι ο ιδεαλισμός του φιλελευθερισμού και ο υλισμός της Αριστεράς οδηγούν τη γυναίκα στην ίδια θέση περίπου. Τόσο η φιλελεύθερη νομολογία κατά την οποία ο νόμος θα πρέπει να αντανακλά την κοινωνία, όσο και η αριστερή νομολογία, κατά την οποία το μόνο που μπορούν να κάνουν οι νόμοι είναι να αντανακλούν τις κοινωνικές σχέσεις, εμφανίζονται ως μία “αντικειμενική” επιστημολογία», γράφει στο άρθρο της με τον τίτλο “Feminism, Marxism, Method, and the State: Toward Feminist Jurisprudence”, Signs, τ. 8, No. 4 (καλοκαίρι 1983), σ. 635-658. Ωστόσο, οι μαρξίστριες φεμινίστριες θα αμφισβητήσουν το επιχείρημα αυτό αντλώντας τα επιχειρήματά τους απο το ίδιο το έργο του Μαρξ, το οποίο, όπως υποστηρίζουν, παρερμηνεύει η MacKinnon.

26 Γιάνης Βαρουφάκης, όπ. π., σ. 667. Η παρατήρηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι αναιρεί το ενδεχόμενο μίας καθαρά αλτρουιστικής πράξης.

27 Carol Gilligan, όπ. π., σ. 65 επ.

28 Brian Bix, όπ. π., σ. 324.

29 Για παράδειγμα η Dietz υποστήριξε ότι η «μητρική αγάπη» είναι εγγενώς περιορισμένη και δεν μπορεί να παρέχει μία επαρκή βάση για την πολιτική θεωρία ή την ιδιότητα του πολίτη, η Grimshaw υπενθυμίζει σε όσους θέλουν να αντικαταστήσουν την «ανδρική φιλοσοφία» με μία φιλοσοφία που βασίζεται στα γυναικεία βιώματα ότι δεν υπάρχουν κοινά βιώματα που να μοιράζονται όλοι οι άνδρες ή όλες οι γυναίκες, βλ. Bryson Valery, όπ. π., 251.