Το τέλος της απορρύθμισης;
του Τάσου Κυπριανίδη

Αναδρομές στο παρελθόν

Η δεκαετία του 1980 σημαδεύτηκε από μια πραγματική επανάσταση στον τρόπο κρατικής διαχείρισης των κοινωνιών και των οικονομιών, αλλά και στα σχήματα κρατικού παρεμβατισμού των θεωρητικών της Οικονομικής. Για πρώτη φορά ξέφυγαν από το περιθώριο των ακαδημαϊκών κύκλων θεωρίες, δοξασίες και απόψεις, που μπροστά στα παρεπόμενα της κρίσης υπερσυσσώρευσης, η οποία ξέσπασε στα μέσα της δεκαετίας του 1970, προέβαλαν το ιδανικό μιας κοινωνίας τύπου Άγριας Δύσης, όπου οι εργασιακές σχέσεις θα αποδεσμεύονταν από τους περιορισμούς του κοινωνικού κράτους πρόνοιας, προκειμένου να θεραπευτούν οι αδυναμίες που ταλάνιζαν την παραγωγή και την αγορά εργασίας. Η λέξη που συμπύκνωσε σαν μαγική συνταγή όλη αυτή τη συντονισμένη προσπάθεια αποσυντονισμού της κρατικής παρέμβασης ήταν η "απορρύθμιση", με παράγωγα της την ευελιξία, την ευκαμψία, την "ελευθερία" των συναλλαγών, την υπευθυνότητα των οικονομικών φορέων. Αυτό είχε αφενός ως συνέπεια τη φαινομενική υποχώρηση των κρατικών πολιτικών διαχείρισης της εργασιακής δύναμης (το "κοινωνικό κράτος πρόνοιας"), αλλά και τροποποίηση της λειτουργίας του κράτους που αποβλέπει στη διασφάλιση της συνοχής του κεφαλαιακού μπλοκ με τη λειτουργία του ως συλλογικού κεφαλαιοκράτη (το κράτος ως συμπύκνωση της κοινωνικής σχέσης του κεφαλαίου).

Σήμαινε όμως και την πραγματική μείωση του ρόλου του κράτους σε αυτή τη νέα συγκυρία που σημαδεύεται από την παρατεταμένη κρίση υπερσυσσώρευσης και τη γενικευμένη στρατηγική καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης μέσα στην κρίση; Την απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα προσπαθήσουμε να τη δώσουμε στη συνέχεια αυτού του άρθρου μέσα από την περιήγηση μας στην παγκόσμια αγορά, τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και τις σχέσεις που διαμορφώνονται μεταξύ τους στον στίβο των διεθνών συναλλαγών. Ας προτάξουμε όμως μια σύντομη παρατήρηση θεωρητικού ενμέρει χαρακτήρα, που όμως έχει την πρακτική αξία της εν προκειμένω: η κρίση είχε σαν πρώτο αποτέλεσμα την τάση μείωσης των κρατικών και μη αναπαραγωγικών δαπανών προκειμένου να διευρυνθεί ο χώρος βιωνεί κερδοφορίας του κεφαλαίου (βλ. Γ. Σταμάτης, θέσεις τ. 6, σς. 47-75). Όμως ενώ αυτή η θέση διαμορφώνει ένα ερμηνευτικό πλαίσιο για την κίνηση του κεφαλαίου στο εσωτερικό μιας χώρας, δεν εξηγεί παρά μόνο κατ' αρχήν τις σχέσεις που διαμορφώνονται στην παγκόσμια αγορά, τις διεθνείς συναλλαγές και τον τρόπο με τον οποίο διεθνοποιείται το κεφάλαιο. Πραγματοποιώντας λοιπόν αυτή την περιήγηση στους πόλους των διεθνών συναλλαγών, συλλέγοντας στοιχεία για τις τάσεις που διαμορφώνονται διεθνώς, νομίζουμε ότι θα είμαστε σε θέση να διαμορφώσουμε κάποια συμπεράσματα στο τέλος του άρθρου, αναφορικά με τα συγκεκριμένα αποτελέσματα της απορρύθμισης, τις νέες κοινωνικές πραγματικότητες που έχει διαμορφώσει, τους κοινωνικούς συσχετισμούς που έχει εγκαθιδρύσει, καθώς και τα ειδοποιά στοιχεία που επικαθορίζουν την από εδώ και στο εξής πορεία των ανταγωνιστικών καπιταλιστικών κοινωνιών στις οποίες ζούμε.. !

Ευρώπη: συντονισμένη παραφωνία

Όλες οι αναλύσεις της διεθνούς οικονομικής συγκυρίας καταλήγουν συνήθως σε μια διαπίστωση αναφορικά με τις τάσεις που διαμορφώνονται διεθνώς, στην παγκόσμια αγορά: υπάρχει αυτή τη στιγμή γύρω από τους μεγάλους καπιταλιστικούς πόλους, μια τάση διαμόρφωσης προνομιακών χώρων καπιταλιστικής ολοκλήρωσης που έχουν περιοχική δομή. Η Ιαπωνία εστιάζει την προσοχή της στη Ν.Α. Ασία, οι ΗΠΑ στην Βορειοαμερικανική ήπειρο (NAFTA-Βορειοαμερικανικό σύμφωνο ελευθέρου εμπορίου), και η ΕΟΚ στη νέα μεγάλη Ευρώπη που έχει προκύψει μετά την κατάρρευση των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης. Ενδιαφέρον σε αυτή τη διατύπωση δεν είναι αυτό καθεαυτό το κεντρικό συμπέρασμα της, αλλά μια σιωπηρή παραδοχή που υποβόσκει στην όλη συλλογιστική. Όταν τίθενται σε ισότιμη βάση δομημένες κρατικές οντότητες όπως οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία με την ιδιότυπη ένωση που αποκαλείται ΕΟΚ, τότε η ανάλυση μάλλον προτρέχει της ιστορικής πραγματικότητας κατά μερικές δεκαετίες, καταλήγοντας σε πολιτικά δεδομένα που είναι αμφίβολο κατά πόσο θα πραγματοποιηθούν ποτέ. Και τούτο ενώ, τουλάχιστον από τη στιγμή που άρχισαν όλες οι ανακατατάξεις μετά την υπογραφή της συνθήκης του Μάαστριχτ έως την πρόσφατη κρίση και ουσιαστικά κατάργηση του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος (ΕNΣ), έχει γίνει πλέον φανερό ότι το οικοδόμημα ΕΟΚ δεν είναι δυνατό να υπάρξει με τη μορφή που προπαγανδίζεται, αν δεν επισυμβεί μια ουσιαστική - και όχι απλά νομισματική - σύγκλιση των οικονομιών. Ποια είναι η αιτία, που στον ορίζοντα των οικονομικών αναλύσεων διαγράφεται η εικόνα ενός ενιαίου καπιταλιστικού πόλου ΕΟΚ, παρά το γεγονός ότι η πραγματικότητα που περιγράφεται είναι εν πολλοίς αρκετά διαφορετική από εκείνη των δυο άλλων παγκόσμιων οικονομικών δυνάμεων;

Ο βασικός λόγος που μια τέτοια κατηγοριοποίηση δεν είναι ολότελα εσφαλμένη, συνίσταται στο γεγονός ότι οι συναλλαγές στο εσωτερικό της Κοινότητας κατέχουν τη μερίδα του λέοντος στο σύνολο των συναλλαγών των χωρών-μελών, ενώ ταυτόχρονα τα τελευταία χρόνια πραγματοποιήθηκαν μια σειρά βήματα στην κατεύθυνση απελευθέρωσης της διακίνησης κεφαλαίων, εμπορευμάτων και εργασίας μεταξύ των μελών της, ενώ ταυτόχρονα, έως πριν λίγους μήνες, έδειχνε να υπάρχει και σταθερή πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση το αργότερο έως το τέλος του αιώνα. Όμως, τον τελευταίο καιρό έγινε ορατή η περιορισμένη εμβέλεια του εγχειρήματος: οι πραγματικές αποκλίσεις των οικονομιών των χωρών μελών οδήγησαν τη Βρετανία, την Ιταλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία έξω από το ΕΝΣ. Ταυτόχρονα, η παρατεταμένη ύφεση στη Γαλλία και οι δυσκολίες που έχει η Γερμανία σε σχέση με την ενοποίηση, η αδυναμία να γενικευθεί η Γερμανική περιοριστική πολιτική των υψηλών επιτοκίων, η ντε φάκτο κατάργηση του ΕΝΣ με την καθιέρωση περιθωρίων διακύμανσης των νομισματικών ισοτιμιών της τάξης του 15%, οι διαφωνίες σε σχέση με την στάση της ΕΟΚ στις διαπραγματεύσεις του γύρου της Ουρουγουάης της GATT, όλα αυτά είναι αδύνατο να αντισταθμιστούν από μια φιλολογία των κυβερνήσεων περί αταλάντευτης προσήλωσης τους στην ενωμένη Ευρώπη. Η αδυναμία της Γερμανίας να διαδραματίσει το ρόλο ατμομηχανής στην Ευρωπαϊκή ενοποίηση, μαζί με το γεγονός ότι στην κρίση εντείνονται οι φυγόκεντρες τάσεις και η διαφοροποίηση των στρατηγικών των επιμέρους ευρωπαϊκών καπιταλισμών, αποτελούν το γενεσιουργό αίτιο του "μεγάλου άλματος προς τα πίσω" που φαίνεται να σημαδεύει σήμερα τα τεκταινόμενα στον Ευρωπαϊκό χώρο. Στη βάση των εξελίξεων υπάρχει ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός: η ΕΟΚ δεν συνιστά έναν ευρωπαϊκό καπιταλισμό, αλλά τη σύγκλιση των στρατηγικών των επιμέρους καπιταλισμών σε περιόδους που η συγκυρία αποδεικνύεται θετική, ενώ στην κρίση που σημαδεύεται από ένταση του ανταγωνισμού, τα σημάδια των αποκλίσεων εγκαθίστανται σε δεσπόζουσα θέση στο προσκήνιο. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που αυτή τη στιγμή η συνθήκη του Μάαστριχτ με το μεγαλεπήβολο σχέδιο "σύγκλισης", αποδελτιώνεται σε σχέδια "ευέλικτης μεταβλητής γεωμετρίας", που θα επιτρέπει σε όσους συμφωνούν σε στόχους και μέσα, να πορεύονται από κοινού σε επιμέρους κατευθύνσεις. Η ΕΟΚ των "πολλών ταχυτήτων" είναι το αποτέλεσμα και η προϋπόθεση για μια ενοποίηση τύπου Μάαστριχτ, που δεν θέλει να ακούσει τίποτε για την πραγματική σύγκλιση των οικονομιών. Όσο για τις πολιτικές στοχεύσεις αυτού του σχεδίου νομισματικής ένωσης, μπορούμε να δώσουμε το λόγο στο Γερμανό Σοσιαλδημοκράτη πολιτικό Όσκαρ Λαφοντέν, πολέμιο της συνθήκης του Μάαστριχτ, που σε πρόσφατη συνέντευξη του (Die Zeit, 18.6.93) είπε: "Το χρονοδιάγραμμα που συμφωνήθηκε στο Μάαστριχτ δεν μπορεί να ευοδωθεί. Η νομισματική ένωση δεν πρέπει να εξελιχθεί σε πρόγραμμα ύφεσης για όλη την Ευρώπη. Οικονομίες διαφορετικής παραγωγικότητας δεν μπορούν να εξαναγκαστούν δια της βίας να μπουν κάτω από την ίδια σκέπη". Ενώ ως υποσημείωση αναφέρουμε ότι τα κριτήρια σύγκλισης του Μάαστριχτ τα πληρεί αυτή τη στιγμή μόνο το Λουξεμβούργο!

Οι αποκλίσεις στρατηγικών αποτυπώνονται στις διαφορετικές προτεραιότητες που διατυπώνονται από μέρους των διαφόρων κρατών μελών. Η Γερμανία διατηρεί κατ' αρχήν την πάγια στρατηγική της για ομοσπονδοποίηση της ΕΟΚ, αλλά οι εξελίξεις μετά την ενοποίηση έχουν επιβάλει ορισμένες αποχρώσεις σ' αυτή τη γενική κατεύθυνση, λόγω της ύφεσης που πλήττει τη χώρα και της νομισματικής πολιτικής που ακολουθεί για την προσέλκυση κεφαλαίων. Η Γαλλία από την άλλη πλευρά είναι πιασμένη στο δόκανο της ογκούμενης ανεργίας και των επιπτώσεων της ύφεσης, με αποτέλεσμα να ακούγονται ολοένα δυνατότερα οι φωνές για κοινοτικό προστατευτισμό, κυρίως για τα αγροτικά προϊόντα και δευτερευόντως για τη βιομηχανία. Η Αγγλία ακολουθεί από καιρό τη δικιά της αυτόνομη στρατηγική που την έφερε έξω από το ΕΝΣ προκειμένου να αντιμετωπίσει τη μακρά ύφεση των ετών 1990-92, και έχει γενικεύσει τη σχετική αυτονόμηση της σε μια στρατηγική ανάσχεσης της ομοσπονδοποίησης της ΕΟΚ και επιτάχυνσης της διεύρυνσης της Κοινότητας. Τέλος, οι λιγότερο αναπτυγμένες χώρες της ΕΟΚ εμμένουν στην προτεραιότητα της Κοινοτικής συνοχής, προκειμένου να υπάρξει μια άμβλυνση των αποκλίσεων που σημαδεύουν τις οικονομίες των χωρών-μελών. Αυτή η πανσπερμία απόψεων και τάσεων συμπληρώνεται με ένα ευρύ φάσμα διαφωνιών σε ζητήματα διεθνούς εμπορίου (γαλλικές αντιρρήσεις για την προκαταρκτική συμφωνία ΕΟΚ-ΗΠΑ στο πλαίσιο της GATT), διεθνούς πολιτικής (Γιουγκοσλαβικό) και αμυντικής πολιτικής (αδυναμία συμφωνίας για το ρόλο του NATO και της ΔΕΕ).

Αξίζει όμως να σημειώσουμε και μια άλλη διάσταση που καταστάλαξε τον τελευταίο χρόνο στα διευθυντικά κλιμάκια της ΕΟΚ, αν και ήταν ορατή από παλαιότερα. Πρόκειται για την επανάκαμψη της "βιομηχανικής πολιτικής", ενός όρου φορτισμένου από το παρελθόν, που σήμερα όμως εμφανίζεται με ολότελα διαφορετικό πρόσημο. Σε μια παλαιότερη συνέντευξη στην εφημερίδα Die Zeit (8.2.92), ο επίτροπος της ΕΟΚ Μ. Bangemann υπεραμύνεται του όρου προσδιορίζοντας τον σημασιολογικά ως κρατική υποβοήθηση της "δομικής μεταλλαγής" της βιομηχανίας (=καπιταλιστική αναδιάρθρωση), με ταυτόχρονη προσπάθεια απόσβεσης των κοινωνικών εκρήξεων και ενίσχυσης της καπιταλιστικής συσσώρευσης, προκειμένου οι επιχειρήσεις να αποκτήσουν μια κρίσιμη μάζα ικανή να ανταποκριθεί στον διεθνή ανταγωνισμό. Αν παλαιότερα ο κρατικός παρεμβατισμός αποσκοπούσε σε μια συνολική κοινωνική ρύθμιση των αντιφάσεων της καπιταλιστικής παραγωγής, σήμερα η ομώνυμη πολιτική στοχεύει απλά στην ενίσχυση του κεφαλαίου στον διεθνή ανταγωνισμό. "Βιομηχανική πολιτική" σήμερα παύει να είναι συνώνυμο του παραδοσιακού προστατευτισμού των κλειστών αγορών, αλλά γίνεται κρατική υποστήριξη του κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά.

Όμως, η αιχμή του δόρατος της κρίσης βρίσκεται χωρίς αμφιβολία στις δυσκολίες της Γερμανίας μετά την ενοποίηση και την αδυναμία της να διαδραματίσει ρόλο ατμομηχανής για την ευρωπαϊκή ανάκαμψη. Στη χώρα αυτή αρχίζουν να γίνονται ορατά τα σημάδια υστέρησης στην αναδιάρθρωση που εντοπίζονται στα τελευταία χρόνια μετά το 1989 και οφείλονται στο εύκολο χρήμα της ενοποίησης. Η αυτοκινητοβιομηχανία έχει χάσει σημαντικό έδαφος σε σχέση με τον ιαπωνικό ανταγωνισμό, οι παραδοσιακοί κλάδοι των μηχανολογικών προϊόντων βρίσκονται υπό την απειλή της παραγωγικότερης Ιαπωνίας, ενώ και οι κλάδοι των νέων τεχνολογιών δεν φαίνεται να διαθέτουν μακρόπνοη στρατηγική ικανή να αντιμετωπίσει την εξ ανατολών λαίλαπα, αλλά και την πρωτοπορία των ΗΠΑ (Die Zeit, 5.2.93). Η παραγωγή στα μηχανολογικά συρρικνώθηκε τα τελευταία τρία χρόνια κατά 10% και χάθηκαν 150.000 θέσεις εργασίας, οι αυτοκινητοβιομηχανίες προετοιμάζουν μαζικές απολύσεις, ενώ η ίδια μοίρα περιμένει τον χάλυβα, τον άνθρακα και την υφαντουργία (Die Zeit, 19.3.93). Ενώ η ΟΔ Γερμανίας είχε το 1989 πλεόνασμα 108 δις. μάρκων στις τρέχουσες συναλλαγές της, το 1992 εμφάνισε έλλειμμα της τάξης των 40 δις. μάρκων, ενώ την ίδια χρονιά πραγματοποιήθηκαν μεταβιβάσεις πόρων στην Ανατολική Γερμανία ύψους 130 δις. μάρκων. Ακόμη, από ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ της τάξης του 2% κατά μέσο όρο τα τελευταία χρόνια, οι προβλέψεις για το 1993 μιλούν για συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 2% περίπου. Η ανεργία έχει σταθεροποιηθεί σε πολύ υψηλά επίπεδα, ενώ η πολιτική που ακολούθησε η κυβέρνηση των Χριστιανοδημοκρατών για τη χρηματοδότηση της ενοποίησης, η οποία δεν επέβαλε νέους φόρους αλλά χρησιμοποίησε κυρίως εκείνο το κομμάτι του κρατικού προϋπολογισμού που σχετίζεται με την κοινωνική ασφάλιση και προστασία, έχει δημιουργήσει σήμερα σοβαρότατο δημοσιονομικό πρόβλημα και επέτεινε την ύφεση μέσω των υψηλών επιτοκίων.

Φαίνεται όμως πως το πρόβλημα δεν είναι αποκλειστικά ή κυρίως γερμανικό, ούτε ανάγεται στη μετά το "89 συγκυρία και μόνο, διότι ήδη από το 1980 εμφανίζεται πτωτική τάση στο μερίδιο της Κοινότητας στις παγκόσμιες εξαγωγές προϊόντων μεταποίησης: σήμερα το μερίδιο αυτό ανέρχεται στα 4/5 του ύψους που είχε το '80 (από 23% σε 18% περίπου). Υστέρηση εμφανίζει επίσης η ΕΟΚ σε προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, διότι από το 1982 έως το 1990 οι εξαγωγές τέτοιων προϊόντων εμφανίζουν ποσοστό αύξησης της τάξης του 2%, ενώ οι αντίστοιχες εισαγωγές αυξάνονται με ρυθμό 7,7%. Τέλος ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας είναι χαμηλότερος από εκείνον των ΗΠΑ ή της Ιαπωνίας: η κατά κεφαλήν προστιθέμενη αξία στη μεταποίηση αυξήθηκε μεταξύ 1979 και 1990 κατά 4,6% ετησίως στην Ιαπωνία, έναντι 3,5% στις ΗΠΑ και 2,5% στην ΕΟΚ (όλα τα στοιχεία από: European Community, SURVEY, Economist 3.7.93, στο εξής ECSE, σ. 11-12). Η προσφιλής ερμηνεία που προσφέρεται αβίαστα σε αυτή την περίπτωση, είναι σχετική με το κόστος εργασίας και τις δυσκαμψίες που εμφανίζει η αγορά εργασίας στις χώρες της ΕΟΚ συγκρινόμενη με τις άλλες αναπτυγμένες χώρες. Αυτό το πρότυπο εξωθείται στα άκρα στην περίπτωση της Αν. Γερμανίας, όπου για την ύφεση, την ανεργία και τη χαμηλή παραγωγικότητα αποδίδεται μομφή στους εργαζόμενους και τα συνδικάτα που ζήτησαν και πέτυχαν σημαντικές αυξήσεις των εξαιρετικά χαμηλών μισθών. Βλέπουμε λοιπόν έγκυρους διεθνείς αναλυτές να εμφανίζουν εκπληκτικό θεωρητικό χαμαιλεοντισμό: από τη μια πλευρά, με την κριτική στο κόστος εργασίας δίνουν την εικόνα ότι ζούμε σε μια κοινωνία όπου τα εμπορεύματα παράγονται αποκλειστικά από τα χέρια του εργάτη χωρίς τη διαμεσολάβηση μέσων παραγωγής, ενώ από την άλλη ασκούν κριτική για την καθυστέρηση εισαγωγής παραγωγικών καινοτομιών στην ΕΟΚ, γεγονός που βρίσκεται στη ρίζα της σχετικής υστέρησης της. Ταυτόχρονα, παραθέτουν στατιστικές για το ύψος του κόστους εργασίας, όπου οι χώρες με την ακριβότερη εργασία είναι και οι πλέον παραγωγικές! (ECSE, σ. 12). Και ενώ ακμάζει όλη αυτή η φιλολογία, η ανεργία στην ΕΟΚ έχει φθάσει σε ύψη ρεκόρ (11%) και σημαδεύεται από ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως είναι ο μακρός χρόνος παραμονής σε ανεργία (στην Ευρώπη άνω του 50% των ανέργων βρίσκονται στην κατάσταση αυτή για διάστημα άνω του έτους, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό είναι 6% στις ΗΠΑ). Οι πολιτικές καταπολέμησης της είναι ευκαιριακές και αποσπασματικές, δεν εγγράφονται σε κοινοτικό πλαίσιο, και συνήθως υπακούουν στη γενική απαίτηση για περισσότερο "ευέλικτη" αγορά εργασίας (Economist, 28.8.93). Η κατάστάση πραγμάτων στην Κοινότητα εμφανίζει σήμερα σειρά από ενδιαφέρουσες αντιφατικές όψεις: από τη μια πλευρά φιλελευθεροποίηση των αγορών με την κατάργηση των εμποδίων στην κίνηση κεφαλαίων, από την άλλη προστατευτισμός (έμμεσος και άμεσος) σε σειρά προϊόντων και υπηρεσιών ανάλογα με τη χώρα-μέλος και τις κοινωνικές συμμαχίες που στηρίζουν την κρατική διαχείριση. [Τελευταίο δείγμα αυτού του προστατευτισμού είναι και ο εξαναγκασμός της Ιαπωνίας σε "συμφωνία" μείωσης των εξαγωγών αυτοκινήτων στην Κοινότητα κατά 6% το 1992 και 9,4% το 1993, ενώ ορισμένοι απαιτούν να συνυπολογιστούν στο νέο πλαφόν εισαγωγής 1,09 εκατομμυρίων αυτοκινήτων ιαπωνικής κατασκευής στην Κοινότητα για το 1993, και τα περίπου 500.000 αυτοκίνητα που παράγονται σε ιαπωνικά εργοστάσια στην Ευρώπη (Economist, 12.6.93)]. Κατάργηση των κρατικών επιδοτήσεων ως γενική αρχή, αλλά και ανοχή της κρατικής επιδότησης ορισμένων κλάδων από τις κοινοτικές αρχές (ο χάλυβας της Ιταλίας και της Ισπανίας επιδοτείται ανοιχτά). Ιδιωτικοποίηση των κρατικών μονοπωλίων, αλλά ταυτόχρονα εξαίρεση για μια δεκαετία περίπου του τομέα των τηλεπικοινωνιών και της ενέργειας (η Βρετανία έχει προηγηθεί εδώ και πιέζει προς αυτή την κατεύθυνση). Οι κρατικές προμήθειες είναι τύποις ανοιχτές στις χώρες-μέλη της ΕΟΚ, αλλά ο λαβύρινθος των επιμέρους διατάξεων και κανονισμών δυσχεραίνει την πρόσβαση των εκτός. Τέλος, η προσπάθεια για ενιαία νομοθεσία κοινωνικής πρόνοιας έχει ήδη τρωθεί από την άρνηση της Βρετανίας να απεμπολήσει τις "κατακτήσεις" του κεφαλαίου στο επίπεδο αυτό, ενώ οι μετά το Μάαστριχτ αναφορές επί του προκειμένου τείνουν να εξισώσουν την κοινωνική νομοθεσία προς τα κάτω (ECSE, σ. 14-15). [Σημειώνουμε χαρακτηριστικά ότι η Βρετανία διαφοροποιείται ουσιαστικά σε όλους τους "κοινωνικούς δείκτες" από τις άλλες χώρες της Κοινότητας: έχει το χαμηλότερο κόστος εργασίας (περίπου το μισό της Γερμανίας), το μεγαλύτερο ποσοστό εξαρτημένης απασχόλησης (70%, έναντι 60% της Γαλλίας, και 55% της Ιταλίας), περίπου διπλάσιο ποσοστό εργαζομένων που δουλεύουν κάτω των 16 και άνω των 48 ωρών, 20% του εργατικού δυναμικού σε μερική απασχόληση (διπλάσιο από το μέσο όρο της ΕΟΚ) και το ίδιο ποσοστό να εργάζεται την Κυριακή σε κανονική βάση, Economist, 24.7.93]. Αν σε όλα αυτά προστεθεί ότι επιχειρείται μια "σύγκλιση" των οικονομιών των χωρών-μελών η οποία στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στο νομισματικό και αγνοεί παντελώς τους πραγματικούς όρους αναπαραγωγής των κοινωνιών, ή για να το κάνουμε πιο χειροπιαστό, ότι επιχειρείται η συγκρότηση μιας ομοσπονδιακής κρατικής δομής που δεν έχει ομοσπονδιακό κρατικό προϋπολογισμό για να εξισορροπεί κάπως τις ανισότητες, τότε κατανοεί κανείς γιατί η Κοινότητα συνταράσσεται και θα εξακολουθήσει να συνταράσσεται από μικρότερες ή μεγαλύτερες κρίσεις που θα θέτουν κάθε φορά εν αμφιβόλω το όλο εγχείρημα σύγκλισης. [Είναι χαρακτηριστικό ότι ο R.Solow, Νόμπελ οικονομίας, χαρακτηρίζει την κρίση στο ΕΝΣ "θετική", διότι δίνει τη δυνατότητα στα κράτη-μέλη να καταπολεμήσουν την ανεργία, ενώ αναφέρει: "Για μια λειτουργική νομισματική ένωση απαιτείται είτε μια κεντρική δημοσιονομική πολιτική, και η Ευρώπη πολύ απέχει από κάτι τέτοιο, είτε στενή συνεργασία στην οικονομική πολιτική και διαθεσιμότητα ορισμένων κρατών να λαμβάνουν υπόψη τις ανάγκες των άλλων. Η μεγάλη διαφορά (που υπάρχει στις ΗΠΑ), είναι ότι έχουμε κοινή ομοσπονδιακή κυβέρνηση με μεγάλο προϋπολογισμό" (Die Zeit, 6.7.93)]

Στα παραπάνω δώσαμε μια εικόνα της μορφολογίας που προσλαμβάνει η κρίση στις σχέσεις των χωρών που συναπαρτίζουν την ΕΟΚ. Παρά τα φαινόμενα αυτά όμως, είμαστε νομιμοποιημένοι να θεωρούμε την ΕΟΚ ως οργανικό σύνολο, διότι η μακρά προϊστορία σύγκλισης των στόχων των επιμέρους καπιταλισμών έχει Δημιουργήσει ένα κοινό πλαίσιο αναφοράς μέσα στο οποίο εγγράφονται οι επιμέρους αποκλίσεις στην εποχή της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Και ενώ η γενική τάση στο εσωτερικό του συνόλου αυτού είναι προς μια κατευθυνόμενη φιλελευθεροποίηση, οι σχέσεις της ΕΟΚ με τους άλλους καπιταλιστικούς πόλους επιβάλλουν έναν κρατικό παρεμβατισμό που στηρίζει τα ευρωπαϊκά κεφάλαια στον διεθνή ανταγωνισμό. Πριν προχωρήσουμε στην εξέταση της συγκυρίας και από τη σκοπιά των άλλων δυο πόλων, θα πραγματοποιήσουμε μια σύντομη παρακαμπτήριο στην Ανατολική Ευρώπη, για να δούμε αν και σε ποιο βαθμό επηρεάζει τις παραμέτρους του διεθνούς οικονομικού παιχνιδιού.

Ανατολική Ευρώπη: τοπίο μέσα στην ομίχλη

Είναι κατ' αρχάς ιδιαίτερα παράτολμο και παρακινδυνευμένο να εντάσσει κανείς αυτές τις χώρες, που μόλις τώρα εισέρχονται στο βασίλειο του ανταγωνιστικού καπιταλισμού, σε οιωνεί δυναμικούς ανταγωνιστές των αναπτυγμένων χωρών της Κοινότητας ή των μεγάλων δυνάμεων στην παγκόσμια αγορά. Μάλιστα ορισμένοι διατείνονται ότι οι χώρες αυτές βρίσκονται στον προθάλαμο της ΕΟΚ (Πολωνία, Ουγγαρία, Τσεχία και Σλοβακία). Οι εκτιμήσεις αυτές ανάγονται μάλλον σε πολιτικούς υπολογισμούς που υπήρχαν τα προηγούμενα χρόνια μέσα σε κύκλους της ΕΟΚ (διεύρυνση της Κοινότητας με νέα μέλη - όχι απαραιτήτως τα προαναφερθέντα - ως μέσο ανάσχεσης της τάσης προς ομοσπονδοποίηση της Ευρώπης), οι οποίοι σήμερα, με τη χαλάρωση της κοινής νομισματικής πολιτικής και τη διάβρωση του χρονοδιαγράμματος του Μάαστριχτ, έχουν καταστεί μάλλον ανεπίκαιροι (βλ. και αφιέρωμα, Eastern Europe, SURVEY, Economist 13.3.93, στο εξής EESE).

Οι εκτιμήσεις αυτές ευδοκιμούν μόνο αν αγνοήσει κανείς παντελώς τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που επικρατούν στις παραπάνω χώρες: κοινωνική αποδιάρθρωση με υψηλά ποσοστά ανεργίας, απουσία ιδεολογικών μηχανισμών που να διασφαλίζουν γενικευμένα πλαίσια κοινωνικής συναίνεσης και πολιτικής εκπροσώπησης, παλινδρομήσεις του μηχανισμού αντιπροσώπευσης, "πρωταρχική συσσώρευση" τύπου "άγριας Δύσης" κλπ. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που καθιστά τις χώρες αυτές τόσο ελκυστικές για τους θιασώτες του άγριου καπιταλισμού χωρίς κοινωνικές δεσμεύσεις! Υπάρχει όμως και ένα δεδομένο που θα όφειλαν να μην λησμονούν και το οποίο επισημαίνει ο πάλαι ποτέ αριστερός συνδικαλιστής και νυν Υπουργός Εργασίας της Πολωνίας Γιάτσεκ Κουρόν: "Τα εργατικά συνδικάτα είναι οι μόνες μαζικές οργανώσεις στην Πολωνία που έχουν πραγματική ισχύ... Τις σπρώχνουμε και τις κολλάμε στον τοίχο. Είναι απλώς θέμα χρόνου το πότε θα εξεγερθούν" (EESE, σ. 4). Μέχρι τότε όμως μπορεί να αποκατασταθεί η "ελεύθερη αγορά" και τα άλλα "ανθρώπινα δικαιώματα" της "ατομικής ιδιοκτησίας", της ελευθερίας να συνάπτεις "ελεύθερες σχέσεις εργοδοσίας-εργαζομένων" στην αγορά κλπ. Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς για το γεγονός ότι επανακάμπτουν εκλογικά οι απόγονοι των κομμουνιστικών κομμάτων που έχουν φορέσει τώρα πια το κοστούμι της σοσιαλδημοκρατίας (με τελευταίο παράδειγμα την εκλογική νίκη των πρώην κομμουνιστών στην Πολωνία στις 19.9.93).

Όμως οι δυσκολίες δεν είναι απλά εξωτερικές ως προς την παραγωγή, στη σφαίρα της πολιτικής και της ιδεολογίας, αλλά ενυπάρχουν στον ίδιο τον πυρήνα του συστήματος που αναδιοργανώνεται σε ανταγωνιστική βάση. Το πρώτο δεδομένο είναι η ραγδαία πτώση της παραγωγής και η αύξηση της ανεργίας. Με ποσοστά ανεργίας που είναι κατ' ελάχιστο της τάξης του 20%, έχουμε στα τρία χρόνια 1990-92 σωρευτική πτώση της βιομηχανικής παραγωγής κατά 58% στην Αλβανία, 54% στη Βουλγαρία, 40% στην Τσεχοσλοβακία, 32% στην Ουγγαρία και την Πολωνία, και 54% στη Ρουμανία. Η πτώση είναι γενικά συνεχής, αν και φαίνεται ότι έχει ξεπεράσει το μέγιστο της, και η παραγωγή βρίσκεται τώρα γενικά σε ανοδική πορεία, ενώ η Πολωνία είναι και η μόνη χώρα όπου το 1992 παρατηρήθηκε άνοδος της βιομηχανικής παραγωγής κατά 3-4%. Παρόμοια ποσοστά προβλέπονται και για την Ουγγαρία και την Τσεχοσλοβακία για το 1993 (EESE, σ. 9). Υπάρχει βεβαίως το επιχείρημα ότι η πτώση αυτή είναι επιβεβλημένη και αναμενόμενη, μιας και οι χώρες αυτές είχαν επενδύσει σε κλάδους που δεν άντεχαν στον διεθνή ανταγωνισμό, αλλά και με τρόπο που δεν παρείχε κίνητρα για αύξηση της παραγωγικότητας. Σαν επιχείρημα που επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές, αναφέρεται ότι, παρά την πτώση της παραγωγής, η κατανάλωση αυξήθηκε ελαφρά, ενώ σε ορισμένες χώρες παρατηρήθηκε και αύξηση της αποταμίευσης (πτώση της παραγωγής τροφίμων κατά 20% στην Πολωνία και ταυτόχρονη ελαφρά αύξηση της κατανάλωσης τροφίμων, διπλασιασμός των αυτοκινήτων στη Βαρσοβία μέσα σε ένα χρόνο, πτώση του ΑΕΠ κατά 10% στην Τσεχοσλοβακία με ταυτόχρονη αύξηση των λιανικών πωλήσεων κατά 16%, ενώ στην Ουγγαρία αυξήθηκε σε τρία χρόνια η αποταμίευση από 2% σε 12% του ΑΕΠ, EESE σ. 9). Μολονότι δεν επιδέχεται αμφισβήτηση ότι η πτώση της παραγωγής συνδέεται με παρωχημένες παραγωγικές δραστηριότητες και κλάδους που συμπιέζονται ή απαξιώνονται με το άνοιγμα στον διεθνή ανταγωνισμό, και ότι η άνοδος της κατανάλωσης οφείλεται σε δυναμικές ιδιωτικές επιχειρήσεις, είναι εντούτοις αυθαίρετο να ισχυρίζεται κανείς ότι αυτοί οι μετασχηματισμοί προοιωνίζουν ήδη τη δυναμική είσοδο των νέων χωρών στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Ο "δυναμισμός" των νέων ιδιωτικών επιχειρήσεων έχει ως μέτρο σύγκρισης το πολύ χαμηλό επίπεδο μικροοικονομικών ισορροπιών στην παραγωγή. Αρκεί να δει κανείς την ιστορία των Νέων Βιομηχανικών Χωρών της ΝΑ Ασίας για να αποκτήσει μια ορθή αίσθηση της τάξης μεγέθους, τόσο για τον χρονικό όσο και για τον παραγωγικό ορίζοντα που απαιτείται για μια επιτυχή ανταγωνιστική παρουσία στην παγκόσμια αγορά.

Το πρόβλημα όμως που παραμένει και θα εξακολουθήσει να δεσπόζει στα επόμενα χρόνια, αν υποθέσουμε ότι η γραμμική διόγκωση του ιδιωτικού τομέα θα φέρει την παραγωγική ανασυγκρότηση των χωρών αυτών, είναι οι βραδείς ρυθμοί διεύρυνσης του ιδιωτικού εις βάρος του δημόσιου τομέα, ο οποίος (ιδιωτικός τομέας) κυμαίνεται αυτή τη στιγμή μεταξύ 15% (Τσεχία) και 50% (Πολωνία). Το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων των χωρών αυτών χωλαίνει για πολλούς και διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων αξίζει να αναφέρουμε την αδυναμία των ίδιων των κρατών να αναλάβουν κεντρικά αυτό το εγχείρημα και την ασθενή και επιλεκτική εισροή ξένου κεφαλαίου, που το συνολικό ύψος του ανήλθε στη διετία 1991-92 σε 11 δις. δολάρια, με τη μερίδα του λέοντος να πηγαίνει στην Ουγγαρία (4,2 δις.), και δευτερευόντως στην Τσεχία (2 δις.) και την Πολωνία (1,5 δις.) (EESE, σ. 10). Η προσπάθεια αναδιάρθρωσης των επιχειρήσεων από τα μέσα, προσκρούει στην απαρχαιωμένη παραγωγική δομή τους αλλά και στο τραπεζικό σύστημα, ενώ οι ελάχιστες εξαιρέσεις Επιτυχούς διαχείρισης της αναδιάρθρωσης μάλλον δεν αποτελούν πρότυπο προς γενίκευση.

Η αχίλλειος πτέρνα του όλου εγχειρήματος εντοπίζεται στο τραπεζικό σύστημα και τη δημοσιονομική πολιτική. Τα ελλείμματα των χωρών αυτών αρχίζουν να αυξάνονται και μολονότι δεν έχουν προσλάβει ανησυχητικό ύψος, εντούτοις είναι επικίνδυνα διότι υποδηλώνουν συγκεκριμένα διαρθρωτικά προβλήματα και υστερήσεις: αποτελούν αντανάκλαση της υστέρησης εσόδων που με τη σειρά της φανερώνει την ουσιαστική ανυπαρξία συστήματος φορολογίας, ενώ ταυτόχρονα δεν περιλαμβάνουν σοβαρές δαπάνες καθότι η κοινωνική πρόνοια διατηρείται σε υποτυπώδη επίπεδα. Το τραπεζικό σύστημα από την άλλη, χρηματοδοτεί κατά κύριο λόγο το κρατικό έλλειμμα, συνεχίζοντας - υπό μεταλλαγμένη μορφή - το ρόλο που έπαιζε στο προηγούμενο καθεστώς, ενώ, με δεδομένη τη ρευστότητα που επικρατεί στον ιδιωτικό τομέα, η δραστηριοποίηση των τραπεζών σε δανειακές συναλλαγές στο χώρο αυτό συχνά καταλήγει σε απλή μεταβίβαση "νεκρών" περιουσιακών στοιχείων στην ιδιοκτησία τους. Αυτή η κατάσταση πραγμάτων μπορεί να αποδειχθεί στο μέλλον ιδιαίτερα αρνητική, καθότι θα λειτουργήσει ανασχετικά στη διαδικασία κεφαλαιακής συσσώρευσης στο εσωτερικό της κάθε χώρας.

Αναφέραμε συνοπτικά τα εσωτερικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης στην πορεία τους από τον κρατικό στον ανταγωνιστικό καπιταλισμό. Αν σε αυτά προσθέσουμε το πρόβλημα του προστατευτισμού που φαίνεται να αναβιώνει στο εσωτερικό της Κοινότητας (αλλά και σε έναν από τους δυο άλλους πόλους της παγκόσμιας αγοράς, τις ΗΠΑ) - παρά το γεγονός ότι το εμπόριο με τις χώρες αυτές εμφανίζει πλεόνασμα από την πλευρά της ΕΟΚ ύψους 3,2 δις. δολ. με τάσεις διεύρυνσης (Economist, 19.6.93) - καθώς και τα προβλήματα της πολιτικής αστάθειας, του κινδύνου ανάφλεξης των εθνικών και μειονοτικών αντιφάσεων που ήρθαν στην επιφάνεια με την "πτώση του κομμουνισμού", τότε έχουμε μπροστά μας ένα μωσαϊκό πρωτόγονης εύφλεκτης ύλης που κάποιοι προσπαθούν να πλασάρουν για ωστικό υλικό πυραύλων. Νομίζουμε ότι και ένας τυχαίος μαυραγορίτης (απ' αυτούς που ευδοκιμούν ιδιαίτερα στην περιοχή αυτή της Ευρώπης), εύκολα θα διακρίνει ότι δεν πρόκειται για κάποιο New Deal, αλλά απλά και μόνο για ένα ποταπό bad deal με σκοτεινές βλέψεις.

Οι ΗΠΑ στον αστερισμό της "συντεταγμένης αναδιάρθρωσης"

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ανέκαθεν, παρά τις περί του αντιθέτου φιλολογίες, χώρα του ελεγχόμενου κρατικού παρεμβατισμού. Δεν αναφερόμαστε μόνο ή κυρίως σε εποχές μετά την κρίση του '29 ή στη μακρά ανοδική φάση του κύκλου μετά τον Πόλεμο έως τη δεκαετία του 1970, αλλά μιλάμε και για την κατεξοχήν περίοδο της απορρύθμισης των αγορών, τη δεκαετία του '80, όταν μεσούντος του νεοφιλελευθερισμού εγκαινιάστηκε το μεγαλύτερο πρόγραμμα κρατικά κατευθυνόμενης Έρευνας και Ανάπτυξης (R&D) στην αμυντική τεχνολογία, με τη μορφή του προγράμματος SDI γνωστού και ως "Πόλεμος των Άστρων". Αυτή η δυαρχία στις πολιτικές διαχείρισης των κεφαλαιακών συμφερόντων που είχε ιδιαίτερα ευεργετικές επιπτώσεις (για το κεφάλαιο) στο ζήτημα των εργασιακών σχέσεων, της διόγκωσης της χρηματιστηριακής αγοράς, της πρωτοκαθεδρίας των "οικονομικών του καζίνο", μαζί με μια κατευθυνόμενη πολιτική ζήτησης για ορισμένους κλάδους υψηλής τεχνολογίας που συνδέονταν άμεσα με τον κλάδο των αμυντικών δαπανών, κληρονόμησε στη σημερινή διαχείριση ένα σύμπλεγμα υψηλού δημόσιου χρέους και σοβαρών δημοσίων ελλειμμάτων, που κατά τα ειωθότα θα επιβαρύνουν τις πολιτικές στις επόμενες δεκαετίες μετατοπίζοντας τις ισορροπίες ακόμη περισσότερο υπέρ του κεφαλαίου και εις βάρος της εργασίας. Η τάση αυτή είχε γίνει αισθητή ήδη από την προηγούμενη δεκαετία στις ΗΠΑ, όταν τα προγράμματα κοινωνικής προνοίας περικόπηκαν αισθητά με αποτέλεσμα να περιέλθουν σε καθεστώς απόγνωσης οι άνεργοι, οι υποαπασχολούμενοι και όλοι όσοι βρίσκονταν στην ασθενή πλευρά των κοινωνικών σχέσεων.

Η νέα συγκυρία μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου και την κατάρρευση των Ανατολικών κοινωνιών και της Σοβιετικής Ένωσης επέβαλε ορισμένες διορθωτικές κινήσεις, που κλήθηκε να υλοποιήσει η νέα υπό τον Κλίντον κρατική διαχείριση των ΗΠΑ. Τα προβλήματα που όφειλε να αντιμετωπίσει αυτή η νέα διαχειριστική πολιτική είναι πολλά και αρκετά σημαντικά: Πρώτο στην ιεραρχία έρχεται το ζήτημα της αντιστροφής μιας τάσης που ήθελε τα κρατικά διαθέσιμα να αυξάνονται μονομερώς από την πλευρά της περικοπής των κρατικών δαπανών και όχι της αύξησης των εσόδων. Στη χύδην γλώσσα της καθημερινής πολιτικής, αυτό μεταφράζεται στην ανάγκη επιβολής νέων φόρων προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα ελλείμματα και να διατηρηθεί κάποιο ελάχιστο κοινωνικής πρόνοιας. Δεύτερο, αλλά όχι υποδεέστερο του πρώτου, είναι η ανάγκη προσαρμογής της παραγωγής των ΗΠΑ από μια "οικονομία του πολέμου" σε μια "οικονομία της ειρήνης", ή επί το απλοϊκότερον η εμφάνιση του κρατικού παρεμβατισμού χωρίς προκαλύμματα, εφόσον εκλείπει πλέον η δυνατότητα συγκάλυψης των κρατικών προμηθειών και των πολιτικών κινήτρων κάτω από το πέπλο της "εθνικής ασφάλειας" και του απορρήτου των "στρατηγικών δαπανών". Τέλος, δεν είναι αμελητέο και το κοινωνικό έλλειμμα που εμφανίστηκε στην Αμερική με τις εξεγέρσεις των μειονοτήτων και των γκετοποιημένων κοινωνικών μερίδων, γεγονός που όφειλε να αντιμετωπιστεί με μια νέα στρατηγική επαναφοράς ενός ελαχίστου κοινωνικής συνοχής, μέσα από την αποκατάσταση κάποιων μηχανισμών κοινωνικής πρόνοιας και την αντιστροφή μιας τάσης απαξίωσης της εργασίας.

Η ριζική στροφή που απαιτείτο για τις ΗΠΑ διαφάνηκε αμέσως στον πρώτο προϋπολογισμό που κατέθεσε η Κυβέρνηση Κλίντον για έγκριση στο Κογκρέσο. Περιείχε ορισμένα βασικά ειδοποιά στοιχεία που ενσάρκωναν την κατεύθυνση αύξησης των φόρων ως μέσο αντιμετώπισης του ελλείμματος από την πλευρά αύξησης των εσόδων, ενώ στην πλευρά των δαπανών δεν υπήρξε η συνήθης φιλολογία περί περικοπής κοινωνικών παροχών ως μέσου αποκατάστασης των ισορροπιών, αλλά μια λογική ορθολογικότερης διαχείρισης του υπάρχοντος και αρτιότερης κατευθυντικότητας των παροχών. Πέραν αυτού, στην πρόταση του Κλίντον υπήρχε η κρατική παρέμβαση στην κατεύθυνση ενίσχυσης της Έρευνας και Ανάπτυξης στις επιχειρήσεις (ένα πρώτο βήμα προς τα "οικονομικά της ειρήνης"), και μια προσπάθεια οικονομικότερης διαχείρισης του περιβάλλοντος από τις ιδιαίτερα σπάταλες σε αυτό τον τομέα αμερικανικές επιχειρήσεις, γεγονός που θα τις βοηθούσε και στον διεθνή ανταγωνισμό, στον οποίο έχουν ήδη αποκτήσει αρκετό προβάδισμα οι επιχειρήσεις από την Ευρώπη και την Ιαπωνία. Ο προϋπολογισμός ψηφίστηκε με πλειοψηφία μιας ψήφου, αλλά τούτο δεν αποτελεί ένδειξη αποτυχίας αν ληφθεί υπόψη ότι συνιστά - πραγματικά και συμβολικά - τομή σε σχέση με την έως σήμερα πρακτική. Σοβαρότερο είναι το πρόβλημα των μεταλλάξεων που υπέστησαν οι επιμέρους κατευθύνσεις του προϋπολογισμού προκειμένου να αποσπάσουν τη θετική ψήφο των μελών του Κογκρέσου, σε ένα πολιτικό σύστημα που ευνοεί την ανοιχτή λειτουργία των ομάδων πίεσης και των λόμπυ, καθώς και την οργάνωση των πλέον ετερόκλητων συμφερόντων σε ευκαιριακή βάση, προκειμένου να αντιμετωπίσουν ενδεχόμενες αρνητικές νομοθετικές ρυθμίσεις.

Βασικό στοιχείο είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος του κόστους φέρεται από τα υψηλά εισοδήματα, και μάλιστα περισσότερο απ' ό,τι είχε αρχικά υπολογιστεί, εφόσον όλες οι πλευρές φάνηκαν απρόθυμες να φορολογήσουν την ιερή αγελάδα της Αμερικής, τη middle class. Οι υποχωρήσεις που έγιναν από τον Κλίντον ήταν σε ζητήματα ελάσσονος σημασίας, αν εξαιρέσει κανείς την απόσυρση του ενεργειακού φόρου (ο οποίος ενδέχεται να επανέλθει με άλλη μορφή σε ξεχωριστό νομοθέτημα), που θα εναρμόνιζε τις ΗΠΑ με την τάση που κυριαρχεί σε όλες τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Πάντως, ο προϋπολογισμός που ψηφίστηκε φαίνεται να ανταποκρίνεται στην αρχική πρόβλεψη για μείωση του ελλείμματος κατά ένα τρίτο τα επόμενα πέντε χρόνια, γεγονός που αποτελεί τομή με την έως σήμερα πρακτική στο ζήτημα αυτό (Economist, 7.8.93). Τέλος, μετά την έγκριση του προϋπολογισμού από το Κογκρέσο, η σκυτάλη περνάει τώρα στη μεταρρύθμιση της υγειονομικής περίθαλψης, με την οποία επιδιώκεται να καλυφθούν ασφαλιστικά τα 35 εκατομμύρια Αμερικανοί που στερούνται και της στοιχειώδους παροχής υπηρεσιών υγείας. Το σχέδιο αυτό βρίσκεται στην αρχική φάση και είναι βέβαιο ότι θα υποστεί σειρά μετατροπών στη μακρά πορεία μέσα από τα νομοθετικά σώματα, αλλά είναι σαφής μια λογική κάλυψης αναγκών, συμπίεσης του γραφειοκρατικού κόστους και των χρηματοοικονομικών διαρροών του υπάρχοντος συστήματος, ενώ καταβάλλεται και προσπάθεια να περικοπούν δαπάνες εκεί όπου δεν θίγεται η παροχή υγειονομικών υπηρεσιών (Economist, 28.8.93).

Ένα βασικό στοιχείο που διαφοροποιεί τη σημερινή κυβέρνηση των ΗΠΑ από τις παλαιότερες, είναι η μετατόπιση του κέντρου βάρους της προσοχής της σε ζητήματα παγκόσμιας ηγεμονίας από το γεωπολιτικό στρατηγικό στο οικονομικό, γεγονός στο οποίο συνέβαλε και η διεθνής συγκυρία μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου. Βεβαίως υπάρχει πάντα ο πειρασμός να χρησιμοποιούνται σε αυτόν το νέο προσανατολισμό μέσα και τακτικές που προσιδιάζουν στο χώρο της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης (π.χ. ο πραστατευτισμός ως μέσο άσκησης οικονομικής πολιτικής), αλλά αν η χρήση τους είναι χρονικά περιορισμένη - γεγονός που θα φανεί στο άμεσο μέλλον τότε δεν υπάρχει μόνιμη στρέβλωση στον χαρακτήρα αυτών των νέων κατευθύνσεων (υπάρχει βέβαια η τάση προς διμερείς συμφωνίες και ρυθμίσεις ["managed trade"], αλλά είναι μάλλον αποτέλεσμα της ανάγκης για παρέμβαση στην απασχόληση ή καλύτερα της ανάγκης για αντιστροφή της τάσης διόγκωσης της ανεργίας, ενώ συνδυάζεται επίσης και με τις προτεραιότητες οικοδόμησης του Βορειοαμερικανικού συμφώνου ελευθέρου εμπορίου NAFTA, [βλ. και Die Zeit, 12.2.93]. Στην ΕΟΚ, για παράδειγμα, υπάρχουν πολύ ισχυρότερες τάσεις οικονομικού και εμπορικού απομονωτισμού όταν εντείνεται η πίεση από εξωευρωπαϊκούς παράγοντες, [βλ. και Die Zeit, 3.9.93]).

Γεγονός είναι πάντως ότι οι ΗΠΑ ξεπέρασαν την ασθενή ύφεση 1990-91 σχετικά ανώδυνα. Η οικονομία συρρικνώθηκε κατά 1,6% αντί του αρχικά προβλεφθέντος 2,2%, ενώ η ανάκαμψη που ακολούθησε ήταν ισχυρότερη της προβλεπόμενης με μέσο ρυθμό 2,4% έναντι της αρχικής εκτίμησης του 2%. Η αρχική πρόβλεψη για το δεύτερο τρίμηνο του '93 που ήταν 1,6% είχε θεωρηθεί μάλιστα εξαιρετικά αισιόδοξη και επανεκτιμήθηκε σε πολύ χαμηλότερο ποσοστό, για να αποδειχθεί στη συνέχεια ότι στην πραγματικότητα ανήλθε σε 1,8%. Η ανεργία παρέμεινε σε χαμηλά επίπεδα (6,8%), και η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας ήταν αρκετά ισχυρή μετά την ύφεση, αν και στο δεύτερο τρίμηνο του έτους παρουσίασε σημάδια κάμψης (-2,5%). Μάλιστα άρχισαν να εκφράζονται από οικονομικούς κύκλους φόβοι για το αν ένα ποσοστό ανεργίας κάτω του 5,5% θα έχει πληθωριστικές επιπτώσεις (σημειώστε ότι ο πληθωρισμός τρέχει σήμερα με 2,8%!). Το μόνο αρνητικό είναι το ισοζύγιο πληρωμών που εξακολουθεί να είναι ελλειμματικό, με κύρια αιτία το εμπορικό ισοζύγιο που το έλλειμμα του θα αγγίξει στο τέλος του έτους τα 130 δις. δολάρια (Economist, 3.9.93). Να σημειώσουμε εδώ ότι η πορεία των αμερικανικών εξαγωγών είναι ιδιαίτερα θετική, εφόσον σε 5 χρόνια αυξήθηκαν κατά 76% και έφθασαν σε ύψος 450 δις. δολ., ενώ από τη διάρθρωση τους μπορεί να διακρίνει κανείς ότι είναι ιδιαίτερα ευέλικτες, καθότι το μερίδιο του λέοντος κατέχουν οι μικρότερες επιχειρήσεις (με 330 δις. δολ. και ποσοστό αύξησης 6,2% τον τελευταίο χρόνο) όταν οι 50 μεγαλύτερες επιχειρήσεις έχουν ποσοστό αύξησης των εξαγωγών τους 1,1% (Economist, 3.7.93). Βλέπουμε λοιπόν ότι τη μερίδα του λέοντος στο ελλειμματικό ισοζύγιο έχει η αύξηση των εισαγωγών, γεγονός όχι ανεξήγητο αν λάβει κανείς υπόψη ότι η Ιαπωνία και η Ευρώπη διέρχονται καθοδική φάση του κύκλου, ενώ οι ΗΠΑ έχουν ανάκαμψη. Αλλά αυτές οι εισαγωγές δεν έχουν κατ' ανάγκη αρνητική χροιά, αν αφορούν κεφαλαιακό εξοπλισμό που θα καταλήξει σε αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, θετικό αντιθέτως είναι το ισοζύγιο υπηρεσιών που καλύπτει τα 2/3 του εμπορικού ελλείμματος και ανέρχεται σε ύψος 60 δις. δολαρίων. Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι στη συγκεκριμένη λογιστική του Αμερικανικού ισοζυγίου αγνοούνται άδηλοι πόροι προερχόμενοι από μια σειρά υπηρεσιών (λογιστικές και νομικές υπηρεσίες, υπηρεσίες ελλιμενισμού, αμοιβές και δικαιώματα από το εξωτερικό), τότε το έλλειμμα του ισοζυγίου θα αποκτήσει μια αρκετά θετικότερη χροιά (Economist, 3.9.93). Πάντως, εκείνο που δημιουργεί ιδιαίτερες εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιαπωνίας είναι το γεγονός ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ και το αντίστοιχο πλεόνασμα της Ιαπωνίας φαίνονται να είναι το ένα κατοπτρικό είδωλο του άλλου, ενώ μια απλή παρατήρηση δείχνει το μέγεθος του αμέσου η εμμέσου προστατευτισμού που κυριαρχεί στην Ιαπωνική Αγορά: ενώ οι αμερικανοί κατασκευαστές μικροεπεξεργαστών (τσιπ) που ανταγωνίζονται τους Ιάπωνες στην Ευρώπη, την Ασία και τρίτες αγορές αποσπούν με άνεση περί το 50% των αγορών αυτών, όταν ο ανταγωνισμός μεταφέρεται στην Ιαπωνία το μερίδιο τους πέφτει στο 20%. Αν μάλιστα το αποτέλεσμα αυτό συνδυαστεί με μια συμφωνία του 1986 περί ημιαγωγών που προέβλεπε για τους Αμερικανούς παραγωγούς το 20% της Ιαπωνικής αγοράς μικροτσίπ, τότε είναι εύλογο ότι οι ΗΠΑ βλέπουν σε αυτή την κατάσταση πραγμάτων το χέρι του πανίσχυρου ΜΙΤΙ και των κανονισμών του, παρά κάποια αόρατη χείρα της αγοράς που καταλήγει αυθόρμητα στα προ επταετίας συμφωνηθέντα ποσοστά (Economist, 19.6.93).

Πέρα όμως από την εσωτερική διάσταση των μετασχηματισμών που υφίσταται η οικονομική πολιτική των ΗΠΑ, υπάρχει και μια διεθνής διάσταση στην πολιτική τους που εναρμονίζεται με μια γενικότερη τάση και των άλλων οικονομικών πόλων (Ευρώπη, Ιαπωνία), να δημιουργούν "οικονομικούς ζωτικούς χώρους" στον περίγυρο τους με τη μορφή των ζωνών ελευθέρου εμπορίου. Εδώ εντάσσεται και ή NAFTA, ή συμφωνία για ελεύθερο εμπόριο μεταξύ ΗΠΑ, Καναδά και Μεξικού που ολοκληρώθηκε στις 13.8.93 και μένει να εγκριθεί από το Κογκρέσο, παρά τις έντονες πιέσεις που ασκούνται από περιβαλλοντικά λόμπυ και το φόβο που εκφράζεται για τις απώλειες θέσεων εργασίας στις ΗΠΑ από το φτηνό εργατικό δυναμικό του Μεξικού (Economist, 21.8.93).

Συνολικά, μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι η σημερινή κατεύθυνση που υιοθετείται στις ΗΠΑ υπό τη νέα διαχείριση Κλίντον, αποτελεί μεν καινοτομία σε σχέση με την παράδοση της δεκαετίας της απορρύθμισης, συγχρόνως όμως συνιστά διορθωτική κίνηση που πατά σταθερά πάνω στο έδαφος των μετασχηματισμών που συντελέστηκαν στην περίοδο αυτή. Μπορεί να αποτελεί παράδειγμα για το ιστορικά πεπερασμένο των διεργασιών απορρύθμισης, δεν συνιστά όμως αυτομάτως επιστροφή στο παρελθόν, διότι οι νέες ισορροπίες που καταστάλαξαν όλο το προηγούμενο διάστημα είναι τόσο σταθερές (και τόσο μετατοπισμένες σε σχέση με τα παλαιά παρεμβατικά πρότυπα), ώστε είναι προς το παρόν αδύνατο να φανταστεί κανείς ότι με το σημερινό καθεστώς διεθνοποίησης του κεφαλαίου, που προέκυψε από τη χρηματιστηριακή απορρύθμιση της τελευταίας δεκαετίας, και έντασης του ανταγωνισμού στην παγκόσμια αγορά, αλλά και στο εσωτερικό κάθε χώρας, είναι ποτέ δυνατό να υπάρξει επιστροφή στις παλιές παρεμβατικές πολιτικές και τα παλιά πρότυπα κοινωνικών συμβολαίων που κυριαρχούσαν στη μεταπολεμική περίοδο. Το παρελθόν έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Ιαπωνία: η κρίσιμη καμπή

Η Ιαπωνία αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση στο πλαίσιο των προηγμένων καπιταλιστικών χωρών. Τόσο οι εξαιρετικά υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης και εισαγωγής νέων τεχνολογιών στην παραγωγή, όσο και η ιδιαιτερότητα της αγοράς της, την κάνουν να δείχνει σαν ξεχωριστή περίπτωση μέσα στο φάσμα των παραλλαγών του σύγχρονου καπιταλισμού. Για το λόγο αυτό, συνιστά παράδειγμα χώρας που επιτρέπει να καλλιεργηθούν πολλοί μύθοι και δοξασίες, οι οποίοι ελάχιστα σημεία επαφής έχουν με την πραγματικότητα του κοινωνικού σχηματισμού της. Επειδή ακόμη, η προβολή του "ιαπωνικού μοντέλου" συνιστά προσφιλή τρόπο με τον οποίο γίνεται πολιτική στις χώρες της Δύσης, αξίζει τον κόπο να δει κανείς ορισμένα στοιχεία του από κοντά, στοιχεία που ενδέχεται να φωτίσουν τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης κοινωνίας και το ρόλο της στην παγκόσμια αγορά.

Από τη δεκαετία του 1950 και μετά, χαρακτηριστικό είναι το μεγάλο ύψος της αποταμίευσης, που ήταν υψηλότερη κατά ένα συντελεστή 2 έως 2,5 συγκρινόμενη με τα αντίστοιχα μεγέθη στις άλλες αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Την περίοδο 196090, η ακαθάριστη εθνική αποταμίευση ανερχόταν κατά μέσο όρο σε 35% του ΑΕΠ, έναντι 18% των ΗΠΑ. Ειδικότερα, η ακαθάριστη αποταμίευση των νοικοκυριών και των μη εταιρικών επιχειρήσεων ανερχόταν το 1970-72 σε 16,8% του ΑΕΠ (ή 13,5% καθαρό), έναντι 8,5% (5,3% καθαρό) στις ΗΠΑ. Τα αντίστοιχα ποσοστά αποταμίευσης των εταιρικών επιχειρήσεων ήταν 5,8% για την Ιαπωνία και 1,5% για τις ΗΠΑ, ενώ για το κράτος τα ποσοστά ανέρχονται σε 7,3% (καθαρό) και 0,6% αντιστοίχως. Τα υψηλά ποσοστά διασφάλισαν μια υψηλή στάθμη επενδύσεων και χαμηλά επιτόκια (The Japanese Economy, SURVEY, Economist 6.3.93, στο εξής JESE σ. 13).

Ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Ιαπωνικής οικονομίας είναι ακόμη ο υψηλός βαθμός ανταγωνισμού που τη διακρίνει: η πληθώρα των αυτοαπασχολούμενων και της (ασιατικού τύπου) οικογενειακής εργασίας καλύπτουν το ένα τρίτο του εργατικού δυναμικού, ενώ το ποσοστό αυτό στη Βρετανία και τις ΗΠΑ ανέρχεται σε 10%. Η μικρή επιχείρηση δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο του αγροτικού τομέα, όπως συχνά θεωρείται ως αυτονόητο, αλλά αφορά κυρίως τον μη αγροτικό τομέα: από τα 9,5 εκατομμύρια επιχειρήσεις που υπήρχαν στις αρχές της δεκαετίας του 1980, μόνο 2,4 εκατ. ανήκαν στον αγροτικό χώρο, ενώ οι υπόλοιπες ανήκαν στον μη εταιρικό επιχειρησιακό χώρο. Οι επιχειρήσεις αυτές απασχολούσαν τη μισή εργατική δύναμη περίπου, ενώ στη μεταποίηση περίπου οι μισοί εργαζόμενοι απασχολούνται σε επιχειρήσεις με κάτω των 50 εργαζομένων. Η δομή αυτή είναι παρόμοια με εκείνη της Ιταλίας, αλλά διαφέρει αισθητά από την αντίστοιχη των ΗΠΑ και της Βρετανίας (το αντίστοιχο ποσοστό στις χώρες αυτές είναι της τάξης του 15%). Επίσης, η οικονομία της Ιαπωνίας βρίσκεται σε διαρκή ροή: το ποσοστό των επιχειρήσεων που κλείνουν όλη τη μακρά περίοδο ανάπτυξης είναι της τάξης του 3-4%, γεγονός που συνδυαζόμενο με τη μεγέθυνση της οικονομίας όλη αυτή την περίοδο μας δείχνει ότι υπάρχει μεγάλο ποσοστό δημιουργίας vetov επιχειρήσεων (JESE, σ. 14). Ένα χαρακτηριστικό δείγμα της διαφοροποίησης στην ιαπωνική αγορά και της ευελιξίας που έχει διασφαλιστεί στην παραγωγή είναι και το ακόλουθο: Η Nissan ανακοίνωσε το κλείσιμο ενός εργοστασίου σε μια μικρή πόλη εκατό χιλιόμετρα από το Τόκιο, στο πλαίσιο των οικονομιών που κάνει λόγω του προβλήματος που έχουν οι εξαγωγές της με την υψηλή ισοτιμία του γιεν. Μια τέτοια ενέργεια θα είχε καταστροφικές επιπτώσεις πριν είκοσι χρόνια, αλλά στο μεταξύ η οικονομική δομή της πόλης είναι τόσο διαφοροποιημένη (με έμφαση στις υπηρεσίες που κατέχουν το 61% της απασχόλησης), ώστε το πρόβλημα ήταν περιορισμένο. Το 58% των επιχειρήσεων της πόλης δεν είχαν συνναλλαγές με τη Nissan χειρήσεων δήλωσαν συναλλαγές που αντιπροσώπευαν πλέον του 40% των παραγγελιών τους (Economist, 12.6.93). Το σύνολο των στοιχείων που παραθέσαμε είναι ενδεικτικό για μια οικονομία εξαιρετικά ευέλικτη, προσαρμόσιμη και ικανή (όπως αποδείχθηκε) να απορροφήσει τα διάφορα σοκ που προκλήθηκαν από την κρίση υπερσυσσώρευσης μετά το 1973.*

Είναι όμως αυτή η κατάσταση πραγμάτων απλά και μόνο αποτέλεσμα της "αόρατης χειρός", ή μήπως έχει διαδραματίσει ρόλο και το κράτος; Το κράτος της Ιαπωνίας ενεθάρρυνε την αποταμίευση με φορολογικά κίνητρα, πέρα από το χαμηλό πληθωρισμό και τη συντηρητική δημοσιονομική πολιτική, και ενίσχυσε τις μικρές επιχειρήσεις με ρυθμίσεις, φορολογικές ελαφρύνσεις, δάνεια κλπ. Το πανίσχυρο υπουργείο Βιομηχανίας και Εμπορίου ΜΙΤΙ σχεδίασε μια επιθετική πολιτική "καθοδήγησης" του κεφαλαίου, ενισχύοντας τις επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη, την επανεκπαίδευση εργατικού δυναμικού, τη μετεγκατάσταση επιχειρήσεων, την επανάχρηση βιομηχανικού εξοπλισμού, ενώ ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του '60 κατάργησε τους δασμούς και τις ποσοστώσεις εκθέτοντας τις επιχειρήσεις στον διεθνή ανταγωνισμό. Η κρατική παρέμβαση είχε σαφή πόλωση υπέρ του κεφαλαίου, και σε καμιά περίπτωση δεν προσέλαβε την κοινωνική διάσταση των αντίστοιχων ευρωπαϊκών πολιτικών: οι κρατικές δαπάνες στην Ιαπωνία όλη τη μεταπολεμική περίοδο ανέρχονταν κατά μέσο όρο σε 26% του ΑΕΠ, ενώ στις Ευρωπαϊκές χώρες το ποσοστό αυτό είναι σαφώς άνω του 40% και στις ΗΠΑ στα 32% (JESE, σ. 15-16). Η πολιτική ενίσχυσης της αποταμίευσης (περιορισμού της ζήτησης) και ενίσχυσης του κεφαλαίου στην παραγωγική δραστηριότητα, κατέληξε φυσιολογικά στην τόνωση του εξαγωγικού προσανατολισμού της παραγωγής.

Υπάρχει όμως και ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που διαφοροποιεί την παραγωγική δομή της Ιαπωνίας σε σχέση με τις άλλες αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες: οι μεγάλες εταιρείες στην Ιαπωνία είναι στην ουσία πυρήνας ενός δικτύου υπεργολάβων στους οποίους κατανέμεται η παραγωγή, ενώ στις άλλες χώρες ενσωματώνουν στο εσωτερικό τους μεγάλο μέρος των παραγωγικών διεργασιών. Για παράδειγμα, μια επιφανειακή σύγκριση της παραγωγικότητας δυο μεγάλων αυτοκινητοβιομηχανιών, της ιαπωνικής Toyota και της αμερικανικής General Motors, δείχνει ότι η πρώτη παράγει 70 αυτοκίνητα ανά εργαζόμενο ενώ η δεύτερη μόνο 11. Όμως τα φαινόμενα απατούν. Η Toyota είναι στην πραγματικότητα συναρμολογητής, διότι παράγει μόνο το ένα τέταρτο της αξίας ενός αυτοκινήτου, ενώ για τα υπόλοιπα επαφίεται σε ένα δίκτυο 168 "πρώτης τάξης" υπεργολάβων, 5.437 "δεύτερης τάξης" και 41.703 "τρίτης τάξης" υπεργολάβων. Η GM παρήγαγε η ίδια πλέον του μισού της αξίας του αυτοκινήτου, αλλά η τάση που διαμορφώνεται και εδώ είναι προς την κατεύθυνση των υπεργολαβιών. Το σύστημα αυτό εντείνει τον ανταγωνισμό και την ευελιξία της αγοράς εργασίας, εφόσον από το καθεστώς δια βίου απασχόλησης που ισχύει στις μεγάλες ιαπωνικές εταιρείες μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού περνάει στην ανασφάλεια της ελεύθερης αγοράς εργασίας (JESE, σ. 16-17).

Από την ιστορική διάσταση του ιαπωνικού μοντέλου, ας περάσουμε τώρα στη σημερινή πραγματικότητα όπως διαφαίνεται από τις τάσεις που αναδεικνύει η συγκυρία. Η ιαπωνική περίπτωση εμφάνιζε πάντοτε ιδομορφίες στον τρόπο με τον οποίο απορροφούσε τους κραδασμούς από τις διακυμάνσεις της διεθνούς οικονομίας. Σήμερα παρατηρείται κάτι το νέο, διότι για πρώτη φορά η ύφεση πλήττει τη χώρα με τρόπο που αποτυπώνεται σε πτώση της βιομηχανικής παραγωγής κατά 8% το 1992. Η συρρίκνωση της παραγωγής είναι ασυνήθιστη μετά από μακρά περίοδο ποσοστών μεγέθυνσης της τάξης του 7% (JESE, σ. 3). Κατά τη δεκαετία του 1980 είχαμε τετραπλασιασμό της αξίας των μετοχών στο χρηματιστήριο του Τόκιο και διπλασιασμό της αξίας της γης. Στην περίοδο μετά το 1990, το χρηματιστήριο ουσιαστικά κατέρρευσε με πτώση των τιμών σε επίπεδα κάτω του μισού και μικρή πτώση των τιμών της γης. Η περίοδος ανόδου συμπίπτει με τη φιλελευθεροποίηση των χρηματιστικών αγορών και την περίσσεια κεφαλαίου που επενδύεται σε γη και ακίνητα. Μάλιστα το τραπεζικό σύστημα της Ιαπωνίας, μετά τη δεκαετία του '70 και την κρίση, αναγκάστηκε να αποδεσμευθεί από την παραδοσιακή δομή της προσκόλλησης των τραπεζών σε μεγάλες επιχειρήσεις, και να φιλελευθεροποιηθεί προκειμένου να χρηματοδοτήσει και τα κρατικά ελλείμματα που προέκυψαν από την κρίση. Αλλά και άλλες μετατοπίσεις που έγιναν κατά τη δεκαετία του '80 υπήρξαν εξίσου σημαντικές. Οι επιχειρήσεις πήραν το δρόμο για το χρηματιστήριο (από 25% άμεση χρηματοδότηση την περίοδο 81-85, το '89 το ποσοστό αυτό ανήλθε σε 70%), ενώ οι τράπεζες άλλαξαν προσανατολισμό (από 50% των δανείων σε εταιρείες στα μέσα της δεκαετίας του '80, το ποσοστό αυτό έπεσε σε 16% το 1990): όχι μόνο δεν συρρίκνωσαν την προσφορά χρήματος αλλά την αύξησαν, με αποδέκτες τώρα τα νοικοκυριά, τις υπηρεσίες και την ιδιοκτησία. Επίσης, μια άλλη διάσταση των μετατοπίσεων στη δεκαετία του '80 συνίσταται στη διόγκωση των επενδύσεων των ιαπωνικών επιχειρήσεων προς χρηματιστικές αξίες (από 25% σε 40%) και την αντίστοιχη μείωση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου (από 70% σε 35%). Η όλη ανοδική πορεία του χρηματιστικού κύκλου είχε εσωτερικό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα, ανατροφοδοτώντας τη συνεχή ενίσχυση της σπειροειδούς ανελικτικής πορείας (JESE, σ. 5-10). Ο πληθωρισμός προσδοκιών και "αξιών" φθάνει κάποια στιγμή στο σημείο όπου η φούσκα κατ' ανάγκη σπάει και επέρχεται η εξισορρόπηση προς τα κάτω. Παρ' όλο που αυτός ο κύκλος έχει τη δική του αυθύπαρκτη δυναμική και συναρτάται με τη εσωτερική δυναμική του χρηματιστικού κεφαλαίου, εντούτοις το παραγωγικό σκέλος δεν έμεινε ανέπαφο από τις ανακατατάξεις, χωρίς βέβαια η πτώση του να προσλαμβάνει διαστάσεις ισοδύναμες με εκείνη του χρηματιστηρίου. Τα σενάρια από εδώ και στο εξής ποικίλουν, ανάλογα με τη συμπεριφορά που εκτιμάται ότι θα έχει το τραπεζικό σύστημα. Αν το τραπεζικό σύστημα περιέλθει σε μεγάλη δυσχέρεια, τότε η κρίση μπορεί να είναι ανοιχτή και σοβαρή, ενώ αν το κράτος παρέμβει και αμβλύνει τα παρεπόμενα της κρίσης, τότε η πορεία θα είναι ομαλότερη, συνεπικουρούντος και του μεγάλου εμπορικού πλεονάσματος της χώρας που μπορεί φέτος να φθάσει τα 150 δις. δολάρια. Πάντως στην παραπέρα πορεία της οικονομικής μεγέθυνσης στην Ιαπωνία, σοβαρό ρόλο θα διαδραματίσει και η εξέλιξη της ζήτησης σε συνδυασμό με το ύψος της αποταμίευσης και το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων, το οποίο αυξήθηκε μετά τη χρηματιστηριακή κρίση του 1990. Αυτές οι τρεις συνιστώσες που θα κρίνουν το ρυθμό εξόδου από την ύφεση, είναι χαρακτηριστικά μεγέθη που η πορεία τους συνήθως εξαρτάται από την πολιτική βούληση και ανήκει στη δικαιοδοσία της πολιτικής κρατικής διαχείρισης. Πάντως, ένα ήδη ορατό αποτέλεσμα του περιορισμού του πιστωτικού που ήρθε να διορθώσει την πιστωτική έκρηξη της δεκαετίας του 1980, είναι ο περιορισμός του ρυθμού μεγέθυνσης της ιαπωνικής οικονομίας. Ενώ ο δείκτης αυτός όλες τις τελευταίες δεκαετίες ήταν αισθητά υψηλότερος από το μέσο όρο των αντίστοιχων δεικτών των αναπτυγμένων χωρών, η πρόβλεψη για την επόμενη περίοδο, αλλά και η προσδοκία των μεγάλων ιαπωνικών επιχειρήσεων σε μεσοπρόθεσμη βάση, ανέρχεται σε ένα - για τα ιαπωνικά μέτρα και σταθμά - μικρό ποσοστό της τάξης του 3%. Η ύφεση που πλήττει αυτό τον καιρό την ιαπωνική οικονομία, μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για μείωση των επενδύσεων, γεγονός που ήδη άρχισε να διαφαίνεται στη βιομηχανία και σταδιακά θα επεκταθεί και στον τομέα των υπηρεσιών (Economist, 29.5.93).

Η πρόσφατη πολιτική αλλαγή στην Ιαπωνία μετά τις εκλογές του Ιουλίου 1993, και ειδικότερα ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιήθηκε - εκ των άνω και με εμφανώς κατευθυνόμενο τρόπο - προϊδεάζουν για μια πολιτική στροφή ως απάντηση στην ύφεση. Είναι όμως επίσης προφανές ότι και αυτή η ίδια η πολιτική στροφή έχει αίτια που ανάγονται - αρκετά άμεσα - στη σφαίρα της οικονομίας. Πρωτοπόρες επιχειρήσεις ζητούν το άνοιγμα μεγαλύτερου μέρους της εσωτερικής αγοράς στις διεθνείς εισαγωγές και τον ανταγωνισμό. Ακόμη, η κρατική υποβοήθηση των επιχειρήσεων μέσω της γραφειοκρατίας των υπουργείων είναι σήμερα εκτός χρόνου, όταν απαιτείται μια περισσότερο ευέλικτη και προσαρμόσιμη στις διεθνείς απαιτήσεις παραγωγή. [Για να λάβει κανείς ένα μέτρο του ιδιότυπου ιαπωνικού κρατικού παρεμβατισμού, αξίζει να αναφέρουμε ότι το κράτος ουσιαστικά ανέλαβε από τις αρχές του 1993 το μάνατζμεντ του Χρηματιστηρίου του Τόκιο, οπότε, μετά την κατακόρυφη πτώση δυο ετών και με τη χρήση των κατάλληλων συστάσεων, κατόρθωσε να ανακόψει την πτωτική τάση και να επαναφέρει την άνοδο των τιμών! (Die Zeit, 19.3.93)]. Η απομάκρυνση από τον ιδιότυπο παρεμβατισμό σχετίζεται με μια διαφορετική πολιτική ζήτησης στο εσωτερικό (πολλοί μίλησαν μετεκλογικά για μια αλλαγή νοοτροπίας, από τον προσανατολισμό στην "παραγωγή" σε έναν προσανατολισμό στην "κατανάλωση", Die Zeit 9.7.93), και με τη φιλελευθεροποίηση της ιαπωνικής αγοράς αναφορικά με τις εισαγωγές ξένων προϊόντων και υπηρεσιών μετά τη σύνοδο των "7" στο Τόκιο τον Ιούλιο του 1993. Αναφέρεται συγκεκριμένα η ενδεχόμενη φιλελευθεροποίηση εκείνου του 60% της εσωτερικής αγοράς που υπακούει σε (περίπου 10.600) ρυθμίσεις του ΜΙΤΙ, γεγονός που θα τερμάτιζε το κλείσιμο της Ιαπωνικής αγοράς (Die Zeit, 13.8.93). Στον εναρκτήριο λόγο του ως πρωθυπουργός, ο Μ. Χοσοκάουα έδειξε ότι έχει προθέσεις στην κατεύθυνση αυτή: τόνισε ότι είναι αποφασισμένος να "ενισχύσει την απορρύθμιση", να διευκολύνει τις εισαγωγές και να μειώσει τη δύναμη της γραφειοκρατίας (Economist, 28.8.93). Το μέλλον θα δείξει αν αυτές οι προγνώσεις θα εγγραφούν ως υπαρκτές τάσεις στις διεθνείς οικονομικές συναλλαγές ή αν θα παραμείνουν και αυτές, όπως πολλές άλλες στο παρελθόν, σε επίπεδο διακηρύξεων με αμφίβολο αντίκρυσμα στην πραγματική οικονομία. Πάντως εκείνο που μπορεί να ευνοήσει την απόπειρα αυτή είναι η περίοδος ύφεσης που διέρχεται η Ιαπωνία, διότι στην κρίση η αναδιάρθρωση αποδεικνύεται πάντα ευκολότερη και εφικτότερη.

Η φιλελευθεροποίηση τον παγκοσμίου εμπορίου

Όταν μιλάμε για φιλελευθεροποίηση του παγκόσμιου εμπορίου, η συζήτηση κατευθύνεται αναπόφευκτα στη Γενική Συμφωνία περί Δασμών και Εμπορίου, την GATT, η οποία σε όλη τη μακρά ανοδική φάση του κύκλου μετά τον Πόλεμο εισήγαγε σταδιακά τη φιλελευθεροποίηση των διεθνών συναλλαγών, θα περίμενε λοιπόν κανείς ότι η GATT θα αποτελούσε κομβικό σημείο συνεννόησης στην εποχή της απορρύθμισης, που έπληξε ως λαίλαπα τις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες στη δεκαετία του '80. Και όμως, η προϊούσα απορρύθμιση συνδυάστηκε με μια μεγαλύτερη δυστοκία στη GATT, με κορύφωση την παρατεινόμενη αβεβαιότητα αναφορικά με την έκβαση της "τελικής" φάσης των σχετικών διαπραγματεύσεων, του Γύρου της Ουρουγουάης, που εκκρεμεί από το 1986. Η εμπλοκή εστιάζεται στη διαμάχη μεταξύ Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ΗΠΑ για τις επιδοτήσεις των αγροτικών προϊόντων, και έχει διέλθει κατά καιρούς από διάφορες φάσεις λιγότερο ή περισσότερο ανοιχτών απειλών για εμπορικό πόλεμο. Πρόσφατα όμως (21.12.92), υπήρξε συμφωνία μεταξύ ΕΟΚ και ΗΠΑ για τη μείωση των επιδοτήσεων των αγροτικών προϊόντων, για την οποία εκφράστηκαν όμως σοβαρές αντιρρήσεις εκ μέρους της Γαλλίας που ζητά την επαναδιαπραγμάτευση των όρων και περισσότερο προστατευτισμό για του αγρότες της. Η (όχι και τόσο πιθανή) επάνοδος στο ζήτημα της συμφωνίας για τα αγροτικά προϊόντα, επαναφέρει στην ημερήσια διάταξη όλα τα ακανθώδη ζητήματα που απασχολούν τη GATT, και ίσως αποτελέσει πρόφαση για την περαιτέρω παρέλκυση των διαπραγματεύσεων, κάτι αρκετά ευπρόσδεκτο από όλους τους ισχυρούς σε μια περίοδο ανόδου του προστατευτισμού. Μολονότι η απουσία συμφωνίας στη GATT αφορά ουσιαστικά και μια σειρά αναπτυσσόμενες χώρες, αφήνοντας τις στο έλεος των ισχυρών πόλων του παγκοσμίου εμπορίου, που ανάλογα με τις ανάγκες τους επιβάλλουν περιορισμούς και ποσοστώσεις στις εισαγωγές, εμείς θα εξετάσουμε τα σημεία τριβής του Γύρου της Ουρουγουάης μεταξύ των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, μιας και αυτά καθορίζουν την πορεία των διαπραγματεύσεων. Έχουμε λοιπόν συγκεκριμένα τα εξής:

α) Αγροτικά. Υπογράφηκε πρόσφατα η συμφωνία του Blair House που προβλέπει τη μείωση των επιδοτούμενων εξαγωγών της Κοινότητας κατά 21 % και ένα πλαφόν 5,1 εκατομμυρίων εκταρίων για την κοινοτική παραγωγή ελιάς και παραγώγων. [Είναι ακριβώς η συμφωνία που απειλεί να μπλοκάρει με το βέτο της η Γαλλία].

β) Κρατικές προμήθειες. Στις 20 Απριλίου αποφεύχθηκε ο εμπορικός πόλεμος με το συμβιβασμό που έγινε μεταξύ Λ. Μπρίτεν (ΕΟΚ) και Μ. Καντόρ (ΗΠΑ) για άνοιγμα των κρατικών προμηθειών, αλλά οι ΗΠΑ εξακολουθούν να απειλούν με αποκλεισμό των Ευρωπαίων από τις αμερικανικές κρατικές προμήθειες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών.

γ) Υπηρεσίες. Υπό διαπραγμάτευση, διότι η ομοσπονδιακή δομή των ΗΠΑ απαιτεί από κάθε επιχείρηση να ζητά άδεια εγκατάστασης σε κάθε Πολιτεία.

δ) Δασμοί. Στη μείωση των δασμών κατά 30%, οι ΗΠΑ απαίτησαν να γίνει διαπραγμάτευση για κάθε μεμονωμένο προϊόν.

ε) Ύφασμα. Εδώ υπάρχει πρόβλημα από μέρους των αναπτυγμένων χωρών που αναζητούν τρόπους αναίρεσης της συμφωνίας του 1974, διότι απειλείται η παραγωγή τους από τις εισαγωγές από χώρες του Τρίτου Κόσμου.

στ) Χάλυβας, Οι ΗΠΑ επέβαλαν μονομερώς δασμούς σε (επιδοτούμενες) εισαγωγές από την ΕΟΚ, οι οποίοι για ορισμένα προϊόντα φθάνουν έως το 110%.,

ζ) Αεροναυτική. Αγκάθι αποτελεί εδώ η επιδότηση της Airbus, που κατά τις ΗΠΑ παραβιάζει την ευρωαμερικανική συμφωνία του 1992 και απειλεί τις αμερικανικές εταιρείες Boeing και McDonnel Douglas.

η) Οπτικοακουστικά. Οι ΗΠΑ ζητούν την κατάργηση μέτρων για την ενίσχυση των ευρωπαίων παραγωγών, που θεωρούν ως μορφή προστατευτισμού. Τέλος, προβλέπονται διαπραγματεύσεις για το ζήτημα των πνευματικών δικαιωμάτων, καθώς και για κάποιο σύστημα διακανονισμού των διαφορών που ενδέχεται να προκύψουν στο μέλλον, ώστε να αποφεύγονται οι μονομερείς ενέργειες από μέρους των ισχυρών χωρών (Liberation, 4.5.93 και Die Zeit, 23.7.93).

Στις διαπραγματεύσεις αυτές βλέπει κανείς να υιοθετούνται οι πλέον παράδοξες στάσεις και να συνάπτονται οι πλέον ετερόκλητες συμμαχίες στη βάση επιμέρους συμφερόντων. Οι πρωτομάστορες του φιλελευθερισμού και του ελεύθερου εμπορίου αναζητούν τις πιο αντιφατικές δικαιολογίες προκειμένου να εφαρμόσουν επιλεκτικό προστατευτισμό για συγκεκριμένα προϊόντα τους (με συνήθη πρόφαση τις επιδοτήσεις των άλλων), ενώ ταυτόχρονα εμφανίζονται υπέρμαχοι των ανοιχτών αγορών για όσα προϊόντα τους έχουν πλεονεκτήματα στην παγκόσμια αγορά λόγω της άνω του μέσου όρου παραγωγικότητας τους. Η παρέλκυση της νέας συμφωνίας για επτά και πλέον χρόνια υποστηρίζεται ταυτόχρονα από μια πολιτική μονομερών ενεργειών και διμερών συμφωνιών, που λειτουργούν κατ' ουσία ως ένα ιδιότυπο καθεστώς προνομιακής μεταχείρισης ορισμένων χωρών (που έχουν τη σχετική οικονομική δύναμη να τα επιβάλλουν) και ορισμένων κλάδων, θύματα αυτής της πολιτικής είναι πολλές αναπτυσσόμενες χώρες, που κατά τη δεκαετία του '80 ακολούθησαν τις πολιτικές αναδιάρθρωσης του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Διεθνούς Τράπεζας, οι οποίες υπόσχονταν την αποπληρωμή των χρεών τους με τη μελλοντική αύξηση των εξαγωγών τους, και σήμερα, μπροστά στον προστατευτισμό των αναπτυγμένων χωρών, βρίσκονται σε αδυναμία να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους. Πάντως, η σύνοδος των ηγετών των 7 πλέον αναπτυγμένων χωρών στο Τόκιο στις 6 Ιουλίου του 1993, έφερε κάποια αποτελέσματα: την τελευταία στιγμή, και ενώ εκκρεμούσε ακόμη τόσο το αποτέλεσμα των Ιαπωνικών εκλογών όσο και η αβεβαιότητα για την τελική στάση της Γαλλίας στην προκαταρκτική συμφωνία ΕΟΚ-ΗΠΑ για τα αγροτικά προϊόντα, υπήρξε συμφωνία για μια σειρά σημαντικά ζητήματα. Οι δασμοί των περισσότερων προϊόντων μεταποίησης πρόκειται να περικοπούν κατά ένα τρίτο, οι δασμοί για μερικά προϊόντα που τελούν υπό καθεστώς προστατευτισμού, όπως γυαλί και υφάσματα, θα μειωθούν κατά το ήμισυ, ενώ θα καταργηθούν οι δασμοί σε μια σειρά άλλα, όπως τα φαρμακευτικά, ιατρικοί εξοπλισμοί και έπιπλο (Economist, 10.7.93). Όπως φαίνεται λοιπόν, ενώ η έκβαση του συγκαλυμμένου εμπορικού πολέμου θα είναι κάποιες νέες ισορροπίες και ορισμένοι νέοι συμβιβασμοί μεταξύ των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, ο κλοιός του εξωτερικού χρέους θα συνεχίσει να σφίγγει γύρω από τις περισσότερο αδύναμες αναπτυσσόμενες χώρες. Όλοι οι συναλλασσόμενοι είναι ελεύθεροι, αλλά μερικοί είναι πιο ελεύθεροι από τους άλλους!

Τα πολυεθνικά "μονοπώλια"

Ένα από τα αγαπημένα αναλυτικά εργαλεία, που ταυτόχρονα λειτουργούσε ως "ύστεροκαπιταλιστικό" φόβητρο και μέσο συγκάλυψης των αδυναμιών στις περί την παγκόσμια καπιταλιστική αγορά αναλύσεις, ήταν και εξακολουθεί εν μέρει να είναι το πολυεθνικό "μονοπώλιο". Η περί τις πολυεθνικές φιλολογία εγγράφεται θετικά μέσα στο πλαίσιο των αναλύσεων του σοβιετικού μαρξισμού, που, έστω και αν έχει πεθάνει η μήτρα αναπαραγωγής των "αυταπόδεικτων" ιδεολογημάτων του, εξακολουθεί εντούτοις να βασιλεύει στις πραγματείες των αριστερών διανοουμένων που έχουν αυτοπροσδιοριστεί μέσα από μια άκριτη ή κριτική συμπόρευση με αυτό το πρότυπο ή έχουν εγγραφεί σε κάποια από τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις με αυτό, οι οποίες όμως λειτουργούν ως κατοπτρικά είδωλα του "αντιπάλου" τους. Οι λόγοι για την αυτόματη υιοθέτηση αυτής της έννοιας μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:

(α) Σε επίπεδο γενικής φιλοσοφικής προδιάθεσης, η έννοια αυτή εγγράφεται σε μια γενική γραμμική αντίληψη για την εξέλιξη του καπιταλισμού, που - σύμφωνα με αυτήν - βαθμιαία εκτείνεται ολοένα περισσότερο, τείνοντας να προσλάβει, μετά την εθνική, μια υποτίθεται διακριτή πολυεθνική υπόσταση. Η τάση αυτή εκφράζεται ρητά στις περί "παγκόσμιου καπιταλισμού" θεωρίες (Wallerstein), οι οποίες διατείνονται ότι το καπιταλιστικό σύστημα ως δομή έχει εγκαταλείψει το εθνικό πλαίσιο και ορίζεται πλέον καταστατικά σε ένα υπερεθνικό, παγκόσμιο επίπεδο.

(β) Σε επίπεδο οικονομικής ανάλυσης συνδυάζεται αρμονικά με τη θεωρία του μονοπωλιακού καπιταλισμού, που έως ένα βαθμό είχε ως πεδίο εφαρμογής το εθνικό κράτος, εμφανιζόμενη μάλιστα ως φυσιολογική προέκταση και μεταφορά της έννοιας αυτής στις νέες συνθήκες διεθνοποίησης του καπιταλισμού. Επίσης, μπορεί να ταυτιστεί και με την έννοια του "κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού", ΚΜΚ, που υποστηρίζει την οργανική σύμφυση κράτους και μονοπωλίων, εφόσον στην όλη ανάλυση παρεμβληθεί και ένα πολιτικό σκέλος που θέλει την παγκόσμια ηγεμονική δύναμη (π.χ. τις ΗΠΑ) να επιβάλλει δια της ισχύος και της βίας την εξουσία των πολυεθνικών ανά τον κόσμο, ή να δημιουργεί τις προϋποθέσεις να υπάρξει αντίστοιχη σύμφυση των κρατών "αποδεκτών" με τα τοπικά παραρτήματα των εν λόγω εταιρειών.

(γ) Τέλος, σε επίπεδο πολιτικής ανάλυσης, η θεωρία αυτή κάλλιστα εναρμονίζεται και με τις περί "εξάρτησης" δοξασίες, στην "παλαιοκομμουνιστική" ή στην τριτοκοσμική εκδοχή τους. Στη βάση των αντιλήψεων που εκτέθηκαν στο (α) και (β), υπάρχει ήδη το έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί να βλαστήσουν οι πιο πάνω αντιλήψεις: η τάση προς το πολυεθνικό μεταφέρει υποτίθεται τις δομές κυριαρχίας-υποταγής από το πλαίσιο του εθνικού κράτους στη διεθνή σκηνή, όπου ο ισχυρότερος "ιμπεριαλιστικά" επιβάλλει τη βούληση του στον ασθενέστερο, με τη συνεργεία βέβαια των "πουλημένων" εντόπιων κρατικών διαχειριστών, που δεν είναι παρά πιόνια στα χέρια των διεθνώς ισχυρών. Πολυεθνικότητα και ΚΜΚ συνθέτουν τον καμβά πάνω στον οποίο μπορεί να υφανθεί ο αγώνας κατά της εξάρτησης, ως η "ανώτερη μορφή της ταξικής πάλης στην εποχή μας".

Συνοπτικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι το "πολυεθνικό μονοπώλιο" αποτέλεσε το θεωρητικό και εννοιολογικό σημείο συνάντησης πολλών και ετερόκλητων ιδεολογημάτων της "παραδοσιακής" και "νέας" αριστερής ανάλυσης, που δεν θέλησε να ξεπεράσει ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης των εμπειρικών δεδομένων ώστε να υπερβεί τις άμεσες προφάνειες. Όμως, μια παρόμοια στάση δεν υπήρξε αποκλειστικά προνόμιο της Αριστεράς, που εξ ορισμού στάθηκε "αντίπαλη" στην έννοια της "πολυεθνικής εταιρίας", αλλά είχε επίσης υιοθετηθεί και από την πλειοψηφία των νεοκλασικών οικονομολόγων, οι οποίοι βεβαίως αντιμετώπισαν εξ αρχής με θετικό μάτι την εξέλιξη.

Όταν άρχισαν να αναδύονται εμφανώς οι πολυεθνικές στη δεκαετία του 1960, το φαινόμενο αυτό θεωρήθηκε κατά κάποιον τρόπο φυσιολογική εξέλιξη και τελείωση του καπιταλισμού: μια παγκόσμια επιχείρηση με απόλυτη ευελιξία παραγωγής σε οποιοδήποτε σημείο της γης, με ταχεία δυνατότητα εκμετάλλευσης φυσικών πόρων, φθηνού εργατικού δυναμικού και υψηλής τεχνολογίας σε οποιαδήποτε άκρη της υδρογείου, με ιλιγγιώδεις ρυθμούς συσσώρευσης και αύξησης της παραγωγικότητας. Επιχειρήσεις που ο κύκλος εργασιών τους θα ξεπερνούσε το προϊόν μιας μέσης χώρας, επιχειρήσεις ηγεμόνες στην παγκόσμια αγορά που θα έφερναν την πρόοδο ακόμα και στις πλέον καθυστερημένες χώρες, συμπαρασύροντας στον ξέφρενο ρυθμό του καπιταλισμού καθετί που θα συναντούσαν στο διάβα τους. Μάλιστα, στις αρχές της δεκαετίας του 1970 διατυπωνόταν η πρόβλεψη ότι γύρω στο 1985, οι πρώτες 200 έως 300 πολυεθνικές επιχειρήσεις θα κατείχαν περί το 80% των παραγωγικών διαθεσίμων των καπιταλιστικών χωρών. Μεθοδολογικό εργαλείο για τις προβλέψεις αυτές ήταν κάτι το αρκετά απλό και εξαιρετικά τετριμμένο: η γραμμική προέκταση των τάσεων που διαφαίνονταν για λίγα μόνο χρόνια, χωρίς την παραμικρή διερεύνηση των αιτίων αυτής της ισχυρής τάσης εξαγωγής κεφαλαίων που παρατηρήθηκε σε εκείνη τη συγκυρία.

Πέρα από την κριτική των απόψεων που προαναφέραμε, περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία, αλλά και οι τάσεις που αντανακλώνται σε αυτά, αναφορικά με την πορεία των πολυεθνικών στο διάστημα που μεσολάβησε έως σήμερα, καθώς και ορισμένα συμπεράσματα που μπορούμε να αντλήσουμε από αυτά.

Ας δούμε όμως κατ' αρχάς ποια είναι η σημερινή πραγματικότητα και σε ποια αντιστοιχία βρίσκεται με την πρόβλεψη για τη θέση των πολυεθνικών στην παγκόσμια οικονομία σήμερα. Πρώτον, ο αριθμός των πολυεθνικών είναι αρκετά μεγάλος και ανέρχεται - σύμφωνα με μελέτη του ΟΗΕ - σε 35.000 εταιρείες, που ελέγχουν περί τις 170.000 ξένες θυγατρικές. Είναι δύσκολο να εκτιμηθεί το ποσοστό των παγκόσμιων παραγωγικών διαθεσίμων που κατέχουν, έστω, οι πρώτες 100 έως 300 εταιρείες: αν ληφθεί ως σημείο αναφοράς η εκτίμηση του ΟΗΕ ότι το 1990 οι πρώτες 100 πολυεθνικές κατείχαν 3,1 τρις. δολ. παραγωγικών διαθεσίμων, και αν, με βάση κάποιους υπολογισμούς, θεωρηθεί ότι το αντίστοιχο ποσό για όλο τον κόσμο είναι της τάξης των 20 τρις. δολ., τότε καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι οι πρώτες 100 εταιρείες έχουν μερίδιο 16% των παγκόσμιων παραγωγικών διαθεσίμων, ενώ ο αντίστοιχος υπολογισμός για τις πρώτες 300 πολυεθνικές τους δίνει ποσοστό της τάξης του 25%. Η τάση συγκεντροποίησης στις μεγάλες επιχειρήσεις δεν υπήρξε λοιπόν τόσο ισχυρή όσο αρχικά εκτιμήθηκε (Multinationals, SURVEY, Economist 27'.4.93, σ. 4, στο εξής MSE).

Αλλά και ο άλλος μύθος της σύμφυσης με την ηγεμονική δύναμη δεν φαίνεται να ευσταθεί, αν εντρυφήσει κανείς στα υπάρχοντα στοιχεία. Ενώ το 1970, από τις 7000 καταγραμμένες από τον ΟΗΕ πολυεθνικές, περισσότερες από τις μισές ανήκαν σε δυο χώρες (ΗΠΑ και Βρετανία), το 1990 λιγότερες από τις μισές από τις 35000 επιχειρήσεις ανήκαν σε τέσσερις χώρες (ΗΠΑ, Ιαπωνία, Γερμανία και Ελβετία), ενώ η Αγγλία έπεσε στην 7η θέση.

Πριν προχωρήσουμε σε παραπέρα παράθεση στοιχείων που αποκαθιστούν την πραγματική εικόνα των πολυεθνικών εταιρειών και τη σχέση της με τα κάθε είδους ιδεολογήματα, είναι σκόπιμο νομίζουμε να αναφερθούμε εν συντομία στους λόγους οι οποίοι συντείνουν στη δημιουργία τους. Στη βάση του φαινομένου βρίσκεται η τροποποίηση του νόμου της αξίας στο διεθνές επίπεδο: η παραγωγικότητα δυο χωρών δεν συγκρίνεται σε γυμνή μορφή στη διεθνή αγορά, αλλά διαμεσολαβούμενη από τις σχέσεις συναλλαγματικών ισοτιμιών. Στη σχέση μεταξύ δυο χωρών διαφορετικής παραγωγικότητας της εργασίας, ευνοείται κατ' αυτό τον τρόπο η μετάβαση από ένα καθεστώς εξαγωγής εμπορευμάτων - από την παραγωγικότερη στη λιγότερο παραγωγική χώρα - σε εξαγωγή κεφαλαίων με την ίδια φορά. Ο μηχανισμός στηρίζεται στη δημιουργία πλεονασμάτων στο εμπορικό ισοζύγιο από τη μια πλευρά, και ελλειμμάτων αντιστοίχως από την άλλη, τα οποία εξασκούν ανατιμητική πίεση στο νόμισμα της πρώτης χώρας και τάση για υποτίμηση στη δεύτερη. Οι νέες ισοτιμίες προκαλούν ανάσχεση της ροής εμπορευμάτων, ενώ η όλη πορεία φθάνει σε ένα σημείο όπου ευνοείται η εξαγωγή κεφαλαίων προκειμένου τα εμπορεύματα να παραχθούν στη δεύτερη χώρα, αντί της χώρας προέλευσης τους. Η τάση αυτή για εξαγωγή κεφαλαίων είναι ισχυρή σε εκείνους τους κλάδους όπου ήδη υπάρχει διείσδυση εισαγωγών και όπου η παραγωγή στη χώρα υποδοχής έχει μια σχετικά υψηλή παραγωγικότητα με σημαντικό ρυθμό αύξησης, γεγονός που συνιστά απειλή υποκατάστασης εισαγωγών για τον εξαγωγέα εμπορευμάτων προς τη χώρα. (Για λεπτομέρειες βλ. Γ. Μηλιός και Η. Ιωακείμογλου, Η Διεθνοποίηση τον Ελληνικού Καπιταλισμού και το Ισοζύγιο Πληρωμών, Αθήνα 1990, κεφ. 3).

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι ο μηχανισμός της τροποποίησης του νόμου της αξίας αποτελεί τον κινητήριο μοχλό για τις ροές κεφαλαίων μεταξύ των καπιταλιστικών χωρών, και μάλιστα μεταξύ χωρών που έχουν διαμορφωμένη και σημαντική αγορά, με σοβαρή διείσδυση εισαγωγών και με απειλή υποκατάστασης εισαγωγών από την αυξανόμενη παραγωγικότητα ενός κλάδου. Η λειτουργία του ενισχύεται (ή αποδυναμώνεται) από την κατάργηση (την επιβολή) δασμών, μη δασμολογικών προστατευτικών μέτρων, φραγμών στη διακίνηση κεφαλαίων, ενώ επικουρικό ρόλο διαδραματίζουν επίσης το κόστος μεταφοράς, οι τηλεπικοινωνίες κλπ. Επίσης, δεν είναι πάντοτε δεδομένο ότι οι ροές κεφαλαίων γίνονται από τις περισσότερο προηγμένες στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες: επειδή ο μηχανισμός των συναλλαγματικών ισοτιμιών αποτυπώνει μια συνολική εικόνα της σχέσης της μέσης παραγωγικότητας μιας χώρας προς την αντίστοιχη μέση παραγωγικότητα μιας άλλης, είναι δυνατό οι περισσότερο προηγμένοι κλάδοι μιας συνολικά λιγότερο αναπτυγμένης χώρας να αποκομίσουν ιδιαίτερα σημαντικά οφέλη από τις ισοτιμίες που καθορίζονται με βάση τα συνολικά ελλείμματα και πλεονάσματα, ώστε να καταστεί ευνοϊκότερο για αυτούς τους κλάδους να προβούν σε εξαγωγές κεφαλαίων - αντί εμπορευμάτων - προς την περισσότερο αναπτυγμένη χώρα. Αυτή η όψη του νόμου εξηγεί την τάση για διεύρυνση του αριθμού των χωρών από τις οποίες προέρχονται οι πολυεθνικές εταιρείες, μια τάση που ενισχύεται στο βαθμό που συγκλίνουν τα μέσα επίπεδα παραγωγικότητας των προηγμένων χωρών, ενώ ταυτόχρονα υπάρχει ευρύ φάσμα διαφοροποίησης του ύψους και του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας κατά κλάδο, βιομηχανία ή ακόμα και προϊόν. Επίσης ερμηνεύει το γεγονός ότι οι πολυεθνικές επιχειρήσεις δεν είναι πάντα μεγάλες: το κριτήριο δεν είναι το μέγεθος, αλλά η παραγωγικότητα και η κατάσταση πραγμάτων στην αγορά στην οποία απευθύνεται, σε συνδυασμό βέβαια με την κίνηση των συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Η πορεία των εξαγωγών κεφαλαίων είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα την τελευταία εικοσαετία, αν συγκριθεί μάλιστα με τις αντίστοιχες κινήσεις στο χώρο των εμπορευμάτων. Το διεθνές εμπόριο, μετά από μια μακρά περίοδο ραγδαίας αύξησης κατά τα έτη 1950-1973, εμφάνισε στη συνέχεια χαμηλότερους ρυθμούς, τόσο στη δεκαετία του 1970 μετά την είσοδο στη μακρά κρίση υπερσυσσώρευσης που εγκαινιάστηκε το 1973, όσο και κατά τη δεκαετία του 1980, οπότε μαζί με τις κινήσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών εγκαινιάστηκαν και μη δασμολογικοί φραγμοί ή ποσοστώσεις στο διεθνές εμπόριο μεταξύ των προηγμένων καπιταλιστικών χωρών. Εδώ διαπιστώνουμε ότι στην εικοσαετία 1970-1990 πενταπλασιάστηκε η ροή άμεσων ξένων επενδύσεων, τριπλασιάστηκαν οι εξαγωγές εμπορευμάτων, ενώ διπλασιάστηκε η συνολική παραγωγή. Επίσης, ενώ το 1970 το 25% των άμεσων ξένων επενδύσεων είχε προορισμό τις αναπτυσσόμενες χώρες, το ποσοστό αυτό έπεσε κάτω από 20% προς τα τέλη της δεκαετίας του '80 (MSE, σ. 6). Από το 1990 και μετά, οπότε η ύφεση έχει λίγο πολύ γενικευθεί στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες (με μόνη εξαίρεση τους τελευταίους μήνες την ανάκαμψη στην Αγγλία και την αντίστοιχη βραδεία ανάκαμψη στις ΗΠΑ), οι άμεσες ξένες επενδύσεις έχουν μειωθεί κατά 20%, ενώ το ποσοστό που αναλογεί στις αναπτυσσόμενες χώρες έχει αυξηθεί από 19% το 1990 σε 25% το 1991 και πιθανώς γύρω στο 30% το 1992 (MSE, σ. 25). Αυτή η εξέλιξη έχει να κάνει, αφ' ενός με την ύφεση στην ομάδα των "7", αφ' ετέρου με τη διεύρυνση των αγορών ορισμένων αναπτυσσομένων χωρών της Ασίας (Κίνα, Ινδία κλπ.) και της Λατινικής Αμερικής (Μεξικό, Χιλή και Αργεντινή), ενώ δεν υπάρχει ακόμη αισθητό μερίδιο εξαγωγών κεφαλαίου προς τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης (MSE, σ. 25).

Πριν εξετάσουμε το κατά πόσο η έννοια του πολυεθνικού ταυτίζεται με το "μονοπώλιο", όπως αυτό κατανοείται τουλάχιστον από τη θεωρία ΚΜΚ, είναι σημαντικό να δούμε από πιο κοντά την πολυεθνικότητα των επιχειρήσεων. Υπάρχουν διάφορα σημεία στα οποία θα μπορούσε να σχετικοποιηθεί η "πολυεθνικότητα" των επιχειρήσεων αυτών. Κατά πρώτο, πολύ λίγες είναι οι επιχειρήσεις που δεν εμφανίζουν μια σαφή πόλωση των πωλήσεων τους προς τη μητρική αγορά. Επίσης, οι ξένες άμεσες επενδύσεις έχουν και αυτές έναν σαφώς περιοχικό χαρακτήρα: οι χώρες της ΕΟΚ επενδύουν κατά κύριο λόγο στην ΕΟΚ και την Ευρώπη γενικότερα, δευτερευόντως δε στις ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ επενδύουν κυρίως στην Ευρώπη και δευτερευόντως στην Αμερικανική ήπειρο, ενώ οι Ιάπωνες επενδύουν κυρίως στις ΗΠΑ και δευτερευόντως στη Ν.Α. Ασία. Μπορούμε όμως να αποκτήσουμε μια σαφέστατη ένδειξη για τον τρόπο λειτουργίας των πολυεθνικών, αν εξετάσουμε ποιο ποσοστό των πωλήσεων μιας θυγατρικής τους σε μια χώρα διοχετεύετεται στην εγχώρια αγορά: για αμερικανικές εταιρίες σε χώρες της ΕΟΚ το ποσοστό αυτό είναι κατά μέσο όρο 60%, με υψηλότερα ποσοστά μάλιστα στις χώρες με μεγάλες αγορές (73% στην Ιταλία, 72% στη Βρετανία, 67% στη Γαλλία και 57% στη Γερμανία, [MSE, σ. 17]). Από την εικόνα αυτή είναι δύσκολο να συναγάγει κανείς το συμπέρασμα ότι η πολυεθνική εταιρεία είναι ένα συγκρότημα που έχει μια εκφοβιστική "παγκόσμια στρατηγική", όταν ταυτόχρονα φαίνεται πως μάλλον κύριο μέλημα τους είναι η εγχώρια αγορά κάθε θυγατρικής.

Αν προχωρήσουμε τώρα και στο άλλο σκέλος του "χρωματισμού" που τους αποδίδεται, θα δούμε ότι ο "μονοπωλιακός" χαρακτήρας τους και η συνακόλουθη "εκμετάλλευση" και απόσπαση "υπερκερδών" από τις αγορές, δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Μια ένδειξη για το αδόκιμο αυτού του τρόπου σκέψης μας δίνεται από το γεγονός, ότι μεγάλες επιχειρήσεις που κατ' εξοχήν θα ήταν υποψήφιες για την κατηγορία του μονοπωλίου, πραγματοποιούν συστηματικά συμμαχίες με άλλες προκειμένου να αντιμετωπίσουν δυσχέρειες στην ανάπτυξη νέων προϊόντων και στην πρόσβαση σε αγορές: η IBM που μέχρι το 1980 είχε την αποκλειστική παραγωγή των υπολογιστών της, συνεργάστηκε με την Microsoft, την Intel και την Lotus το 1981 για την παραγωγή ατομικών υπολογιστών (PC), και συνεργάζεται σήμερα με την Apple για την παραγωγή λογισμικού που θα καλύπτει και τους δυο τύπους μηχανών. Παρ' όλα αυτά, έχει περιέλθει σε τρομακτικά δύσκολη θέση τα τελευταία χρόνια, λόγω του οξυμένου και επιτυχημένου ανταγωνισμού από μικρότερες επιχειρήσεις στον τομέα του PC. Αυτή είναι άραγε η τύχη ενός πανίσχυρου "μονοπωλίου";

Αλλά θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς ότι η πολιτική των συμμαχιών δείχνει μια τάση ηγεμόνευσης της αγοράς από ακόμη μεγαλύτερα τραστ, που θα ελέγχουν ασφυκτικά τα προϊόντα, τις τιμές, τις οικονομικές λειτουργίες και τις προεκτάσεις τους γενικότερα. Και εδώ η απάντηση που δίνει η πραγματικότητα είναι μονοσήμαντη: αν η εταιρεία επιλέγει τη συμμαχία αντί της συγχώνευσης ή της εξαγοράς, αυτό δείχνει ότι δεν αποδίδει στη συγκεκριμένη περίπτωση η πολιτική της τυφλής συγκεντροποίησης, αλλά μια διαφοροποιημένη στρατηγική που τείνει να απαντήσει στην ένταση του ανταγωνισμού με λύσεις ευέλικτες και λειτουργικές στο συγκεκριμένο. Αποτελεί μάλλον ένδειξη αδυναμίας του "μονοπωλίου", παρά απόδειξη της ισχύος του.

Παραμένει όμως το γεγονός ότι, σε παγκόσμια κλίμακα, οι μεγαλύτεροι κλάδοι βιομηχανιών και υπηρεσιών εμφανίζουν υψηλό βαθμό συγκέντρωσης. Για παράδειγμα, το ποσοστό των παγκόσμιων πωλήσεων που κατέχουν οι πέντε πρώτες επιχειρήσεις σε κάθε κλάδο ανέρχεται σε 69% στα διαρκή καταναλωτικά αγαθά, 57% στο αυτοκίνητο και τις αεροπορικές συγκοινωνίες, 52% στα ηλεκτρονικά είδη, 50% στον χάλυβα, 45% στο πετρέλαιο και τα PC, 42% στα μ.μ.ε, 38% στα χημικά, 29% στις ασφάλειες, ενώ υψηλή συγκέντρωση εμφανίζει και η αεροπορική βιομηχανία, η κατασκευή μικροεπεξεργαστών κλπ. (MSE, σ. 23). Ιδιαίτερη ακαμψία παρουσιάζουν εκείνοι οι κλάδοι όπου το κόστος έρευνας και ανάπτυξης (R&D) που απαιτείται προκειμένου να εισέλθει κάποιος στην αγορά είναι απαγορευτικό (τηλεπικοινωνίες, αεροδιαστημική), ενώ δεν ισχύει το ίδιο για άλλους κλάδους όπου οι νέες τεχνολογίες καθιστούν ιδιαίτερα εύκολη την πρόσβαση (μικροηλεκτρονική κλπ.). Αν όμως ισχύει από τα πράγματα αυτή η υψηλή συγκέντρωση μεγάλου μεριδίου της αγοράς στα χέρια μερικών εταιρειών, είναι εξίσου αληθές ότι πολλαπλάσιος αριθμός εταιρειών συνωστίζεται στο κατώφλι των μεγάλων, ως διαρκής απειλή για τους κυρίαρχους στις πωλήσεις του κλάδου. Ενώ και η ιστορική πορεία έχει δείξει ότι η τάση που κυριαρχεί δεν είναι εκείνη προς το "μονοπώλιο", αλλά προς την ένταση του ανταγωνισμού. Για παράδειγμα, αναφέρουμε ότι το 1970 τρεις επιχειρήσεις δέσποζαν στην Αμερικανική αγορά αυτοκινήτου. Σήμερα έχουμε εφτά μεγάλες επιχειρήσεις ακολουθούμενες από μια δεκάδα μικρότερων αλλά απειλητικών ανταγωνιστών (MSE, σ. 23).

Τα όσα αναφέραμε παραπάνω έχουν ενδιαφέρον από μόνα τους, μιας και είναι χρήσιμο να αντιπαρατίθενται τα στοιχεία προς τις δοξασίες που έχουν χρόνια κυριαρχήσει στην Αριστερά, και μάλιστα υπό την προμετωπίδα της μαρξιστικής ανάλυσης. Πέρα από τη σημαντική στρέβλωση των θεωρητικών προτύπων που προκάλεσαν αυτές οι δοξασίες (με την πρωτοκαθεδρία των ιδεών επί της πραγματικότητας), είχαν και μια άλλη πολύ βασική παρενέργεια: εμπέδωσαν τη βασική αντίληψη ότι θεμελιακό ειδοποιό γνώρισμα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι η τάση προς το "μονοπώλιο". Ολόκληρο το θεωρητικό οικοδόμημα του σοβιετικού μαρξισμού εδραζόταν πάνω σε αυτή την ανιστόρητη παραδοχή, αλλά και στις στρατηγικές των κομμουνιστικών κομμάτων, όλη η πολιτική θεωρία τους διαποτιζόταν από αυτή τη δοξασία. Είναι λοιπόν ιδιαίτερα διασκεδαστικό να διαπιστώνει κανείς δια γυμνού οφθαλμού ότι η κορωνίς του "μονοπωλίου", το πολυεθνικό "μονοπώλιο", είναι δημιούργημα του μεγαλύτερου "εχθρού" του: του ανταγωνισμού.

Ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός

Στην πορεία αυτής της ατελούς και αποσπασματικής επισκόπησης όψεων της παγκόσμιας πραγματικότητας στο χώρο των οικονομικών συναλλαγών, είδαμε πολλές προφάνειες να καταπίπτουν. Πρόκειται για "οφθαλμοφανή" και "πρόδηλα" συμπεράσματα που έχουν συχνά την ίδια εμπειρική αξία που υπάρχει στην Αριστοτέλεια θεωρία της πτώσης των σωμάτων, αν η τελευταία συγκριθεί με το νόμο της ελεύθερης πτώσης του Γαλιλαίου. Μύθοι λανσάρονται καθημερινά στην επικοινωνιακή αγορά, μύθοι που αλλάζουν με την ίδια ευκολία με την οποία εγκαθιδρύονται, ενώ η επανάληψη τους από τους ανυποψίαστους αναμεταδότες φαίνεται να τους προσδίδει ένα διαρκώς ογκούμενο κύρος. Αυτοί οι χάρτινοι πύργοι δεν αντέχουν όμως στην κριτική εξέταση μιας εμπεριστατωμένης έρευνας, και συντηρούνται μόνο με τίμημα τη διόγκωση της αμηχανίας των προπαγανδιστών τους. θα αναφέρουμε ενδεικτικά μερικούς, συμπυκνώνοντας εν πολλοίς τα συμπεράσματα που ευθέως προκύπτουν από τα προηγούμενα.

Μύθος Πρώτος: Η Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση. Η ιστορία αυτή είναι η πολιτικότερη όλων, γι' αυτό και φαίνεται να έχει τη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στην πραγματικότητα που πεισματικά αρνείται να υπακούσει στα κελεύσματα της. Οι εθνικοί καπιταλισμοί των Ευρωπαϊκών χωρών συνέκλιναν μεν στην πραγματοποίηση της ενιαίας αγοράς, γεγονός που μεταφέρει κίνητρα καινοτομίας και αναδιάρθρωσης μέσω του ανταγωνισμού, αλλά αρνούνται να υπακούσουν σε μια στρατηγική βίαιης νομισματικής ενοποίησης που αγνοεί τις πραγματικές οικονομικές αποκλίσεις και εντείνει τις αντιθέσεις μεταξύ τους. Η νέα πραγματικότητα, μετά τη γερμανική ενοποίηση και την ντε φάκτο κατάργηση του ΕΝΣ, δεν φαίνεται να πτοεί τους σχεδιαστές του μοντέλου. Μόνο που σε καμία επιστήμη δεν θα παρέμενε σε ισχύ ένα μοντέλο που εμφανίζει τόσο σημαντικές ασυμφωνίες με την πραγματικότητα. Η νομισματική ενοποίηση της ΕΟΚ (που μάλιστα εμφανίζεται να προκρίνει σήμερα μια στρατηγική διεύρυνσης της προς ανατολάς και προς βορρά) δεν φαίνεται να θέλει να διδαχθεί το παραμικρό από τις πραγματικότητες που ισχύουν σε διεθνές επίπεδο, όπου οι ισοτιμίες κυμαίνονται ελεύθερα και οι ισορροπίες προσαρμόζονται σταδιακά στα δεδομένα που διαμορφώνονται στην παγκόσμια αγορά. Εμφανίζει μάλιστα το εξής αντιφατικό σχήμα: προσποιείται προς τα έξω την ολοκληρωμένη κρατική δομή, όταν ούτε οικονομικά (κρατικός προϋπολογισμός), ούτε πολιτικά (κοινή εξωτερική και αμυντική πολιτική) εμφανίζει τα χαρακτηριστικά κράτους. Το αποτέλεσμα είναι να επιτείνονται οι εκκαθαριστικές λειτουργίες σε ορισμένες χώρες, ανεξάρτητα από την πραγματική κατάσταση της οικονομίας τους, και να γενικεύεται η ύφεση με ιδιαίτερα έντονες επιπτώσεις στην απασχόληση. Είναι αυτός άραγε ο πλέον ορθόδοξος τρόπος για να επιτευχθεί η περιβόητη ευελιξία στην αγορά εργασίας, είναι αυτή η ενδεδειγμένη μέθοδος για να καταπολεμηθεί η "ακαμψία" των εργασιακών σχέσεων στην Ευρώπη; Η "απορρύθμιση" των εργασιακών σχέσεων ακολουθεί εδώ την τεθλασμένη πορεία μέσω του νομισματικού, ενώ οι κραυγές μερικών για προστατευτισμό μόνο επιδείνωση θα φέρουν μακροπρόθεσμα.

Μύθος δεύτερος: οι πληθωριστικές πιέσεις. Όλη τη δεκαετία του '80, πάνω από κάθε απόπειρα τόνωσης της ζήτησης επλανάτο το φάντασμα του πληθωρισμού, και αποτέλεσε το έναυσμα για την επικράτηση των οικονομικών της προσφοράς με τις γνωστές μονεταριστικές κατευθύνσεις όσον αφορά την κίνηση των χρηματικών μαζών. Σήμερα όμως, με τα ποσοστά του πληθωρισμού να κινούνται σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα στις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ, οι ίδιες πολιτικές εξακολουθούν να προτείνονται με ακριβώς την ίδια επιχειρηματολογία, σαν να ήταν επικείμενη η ανεξέλεγκτη αναζωπύρηση του "τέρατος". Οι περιοριστικές πολιτικές φαίνονται ακόμη πιο παράλογες όταν είναι αποδεδειγμένο ότι στην πραγματικότητα ελέγχουν ένα πολύ μικρό ποσοστό των κεφαλαιακών ροών, μιας και η κατάργηση των συναλλαγματικών ελέγχων και οι συναλλαγές μετοχών και χρεωγράφων στα ανά τον κόσμο χρηματιστήρια, καθώς και η κίνηση των κεφαλαίων διεθνώς, καθιστούν τις διάφορες πολιτικές περιορισμού των χρηματικών όγκων μάλλον μέσα πολιτικού επηρεασμού εθνικών ακροατηρίων, παρά τρόπους άσκησης οικονομικής πολιτικής. Στο μόνο σημείο που οι πολιτικές αυτές έχουν επαφή με την πραγματική οικονομία είναι το ζήτημα των επιτοκίων, το οποίο κατά κύριο λόγο αντανακλάται στο ύψος των κρατικών ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους, και στις αντίστοιχες πολιτικές αντιμετώπισης του. Αυτό αποτελεί συχνά αφετηρία για τις πολιτικές καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης που πολλές χώρες ακολουθούν στη σημερινή περίοδο. Η απορρύθμιση" των χρηματιστηριακών αγορών οδηγεί λοιπόν, μέσω "ρυθμιστικής" παρέμβασης του κράτους και των κεντρικών τραπεζών, σε ένταση των πολιτικών αναδιάρθρωσης μέσα στην κρίση (βλ. και Economist, Economics Focus, 28.8.93).

Μύθος τρίτος: η "ευέλικτη εργασία". Σε όλες τις αγοραίες μελέτες και τα δημοσιογραφικά άρθρα που αφορούν σε τρόπους διεξόδου από την κρίση, μαγική συνταγή είναι η καταπολέμηση των ακαμψιών της αγοράς εργασίας που είναι ιδιαίτερα εμφανείς σε χώρες με παράδοση κοινωνικής πρόνοιας, και η μεγαλύτερη ευλυγισία των εργασιακών σχέσεων ως μέσο για την καταπολέμηση της ανεργίας. Αλλά εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι, παρά τα μέτρα που έχουν ληφθεί κατά καιρούς στην πιο πάνω κατεύθυνση από πολλές αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, το πρόβλημα της ανεργίας δεν ξεπεράστηκε στις χώρες με τις περισσότερο "ευέλικτες" εργασιακές σχέσεις, ενώ πολλά παραδείγματα υπάρχουν για το αντίθετο. Ας το επαναλάβουμε για άλλη μια φορά: οι σύγχρονες οικονομίες δεν στηρίζονται σε "ένταση εργασίας", ώστε περικόπτοντας το κοινωνικό κόστος της εργασίας να αποκτήσουν συγκριτικά πλεονεκτήματα! Οι κοινωνίες μας έχουν ξεπεράσει το στάδιο της μανιφακτούρας και μάλλον έχουν προχωρήσει μερικά βήματα πιο μπροστά. Πάντως, μια σημαντική αρνητική επίπτωση της αυξημένης κινητικότητας της εργασίας είναι και η μείωση της εκπαίδευσης, μετεκπαίδευσης και κατάρτισης στο χώρο εργασίας από τις επιχειρήσεις, γεγονός που με τη σειρά του επιδρά αρνητικά στην αύξηση της παραγωγικότητας, η οποία επιτυγχάνεται με τη μαθητεία στη συγκεκριμένη παραγωγή και την επινοητικότητα του εργαζόμενου που αναπτύσσεται στο συγκεκριμένο χώρο εργασίας (Economist, Economics Focus, 17.7.93). Αν μάλιστα ληφθεί επιπλέον υπόψη ότι ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα των σύγχρονων παραγωγικών προτύπων είναι και η συνεργατική μορφή εργασίας στο χώρο παραγωγής, που στηρίζεται στην ευρηματικότητα του εργαζόμενου για επιτόπια εμπειρική βελτίωση της παραγωγικής διεργασίας (βλ. και Economist, στο αφιέρωμα για τα 150 χρόνια του, άρθρο του Ρ. Romer με τίτλο "Ideas and Things", 11.9.93), τότε κατανοεί κανείς ότι η ελαστικότητα της εργασίας μπορεί να αποτελεί μέθοδο για τη ενίσχυση του κεφαλαίου στο συσχετισμό δύναμης με την εργασία, αλλά δεν είναι η συνταγή της επιτυχίας σε έναν κόσμο όπου κυριαρχεί ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός. Είναι απλά όπλο επιβίωσης των καθυστερημένων κεφαλαίων στον ενδοκεφαλαιακό ανταγωνισμό, έως ότου περάσουν το κατώφλι της υπανάπτυξης και ανακαλύψουν και αυτά τον θαυμαστό κόσμο της σχετικής υπεραξίας.

Και έτσι περνάμε στον τελευταίο από τους βασικούς μύθους της συγκυρίας, που φαίνεται να καταπίπτει και αυτός από το βάθρο όπου τον είχε εγκαταστήσει η απλή εμπειρική ανάγνωση των δεδομένων παλαιότερων εποχών: την κυριαρχία των "μονοπωλίων". Η τάση προς συγκέντρωση και συγκεντροποίηση φάνηκε να οδηγεί με σχεδόν αυτόματο τρόπο στη μεγάλη επιχείρηση, το "μονοπώλιο", που από εκεί και πέρα είχε λόγω της θέσης του και του όγκου του διασφαλισμένη την επιβίωση και, πολύ περισσότερο, την ευημερία και μακροημέρευση σε ένα κόσμο που γραμμικά εκινείτο προς τα μπρος. Όμως, αυτό που έκανε τη μεγάλη επιχείρηση να δεσπόζει στο στερέωμα του καπιταλισμού, ήταν τα κέρδη παραγωγικότητας που προέρχονταν από "οικονομίες κλίμακας", συναρτήσει του μεγέθους της: έτσι μπορούσε να αποσπά ένα μεγαλύτερο κέρδος από το μέσο, μιας και το κόστος της ευρισκόταν κάτω από το μέσο κοινωνικό κόστος παραγωγής. Αυτό που ξεχάστηκε στην πορεία είναι ότι τα δεδομένα που προαναφέραμε, αποτελούν συνέπεια του ανταγωνισμού και όχι στοιχείο που τον υπερβαίνει ή τον καταργεί. Το μέγεθος των επιχειρήσεων, η θέση τους στην αγορά, το περιθώριο κέρδους τους και οι τάσεις που εμφανίζουν στη διαδικασία συσσώρευσης, αποτελούν παράγωγα του ανταγωνισμού και όχι στοιχεία που τον αντιστρατεύονται. Για να μην μακρηγορούμε σε τούτο το καταληκτικό μέρος του άρθρου, ιδού τα στοιχεία που τεκμηριώνουν του λόγου το αληθές:

Την τελευταία χρονιά, η εταιρία κολοσσός της πληροφορικής IBM, είχε ζημίες ύψους 5 δις. δολ. μετά από καθοδική πορεία των τελευταίων τριών ετών, και ενώ πριν από μια δεκαετία δέσποζε στην αγορά, πριν εμφανιστούν οι ατομικοί υπολογιστές και δημιουργήσουν τη νέα κατάσταση πραγμάτων (Economist, 22.5.93). Παρόμοια τύχη είχαν και άλλοι γίγαντες της παγκόσμιας αγοράς που είδαν τη θέση τους να κλονίζεται μέσα σε λίγα χρόνια: Philips, General Motors, Matsushita, Daimler-Benz. Πολλές από αυτές τις εταιρείες κατάφεραν ή προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τη νέα συγκυρία με σειρά μέτρων, που στηρίζονται σε ορισμένες βασικές διαγνώσεις των αιτίων που οδήγησαν στην πτώση. Στις αλλαγές αυτές συγκαταλέγονται η διαφοροποίηση των προϊόντων που ακυρώνει ενμέρει τα κέρδη από "οικονομίες κλίμακας", η ευελιξία των νεοεισερχομένων στις αγορές επιχειρήσεων που τις καθιστά ικανές να ανταποκριθούν σε αυτή τη διαφοροποιημένη ζήτηση, η χρήση των νέων τεχνολογιών που διευκολύνει σε πολλούς τομείς την είσοδο νέων εταιριών χωρίς να απαιτείται τεράστιος όγκος παγίου κεφαλαίου, και η διοικητική ακαμψία των "γιγάντων" που εμφανίζουν μεγαλύτερες υστερήσεις στην προσαρμογή στα νέα δεδομένα (Economist, 17.4.93). Βλέπουμε λοιπόν ότι σε επίπεδο διάγνωσης, αυτό που διαβρώνει τη θέση των "μονοπωλίων" είναι ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός. Αλλά και σε επίπεδο θεραπείας το φάρμακο είναι το ίδιο: οι μεγάλες εταιρείες έχουν την τάση να υποδιαιρούνται σε αυτόνομες επιχειρησιακές οντότητες με ξεχωριστή διοίκηση και διαχείριση, διακριτές (και ενίοτε ανταγωνιστικές) στρατηγικές, αυτόνομη παρουσία στην αγορά και δική τους πολιτική συμμαχιών. Βλέπουμε λοιπόν ότι ο ανταγωνισμός παραμένει ο πυρήνας της σχέσης του κεφαλαίου, το στοιχείο εκείνο που διασφαλίζει την εύρυθμη λειτουργία και αναπαραγωγή του συστήματος. Και μπροστά στις διορθωτικές παρεμβάσεις που πραγματοποιούν οι ίδιοι οι μηχανισμοί που στηρίζονται στους νόμους κίνησης του κεφαλαίου, οι παρεμβατικές κινήσεις που αναλαμβάνουν τα κράτη και οι διαχειριστικές πολιτικές προκειμένου να διασφαλίσουν επιμέρους όψεις της διαδικασίας αναπαραγωγής, φαντάζουν σαν φτωχοί συγγενείς. Για να μη μιλήσουμε για τους Δον Κιχώτες της Αριστεράς που επί δεκαετίες κυνηγούσαν τα "μονοπωλιακά" φαντάσματα, όταν ο εχθρός είναι παντού, ελλοχεύει σε κάθε γωνιά, σε κάθε άκρη αυτής της κοινωνίας. Εκείνο που κινεί όλη αυτή την τεράστια μηχανή εξόρυξης της υπεραξίας και αναπαραγωγής των όρων λειτουργίας της κοινωνίας, είναι κάτι που είχε θεωρηθεί "ιστορικό" χαρακτηριστικό και "μεταβατικό" στάδιο του συστήματος: ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός.