Η μεθοδολογία του ύστερου κρατισμού
του Νίκου Κοτζιά

1. Εισαγωγικά

Ο Ν. Μουζέλης (στο άρθρο του: Το κράτος στην ύστερη ανάπτυξη: ιστορικές και συγκριτικές διαστάσεις, περιοδικό: Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τ. 1, Ιανουάριος 1993, σελ. 53-89), επαναλαμβάνει τη θέση του ότι στην Ελλάδα έχουμε ένα μεγάλο, μη αποτελεσματικό, αστικό κράτος που γεννήθηκε σε ένα μη αστικό περιβάλλον και ευθύνεται, ως απρόσωπο υποκείμενο, για τις όποιες καθυστερήσεις της ελληνικής κοινωνίας.

Σύμφωνα μ' αυτήν τη θέση, το ελληνικό κράτος δεν αποτέλεσε, ορισμένοι υποστηρίζουν ότι δεν είναι ούτε σήμερα, οργανικό συστατικό της καπιταλιστικής συσσώρευσης, όπως συνέβη στη Δύση. Ουσιαστικά το νεοελληνικό κράτος θεωρείται σαν ένα είδος «κράτους πατέρα» της νεοελληνικής κοινωνίας, γενικότερα κάθε καπιταλιστικής σχέσης, αν όχι και καπιταλιστή (στην περίπτωση και στο βαθμό βέβαια που γίνεται η παραδοχή ότι υφίστανται τέτοιες σχέσεις και κοινωνικές ομάδες στην Ελλάδα).

Υποστηρίζεται, δηλαδή, ή έστω υπονοείται, ανάλογα με την περίπτωση, ότι οι σχέσεις κράτους - κοινωνίας ήταν στην Ελλάδα (σχεδόν) μονοσήμαντες. Ότι μόνο το κράτος διαμόρφωνε στα μεγάλα ζητήματα και στις πλατιές ιστορικές γραμμές τη νεοελληνική κοινωνία και όχι η κοινωνία το κράτος, ότι δηλαδή το ελληνικό κράτος δεν βρέθηκε και ούτε αναπτύχθηκε μέσα από μια αμφίδρομη σχέση αλληλοδιαπλοκής με τον υπό ανάπτυξη, στρεβλό και εξαρτημένο, ελληνικό καπιταλισμό. Το νεοελληνικό κράτος εμφανίζεται να έχει επιβάλει, όπως ο κηπουρός το φυτό στη γλάστρα, από τα έξω την καπιταλιστική ανάπτυξη στη χώρα (εφόσον γίνεται αποδεκτό ότι υπήρξε κάτι τέτοιο).

Βέβαια, «εντός» αυτής της κατασκευαστικής γραμμής μπορεί να συναντήσει κανείς επιστημονικά ενδιαφέρουσες απόψεις με τις πιο διαφορετικές παραλλαγές, από τις πρωτότυπες, και συχνά πρωτοποριακές, αναλύσεις του Κ. Τσουκαλά, έστω και αν υιοθετεί την άποψη ότι το κράτος, και μόνο αυτό, ανέπτυξε τον αστισμό στην Ελλάδα (παραδειγματικά, Κ.Τσουκαλάς: Κοινωνική ανάπτυξη και κράτος, Αθήνα 1981 και Κράτος, κοινωνία εργασία, Αθήνα 1986) μέχρι την άποψη του Κονδύλη στον κατά τα άλλα εξαιρετικού ενδιαφέροντος πρόλογο της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου του «Η παρακμή του αστικού πολιτισμού» (Αθήνα 1991, σελ. 11-47), ότι ενώ το κράτος στην Ελλάδα ανέπτυξε ορισμένες πλευρές του αστισμού τελικά αυτός δεν μπόρεσε μέχρι σήμερα να κυριαρχήσει ουσιαστικά στην κοινωνική δομή της χώρας.

Απ' αυτή την άποψη, όσες αντιρρήσεις και διαφωνίες αν έχει κανείς, πρέπει να γίνει παραδεκτό ότι η θεωρία του «κράτους πατέρα», παραγωγού των (όποιων) καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων στην Ελλάδα, πρόσφερε σειρά ενδιαφέρουσες μελέτες και σκέψεις έστω και αν η ακραία της παραλλαγή καταλήγει ουσιαστικά στη μεταφυσική αντικαθιστώντας απλά το θεό με το κράτος και τη θεολογία με τον κρατισμό. Όπως ο θεός από τα πάνω κατασκευάζει τον κόσμο, ανάλογα θεωρείται ότι ένα κράτος, το νεοελληνικό, δημιουργεί την κοινωνία και το κοινωνικό γίγνεσθαι.

2. Άνω παραδοχές κρατικισμού

Στο εξεταζόμενο εδώ άρθρο του Ν. Μουζέλη, η άποψη του «κράτους πατέρα», άποψη η οποία αποτελεί, πάντα βέβαια κατά τη γνώμη μας, μια ιδιόμορφη αποθέωση του κρατισμού, στηρίζεται σε δύο βασικές παραδοχές, της ταύτισης του εθνικού νεοελληνικού κράτους με το αστικό και της παρουσίας στην Ελλάδα αστικού κράτους χωρίς καπιταλισμό.

2.α. Ταύτιση νεοελληνικού κράτους και αστικού κράτους

Ο N.M. αντιμετωπίζει και αναλύει το νεοελληνικό κράτος ως μια ιστορικά ενιαία ενότητα και οντότητα, χωρίς σημαντικές διαφοροποιήσεις σε περιόδους ανάπτυξης και φάσεις, όσον αφορά τη σχέση του με την κοινωνία.

Ο N.M. περιορίζεται μόνο στο διαχωρισμό του νεοελληνικού κράτους από το προϋπάρχον οθωμανικό κράτος το οποίο ορθά το αντιπαραβάλλει σ' αυτό της δυτικοευρωπαϊκής απολυταρχίας (σελ. 69). Όμως, από κει ύστερα ο N.M., όπως και οι περισσότεροι φορείς της θέσης του «κράτους πατέρα» δεν διακρίνει στην ανάπτυξη του νεοελληνικού κράτους ουσιαστικές τομές και ρήξεις, φάσεις ανάπτυξης και περιόδους διαφοροποίησης στο ρόλο και τις λειτουργίες του, τις ποιοτικές αλλαγές και «περάσματα» που υπήρξαν στον τρόπο που αλληλοδιαπλέχτηκε με την ελληνική κοινωνία μετά τον ενθικοαπελευθερωτικό αγώνα του '21 μέχρι σήμερα.

Το νεοελληνικό κράτος, όταν εμφανίζεται, στην πρώτη δηλαδή φάση ύπαρξης του, είναι καταρχήν ένα κράτος της πρωταρχικής συσσώρευσης του ελληνικού καπιταλισμού. Είναι, με μια έννοια, ένας αστικός θεσμός που γεννιέται στην εποχή που δεν έχει ακόμα εμφανισθεί η καπιταλιστική βιομηχανία (και πολύ λιγότερο κυριαρχήσει) στην Ελλάδα και κατά συνέπεια δεν μπορεί να ταυτισθεί με το κράτος του βιομηχανικού καπιταλισμού. (Για τις δυνάμεις που κυριαρχούν σ' αυτό, βλ. Γιάννης Μηλιός: Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη, Αθήνα 1988).

Θα έπρεπε να έχει κανείς μια σχετικά απλοϊκή σκέψη ώστε να ταυτίσει το κράτος της πρωταρχικής συσσώρευσης και του μη βιομηχανικού καπιταλισμού (του μη επαναστατικού δρόμου γέννησης του καπιταλισμού όπως υποστηρίζει ο Κ.Μαρξ) με το κράτος της καπιταλιστικής συσσώρευσης στο οποίο ο ρόλος του άμεσα παραγωγικού (δηλαδή με την στενή έννοια του όρου παραγωγικού - για την έννοια βλ. Ν. Κοτζιάς (διευθ.): Η διανόηση στην Ελλάδα, Αθήνα 1978) κεφαλαίου είναι πρωταρχικός. Αποτελεί δηλαδή σοβαρό μεθοδολογικό λάθος να ταυτίζονται δύο διαφορετικές περίοδοι ανάπτυξης της νεοελληνικής κοινωνίας και του κράτους της και να θεωρείται ότι η περίοδος εμφάνισης αυτών των δύο πραγματικών κατηγοριών της κοινωνικής κίνησης συμπίπτει τόσο στην αφετηριακή τους ημερομηνία, όσο και στην ιστορική τους διαδρομή.

Η πιο πάνω ταύτιση, έστω και αν είναι μόνο υπονοούμενη και όχι πάντα διατυπωμένη, ανάμεσα στο «ώριμο» αστικό κράτος, κράτος κυριαρχίας συγκεκριμένων παραγωγικών - κοινωνικών σχέσεων, και το νεοελληνικό κράτος, που εκτείνεται ιστορικά και στην περίοδο πρωταρχικής συσσώρευσης τους, δεν επιτρέπει στον N.M., και όχι μόνο σ' αυτόν, να διακρίνει και ξεχωρίσει τον ειδικό ρόλο του προκαπιταλιστικού κράτους στη μετάβαση προς τον ελληνικό καπιταλισμό γενικά, (και ακόμα ειδικότερα του κράτους στη φάση της πρωταρχικής καπιταλιστικής συσσώρευσης), απ' αυτήν του νεοελληνικού αστικού κράτους στην περίοδο πρωτοκαθεδρίας των καπιταλιστικών σχέσεων.

Η έλλειψη διάκρισης στο μοντέλο του «κράτους παραγωγού» των βαθμίδων ανάπτυξης του νεοελληνικού κράτους, όπως αυτής της προκαπιταλιστικής του λειτουργίας και συνάρθρωσης με την κοινωνία, της περιόδου της πρωταρχικής συσσώρευσης και τέλος της καθ' αυτό καπιταλιστικής συσσώρευσης, αντιβαίνει και στη λογική δομή ανάλυσης της πραγματικής κίνησης οποιουδήποτε φυσικού ή ακόμα περισσότερο κοινωνικού φαινομένου.

Παρακάμπτει, δηλαδή, το γενικά αποδεκτό επιστημολογικό γεγονός, ότι οι νόμοι γέννησης ενός φαινομένου, θεσμού ή κοινωνικής σχέσης δεν είναι οι ίδιοι με την από κει και ύστερα λογική κίνησης του φαινομένου που οι ίδιοι παράγουν. Δηλαδή, το προκαπιταλιστικό κράτος ναι μεν διευκολύνει στην ανάπτυξη του τον καπιταλισμό, αλλά δεν την υποκαθιστά. Ανάλογα οι νόμοι της πρωταρχικής συσσώρευσης και το κράτος που τους «επιβλέπει», τους στηρίζει και τους προωθεί, δεν είναι οι ίδιοι με αυτούς οι οποίοι διαπερνούν το αστικό κράτος και την καθ' αυτό καπιταλιστική συσσώρευση.

Διαφορετικά η όποια υπαρκτή μορφή ενός προκαπιταλιστικού κράτους, ή κράτους της περιόδου της πρωταρχικής συσσώρευσης, που «ενθυμίζει» καπιταλισμό (διότι πράγματι πολλές κατ' επίφαση λειτουργίες και δομές, μηχανισμοί και αρθρώσεις έχουν εμφυτευθεί στο νεοελληνικό κράτος απ' έξω - είτε λόγω της θέλησης των ισχυρών δυτικών, είτε λόγω της μηχανιστικής τους μεταφοράς από τμήματα της ελληνικής διανόησης - και κατά συνέπεια είναι μορφολογικά στοιχεία πιο προωθημένα από την πραγματική λειτουργία και ιστορική θέση του συγκεκριμένου κράτους) ταυτίζεται με το περιεχόμενο, δηλαδή αυτό το κράτος θεωρείται και κράτος μιας πιο προωθημένης λειτουργίας, της καπιταλιστικής.

2.β. Αστικό κράτος χωρίς αστισμό και αστούς;

Στην περίπτωση, όμως, που δεν έχουμε, όπως εμείς υποστηρίζουμε, αντίθεση ανάμεσα σε ορισμένα μορφολογικά στοιχεία και το ουσιαστικό περιεχόμενο, προκύπτει το ερώτημα πώς είναι δυνατό ένα κράτος που λειτουργεί από μη καπιταλιστικές δυνάμεις, σε ένα μη καπιταλιστικό περίγυρο και χωρίς την οικονομική παρουσία μιας αστικής τάξης, να είναι καπιταλιστικό; Εκτός και αν σύμφωνα με την άποψη την οποία υποβάλλουμε εδώ σε κριτική, ορισμένες μορφολογίες και όχι η ουσιαστική κοινωνική άρθρωση και λειτουργία καθορίζουν - και μάλιστα κατά αποκλειστικότητα - την ουσία του περιεχομένου και του χαρακτήρα ενός κρατικού συστήματος θεσμών.

Το ερώτημα μας είναι: τι είναι αυτό που κάνει το νεοελληνικό κράτος να λειτουργεί ως καπιταλιστικό και να επιδιώκει να κατασκευάζει αστούς, αν όχι η ίδια η κοινωνική, (μεθοδολογικά) εκτός δηλαδή κράτους, ανάπτυξη; Αλλά αν θεωρηθεί η κοινωνική εξέλιξη ως αιτία του αστισμού του νεοελληνικού κράτους, αυτόματα καταρρίπτεται η θέση ότι ο όποιος αστικός χαρακτήρας του κράτους εντοπίζεται εντός του και εκτός της ίδιας της κοινωνικής ανάπτυξης.

Το ίδιο ζήτημα προκύπτει και αν τοποθετήσουμε το ερώτημα αντίστροφα: ποιες είναι οι δυνάμεις που θέλουν και καταφέρνουν το νεοελληνικό κράτος να λειτουργεί υπέρ του καπιταλισμού ο οποίος ακόμα δεν υπάρχει; Η πολιτική της Μητρόπολης σε σχέση με την «περιφέρεια», όπως υποστηρίζει μια άλλη άποψη θεώρησης του νεοελληνικού κράτους; Μα είναι πλέον κοινά αποδεκτό ότι το σχήμα αυτό δεν ανταποκρίνεται στις ιδιαιτερότητες μιας χώρας, όπως η Ελλάδα που ασφαλώς και δεν ανήκει ούτε στον τρίτο κόσμο, ούτε και στις καθυστερημένες αναπτυσσόμενες χώρες της Ασίας και της Αφρικής (αναλυτικά βλ. Ν. Κοτζιάς: Ο τρίτος δρόμος τον ΠΑΣΟΚ, πέμπτη έκδοση, Αθήνα 1987). Αλλά εν πάση περιπτώσει αν ο N.M. πιστεύει σε κάτι τέτοιο, δεν έχει παρά να το πει.

Τέλος, με ποια έννοια θα μπορούσε ένα κράτος σε μια μη καπιταλιστική κοινωνία να είναι καπιταλιστικό; Με την έννοια ότι ρυθμίζει μαζί με την αγορά μια μη καπιταλιστική κοινωνία; ασφαλώς και όχι. Με την έννοια ότι συμβάλλει στη δημιουργία του καπιταλισμού στην Ελλάδα; Με μια έννοια ναι. Μόνο που σ' αυτή την τελευταία περίπτωση, ακόμα και αν αποδεχτούμε την προηγούμενη κατάφαση-θέση θα έπρεπε να τεθεί ως προϋπόθεση ότι γίνεται κοινά αποδεκτό πως άλλο το νεοελληνικό κράτος (με την έννοια των δυνάμεων που ηγεμονεύουν σ' αυτό, που το διοικούν, του χαρακτήρα και ρόλου των μηχανισμών του, των λειτουργιών που επιτελεί) που συμβάλλει στη δημιουργία ενός κοινωνικού συστήματος, το οποίο πρέπει, όμως, να είναι εν τω γίγνεσθαι βάση της δικής του εσωτερικής κίνησης και αντιφάσεων, δηλαδή και εξωθεσμικά, και άλλο το νεοελληνικό κράτος που το εδραιώνει και συμβάλλει στην αναπαραγωγή του, που αποτελεί ιστό και μηχανισμό αναπαραγωγής του.

Ας το πούμε διαφορετικά. Η εμφάνιση του εθνικού κράτους στην Ευρώπη μπορεί ιστορικά να συνδέεται με χίλια νήματα με την εμφάνιση και γέννηση του αστικού καπιταλιστικού κράτους, δεν ταυτίζεται όμως μαζί του. Και πολύ λιγότερο δεν μπορεί να ταυτισθεί εννοιολογικά, λογικά, κοινωνιολογικά μαζί του (βλ. Heinrich Haferkamp: Von der «Entzauberung des Staates» zur «Wiederkehr der Leviathan»?, στο Prokla 87/1992, σελ. 262-285 και αναλυτικότερα Anthony Giddens: The Nationstate and Violence. A Contemprorary Critique of Historical Materialismus, τ. 2, Oxford 1985).

Στην περίπτωση, της ταύτισης εθνικού και αστικού κράτους (που πράγματι σε ιστορικές περιόδους μπορεί να συμπίπτουν), ουσιαστικά ταυτίζεται η κοινωνιολογική έννοια της κοινωνίας σε σύνδεση και αλληλοδιαπλοκή με το εθνικό κράτος με την πολιτική μορφή του εθνικού κράτους. Δηλαδή ταυτίζεται η ιστορία του νεοελληνικού κράτους με την ιστορία του ελληνικού αστικού κράτους. Είτε «θετικά», στην περίπτωση που θα θεωρούσε ότι η παρουσία ελληνικού εθνικού κράτους αποτελεί τάχα την απόδειξη παρουσίας και κυριαρχίας ήδη από το 1821 του (βιομηχανικού) καπιταλισμού στην Ελλάδα, είτε «αρνητικά», σύμφωνα με έναν εξίσου απλουστευτικό αντιυλισμό που θα αποσύνδεε κάθε σχέση ανάμεσα στο αστικό και το εθνικό κράτος, ανάμεσα στον καπιταλισμό και το εθνικό κράτος, είτε, τέλος, από έναν ιδιόμορφο συνδυασμό των πιο πάνω, όπως στην κρινόμενη εδώ θέση, σύμφωνα με την οποία εξαρχής το νεοελληνικό κράτος ήταν αστικό αλλά η κοινωνία δεν μπόρεσε να γίνει ουσιαστικά αστική.

Αν βέβαια ταυτιστούν πλήρως οι δύο έννοιες, εθνικό και αστικό κράτος, και ταυτόχρονα ταυτιστούν οι δύο προαναφερόμενες φάσεις της ιστορίας του νεοελληνικού κράτους, τότε είναι πλέον εύκολο να αποδειχτεί ότι μπορεί να υπάρξει αστικό κράτος χωρίς αστισμό και καπιταλιστικό κράτος χωρίς καπιταλισμό. Με το να θεωρείται το νεοελληνικό κράτος ως μια ενιαία οντότητα και να αποδεικνύεται κατόπιν ότι ο καπιταλισμός στην Ελλάδα γεννήθηκε μετά το νεοελληνικό κράτος έχει πλέον διαμορφωθεί ο συνειρμός βάσει του οποίου εξάγεται το κατά τα άλλα αυθαίρετο συμπέρασμα ότι ο ελληνικός καπιταλισμός δημιουργήθηκε όχι απλά μετά το νεοελληνικό κράτος, αλλά από το ήδη υπάρχον αστικό νεοελληνικό κράτος.

Η δράση του κράτους δεν θεωρείται από τον N.M. μόνο υπεύθυνη για το δοσμένο γίγνεσθαι των νεοελληνικών κοινωνικών σχέσεων αλλά και ως μήτρα όλων των αρνητικών στοιχείων αυτής της κοινωνίας. Ένας θεσμός που πρωταρχικά είναι «μόνο» κράτος, κατόπιν γίνεται το νεοελληνικό κράτος που δημιουργεί και παράγει τις κοινωνικές σχέσεις και κατόπιν θεωρείται ως ο πατέρας αυτών των σχέσεων, αποκτά και κοινωνικό προσδιορισμό, γίνεται αστικό.

Το σχήμα, ότι «εν αρχή ην» το κράτος και μετά η κοινωνία είναι τουλάχιστον δύο αιώνες παλιό, αφού είχε ήδη κυριαρχήσει ανάμεσα στους συνταγματολόγους του 18ου αιώνα, όταν υποκαταστάθηκε η μεταφυσική θέση ότι ο θεός έφτιαξε τον άνθρωπο με τη νομική θέση, ότι ο νόμος έφτιαξε την ανθρώπινη σχέση.

Συμπερασματικά η άποψη που κάνει την πιο πάνω ιστορική αφαίρεση και απλουστευτική ταύτιση ανάμεσα σε τύπους κράτους και τον εθνικό προσδιορισμό τους, θεωρεί το κράτος σαν τον απόλυτο παραγωγό των κοινωνικών σχέσεων και ομάδων. Δεν το θεωρεί ως αποτέλεσμα της κοινωνικής διαπάλης και της κίνησης των κοινωνικών σχέσεων, όπως αυτές εκφράζονται και μέσα από το κράτος και επηρεάζονται από την άμεση παρέμβαση του. Το κράτος θεωρείται δηλαδή η μήτρα των πάντων. Μα τελικά αν αυτό δεν είναι κρατισμός, απολυτοποίηση του ρόλου του κράτους, τότε τι άλλο είναι κρατισμός;.

3. Μια αυθαίρετη σύγκριση

Στο άρθρο του ο Ν.Μ διατυπώνει τη γνώμη, που τη θεωρεί και ως τη «βασική του θέση», ότι «το κράτος έχει την κύρια ευθύνη για τη μη ικανοποιητική ανάπτυξη» των βαλκανικών χωρών, «τόσο στο παρελθόν όσο και σήμερα» (σελ. 53). Η «συγκεκριμένη δομή του κράτους» αυτών των χωρών της καθυστερημένης ανάπτυξης, αποτελεί τη βασική εξήγηση για την οικονομικοκοινωνική υστέρηση τους έναντι άλλων χωρών.

Προκειμένου ο N.M. να αποδείξει την πιο πάνω γενικευμένη θέση του κάνει σύγκριση ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Νορβηγία, αφού η τελευταία, κατά τον N.M., έχει «ανάλογα σημεία εκκίνησης και ανάλογες πηγές» (σ. 55) με τις χώρες της Βαλκανικής, ιδιαίτερα με την Ελλάδα.

Η ουσία της θέσης του N.M. βρίσκεται στο συμπέρασμα του ότι αν και η Νορβηγία και οι βαλκανικές χώρες, ήταν «εξίσου μικρές και φτωχές ευρωπαϊκές χώρες», που αντιμετώπιζαν «παρόμοιο διεθνές περιβάλλον και είχαν ίδια σημεία εκκίνησης», κατέληξαν τελικά σε διαφορετικά αποτελέσματα. Η Νορβηγία κατόρθωσε να έχει «πολύ καλύτερα αποτελέσματα» (σελ. 67) απ' ότι η Ελλάδα.

Αυτή η όντως υπαρκτή διαφορά οφείλεται, κατά τον N.M., στο γεγονός ότι τα εθνικά-κράτη «μπορούν να ανταποκριθούν με ριζικά διαφορετικούς τρόπους στις εμφανιζόμενες ευκαιρίες ή κρίσεις», και ότι αυτή «η διαφορετική ανταπόκριση οδηγεί σε ποιοτικά διαφορετική αναπτυξιακή κατεύθυνση» (σ. 68). Στο βαθμό που τα αποτελέσματα είναι διαφορετικά και υπάρχουν χαμένοι, συνεχίζει ο N.M., γίνεται φανερό ότι για τη θέση των τελευταίων, στους οποίους συγκαταλέγεται η Ελλάδα, «ο κύριος υπεύθυνος για την αποτυχία είναι το κράτος» (σελ. 68).

Εδώ κατασκευάζεται ένα μοντέλο που οι παραδοχές και οι αφαιρέσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται είναι απλουστευτικές και αυθαίρετες.

Η διαφορά ανάμεσα στην αρχικά κοινή οικονομική δομή και επίπεδο (σελ. 67κε) Ελλάδας και Νορβηγίας και στη σημερινή σε βάρος της Ελλάδας απόκλιση οφείλεται, έτσι υποστηρίζει ο N.M., στην αποτυχία του νεοελληνικού κράτους. Έτσι ως καθοριστικός παράγοντας της ιδιαίτερης, εξαρτημένης και καθυστερημένης τύχης της νεοελληνικής κοινωνίας και οικονομίας εμφανίζεται να είναι το γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία δεν διέθετε ή δεν απέκτησε ένα τόσο αποτελεσματικό και ορθολογικό, χωρίς πελατειακές σχέσεις, κράτος, όπως η Νορβηγία.

Στην περίπτωση αυτή ο κρατισμός στο αποκορύφωμα του, στον ρόλο μιας κακώς εννοούμενης απόλυτης ιδέας, συνδέεται πλέον με τον απόλυτο οικονομισμό. Διότι το κράτος, το στοιχείο διαφοράς Ελλάδας-Νορβηγίας, ανάγεται εδώ ακριβώς στο μοναδικό σημείο διαφοροποίησης ανάμεσα στις δύο χώρες χάρη στην υπόθεση ότι κατά τα άλλα δεν έχουν καμιά αφετηριακή διαφορά στην πορεία «εκσυγχρονισμού τους», αφού οι οικονομίες των δύο χωρών που εκτιμάται ότι αφετηριακά είναι κοινού επίπεδου και ποιότητας θεωρούνται ως το αποκλειστικό κριτήριο προσδιορισμού αυτών των αφετηριακών καταστάσεων.

Μ' αυτό τον τρόπο δύο παράγοντες αποκτούν μεθοδολογικά την απόλυτη προτεραιότητα: η οικονομική αφετηρία για την σύμπτωση και το κράτος για τη διαφοροποίηση. Η ανάπτυξη των κοινωνιών δύο χωρών και της σύγκρισης τους ανάγεται σε ένα απλουστευτικό γραμμικό σχήμα με δυο συνισταμένες. Πέραν του κράτους και της οικονομίας δεν υπάρχει τίποτα άλλο το ουσιαστικό στη διαμόρφωση ενός κοινωνικού σχηματισμού, ούτε κοινωνική διαπάλη, ούτε κοινωνικές διαπλοκές, ούτε πολιτισμικά στοιχεία, ούτε ιδεολογία. Πρόκειται για έναν «πρωτότυπο» συνδυασμό στοιχείων κρατισμού και οικονομισμού.

4. Κρατισμός και οικονομισμός

4.α. Η μεθοδολογία στην επιλογή κριτηρίων

Ο N.M. υπονοεί ουσιαστικά ότι αν τα οικονομικά δεδομένα συμπίπτουν τότε δεν υφίστανται διαφορές πέραν του κράτους. Αν είναι δυνατό! Οι απλουστεύσεις αυτές ενώ διαπερνούν την ουσία της επιχειρηματολογίας του N.M., δεν αντέχουν ούτε καν στην ανάπτυξη του ίδιου του τού σχήματος, και γι' αυτό, σε επιμέρους σημεία, αναγκάζεται και ο ίδιος να καταφεύγει σε επιμέρους διαφοροποιήσεις και να αυτοαναιρεί τη γενική του θέση.

Το θέμα μας ασφαλώς δεν είναι η όποια σύγκριση οικονομικών δομών ή δεικτών, που επικαλείται ο N.M., και αν αυτή είναι ορθή. Ας σημειώσουμε απλά, εδώ, ότι όχι μόνο δεν παραδεχόμαστε αυτή την εκτίμηση, αλλά ότι μεθοδολογικά είναι τόσο μονόπλευρη, ώστε σε λίγο κάποιοι άλλοι θα επικαλεστούν, τυπικά συγκριτικά, τη μεγάλη σύμπτωση οικονομικών δεικτών που υπήρξε ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ιαπωνία στη δεκαετία του '50.

Στο παρόν άρθρο μας ενδιαφέρει πολύ περισσότερο το πρόβλημα της μεθοδολογίας, όπως, αν και κατά πόσο στη σύγκριση της αφετηριακής θέσης και ιστορίας των δύο χωρών, προκειμένου να ερμηνευτούν οι σημερινές τους διαφορές, μπορεί κανείς να περιορίζεται στην σύγκριση της οικονομίας και αν κατόπιν δικαιούται, όπως ελπίζει ο N.M., να συμπεράνει ότι όποια διαφορά δεν οφείλεται στον οικονομικό παράγοντα, πρέπει άμεσα και αμεσολάβητα να αποδοθεί στο νεοελληνικό κράτος γενικά, και ειδικότερα σ' ορισμένες περιπτώσεις, στις κρατικές πελατειακές σχέσεις.

Εάν δεν θέλει, όμως, κανείς να γίνει θύμα οικονομισμού, δεν αρκεί να λέει, παραδειγματικά, στο τέλος του άρθρου του, ότι το πολιτικό (κακώς) επιβλήθηκε επί του οικονομικού (σελ. 83) με σκοπό να έχει απλά καλυμμένα τα νώτα του, αλλά να δείχνει τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα σ' αυτά τα δύο, αλλά και τα υπόλοιπα επίπεδα ή πεδία, μέσα στην κοινωνική διαπάλη και ανάπτυξη, να παίρνει αυτή τη σχέση υπόψη του συνολικά και όχι απλά στη μία ή άλλη πλευρά της ανάλυσης. Να την έχει δηλαδή σαν οδηγό ερμηνείας των όποιων διαφορών ανάμεσα σε κρατικούς θεσμούς (είτε διαφορετικών χωρών, είτε της ιστορίας και των καμπών στη διαδρομή ενός συγκεκριμένου κράτους) ή για να συγκρίνει τις κρατικές λειτουργίες δύο διαφορετικών χωρών. Έτσι πρέπει να πάρει υπόψη του, πράμα που δεν κάνει ο N.M., την προϊστορία, τη διεθνή θέση και σχέσεις της κάθε μίας από τις συγκρινόμενες χώρες καθώς και την διαξαγόμενη κοινωνική πάλη σ' αυτές, και σ' αυτά τα πλαίσια να αναλύσει και αξιολογήσει, αν δεν θέλει να κάνει αυθαίρετες αφαιρέσεις, τις μεταξύ τους ιδεολογικές και πολιτισμικές διαφορές. Το πρόβλημα με τον N.M. είναι ότι περιοριζόμενος στην «αφετηριακή θέση της οικονομίας» ουσιαστικά απολυτοποιεί ορισμένα αυθαίρετα επιλεγμένα κριτήρια, και αφήνει, χωρίς να εξηγεί τους λόγους, άλλα, μεγάλης συγκριτικής σημασίας, απέξω.

Είναι φανερό ότι η μεταοθωμανική Ελλάδα των βαλκανικών συγκρούσεων και πολέμων, της μικρασιατικής καταστροφής και του εμφυλίου, των πραξικοπημάτων και των σκληρών κοινωνικών αγώνων, των πολλαπλών εξωτερικών επιδράσεων και της ιδιόμορφης αστικής τάξης που την πρωταρχική της συσσώρευση την έκανε εκτός ελληνικού εδάφους, της προσφυγιάς και των άνισων σχέσεων δεν μπορεί να συγκριθεί με την Νορβηγία της μικρής αριστεράς, μιας χώρας που δεν γνώρισε ούτε εμφύλιους ούτε δεκάδες στρατιωτικά πραξικοπήματα, που δεν ήταν ενταγμένη στην καθυστερημένη οθωμανική αυτοκρατορία και στη βαλκανική των συνεχών εθνικών ταραχών, αλλά στην κατά διαστήματα ενιαία σκανδιναβική αγορά και ήταν φορέας μιας κουλτούρας με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του πολιτισμού της βόρειας Ευρώπης (που σίγουρα αφετηριακά, σε μια περίοδο σχετικά περιορισμένης διεθνοποίησης δεν ήταν ίδιος με τον μεσογειακό). (Μεθοδολογικά την ίδια παρατήρηση, σε άλλα πλαίσια, διατύπωσε ο Γ. Μηλιός για τις ατυχείς συγκρίσεις που κάνει ο Ν. Μουζέλης ανάμεσα στην Ελλάδα και χώρες της Λατινικής Αμερικής σε παλαιότερα κείμενα του. βλ. Γ. Μηλιός: Κριτική στο βιβλίο του Ν. Π. Μουζέλη: «Κοινοβουλευτισμός και εκβιομηχάνιση στην ημιπεριφέρεια. Ελλάδα, Βαλκάνια, Λατινική Αμερική», στο: Τεύχη Πολιτικής Οικονομίας, No 4, σελ. 99-127)

4.β. Το πρόβλημα της αποτελεσματικότητας

Το ελληνικό κράτος, εκτιμά ο N.M., σ' αντίθεση μ' αυτό της Νορβηγίας, «είναι ανίκανο να αντιδρά και να προσαρμόζεται λογικά στο ραγδαία μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον», με αποτέλεσμα να αποκτά «αντιαναπτυξιακό χαρακτήρα» (σ. 84). Σ' αυτές τις συνθήκες το ζητούμενο δεν μπορεί να είναι η κρατική ή μη παρέμβαση αλλά η αποτελεσματικότητα αυτής της παρέμβασης (σελ. 85) έστω και ενάντια στις ελίτ που ελέγχουν τον κρατικό μηχανισμό προς ίδιο όφελος και όχι προς τα «συμφέροντα της τάξης που υποτίθεται ότι "εκπροσωπούν"» (σελ. 88).

Από την πιο πάνω διατύπωση, και όχι μόνο, ο N.M. φαίνεται να αγνοεί την ιστορικά πολύ συγκεκριμένη σχέση ανάμεσα στην ανάγκη πολιτικής επιβίωσης και αναπαραγωγής ενός συστήματος και των δοσμένων οικονομικών παραγωγικών σχέσεων που περιλαμβάνει στο εσωτερικό του, από τη μια, και την ισχυρή δημοκρατική κοινή γνώμη της Ελλάδας που έτεινε συχνά στη ριζοσπαστική αμφισβήτηση αυτών ακριβώς των σχέσεων από την άλλη, και που εξανάγκαζε το νεοελληνικό αστικό κράτος να αποδεικνύει την όποια αποτελεσματικότητα του ακριβώς σ' αυτό το σημείο, στην προσπάθεια να ρυθμίσει αυτή την αντίφαση με πολιτικά (κατασταλτικά) μέσα σε βάρος και ενάντια στον όποιο ριζοσπαστικό δημοκρατισμό της κοινής γνώμης.

Η σύγκριση ανάμεσα στο κράτος της Νορβηγίας και σ' αυτό της Ελλάδας, όπως συχνά συμβαίνει σε συγκρίσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες, γίνεται με μέτρο μια στενά οικονομικά προσδιοριζόμενη έννοια της αποτελεσματικότητας με την οποία αγνοούνται, όμως, οι ειδικές συνθήκες δράσης και στοχοπροσήλωσης του νεοελληνικού αστικού κράτους και των δυνάμεων που κυριαρχούν σ' αυτό.

Στον N.M., αλλά και σε άλλους πολλούς, ενώ η έννοια της αποτελεσματικότητας αναφέρεται στο κράτος, έναν κεντρικό πολιτικό θεσμό της κοινωνίας, το περιεχόμενο της προσμετρούμενης σ' αυτό αποτελεσματικότητας είναι το ίδιο μ' αυτής που χρησιμοποιείται για την εκτίμηση κάθε επιχείρησης (όπου το καθοριστικό κριτήριο είναι οικονομικό). Μεθοδολογικά, όμως, ο προσδιορισμός της αποτελεσματικότητας του κράτους με οικονομικά κριτήρια κυρίως, είναι οικονομισμός.

Βέβαια στην έννοια της κρατικής αποτελεσματικότητας υπεισέρχεται με διττό τρόπο το στοιχείο της οικονομίας. Ως ανεξάρτητο δευτερεύον στοιχείο προσδιορισμού της και ταυτόχρονα ως συστατικό του πρωτεύοντος, δηλαδή του πολιτικού στοιχείου, αφού η πολιτική αποτελεσματικότητα του κράτους εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τα οικονομικά μέσα και δυνατότητες του. Όμως, η όποια επιδιωκόμενη οικονομική αποτελεσματικότητα του κράτους δεν στοχεύει πρωταρχικά στη μεγιστοποίηση κερδών, αλλά στην όσο το δυνατό μεγαλύτερη συμβολή του στην (κοινωνικοπολιτική) συνοχή του συστήματος του οποίου είναι πολιτικός θεσμός, στην εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων οικονομικής αποτελεσματικότητας όχι του ίδιου, αλλά της κυρίαρχης κοινωνικά ομάδας.

Σ' αυτό το πλαίσιο η αποτελεσματικότητα του κράτους προσδιορίζεται πρωταρχικά με πολιτικούς όρους στους οποίους οι οικονομικοί είτε υπεισέρχονται είτε παραμένουν αυτοτελείς αλλά υποταγμένοι στις ανάγκες του. Η πολιτική αντιμετώπιση ενός πολιτικού θεσμού, με πολιτικό ρόλο και λειτουργία μας οδηγεί σε τελείως διαφορετικά συμπεράσματα απ' ό,τι θα οδηγηθεί κανείς αν προσδιορίσει την αποτελεσματικότητα του με οικονομικούς και μόνο, ή έστω κύρια, όρους, όπως κάνει ο N.M..

Ο πολιτικός προσδιορισμός της έννοιας της αποτελεσματικότητας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το ελληνικό κράτος μπορεί στο άμεσα επόμενο καθήκον, πέραν των καθαυτό πολιτικών στόχων του, της οικονομικής αποτελεσματικότητας, να μην είναι επαρκές, το ίδιο ισχύει και για τα οικονομικά του μέσα στην πολιτική του λειτουργία, όμως σε σχέση με την προϊστορία του, το μέγεθος του, την ποιότητα του ίδιου και των προβλημάτων που αντιμετώπισε, τις οξυμένες κοινωνικές συγκρούσεις που ποδηγέτησε, υπήρξε σχετικά - ιστορικά, στο κύριο κριτήριο αποτελεσματικότητας, το πολιτικό πεδίο, αρκετά πετυχημένο.

Το νεοελληνικό αστικό κράτος σε σχέση λοιπόν με την ποιότητα και τα εργαλεία του, με τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει, σε σύγκριση με άλλα βαλκανικά κράτη ήταν σχετικά αποτελεσματικό. Από την άλλη αυτή η αποτελεσματικότητα του κινήθηκε σε χαμηλότερες κλίμακες απ' αυτή των δυτικοευρωπαϊκών κρατών και δεν μπόρεσε να επεκταθεί ουσιαστικά σε πέραν της πολιτικής τομείς. Μ' αυτή την έννοια, σε σχέση με την αναπτυγμένη Δύση, η αποτελεσματικότητα του είναι σχετικά περιορισμένη.

Συμπερασματικά, η αποτελεσματικότητα του ελληνικού κράτους πρέπει να προσδιορίζεται έχοντας ως αφετηρία όχι κάποια αμιγώς οικονομικά κριτήρια, αλλά τη σφαίρα του πολιτικού στις ελληνικά ιδιόμορφες συνθήκες.

4.γ. Οικονομισμός και η έννοια της αστικής τάξης

Την έννοια της αποτελεσματικότητας ο N.M. τη συνδέει με τη στάση των «ελίτ» των κρατικών μηχανισμών απέναντι στην τάξη που εκπροσωπούν ή υποτίθεται ότι εκπροσωπούν. Μ' αυτό τον τρόπο αναπαράγεται (λάθος που διαπερνά τη σκέψη του Ν. Πουλαντζά και τις παραδοσιακές σχολές της θεωρίας του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού) ένας οικονομιστικός προσδιορισμός της αστικής τάξης.

Η ουσία της αντίρρησης μας έχει σαν αφετηρία έναν μη οικονομίστικο προσδιορισμό της άρχουσας τάξης. Η αστική τάξη κατά τη γνώμη μας δεν αποτελείται μόνο από το τμήμα (τους καπιταλιστές) που δραστηριοποιείται στη σφαίρα της οικονομίας (με κέντρο του το άμεσα παραγωγικό κεφάλαιο), αλλά είναι ένα σύνθετο σύνολο τμημάτων, μια κοινωνική ομάδα με εσωτερικό καταμερισμό εργασίας. Ασφαλώς οι καπιταλιστές, οι ιδιοκτήτες βασικών μέσων παραγωγής, αποτελούν τον πυρήνα της αστικής τάξης. Όμως η αστική τάξη δεν αποτελείται μόνο από τον πυρήνα της. Σ' αυτήν ανήκουν και τα τμήματα που διευθύνουν τους παραγωγικούς και πολιτικούς θεσμούς της τάξης, άλλα τμήματα που καθοδηγούν το σύνολο των υπόλοιπων τομέων κοινωνικής δράσης και δραστηριότητας. Στην αστική τάξη εντάσσονται δηλαδή τμήματα του αστικού κόσμου που δεν ανήκουν μεν στο οικονομικά ιδιοκτησιακά ιδιαίτερα προσδιοριζόμενο τμήμα-πυρήνα της τάξης, αλλά αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της.

Στα πλαίσια του πιο πάνω προσδιορισμού, οι μόνιμες «κρατικές ελίτ», όπως και οι ηγεσίες των κομμάτων που εναλλάσσονται στο ρόλο του οργανικού «καθοδηγητή» των κρατικών μηχανισμών, δεν εκπροσωπούν κάποια τρίτη τάξη, ούτε αποτελούν μια τάξη με δικά της συμφέροντα κάθετα αντίθετα μ' αυτά των καπιταλιστών, αλλά είναι ένα ειδικό τμήμα της τάξης που έχει εντός αυτής της τάξης και στη διαδικασία εδραίωσης, αναπαραγωγής και σταθεροποίησης της εξουσίας κυριαρχίας της ειδικά ιδιαίτερα συμφέροντα έναντι των άλλων, μη άμεσα πολιτικά δρώντων τμημάτων της τάξης (εκτός αν πιστεύει κανείς ότι ο Μητσοτάκης ή ο Μάνος, ο Ζολώτας ή ο Χαλικιάς, ο Χριστοδούλου και τόσοι άλλοι δεν ανήκουν στην αστική τάξη και ανήκουν σ' αυτή κάποιοι μεσαίοι επιχειρηματίες). Συγκροτούν την πολιτική μερίδα/σκέλος της τάξης με ειδικές λειτουργίες, δικαιώματα και συμφέροντα και με μια συνεχή διαπάλη να αναβαθμιστούν στο εσωτερικό της κυρίαρχης ομάδας.

4.δ. Το μεγάλο κράτος

Ο N.M. θεωρεί ιδιομορφία και αποτέλεσμα της κακής λειτουργίας του ελληνικού κράτους και των πελατειακών σχέσεων που το διαμόρφωσαν και που το ίδιο συγκρότησε τον μεγάλο του όγκο.

Η θέση ότι το ελληνικό κράτος είναι μεγάλο, μεγαλύτερο απ' αυτό που διαμορφώθηκε στις χώρες της Δύσης, μεγαλύτερο απ' ό,τι χρειάζεται, μεγαλύτερο απ' ότι έπρεπε προκειμένου να είναι αποτελεσματικό, διαπερνά το σύνολο σχεδόν των αναλύσεων της ελληνικής κοινωνίας. Μ' αυτό τον τρόπο, πάλι, μέσα από γενικούς απλουστευτικούς προσδιορισμούς χάνεται η ιδιαιτερότητα του ελληνικού κράτους.

Το νεοελληνικό κράτος σε σχέση με πολλά δυτικά δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Ούτε η ιδιοκτησία του, σε ποσοστά, είναι μεγαλύτερη από ό,τι του ιταλικού, π.χ. κράτους, ούτε οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του είναι πολυπληθέστεροι του γαλλικού ή των ΗΠΑ, ούτε τα δημόσια ελλείμματα του είναι πολύ μακρύτερα των αντίστοιχων του Βελγίου.

Η ιδιομορφία του ελληνικού κράτους, κατά τη γνώμη μας, δεν έγκειται κύρια στο γενικό μέγεθος του, αλλά στη διάταξη αυτού του «όγκου». Ότι ναι μεν πράγματι έχει ορισμένες λειτουργίες και μηχανισμούς του υπερβολικά διογκωμένους, όμως σε σειρά άλλων δραστηριοτήτων του η παρουσία του είναι σχετικά περιορισμένη. Η θέση για το μεγάλο ελληνικό κράτος δυσκολεύει την απαιτούμενη διαφοροποιημένη ανάλυση και διαμόρφωση στρατηγικής (ανάλογα με την πολιτική άποψη:) υπέρβασης, ή εκδημοκρατισμού ή έστω εκσυγχρονισμού του ελληνικού κράτους. Μέσα από γενικόλογες εκτιμήσεις δεν αναλύεται το συγκεκριμένο ειδικό αντικείμενο του κράτους, ή ορισμένοι τρίτοι (όπως οι συντηρητικοί) θέλουν να αποκρύψουν το πού ακριβώς, σε ποια σημεία και πεδία είναι μεγάλο το ελληνικό κράτος.

Η ιδιαιτερότητα του ελληνικού κράτους σε σχέση με άλλες χώρες ίδιου ή υψηλότερου επίπεδου ανάπτυξης έγκειται στο γεγονός ότι διαθέτει διογκωμένους τους παραδοσιακούς μηχανισμούς του «κράτους νυχτοφύλακα» και του «παρεμβατικού κράτους» και υπανάπτυκτους τους μηχανισμούς της πρόνοιας, του δικαίου (όχι δικαιοσύνης, αυτοί είναι υπεραναπτυγμένοι) του λεγόμενου «γνωστικού κράτους» (βλ. Ν. Κοτζιάς: Το γνωστικό κράτος, Έθνος 22.5.1993) κ.ο.κ.

Κατά συνέπεια, η εκτίμηση ότι το ελληνικό κράτος είναι μεγάλο, ως απόδειξη της ιδιαιτερότητας του γενικά και της παρουσίας πελατειακών σχέσεων ειδικά, δεν λέει θεωρητικά πολλά, αλλά ούτε και προσφέρει κάτι στον προσανατολισμό της πρακτικής πολιτικής. Αντίθετα, η εκτίμηση ότι το ελληνικό κράτος έχει αναπτύξει υπερβολικά τις παραδοσιακού τύπου λειτουργίες και μηχανισμούς και ότι δεν έχει επάρκεια στους «σύγχρονους», ότι δεν λειτουργεί θεσμικά επαρκώς διαφοροποιημένα και διαθέτει υπεροχή «νόμιμης» αλλά όχι νομιμοποιημένης δράσης δείχνει τόσο την πραγματική, ποιοτική, ιδιομορφία (το πού πραγματικά είναι μεγάλο, με ποιο τρόπο και με τι κέντρα βάρους, χωρίς να συσκοτίζεται το γεγονός των σημαντικά υπανάπτυκτων, μικρών περιοχών) όσο και το ποια είναι τα πραγματικά του προβλήματα.

4.ε. Πελατειακές σχέσεις

Η αγνόηση της ιδιόμορφης πολιτικά προσδιοριζόμενης αποτελεσματικότητας και της καθυστερημένης διάταξης των μηχανισμών του ελληνικού κράτους από τον N.M., για να μην πούμε από όλους όσους έχουν παραπλήσιες απόψεις, αποτελεί το έδαφος πάνω στο οποίο ο N.M. αποσυνδέει τον τύπο και τις μορφές οργάνωσης του κράτους από τα κοινωνικά κινήματα και ανάγει το μεγάλο μέγεθος του ελληνικού κράτους μονοδιάστατα στα φαινόμενα των πελατειακών σχέσεων. Μ' αυτόν, όμως, τον τρόπο αντιστρέφει τις σχέσεις αιτίας αποτελέσματος, προβλήματος αντιμετώπισής του από τους πολιτικούς μηχανισμούς του κράτους.

Ο N.M. στηρίζει την άποψη του στην αυθαίρετη εκτίμηση ότι οι πελατειακές σχέσεις δεν είναι δυτικό φαινόμενο, ή εν πάση περιπτώσει αποτέλεσε ένα φαινόμενο που στη Δύση δεν επιβίωσε (σελ. 77), ενώ αντίθετα η Ελλάδα κυριαρχείται απ' αυτό.

Δεν είναι τυχαίο ότι στη βάση αυτής της λογικής, απ' όλα τα πολιτισμικά στοιχεία, από την κοινωνική διαπάλη, από το λαϊκό κίνημα των δύο χωρών, τα μόνα στοιχεία που διακρίνει ο N.M. και τα θεωρεί άξια προσοχής ενός πολιτειολόγου, είναι οι παράγοντες που κατέτειναν να διαμορφωθεί η Ελλάδα σε ένα κράτος που στηρίζεται στις πελατειακές σχέσεις (σελ. 77), και η Νορβηγία σε ένα κράτος που επηρεάζεται από μια «δημοκρατικά προσανατολισμένη» κοινή γνώμη (υποσ. 45).

Με αυτό τον τρόπο, ο N.M. ανάγει το φαινόμενο των πελατειακών σχέσεων σε ένα «ειδικό» ελληνικό (κρατικίστικο) φαινόμενο, ενώ η παρουσία μιας δημοκρατικά προσανατολισμένης κοινής γνώμης προσδιορίζεται ως ένα μη ελληνικό φαινόμενο.

Είναι άξιον απορίας πώς είναι δυνατό μετά τις πολλαπλές αποκαλύψεις πολιτικών-κρατικών και οικονομικών σκανδάλων σε όλες τις κεφαλαιοκρατικές χώρες, από τη Βραζιλία (της οποίας ο Πρόεδρος καθαιρέθηκε) μέχρι και την Γερμανία, από την Γαλλία μέχρι τις ΗΠΑ του Ουότεργκέιτ, να θεωρεί κανείς τις καθαυτό σχέσεις κράτους και πελατείας ως μια ελληνική ιδιομορφία.

Οι σχέσεις κράτους και πελατείας, αντίθετα από ό,τι πιστεύει ο N.M., λειτουργούν στις περισσότερες χώρες της Δύσης και μάλιστα σε διπλή κατεύθυνση. Από τη μια το κράτος εμφανίζεται με τη μορφή πελάτη απέναντι σε μερίδες του κεφαλαίου, συχνά με κριτήρια εξωοικονομικού ορθολογισμού. Από τη άλλη παίζει τον ρόλο πωλητή, κάνοντας παραχωρήσεις και διαθέτοντας θέσεις στους πολιτικούς πελάτες, δηλαδή τους ψηφοφόρους, κύρια, του κάθε φορά κυβερνητικού κόμματος. Δεν έχει παρά να σκεφτεί κανείς τις αποκαλύψεις που γίνονται τους τελευταίους μήνες στην Ιταλία, για να δει ότι οι διαφορές Ελλάδας-Ιταλίας δεν είναι τέτοιες και τόσες στον τομέα των λεγόμενων πελατειακών σχέσεων (εκτός από το γεγονός ότι στην δεύτερη οι πελάτες δεν συνδέονται με το κράτος πάντα μέσω της «λιανικής» αλλά και μέσω του οργανωμένου «χονδρεμπορίου», των ειδικών οργανώσεων πελατειακών σχέσεων, δηλαδή της μαφίας), ώστε να αποτελεί η παρουσία τους απόδειξη της μη ύπαρξης αστισμού στην Ελλάδα ή ιδιόμορφου κράτους.

Ίσως κάποιοι να επικαλεστούν το άτοπο επιχείρημα ότι οι πελατειακές σχέσεις στην Ιταλία έχουν διαδοθεί κύρια στο Νότο όπου δεν υπάρχει αναπτυγμένος αστισμός. Το επιχείρημα αυτό όχι μόνο δεν είναι επιστημονικά επαρκές, αλλά δεν στέκει ούτε καν δημοσιογραφικά, αφού όλοι μας γνωρίζουμε ότι το προπύργιο των πελατειακών σχέσεων στην Ιταλία είναι το Μιλάνο (ή Ταντζεντόπολη: πόλη των σκανδάλων και των πελατειακών σχέσεων), μια από τις τρεις πιο αναπτυγμένες περιοχές του δυτικοευρωπαϊκού καπιταλισμού.

Όμως ας πάμε και στα πιο δύσκολα. Ο καπιταλιστικά πιο αναπτυγμένος χώρος της δυτικής Ευρώπης είναι σήμερα η πρώην δυτική Γερμανία και αντίστοιχα του Κόσμου, οι ΗΠΑ. Δυο χώροι στους οποίους, είναι κοινό μυστικό, υπάρχουν ισχυρά διακλαδωμένες πελατειακές σχέσεις. Ακριβώς εξαιτίας της παρουσίας τους αναπτύχθηκαν και τα αντίστοιχα θεωρητικά μοντέλα που χαρακτηρίζουν το πολιτικό σύστημα των προαναφερομένων χωρών τους ως ένα πεδίο αγοράς και πώλησης ψήφων και πολιτικών εκδουλεύσεων.

Στις αρχές του αιώνα μας, ο Μ. Weber μίλησε για τις «ανταλλαγές» και «αντιπαροχές» ανάμεσα στον πολιτικό και τους ψηφοφόρους του (Μ. Weber, Politische Schriften, Tübingen 1971, σελ. 261-270, 324-9). 0 S. Coleman μιλά για δανειοδότηση από τον ψηφοφόρο της ψήφου του σε συγκεκριμένο πολιτικό με την αναμονή της ανταπόδοσης (:Political Money, στο: The American Political Science Review LXIV, 1970, σελ. 174-187), ενώ ο Τ. Parsons ανέλυσε τη σχέση αγοράς ανάμεσα στην «αξία εξουσίας» της ψήφου και στη αποπληρωμή της από την πολιτική εξουσία που ικανοποιεί τις απαιτήσεις και τα συμφέροντα που εκφράζει η αποδοθείσα σε συγκεκριμένο πολιτικό ψήφος (:Οη the Concept of Political Power (1963) στο: Politics and Social Structure, New York 1969, εδώ σελ. 391κε.). Και όλοι αυτοί μίλησαν για τις πελατειακές σχέσεις του πολιτικού συστήματος και της κοινωνιολογίας των αναπτυγμένων κεφαλαιοκρατικών χωρών χωρίς να έχουν βέβαια στο μυαλό τους την Ελλάδα.

Μάλιστα τόσο ο Μ. Weber (Politische Schriften, ό.π. σελ. 401-2, 528-9) όσο και ο σύγχρονος βεμπεριανός θεωρητικός των συστημάτων R. Münch (:Die Struktur der Moderne, Frankfurt/M. 1992, σελ. 486κε), προχώρησαν τη μελέτη των σχέσεων «δανειοδότησης των πολιτικών με ψήφους», των «πελατειακών σχέσεων» (ναι! κατά λέξη) και απέδειξαν ότι αυτές μπορούν να διαμορφωθούν μέσα από δύο μοντέλα σχέσεων:

Στο πρώτο έχουμε να κάνουμε με τις «αποτελεσματικές» πελατειακές σχέσεις μακροχρόνιου χαρακτήρα στις οποίες οι εκλογείς δεν απαιτούν άμεση ανταπόδοση. Αυτού του τύπου τις σχέσεις τις ονομάζουν «δανειοδοτήσεις και επενδύσεις σε πολιτικές επιχειρήσεις» πελατειακών σχέσεων μακροχρόνιας διάρκειας. Αντίθετα στον δεύτερο τύπο έχουμε να κάνουμε με ασταθείς σχέσεις που επιδιώκουν την απόκτηση άμεσου οφέλους και είναι, κατά συνέπεια, μακροχρόνια λιγότερο επωφελείς.

Ακόμα και αν δεχτούμε, λοιπόν, την έννοια και το εργαλείο ανάλυσης των πελατειακών σχέσεων, πάλι θα καταλήγαμε ότι ο N.M., πέρα από το γεγονός ότι το απολυτοποιεί και υποκαθιστά με αυτό το φαινόμενο την ίδια την ανάλυση του συνολικού πολιτικού συστήματος, λαθεμένα το θεωρεί ως ιδιαίτερο αποκλειστικό ελληνικό βαλκανικό φαινόμενο.

Όπως προαναφέρθηκε πρόκειται για ένα φαινόμενο που έχει εντοπιστεί στην Δύση ήδη στις αρχές του αιώνα μας, με διαφορετικές κάθε φορά μορφές, και αποτέλεσε από τότε εργαλείο ανάλυσης πλευρών του πολιτικού συστήματος της Γερμανίας και των ΗΠΑ. Η όποια αξιοποίηση του θα απαιτούσε από τους εγχώριους οπαδούς αυτού του θεωρητικού σχήματος τουλάχιστον τη γνώση των δύο κατηγοριών διαφοροποίησης του όρου. Σ' αυτή την περίπτωση το πολύ-πολύ να κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι η ιδιομορφία της Ελλάδας δεν βρίσκεται στην παρουσία των όποιων πελατειακών σχέσεων, αλλά στο γεγονός ότι αυτές έχουν ορισμένες καθυστερήσεις και τείνουν λιγότερο στις «επενδυτικού» και περισσότερο στις «εμπορικού» τύπου πελατειακές σχέσεις.

Συμπερασματικά, ο N.M. ανάγει, όπως και πολλοί άλλοι αναλυτές της ελληνικής πραγματικότητας, τις πελατειακές σχέσεις σε καθαυτό ιδιαιτερότητα του ελληνικού κράτους, αν όχι και απόδειξη της έλλειψης καπιταλιστικής ανάπτυξης και αστισμού στην χώρα. Μ' αυτό τον τρόπο υποτιμούν τη γενική λειτουργία που ασκούν οι τέτοιες σχέσεις στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες. Ότι δηλαδή, ανάλογα με την συγκυρία ή την ένταση της κοινωνικής πάλης, αποτελούν σ' όλες τις χώρες όπου εμφανίζονται ένα είδος υποκατάστατου σειράς λειτουργιών νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος και των μηχανισμών διαμόρφωσης του λεγόμενου «κοινωνικού κράτους». Και είναι φυσιολογικό, ότι όταν το κοινωνικό κράτος είναι υποανάπτυκτο και η κοινωνική διαπάλη έντονη, να είναι, αντίστροφα, η ένταση παρουσίας των πελατειακών σχέσεων σχετικά ισχυρή.

5. Απαύγασμα

Στο άρθρο του ο N.M. στηρίζεται σε μια απολυτοποίηση του ρόλου του νεοελληνικού κράτους που το ανάγει σε κράτος παραγωγό και πατέρα του ελληνικού καπιταλισμού. Σ' αυτή του τη θέση στηρίζεται, μεθοδολογικά, στην απολυτοποίηση του φαινόμενου των πελατειακών σχέσεων και στον οικονομίστικο προσδιορισμό της έννοιας της αποτελεσματικότητας, στην αγνόηση των διαφοροποιημένων κατηγοριών «πελατειακών σχέσεων». Ότι η παρουσία τους δεν αποτελεί ένα «κατεξοχήν ελληνικό φαινόμενο», αλλά ότι ο ειδικός τύπος τους στην Ελλάδα αποτελεί τόσο μια ιδιαιτερότητα της χώρας, όσο και ένα ειδικό τύπο πελατειακών σχέσεων.

Προκειμένου ο N.M. να αποδείξει τη θέση του, συγκρίνει τη Νορβηγία με την Ελλάδα κάνοντας την αυθαίρετη υπόθεση ότι η αφετηριακή θέση των δύο χωρών, που εμείς θα τις προσδιορίζαμε οικονομικά, πολιτικά, πολιτισμικά, με βάση τη διεξαγόμενη σ' αυτές κοινωνική πάλη και από τη θέση της χώρας στο διεθνές σύστημα των σχέσεων, είναι η ίδια. Προκειμένου να το αποδείξει αυτό επικαλείται την αρχική σύμπτωση ορισμένων οικονομικών δεικτών. Μ' αυτό τον τρόπο, όμως, ανάγει την οικονομία σε μοναδικό κριτήριο συγκρισιμότητας δύο χωρών, καταλήγει δηλαδή σ' αυτή την πλευρά της ανάλυσης του στον οικονομισμό.

Η όλη σκέψη και μεθοδολογία του N.M. στο κρινόμενο εδώ άρθρο διαπερνάται από μια μετακίνηση από τον οικονομισμό στον κρατισμό και από την προσπάθεια να εντοπιστεί η ιδιομορφία του ελληνικού κράτους και κοινωνίας σε σχέσεις και στοιχεία που είναι ορατά, και επιστημονικά εντοπισμένα στις ισχυρότερες καπιταλιστικές χώρες της Δύσης, ή με απλουστευτικές ταυτίσεις όλων των φάσεων και περιόδων ανάπτυξης του νεοελληνικού κράτους με το αστικό κράτος - και την κοινωνιολογική ταύτιση εθνικού και αστικού κράτους -, τη μη διαφοροποίηση ανάμεσα στην πρωταρχική συσσώρευση και την καθαυτό καπιταλιστική συσσώρευση που σφραγίζουν και την κίνηση του νεοελληνικού αστικού κράτους. Μ' αυτό τον τρόπο αδυνατεί να εντοπίσει τις πραγματικές ιδιομορφίες του ελληνικού αστικού κράτους και να αναλύσει τον ιδιόμορφο όγκο και διάταξη των μηχανισμών του.