Η μαρξική Darstellung ως μετωνυμία της σπινοζικής εμμένειας

και το «θέατρο χωρίς συγγραφέα» στον Αλτουσέρ *


του Γιώργου Φουρτούνη


1. Darstellung και Vorstellung


1.1. Η Darstellung


Σύμφωνα με τον Αλτουσέρ, όπως αναπτύσσει το επιχείρημά του κυρίως στο Lire L e Capital,η κατηγορία της Darstellung αποτελεί έναν κομβικό όρο, στον οποίο συναντώνται πολλές γραμμές σκέψης, ένα σημείο διασταύρωσης πολλών εννοιολογικών διακρίσεων. Επιχειρώντας να αναλύσω αυτόν τον πολύπλοκο κόμβο, ας θυμίσω ότι στο μαρξικό κείμενο η Darstellung έχει πρωταρχικά επιστημολογικό και μεθοδολογικό νόημα: αφορά την αρμόζουσα και επαρκή «παρουσίαση ή έκθεση του υπό διερεύνηση αντικειμένου», 1 και δηλώνει τον επιστημονικό και με αποδεικτική ισχύ «τρόπο έκθεσης» (Darstellungsweise) των εννοιών στη συνάρθρωσή τους· με πιο σύγχρονους όρους, θα λέγαμε ότι αφορά την ανάπτυξη του εννοιολογικού συστήματος μιας επιστήμης. Ο Αλτουσέρ θα συσχετίσει αυτήν την κατηγορία με τη «μέθοδο ανάλυσης» που ο Μαρξ, κατά δήλωσή του, «εφάρμοσε» για πρώτη φορά σε οικονομικά αντικείμενα ή φαινόμενα, 2 επισημαίνοντας ότι ο ίδιος ο Μαρξ θα ταυτίσει στη συνέχεια αυτήν τη μέθοδο ανάλυσης και παρουσίασης με την ίδια τη μαρξιστική διαλεκτική. 3 Ωστόσο, ο Αλτουσέρ θα επερωτήσει αμέσως αυτόν τον τρόπο θεωρητικής αυτογνωσίας του Μαρξ όσον αφορά τη μέθοδο, την εννοιολογική συγκρότηση και την αποδεικτικότητα της επιστήμης που ο ίδιος θεμελίωσε: θα επερωτήσει την κατανόηση της μεθόδου ως ανεξάρτητης από τα δυνατά αντικείμενά της, την κυρίαρχη στη νεωτερικότητα (με συμβατικό ορόσημο και εδώ τον Ντεκάρτ) κατανόηση της μεθόδου ως προϋπάρχουσας και ανεξαρτήτως επικυρωμένης, μιας μεθόδου η οποία κατόπιν, σε έναν δεύτερο χρόνο, εφαρμόζεται σε ένα εξίσου προϋπάρχον και ανεξάρτητο αντικείμενο (στο οποίο θα μπορούσαν να εφαρμοσθούν και άλλες, ακατάλληλες μέθοδοι, όπως εν προκειμένω εκείνες της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας). Βρίσκουμε εδώ ξανά, από άλλη δίοδο και υπό άλλη όψη, το βασικό θεωρητικό μέτωπο του Αλτουσέρ απέναντι στις αντιλήψεις που εξαντλούν το μαρξικό θεωρητικό διάβημα στην αντιστροφή της εγελιανής διαλεκτικής, σύμφωνα με τις οποίες υποτίθεται ότι ο Μαρξ θα είχε «εφαρμόσει» τη διαλεκτική, διατηρώντας τις βασικές δομές της (ως μεθόδου), όχι πλέον στην Ιδέα ή στο Πνεύμα αλλά για πρώτη φορά στα οικονομικά φαινόμενα, στην υλική βάση των κοινωνιών (στην οποία έτσι θα προσέδιδε φιλοσοφική περιωπή), καθιστώντας την κατ’ αυτόν τον τρόπο μια υλιστική διαλεκτική.

Ο Αλτουσέρ θα εντάξει στο ευρύτερο σχήμα του εμπειρισμού αυτήν την αντίληψη του αυθύπαρκτου και εκ των προτέρων δεδομένου αντικειμένου της γνώσης, ανεξάρτητου από την ίδια τη διαδικασία της γνώσης, σχήμα στο οποίο θα καταχωρήσει (κατά τρόπο, φαινομενικώς τουλάχιστον, παραδοξολογικό) όχι μόνο τις φιλοσοφίες που κατά γενική ομολογία θεωρούνται εμπειριστικές, αλλά και φιλοσόφους για τους οποίους αυτός ο προσδιορισμός μοιάζει καταχρηστικός, και ανάμεσά τους τον ίδιο τον Χέγκελ. Κατά τον Αλτουσέρ, ο εμπειρισμός, που στη γενικότητά του συνιστά τον πυρήνα της εν γένει ιδεαλιστικής γνωσιολογίας (ακόμα μια φαινομενική παραδοξολογία), αντιλαμβάνεται τη γνώση υπό την κατηγορία της πράξης, ως γνωσιακή ή θεωρητική πράξη μεταξύ ανεξαρτήτως προσδιορισμένων υποκειμένων και αντικειμένων, απέναντι στην οποία η υλιστική, σπινοζικής έμπνευσης επιστημολογία, που ο ίδιος θα επεξεργαστεί, θα κατανοήσει τη διαδικασία της γνώσης υπό την έννοια της πρακτικής, και συνεπώς της παραγωγής : ως θεωρητική πρακτική. Πολύ σχηματικά, λοιπόν, μπορώ να πω ότι κατά τον Αλτουσέρ η εμπειριστική αντίληψη περί γνώσης συνιστά τη γενικότερη ιδεολογία της θεωρητικής πρακτικής, 4 διεπόμενη από τις θεμελιώδεις ιδεολογικές κατηγορίες του υποκειμένου, του αντικειμένου και της πράξης. Σε αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο, η ειδικώς γνωσιακή πράξη έγκειται σε αυτό που ονομάζουμε «αφαίρεση», δηλαδή το ενέργημα διά του οποίου το υποκείμενο αφαιρεί από το « πραγματικό» αντικείμενο την ουσία του, η κατοχή της οποίας από το υποκείμενο συνιστά πλέον τη γνώση του αντικειμένου. 5 Η εμπειριστική σύλληψη της γνώσης συστοιχεί έτσι με μια ουσιοκρατική αντίληψη για το αντικείμενο της γνώσης, το «πραγματικό» αντικείμενο, 6 το οποίο εμφανίζεται να συγκροτείται από δύο μέρη, εξίσου «πραγματικά» αλλά υπαγόμενα σε διαφορετικές οντολογικές επικράτειες: αφ’ ενός, την ουσία ή το ουσιώδες μέρος, πνευματικής ή ιδεατής υφής, την ίδια την προς ανακάλυψη και αποκάλυψη γνώση του αντικειμένου, και, αφ’ ετέρου, το επουσιώδες μέρος, που παραπέμπει στην υλικότητα και την ατομικότητα του αντικειμένου, και το οποίο «περιβάλλει», αποκρύπτει αλλά ταυτόχρονα εκφράζει ή εκφαίνει τον ουσιώδη πυρήνα. Έτσι, η εμπειριστική ιδεολογία περί γνώσης προβάλλει ή ενθέτει τη γνώση του αντικειμένου στο ίδιο το αντικείμενο ως «πραγματικό» μέρος του: «[Η] γνώση […] περιλαμβάνεται πραγματικά μέσα στο πραγματικό ως ένα από τα μέρη του, μέσα στο άλλο μέρος του πραγματικού, το επουσιώδες μέρος». 7 Η σχέση των δύο μερών είναι προφανώς ιεραρχική: το ουσιώδες μέρος καθορίζει το αντικείμενο, συνιστά ακριβώς την ουσία του, υπεύθυνη για τους ουσιώδεις καθορισμούς του, ενώ το επουσιώδες κέλυφος συνιστά το «αλλοτριωμένο» φαινόμενο της ουσίας, την «έκφανσή» της, την «εμφάνιση» ή την επίφασή της. Η γνωσιακή πράξη της αφαίρεσης, υπό αυτούς τους όρους, μπορεί να κατανοηθεί ως μια εργασία εξόρυξης της ουσίας από το αντικείμενο, εντός του οποίου βρίσκεται «αναμεμειγμένη» με το επουσιώδες υλικό του, όπως αφαιρούμε το μέταλλο από το μετάλλευμα που το περιέχει, το κρύβει και ταυτόχρονα το παραδίδει. 8 Το σχήμα αυτό παραπέμπει βεβαίως στη σκέψη της υπερβατικότητας, στον υπερβατικό δυισμό∙ ειδικότερα, όπως έχω συζητήσει σε προηγούμενα κεφάλαια, σε αυτό το σχήμα υπάγεται η «εκφραστική αιτιότητα» και η ολότητα που της προσιδιάζει, το ουσιοκρατικό «πνευματικό όλον», στο υπερβατικό κέντρο του οποίου ενοικεί η καθοριστική ουσία του, ενώ τα μέρη ή στοιχεία του συνιστούν όλα εξίσου φαινόμενα ή εκφράσεις αυτής της ουσίας.

Αλλά, όπως μόλις είπαμε, ο Αλτουσέρ θα επερωτήσει την εμπειριστική κατανόηση της θεωρητικής πρακτικής του Μαρξ ως εφαρμογής μιας ανεξάρτητης μεθόδου σε ένα ανεξάρτητο αντικείμενο. Κατά τον Αλτουσέρ, η μαρξιστικήDarstellung, ως έκθεση-μέθοδος-διαλεκτική, είναι απολύτως συνυφασμένη με το ιδιάζον αντικείμενό της, προσιδιάζει σε αυτό και αναδύεται μαζί με αυτό κατά την επιστημολογική τομή διά της οποίας προκύπτει η νέα επιστημονική προβληματική. Η μαρξιστική διαλεκτική ή μέθοδος, καθώς και οι συναφείς έννοιες στη συστηματική συνάρθρωσή τους, συγκροτούνται ταυτόχρονα και από κοινού με το διακριτό αντικείμενό τους: εν προκειμένω, τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. Σύμφωνα με την ιδιάζουσα αλτουσεριανή επιστημολογία, που υπήρξε επέκταση και επεξεργασία της «ιστορικής επιστημολογίας» των Γκαστόν Μπασελάρ (GastonBachelard) και Ζορζ Κανγκιλέμ (GeorgesCanguilhem), έχουμε εδώ μια «έκφανση» του ελάχιστου κοινού χαρακτηριστικού κάθε επιστήμης (που ωστόσο πραγματώνεται κάθε φορά με απολύτως εξατομικευμένο τρόπο): τη συστοιχία και δυναμική ενότητα του εννοιολογικού συστήματος και του επιστημονικού αντικειμένου της εκάστοτε επιστήμης. Με τη σειρά της, αυτή η αντιεμπειριστική επιστημολογική στάση προϋποθέτει τη διάκριση των αντικειμένων : σε αντίθεση με την εμπειριστική αντίληψη περί θεωρητικής πράξης, που διατείνεται ότι η θεωρητική διαδικασία ασκείται επί ενός «πραγματικού» αντικειμένου, η κατανόηση της γνώσης ή της επιστήμης ως πρακτικής (σύμφωνα με την έκθεση της εν λόγω έννοιας σε προηγούμενο κεφάλαιο) συνεπάγεται ότι αυτή, η θεωρητική πρακτική, και ειδικότερα η επιστημονική πρακτική, ασκείται πάντοτε σε ένα ειδικό αντικείμενο, στο αντικείμενο που τής προσιδιάζει, στο θεωρητικό αντικείμενό της, ένα αντικείμενο που (στην ενότητά του, ακριβώς, με τα εννοιολογικής φύσης μέσα χειρισμού και μετασχηματισμού του) αποτελεί στοιχείο της εν λόγω πρακτικής, και όχι κάποιο ανεξάρτητο «πραγματικό» αντικείμενο. Με άλλη διατύπωση: η αντιεμπειριστική τοποθέτηση του Αλτουσέρ μπορεί να συνοψιστεί στην εκ πρώτης όψεως παράδοξη θέση ότι το θεωρητικό και μάλιστα επιστημονικό αντικείμενο δεν είναι ένα «πραγματικό» αντικείμενο, 9 ότι το «αντικείμενο της γνώσης», δηλαδή το θεωρητικό ή επιστημονικό αντικείμενο, είναι ένα πραγματικό, δηλαδή κοινωνικό και σχεσιακό αντικείμενο, και εξ αυτού διακριτό από κάθε «πραγματικό» αντικείμενο. 10 Οι θέσεις αυτές, έμφορτες σπινοζικών συνδηλώσεων, χρειάζονται βέβαια περαιτέρω ανάλυση, την οποία δεν μπορώ να παράσχω εδώ.

Όπως έχουμε δει, και πάντοτε σύμφωνα με τον Αλτουσέρ, η «ειδοποιός» διαφορά του επιστημονικού αντικειμένου που προσιδιάζει στη θεωρητική-επιστημονική προβληματική του Μαρξ, όπως αυτή εκτίθεται ή παρουσιάζεται στο Κεφάλαιο, έγκειται στο γεγονός ότι το όλον των βαθμίδων ή πρακτικών που συναπαρτίζουν έναν τρόπο παραγωγής (και ειδικότερα, εν προκειμένω, τον κεφαλαιοκρατικό) αποτελεί δομή, ένα δομημένο όλον, διεπόμενο από την προσιδιάζουσα σε αυτό δομική αιτιότητα, σε διπλή αντίθεση τόσο προς το εν γένει ατομιστικό «όλον» ή σύν-ολο όσο και προς την εν γένει εκφραστική ολότητα. 11 Και καθώς για τον Αλτουσέρ αρχετυπική εκδοχή της δεύτερης συνιστά η εγελιανή ολότητα, συναντάμε ξανά εδώ την αντίθεση που θέτει ο Αλτουσέρ ανάμεσα στην εγελιανή διαλεκτική και την ολότητα που της προσιδιάζει, από τη μία πλευρά, και τη μαρξική ή μαρξιστική διαλεκτική και το σύστοιχο σε αυτήν όλον ή δομή, από την άλλη. Εάν τώρα η μαρξιστική Darstellung δεν είναι άλλη από τη μαρξιστική μέθοδο ή διαλεκτική, αυτή δεν μπορεί παρά να αποτελεί την επαρκή και συστηματική έκθεση της έννοιας της δομικής αιτιότητας, της δραστικότητας μιας δομής επί των στοιχείων της, του ειδικού τύπου όλου που χαρακτηρίζει τη μαρξιστική θεωρία.


1.2. Darstellund έναντι Vorstellung


Σε συνάρτηση με τα προηγούμενα, ο Αλτουσέρ αντιπαραβάλλει τη Darstellung προς τη Vorstellung, όπως η παράσταση αντιπαραβάλλεται προς την ανα παράσταση. Μπορούμε λοιπόν να σταθεροποιήσουμε την ορολογία μας εν προκειμένω, αποδίδοντας συστηματικά τη Darstellung ως παράσταση, κατ’ αντίθεση προς την αναπαράσταση, όρο με τον οποίο θα αποδίδω τη Vorstellung. Η αντιδιαστολή αυτή αναπτύσσεται σε ένα σχετικά εκτεταμένο, κομβικής σημασίας απόσπασμα, το οποίο αποσύρθηκε από τη δεύτερη έκδοση του Lire L e Capital – για λόγους που υπήρξαν έκτοτε αντικείμενο ερμηνειών και διαφωνιών 12 – και συνεπώς από όλες τις μεταγενέστερες μεταφράσεις του βιβλίου που βασίστηκαν σε αυτήν, για να επανεμφανισθεί σε παράρτημα στην τελευταία, πλήρη γαλλική έκδοση του 1996 (στην οποία και παραπέμπω εδώ):


«Στη Vorstellung, έχουμε πράγματι μια τοποθέτηση [position], η οποία όμως παρουσιάζεται μπροστά [devant], πράγμα που κατά συνέπεια προϋποθέτει κάτι που κρατιέται πίσω [derrière] από αυτήν την έμπροσθεν τοποθέτηση [pré-position], κάτι που αναπαρίσταται [est représenté] από αυτό που τίθεται μπροστά, από τον αντιπρόσωπό του [son émissaire]: τη Vorstellung. Στη D arstellung, απεναντίας, δεν υπάρχει τίποτε πίσω : το ίδιο το πράγμα είναι εδώ, “ da ”, ανοιχτό στην παρουσίαση [position de presence]». 13


Είναι προφανές ότι το απόσπασμα αυτό επέχει θέση κριτικής της κατηγορίας της Vorstellung υπό το πρίσμα της Darstellung, κριτική που σχετίζεται με την κριτική στην υπερβατικότητα από τη σκοπιά της εμμένειας. Στη Vorstellung, πράγματι, έχουμε τον δυισμό ουσίας και φαινομένου, μια απόσταση ή ένα χάσμα μεταξύ της ουσίας και των φαινομένων της, μεταξύ του «πράγματος» που αναπαρίσταται και της ίδιας της αναπαράστασής του, καθώς και την ιεραρχία μεταξύ τους, την προτεραιότητα της ουσίας έναντι των φαινομένων της ή του αναπαριστώμενου έναντι της αναπαράστασής του∙ στη Darstellung αντιθέτως το πράγμα είναι παρόν αυτοπροσώπως: πρόκειται για την «παρουσία» 14 ή την παρουσίαση του ίδιου του «πράγματος», την παράστασή του σε αντίθεση προς την ανα-παράστασή του. Αίρεται εδώ ο προηγούμενος δυισμός, και καταργείται η απόσταση μεταξύ των δυο όρων της ανα-παράστασης: το ίδιο το «πράγμα» παρίσταται αυτοπροσώπως∙ η ίδια η «ουσία» υπάρχει εξαντλητικά στα «φαινόμενά» της και μόνο σε αυτά (γεγονός που βέβαια μετασχηματίζει ριζικά και τους δύο όρους). Μπορούμε λοιπόν να πούμε, έστω και με το κόστος μιας κάπως αδρής σχηματοποίησης, ότι η Vorstellung υπάγεται στην ουσιοκρατική αντίληψη του πραγματικού, στον υπερβατικό δυισμό, και συνεπώς στην εμπειριστική αντίληψη περί γνώσης, στη σχέση ουσίας και φαινομένου, στην εκφραστική αιτιότητα και στην ουσιοκρατική, πνευματικού τύπου ολότητα. Η Darstellung, από την άλλη πλευρά, παραπέμπει στην εμμένεια της δομής στα στοιχεία της, στην άρση του δυισμού της ουσίας και του φαινομένου, και ως εκ τούτου στη δομική αιτιότητα, στην ειδική «παρουσία», την αυτοπρόσωπη παρουσίαση και εμφάνιση της ίδιας της δομής στα στοιχεία της (μιας δομής που δεν έχει άλλη ύπαρξη πέραν των στοιχείων της), 15 στην ειδική έννοια δραστικότητας της δομής επί των στοιχείων (και αποτελεσμάτων) της. Η Darstellung στον Μαρξ, θα πει ο Αλτουσέρ, «είχε ως αντικείμενό της ακριβώς να περιγράψει τον τρόπο παρουσίας της δομής στα αποτελέσματά της, συνεπώς την ίδια τη δομική αιτιότητα». 16

Αλλά η σχέση μεταξύ αυτοπρόσωπης «παρουσίας» ή παράστασης και παρουσίας δι’ αντιπροσώπου ή αναπαράστασης περιπλέκεται από μια άλλη διάσταση της διάκρισης και αντιδιαστολής μεταξύ Darstellung και Vorstellung, η οποία αφορά το αντίστοιχο επιστημολογικό καθεστώς και τη σχέση των δύο με το αντικείμενό τους. Εάν η Darstellung είναι η έννοια του αντικειμένου, η εννοιολογική έκθεσή του, η οποία συνιστά την επαρκή παρουσίαση του αντικειμένου (εν προκειμένω του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής) όπως αυτό έγκειται στην εμμενή δραστικότητα ή την ειδική ύπαρξη της δομής στα στοιχεία της, η Vorstellung συνιστά αναπαράσταση, και αυτό σε δύο άξονες: (πρώτον) κατανοείται ως αναπαράσταση του αντικειμένου, με την έννοια εδώ της σχηματικής ή μεταφορικής απεικόνισης, κατ’ αντιδιαστολή ακριβώς προς την εννοιολογική σύλληψη, και (δεύτερον), υπό συνθήκες τις οποίες θα δούμε ευθύς αμέσως, συνιστά αναπαράσταση ή αντιπροσώπευση της έννοιας, το επιστημολογικά ανεπαρκές υποκατάστατο της απούσας έννοιας του αντικειμένου. Η Vorstellung δίδεται λοιπόν ως αναπαράσταση του αντικειμένου και ως αντιπρόσωπος της Darstellung, που με τη σειρά της συνιστά την έννοια του αντικειμένου. Η Darstellung είναι η αυτοπρόσωπη «παρουσία» της έννοιας στη συστηματικότητά της (και συνεπώς η παρουσίαση του ιδιάζοντος αντικειμένου της), ενώ η Vorstellung αναπαριστά το αντικείμενο (ή, ενδεχομένως σωστότερα όπως θα δούμε, ένα αντικείμενο) και υποκαθιστά ή αντιπροσωπεύει την έννοια εν τη απουσία της. Εάν η Darstellung είναι η εννοιολογική παρουσίαση του θεωρητικού/επιστημονικού αντικειμένου, οι Vorstellungen συνιστούν σχηματικές αναπαραστάσεις, μεταφορικές προσεγγίσεις, ελλειμματικές ως προς την έννοια την οποία υποκαθιστούν και σε κάποιον βαθμό άστοχες ως προς το αντικείμενό της. 17 Εάν η Darstellung συνιστά την κυριολεξία της έννοιας, την επαρκή διατύπωσή της, η Vorstellung αντιπροσωπεύει το στοιχείο της μεταφοράς, συνεπιφέροντας έτσι σε κάποιον βαθμό μια αναπόφευκτη ακυριολεξία.

Αλλά για να ισχύουν και οι δύο σημασίες της Vorstellung, και συνεπώς η ανωτέρω σχέση Vorstellung – Darstellung, προϋποτίθεται μια ιδιάζουσα συνθήκη. Με άλλα λόγια, από το καθεστώς της Vorstellung ως αναπαράστασης του αντικειμένου δεν προκύπτει (τουλάχιστον όχι άμεσα) το καθεστώς της ως αντιπροσώπου αυτού που η ίδια δεν είναι: μιας έννοιας. Δεν είναι κάθε μη-εννοιολογική αναπαράσταση αντιπρόσωπος μιας έννοιας, η οποία ως τέτοια «απουσιάζει». Αυτή η σύνθετη σχέση της Vorstellung με τη Darstellung προϋποθέτει μια εξαιρετική επιστημολογική κατάσταση, μια μεταιχμιακή συνθήκη που προσιδιάζει στην επιστημολογική τομή, όπου η απούσα έννοια είναι κατά κάποιον τρόπο «στην ημερήσια διάταξη» – και μόνον έτσι μπορούμε πράγματι να μιλάμε για την απουσία της: η έννοια κατά κάποιον τρόπο θα έπρεπε να είναι παρούσα εντός και διά του επιστημονικού συστήματος και του λόγου που το παρουσιάζει ή το εκθέτει, δηλαδή εντός της Darstellung, αλλά ωστόσο απουσιάζει. Συνεπώς, η απουσία αυτή δεν μπορεί να είναι απλή∙ δεν έχουμε την απλή αντίθεση μιας καθαρής παρουσίας με μια καθαρή απουσία, αλλά μάλλον τη φασματική παρουσία/απουσία της έννοιας. Αυτή η σχέση παραπέμπει προφανώς στην αλτουσεριανή προβληματική (την οποία έχουμε ήδη δει) της παρουσίας και απουσίας στο/από το μαρξικό κείμενο της στρατηγικής έννοιας της δραστικότητας μιας δομής επί των στοιχείων της, στην προβληματική της παρουσίας της έννοιας στην πράξη ή εν έργω στον μαρξικό επιστημονικό λόγο αλλά της απουσίας της ως έννοιας, με το «όνομα» που της προσιδιάζει, της απουσίας μιας επαρκούς θεωρητικής διατύπωσής της. Υπενθυμίζω: ο Αλτουσέρ ισχυρίζεται ότι η έννοια της δομικής αιτιότητας είναι παρούσα σε πρακτική κατάσταση στο επιστημονικό έργο του Μαρξ, το οποίο εν πολλοίς συγκροτεί ως τέτοιο, αλλά απούσα από αυτό στην αρμόζουσα θεωρητική κατάστασή της.

Το πρόβλημα όμως με αυτήν την απουσία/παρουσία της έννοιας, και με την ταυτόχρονη αντιπροσώπευσή της από κάτι που δεν είναι έννοια αλλά αναπαράσταση, δεν έχει να κάνει απλώς με την ακριβολογία του επιστημονικού λόγου. Στο σημείο αυτό χρειάζεται να επιμείνουμε περισσότερο στην όψη της διάκρισης μεταξύ Darstellung και Vorstellung που δεν αφορά πλέον αφηρημένα το εννοιολογικό (ή μη) καθεστώς τους αλλά τη σχέση τους με το αντικείμενό τους. Εάν η Darstellung συνιστά έννοια και η Vorstellung συνιστά αναπαράσταση, δεν πρόκειται για έννοια και αναπαράσταση αντίστοιχα του ίδιου αντικειμένου. Το αντικείμενο που προσιδιάζει στην έννοια ή τη Darstellung δεν είναι εκείνο της αναπαράστασης ή της Vorstellung – το αντικείμενο που συλλαμβάνει (εννοιολογικά) και παρουσιάζει η πρώτη δεν είναι το ίδιο με εκείνο που αναπαριστά η δεύτερη. Επανερχόμαστε εδώ στην αντι-εμπειριστική διάκριση των αντικειμένων, στην αλτουσεριανή διάκριση μεταξύ θεωρητικού αντικειμένου ή αντικειμένου της γνώσης και πραγματικού αντικειμένου. Αλλά η εν λόγω διάκριση, σε αυτήν την αρχική της διατύπωση, χρήζει περαιτέρω αποσαφήνισης, καθώς σε αυτήν εμφιλοχωρεί μια κομβικής σημασίας αμφισημία ως προς το δεύτερο σκέλος της, το πραγματικό αντικείμενο, την οποία ήδη έχουμε υπαινιχθεί στα προηγούμενα: αμφισημία ανάμεσα στο καθ’ αυτό πραγματικό αντικείμενο, που εμπίπτει στην κοινωνική πραγματικότητα των πρακτικών, το κοινωνικό-πραγματικό αντικείμενο, και στο «πραγματικό» αντικείμενο, δηλαδή ένα αντικείμενο που κατανοείται ιδεολογικώς ως το αυθύπαρκτο σύστοιχο του υποκειμένου της γνώσης (εξίσου αυθύπαρκτου, δηλαδή εξίσου «πραγματικού»). Βέβαια, η διάκριση μεταξύ πραγματικού και «πραγματικού» αντικειμένου δεν είναι διάκριση μεταξύ δύο αντικειμένων, αριθμητικά διακριτών, και σίγουρα όχι διάκριση ανάμεσα σε ένα «εξωτερικό» και ένα «εσωτερικό» αντικείμενο, αλλά διάκριση ανάμεσα στο πραγματικό αντικείμενο και στην πλέον γενική ιδεολογική αναγνώριση/παραγνώρισή του ως «πραγματικού» αντικειμένου. Η αλτουσεριανή κριτική στοχεύει τη Vorstellung και ειδικότερα την αυτοκατανόησή της ως αναπαράστασης ενός «πραγματικού» αντικειμένου (από ένα «πραγματικό» υποκείμενο), και συνιστά μεταξύ άλλων αμφισβήτηση της συστοιχίας των δύο εντός της θεμελιωδώς ιδεολογικής, μεταφυσικής, ουσιοκρατικής και εμπειριστικής κατανόησης της «πραγματικότητας» και της γνώσης της. Το «πραγματικό» αντικείμενο, δηλαδή το δεδομένο αντικείμενο που αντίκειται του δεδομένου υποκειμένου, συνιστά ιδεολογικό αντικείμενο, με μια πολύ συγκεκριμένη έννοια: συνιστά ιδεολογικό αποτέλεσμα, προβολή και οργανικό στοιχείο της εν γένει ιδεολογικής αντίληψης περί κόσμου και γνώσης. Από την άλλη πλευρά, το πραγματικό αντικείμενο συνιστά επίσης ιδεολογικό αντικείμενο, αλλά με μια δεύτερη, τελείως διαφορετική έννοια, την οποία θεμελιωδώς παραβλέπει η πρώτη: όπως έχουμε συζητήσει διεξοδικά, πρόκειται για ένα αντικείμενο (για κάθε αντικείμενο) που εμπίπτει αναπόδραστα στην κοινωνική πραγματικότητα, αποτελεί πάντοτε στοιχείο μιας πρακτικής στην εμμενή ενότητά της με την ιδεολογία της, δηλαδή στοιχείο μιας πρακτικής ιδεολογίας, ένα πρακτικο-ιδεολογικό αντικείμενο. Και έχουμε δει επίσης ότι στον ίδιο τον πρακτικο-ιδεολογικό χαρακτήρα του εν λόγω (του κάθε) αντικειμένου ενέχεται η παράβλεψη αυτού ακριβώς του πρακτικο-ιδεολογικού χαρακτήρα του (παράβλεψη που το δίδει ως «πραγματικό» αντικείμενο): το αντικείμενο συνιστά δηλαδή ένα ιδεολογικό αντικείμενο (υπό τη δεύτερη έννοια), που αναγνωρίζεται συγκροτητικά διά της παραγνώρισης του δομικού και ιδεολογικού καθεστώτος του (δίδεται δηλαδή υπό την πρώτη έννοια ιδεολογικού αντικειμένου), υπόκειται δηλαδή εγγενώς και εκ κατασκευής στον ιδεολογικό μηχανισμό αναγνώρισης/παραγνώρισης, αποτέλεσμα του οποίου είναι η φαντασιακή «πραγματικότητά» του ως αυθύπαρκτης οντότητας. Η εμπειριστική σύλληψη της γνώσης λοιπόν είναι αυτή που υποστηρίζει το «πραγματικό» αντικείμενο της γνώσης ως τέτοιο, στην ιδεολογική και μεταφυσική «πραγματικότητά» του.

Δεν μπορώ να υπεισέλθω εδώ σε λεπτομέρειες της επιστημολογικής προβληματικής του Αλτουσέρ. Ας επισημάνω μόνο, προτρέχοντας, ότι το πρακτικο-ιδεολογικό αντικείμενο, ιστορικά προσδιορισμένο κάθε φορά, αποτελεί την «πρώτη ύλη» της θεωρητικής πρακτικής, ή σωστότερα του πρώτου και θεμελιώδους «είδους» θεωρητικής πρακτικής, της θεωρητικο- ιδεολογικής πρακτικής, ήτοι της θεωρητικής πρακτικής η οποία εξιδανικεύει ή «θεωρητικοποιεί» τις πρακτικές ιδεολογίες και παράγει έτσι θεωρητικές ιδεολογίες. Οι θεωρητικές ιδεολογίες (κομβικής σημασίας έννοια για την επιστημολογία του Αλτουσέρ) συνιστούν θεωρητικοποιήσεις αντικειμένων που εδράζονται στις πρακτικές ιδεολογίες του αντίστοιχου κοινωνικού σχηματισμού, 18 συνιστούν δηλαδή ιστορικά προσδιορισμένες ανταγωνιστικές αποδόσεις ή αντίπαλες διεκδικήσεις αυτού που εκλαμβάνεται ως η ουσία του «πραγματικού» αντικειμένου, μια ουσία την οποία η ίδια η εμπειριστική και ουσιοκρατική αντίληψη για τη γνώση και το πραγματικό παρεισάγει φαντασιακά στο «πραγματικό» αντικείμενο (ως τον ουσιώδη πυρήνα του), το οποίο και έτσι συγκροτεί. Παρά τον ανταγωνιστικό τους χαρακτήρα, οι θεωρητικές ιδεολογίες, στο μέτρο ακριβώς που δίδονται ως διεκδικήσεις της ίδιας ουσίας του ίδιου αντικειμένου, υπάγονται στην ιστορικά κυρίαρχη ιδεολογική προβληματική που υποβαστάζει και ταυτοποιεί το εν λόγω θεωρητικο-ιδεολογικό αντικείμενο. Ο εν γένει εμπειρισμός, όπως ήδη υπαινίχτηκα, συνιστά την πρακτική ιδεολογία της θεωρητικο-ιδεολογικής πρακτικής, αποτέλεσμα της οποίας είναι ακριβώς η επικύρωση του αντικειμένου των θεωρητικών ιδεολογιών, του εκάστοτε θεωρητικο-ιδεολογικού αντικειμένου, ως «πραγματικού», δηλαδή η επικύρωσή του ως δεδομένου, αυτονόητου ή προφανούς. 19

Όσον αφορά τώρα τον άλλο πόλο της αλτουσεριανής διάκρισης, τον πόλο του θεωρητικού αντικειμένου, αυτό αποτελεί με τη σειρά του τον τόπο μιας άλλης διάκρισης ή αντίθεσης, ειδικού τύπου, μιας τομής μεταξύ του θεωρητικο- ιδεολογικού αντικειμένου, που όπως μόλις είδαμε υπάρχει διά των ανταγωνιστικών διεκδικήσεών του από διακριτές θεωρητικές ιδεολογίες που διατείνονται ότι συλλαμβάνουν τη συγκροτητική ουσία του, και του επιστημονικού αντικειμένου, του αντικειμένου που προσιδιάζει στο «δεύτερο είδος» θεωρητικής πρακτικής, την επιστημονική πρακτική, και το οποίο είναι το σύστοιχο της Darstellung, υπό την έννοια του εννοιολογικού συστήματος της εκάστοτε επιστήμης. 20 Ανάμεσα στα δύο αντικείμενα, στο αντικείμενο της Vorstellung-αναπαράστασης (ένα θεωρητικο-ιδεολογικό αντικείμενο που δίδεται και καθαγιάζεται ως «πραγματικό» από την εμπειριστική και ουσιοκρατική ιδεολογία της θεωρητικο-ιδεολογικής πρακτικής), από τη μία πλευρά, και στο θεωρητικο-επιστημονικό αντικείμενο της Darstellung-έννοιας, από την άλλη, μεσολαβεί το συμβάν της επιστημολογικής τομής. Όπως θα δούμε, η τομή αυτή δεν έχει τίποτα κοινό με τον ανταγωνισμό των θεωρητικών ιδεολογιών, υπόβαθρο του οποίου είναι ο «σεβασμός» του ουσιώδους προσδιορισμού του ιδεολογικού αντικειμένου το οποίο όλες διεκδικούν, της ιστορικά κυρίαρχης θεωρητικο-ιδεολογικής προβληματικής, αλλά ούτε και συνιστά μια απλή ασυμμετρότητα, μια ασυμβατότητα με όρους αμοιβαίας αδιαφορίας: απέναντι στο ιδεολογικό αντικείμενο των θεωρητικών ιδεολογιών, το επιστημονικό αντικείμενο είναι ανταγωνιστικά ασύμβατο (ή ασύμμετρο). 21


1.3. Η Vorstellung ως επιστημολογικό εμπόδιο


Μπορούμε εδώ να επιχειρήσουμε να συσχετίσουμε τις δύο διαστάσεις της Vorstellung, στην αντίθεσή της προς τη Darstellung, ειδικά όσον αφορά την επιστημολογική τομή της μαρξιστικής επιστήμης που αναδύεται με το Κεφάλαιο : μπορούμε να συσχετίσουμε το «επιστημολογικό» νόημα της Vorstellung, ως μεταφορικού υποκατάστατου μιας έννοιας που δεν παρίσταται η ίδια, ως αντιπροσώπου της απούσας έννοιας, και συναφώς ως (μη-εννοιολογικής) αναπαράστασης ενός αντικειμένου που της προσιδιάζει (και το οποίο δι’ αυτής της αναπαράστασης δίδεται ως «πραγματικό»), αφ’ ενός, με το «οντολογικό» νόημά της, εκείνο της αντιπροσώπευσης του ουσιώδους πυρήνα ενός εκφραστικού όλου από τα στοιχεία του, εκείνο του υπερβατικού κέντρου μιας ολότητας, το οποίο δεν παρίσταται αυτοπροσώπως ως τέτοιο αλλά εκφαίνεται στα φαινόμενά του, στο πλαίσιο της ουσιοκρατικής προβληματικής της σχέσης ουσιώδους και επουσιώδους, ουσίας και φαινομένου, αφ’ ετέρου. Ο συσχετισμός των δύο όψεων, όσον αφορά ειδικότερα την κατά Αλτουσέρ επιστημολογική τομή που ορίζει το μαρξικό έργο, έγκειται στο γεγονός ότι το αντικείμενο που αναπαρίσταται κατά μη-εννοιολογικό τρόπο από τη Vorstellung, κατά το πρώτο νόημά της, συγκροτείται σύμφωνα με τον ίδιο τον ουσιοκρατικό και εκφραστικό τρόπο της Vorstellung, κατά το δεύτερο νόημά της: το αντικείμενο της Vorstellung (κατά την «επιστημολογική» έννοια) είναι μια Vorstellung (κατά την «οντολογική» έννοια)· η αντιπρόσωπος της έννοιας που θα παρουσίαζε επαρκώς ένα δομημένο όλον, αναπαριστά ένα εκφραστικό όλον, ένα όλον όπου κάθε στοιχείο (όπως και η ολοποιητική σχέση των στοιχείων) αντιπροσωπεύει μια ουσία που «κρατιέται πίσω», σύμφωνα με τον Αλτουσέρ. Με δυο λόγια, η κυρίαρχη προ-επιστημονική, θεωρητικο-ιδεολογική προβληματική και το συναφές θεωρητικο-ιδεολογικό αντικείμενο, το αντικείμενο της Vorstellung, διέπονται ακριβώς από την αντίληψη της εκφραστικής και ουσιοκρατικής ολότητας (που υπάγεται η ίδια στην κατηγορία της Vorstellung), τα στοιχεία της οποίας δεν αποτελούν παρά φαινομενικές αλλοτριώσεις του κέντρου που συνιστά την ουσία του «πνευματικού όλου». Υπό αυτήν την έννοια, η ακυριολεξία των Vorstellungen δεν επιφέρει απλώς ένα έλλειμμα ακριβολογίας, αλλά παρεισάγει ένα θεωρητικό κενό στον ιστό του επιστημονικού λόγου, εντός του οποίου αντιπροσωπεύει μια ελλείπουσα έννοια, κενό που καλύπτεται αυτομάτως από τη διαθέσιμη ιδεολογική προβληματική, σε ρήξη με την οποία συγκροτείται η «αντίστοιχη» επιστημονική. Σε αυτόν τον κενό χώρο, το επιστημονικό αντικείμενο «μπαλώνεται» με τα μη-εννοιολογικά υλικά του θεωρητικο-ιδεολογικού αντικειμένου. Η σύνθετη σχέση μεταξύ της έννοιας, της αναπαράστασης και της υποκατάστασης της πρώτης από τη δεύτερη παραπέμπει αναγκαστικά στο παιγνίδι ή στο δράμα της επιστημολογικής τομής, της ανάδυσης μιας επιστήμης από το μη-επιστημονικό παρελθόν της,


«στο παιγνίδι ενός πραγματικού δράματος, όπου παλιές έννοιες παίζουν απεγνωσμένα τον ρόλο μιας απούσας έννοιας, που δεν έχει όνομα, για να την εγκαλέσουν αυτοπροσώπως στη σκηνή – ενώ δεν “παράγουν” την παρουσία της παρά μόνο στις αστοχίες τους, στην απόσταση/απόκλιση ανάμεσα στα πρόσωπα και τους ρόλους τους». 22


Ελλείψει της έννοιας καθαυτής, στην κυριολεξία της, οι συναφείς Vorstellungen, ως ακριβώς μεταφορές, ως μεταφορικές «έννοιες», μεταφέρουν στοιχεία της κυρίαρχης ιδεολογικής θεωρητικής προβληματικής, αντλούν από το υπάρχον κάθε φορά απόθεμα θεωρητικών ιδεολογιών, και λειτουργούν ως ανασχέσεις της επιστημολογικής τομής εντός του θεωρητικού λόγου μιας επιστήμης που δεν έχει σταθεροποιήσει το εννοιολογικό της οπλοστάσιο. Και αυτό στο μέτρο ακριβώς που τα υποκατάστατα της έννοιας (της δομικής αιτιότητας εν προκειμένω), τα οποία καταλαμβάνουν τη θέση που αυτή κατά κάποιον τρόπο έχει διανοίξει αλλά δεν έχει καταλάβει ακόμα, συνιστούν αναπαραστάσεις του θεωρητικο-ιδεολογικού αντικειμένου στο εσωτερικό του εννοιολογικού συστήματος και του σύστοιχου προς αυτό επιστημονικού αντικειμένου. Οι μεταφορικές διατυπώσεις, που υποκαθιστούν δι’ αντιπροσώπου την ελευσόμενη έννοια, μεταφέρουν στο εσωτερικό της επιστημονικής προβληματικής στοιχεία της θεωρητικο-ιδεολογικής προβληματικής, τα οποία αναστέλλουν την επιστημολογική τομή διά της οποίας η δεύτερη επιχειρεί να αποσπασθεί από την πρώτη. Για να χρησιμοποιήσω ένα καθοριστικό στοιχείο της μπασελαριανής επιστημολογίας, οι μεταφορικές αναπαραστάσεις των Vorstellungen παρεισάγουν επιστημολογικά εμπόδια από την προ-επιστημονική (ιδεολογική) προβληματική με την οποία η νέα επιστήμη έρχεται σε (επιστημολογική) ρήξη. Υπό αυτούς τους όρους, ο Μαρξ χρησιμοποιεί «στην πράξη» την έννοια της δομικής αιτιότητας, όχι με την αυτοπρόσωπη παρουσία της βέβαια (διότι τότε δεν θα ήταν απλώς «στην πράξη»), αλλά διά μιας σειράς μεταφορικών διατυπώσεων, εκ γενετής προσβεβλημένων από την ιδεολογική προβληματική, η οποία τείνει να ακυρώσει ακριβώς το επιστημολογικό έργο που θα είχε να επιτελέσει η έννοια στην αυτοπρόσωπη, θεωρητική παρουσία της. Η έννοια είναι παρούσα/απούσα στο μέτρο ακριβώς που στην πράξη επιτρέπει μεν την πρόσβαση στο αντικείμενό της, αλλά με τον έμμεσο και ιδεολογικά έμφορτο τρόπο της μεταφορικής αναπαράστασης που εκτρέπεται προς το αντικείμενο με το οποίο η έννοια έρχεται σε ρήξη · πρόκειται για μια έννοια που δεν έχει βρει ακόμα την κυριολεξία της, μια ιδιάζουσα απουσία που επιφέρει σημαντικές θεωρητικές επιπτώσεις. Έτσι, όταν ο Αλτουσέρ θα επιχειρήσει να περιγράψει τις επιπτώσεις της απουσίας της έννοιας της Darstellung και της παρουσίας της δι’ αντιπροσώπων, θα γράψει:


«Θα έλεγε κανείς αναμφίβολα ότι δεν είναι παρά μια λέξη, και ότι μόνο η λέξη λείπει, αφού το αντικείμενο της λέξης είναι εδώ εξ ολοκλήρου. Ασφαλώς, αλλά αυτή η λέξη είναι μια έννοια, και η δομική έλλειψη της έννοιας αυτής αντανακλάται ως συγκεκριμένα θεωρητικά αποτελέσματα σε ορισμένες προσδιορίσιμες μορφές του μαρξικού λόγου, και σε ορισμένες από τις ταυτοποιήσιμες διατυπώσεις του, που δεν είναι χωρίς συνέπειες. Θα μπορούσαμε κατ’ αυτόν τον τρόπο να κατανοήσουμε […] την πραγματική παρουσία συγκεκριμένων εγελιανών μορφών και αναφορών στον λόγο του Κεφαλαίου ». 23


Και αυτό στο μέτρο ακριβώς που, από μια αντίστροφη σκοπιά, η επιστημονική, η κυριολεκτική, η θεωρητικώς επαρκής, αυτοπρόσωπη και παρούσα με το όνομά της έννοια του αντικειμένου του Κεφαλαίου θα ήταν η έννοια της δραστικότητας μιας δομής επί των στοιχείων της ως εμμενούς αιτιότητας, δηλαδή ως παράστασης της δομημένης κοινωνικής πραγματικότητας (με την έννοια που έχουμε δει), ως ειδικού τρόπου ύπαρξης της δομής στα αποτελέσματά της, στα στοιχεία και τα γεγονότα της οικονομικής πραγματικότητας, τα οποία πλέον δεν συνιστούν φαινόμενα μιας δομής που θα επείχε θέση υπερβατικής ουσίας.


1.4. Η μαρξική Darstellung έναντι της μαρξιστικής Darstellung


Όλα τα προηγούμενα μας οδηγούν σε μια ακόμα οριακή διάκριση, η οποία ενυπάρχει υπόρρητα στο κείμενο του Αλτουσέρ: μιλώντας σχηματικά, τη διάκριση μεταξύ της μαρξικής Darstellung και της κατά Αλτουσέρ μαρξιστικής Darstellung. Η μαρξιστική Darstellung είναι η ίδια η αναζητούμενη έννοια της δραστικότητας μιας δομής επί των στοιχείων της, που αποτελεί το σύστοιχο της μαρξιστικής διαλεκτικής (συνιστώντας από κοινού με αυτήν το ίδιο το αντικείμενο της φιλοσοφικής παρέμβασης του Αλτουσέρ) και απουσιάζει ως τέτοια (κατά τον ιδιάζοντα τρόπο που είδαμε) από το μαρξικό κείμενο· σε αυτό, η μαρξική Darstellung παίζει τον ρόλο του υποκατάστατου και του αντιπροσώπου της μαρξιστικής Darstellung, η οποία βρίσκεται ωστόσο όσο δυνατόν εγγύτερα στην έννοια που υποκαθιστά και αντιπροσωπεύει. Η μαρξική Darstellung συνιστά μια Vorstellung της μαρξιστικής Darstellung, μια μεταφορική διατύπωση, μια αναπαράσταση, που επέχει τη θέση της δεύτερης, αν και βρίσκεται οριακά στο μεταίχμιο της διάκρισης μεταξύ των δύο κατηγοριών. Σύμφωνα με τον Αλτουσέρ, «αρκεί να διαβάσει κανείς τις πρώτες 30 σελίδες του Κεφαλαίου για να δει ότι [ο Μαρξ] χρησιμοποιεί πάνω από μια ντουζίνα διαφορετικές εκφράσεις μεταφορικού χαρακτήρα [η έμφαση προστίθεται εδώ] για να επιληφθεί αυτής της ειδικής πραγματικότητας, άσκεπτης [impensée] πριν από αυτόν », 24 μια σειρά μεταφορών και σχημάτων, στην κορυφή της οποίας βρίσκεται η μαρξική Darstellung, ακριβώς, η οποία τείνει οριακά προς την έννοια, συνιστά τη «λιγότερο μεταφορική» αναπαράστασή της, 25 μια «οιονεί έννοια», 26 ή μια «(προ)έννοια» κατά τον Τζορτζ Χάρτλεϋ (GeorgeHartley). 27 Την ειδική πραγματικότητα που ψηλαφούν αυτές οι μεταφορικές εκφράσεις την είχε βέβαια προσδιορίσει ο Αλτουσέρ λίγες γραμμές πιο πάνω, και προφανώς δεν είναι τίποτε περισσότερο από «τον τρόπο παρουσίας της δομής στα αποτελέσματά της, και συνεπώς […] την ίδια τη δομική αιτιότητα». 28 Ωστόσο, και αυτό ακριβώς είναι ο δείκτης της οριακής επιστημολογικής κατάστασης στην οποία κατά τον Αλτουσέρ βρέθηκε ο Μαρξ, οι εν λόγω μαρξικές διατυπώσεις δεν παύουν να δηλώνουν ταυτόχρονα και μια σχετική απουσία της έννοιας, να σηματοδοτούν μια οριακή θεωρητική αστοχία, μια έλλειψη και ακυριολεξία με πραγματικά θεωρητικά αποτελέσματα: οι μεταφορικές αυτές εκφράσεις, με κορυφαία τη Darstellung, όπως αυτή εμφανίζεται και λειτουργεί στο Κεφάλαιο, «είναι ήδη σχεδόν τέλειες έννοιες, από τις οποίες δεν λείπει ενδεχομένως κάτι παρά μόνο το να έχουν συλληφθεί, δηλαδή να έχουν συγκρατηθεί [avoir été retenus] και αναπτυχθεί ως έννοιες». 29 Και αυτό που τις καθιστά «σχεδόν τέλειες έννοιες», ολοένα και λιγότερο μεταφορικές αναπαραστάσεις, είναι το γεγονός ότι


«σε όλες τις περιπτώσεις, οι τρέχουσες διακρίσεις του μέσα και του έξω εξαφανίζονται, όπως και κάθε “μύχια” σύμπνοια των φαινομένων σε αντιδιαστολή με την ορατή αταξία τους: βρισκόμαστε μπροστά σε μια άλλη εικόνα, σε μια νέα οιονεί-έννοια, οριακά απελευθερωμένη από τις εμπειριστικές αντινομίες της φαινομενικής υποκειμενικότητας και της ουσιώδους εσωτερικότητας». 30


Εν ολίγοις, σε αυτήν τη σειρά μεταφορών ή αναπαραστάσεων, η μαρξική Darstellung είναι η πλέον προνομιακή για το επιχείρημα του Αλτουσέρ, «επειδή είναι ταυτοχρόνως η λιγότερο μεταφορική και μαζί η πλησιέστερη στην έννοια στην οποία αποβλέπει ο Μαρξ όταν θέλει να δηλώσει διαμιάς την απουσία και την παρουσία, δηλαδή την ύπαρξη της δομής στα αποτελέσματά της », 31 δηλαδή η πλησιέστερη στη μαρξιστική Darstellung.


2. Η Darstellung ως δομή/ιδεολογία/πρακτική


Κρατώντας πάντα κατά νου αυτήν την οριακή σχέση μεταξύ της μαρξικής και της μαρξιστικής Darstellung, ή το μεταιχμιακό εννοιολογικό καθεστώς της πρώτης, ας θυμηθούμε ότι ο Αλτουσέρ ορίζει τη Darstellung ως την άρση των δυισμών της υπερβατικότητας. Όλα βρίσκονται εδώ, χωρίς τίποτε να υπάρχει πίσω, πάνω ή κάτω, χωρίς με μια λέξη επέκεινα. Σε αντίθεση προς την «αναπαράσταση» της Vorstellung, η Darstellung συνιστά παράσταση ή παρουσίαση, χωρίς υπερβατικό υπόλοιπο ή συμπλήρωμα. Αυτή η κατηγορία αφορά και τις δύο εμμενείς σχέσεις που έχουμε ήδη συζητήσει, ως τέτοιες, αλλά και τη μεταξύ τους σχέση, επίσης εμμενή : αφορά τόσο τη σχέση δομής και πρακτικής (όπου η δομή δεν είναι ένα υπερβατικό δυνάμει, αλλά είναι πάντοτε-ήδη ενεργοποιημένη, εξαντλητικά παρούσα στην ενεργεία κοινωνική πραγματικότητα) όσο και τη σχέση ιδεολογίας και πρακτικής (όπου η ιδεολογία δεν συνιστά νοητική αναπαράσταση μιας ανεξάρτητης «πραγματικότητας», αλλά ενέχεται πάντοτε-ήδη στην υλικότητα της κοινωνικής πραγματικότητας, η οποία ακριβώς διά της ιδεολογίας ενέχει συγκροτητικά μια συνεκτατή παράστασή της, παρουσιάζει τον εαυτό της στον εαυτό της). Η Darstellung, λοιπόν, περιγράφει την εμμενή σχέση σε μία από τις ουσιώδεις όψεις της, που αποτελεί και την αιχμή της κριτικής της: την άρση κάθε υπερβατικότητας, κάθε αντίληψης περί χωριστής ύπαρξης της δομής και της ιδεολογίας, ύπαρξης υπερβατικής ως προς εκείνην της ενεργού κοινωνικής πραγματικότητας.

Επιπλέον, στο κρίσιμο απόσπασμα που αποσύρθηκε από τον Αλτουσέρ στη δεύτερη έκδοση του Lire Le Capital, για το οποίο ήδη κάναμε λόγο, ο Αλτουσέρ είχε ήδη δώσει μια ακόμα νοηματική διάσταση στην έννοια, που θα διαπεράσει την όλη πραγμάτευση (και θα επανεμφανισθεί με ιδιαίτερη ένταση στην καταληκτική παράγραφο του κυρίως κειμένου της συνεισφοράς του στο εν λόγω συλλογικό έργο). Συγκεκριμένα, o Αλτουσέρ θα εγγράψει τη συζήτηση περί Darstellung, και συνεπώς περί δομικής αιτιότητας, σε μια επίμονη θεατρική μεταφορά, η οποία αναδύεται στην επιφάνεια του αλτουσεριανού κειμένου σε πολλά σημεία: «“Darstellung” σημαίνει στα γερμανικά, μεταξύ άλλων, θεατρική παράσταση [représentation théâtrale], αλλά η εικόνα της θεατρικής παράστασης προσφύεται αμέσως [adhèreimmédiatement] στο νόημα που φέρει η λέξη, δηλαδή “παράσταση” [présentation], “έκθεση” και, στη βαθύτερη ρίζα της, “παρουσίαση” [position de présence], διδόμενη και ορατή παρουσία». 32

Υπό το φως τώρα αυτού του επιπλέον νοήματος, η σχέση της δομής με την κοινωνική πραγματικότητα που συνιστά την «ενεργοποίησή» της καθίσταται ανάλογη προς τη σχέση ενός θεατρικού έργου με το ανέβασμά του στη σκηνή. Ωστόσο, αυτή η θεατρική μεταφορά δεν αφορά μόνο την ενεργοποίηση της δομής ως σκηνοθεσία, αλλά επιπλέον, με την ίδια κίνηση, συνιστά και μεταφορά για την ιδεολογία ως την απαράκαμπτη φαντασιακή παράσταση (ακριβώς!) της δομημένης κοινωνικής πραγματικότητας, η οποία εγγενώς παρουσιάζεται, καθιστά τον εαυτό της ορατό· δηλώνει το γεγονός ότι η ενεργοποίηση της δομής συνιστά ipso facto παρουσίασή της, ιδεολογική παρουσίασή της. Για τους ίδιους λόγους, επιπλέον, συνιστά ταυτοχρόνως και μεταφορά για το υποκείμενο, το οποίο «φέρει» την ενεργοποίηση της δομής, μια μεταφορά για τον δρώντα παράγοντα, το πράττον υποκείμενο, τον acteur, τον «ηθοποιό», χωρίς τον οποίο κανένα ανέβασμα επί σκηνής, καμία σκηνοθεσία δεν είναι νοητή, και ο οποίος είναι ταυτόχρονα και το υποκείμενο-θεατής, αυτός που βλέπει από το εσωτερικό της την ύπαρξη/παράσταση της κοινωνικής πρακτικής την οποία επιτελεί. 33

Συνεχίζοντας αυτήν τη συσχέτιση της θεατρικής μεταφοράς για τη δομημένη πραγματικότητα, την ιδεολογία και το υποκείμενο με τη Darstellung/παράσταση ως την οιονεί έννοια της δομικής αιτιότητας, μπορούμε να ψηλαφήσουμε από άλλη προοπτική την εμμένεια των δύο σχέσεων εμμένειας: μεταξύ δομής και πρακτικής, αφ’ ενός, και μεταξύ ιδεολογίας και πρακτικής, αφ’ ετέρου. Σε μια φράση από το κυρίως κείμενο του Αλτουσέρ στο Lire Le Capital, στην κατακλείδα ενός από τα πλέον βασικά κείμενα του αλτουσεριανού δομισμού, η Darstellung δίδεται ως «ο τρόπος ύπαρξης αυτής της σκηνοθεσίας [ mise en scène], ενός θεάτρου που είναι ταυτόχρονα [η έμφαση προστίθεται εδώ] η σκηνή του, το κείμενό του, οι ηθοποιοί του […]». 34 Απομονώνω προσωρινά αυτήν τη φράση (θα εξετάσουμε σύντομα στην πληρότητά του το εν λόγω απόσπασμα), επειδή το στοιχείο της σκηνής εδώ είναι κομβικό γι’ αυτό που συζητάμε, καθώς παραπέμπει τόσο στον δομημένο χαρακτήρα της κοινωνικής πραγματικότητας (ως ο τόπος όπου λαμβάνει χώρα το ανέβασμα του έργου, η ενεργοποίησή του ή η «σκηνοθεσία» του) όσο και στο γεγονός ότι η δομημένη ή σκηνοθετημένη (υπό αυτήν την έννοια) πραγματικότητα ουσιωδώς δείχνεται και φαίνεται : η σκηνή, ως τέτοια, δηλώνει εδώ ότι η δομικότητα της κοινωνικής πραγματικότητας, η εμμένεια της δομής στην ενεργεία (κοινωνική) πρακτική, είναι αδιαχώριστη από την (ιδεολογική) ορατότητά της. Στο πλαίσιο της θεατρικής μεταφοράς, η σκηνή παραπέμπει στο γεγονός ότι η εμμένεια της δομής είναι ταυτόχρονα και εμμένεια της ιδεολογίας στη δομημένη πραγματικότητα: είναι διαμιάς ο τόπος της εμμενούς σχέσης μεταξύ των εμμενών σχέσεων δομής και πρακτικής, αφ’ ενός, και ιδεολογίας και πρακτικής, αφ’ ετέρου. Με τούτο το σύστημα των δύο αναβαθμών εμμένειας, και για να επιστρέψουμε στο αφαιρεθέν απόσπασμα, «ολόκληρο το κείμενο ενός θεατρικού έργου είναι εδώ, διδόμενο στην παρουσία της παράστασης, στη Darstellung[...]». 35 Δυνάμει αυτής ακριβώς της «διπλής» εμμένειας της Darstellung, δεν υπάρχει μια δομή κρυμμένη πίσω από την εμπειρική πραγματικότητα, δεν υπάρχει θεατρικό έργο γραμμένο εκ των προτέρων και μετά ανεβασμένο στη σκηνή: είναι μια σκηνοθεσία που πάντοτε-ήδη ενέχεται στο κείμενο, και ένα σενάριο που είναι πάντοτε-ήδη σκηνοθετημένο, ένα θεατρικό έργο που υπάρχει μόνο στις παραστάσεις του και μέσω αυτών. 36

Ωστόσο, όπως ξέρουμε ήδη, αυτή είναι μόνο η μία όψη του πράγματος: δυνάμει της ουσιώδους έντασης της εμμένειας, και συνακόλουθα της έντασης που διαπερνά την κοινωνική πραγματικότητα της πρακτικής, η δυικότητα δομής και πρακτικής, από τη μία πλευρά, και ιδεολογίας και πρακτικής, από την άλλη, αλλά και επιπλέον η δυικότητα των δύο αυτών (εμμενών) σχέσεων, δεν εξαλείφονται ποτέ απολύτως. Ούτε η δομή ταυτίζεται με την πρακτική ούτε η ιδεολογία ταυτίζεται με την πρακτική – πράγμα που θα καθιστούσε πλεονασματικούς και συνεπώς εξαλείψιμους τους όρους της δομής και της ιδεολογίας. Εάν η φράση που παρέθεσα προηγουμένως τελείωνε στο σημείο αυτό, δηλαδή στην απλή και απροβλημάτιστη ταύτιση του έργου με την παράσταση, στην απλή και καθαρή άρνηση της ύπαρξης έργου πέραν των όσων συμβαίνουν επί σκηνής, θα είχαμε παλινδρόμηση στη μεταφυσική της παρουσίας: θα είχαμε ξανά την κοινωνική πραγματικότητα ως μια θετική πραγματικότητα, σύγχρονη και πλήρως παρούσα στον εαυτό της, μια αδόμητη κοινωνική πραγματικότητα που θα διεπόταν από την κατηγορία των διυποκειμενικών πράξεων, και όπου η έννοια της πρακτικής δεν θα μπορούσε να βρει εφαρμογή. Στην πληρότητά της, η φράση που μόλις παρέθεσα έχει ως εξής: «[Ο]λόκληρο το κείμενο ενός θεατρικού έργου είναι εδώ, διδόμενο στην παρουσία της παράστασης, στη Darstellung, αλλά η παρουσία ολόκληρου του έργου δεν εξαντλείται στην αμεσότητα των χειρονομιών ή των λέξεων εκείνου ή του άλλου χαρακτήρα». 37 Χωρίς να αίρεται η αντι-υπερβατική αιχμή της εμμένειας – ή μάλλον ακριβώς το αντίθετο: για να στηριχθεί αυτή με επάρκεια –, απαιτείται το ουσιώδες «αλλά» της εμμένειας, το πλέον ειδοποιό της γνώρισμα (όπως είδαμε σε προηγούμενα κεφάλαια), χωρίς το οποίο αυτή θα επανέκαμπτε στη μεταφυσική της υπερβατικότητας την οποία θέλει να υπονομεύσει. Η δομή, αν και εμμενής στην πρακτική, δεν ταυτίζεται με την πρακτική και τα στοιχεία της. Ή, αλλιώς, η παρουσία του έργου/δομής δεν εξαντλείται στα στοιχεία της ενεργού σκηνικής/κοινωνικής πραγματικότητας, παρά το γεγονός ότι δεν έχει άλλη ύπαρξη πέραν αυτών. Κάτι από τη δομή απουσιάζει από την άμεση, ενεργό ύπαρξη της κοινωνικής πραγματικότητας, και αυτό είναι η ιδιότητά της ως δομής, η δομικότητα της δομής: η δομή ως τέτοια. Η παρουσία της δομής στην κοινωνική πραγματικότητα των πρακτικών, για να είναι αυτή που προσιδιάζει στην εμμενή δομική αιτιότητα, οφείλει να επικαλύπτεται πλήρως από μια απουσία της δομής, εξίσου προσιδιάζουσα στην εμμένεια. Συνεπώς, η ρηξικέλευθη παρουσία του έργου στη σκηνοθεσία και στην παράστασή του, ως εκ της εμμένειάς του, και ακριβώς για να μην εκπέσει στη μεταφυσική της παρουσίας, συνδυάζεται εντασιακά και οιονεί αντινομικά με την απουσία του: υπό μια ειδική έννοια, το έργο είναι επίσης απόν από όλα όσα συνθέτουν την άμεση σκηνική πραγματικότητα. Το έργο ως τέτοιο πρέπει να απουσιάζει από τη σκηνή, για να λειτουργήσει η παράσταση ακριβώς ως ανέβασμα του έργου · κατά ανάλογο τρόπο, η δομή ως τέτοια πρέπει να απουσιάζει από την ενεργό κοινωνική πραγματικότητα, από την παράσταση της Darstellung, για να λειτουργήσει το αποτέλεσμα-κοινωνία ακριβώς ως ενεργοποίηση της δομής. Συνεπώς, η δομική αιτιότητα, υπό την εμμενειοκρατική κατανόησή της, ως η έννοια μιας αιτίας που δεν έχει άλλη ύπαρξη πέραν εκείνης των αποτελεσμάτων της, που υπάρχει μόνο στα αποτελέσματά της και δι’ αυτών, ενέχει τόσο την παρουσία όσο και την απουσία της αιτίας, της δομής/έργου. Έτσι, όλο το αφαιρεθέν απόσπασμα, με διατυπώσεις όχι πάντοτε προσεκτικές, ενσωματώνει και προσπαθεί να επεξεργαστεί το μη-αποφασίσιμο μεταξύ αυτών των δύο οιονεί αντιφατικών όψεων της Darstellung, την ταυτόχρονη παρουσία και απουσία της δομής στα αποτελέσματά της, που αντανακλά την αναπόδραστη ένταση της «έννοιας» της οποίας αποτελεί το προανάκρουσμα, ήτοι της δομικής-ως-εμμενούς αιτιότητας:


«Γι’ αυτό και, αναλόγως με το επίπεδο στο οποίο τοποθετούμαστε, μπορούμε να πούμε ότι η “Darstellung” είναι η έννοια της παρουσίας της δομής στα αποτελέσματά της, της τροποποίησης των αποτελεσμάτων από τη δραστικότητα της δομής που είναι παρούσα στα αποτελέσματά της – ή, αντιθέτως, ότι η “Darstellung” είναι η έννοια της δραστικότητας μιας απουσίας […]. Πιστεύω ότι, θεωρούμενη ως η έννοια της δραστικότητας μιας απούσας αιτίας, η έννοια αυτή καθίσταται εξαιρετική για να δηλώσει την αυτοπρόσωπη απουσία της δομής από τα αποτελέσματά της, θεωρούμενα κατά την εδαφιαία προοπτική [perspective rasante] της ύπαρξής τους. Αλλά [η έμφαση προστίθεται εδώ] πρέπει να επιμείνουμε και στην άλλη όψη του φαινομένου, που είναι αυτή της παρουσίας, της εμμένειας της αιτίας στα αποτελέσματά της, με άλλα λόγια, της ύπαρξης της δομής στα αποτελέσματά της». 38


Ξαναβρίσκουμε εδώ τα συμπεράσματα της συζήτησής μας σε προηγούμενο κεφάλαιο για την «απούσα αιτία» και το νόημα της ενεχόμενης απουσίας υπό την προοπτική της εμμένειας, ως ταυτοχρόνως παρουσίας και απουσίας, ως της ειδικής μορφής ύπαρξης της δομής στα αποτελέσματά της, 39 κατ’ αντιδιαστολή μεταξύ άλλων προς το σχήμα της έλλειψης ενός δομικού στοιχείου και της «διαρραφής» αυτής της έλλειψης.

Ο ρόλος της ιδεολογίας είναι καθοριστικός για τη Darstellung ως παράσταση, γι’ αυτήν την ιδιάζουσα ύπαρξη, μαζί παρουσία και απουσία του «έργου» σε/από ό,τι συμβαίνει επί σκηνής, ή της δομής στην/από την εμπειρική κοινωνική πραγματικότητα: από τη μία πλευρά, η ιδεολογία, μεσολαβώντας εμμενώς την ενεργοποίηση της δομής (πάνω απ’ όλα βρίσκοντας και «προετοιμάζοντας» τους «φορείς» της), εξασφαλίζει την ιδιάζουσα παρουσία της δομής (ολόκληρης της δομής και μόνο της δομής) στην ενεργό κοινωνική πραγματικότητα (και μόνο σε αυτήν), παρουσία διά της οποίας η δεύτερη καθίσταται ό,τι είναι : δομημένη πραγματικότητα ∙ από την άλλη, η ιδεολογία είναι αυτή ακριβώς που αρνείται φαντασιακά στην κοινωνική πραγματικότητα το πλέον ουσιώδες χαρακτηριστικό της, αυτό που την καθιστά ό,τι είναι (δηλαδή ακριβώς δομημένη πραγματικότητα), παρουσιάζοντάς την ως πλέγμα πράξεων υποκειμένων∙ υπό αυτούς τους όρους, η ιδεολογική απουσία της δομής, ακριβώς ως φαντασιακή, δεν εμπίπτει απλώς στην τάξη της στρεβλής αναπαράστασης, δεν συνιστά απλώς ψευδαίσθηση έναντι της εμμενούς παρουσίας της δομής στα πραγματικά αποτελέσματά της, αλλά είναι σύμφυτη με την υλικότητα της κοινωνικής πραγματικότητας (δομημένης ωστόσο διά της εμμενούς παρουσίας της δομής). Κατά ευτυχή σύμπτωση, η τεταμένη αυτή συνθήκη αποτυπώνεται στα νοήματα που η χρήση έχει αποδώσει στην ελληνική λέξη «παράσταση» και στα παράγωγά της, που δηλώνουν άλλοτε τη συγκεκριμένη ύπαρξη και εμφάνιση, την πλήρη και αυτοπρόσωπη παρουσία τινός (π.χ., όπως στην παράσταση ενώπιον δικαστηρίου, ή στο ρήμα «παρίσταμαι»), και άλλοτε την εμφάνιση που συνδυάζεται με παραπλάνηση, την παρουσίαση τινός ως διαφορετικού από αυτό που πράγματι είναι, ως εάν να ήταν κάποιος ή κάτι άλλο (π.χ., όπως στη θεατρική παράσταση, ή στο ρήμα «παριστάνω»). Με την απαράκαμπτη εμπλοκή της ιδεολογίας, λοιπόν, η δομημένη κοινωνική πραγματικότητα εμφανίζει ή παριστά τον εαυτό της στον εαυτό της ως ενεργεία, δομημένη πραγματικότητα, καθιστώντας τον εξ ολοκλήρου ορατό, χωρίς κανένα ουσιώδες υπόλοιπο πίσω της, ενώ με την ίδια ακριβώς κίνηση, μέσω του θεμελιώδους ιδεολογικού αποτελέσματος, παριστάνει (στον εαυτό της) ότι είναι κάτι ολωσδιόλου διαφορετικό και αποκρύπτει, όχι εκείνην ή την άλλη όψη της, όχι εκείνο ή το άλλο κρίσιμο στοιχείο της, αλλά υπό μια έννοια τα πάντα : αυτό που πράγματι είναι ως η εμμενής ενεργοποίηση της δομής. Η κοινωνική πραγματικότητα, διά της εμμενούς «μεσολάβησης» της ιδεολογίας στην ενεργοποίηση της δομής, εμφανίζεται, βλέπεται και δείχνεται, παρίσταται, και ταυτόχρονα παριστάνει ότι έγκειται σε πράξεις μεταξύ υποκειμένων (τα οποία, δι’ αυτής της παράστασης που δίνουν, κυρίως στον εαυτό τους, διαρκώς μετασχηματίζονται σε υποκείμενα και πράττουν ως υποκείμενα εντός της δομημένης κοινωνικής πραγματικότητας) – με τις δύο σημασίες της παράστασης να μην συσχετίζονται εν προκειμένω όπως θα συσχετιζόταν μια εξωτερική «πραγματικότητα» με την «εσωτερική» ψευδαίσθηση ή στρέβλωσή της. Στη συνολική εμμενειοκρατική αρχιτεκτονική του αλτουσεριανού δομισμού, η εμμένεια της δομικής αιτίας καθιστά τη δομή εξαντλητικά παρούσα στην κοινωνική πραγματικότητα της οποίας συνιστά την αιτία, ενώ η εμμένεια της φαντασιακής παράστασης καθιστά τη δομή ως τέτοια εντελώς απούσα από τον χώρο του οποίου συνιστά την αιτία, τον χώρο των αποτελεσμάτων της, πέραν ή επέκεινα του οποίου ωστόσο δεν έχει ύπαρξη. Ενδεχομένως εδώ ακριβώς βρίσκει το επαρκέστερο νόημά της η φαινομενικά παραδοξολογική διατύπωση συγκροτητική διαστρέβλωση (constitutivedistortion), του Ερνέστο Λακλάου, την οποία έχω ήδη παραθέσει σε προηγούμενο σημείο του βιβλίου.

Όπως έχω επισημάνει, η κρίσιμη «στιγμή» αυτής της διαδικασίας ή μηχανισμού, διά του οποίου μια διαστρέβλωση της πραγματικότητας καθίσταται συγκροτητική αυτής ακριβώς της πραγματικότητας, έχει να κάνει με τους «ηθοποιούς» της παράστασης, δηλαδή τα υποκείμενα που συγκροτούνται εντός της κοινωνικής πραγματικότητας μέσω της διαδικασίας της έγκλησης και τα οποία, ακριβώς ως υποκείμενα, είναι τα φαντασιακά/πραγματικά αποτελέσματα της αναγνώρισης/παραγνώρισης των εαυτών τους ως υποκειμένων. Σε άμεση συνάφεια με αυτό, το όλο δομημένο θέαμα, που συντίθεται αποκλειστικά από τις «χειρονομίες και τα λόγια» αυτών των υποκειμένων, είναι το φαντασιακό/πραγματικό αποτέλεσμα της εν λόγω θεμελιώδους διαστρέβλωσης. Ας θυμηθούμε επιπλέον εδώ το διπλό νόημα του αποτελέσματος (effet), που δηλώνει ταυτόχρονα μια πραγματική αιτιότητα, την παραγωγή αποτελεσμάτων εντός της κοινωνικής πραγματικότητας (εδώ μέσω της εμμενούς δομικής αιτιότητας), αλλά, επίσης, και αξεδιάλυτα με αυτό, μια παραπλάνηση, ένα «φαίνεσθαι» ως εξαπάτηση, την παραγωγή μιας ειδικής «ψευδαίσθησης» σχετικά με την πραγματικότητα· υπό αυτήν την έννοια παραπέμπει στα θεατρικά εφέ (effets). Με δεδομένο αυτό το διπλό νόημα, το θεμελιώδες θεατρικό effet, ας πούμε αυτό που επιτρέπει τη θεατρική «μαγεία», την πειστικότητα του οργανωμένου όλου των θεατρικών τεχνασμάτων που συγκροτούν την εκάστοτε παράσταση, δηλαδή, εν τέλει, την παραγωγή και λειτουργία του αποτελέσματος-θέατρο (που ο Αλτουσέρ θα το έγραφε «effet de théâtre»), είναι η λησμοσύνη ή η απώθηση του σκηνοθετημένου χαρακτήρα των δρώμενων, η παραγνώριση του γεγονότος ότι συνιστούν «ανέβασμα» ενός έργου. Και επί τη βάσει της θεατρικής μεταφοράς για τη Darstellung, το θεμελιώδες κοινωνικό effet, αυτό που επιτρέπει στο εκάστοτε δομημένο όλον να υπάρχει και να λειτουργεί ως κοινωνία, δηλαδή αυτό που επιτρέπει το συντονισμένο αποτέλεσμα-κοινωνία (που ο Αλτουσέρ πράγματι το γράφει «effet de société»), 40 με άλλα λόγια την εύρυθμη συνέργεια όλων των δομικών/ιδεολογικών πρακτικών που το συναπαρτίζουν, είναι η λησμοσύνη και απώθηση του δομημένου χαρακτήρα των κοινωνικών συμβάντων και ενεργημάτων, και η βίωσή τους από τους χαρακτήρες του κοινωνικού δράματος (ηθοποιούς και θεατές συνάμα) ως πράξεων των πρωταγωνιστών, οι οποίοι με τη σειρά τους βιώνουν εαυτούς και αλλήλους ως «πραγματικά» υποκείμενα.

Υποστηρίζω, λοιπόν, ότι για να καταλάβουμε τη σχέση μεταξύ δομής και ιδεολογίας στον σπινοζικό δομισμό του Αλτουσέρ πρέπει να κρατήσουμε μαζί και τις δύο εκ πρώτης όψεως αντίθετες και αλληλοαποκλειόμενες σημασίες του «αποτελέσματος», πρέπει δηλαδή να επιμείνουμε στην αναγκαία αντινομία της «συγκροτητικής διαστρέβλωσης». Αυτό ακριβώς το διπλό νόημα του αποτελέσματος επιβάλλει η Darstellung, η παράσταση με όλες τις συνδηλώσεις του όρου που μόλις είδαμε, νόημα ανοικονόμητο υπό μια μεταφυσική αντίληψη των όρων του διπόλου μεταξύ μιας ήδη και ανεξαρτήτως συγκροτημένης «πραγματικότητας» και μιας διαστρέβλωσής της – πράγμα που μπορεί να σημαίνει επίσης ότι έχουμε και εδώ μια εκδήλωση της στρατηγικής της αποδόμησης και της επισφαλούς ανάδυσης μιας νέας «έννοιας» αποτελέσματος, 41 αλλά και όλων όσα αυτή θα συνεπέφερε, όπως η νέα έννοια «υλικότητας» που συνιστά η δομημένη κοινωνική πραγματικότητα. Ειδικότερα, εάν σκεφτούμε το υποκείμενο ως ένα τέτοιο «διπλό» αποτέλεσμα, και με τις δύο έννοιες, μπορούμε να διαφύγουμε από το δίλημμα δύο συμπληρωματικών, αλληλέγγυων και συνένοχων αντιλήψεων: από τη μία πλευρά, την κατηγορία του υποκειμένου ως καθαρή πλάνη ή αυταπάτη των κοινωνικών δρώντων, μέσω της οποίας αυτοί αναλαμβάνουν έναν ρόλο γραμμένο εκ των προτέρων, όντας ιδιόμορφα «αυτόματα» που για να λειτουργήσουν πρέπει να έχουν την ψευδαίσθηση ότι είναι υποκείμενα, ενώ «στην πραγματικότητα» απλώς φέρουν και ενεργοποιούν μια παντοδύναμη και αλάνθαστη δομή· και από την άλλη, την κατηγορία του υποκειμένου νοούμενη ως «αλήθεια» των κοινωνικών δρώντων, οι οποίοι θα ήταν έτσι «αληθινά» ή «πραγματικά» υποκείμενα, πρωταρχικά ή καταγωγικά υποκείμενα εντός μιας επίπεδης, αβαθούς, μονοδιάστατης κοινωνικής «πραγματικότητας», διαφανούς στο βλέμμα τους, χωρίς καμία δομική πυκνότητα ή αδιαφάνεια.


3. Το «θέατρο χωρίς συγγραφέα»


Με αυτά πλέον δεδομένα, μέσα από το πρίσμα ειδικότερα του διλήμματος μεταξύ των δύο αυτών αντιλήψεων (συνένοχων ακριβώς υπό τη διλημματική τους αντίθεση) και της διαφυγής από αυτό την οποία επιτρέπει η εμμένεια δομής/ιδεολογίας/πρακτικής, μπορούμε να επιστρέψουμε στο απόσπασμα με το οποίο ουσιαστικά κλείνει η συμβολή του Αλτουσέρ στο Lire Le Capital. Εκεί ο Αλτουσέρ θα επιμείνει στην κατηγορία της Darstellung, ως συνόψισης όλων των μεταφορικών όρων με τους οποίους ο Μαρξ επιχείρησε να χειριστεί την παρούσα και απούσα ταυτόχρονα έννοια της δομικής αιτιότητας, όρων που – όπως θα δούμε ευθύς αμέσως, και καθόλου τυχαία – ενέχουν εξαρχής, σε διαφορετικούς βαθμούς, τη θεατρική μεταφορά, συστατική όπως είδαμε της ίδιας της κατηγορίας της Darstellung. Γνωρίζουμε ήδη ότι ο Αλτουσέρ είχε επισημάνει την οριακά μεταφορική φύση ή χρήση μιας πλειάδας διατυπώσεων από τον Μαρξ, διατυπώσεων που τείνουν οριακά προς το καθεστώς της Darstellung ως της έννοιας της δομικής αιτιότητας. Και συνεχίζει ο Αλτουσέρ (ας μου επιτραπεί η παράθεση ενός εκτεταμένου αποσπάσματος):


«Το ίδιο ισχύει κάθε φορά που ο Μαρξ μας δίδει το κεφαλαιοκρατικό σύστημα ως έναν μηχανισμό [mécanisme], μια μηχανική [mécanique], μια μηχανική εγκατάσταση [machinerie], 42 μια μηχανή [machine], ένα ανέβασμα [montage] 43 [...]. Σε όλες τις περιπτώσεις, οι συνήθεις διακρίσεις του εκτός και του εντός εξαφανίζονται, όπως και η “εσώτερη” σύνδεση των φαινομένων κατ’ αντιδιαστολή προς την ορατή αταξία τους: είμαστε εδώ μπροστά σε μια άλλη εικόνα, σε μια νέα οιονεί έννοια, οριστικά απελευθερωμένη από τις εμπειριστικές αντινομίες της φαινομενικής [phénoménale] υποκειμενικότητας και της ουσιώδους εσωτερικότητας, μπροστά σε ένα αντικειμενικό σύστημα που ρυθμίζεται, στους πλέον συγκεκριμένους καθορισμούς του, από τους νόμους του ανεβάσματός [ montage] του και της μηχανικής εγκατάστασής [ machinerie] του, από τις εξειδικεύσεις της έννοιάς του. Μπορούμε τώρα να θυμηθούμε τον εξαιρετικά συμπτωματολογικό [symptomatique] όρο της Darstellung, να τον συνδέσουμε με αυτήν τη μηχανική εγκατάσταση [machinerie] και να τον πάρουμε κατά γράμμα ως την ύπαρξη αυτής της εγκατάστασης στα αποτελέσματά της: τον τρόπο ύπαρξης αυτής της σκηνοθεσίας [ mise en scène], αυτού του θεάτρου που είναι ταυτόχρονα η σκηνή του, το κείμενό του, οι ηθοποιοί του, αυτού του θεάτρου οι θεατές του οποίου μπορούν κατά περίσταση να είναι οι θεατές του μόνο εφόσον είναι πρώτα απ’ όλα οι εξαναγκασμένοι ηθοποιοί του, εμπλεγμένοι στους καταναγκασμούς ενός κειμένου και ρόλων των οποίων δεν μπορούν να είναι οι συγγραφείς/αυτουργοί [auteurs], διότι είναι ουσιωδώς ένα θέατρο χωρίς συγγραφέα [ un théâtre sans auteur]». 44


Ας επιμείνουμε λίγο σε αυτές τις γραμμές, και ειδικότερα σε αυτό το θέατρο χωρίς συγγραφέα, που εν πολλοίς συμπυκνώνει όλα τα προηγούμενα. 45 Αρχικά, μοιάζει να αναφέρεται σε μια, οιονεί αναπόφευκτη, όψη του δομισμού, κάθε δομισμού: οι δρώντες δεν είναι οι συγγραφείς ή οι αυτουργοί (auteurs) των ρόλων τους, αλλιώς δεν θα υπήρχαν ούτε ρόλοι ούτε δομή, δηλαδή δεν θα υπήρχε θεατρικό έργο ή σενάριο, αλλά μόνο ελεύθερος αυτοσχεδιασμός επί σκηνής∙ δεν θα υπήρχε δομή. Συνεπώς, θέατρο χωρίς συγγραφέα σημαίνει αρχικώς ότι τα άτομα που εμφανίζει στη σκηνή του είναι «πρώτα από όλα οι εξαναγκασμένοι ηθοποιοί του, εμπλεγμένοι στους καταναγκασμούς ενός κειμένου και ρόλων των οποίων δεν μπορούν να είναι οι συγγραφείς»: συνεπώς αναγκαστικά υπάρχει έργο, υπάρχει δομή, την οποία επιτελούν και ενεργοποιούν οι δρώντες παράγοντες. Αλλά υπό την προοπτική του σπινοζικού δομισμού της εμμένειας, θέατρο χωρίς συγγραφέα σημαίνει όχι μόνο ότι δεν υπάρχουν οι συγγραφείς των επιμέρους ρόλων, αλλά και ότι δεν υπάρχει ούτε ο συγγραφέας του όλου έργου, 46 αυτός που θα είχε γράψει εκ των προτέρων τους ρόλους έτσι ώστε να μην τους «γράφουν» επί σκηνής οι ηθοποιοί, 47 κι αυτό δυνάμει ακριβώς του εμμενούς χαρακτήρα της Darstellung: το θεατρικό έργο δεν έχει ύπαρξη πριν ή πέρα από την παράστασή του, δεν έχει ήδη γραφτεί έτσι ώστε «μετά» να ανεβεί στο σανίδι. Αντιθέτως, η Darstellung παραπέμπει εδώ σε ένα θεατρικό έργο που δεν έχει ύπαρξη πέρα ή πριν από την παράστασή του. Tο «θέατρο χωρίς συγγραφέα» μετονομάζει την ίδια την εμμένεια της δομής στην κοινωνική πραγματικότητα την οποία καθορίζει (σε συνδυασμό με την πάντοτε-ήδη παρέμβαση της ιδεολογίας στον «μηχανισμό» της εμμενούς αιτιότητας), και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο το «έργο» δεν είναι απομονώσιμο και αυθύπαρκτο έναντι της εκάστοτε ενεργού σκηνικής/κοινωνικής πραγματικότητας, έναντι των «ανεβασμάτων» του. Είναι ένα έργο που υπάρχει μόνο στις παραστάσεις του και δι’ αυτών, ένα έργο πάντοτε-ήδη σκηνοθετημένο – πράγμα που με τη σειρά του σημαίνει ότι οι σκηνοθεσίες και οι παραστάσεις του δεν το αφήνουν αδιάφορο, αλλά συνιστούν πάντοτε τροποποιήσεις του: είναι ένα έργο που το αλλάζουν, που το γράφουν εκ νέου τα ίδια τα ανεβάσματά του. Ο συγγραφέας, ως λειτουργία, θα παρέπεμπε στο εκ των προτέρων παγιωμένο και νοηματοδοτημένο έργο/δομή: ο συγγραφέας/auteur είναι το αναπόφευκτο σύστοιχο της ήδη συγκροτημένης και τελειωμένης (και συνεπώς κλειστής) δομής.

Υπό το φως όλων των προηγουμένων, λοιπόν, αυτή η οιονεί έννοια του «θεάτρου χωρίς συγγραφέα» συνιστά ιδιάζουσα κριτική του συγγραφέα/αυτουργού των κοινωνικών δρώμενων (υπό κάθε εννόησή του), η οποία όμως δεν εκβάλλει στην απλή κατάργησή του∙ συνιστά κριτική της κατηγορίας του υποκειμένου και υπό τις δύο εκ πρώτης όψεως ανταγωνιστικές και διλημματικές όψεις του νοήματός της, συνιστά δηλαδή κριτική που δεν προτείνει τη ριζική αναγωγή ή περιστολή του συναφούς διλήμματος: έρχεται να αντιταχθεί στο δίλημμα ανάμεσα σε υποκείμενα χωρίς δομή και σε δομή χωρίς υποκείμενα, κατά τρόπο που αναδεικνύει τη θεωρητική συγγένεια και αλληλεγγύη μεταξύ των δύο όρων του διλήμματος. Αρχικά λοιπόν έχουμε την κριτική στην αντίληψη περί υποκειμένων χωρίς δομή, αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο κάθε ηθοποιός των κοινωνικών δρώμενων είναι ο δημιουργός του «ρόλου» του, των πράξεών του από τις οποίες ο ρόλος συντίθεται. Τα υποκείμενα χωρίς δομή θα ήταν τα εξ ορισμού ελεύθερα υποκείμενα, παρόντα και σύγχρονα προς τον εαυτό τους, «πραγματικά» υποκείμενα, που πράττουν ως («πραγματικά») υποκείμενα δυνάμει της ουσιώδους εσωτερικής σφαίρας των ιδεών τους και εντός μιας «πραγματικότητας» που συγκροτείται από τέτοια υποκείμενα και από τις υποκειμενικές πράξεις τους ή τις διυποκειμενικές αλληλοδράσεις τους.

Εάν όμως μπορούμε να πούμε ότι η κατάφαση «πραγματικών» υποκειμένων (και εξίσου «πραγματικών» αντικειμένων βεβαίως) συνιστά εγγενώς μεταφυσική τοποθέτηση, τότε δεν αποτελεί έκπληξη το ότι η απόπειρα αναγωγής και εξουδετέρωσης αυτής της αντίληψης διά της εξάλειψης των υποκειμένων, των υποκειμένων χωρίς δομή, δηλαδή η ευθεία αντιστροφή αυτής της εικόνας και η αντικατάστασή της από μια δομή χωρίς υποκείμενα, χωρίς τους συγγραφείς των ατομικών ρόλων εντός της δομημένης («σκηνοθετημένης») κοινωνικής πραγματικότητας, συνιστά αναπόδραστα ατελέσφορη κριτική της κατηγορίας του υποκειμένου (κατά τρόπο που βέβαια ανακαλεί την κριτική του Ντερριντά στην απλή αντιστροφή και εξουδετέρωση των διπόλων της μεταφυσικής): η αντίληψη αυτή μοιάζει να εκκενώνει το κοινωνικό από κάθε υποκειμενικότητα, ωστόσο αποκαθιστά αμέσως την κατηγορία του υποκειμένου στην πίσω όψη του καθρέφτη, ως σύστοιχη με την ίδια τη δομή, μια δομή που θα ήταν εδώ εκ των προτέρων συγκροτημένη ή ένα έργο ήδη γραμμένο, που προϋποθέτει τη λειτουργία του υποκειμένου, το ισοδύναμο του συγγραφέα του έργου. Η ριζική εξάλειψη των υποκειμένων εντός της δομής, των ίδιων των συγγραφέων των ατομικών ρόλων τους, συστοιχεί ευθέως και αναπόφευκτα με την προϋπόθεση ή τη λειτουργία του υποκειμένου της δομής, του ενός «συγγραφέα» όλων των ρόλων και της πλοκής τους.

Η δομή χωρίς υποκείμενα, αν και εμφανίζεται ως άρνηση των υποκειμένων, ως ριζική απο-υποκειμενοποίηση, δεν αντιτίθεται στην κατηγορία του υποκειμένου, δεν μπορεί να την αντιμετωπίσει, δεν την «αποδομεί», αλλά τη συμπληρώνει και την υποστηρίζει. Η δομή χωρίς υποκείμενα δεν συνιστά επί της ουσίας κριτική της κατηγορίας του υποκειμένου, στο μέτρο ακριβώς που την ανασυστήνει ως προϋπόθεσή της. Αντιστρόφως, οι επιμέρους συγγραφείς των ατομικών ρόλων, τα υποκείμενα εντός της δομής, δεν συνιστούν άρνηση και κατάργηση του Συγγραφέα του έργου ή του Υποκειμένου της δομής παρά μόνο στο πλαίσιο της διλημματικής μεταξύ τους αντίθεσης και της διπολικής λογικής της, που καθιστούν τους δύο πόλους συνένοχους και αλληλέγγυους. Η αντίθεση μεταξύ δομής και υποκειμένου είναι εγγενώς υπονομευμένη καθώς τελεί υπό την αιγίδα της κατηγορίας του υποκειμένου: το δίλημμα δομή ή υποκείμενο συνιστά εκδοχή μεταφυσικού διπόλου ή αντίθεσης, με κυρίαρχο και ηγεμονικό πόλο εκείνον του υποκειμένου, όπου η αναγωγή συμπνέει με την αντίθεση την οποία ανάγει, όπου «η αντίθεση είναι συστηματική προς την αναγωγή». 48

Θα έλεγα, με διαφορετικούς όρους, ότι η δομή χωρίς υποκείμενα, η κατηγορία που επιτελεί τη «δομιστική» αναγωγή των υποκειμένων, αντιστοιχεί στη δομή του κλασικού δομισμού, στην κλειστή και κεντροθετημένη, μεταφυσικά αγκυρωμένη δομή που διατρέχει την ιστορία της μεταφυσικής: διά της συστοιχίας της με το Υποκείμενο της δομής, διά της υπαγωγής της στην κατηγορία του υποκειμένου, αυτή μπορεί να νοηθεί μόνον ως «ουσία», ως ένα «έργο» εκ των προτέρων γραμμένο, τελειωμένο και παγιωμένο ως προς τα ουσιώδη του, το ανέβασμα και η σκηνοθεσία του οποίου απλώς προσθέτουν την επουσιώδη φαινομενικότητα. Η δομή χωρίς υποκείμενα, η δομή στο πλαίσιο της διλημματικής αντίθεσης μεταξύ δομής και υποκειμένου, δεν μπορεί να συνιστά τη σπινοζική σύλληψη της δομής, τη δομή ως την εμμενή αιτία του δομημένου κοινωνικού. Αντιθέτως, όπως όλα τα προηγούμενα ελπίζω ότι έχουν καταδείξει, η δομική αιτιότητα ως η εμμένεια δομής, ιδεολογίας και πρακτικής έρχεται να προτείνει τη δυσλειτουργική και «κακόφωνη» έννοια, εγγενώς τεταμένη και αντινομική, το μη-αποφασίσιμο ενός «δομικού υποκειμένου», διανοίγοντας ακριβώς μια επισφαλή και μονίμως επαπειλούμενη διέξοδο από το δίλημμα ή το μεταφυσικό δίπολο και αντίθεση υποκειμένου και δομής.


4. Ένας δομισμός για την πολιτική και την ιστορία


Η κατά Αλτουσέρ μαρξιστική ολότητα, όπως έχουμε δει, συγκροτείται διά της αντίθεσής της προς την εγελιανή εκφραστική και πνευματοκρατική ολότητα αλλά και προς την κλειστή δομή του κλασικού δομισμού: πρόκειται για μια δομή με την ειδική έννοια του επικαθορισμού, δομή διεπόμενη από τη δομική-εμμενή αιτιότητα, μια δομή με δεσπόζουσα. Όπως ακριβώς συνέβαινε και με το εγελιανό κοινωνικό όλον, έτσι και εδώ η δομή του μαρξιστικού όλου βρίσκεται σε συστοιχία με μια νέα έννοια ιστορικού χρόνου, η οποία όμως δεν ανάγεται στην αντίστοιχη εγελιανή και, κατά συνέπεια, δεν υπάγεται στην «αυθόρμητη», εμπειρική και ιδεολογική αντίληψη περί χρόνου. Ακριβώς στη βάση αυτής της ρήξης με την ιδεολογική αντίληψη του ιστορικού χρόνου, και ειδικότερα με την εγελιανή αντίληψη της «ιστορίας», εδράζεται η επιστημολογική τομή που κατά τον Αλτουσέρ διαφοροποιεί και εξατομικεύει την επιστημονική έννοια της ιστορίας και τον Ιστορικό Υλισμό ως την επιστήμη του κοινωνικού και του ιστορικού. Η διαφορική και ιεραρχική συνάρθρωση των περιοχικών δομών, υπό τον καθορισμό της σφαιρικής δομής και βάσει των σχετικών «δεικτών δραστικότητάς» τους, η δομή με δεσπόζουσα που προσιδιάζει στον επικαθορισμό, αντανακλάται στην αντιστοίχως διαφορική χρονικότητα κάθε στοιχείου ή επιμέρους, περιοχικής δομής. Η σχετική ανεξαρτησία των στοιχείων βρίσκεται σε συστοιχία με τη σχετική ανεξαρτησία των χρόνων τους. Η ειδική πολυπλοκότητατης δομής του επικαθορισμού βρίσκει το σύστοιχό της σε έναν αντιστοίχως πολύπλοκο χρόνο, έναν χρόνο χρόνων, το έκτυπο της επικαθορισμένης δομής δομών του κοινωνικού όλου. 49 Η νέα έννοια ιστορίας που επιφέρει ο νέος και ανέκδοτος τύπος όλου είναι μια ιστορία ιστοριών, όπου όμως η διατύπωση αυτή συνδυάζει εντασιακά την ενικότητα μιας ενιαίας ιστορίας με την πληθυντικότητα των μη αναγώγιμων χρόνων (μη αναγώγιμων είτε μεταξύ τους είτε σε μια κεντρική χρονικότητα αναφοράς). Η εν λόγω ιστορία ιστοριών, στην ειδικότητά της (και σε αντιδιαστολή προς την εγελιανή κατανόηση της ιστορίας), αποτελεί το σύστοιχο (και ενδεχομένως την επεξήγηση) μιας εξίσου εντασιακής διατύπωσης: της σχετικής ανεξαρτησίας κάθε περιοχικής δομής και της χρονικότητάς της. Ιστορία ιστοριών δεν σημαίνει απλώς πολλαπλές και επάλληλες ιστορίες, όπως και δεν σημαίνει την έδραση των επιμέρους χρονικοτήτων σε έναν κοινό χρόνο αναφοράς, είτε σε σχέση απλής συγχρονικότητας (σε μια καθαρή «τομή ουσίας»), είτε στην παραλλαγή αυτής της σχέσης που διαβλέπει προδρομικές μορφές και καθυστερήσεις ή «επιβιώσεις». Έχουμε και εδώ τη διαφυγή, κατά τρόπο αναγκαστικά εντασιακό, από ένα «προφανές» δίλημμα, ομόλογο των πολλών που έχουμε δει μέχρι τώρα: από τη μία πλευρά, θα είχαμε τη μία και ενιαία «ιστορία» της διαδοχής εκφραστικών ολοτήτων, οι οποίες θα συναπάρτιζαν την ολότητα της ιστορίας, και καθεμία από τις οποίες θα αντιστοιχούσε ιδεωδώς σε μια «τομή ουσίας», και, από την άλλη, την «υπέρθεση» παντελώς αυτόνομων και απλώς επάλληλων, επιμέρους ιστοριών, ένα εν τέλει «ατομιστικό» όλον ή σύνολο πλήρως ανεξάρτητων δομών, η καθεμία με τη δική της, αυτόνομη χρονικότητα ή «ιστορικότητα». Ο κοινός τόπος αυτών των δύο «ιστοριών», και παράλληλα το στοιχείο που διέπει τη θεωρητική αλληλεγγύη και συνέργειά τους υπό την αιγίδα της πρώτης, είναι η προϋπόθεση ενός ενιαίου, συνεχούς, ομοιογενούς και «συγχρονικού» ιστορικού χρόνου, η δομή του οποίου καθορίζεται από τη δυνατότητα μιας «τομής ουσίας», της εγκάρσιας τομής ενός παρόντος, ακόμα και εάν αυτή αποκάλυπτε όχι την ουσιώδη εκφραστικότητα (απλή ή «σύνθετη»), αλλά την απλή «σύμπτωση» των «σύγχρονων» στιγμών των διαφορετικών ιστοριών.

Απεναντίας, σύμφωνα με το αλτουσεριανό σχεδίασμα του ιστορικού χρόνου, η ειδική, σχετικά ανεξάρτητη, χρονικότητα και ιστορικότητα κάθε στοιχείου ή περιοχικής δομής, κάθε επιπέδου ή επιμέρους πρακτικής της «κοινωνικής πρακτικής», είναι με τη σειρά της σύστοιχη με τον προσδιορισμένο «τόπο» της στην τοπογραφία του κοινωνικού, με την «περιοχή» την οποία είναι καθορισμένη να καταλαμβάνει στη σφαιρική δομή, σύστοιχη με τη διαφοροποιημένη θέση της στον επικαθορισμό: το γεγονός ότι μπορούμε και χρειάζεται να κάνουμε λόγο για « διαφορετικές ιστορίες, που αντιστοιχούν σε καθένα από τα “επίπεδα” [του όλου]», θα πει ο Αλτουσέρ, «δεν μας απαλλάσσει, αντιθέτως μας επιβάλλει να σκεφτούμε τη σχετική ανεξαρτησία καθεμίας από αυτές τις ιστορίες στην ειδική εξάρτησή της που συναρθρώνει μεταξύ τους τα διαφορετικά επίπεδα εντός του κοινωνικού όλου». 50 Για να χρησιμοποιήσουμε μια διατύπωση με την οποία ο Αλτουσέρ περιέγραφε την έννοια του επικαθορισμού, η ειδική ιστορικότητα ενός στοιχείου ή επιπέδου συνιστά την «αντανάκλαση», στο εσωτερικό του εν λόγω στοιχείου, της πολλαπλής, σύνθετης και ιεραρχημένης συνάρθρωσής του με όλα τα υπόλοιπα:


«Το γεγονός ότι καθένας από αυτούς τους χρόνους και καθεμία από αυτές τις ιστορίες είναι σχετικά αυτόνομες δεν τις καθιστά επικράτειες ανεξάρτητες από το όλον: η ειδικότητα καθενός από αυτούς τους χρόνους και καθεμίας από αυτές τις ιστορίες, με άλλα λόγια η σχετική αυτονομία και η σχετική ανεξαρτησία τους, θεμελιώνονται σε έναν συγκεκριμένο τύπο συνάρθρωσής τους μέσα στο όλον, συνεπώς σε έναν συγκεκριμένο τύπο εξάρτησής τους από το όλον». 51


Ο «δείκτης δραστικότητας» κάθε βαθμίδας ή πρακτικής αφορά τη διαφορική συμβολή της στη σφαιρική ιστορία. Από την άλλη πλευρά, η κάθε επιμέρους, περιοχική δομή χαρακτηρίζεται από τη χρονικότητά της στο μέτρο που μετέχει (κατά τον δείκτη συνάρθρωσής της) στην ιστορία ιστοριών, ως εκ της ένταξής της στη συναφή τοπογραφία. Η ένταξη στην τοπογραφία του κοινωνικού αποτελεί συνθήκη της ιστορικότητας κάθε «στοιχείου».

Ας θυμηθούμε για ακόμα μία φορά ότι η εν λόγω τοπογραφία, το ίδιο το κοινωνικό όλον, διέπεται με τη σειρά του από τη δομική-εμμενή αιτιότητα, με ειδοποιό χαρακτηριστικό τον επικαθορισμό: η σφαιρική δομή συνιστά την εμμενή αιτία της σφαιρικής κοινωνικής πραγματικότητας, της «κοινωνικής πρακτικής». Όπως προκύπτει από τη σχέση εμμένειας, μεταξύ της (σφαιρικής) δομής της κοινωνικής πρακτικής και της ίδιας της κοινωνικής πρακτικής δεν υφίσταται σχέση ουσίας και φαινομένου, όπου η δομή θα ήταν υπερβατική προς την εμπειρική σφαίρα των φαινομένων – όπως έχουμε δει, αυτή η τελευταία σχέση θα προσιδίαζε στο πνευματοκρατικό και εκφραστικό όλον. Στην αντίληψη της δομικής αιτιότητας ως εμμενούς αιτιότητας, το «φαινόμενο», το φαίνεσθαι (δηλαδή, με τους όρους της μέχρι τώρα συζήτησής μας, η φαντασιακή ιδεολογική παράσταση της κοινωνικής πραγματικότητας), αφ’ ενός είναι αδιαχώριστο από την ενεργεία ύπαρξη της αντίστοιχης πραγματικότητας και, αφ’ ετέρου, αποτελεί στιγμή ή βαθμίδα της δομής, με την έννοια ότι εμπλέκεται αναπόδραστα στη δομική αιτιότητα. Γνωρίζουμε ήδη ότι η σφαιρική δομή είναι πάντοτε-ήδη ενεργοποιημένη, και ότι η ενεργεία κοινωνική πραγματικότητα είναι εξ ολοκλήρου και πάντοτε-ήδη δομημένη, έτσι ώστε η σχέση μεταξύ της (δυνάμει) δομής και της (ενεργού) κοινωνικής πραγματικότητας να μην μπορεί να θεωρηθεί ως σχέση μεταξύ ουσίας και «επουσιώδους». Η κοινωνική πραγματικότητα δεν μπορεί να διαιρεθεί σε ένα ουσιώδες, εσώτερο μέρος και σε ένα επουσιώδες, εξωτερικό και εμπειρικό μέρος. Η δομή, για άλλη μία φορά εδώ, δεν είναι αδιάφορη απέναντι στις ενεργοποιήσεις της. Οι ενεργοποιήσεις της δομής συνιστούν μεταλλαγές και μετατοπίσεις της δομής, γεγονός που όπως έχουμε δει διανοίγει τη δυνατότητα να σκεφτούμε την ιστορικότητα της δομής και της δομικής σχέσης ως συνάρτηση της εμμενούς αιτιότητας της δομής.

Με αυτά ως δεδομένα, τώρα, η «ειδοποιός» διαφορά του κατά Αλτουσέρ σπινοζικού-μαρξιστικού, εμμενειοκρατικού όλου από το εκφραστικού τύπου όλον, μαζί με την αντίστοιχη διαφορά της έννοιας του ιστορικού χρόνου που συνεπιφέρει, χαρακτηρίζεται επίσης από την ιδιάζουσα σε αυτό αντίληψη του εκάστοτε «τώρα», της «τωρινής στιγμής», 52 την ειδική έννοια της παροντικής κατάστασης. Αυτή δεν μπορεί βέβαια να είναι μια «στιγμή», με τη διπλή εγελιανή έννοια που είδαμε σε προηγούμενα σημεία, αλλά ούτε και απλή στιγμιαία ή σημειακή συνύπαρξη αυτόνομων χρόνων (πρόκειται, άλλωστε, για δύο αντιλήψεις που εμπίπτουν εξίσου στην κατηγορία της συγχρονίας). Εάν το «μαρξιστικό» όλον όπως το ανασυγκροτεί ο Αλτουσέρ, ως δομημένο όλον, δεν υπάρχει στο εκάστοτε παρόν ως «τομή ουσίας», δηλαδή ως εκφραστική ολότητα, αλλά ούτε και ως «συνταύτιση» στιγμών επάλληλων ιστοριών, τούτο συμβαίνει επειδή υπάρχει ως συγκυρία, ως η εκάστοτε συγκυρία. Η εγγενώς ιστορική, εμμενής σχέση μεταξύ δομής και κοινωνικού όλου έχει ως επίπτωση το γεγονός ότι αυτή ανά πάσα στιγμή υπάρχει πάντοτε και μόνο ως συγκυρία. Ο επικαθορισμός και η δομική αιτιότητα συνιστούν τη γενική έννοια της συγκυρίας. Η δομή είναι πάντοτε δομή της συγκυρίας : εάν κάτι είναι δομημένο, τούτο είναι η εκάστοτε συγκυρία. Εάν η συγκυρία δεν δηλώνει μια «τομή ουσίας», άλλο τόσο δεν δηλώνει την απλή συγχρονικότητα στιγμών που ανήκουν σε ουσιωδώς ανεξάρτητες και ασύνδετες ιστορίες. Συγκυρία δεν σημαίνει σύμπτωση, υπό καμία έννοια. Η συγκυρία συνιστά μια δομημένη «στιγμή» και όχι μια απλή στιγμή, δηλαδή σημειακή, είτε αυτή νοηθεί υπό την κατηγορία της «στιγμής» της εκφραστικής ολότητας, δηλαδή «ολιστικά», είτε ως «υπέρθεση» ανεξάρτητων στιγμών, δηλαδή «ατομιστικά». Η εμμενής αιτιότητα αίρει ακριβώς τη διαφορά μεταξύ δομικού και συγκυριακού, αναγκαίου και ενδεχομενικού ή τυχαίου, υπό την έννοια υπό την οποία αυτή θα ήταν ισοδύναμη με την οντολογική και επιστημολογική διαφορά μεταξύ ουσίας και φαινομένου, ουσιώδους και επουσιώδους – αναγνωρίζοντας ωστόσο πάντοτε τη δυικότητα δομής και ενεργού, δομημένης πραγματικότητας, που όπως είδαμε συνιστά την ειδικότητα και την κριτική αιχμή της έννοιας της εμμένειας. Για άλλη μία φορά, κλονίζεται εδώ η ερμηνευτική αξία της διάκρισης ή και αντίθεσης μεταξύ του «Αλτουσέρ της δομής» και του «Αλτουσέρ της συγκυρίας». Η συγκυρία συνιστά ένα παρόν χωρίς παρουσία, δηλαδή χωρίς συν-παρουσία των στοιχείων μεταξύ τους και με το κέντρο της δομής, ένα παρόν χωρίς «συγχρονικότητα», ένα εγγενώς ιστορικό παρόν.

Επιμένοντας ακόμα λίγο σε τούτη την ειδοποιό διαφορά του αλτουσεριανού δομισμού, ας υπαινιχθώ ορισμένες επιπτώσεις της όσον αφορά το ερώτημα της ιστορικότητας και του πολιτικού. Υπενθυμίζω ότι το Lire Le Capital έκλεινε επί της ουσίας συσχετίζοντας την έννοια της δραστικότητας της δομής επί των στοιχείων της, την ίδια τη δομική αιτιότητα και τη δομή με δεσπόζουσα που συνιστά το μαρξιστικό κοινωνικό όλον, με τη μαρξική «οιονεί έννοια» της Darstellung, και αυτήν με τη σειρά της με τη μεταφορά του «θεάτρου χωρίς συγγραφέα », με όλο το δυναμικό που αυτή εμπεριέχει για μια θεωρία περί «δομικού υποκειμένου», θεωρία η οποία διαφεύγει των αλληλοσυμπληρωματικών κατανοήσεων-αντιλήψεων της «δομής χωρίς υποκείμενο» και του «υποκειμένου χωρίς δομή». Ελάχιστα πριν, στα κείμενά του «Αντίφαση και επικαθορισμός» και «Για την υλιστική διαλεκτική», που συμπεριλήφθηκαν στο Για τον Μαρξ, ο Αλτουσέρ σκεφτόταν τη δομή με δεσπόζουσα που συνιστά το εκάστοτε κοινωνικό δομημένο όλον, πάντοτε τωρινό ή τρέχον, όπως αυτή υπάρχει πάντοτε στο «τώρα» που της προσιδιάζει, με μια λέξη σκεφτόταν την εκάστοτε συγκυρία, υπό την κατηγορία του επικαθορισμού, κατά τρόπο που ήδη προανάκρουε την εμμενή δομική αιτιότητα: ήδη από τότε, ρητά και κατηγορηματικά, επικαθορισμός σήμαινε ότι η δομή υπάρχει μόνο στις ιστορικώς εξειδικευμένες ενεργοποιήσεις της, δηλαδή σε ενικές, μη-αναγώγιμες συγκυρίες. Από την άλλη πλευρά, η συγκυρία, με την έννοια που προσιδιάζει σε αυτό το όλον, διδόταν ως το ειδικό αντικείμενο μιας ειδικής πρακτικής, της πολιτικής πρακτικής : η πολιτική πρακτική, υπακούοντας στο «ελάχιστο γενικότητας» που αντιπροσωπεύει η έννοια της εν γένει πρακτικής, προσδιορίζεται από το ειδικό «αντικείμενό» της, με την ευρεία έννοια: η πολιτική πρακτική εργάζεται επί ιστορικών συγκυριών και παράγει ιστορικές συγκυρίες με τα μέσα που κάθε φορά της προσιδιάζουν. Θα λέγαμε, υπό τους πιο πάνω όρους, ότι η ειδικότητα ή η αρμοδιότητα της πολιτικής πρακτικής είναι η παραγωγή ιστορίας, υπό τη μορφή (πολύ σχηματικά) της επεξεργασίας σε κάθε βήμα της μιας νέας συγκυρίας διά του μετασχηματισμού (επαναστατικού ή «αναπαραγωγικού») της προηγούμενης.

Ας θυμηθούμε πράγματι ότι η ίδια η έννοια του επικαθορισμού εισάγεται από τον Αλτουσέρ ακριβώς ως η έννοια που επιτρέπει τον στοχασμό επί της πολιτικής πρακτικής, και ειδικότερα (αλλά όχι αποκλειστικά) επί της μαρξιστικής επαναστατικής πολιτικής, και ακόμα ειδικότερα επί της πολιτικής πρακτικής του Λένιν και των μπολσεβίκων, τέτοιας που επέτρεψε το μεγαλειώδες παράδοξο (ή την «εξαίρεση») της Οκτωβριανής Επανάστασης. Μελετώντας τα κείμενα του Λένιν, γραμμένα μέσα στην (και για την) πολιτική πρακτική του, κατά τη συγκυρία που θα εκβάλει στην επανάσταση, ο Αλτουσέρ θα μπορέσει να προβεί στην «ανάλυση της δομής του πεδίου, του αντικειμένου ή (για να επαναλάβουμε την προηγούμενη ορολογία μας) της ειδικής πρώτης ύλης της πολιτικής πρακτικής εν γένει, μέσα από ένα συγκεκριμένο παράδειγμα: «την πολιτική πρακτική ενός μαρξιστή ηγέτη το 1917». 53 Και συνεχίζει ο Αλτουσέρ:


«[Ε]κεί ακριβώς βρίσκεται ο αναντικατάστατος χαρακτήρας των κειμένων του Λένιν: στην ανάλυση της δομής μιας συγκυρίας, στις μετατοπίσεις και στις συμπυκνώσεις των αντιφάσεών της, στην παράδοξη ενότητά τους, που αποτελούν την ίδια την ύπαρξη της “τωρινής στιγμής”, την οποία πρόκειται να μετασχηματίσει, με την ισχυρή έννοια του όρου, από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Οκτώβριο του ’17, η πολιτική δράση». 54


Ας σταθούμε σε δύο βασικά σημεία, επί τροχάδην. Το πρώτο είναι ότι ο Αλτουσέρ επεξεργάζεται εδώ την ειδοποιό διαφορά της πολιτικής πρακτικής από τις άλλες πρακτικές, και κυρίως από τη θεωρητική πρακτική, και πιο συγκεκριμένα από την ιστορική θεωρητική πρακτική, την πρακτική της ιστοριογραφίας, ειδικότερα όταν αυτή μοιάζει να έχει το ίδιο αντικείμενο με την πρώτη: ας πούμε, τον Ιμπεριαλισμό της εποχής της επαναστατικής δράσης του Λένιν. Ο Αλτουσέρ καθιστά σαφές ότι, ακριβώς στο μέτρο που πρόκειται για διαφορετικές πρακτικές, αυτές ασκούνται επί διαφορετικών αντικειμένων, τα οποία δεν πρέπει να συγχέονται. Ο Ιμπεριαλισμός του ιστορικού (ακόμα και του μαρξιστή ιστορικού) δεν είναι ο Ιμπεριαλισμός που συνάντησε ο Λένιν στην πολιτική πρακτική του. Ο ιστορικός έχει ως αντικείμενο της πρακτικής του την παρωχημένη ιστορία και διερευνά «το τετελεσμένο γεγονός της αναγκαιότητας», την αναγκαιότητα του τετελεσμένου, ενώ ο επαναστάτης ηγέτης, στη δική του πρακτική, έχει ως αντικείμενο την ιστορία εν τω γεννάσθαι και στοχάζεται την « προς τέλεση αναγκαιότητα »: 55 πρόκειται για δύο τελείως διαφορετικά αντικείμενα και για δύο τελείως διαφορετικές μορφές αναγκαιότητας. Ο Αλτουσέρ θα τονίσει: «[Η] βαθύτερη διάσταση του ερωτήματος έγκειται στη διάκριση αυτών των δύο πρακτικών», 56 συνεπώς και των αντικειμένων τους και των αναγκαιοτήτων που ενέχουν.

Σε τούτο το σημείο θα έλεγα, επιφυλασσόμενος να το υποστηρίξω σε επόμενο στάδιο τούτης της εργασίας, ότι πράγματι η επιστημολογική τομή του ώριμου μαρξικού έργου την οποία διακηρύσσει ο Αλτουσέρ (και ο συναφής αντιεμπειρισμός της) εδράζεται εν πολλοίς στη διάκριση μεταξύ των ειδικών χαρακτήρων της θεωρητικής πρακτικής και της πολιτικής πρακτικής ή στη διάκριση δύο ιστοριών : της ιστορίας του θεωρητικού ή του ιστορικού και της ιστορίας του πολιτικού. Εν πολλοίς εδώ έγκειται η τομή που διαχώρισε αμετακλήτως τις διάφορες φιλοσοφίες της ιστορίας από τη μαρξιστική επιστήμη του κοινωνικού και της ιστορίας: στο γεγονός ότι η ζώσα ιστορία δεν διέπεται και δεν διατίθεται προς σύλληψη από μια φιλοσοφία της ιστορίας ή από μια θεωρία που εν τέλει της προσομοιάζει. Δεν θα επεκταθώ εδώ προσώρας. Μπορώ μόνο να υπαινιχθώ, σε σχέση με τη διαφορά μεταξύ των δύο αναγκαιοτήτων, ότι η προς τέλεση αντικειμενικότητα που αναφέρεται στην πολιτική πρακτική εισάγει το ζήτημα του υποκειμένου ή της υποκειμενικότητας που προσιδιάζει στην πολιτική πρακτική και τη δομή, το ερώτημα που (όπως θυμόμαστε) έθετε ο Ίπολα: ποιος κάνει πολιτική; Η προς τέλεση αναγκαιότητα παραπέμπει πράγματι σε μια υποκειμενικότητα, σε ένα υποκείμενο ( δομικό υποκείμενο, κατά τα παραπάνω), διότι είναι πάντα αναγκαιότητα για ένα υποκείμενο ή μια υποκειμενικότητα. Παραπέμπει πάντοτε και ουσιωδώς στην επιτακτικότητα ενός «πρέπει», σε ένα τι να κάνουμε, σε κάτι που πρέπει να γίνει, και όχι σε κάτι που έχει ήδη αμετάκλητα γίνει, σε ένα γεγονός. Η αναγκαιότητα αυτή αντιτίθεται πάντοτε και εκ κατασκευής σε ενάντιες αναγκαιότητες, αναγκαιότητες για άλλα υποκείμενα και υποκειμενικότητες, που τίθενται έτσι σε συγκρουσιακές σχέσεις με το πρώτο. Η αναγκαιότητα που (υποτίθεται ότι) θα καθορίσει την έκβαση της σύγκρουσης και η οποία θα εκβάλει στο συναφές τετελεσμένο γεγονός, η αναγκαιότητα του τετελεσμένου, απλούστατα δεν υπάρχει και δεν είναι ενεργός στην «τωρινή στιγμή» της συγκυρίας και της πολιτικής πρακτικής: πρόκειται για την παντελώς άλλης τάξης αναγκαιότητα του ιστορικού, την αναγκαιότητα διά της οποίας αυτός θα εξηγήσει την τετελεσμένη ιστορία. Κατά μείζονα λόγο, δεν υπάρχει η αναγκαιότητα που θα συσχέτιζε αυτήν την έκβαση με το ισοδύναμο ενός υποκειμένου της ιστορίας, με την ακατάσχετη προέλαση της αυτο-ανάπτυξης μιας ιστορικής αρχής κατά τη λογική που τής προσιδιάζει, την αναγκαιότητα μιας προ-διαγεγραμμένης «ιστορίας» που διανοίγει τον δρόμο της παραμερίζοντας τις επουσιώδεις ενδεχομενικότητες που συναντά.

Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι αυτή η κατά Αλτουσέρ απαράκαμπτη διάκριση της πολιτικής από τη θεωρητική πρακτική, όπως και αυτή μεταξύ των αντικειμένων τους, και συνεπώς η διάκριση της προς τέλεση αναγκαιότητας από την αναγκαιότητα του τετελεσμένου, με την ουσιώδη αναφορά της πρώτης στις ανταγωνιστικές υποκειμενικότητες και στη συγκρουσιακή δομή της συγκυρίας, εισάγεται στο αλτουσεριανό κείμενο με μια γραφή ενός τελείως διαφορετικού τροπισμού, με μια «έκρηξη» εκφράσεων και διατυπώσεων που παραπέμπουν αναμφίβολα σε ό,τι έχουμε μάθει να ονομάζουμε «υποκείμενο» και «υποκειμενικότητα», και συγκεκριμένα εδώ στο υποκείμενο της πολιτικής πρακτικής και την ιδιάζουσα υποκειμενικότητά του. Ο Ιμπεριαλισμός που αντιμετώπισε ο Λένιν δεν είναι ο Ιμπεριαλισμός που εκ των υστέρων εξηγεί τα πάντα (ακόμα και εάν τα εξηγεί σωστά), ως εάν


«για τον Λένιν ο Ιμπεριαλισμός [να μην] ήταν ακριβώς αυτές ή εκείνες οι τρέχουσες αντιφάσεις, η τρέχουσα δομή τους και οι τρέχουσες σχέσεις τους, [ως εάν] αυτή η δομημένη επικαιρότητα [να μην] αποτελούσε το μοναδικό αντικείμενο της πολιτικής δράσης του! Θαρρείς και θα μπορούσαμε με μόνο μια λέξη, ως διά μαγείας, να διαλύσουμε την πραγματικότητα μιας αναντικατάστατης πρακτικής, της πρακτικής των επαναστατών, τη ζωή τους, τις οδύνες τους, τις θυσίες τους, τις προσπάθειές τους, εν ολίγοις τη συγκεκριμένη ιστορία τους, καταφεύγοντας στη χρήση μιας άλλης πρακτικής, η οποία θεμελιώνεται στην πρώτη, της πρακτικής ενός ιστορικού […]· θαρρείς και θα μπορούσαμε να συγχέουμε τη θεωρητική πρακτική ενός κλασικού ιστορικού, ο οποίος αναλύει το παρελθόν, με την πρακτική ενός επαναστάτη ηγέτη, ο οποίος στοχάζεται το παρόν εντός του παρόντος […]» 57.


Και θα συμπληρώσει αμέσως ότι ο δεύτερος, ο επαναστάτης ηγέτης, είναι αυτός που δρα και στοχάζεται επί της συγκυρίας και μέσα στη συγκυρία, είναι αυτός που δρα επί της συγκεκριμένης ιστορίας: «[Τ]α δικά του σφάλματα και οι δικές του επιτυχίες δεν παραπέμπουν απλώς στον ταξινομικό αριθμό μιας γραμμένης [η έμφαση στο πρωτότυπο] “ιστορίας” [σε εισαγωγικά στο πρωτότυπο], σε έναν τόμο εις όγδοον στην Εθνική Βιβλιοθήκη· ονομάζονται διά παντός στη συγκεκριμένη ζωή: 1905, 1914, 1917, ή Χίτλερ ή Φράνκο ή Στάλινγκραντ ή Κίνα ή Κούβα». 58

Τρία σημεία σε αυτό το απόσπασμα απαιτούν την προσοχή μας. Πρώτον, για άλλη μία φορά, έχουμε εισβολή της υποκειμενικότητας που προσιδιάζει στην πολιτική πρακτική, και συνεπώς σε αυτόν ακριβώς τον τύπο όλου, το δομημένο όλον, το οποίο είναι επιδεκτικό πολιτικής: ο δρων της πολιτικής πρακτικής (που δεν είναι ούτε απλώς «φορέας» της δομής μιας πρακτικής, αλλά ούτε και ένα ελεύθερο και αυτενεργό υποκείμενο) είναι ένα δομικό υποκείμενο, που μπορεί να κάνει λάθος αλλά μπορεί και να δρα σωστά, μπορεί να έχει αποτυχίες και επιτυχίες, οι οποίες προφανώς είναι κατ’ αντίστροφη τάξη επιτυχίες και αποτυχίες των αντίπαλων υποκειμένων εντός της ίδιας πολιτικής πρακτικής. Αλλά οι αποτυχίες και οι επιτυχίες καθορίζουν διαφορετικές τροπές της ιστορίας, παράγουν την ιστορία και τις κατευθύνσεις της, ευτυχείς ή καταστροφικές (όπως δηλώνει στο προηγούμενο απόσπασμα η σειρά των τρομερών ορόσημων και «ονομάτων», που σηματοδοτούν αντίστοιχους σταθμούς, αντίστοιχες επιτυχίες/αποτυχίες). Καμία αναγκαιότητα πέραν αυτών των «προς τέλεση αναγκαιοτήτων» δεν καθορίζει την έκβαση κάθε συγκρουσιακού βήματος της πολιτικής πρακτικής. Κατ’ αντιδιαστολή προς αυτήν την παραγωγή ιστορίας στο εκάστοτε «τώρα», υπάρχει η « γραμμένη “ιστορία”» των ιστορικών, καταγεγραμμένη, αρχειοθετημένη και καταχωρημένη. Αυτή η τελευταία πράγματι διέπεται από την αναγκαιότητα του τετελεσμένου, του γεγονότος, είναι αυτή που καλείται να παραγάγει ο ιστορικός και με βάση αυτήν να εξηγήσει και να γνωρίσει την τετελεσμένη ιστορία. Αλλά βλέπουμε τούτη την παράδοξη γραφή: γραμμένη «ιστορία», όπου η έμφαση στο επίθετο γραμμένη συναντά τα εισαγωγικά στην «ιστορία». Για άλλη μία φορά, ο Αλτουσέρ αφήνει να μιλήσουν, με τον αινιγματικό και σιωπηλό τρόπο τους, τα σημεία στίξης: η γραμμένη ιστορία δεν είναι ακριβώς ιστορία, αλλά «ιστορία», και ονομάζεται έτσι κατά έναν λίγο έως πολύ καταχρηστικό τρόπο, στο μέτρο ακριβώς που πλέον δεν χαρακτηρίζεται από τη συγκρουσιακή ενδεχομενικότητα της πολιτικής πρακτικής – αυτό που αργότερα ο Αλτουσέρ θα ονομάσει «αστάθμητο» –, την οποία μόνον κατόπιν εορτής μπορεί κανείς να εξηγήσει και να της αποδώσει τη νεκρή και παγιωμένη αναγκαιότητα ενός γεγονότος, αμετάκλητου όπως ο θάνατος – συνήθως γεμάτου θανάτους.

Κατ’ αντίθεση, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η ζώσα ιστορία, η ιστορία που παράγεται κατά συγκρουσιακό και αστάθμητο τρόπο από την πολιτική πρακτική (και πάντοτε έναντι μιας αντι-πρακτικής), πάντοτε εντός της συγκυρίας και επί της συγκυρίας, την οποία μετασχηματίζει σε μια νέα συγκυρία, είναι πράγματι ιστορία και είναι ουσιωδώς άγραφη. Απέναντι στη γραμμένη «ιστορία» του ιστορικού που γνωρίζει τα τετελεσμένα γεγονότα τίθεται η άγραφη ιστορία (χωρίς εισαγωγικά) των προς τέλεση γεγονότων, με τη δική τους επιτακτική αναγκαιότητα. Ας μη βιαστούμε να χαρακτηρίσουμε ως τετριμμένη αλήθεια αυτόν τον άγραφο χαρακτήρα μιας ιστορίας που δεν έχει ακόμα επέλθει: δεν σημαίνει απλώς ότι η ιστορία που δεν έχει συντελεστεί δεν είναι ακόμα γραμμένη επειδή «γράφεται» τώρα· ή, μάλλον, σημαίνει αυτό ακριβώς, αλλά με ένα όχι τετριμμένο νόημα· σημαίνει κάτι πολύ περισσότερο από την απλή ταυτολογία ότι κανένας ιστορικός δεν θα μπορούσε να έχει γράψει την εν εξελίξει ιστορία: αυτό το «άγραφο» υποδεικνύει κάτι το ουσιώδες για την ιστορία, με το απερίσταλτο νόημά της, για την ιστορικότητα ως τέτοια. Και δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πάμε πολύ μακριά για να συσχετίσουμε αυτήν την ουσιωδώς άγραφη ιστορία με το «θέατρο χωρίς συγγραφέα »: και στις δύο περιπτώσεις, αυτό που είναι χωρίς συγγραφέα και άγραφο είναι το θεατρικό έργο, η δομή και το δράμα του κοινωνικού και της ιστορίας. Εάν το δομημένο όλον, στη δυναμική του (ένα όλον που υπάρχει πάντοτε ως συγκυρία επί της οποίας πάντοτε-ήδη ασκείται η πολιτική πρακτική και η οποία πάντοτε-ήδη μετασχηματίζεται σε μια άλλη συγκυρία), συνιστά ένα θέατρο χωρίς συγγραφέα, το δράμα του οποίου παραμένει πάντοτε και ανά πάσα στιγμή άγραφο, εάν δεν έχει ούτε συγγραφέα που θα είχε γράψει εκ των προτέρων το έργο ούτε συγγραφείς που γράφουν ελεύθερα τους ρόλους τους, αυτοσχεδιάζοντας ή προμελετώντας, τούτο συμβαίνει επειδή η δομή, όπως και το έργο, είναι συγκρουσιακής φύσης, είναι εγγενώς πολιτική, τέτοια δηλαδή που το κάθε βήμα της, η κάθε τροπή της, έχει τον χαρακτήρα της αστάθμητης και απρόβλεπτης έκβασης μιας σύγκρουσης, έχει την απαράκαμπτη τροπικότητα μιας νίκης και μιας ήττας που δεν είναι προδια γεγραμμένες, που δεν εξαρτώνται από τίποτε άλλο πέρα από την ίδια τη σύγκρουση.

Και αυτή η συγκρουσιακότητα είναι εγγενώς πολιτική, αποτελεί το στοιχείο του πολιτικού στη γενικότητά του, καθώς η έκβαση της σύγκρουσης εξαρτάται από τα συγκρουόμενα μέρη, από τους λανθασμένους ή ορθούς χειρισμούς της συγκυρίας και των μέσων που η δομή τής προδιαγράφει, από τις επιτυχίες και τις αποτυχίες τους. Ακριβώς αυτό είναι η άλλη όψη του ιδιάζοντος τύπου όλου, του δομημένου όλου που κατά τον Αλτουσέρ προσιδιάζει στον μαρξισμό: είναι επιδεκτικό πολιτικής και ως εκ τούτου χαρακτηρίζεται εγγενώς από ιστορία, με το χαρακτηριστικό που κάνει την ιστορία αυτό που είναι: άγραφη ως ζώσα και εν τω γεννάσθαι, και γραμμένη μόνο εκ των υστέρων, ως νεκρή και παγιωμένη. Καταλαβαίνουμε ενδεχομένως τώρα γιατί ο Αλτουσέρ έψαχνε να βρει το μυστικό της μαρξιστικής, υλιστικής διαλεκτικής, όχι στην αντιστροφή, στην «υλιστικοποίηση» της εγελιανής διαλεκτικής, αλλά στην πολιτική πρακτική – ή, αντίστροφα, αναζητούσε εκείνην τη διαλεκτική που, σε αντίθεση προς την εγελιανή, καθιστά δυνατή ή νοητή την πολιτική. Η απάντησή του δεν είναι άλλη από την έννοια του επικαθορισμού, ή, κατά τη δομιστική επαναδιατύπωσή της, την εμμενή δομική αιτιότητα, δηλαδή μια δομή εμμενή στις κοινωνικές συγκρούσεις, συνεπώς, όπως είδαμε, μια δομή συγκρούσεων. Συναντάμε και εδώ τα ίδια διλήμματα και την ανάλογη διαφυγή από αυτά: δομή συγκρούσεων δεν σημαίνει απλώς συγκρούσεις, συγκρούσεις χωρίς δομή, εκδοχή προφανώς της αντίληψης περί υποκειμένων χωρίς δομή (ατομικών ή συλλογικών), ούτε επίσης απλώς δομή, δομή χωρίς πραγματικές συγκρούσεις, όπου οι εμπειρικές, επιφαινόμενες αντιθέσεις θα ήταν λειτουργίες μιας υποκείμενης δομής – εδώ θα είχαμε προφανώς μια εκδοχή της δομής χωρίς υποκείμενα.

Στην πολιτική πρακτική συνεπώς, ως το έκτυπο της συγκυρίας, της εμμενούς ύπαρξης της δομής στη συγκρουσιακή κοινωνική πραγματικότητα διά της εμμενούς «μεσολάβησης» της ιδεολογίας, ως το έκτυπο του θεάτρου της εμμένειας, στην πολιτική, λοιπόν, πρέπει να αναζητηθεί αυτό που καθιστά την ταξική πάλη αυτό που είναι: ούτε αντιπαράθεση οιονεί φυσικών δυνάμεων με προκαθορισμένη έκβαση, αντιπαράθεση διεπόμενη από νόμους (με την έννοια ότι υπερισχύει αναγκαστικά ο εκ των προτέρων ισχυρότερος), ούτε μια πολλαπλότητα φαινομενικά διαφοροποιημένων αντιθέσεων, την οποία ωστόσο νοηματοδοτεί μια κρυμμένη ενότητα ή μια κεντρική «αντίφαση». Κατ’ αυτόν ακριβώς τον τρόπο η ιστορία, η παροντική δομική παραγωγή του δομικού μέλλοντος, είναι ουσιωδώς άγραφη, χωρίς τους πολλούς συγγραφείς ή τον έναν συγγραφέα που θα τη γράψει ή τη γράφει ήδη.

Εν κατακλείδι, η έννοια της εμμενούς δομικής αιτιότητας, ο ίδιος ο σπινοζικός δομισμός του Αλτουσέρ, όχι μόνο δεν είναι ασύμβατος με την πολιτική, αλλά συνιστά μια απόπειρα να συλληφθεί αυτό που μπορεί να καταστήσει νοητή την πολιτική· ο αλτουσεριανός δομισμός είναι μια σκέψη για τις «συνθήκες δυνατότητας» της πολιτικής και της ιστορίας.

* *** Το κείμενο που ακολουθεί αναπαράγει επί της ουσίας το 10ο κεφάλαιο και το τελευταίο μέρος του «Αντί επιλόγου» κεφαλαίου του πρόσφατου βιβλίου μου Αποδόμηση σε «τελική ανάλυση»: Ο σπινοζικός δομισμός του Αλτουσέρ (1960-1969) και ο πρώιμος Ντερριντά (νήσος, Αθήνα 2023). Για την καλύτερη παρακολούθηση του κειμένου έχουν αφαιρεθεί σημεία που βασίζονται σε άλλα κεφάλαια και δεν εντάσσονται λογικά στο επιμέρους επιχείρημα που αναπτύσσεται εδώ, έχουν προστεθεί εντός κειμένου παραπομπές σε προηγούμενα κεφάλαια του βιβλίου όπου υποστηρίζονται προϋποθέσεις του επιχειρήματός μου που δεν θα μπορούσαν να παρατεθούν εδώ, καθώς και υποσημειώσεις με επεξηγήσεις όρων ή κρίσιμων σημείων της όλης προβληματικής. Επιπλέον, έχουν γίνει πολύ περιορισμένες προσαρμογές ορισμένων διατυπώσεων, κατά τη γνώμη μου επιβεβλημένες από την αποκοπή του κειμένου από το αρχικό του πλαίσιο. Πέραν αυτών, η επιχειρηματολογία μεταφέρεται εδώ αυτούσια.

1 Γεράσιμος Κουζέλης, «Η μέθοδος παρουσίασης (Darstellung) στο Κεφάλαιο », Ανακοίνωση στο Διεθνές Συνέδριο με τίτλο «Ο Μαρξ σήμερα, 150 χρόνια μετά τα Grundrisse », που διοργάνωσε το περιοδικό Θέσεις, Αθήνα, 21-23 Σεπτεμβρίου 2007 (διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://eclass.uoa.gr/modules/document/file.php/PSPA280/Έκθεση%20και%20Διαλεκτική%20στον%20Μαρξ.pdf).

2 Βλ. Καρλ Μαρξ, «Πρόλογος στη Γαλλική Έκδοση», στο Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, μτφρ. Π. Μαυρομμάτης, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978: 29.

3 Βλ. Louis Althusser κ.ά., Lire Le Capital, PUF, Παρίσι 1996: 54. [Ελληνική μετάφραση: Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003 (διαθέσιμο στη διεύθυνση:

mpineiolibrary.espivblogs.net/files/2015/03/Na_diabasoume_TO_KEFALAIO.pdf)].

4 Ιδεολογία της θεωρητικής πρακτικής: σύμφωνα με αναπτύξεις προηγούμενων κεφαλαίων, η φράση αυτή δηλώνει, ταυτοχρόνως, τόσο μια ιδεολογία με αντικείμενο τη θεωρητική πρακτική όσο και μια ιδεολογία που πάντοτε-ήδη φέρεται από την (και εμπλέκεται στην) υλικότητα της θεωρητικής πρακτικής, μια ιδεολογία εμμενή στη θεωρητική πρακτική.

5 Βλ. στο ίδιο: 33.

6 Χρησιμοποιώ τον προσδιορισμό «πραγματικό», εντός εισαγωγικών, για να δηλώνω τις γενικότατες ιδεολογικές (αλλά και μεταφυσικές) κατηγορίες του αντικειμένου και του υποκειμένου, τα οποία εντός του ιδεολογικού και μεταφυσικού πλαισίου κατανοούνται ως αυθύπαρκτα, συγκροτημένα πριν και ανεξάρτητα από κάθε μεταξύ τους σχέση, ως αντικείμενα και υποκείμενα που καθορίζονται ακριβώς από την ουσία τους. Αντιθέτως, επιφυλάσσω τον προσδιορισμό πραγματικό, χωρίς εισαγωγικά, για να δηλώνω τα πάντοτε-ήδη κοινωνικά αντικείμενα και υποκείμενα, στοιχεία της εκάστοτε κοινωνικής πραγματικότητας, εγγενώς σχεσιακά, συγκροτημένα εντός και υπό τη δραστικότητα των κοινωνικών σχέσεών τους, των δομημένων κοινωνικών πρακτικών. Ελπίζω σε όσα ακολουθούν να διευκρινισθεί περισσότερο και να δικαιωθεί αυτή η διάκριση, την οποία προσπαθώ να χρησιμοποιώ με όσο μεγαλύτερη συνέπεια μπορώ.

7 Louis Althusser κ.ά., Lire Le Capital, όπ.π.: 34. Είναι προφανές ότι ο Αλτουσέρ δεν χρησιμοποιεί τη διάκριση πραγματικού και «πραγματικού», την οποία χρεώνομαι εγώ.

8 Βλ. στο ίδιο: 33-34.

9 Η πλήρης κατανόηση αυτού του σημείου προϋποθέτει την ανάλυση «της απατηλής ενότητας της λέξης αντικείμενο», και την παραγωγή της διαφοράς που ενέχεται στην έννοια του αντικειμένου. Βλ. σχετικά Louis Althusser κ.ά., Lire Le Capital, όπ.π.: 39. Δεν μπορώ εδώ να είμαι περισσότερο αναλυτικός. Ας σημειώσω μόνο ότι η ανάλυση αυτή θα έδειχνε τη διαφορά ανάμεσα σε μια «μεταβατική» και μια «αμετάβατη» σημασία της λέξης «αντικείμενο», όταν αυτό υπεισέρχεται σε διατυπώσεις όπως «αντικείμενο της επιστήμης», «αντικείμενο της γνώσης», κλπ.

10 Βλ. στοίδιο: 40 κ.ε., και Louis Althusser, «Idéologie et appareils idéologiques d’État», στοντόμοτουιδίου Positions, Éditions Sociales, Παρίσι 1976 : 67-125 (154 κ.ε.). [Ελληνική μετάφραση: Θέσεις, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1999].

11 Βλ. Louis Althusser κ.ά., Lire Le Capital, όπ.π.: 402-403.

12 Βλ. Michael Sprinker, Imaginary Relations: Aesthetics and Ideology in the Theory of Historical Materialism, Verso, Λονδίνο 1987: 288-295· George Hartley, The Abyss of Representation: Marxism and the Postmodern Sublime, Duke University Press, Ντάραμ/Λονδίνο 2003: 93· Warren Montag, Althusser and his Contemporaries: Philosophy’s Perpetual War, Duke University Press, Ντάραμ/Λονδίνο 2013: 87.

13 Louis Althusser κ.ά., Lire Le Capital, όπ.π.: 646.

14 Τα εισαγωγικά δηλώνουν εδώ ότι, όπως θα προσπαθήσω να υποδείξω, η εν λόγω «παρουσία» δεν εκλαμβάνεται κυριολεκτικά, ως η κεντρική κατηγορία της «μεταφυσικής της παρουσίας», ακριβώς.

15 Βλ. Louis Althusser κ.ά., Lire Le Capital, όπ.π.: 405.

16 Στο ίδιο: 404 (η έμφαση στο πρωτότυπο).

17 Βλ. George Hartley, The Abyss of Representation …, όπ.π.: 85.

18 Στην πραγματικότητα, το πραγματικό αντικείμενο, το πρακτικο-ιδεολογικό αντικείμενο, φέρει πάντοτε-ήδη το αποτύπωμα της θεωρητικο-ιδεολογικής πρακτικής που «θα» το μετασχηματίσει: τα αντικείμενα των πρακτικών ιδεολογιών είναι πάντοτε σε έναν βαθμό θεωρητικοποιημένα και εξιδανικευμένα. Δεν μπορώ ωστόσο να επιμείνω εδώ επ’ αυτού.

19 «Είναι πράγματι ίδιον της ιδεολογίας να επιβάλλει (χωρίς να το δείχνει, μιας και πρόκειται για “προφανότητες”) τις προφανότητες ως προφανότητες, τις οποίες δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε και μπροστά στις οποίες έχουμε την αναπόφευκτη και φυσική αντίδραση να αναφωνήσουμε (δυνατά ή στη “σιωπή της συνείδησης”): “Είναι προφανές! Έτσι είναι! Είναι αλήθεια!”» (LouisAlthusser, Positions, όπ.π.: 111).

20 Η διάκριση μεταξύ δύο «ειδών» θεωρητικής πρακτικής προφανώς ανακαλεί εδώ τη σπινοζική διάκριση μεταξύ των δύο πρώτων ειδών γνώσης, και μάλιστα θα έλεγα ότι αντιστοιχεί ευθέως σε αυτήν, τηρουμένων των αναλογιών μεταξύ της αλτουσεριανής και της σπινοζικής επιστημολογίας.

21 Η φράση «ανταγωνιστικά ασύμμετρο» παραπέμπει, όπως θα εκτεθεί σε προσεχή μελέτη, στην αλτουσεριανή επιστημολογία και σε μια ειδική εκδοχή ασυμμετρότητας που διαφοροποιείται από την αντίστοιχη κουνιανή, καθώς επιδέχεται σχέσεις επιστημολογικού ανταγωνισμού ή αντίθεσης.

22 Louis Althusser et al., Lire Le Capital, όπ.π.: 25.

23 Στο ίδιο: 24.

24 Στο ίδιο: 404.

25 Στο ίδιο.

26 Στο ίδιο: 411.

27 George Hartley, The Abyss of Representation…, όπ.π.: 91.

28 Louis Althusser et al., Lire Le Capital, όπ.π.: 404. Ο εν λόγω «τρόπος παρουσίας της δομής στα αποτελέσματά της» είναι προφανώς ο τρόπος της σπινοζικής εμμένειας.

29 Στο ίδιο: 410· βρίσκουμε εδώ ανάγλυφα την ένταση ή και αντινομία μιας έννοιας, δηλαδή μιας σύλληψης (Begriff), που δεν έχει ακόμα συλληφθεί.

30 Βλ. στο ίδιο: 410-411.

31 Στο ίδιο: 404-405.

32 Στο ίδιο: 646. Κατά ευτυχή σύμπτωση, στα ελληνικά λέμε «θεατρική παράσταση» και όχι «αναπαράσταση», γεγονός που φέρνει την ελληνική διατύπωση πιο κοντά σε αυτά που λέει εδώ ο Αλτουσέρ.

33 Ο Ρικέρ θεωρεί ότι, με τον Αλτουσέρ και την έννοια του επικαθορισμού, και υπό τη ρήτρα του καθορισμού σε τελική ανάλυση, «ο μαρξισμός επαναλαμβάνει ένα τυπικά θεολογικό παράδοξο, το παράδοξο του τελικού [ultime] καθορισμού∙ το επίδικο εδώ είναι η σχετική δραστικότητα των ανεξάρτητων ηθοποιών/δρώντων παραγόντων [acteurs] σε ένα έργο [pièce] αποφασισμένο αλλού και από κάποιον άλλο» (PaulRicoeur, L’idéologie et l ’ utopie, Seuil, Παρίσι1997: 177).

34 Louis Althusser et al., Lire Le Capital, όπ.π.: 411.

35 Στο ίδιο: 646.

36 Υπό αυτήν την έννοια, ο Χάρτλεϋ θα πει ότι «η φράση “theatricalrepresentation” [αναπόφευκτη ωστόσο στη γαλλική και στην αγγλική γλώσσα] συνιστά εδώ λανθασμένο όνομα [misnomer], αφού το “σενάριο” προς “αναπαράσταση” ή προς “αναπαραγωγή” στο δρώμενο δεν υπάρχει πουθενά έξω (ή σε οποιαδήποτε θέση πέρα) από το ίδιο το δρώμενο» (GeorgeHartley, The Abyss of Representation …, όπ.π.: 94).

37 Louis Althusser et al., Lire Le Capital, όπ.π.: 646 (ηέμφασηέχειπροστεθεί).

38 Στο ίδιο. Η μεταφορική διατύπωση «perspective rasante», σύμφωνα με τη δική μου ερμηνεία, δηλώνει την τοποθέτησή «μας» στο ίδιο το επίπεδο των αποτελεσμάτων της δομικής αιτίας (μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόμαστε και «εμείς»), στο οποίο η δομή-αιτία είναι απούσα «αυτοπροσώπως» και συνεπώς τα αποτελέσματά της (συμπεριλαμβανομένων και «ημών») δεν παρουσιάζονται καθόλου ως δομικά αποτελέσματα αλλά υπό την προοπτική της ιδεολογικής «πραγματικότητάς» τους.

39 Βλ. στο ίδιο: 405.

40 Στο ίδιο: 74-75.

41 «Η “νέα” έννοια του “effet” αντλεί τα γνωρίσματά της τόσο από την αντίθεση μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος [cause/effet] όσο και από την αντίθεση μεταξύ ουσίας και εμφάνισης [essence/apparence] (φαινομένου [effet], αντανάκλασης [reflet]), δίχως εντούτοις να ανάγεται σε αυτές » [JacquesDerrida, Θέσεις, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα 2006: 104 (η έμφαση στο πρωτότυπο)].

42 Βλ. Λεξικό Larousse (ηλεκτρονική έκδοση), για το λήμμα «machinerie»: «Σύνολο μηχανών και συσκευών που χρησιμοποιούνται για την αλλαγή σκηνικών και για την παραγωγή των αποτελεσμάτων [effets] της σκηνοθεσίας [mise en scène]» (στη διεύθυνση https://www.larousse.fr/dictionnaires/francais/machinerie/48336?q=machinerie#48252).

Ας σημειωθεί η συσχέτιση με τη σκηνοθεσία και την παραγωγή των λίγο έως πολύ ψευδαισθητικών αποτελεσμάτων, των ειδικών εφέ, εκ των ων ουκ άνευ όρων μιας θεατρικής παράστασης.

43 Η πολλαπλή σημασία της λέξης «montage» είναι πολύ σημαντική εδώ: σύμφωνα με την ηλεκτρονική έκδοση του Λεξικού Larousse, η λέξη σημαίνει ανέβασμα, συναρμολόγηση, διευθέτηση, συναρμογή ή συνάρθρωση, αλλά και βέβαια το μοντάζ ως τεχνική στον κινηματογράφο ή τη φωτογραφία, μια τεχνική για την «παραγωγή ενός συγκεκριμένου αποτελέσματος [effetparticulier]», λίγο έως πολύ παραπλανητικού, καθώς και αυτό το ίδιο το «παραγόμενο αποτέλεσμα» (βλ. στη διεύθυνση https ://www.larousse.fr/dictionnaires/francais/montage/52472?q=montage#52341).

44 Louis Althusser et al., Lire Le Capital, όπ.π.: 410-411.

45 Ο Βιτόριο Μορφίνο (VittorioMorfino) θα θεωρήσει το «θέατρο χωρίς συγγραφέα» ως μία από τις μορφές που παίρνει η έννοια της δομικής αιτιότητας στο κείμενο του Αλτουσέρ (βλ. VittorioMorfino, «TheConceptofStructuralCausalityinAlthusser», Crisis & Critique, τόμ. 2, τ. 2, 2015: 87-107 [89]), ενώ ο Χάρτλεϋ θα γράψει ότι επέχει τη θέση της έννοιας της ιδιάζουσας παρουσίας της δομής στα αποτελέσματά της (βλ. GeorgeHartley, The Abyss of Representation …, όπ.π.: 93). Αξίζει να σημειωθεί η παρατήρηση του τελευταίου ότι με αυτήν τη διατύπωση ο ίδιος ο Αλτουσέρ μετέρχεται μιας ακόμα εικόνας ή αναπαράστασης (μιας Vorstellung) της έννοιας την οποία θέλει να συγκροτήσει (βλ. στο ίδιο).

46 Τον οποίο μπορούμε να σκεφτούμε, αντλώντας και από το περίφημο κείμενο του Φουκώ, περισσότερο ως λειτουργία, και μάλιστα με οιονεί υπερβατολογικούς όρους, παρά ως εμπειρικό πρόσωπο. Βλ. Michel Foucault, «What is an Author?», στοντόμοτουιδίου Language, Counter- Μ emory, Practice: Selected Essays and Interviews, μτφρ. D. F. Bouchard, S. Simon, επιμ. D. F. Bouchard, Cornell University Press, Ίθακα 1977:113-138, όπωςεπίσηςκαιAlexander Nehamas, «What an Author Is», The Journal of Philosophy,τόμ. 83, τ. 11, Νοέμβριος 1986: 685-691.

47 Και μάλιστα ευλόγως μπορούμε να ισχυριστούμε ότι αυτή είναι η κύρια αιχμή του αποσπάσματος: ο Αλτουσέρ δεν μιλάει για θέατρο χωρίς συγγραφείς ή αυτουργούς, στον πληθυντικό δηλαδή (πράγμα που θα παρέπεμπε αποκλειστικά στην προηγούμενη οριοθέτηση), αλλά για θέατρο χωρίς συγγραφέα, στον ενικό.

48 Jacques Derrida, «La structure, le signe et le jeu dans le discours des sciences humaines», στοντόμοτουιδίου L’écriture et la différence, Seuil, Παρίσι 1967: 409-428 (413).

49 Το ζήτημα αυτό αναπτύσσεται συστηματικά από τον Αλτουσέρ στο κείμενό του με τίτλο «Lesdéfautsdel’économieclassique. Esquisse du concept de temps historique», στο Louis Althusser et al., Lire Le Capital, όπ.π.: 272-309.

50 Στο ίδιο: 285.

51 Στο ίδιο: 284.

52 LouisAlthusser, Για τον Μαρξ, μτφρ. Τ. Μπέτζελος,Εκτός Γραμμής, Αθήνα 2015: 256.

53 Στο ίδιο: 255.

54 Στο ίδιο: 256.

55 Στο ίδιο: 257.

56 Στο ίδιο: 258.

57 Στο ίδιο: 257 (η έμφαση έχει προστεθεί· η πρώτη φράση έχει τροποποιηθεί συντακτικά για τις ανάγκες της συνέχειας του λόγου).

58 Στο ίδιο: 258.

<