Για να μπορέσουμε να αλλάξουμε τη ζωή. 1

Henri Lefebvre, Η Εισβολή του Μάη. Εκτός Γραμμής 2022


της Ειρήνης Γαϊτάνου


«Κάθε στρατηγική λαμβάνει υπόψη εκείνες τις δυνάμεις που υπάρχει κίνδυνος να την υπερκεράσουν… Τα στρατηγικά σχέδια και η ανάλυσή τους εκπονούνται με όρους ευκαιριών και πιθανοτήτων. Όσοι τρέμουν την περιπέτεια σε τέτοιο σημείο ώστε να την αποκλείουν στο όνομα μιας λογικής της κατάστασης ή μιας κατάστασης που έχει αναχθεί στη λογική, αυτοί λοιπόν είτε δεν έχουν στρατηγική, είτε δεν θέλουν να έχουν στρατηγική, είτε επίσης την αποκρύπτουν κάτω από αυτή τη λογική» (σ. 89).


Οι εκδόσεις Εκτός Γραμμής μετέφρασαν και δημοσίευσαν, για πρώτη φορά στα ελληνικά, ένα ακόμα «εκτός γραμμής» βιβλίο, το Η Εισβολή του Μάη του Ανρί Λεφέβρ, εγκαινιάζοντας τη νέα σειρά «Συμβάντα» (που μας γεμίζει με ανυπομονησία για την επόμενη επιλογή της σειράς). Η συγκεκριμένη έκδοση παραμένει με συνέπεια στην παράδοση της εξαιρετικά προσεγμένης, μεταφραστικά και αισθητικά, δουλειάς των εκδόσεων, που είναι σημαντική – συχνά τόσο όσο και το ίδιο το κείμενο, μετατρέποντας την ανάγνωση σε ουσιαστική εμπειρία. Οι Δημήτρης Γκινοσάτης και Τάσος Μπέτζελος δούλεψαν μια πολύ προσεγμένη μετάφραση, δίνοντας την εντύπωση ότι η κάθε λέξη έχει επιλεγεί με πολύ φροντίδα για την ουσιαστική απόδοση του νοήματος. Ταυτόχρονα, το επίμετρο του Γιάννη Φλυτζάνη παρουσιάζει με εξαιρετικά διαυγή και ουσιαστική ματιά τα βασικά ζητήματα με τα οποία αναμετριέται ο Λεφέβρ – και διαβάζεται απολαυστικά αυτοτελώς από το βιβλίο.

Το βιβλίο του Λεφέβρ εγγράφεται στα έργα σημαντικής συμβολής και κριτικής προσέγγισης. Το βασικό ποιοτικό του χαρακτηριστικό, όμως, είναι ότι γράφεται μέσα στον Μάη, με μια ματιά που θα ζήλευαν «ήρεμες» επεξεργασίες αναζήτησης – που γράφονται σε «ήρεμους» καιρούς, πολύ μακριά από τα γεγονότα. Με άλλα λόγια, ο Λεφέβρ γεφυρώνει εδώ το «ό,τι λείπει λείπει» των Ζαπατίστας τις στιγμές που πρέπει «απλά» να ριχτούμε στη μάχη, με τον αναγκαίο θεωρητικό αναστοχασμό που συχνά αποστασιοποιείται από τα ίδια τα γεγονότα. Και μάλιστα το βιβλίο περιέχει σημαντικές συμβολές σε πολλά πεδία, που θα μπορούσαμε να συζητάμε για ώρες. Εδώ, εξαιτίας και των προσωπικών μου μικρών εμμονών, θα επιλέξω σύντομα τέσσερα, που θα προσπαθήσω να αναπτύξω στη συνέχεια: Πρώτον, τον ρόλο του συμβάντος, όπως αναμετριέται μαζί του ο Λεφέβρ στο πρώτο κιόλας, μικρό αλλά περιεκτικότατο – και χαρακτηριστικά στην αρχή – κεφάλαιο του βιβλίου, δεύτερον το αυθόρμητο και τη σχέση υποκειμενικού-αντικειμενικού παράγοντα, τρίτον, τις μορφές οργάνωσης και την αυτοδιαχείριση, και τέλος, τη σχέση των ανθρώπων με την πολιτική. Ωστόσο, υπάρχουν και πολλά άλλα σημεία στο βιβλίο που το καθιστούν σημαντική συμβολή – χαρακτηριστικά, τα κεφάλαια για τα αστεακά φαινόμενα και τον ρόλο του χώρου, ο τρόπος συγκρότησης των υποκειμένων κατά τη διάρκεια του Μάη στη Γαλλία και ο ρόλος της νεολαίας, ή η αναμέτρηση με τον κοινωνικό και θεωρητικό χαρακτήρα της γνώσης, το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, για το οποίο θα μπορούσε σίγουρα να γραφεί ένα ξεχωριστό κείμενο. Ή θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, να μείνουμε πάνω σε αυτή την απλή, αλλά εξαιρετικά διεισδυτική, μικρή πρόταση του Λεφέβρ στη σελίδα 32: « Το κίνημα περνά μέσα από ιδεολογικά συντρίμμια » – ειδικά σε συνδυασμό με τη θέση του ότι « Στο εσωτερικό κάθε δομής που συγκροτείται σε ένα ορισμένο επίπεδο, στην ιστορία ή την κοινωνική αρχιτεκτονική, δ ιενεργείται ήδη η αποδόμηση » (σ. 24), και να σκεφτούμε πάνω σε αυτή τη διαλεκτική δημιουργίας-καταστροφής και τι θα μπορούσε να σημαίνει για περιόδους γενικής αποπτώχευσης και γενικευμένης πολιτικής αδυναμίας όπως η σημερινή.


1. Το συμβάν


«Το συμβάν ματαιώνει τις προβλέψεις», είναι οι πρώτες 5 λέξεις του βιβλίου του Λεφέβρ. Κλονίζει τις δομές που το κατέστησαν δυνατό, επανενώνει ό,τι ήταν διάσπαρτο. Πάντα πρωτότυπο, επανεισάγεται σε γενικά πλαίσια. Δεν υπάρχει παρθενία – απλά « το συμβαντικό στοιχείο ήταν υποτιμημένο κατά τις στάσιμες περιόδους προς όφελος εκείνου που συντηρούσε τη στασιμότητα », και πλέον « επαναφέρει τόσο την κίνηση της σκέψης όσο και την κίνηση της πρακτικής » (σ. 13-14). Η συνείδηση της ρωγμής, εκφράζει, σύμφωνα με τον Στάθη Κουβελάκη, μια ρωγμή, πρώτ’ απ’ όλα, με την παρούσα αιωνιότητα του τώρα, όταν δεν αλλάζει τίποτα ουσιαστικό – και όταν όλοι και όλες μας είμαστε σίγουροι/ες ότι το αύριο θα φτιαχτεί από τα ίδια συστατικά που φτιάχτηκε το σήμερα. 2 Τότε, γράφει ο Λεφέβρ, « Όσοι έχουν εμμονή με την ισορροπία χάνουν την αισιοδοξία και την καλή τους διάθεση », ενώ « οι άνθρωποι και οι ιδέες εμφανίζονται με τέτοιον τρόπο ώστε τελικά αλλάζουν σε βάθος από το συμβάν » (σ. 14).

Μέσα σε μόλις μιάμιση σελίδα του πρώτου κεφαλαίου, ο Λεφέβρ εγγράφει τον εαυτό του σε μια μακρά συζήτηση, στην οποία έτσι κι αλλιώς έχει πάρει θέση, γύρω από την έννοια και τον ρόλο του συμβάντος στην ιστορία. Μιλώντας για την ισορροπία, ας θυμηθούμε τον Jacques Ranciere: « μια στιγμή δεν είναι μόνο ένα σημείο που εξαφανίζεται στον χρόνο. Είναι επίσης ένα μομέντουμ: το βάρος που γέρνει τη ζυγαριά, παράγοντας μια νέα ισορροπία ή ανισορροπία, μια αποτελεσματική αναπλαισίωση του τι σημαίνει το κοινό , μια αναδιαμόρφωση του σύμπαντος του πιθανού ». 3 Το ερώτημα αφορά τις συνθήκες που μετατρέπουν αυτή τη στιγμή, σε « διαρκή πρακτική », εμπλουτίζοντάς τη με όρους που είναι νέοι σε σχέση με την περίοδο πριν τη στιγμή. Είναι η στιγμή εκείνη όταν υπάρχει μια ρωγμή, που δίνει τη δυνατότητα για μια πράξη που επενεργεί στην παρούσα κατάσταση, σύμφωνα με τον Λούκατς. 4 Ας θυμηθούμε επίσης τον Αλτουσέρ, σε εκείνο το άλλο καταπληκτικό βιβλίο που εξέδωσε το Εκτός Γραμμής, το Αναζητώντας το υπόγειο ρεύμα του υλισμού της συνάντησης. Εκεί ο Αλτουσέρ αξιοποιεί τρεις κρίσιμες έννοιες, τη συνάντηση, την παρέκκλιση και την τύχη / αστάθμητο. Η συνάντηση, η σχέση, που μετασχηματίζει τα άτομα από αφηρημένα στοιχεία χωρίς ύπαρξη, είναι ακριβώς αυτή που αλλάζει το πεδίο, αναδεικνύει την αντίθεση μεταξύ συλλογικοποιημένων υποκειμένων και ατομικοποιημένων και κατακερματισμένων υποκειμένων. Το νόημα, έτσι, διαφοροποιείται – δε νοείται με την έννοια του τελικού σκοπού, στη βάση μιας εξελικτιστικής αντίληψης της «Προόδου». Το νόημα εντοπίζεται στο τώρα, στην πολιτική δράση, στη γέννηση μορφών, στην ατομική και συλλογική χειραφέτηση, με την έννοια της πολιτικής ως διαδικασίας.

Ταυτόχρονα όμως, νομίζω ότι προκύπτει σαφώς από τον Λεφέβρ, και είναι το δεύτερο εξαιρετικά σημαντικό σημείο στην αναμέτρησή του με το συμβάν, το γεγονός ότι το συμβάν αυτό δεν προσλαμβάνεται ως ριζικά αστάθμητο ή απροσδιόριστο (με την έννοια για παράδειγμα που αναμετριέται μαζί του ο Μπαντιού), ούτε ως ουσιοκρατικό – με μεταφυσικές διαστάσεις. H συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης είναι αναγκαία για τον εντοπισμό της «στιγμής», και έτσι ο ρόλος των συνθηκών είναι κρίσιμος, και μάλιστα, όπως αναφέρει ο Καλλίνικος, 5 όχι μόνο ως περιοριστικές, αλλά και ως διευκολυντικές, ως συνθήκη ανάπτυξης και συνέπεια της δράσης. Ένα τέτοιο συμβάν δεν μπορεί απλά να συμβεί ανά πάσα στιγμή. Η λενινιστική «εξέγερση ως τέχνη» αφορά ακριβώς τη συγκεκριμένη ανάλυση που εντοπίζει ένα τέτοιο συμβάν, και συμβάλλει στην πολιτική πρακτική. Αλλιώς, όπως εύστοχα σημειώνει ο Λούκατς, η εξέγερση από τέχνη καταντάει παιχνίδι και ο ενεργός ρόλος του υποκειμένου κενή φρασεολογία υποκειμενισμού. 6 Όλη η ανάλυση του Λεφέβρ παραπέμπει σε αυτά τα ρητά και υπόρρητα κανάλια που οδήγησαν στο συμβάν του Μάη, το πώς επέδρασαν σε αυτό, και στους μετασχηματισμούς που επέφερε. Ο συσχετισμός δύναμης είναι αντικειμενικός, ενώ ταυτόχρονα η ενεργή παρέμβαση των ανθρώπων τον αλλάζει σε μια ιδιότυπη διαλεκτική αλληλεπίδραση αντικειμενικών συνθηκών – υποκειμενικού παράγοντα. Αυτό που τη μια μέρα είναι υποκειμενική παρέμβαση, την επομένη έχει παίξει ρόλο στο ποιες θα είναι οι αντικειμενικές συνθήκες. 7 Από την άλλη, για να δούμε το πώς διαχωρίζεται από τη βουλησιαρχία, τον αριστερισμό και τον επαναστατικό ρομαντισμό, όπως αναφέρει, αρκεί να διαβάσουμε (το έχω διαβάσει δεκάδες φορές, τοποθετώντας τον εαυτό μου σε διαφορετικές περιόδους και σε διαφορετικές θέσεις του διαλόγου), τον διάλογο που αναπτύσσει σε 6 σελίδες (σ. 68-73) μεταξύ ενός πιθανοκρατιστή, όπως λέει, και « κάποιου που βλέπει τα πράγματα από πιο πρακτική σκοπιά ».


2. Αυθόρμητο και σχέση υποκειμενικού-αντικειμενικού παράγοντα


Περνάμε, έτσι, στη σχέση του υποκειμενικού με τον αντικειμενικό παράγοντα και τον ρόλο του αυθορμήτου, στο οποίο ο Λεφέβρ δίνει ιδιαίτερο χώρο στο βιβλίο του, εγγράφοντας τον εαυτό του στην παραπάνω προσέγγιση. Η αμφισβήτηση για τον Λεφέβρ, γεμίζει « εκείνο το ιδεολογικό και πολιτικό κενό που παράγει γύρω της η Εξουσία στην καθαρή της μορφή, η καθαρή κρατική εξουσία » (σ. 76). Ανασυνδέει το οικονομικό με το πολιτικό, επαναφέρει τη δυνατότητα έκφρασης των υποκειμένων: Και « πώς θα μπορούσαν να κάνουν τη φωνή τους να ακουστεί αν όχι επινοώντας μια νέα δραστηριότητα; » (όπ.π.). « Η αμφισβήτηση γεννιέται λοιπόν από μια λανθάνουσα θεσμική κρίση, την οποία οδηγεί σε ανοιχτή κρίση που θέτει υπό αμφισβήτηση τις ιεραρχίες, τις εξουσίες και τη γραφειοκρατικοποίηση που έχει μολύνει ολόκληρη την κοινωνία » (σ. 80). Ταυτόχρονα, « Η αμφισβήτηση γεννιέται αυθόρμητα. Ορίζεται ως αυθορμησία, έχοντας τον ορίζοντα και τα όρια της αυθορμησίας. Εννοείται ότι δεν υπάρχει απόλυτη αυθορμησία. Το άγριο δεν είναι παρά μια διανοητική μυθοπλασία. Η έκρηξη της αυθορμησίας έχει προϋποθέσεις που την έχουν προετοιμάσει » (σ. 80-1). Και όμως, « Δίχως αυθορμησία, δεν θα υπήρχε συμβάν, δεν θα υπήρχε κίνημα. Τίποτα δεν θα είχε συμβεί. Κατά συνέπεια, εχθρός για όλες τις εξουσίες είναι η αυθορμησία. Δίχως όμως αυτή η ίδια να συνιστά εξουσία. Έχει προϋποθέσεις και, επομένως, νόημα » (σ. 82).

Έτσι, κεντρικό ρόλο παίζει ο βαθμός μετασχηματισμού της συνείδησης των ανθρώπων που συμμετέχουν – καθόλου ως γραμμική ή εξελικτική διαδικασία: η πραγματική κίνηση πραγματικών ανθρώπων παρεμβαίνει αποφασιστικά σε συγκεκριμένες κρίσιμες στιγμές, που εμπεριέχουν τις ουσιαστικές τάσεις της διαδικασίας. Ακριβώς τότε μάλιστα ο υποκειμενικός παράγοντας είναι ο πλέον καθοριστικός. Η πρακτική, με τη σειρά της, συγκροτείται και αναπτύσσεται με άλματα και τομές, και όχι γραμμικά.

Εδώ εγγράφεται και η ενδεχομενικότητα, ως μια ριζοσπαστική εκδοχή της διάκρισης μεταξύ ύπαρξης και πραγματικότητας, όπου δεν μας ενδιαφέρει μόνο αυτό που είναι, αλλά και αυτό που θα μπορούσε να είναι, το δυνάμει υπάρχον, ως φάσμα δυνατοτήτων που κυοφορείται στις αντικειμενικές και υποκειμενικές δυνατότητες της εποχής. Η ιστορία η ίδια ως διαδικασία ορίζεται ως ένα πεδίο δυνατοτήτων, μια ευρεία δομή εναλλακτικών, 8 όπου οι αντικειμενικές συνθήκες είναι επίσης οι προϋποθέσεις αυτής της δυνατότητας. Η επιλογή δεν είναι απλά προσχεδιασμένη, αλλά συμπεριλαμβάνει ακούσιες συνέπειες, πολλαπλά διαφορετικά αποτελέσματα, ρόλο στο τυχαίο και στο λανθασμένο. 9 Την κρίσιμη μεσολάβηση μεταξύ του αντικειμενικού και του υποκειμενικού συγκροτεί ακριβώς η εφαρμογή του κριτηρίου της πολιτικής πράξης, η στροφή στη φιλοσοφία της πράξης. Για τον Λεφέβρ, πρόκειται για τη δυνατότητα που διανοίγεται « για μια αποκατάσταση των ενδιάμεσων κοινωνικών όρων και των κοινωνικών διαμεσολαβήσεων μέσα στον αχανή κοινωνικό χώρο που εκτείνεται ανάμεσα στα κέντρα της απόλυτης πολιτικής με τους μηχανισμούς και τα εργαλεία δράσης τους, από τη μία, και στην κοινωνική πρακτική σε επίπεδο βάσης, από την άλλη ». Και βέβαια όπως εύστοχα σημειώνει « Προς το παρόν, ενδέχεται αυτή η δυνατότητα να παραμείνει απλή δυνατότητα. » (σ. 96). Και όμως, ακόμα και έτσι, « μοιάζει αδύνατον » να σηματοδοτήσει απλά μια « επιστροφή ». Θα δοθεί νέα πνοή σε σχέδια και ιδέες, σε μια « καθ’ ολοκληρίαν μετασχηματισμένη κοινωνική πρακτική ». Κι αυτό επειδή « η παρέμβασή της [της δυνατότητας] έχει ήδη καταδείξει εμπράκτως τον ρόλο της συνείδησης, που περιφρονητικά κατηγορείται ότι είναι υποκειμενική » (σ. 97). Και μάλιστα, σημειώνοντας ταυτόχρονα, με εξαιρετική διαύγεια, ότι μόλις το συμβάν καταλαγιάσει, τότε φαίνονται τα κουσούρια του, παρουσιάζεται ως καθαρή προσωρινότητα, απελευθερώνονται οι αντιφάσεις που πριν φαινόταν να υπερβαίνει – τότε μπορούμε να ακούσουμε για μια μια όλες τις αδυναμίες του, τις ελλείψεις, τις ανεπάρκειες: « Οι αιτίες της (σχετικής) αποτυχίας γίνονται προφανείς μόλις διαπιστωθεί η αποτυχία » (σ. 132-3).

Δεν μας ενδιαφέρουν λοιπόν μόνο οι αντικειμενικοί παράγοντες που οδηγούν στην ανάπτυξη κινημάτων αλλά και το πώς τους αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι – ή καλύτερα, όχι απλά πώς τους αντιλαμβάνονται διανοητικά, αλλά πώς τους βιώνουν, σύμφωνα με τον Κόλιν Μπάρκερ. 10 Μας ενδιαφέρει δηλαδή και η «συνείδηση της συγκυρίας» εκτός από την ίδια τη συγκυρία 11 και οφείλουμε να εξετάζουμε τόσο τις αλληλεπιδραστικές διεργασίες μέσα σε ένα κίνημα, όσο και την πλαισίωση με βάση την οποία οι δρώντες αντιλαμβάνονται τη δράση τους. Και η συνείδηση αυτή μπορεί τόσο να υπηρετεί την αλλοτριωμένη ζωή, όσο και να οραματίζεται την υπέρβαση αυτής της αλλοτρίωσης, 12 για να θυμηθούμε τη γκραμσιανή προσέγγιση των «δύο θεωρητικών συνειδήσεων» (ή της μιας αντιφατικής συνείδησης). 13

Καθώς ο Λεφέβρ αναμετράται με την επαναστατική κρίση, στο κεφάλαιο 4, και θέτει αυτή τη σχέση αντικειμενικού-υποκειμενικού παράγοντα, παραθέτοντας τη λενινιστική προσέγγιση του Κόμματος ως συνένωσης των αντικειμενικών με τους υποκειμενικούς παράγοντες, διαπιστώνει το τι έχει αλλάξει το 1968: « Οι αντικειμενικοί παράγοντες της επαναστατικής κατάστασης λανθάνοντες, απωθημένοι από τη συνείδηση μέσω της ιδεολογίας και των θεσμών, μέσω της καταστολής και της βίας καθόλου δεν εξαφανίστηκαν. Αυτό που έλειπε ή λείπει πάνω απ’ όλα είναι οι υποκειμενικοί παράγοντες: η συνείδηση που καταπολεμάται και καταστέλλεται με όλους αυτούς τους τρόπους » (σ. 50). Και εδώ, καθοριστικό ρόλο παίζει η ολότητα – ή η απουσία της: « Η ολότητα εξαφανίζεται από τη συνείδηση, επειδή απουσιάζει από την πραγματικότητα. Πού βρίσκεται; Ποια είναι η μορφή και ποια η συνεκτικότητά της; Η σφαιρική πραγματικότητα εμφανίζεται ως ένα άθροισμα διαφορών, αποκλίσεων, στρεβλώσεων » (σ. 51).


3. Μορφές οργάνωσης και αυτοδιαχείριση


Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να δούμε την αναμέτρησή του με το ζήτημα της αυτοδιαχείρισης. Σημειώνει ευθύς εξαρχής: « δεν έχει τίποτα μαγικό, δεν είναι πανάκεια, έθεσε και θέτει τόσα προβλήματα όσα και επιλύει… Δεν καταργεί την πάλη των τάξεων, μπορεί να την επιτείνει » (σ. 99). Είναι όμως αυτή και μόνο αυτή που δίνει νόημα στην έννοια της συμμετοχής, ακριβώς επειδή επανα-θέτει μια διαδικασία που τείνει στην κατεύθυνση του σφαιρικού. Ταυτόχρονα κομίζει: (1) ένα ρήγμα στο υπάρχον σύστημα, (2) τον κίνδυνο της καπήλευσης, όπου τα μερικά συμφέροντα θα υπερισχύσουν των γενικών, και (3) την αναγγελία μιας διαδικασίας, που θα μπορούσε να επεκταθεί σε όλη την κοινωνία, λειτουργώντας ως κοινωνική παιδαγωγική, και προϋποθέτοντας μια νέα κοινωνική πρακτική. Και μάλιστα, όχι μόνο στους τόπους παραγωγής, αλλά σε όλους τους κοινωνικούς τόπους όπου υπάρχουν «χρήστες» (σ. 117). Κρίσιμο σημείο: « Τα πολλαπλά συμφέροντα της βάσης πρέπει να είναι παρόντα και όχι να εκπροσωπούνται” » (σ. 101). Αξίζει κανείς και καμία να διαβάσει το κομμάτι του βιβλίου που αναφέρεται στην ενσωμάτωση, με πολύ διαυγείς παρατηρήσεις, από τη σκοπιά της παραπάνω φράσης. Η ποιοτική διαφορά μιας επαναστατικής πολιτικής, με την έννοια του μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων, είναι ακριβώς η ενεργός συμμετοχή και ενεργοποίηση των ανθρώπων, η πολιτική με και από τους ανθρώπους αντί της πολιτικής (ακόμα κι αν ευαγγελίζεται ότι είναι επαναστατική), για τους ανθρώπους. Έτσι, η αυτοδιαχείριση συνδέεται άμεσα με τον μετασχηματισμό της καθημερινής ζωής, στην οποία ως γνωστόν ο Λεφέβρ έχει εμβαθύνει πολύ – κι έτσι το νόημα της επαναστατικής διαδικασίας γίνεται « να αλλάξουμε τη ζωή » (σ. 105).

Εξάλλου, η προσέγγιση της θεσμοποίησης, ως η αναπόφευκτη ενσωμάτωση των κινημάτων μέσα στους (καπιταλιστικούς) θεσμούς, συνεπώς η υποταγή τους στην κυρίαρχη πολιτική στρατηγική, είναι αυτή που συμπεραίνει, ρητά ή άρρητα, ότι «όλα είναι, σε τελική ανάλυση, μάταια», καθώς τα κινήματα είναι προδιαγεγραμμένα να γίνουν κομμάτι του στάτους κβο, ως εγγενές στοιχείο της ίδιας της γέννησης και ανάπτυξής τους. Αντίθετα, αυτό ακριβώς που διαφοροποιεί τα κινήματα είναι ότι, παρά την αναφορά τους στο κράτος, έχουν και ένα συμπληρωματικό συστατικό στοιχείο, που δεν μπορεί απλά να περιοριστεί σε θεσμικούς διακανονισμούς και διαδικασίες – αντίθετα, αποκαλύπτει τα όρια ακριβώς αυτής της θεσμοποίησης. Συνεπώς, γίνεται συνειδητό, και μάλιστα οξύνεται, το κενό μεταξύ της ανάγκης μιας άλλης πρακτικής της πολιτικής (κατά τον Μπαλιμπάρ 14) και τα πραγματικά, πρακτικά βήματα για τη σχηματοποίησή του. Αν σκεφτούμε την πολιτική συγκεκριμένα, και διανοηθούμε την πολιτική μορφή της, αυτό σημαίνει ότι δεν αναφερόμαστε απλώς στις θεσμικές και κρατικές υπερδομές, αλλά επιπλέον, σε έναν « ενεργό προσδιορισμό », μια διαδικασία ύπαρξης και μετασχηματισμού στην πορεία της χειραφέτησης. 15 Η πολιτική είναι κάτι παραπάνω από την άσκηση της εξουσίας (αλλά όχι έξω από αυτήν, όπως θα δούμε στη συνέχεια) – είναι τρόπος ζωής. Κι έτσι, η αυτοοργάνωση δεν είναι απλό εργαλείο, αλλά προϋπόθεση για τον κοινωνικό μετασχηματισμό.


4. Η σχέση των ανθρώπων με την πολιτική


Εδώ ακριβώς μπαίνει και το τελευταίο σημείο στο πλαίσιο αυτού του κειμένου, για τη σχέση των ανθρώπων με την πολιτική. Τι λείπει λοιπόν, αν λείπουν οι υποκειμενικοί παράγοντες; Ο Λεφέβρ είναι σαφής: λείπει ένα πολιτικό σχέδιο, μια πολιτική στρατηγική. « Αυτές οι κοινωνικές ομάδες, που έχουν περιοριστεί στον ρόλο παθητικών μελών της μη πολιτικής κοινωνίας, εδώ και αρκετό καιρό δεν έχουν κανένα σχέδιο », σημειώνει (σ. 60). Και εδώ, ξαναμπαίνει ο παράγοντας της τόλμης, της περιπέτειας, για τη δυνατότητα συγκρότησης μιας πολιτικής στρατηγικής.

Για τον συγγραφέα, το ζήτημα δεν είναι το κράτος καθ’ εαυτό, αλλά η σχέση του με την κοινωνία. Αντίστοιχα, πολιτική δράση είναι αυτή που οξύνει την ένταση κοινωνίας-κράτους και θέτει ένα καθολικό πρόταγμα για την αναδόμηση του κοινωνικού πεδίου. Τότε είναι που οι άνθρωποι χειραφετούνται, και το «κράτος της απόλυτης πολιτικής» αντιπαρατίθεται μαζί τους. Τότε είναι που το κίνημα επαναδιεκδικεί την πολιτική, γεμίζοντας ακριβώς το πολιτικό, κοινωνικό και ιδεολογικό κενό μεταξύ κράτους και κοινωνίας. « Η οικονομική κρίση δεν είναι επαναστατική », σημειώνει (σ. 43). « Μόνο η έμπρακτη κριτική των υπερδομών (ιδεολογιών και θεσμών) μετατρέπει την οικονομική κρίση σε ολική κρίση, επιτρέποντας τον μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων, των δομών με την κυριολεξία του όρου (σχέσεις παραγωγής και ιδιοκτησίας) » (σ. 44).

Έτσι, η δημοκρατία και η πολιτική κατανοούνται ακριβώς ως τρόποι ζωής της κοινωνίας και συγκρότησης του λαού, ως τέχνες ζωής. Μέσα από αυτό, αποτελούν φυσικά τρόπους μετάβασης και οργάνωσης της κοινωνίας, αλλά και ταυτόχρονες διαδικασίες διαρκούς αυτομετασχηματισμού, εκδημοκρατισμού και διαπαιδαγώγησης, συγκρότησης του λαού ως συλλογικού υποκειμένου. Δεν είναι απλώς μέσα, πόσο μάλλον εργαλεία, αλλά ορίζουσες αυτοπροσδιορισμού των πολιτώ ν. Με αυτή την έννοια μπορούμε να δούμε και την αναμέτρηση του συγγραφέα με τον χειραφετητικό κοινωνικό και θεωρητικό χαρακτήρα της γνώσης, στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου – που κι αυτή η ίδια είναι πρακτική. Με αυτή την έννοια γίνεται και η αναμέτρηση με τη στρατηγική διάσταση της πολιτικής, όπου το ζήτημα της δημοκρατίας δεν τίθεται ως εξωτερικό ή σε διαφορετικό επίπεδο από εκείνο της υλικής ζωής, αλλά ως αναπόσπαστο μέρος του. Είναι η διάκριση που μια άλλη σπουδαία μελετήτρια του Μάη του ’68, η Κριστίν Ρος, έθεσε μεταξύ της πολιτικής δράσης και της « πολιτικής των πολιτικών » [la politique des politiciens] – όπου η πολιτική δραστηριότητα δεν εμφανίζεται πλέον ως διακριτή και χωριστή σφαίρα απομονωμένη από την κοινωνική ζωή. 16 Ταυτόχρονα όμως, σε αντίθεση με το πρόταγμα για «κινηματικές νησίδες» που θα τοποθετούνται υποτίθεται σε άλλο επίπεδο από αυτό της κοινωνικής οργάνωσης (ας θυμηθούμε τον Χόλογουει να αναφωνεί για το πάρκο Ναυαρίνου σε ένα διεθνές συνέδριο στο Λονδίνο ότι «αυτό ήταν κομμουνισμός!» 17) είναι αναγκαίο να τεθεί ακριβώς το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας (με όλους τους κόμβους της) στον πυρήνα της συζήτησης – όπως σημείωνε ο Αλμπέρτο Τοσκάνο « προκειμένου να υπερβούμε την αντινομία ανάμεσα στην οργάνωση και το συνεταιρισμό, ανάμεσα στα εργαλεία και την καθημερινή πρακτική του κομμουνισμού ». 18

Το ερώτημα που γεννιέται στην πραγματικότητα (και) εδώ είναι: (Με) ποια Αριστερά; Σημειώνει ο Λεφέβρ για την αριστερά του Μάη του ’68: « αριστερά ] δεν πρότεινε καμιά νέα αντίληψη για την κοινωνία ή το κράτος, καμιά εικόνα που να εμπνέει… Όπως και η κρατική εξουσία, έτσι και αυτή έχει κατασυντρίψει τη δημοκρατία στη βάση και έχει εξαλείψει τις διαμεσολαβήσεις. Αδύναμη χωρίς μηχανισμό, ισχυρή με μηχανισμό, η αριστερά τοποθετεί τον εαυτό της στο έδαφος εκείνων τους οποίους αντιμάχεται… Τι λείπει; Μια οπτική γωνία που δεν θα αναγόταν σε μια οπτική γωνία μερικού χαρακτήρα και η οποία δεν θα ανήγαγε το σφαιρικό στο μερικό » (σ. 148) – αντιμετωπίζοντας το ολικό ως διαδικασία, χωρίς να έχει τίποτα το ολοκληρωτικό.

Οι μορφές των κινημάτων ωστόσο τον Μάη του ’68, αλλά και τόσων άλλων και της ταραχώδους δεκαετίας που προηγήθηκε στην Ελλάδα, εξέφρασαν μια ανάγκη επανοικειοποίησης της πολιτικής∙ την ανάγκη συμμετοχής στα κοινά, συμπεριλαμβανομένης της ανάγκης ύπαρξης ανεξάρτητων δομών, δημοσίων χώρων, χώρων κοινωνικού πειραματισμού, εναλλακτικών αντιθεσμών, χώρων συνάντησης. Έθεσαν, συνεπώς, μια νέα πρόσληψη της συγκρότησης και λειτουργίας του πολιτικού υποκειμένου, που θα αναμετριέται τολμηρά με αυτά τα όρια, θα τροφοδοτείται από την επινοητικότητα των κινημάτων, θα πειραματίζεται με νέες μορφές και δομές, θα αναγεννά την έννοια της συλλογικότητας σε όλα τα επίπεδα–γεγονός που προϋποθέτει την εμπιστοσύνη σε αυτές τις κοινωνικές διεργασίες και τον σεβασμό της αυτοτέλειάς τους και της διαφορετικότητάς τους. 19 Ή, σύμφωνα με τον Πίτερ Τόμας, « το πραγματικό οργανωτικό ζήτημα σήμερα δεν τίθεται γύρω από την επιβεβαίωση ή την άρνηση του κόμματος, όπως νοείται θεωρητικά, αλλά περισσότερο, το ερώτημα γύρω από ποια συγκεκριμένη μορφή του κόμματος [ή των κομμάτων], θα βοηθούσε αυτά τα κινήματα να αναπτυχθούν ». 20 Εξάλλου, σε αντίθεση με την έμφαση στη σημασία του κόμματος στη βάση μιας υποτιθέμενες αδυναμίας των μαζών να κάνουν πολιτική για τον εαυτό τους (περιορίζοντας τον ρόλο τους σε οικονομικές/υλικές διεκδικήσεις), οι μάζες, αντιθέτως, είναι απολύτως ικανές να κάνουν πολιτική και στα τρία επίπεδα: το κόμμα, το μέτωπο και το κίνημα. Η οργανωμένη ηγεσία είναι κρίσιμη ωστόσο, ώστε οι άνθρωποι να νοήσουν τα συμφέροντά τους σε μια ολότητα, να κατοχυρώσουν μια στρατηγική ανεξαρτησία από τους αντιπάλους τους, να συνειδητοποιήσουν την ασυμβατότητα των συμφερόντων αυτών με το κοινωνικό-πολιτικό σύστημα ως σύνολο, και να συγκροτήσουν ένα εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο οργάνωσης της κοινωνίας. 21

« Η βεβαιότητα καταλήγει στον δογματισμό », γράφει ο Λεφέβρ στο τελευταίο κεφάλαιο. « Η αβεβαιότητα οδηγεί στον μηδενισμό ». Μεταξύ των δύο, υπάρχει, γράφει, ένας τρίτος δρόμος, « που ουδεμία σχέση έχει με τον πολιτικό τρίτο δρόμο ». Να σκεφτούμε « γύρω από συγκεκριμένες προβληματικές, οι οποίες είναι συγχρόνως πρακτικές και θεωρητικές, εμπειρικές και εννοιακά εμπεριστατωμένες. Δεν πρόκειται ούτε για στήσιμο στον τοίχο (του αμετάβλητου κεκτημένου) ούτε για ίλιγγο στο χείλος της αβύσσου… Αυτή η προοπτική δεν υποκύπτει ούτε στον ορθολογισμό ούτε στον εμπειρισμό ». Μου θύμισε μια άλλη επεξεργασία του Γκράμσι, στην οποία επιστρέφω συχνά, στην οποία γράφει: «αν η φιλοσοφία της πράξης επιβεβαιώνει θεωρητικά, ότι κάθε αλήθεια που θεωρείται αιώνια και απόλυτη, έχει τις ρίζες της στην πράξη και ό,τι αντιπροσωπεύει μια προσωρινή αξία (η ιστορικότητα κάθε αντίληψης για τον κόσμο και τη ζωή), εξακολουθεί να είναι πολύ δύσκολο, οι άνθρωποι να αντιληφθούν πρακτικά ότι μια τέτοια ερμηνεία ισχύει επίσης και για την φιλοσοφία της πράξης, χωρίς όμως να κλονιστούν οι βεβαιότητές τους που είναι απαραίτητες για τη δράση». 22 Με αυτό το διαρκές διακύβευμα, και μετά τις αποτυχίες του, την υποχώρησή του και την πτώση, όπως λέει κι ο Λεφέβρ για τον Μάη του ‘68, … «και ωστόσο το κίνημα συνεχίζεται » (σ. 141).

1 Αναφορά στο απόσπασμα του βιβλίου στη σελίδα 105: «Η αυτοδιαχείριση δείχνει τον δρόμο για έναν μετασχηματισμό της καθημερινής ζωής. “Να αλλάξουμε τη ζωή”: έτσι ορίζεται το νόημα της επαναστατικής διαδικασίας. Ωστόσο, η ζωή δεν αλλάζει ως διά μαγείας, με μια ποιητική πράξη, όπως νόμιζαν οι σουρεαλιστές. Αν η ομιλία που έχει απελευθερωθεί από διάφορες μορφές δουλείας έχει έναν αναγκαίο ρόλο, ωστόσο δεν είναι από μόνη της αρκετή. Ο μετασχηματισμός της καθημερινής ζωής περνά επίσης από θεσμούς. Αν πρέπει τα πάντα να ειπωθούν, δεν αρκεί ωστόσο να ειπωθούν, πόσο μάλλον να γραφτούν. Η κοινωνική πρακτική που υπερνικά τις αποσυνδέσεις και μπορεί να δημιουργήσει νέους θεσμούς, πέραν εκείνων που επικυρώνουν τις αποσυνδέσεις, αυτή η κοινωνική πρακτική έχει ένα όνομα αλλά δεν μπορεί να αναχθεί σε μια γλώσσα».

2 Stathis Kouvelakis (2007), La France en révolte. Luttes sociales et cycles politiques, Παρίσι: Textuel: 169-70.

3 Jacques Ranciere, “Communists without communism?”, στο Costas Douzinas / Slavoj Zizek (επιμ.) (2010), The Idea of Communism, Λονδίνο, Νέα Υόρκη: Verso: 167-178 / 173.

4 Georg Lukacs (2002), A Defence of History and Class Consciousness: Tailism and the Dialectic, Λονδίνο: Verso: 55.

5 Alex Callinicos (2004), Making History: Agency, Structure, and Change in Social Theory. Leiden: Brill: 1.

6 Georg Lukacs (2002), A Defence of History and Class Consciousness: Tailism and the Dialectic, Λονδίνο: Verso: 59.

7 Ειρήνη Γαϊτάνου και Κώστας Γούσης (2015), «“Η ύψιστη αλήθεια της Α΄ Διεθνούς είναι η ίδια η ύπαρξή της”: Συνείδηση, υποκειμενικότητα και η επικαιρότητα μιας απουσίας (ή ό,τι λείπει, λείπει;)», Ουτοπία, τεύχος 110, Ιανουάριος-Φεβρουάριος: 138.

8 Σύμφωνα με τον Walter Benjamin στο Michael Löwy (2005), Fire Alarm: Reading Walter Benjamin s On the concept of history , Λονδίνο: Verso: 105, 107.

9 Γαϊτάνου και Γούσης (2015), όπ.π.: 139.

10 Ο Colin Barker εισήγαγε πρώτος την επιλογή της εμπειρίας/βιώματος, αντί της πρόσληψης, στο Colin Barker, “Subjects in movement: What can research on trade-unionism learn from research on social movements?”, διαθέσιμο στο 2011 Berlin talk SMs & TU research.pdf.

11 Guy Groux, Jean-Marie Pernot (2008), La Greve, Παρίσι: Presses de Sciences Po: 52.

12 István Meszároš (1971), “Contingent and necessary class consciousness”, στο István Meszároš and Thomas Burton Bottomore, Aspects of History and Class Consciousness, Λονδίνο: Routledge & K. Paul: 88.

13 Antonio Gramsci (1971), Selections from the Prison Notebooks of Antonio Gramsci, Νέα Υόρκη: International Publishers: 333.

14 Étienne Balibar (2014), Κράτος, μάζες, πολιτική, Αθήνα: Εκτός Γραμμής.

15 Stathis Kouvelakis (2015), “La forme politique de l’emancipation”, στο Jean-Numa Ducange et Isabelle Garo (sous la direction de), Marx politique, Παρίσι: La Dispute: 2.

16 Kristin Ross (2002), May 68 and its Afterlives, Σικάγο: The University of Chicago Press: 15 και 145-46.

17 Στο συνέδριο The idea of communism, Λονδίνο, 2010, προσβάσιμο στο https://ilesxi.wordpress.com/2011/02/17/%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%BF%CF%82-2%CE%BF-%CE%B7-%CE%B9%CE%B4%CE%AD%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D-john-holloway/

18 Αλμπέρτο Τοσκάνο (2012), «Η πολιτική της αφαίρεσης: Κομμουνισμός και φιλοσοφία», Ουτοπία: 100, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος: 80.

19 Παναγιώτης Σωτήρης (2012), «Η επιστροφή του φαντάσματος. (Σημειώσεις πάνω στην τρέχουσα συζήτηση για τον κομμουνισμό)», Ουτοπία, τ.100, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος: 66.

20 Peter Thomas (2013), “The Communist Hypothesis and the Question of Organization”, Theory & Event, Volume 16: 4.

21 Alan Shandro (2007), “Lenin and hegemony: the soviets, the working class, and the party in the revolution of 1905”, στο Sebastian Budgen, Stathis Kouvelakis, and Slavoj Žižek (2007), Lenin Reloaded: Toward a Politics of Truth, Durham: Duke University Press: 308-331/ 311.

22 Antonio Gramsci (1971), όπ.π. : 406.