Η πορεία αναδιάρθρωσης της ελληνικής γεωργίας κατά τη μεταπολεμική περίοδο (1964-1980):

Στοιχεία για 7 αντιπροσωπευτικές καλλιέργειες σε 52 επαρχίες


των Τρύφωνα Λεμοντζόγλου και Juan Carmona-Zabala


Εισαγωγή


Στο παρόν άρθρο επιδιώκουμε να καταγράψουμε τις κύριες τάσεις που χαρακτηρίζουν την εξέλιξη της ελληνικής γεωργίας κατά την περίοδο 1964-1980, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις ποσοτικές και ποιοτικές μετατοπίσεις που σημάδεψαν τη διάρθρωση του παραγωγικού μοντέλου σε 52 επαρχίες της χώρας. 1 Εν απουσία συστηματικών απογραφών με αναλυτικά στοιχεία για τις τιμές πώλησης και τα κόστη παραγωγής των γεωργικών προϊόντων ανά ελληνική επαρχία, η παρούσα μελέτη περιορίζεται μεθοδολογικά στην υιοθέτηση ενός απλού γραμμικού υποδείγματος εισροών-εκροών. Με τον τρόπο αυτό αποπειρόμαστε να ερμηνεύσουμε τις αυξομειώσεις του όγκου παραγωγής 7 αντιπροσωπευτικών προϊόντων της ελληνικής γεωργίας (καπνός, βαμβάκι, σιτάρι, ντομάτες, πατάτες, πορτοκάλια και λεμόνια) στο έδαφος των αλλαγών στα επίπεδα της διαθεσιμότητας των παραγωγικών συντελεστών της αγροτικής υπαίθρου (έδαφος-γη, κεφάλαιο και εργασία).

Μέσα από μια τέτοια ανάλυση, θεωρούμε πως είμαστε σε θέση να φωτίσουμε κάποιες άγνωστες μέχρι σήμερα πτυχές της πορείας αναδιάρθρωσης και εκσυγχρονισμού της ελληνικής γεωργίας κατά τις δεκαετίες πριν την ένταξη στην ΕΟΚ, καθώς και να αναδείξουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των υπό εξέταση προϊόντων (εντάσεως κεφαλαίου ή εντάσεως εργασίας, υψηλής γεωγραφικής συγκέντρωσης ή χαμηλής γεωγραφικής συγκέντρωσης, συμπληρωματικά ή ανταγωνιστικά).

Στο μεθοδολογικό κομμάτι, η παρούσα μελέτη βασίστηκε στην ψηφιοποίηση και έπειτα στατιστική επεξεργασία ενός πλήθους στοιχείων που αφορούν στη διάρθρωση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων και τους ρυθμούς μεγέθυνσης του όγκου παραγωγής της ελληνικής γεωργίας κατά τα τελευταία έτη του λεγόμενου ελληνικού «οικονομικού θαύματος» (1953-1973). Τα στοιχεία αυτά αντλήθηκαν από τις Ετήσιες Γεωργικές Απογραφές της ΕΛΣΤΑΤ, καλύπτοντας το σύνολο των 52 ελληνικών επαρχιών κατά την περίοδο 1964-1980. 2 Αναλυτικότερα, ο όγκος παραγωγής των 7 αντιπροσωπευτικών προϊόντων του μείγματός μας χρησιμοποιήθηκε ως εκροή στην οικονομετρική μας ανάλυση, ενώ οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις, τα αγροτικά μηχανήματα και η απουσία των εργατικών χεριών λόγω μετανάστευσης στο εξωτερικό έπαιξαν τον ρόλο των εισροών. 3 Τα πρόσημα των σχέσεων που βρέθηκαν πως συνέδεαν τις εκροές με τις εισροές βασίστηκαν στον υπολογισμό των συντελεστών γραμμικής συσχέτισης δύο μεταβλητών. Σε κάποιες περιπτώσεις, διερευνήθηκε και η ύπαρξη τυχόν στατιστικά σημαντικών αιτιακών συνδέσεων ανάμεσα στις μεταβλητές του ενδιαφέροντός μας, καθώς και η κατεύθυνσή τους. Η εμπειρική μας ανάλυση πραγματοποιήθηκε εξ ολοκλήρου στο ψηφιακό περιβάλλον του οικονομετρικού προγράμματος E-Views.

Στο πρώτο μέρος της μελέτης μας αναδεικνύεται η μετατόπιση του ενδιαφέροντος της ελληνικής γεωργίας από τις πιο «παραδοσιακές» στις λεγόμενες «νέες» καλλιέργειες. Η στροφή αυτή εκφράστηκε πρώτα και κύρια μέσα από τη μεγάλη πτώση των εκτάσεων που δεσμεύονταν για τις αροτραίες καλλιέργειες και τα αμπέλια, συνοδευόμενη από μια παράλληλη αύξηση των εκτάσεων για δενδροκαλλιέργειες και λαχανοκηπευτικά. Ωστόσο, η τάση αυτή δε φάνηκε ικανή να ανατρέψει την ήδη προϋπάρχουσα διάρθρωση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων στην Ελλάδα, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τον βαθμό συγκέντρωσης των γεωργικών εκτάσεων ανά προϊόν και κατηγορία προϊόντων. Αυτή η σχετική «στασιμότητα» του ελληνικού πρωτογενούς τομέα σε ό,τι αφορά την παλέτα της παραγωγής έχει ήδη αναφερθεί στην υπάρχουσα οικονομική ιστοριογραφία ως ένδειξη των ορίων του λεγόμενου «οικονομικού θαύματος» των δεκαετιών του 1950 και 1960 (Πατρώνης & Λιαργκόβας 2004, Ιορδάνογλου 2020). Εστιάζοντας στο επαρχιακό επίπεδο, παρατηρήσαμε κάποιες σημαντικές γεωγραφικές διαφοροποιήσεις στα επίπεδα συγκέντρωσης των καλλιεργήσιμων εκτάσεων ανά γεωργικό προϊόν, ενώ σημαντική ήταν και η εσωτερικού τύπου μετατόπιση από τις ξηρικές στις αρδευτικές (ποτιστικές) καλλιέργειες. Στην περίπτωση του καπνού, η μετάβαση αυτή συνοδεύτηκε και από μια γεωγραφική μεταβολή του κέντρου βάρους της παραγωγής του προϊόντος από τις περιοχές της Μακεδονίας στην Αιτωλοακαρνανία. Πιο αναλυτικά, οι «παραδοσιακές» αροτραίες καλλιέργειες, όπως ήταν ο καπνός, το βαμβάκι και το σιτάρι, βρέθηκαν να καταγράφουν υψηλότερα επίπεδα συγκέντρωσης στις βόρειες και κεντρικές περιοχές της χώρας (Μακεδονία και Θεσσαλία), ενώ αντίθετα οι λεγόμενες «νέες» καλλιέργειες, όπως ήταν οι ντομάτες, οι πατάτες, τα λεμόνια και τα πορτοκάλια, παρουσίαζαν υψηλότερα επίπεδα συγκέντρωσης στις νότιες περιοχές της χώρας (Πελοπόννησος). 4

Στο δεύτερο μέρος της μελέτης αποδίδονται οι ρυθμοί μεγέθυνσης του όγκου παραγωγής των 7 γεωργικών προϊόντων του μείγματός μας, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμη φορά την συνύπαρξη δύο έντονα διαφοροποιημένων γεωγραφικών πεδίων εντός του ελληνικού χώρου στη βάση της παραγωγικής εξειδίκευσης (προϊόντα του βορρά - προϊόντα του νότου). Παράλληλα, εντοπίζεται και μια δεύτερη διάκριση, αυτή τη φορά όχι απόλυτα γεωγραφική, στη βάση της διαφοροποίησης του βαθμού διασποράς του όγκου παραγωγής των προϊόντων. Έτσι, προϊόντα όπως ήταν το σιτάρι, η ντομάτα και η πατάτα χαρακτηρίζονταν από την παρουσία μικρών πόλων διασποράς της παραγωγής τους σε όλο σχεδόν το μήκος και πλάτος της χώρας. Αντίθετα, τα εσπεριδοειδή και τα βιομηχανικά φυτά χαρακτηρίζονταν από τάσεις υψηλής συγκέντρωσης της παραγωγής στις νότιες και βόρειες περιοχές της χώρας, αντίστοιχα.

Το τρίτο μέρος της μελέτης προσφέρει πλούσιες ενδείξεις για την πορεία του τεχνολογικού εκσυγχρονισμού της ελληνικής γεωργίας κατά την περίοδο που προηγήθηκε της ένταξης της χώρας στην ΕΟΚ, ενώ την ίδια στιγμή επιβεβαιώνει εμπειρικά την ύπαρξη θετικών και στατιστικά σημαντικών συνδέσεων ανάμεσα στην είσοδο των νέων αγροτικών τεχνολογιών και τη μεγέθυνση του όγκου παραγωγής των 7 αντιπροσωπευτικών γεωργικών προϊόντων του μείγματός μας. Το σχεδόν καθολικά θετικό πρόσημο αυτής της σχέσης, και παρά την κατά τόπους «προσκόλληση» της ελληνικής γεωργίας στις λεγόμενες «παραδοσιακές» καλλιέργειες, εξηγείται στη βάση της ευέλικτης ανταπόκρισης όλων σχεδόν των προϊόντων που εξετάστηκαν στις νέες συνθήκες που διαμόρφωσε η επέκταση του αρδευτικού συστήματος. 5 Μάλιστα, μια σειρά προϊόντων του μείγματός μας βρέθηκαν να μοιράζονται σε αρκετά σημαντικό βαθμό κοινές τεχνολογίες, γεγονός που μας επιτρέπει να μιλήσουμε για την ύπαρξη πιθανών σχέσεων «συμπληρωματικότητας» ανάμεσά τους.

Τέλος, το τέταρτο μέρος της μελέτης αναδεικνύει την ύπαρξη μιας αρνητικής και στατιστικά σημαντικής σχέσης ανάμεσα στη μαζική φυγή εργατικών χεριών στο εξωτερικό και τη μεγέθυνση του όγκου παραγωγής της ελληνικής γεωργίας μεταπολεμικά, γεγονός που μας επιτρέπει να μιλήσουμε για μια μάλλον διττή φύση των προϊόντων μας («έντασης κεφαλαίου» αλλά παράλληλα και «έντασης εργασίας»). Την ίδια στιγμή, οι έντονα αρνητικές και στατιστικά σημαντικές συσχετίσεις ανάμεσα στην εξωτερική μετανάστευση και την εισροή νέων αγροτικών μηχανημάτων και τεχνολογιών μας επιτρέπουν να αμφισβητήσουμε την άποψη που θέλει τα κύματα της εξωτερικής μετανάστευσης να οδήγησαν μακροπρόθεσμα στον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της χώρας (Petmezas 2013).


1. Η διάρθρωση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων


Η αναδιάρθρωση της ελληνικής γεωργίας κατά την μεταπολεμική περίοδο συντελείται σε συνθήκες μείωσης του συνόλου των καλλιεργήσιμων εκτάσεων, αλλά και του πληθυσμού της ελληνικής αγροτικής υπαίθρου, με κύριο χαρακτηριστικό την ολοένα και μεγαλύτερη συρρίκνωση των εκτάσεων που δεσμεύονταν για τις πιο «παραδοσιακές» καλλιέργειες (αροτραίες και αμπέλια), συνοδευόμενη από παράλληλη αύξηση των εκτάσεων που προορίζονταν για τις δενδρώδεις καλλιέργειες (βλ. Πίνακα 1).

Καλλιεργήσιμες εκτάσεις

(σε χιλ. στρέμ.)


1964


1968


1972


1976


1981


Δ%

Αροτραίες

27.271

26.114

24.896

24.837

24.237

-11%

Λαχανικά & λοιπές κηπευτικές


1.167


1.135


1.015


1.011


1.155


-1%

Αμπέλια

2.348

2.267

2.153

2.033

1.863

-21%

Δενδρώδεις

5.824

6.399

7.095

7.706

8.399

+44%

Σύνολο

36.610

35.915

35.159

35.587

35.654

-3%

Πίνακας 1. Η διάρθρωση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων στην Ελλάδα (εθνικό επίπεδο)

Πηγή: «Ετήσιες Γεωργικές Απογραφές», ΕΛΣΤΑΤ


Πιο συγκεκριμένα, κατά την περίοδο 1964-1981, οι εκτάσεις των αμπέλων στην Ελλάδα γνώρισαν σημαντικότατη μείωση κατά 21%, ενώ πτώση κατά 11% κατέγραψαν και οι εκτάσεις για τις αροτραίες καλλιέργειες. Αντίθετα, εντυπωσιακή άνοδο κατά 44% σημείωσαν οι εκτάσεις που προορίζονταν για δενδροκαλλιέργειες.

Οι τάσεις αυτές είναι ευδιάκριτες ακόμη και όταν εστιάζουμε σε ένα βαθύτερο επίπεδο ανάλυσης (ανά γεωργικό προϊόν). Σύμφωνα με τα αποτελέσματα που παρουσιάζονται στον Πίνακα 2, οι καπνικές εκτάσεις στην Ελλάδα γνώρισαν μια σημαντικότατη μείωση της τάξεως του 38% κατά την περίοδο 1964-1980, ενώ την ίδια στιγμή σημαντική πτώση κατά 20% γνώρισαν και οι εκτάσεις για την παραγωγή σίτου. Παράλληλα, οι εκτάσεις που δεσμεύονταν για τα οπωροφόρα δέντρα αυξήθηκαν εντυπωσιακά κατά 73%. Σημαντική αύξηση κατά 39% κατέγραψαν και οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις για τα «λοιπά δέντρα» (με κυρίαρχο προϊόν την ελιά), ενώ αύξηση κατά 22% γνώρισαν και οι εκτάσεις για τα εσπεριδοειδή. Εντυπωσιακή αύξηση κατά 71% σημείωσαν και οι εκτάσεις για την παραγωγή ντομάτας, ενώ αύξηση κατά 11% κατέγραψαν και οι εκτάσεις για την παραγωγή πατάτας.

Η απόπειρα στροφής της ελληνικής γεωργίας από τις πιο «παραδοσιακές» στις λεγόμενες «νέες» καλλιέργειες (με επίκεντρο τις δενδροκαλλιέργειες) αποτυπώνεται και στα φύλλα των εφημερίδων της εποχής. Σε μια σειρά σχετικών αναζητήσεων που πραγματοποιήσαμε στην «Ψηφιακή Συλλογή Εφημερίδων» εντοπίσαμε πλήθος ειδήσεων με εκτενείς αναφορές στα «προγράμματα αναδιάρθρωσης» της ελληνικής γεωργίας, στην «ανάπτυξη της δενδροκαλλιέργειας», στις «επιδοτήσεις των δενδροκαλλιεργειών» και στην «εκπαίδευση των δενδροκαλλιεργητών». 6 Άλλες αναφορές εστιάζουν στην «ανάγκη περιορισμού της παραγωγής σίτου», στην «εκρίζωση των αμπελώνων» και στα «προβλήματα της καπνοκαλλιέργειας» (πτώση των εξαγωγών και απούλητα καπνά), ενώ προκρίνουν ως ιδανική λύση την περαιτέρω ανάπτυξη της δενδροκαλλιέργειεας, της κτηνοτροφίας αλλά και του τουρισμού (ιδιαίτερα για τις βόρειες περιοχές της χώρας).

Καλλιεργήσιμες εκτάσεις

(σε χιλ. στρέμ.)


1964


1968


1972


1976


1980


Δ%

Σιτάρι

12.631

10.997

8.850

9.307

10.119

-20%

Καπνός

1.432

1.123

841

1.143

892

-38%

Βαμβάκι

1.412

1.410

1.742

1.499

1.424

+1%

Πατάτες

583

541

517

649

647

+11%

Ντομάτες

280

326

303

307

478

+71%

Εσπεριδοειδή

387

416

444

464

472

+22%

Οπωροφόρα

383

467

584

608

608

+73%

Λοιπά δέντρα

4.614

5.079

5.454

5.940

6.416

+39%

Πίνακας 2. Η διάρθρωση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων στην Ελλάδα ανά γεωργικό προϊόν

(εθνικό επίπεδο). Πηγή: «Ετήσιες Γεωργικές Απογραφές», ΕΛΣΤΑΤ


Ωστόσο, αξιολογώντας την πορεία αναδιάρθρωσης της ελληνικής γεωργίας κατά την μεταπολεμική περίοδο με όρους συγκέντρωσης των καλλιεργήσιμων εκτάσεων ανά γεωργικό προϊόν και κατηγορία προϊόντων, οι κυρίαρχες δυναμικές, αν και είναι ξεκάθαρο πως μετατοπίζονται ραγδαία, δεν φαίνεται να ανατρέπονται ριζικά (βλ. Πίνακα 3). Καθ’ όλη λοιπόν την περίοδο 1964-1980, το σιτάρι εμφανίζεται να δεσμεύει περίπου το 35% του συνόλου των καλλιεργήσιμων εκτάσεων της χώρας, ενώ ακολουθούν στη δεύτερη θέση τα «λοιπά δέντρα» απορροφώντας περίπου το 20% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων. Οι υπόλοιπες εκτάσεις μοιράζονται ανάμεσα σε άλλα γεωργικά προϊόντα, που ακολουθούν σε αρκετά χαμηλότερα επίπεδα συγκέντρωσης. Εκεί, συναντάμε τον καπνό και το βαμβάκι («βιομηχανικά φυτά») να δεσμεύουν από κοινού περίπου το 10% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων. Ακόμη χαμηλότερα, εντοπίζουμε τα εσπεριδοειδή και τα οπωροφόρα, που δεσμεύουν από κοινού περίπου το 4% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων, καθώς και τις πατάτες και τις ντομάτες που δεσμεύουν από κοινού περίπου το 3% του συνόλου των καλλιεργήσιμων εκτάσεων της χώρας.


Συγκέντρωση εκτάσεων (% επί του συνόλου)


1964


1968


1972


1976


1980


Μ.Ο.


Σιτάρι

34%

42%

36%

37%

28%

36%

Καπνός

4%

4%

3%

5%

2%

4%

Βαμβάκι

4%

5%

7%

6%

4%

5%

Πατάτες

2%

2%

2%

3%

2%

2%

Ντομάτες

1%

1%

1%

1%

1%

1%

Εσπεριδοειδή

1%

2%

2%

2%

1%

2%

Οπωροφόρα

1%

2%

2%

2%

2%

2%

Λοιπά δέντρα

13%

19%

22%

24%

18%

19%

Πίνακας 3. Ο βαθμός συγκέντρωσης των καλλιεργήσιμων εκτάσεων στην Ελλάδα ανά γεωργικό προϊόν (εθνικό επίπεδο). Πηγή: «Ετήσιες Γεωργικές Απογραφές», ΕΛΣΤΑΤ


Ριζικές μετατοπίσεις δεν φαίνεται να συντελούνται ούτε στο εσωτερικό επίπεδο, δηλαδή ανά κατηγορία γεωργικών προϊόντων. Στα «σιτηρά για καρπό», το σιτάρι διατηρεί την πρωτοκαθεδρία του για ολόκληρη την περίοδο 1964-1980, δεσμεύοντας περίπου το 65% του συνόλου των εκτάσεων της σχετικής κατηγορίας. Την ίδια περίοδο, τα «λοιπά δέντρα» δεσμεύουν περίπου το 78% του συνόλου των εκτάσεων της κατηγορίας «δενδρώδεις καλλιέργειες», οι πατάτες περίπου το 64% του συνόλου των εκτάσεων της κατηγορίας «πεπονοειδή και γεώμηλα», ενώ τα φασόλια περίπου το 55% του συνόλου των εκτάσεων της κατηγορίας «βρώσιμα όσπρια». Σε χαμηλότερα επίπεδα, ο καπνός και το βαμβάκι δεσμεύουν περίπου το 35% και 48%, αντίστοιχα του συνόλου των εκτάσεων της κατηγορίας «βιομηχανικά φυτά», ενώ οι ντομάτες περίπου το 28% του συνόλου των εκτάσεων της κατηγορίας «λαχανικά και κηπευτική γη».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η γεωγραφική κατανομή της συγκέντρωσης των καλλιεργήσιμων εκτάσεων ανά γεωργικό προϊόν (βλ. Χάρτες 1-6). Είναι ενδεικτικό το γεγονός πως οι πιο «παραδοσιακές» αροτραίες καλλιέργειες, όπως ήταν ο καπνός, το βαμβάκι και το σιτάρι, κατέγραφαν τα υψηλότερα επίπεδα συγκέντρωσης των εκτάσεών τους στις περιοχές της κεντρικής και βόρειας Ελλάδας (Θεσσαλία και Μακεδονία). Αντίθετα, οι λεγόμενες «νέες» καλλιέργειες, όπως ήταν οι ντομάτες, οι πατάτες και τα πορτοκαλολέμονα, παρουσίαζαν τα υψηλότερα επίπεδα συγκέντρωσης των εκτάσεών τους στις νότιες και δυτικές περιοχές της χώρας (Πελοπόννησος και Ήπειρος).

Τα αποτελέσματα αυτά ναι μεν αποτυπώνουν ένα σημαντικό κλείσιμο της ψαλίδας που χώριζε τις εκτάσεις που δεσμεύονταν για τις πιο «παραδοσιακές» καλλιέργειες με τις αντίστοιχες για τις δενδροκαλλιέργειες, δίχως όμως να είναι σε θέση να επιβεβαιώσουν κάποια ριζική αναδιάρθρωση της ελληνικής γεωργίας. Τέτοιες ενδείξεις προσφέρουν και οι μελέτες των Καζάκος (2007), Petmezas (2013), Κωστής (2019), Ιορδάνογλου (2020) και Παναγιωτόπουλος (2022). Μάλιστα, από το έτος 1973 έως και την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ, οι εκτάσεις για τις πιο «παραδοσιακές» καλλιέργειες (καπνός, βαμβάκι και σιτάρι) γνωρίζουν νέα άνοδο. Ειδικότερα, αυτή η τάση «επαναπροσκόλλησης» στις λεγόμενες «παραδοσιακές» καλλιέργειες παρατηρείται σε ένα πλήθος περιοχών του ελληνικού βορρά, όπως ήταν τα Γρεβενά, η Δράμα, ο Έβρος, η Καστοριά, το Κιλκίς, η Κοζάνη, η Πιερία, η Ροδόπη, οι Σέρρες και η Χαλκιδική (βλ. Πίνακα 4). Με άλλα λόγια, το νέο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο που διαμόρφωσε η πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών, καθώς και η πετρελαϊκή κρίση του 1973, φαίνεται πως οδήγησε σε μια επαναπροσαρμογή της γεωργικής πολιτικής στην Ελλάδα που σημαδεύτηκε από τον κατά τόπους περιορισμό της στροφής από τις πιο «παραδοσιακές» στις «νέες» καλλιέργειες, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τις βόρειες περιοχές της χώρας.

Η τάση συντήρησης ενός αυστηρά γεωγραφικού καταμερισμού της ελληνικής γεωργίας κατά τις τελευταίες δεκαετίες πριν την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ εντείνει τον προβληματισμό για το κατά πόσο ο πρωτογενής τομέας της χώρας αναδιαρθρώθηκε σε ικανοποιητικό βαθμό, τουλάχιστον έτσι όπως προέβλεπαν τα διάφορα κρατικά προγράμματα σχεδιασμού της γεωργικής ανάπτυξης. Το ερώτημα που τίθεται σ’ αυτό το σημείο, αν και μένει εκτός του πεδίου διερεύνησης της παρούσας μελέτης, είναι το ποιες ήταν οι αιτίες των γεωγραφικών διαφοροποιήσεων σε ό,τι αφορά τη διάρθρωση των γεωργικών εκτάσεων στην Ελλάδα. Ιδιαίτερες γεωγραφικές και κλιματικές συνθήκες σε συνδυασμό με την κληρονομιά ενός αρχικά έντονα διαφοροποιημένου συστήματος γαιοκτησίας μεταξύ «Παλαιάς» και «Νέας» Ελλάδας φαίνεται πως διαμόρφωσαν συνθήκες συμπληρωματικότητας ανάμεσα σε γκρουπ γεωργικών προϊόντων που τείνουν να συγκεντρώνονται άλλοτε στον ελληνικό βορρά και άλλοτε στο νότο.




Χάρτης 1. Μέση συγκέντρωση των καπνικών εκτάσεων

(1964-1980)

Χάρτης 2. Μέση συγκέντρωση των εκτάσεων βαμβακιού (1964-1980)


Χάρτης 3. Μέση συγκέντρωση των εκτάσεων σίτου (1964-1980)



Χάρτης 4. Μέση συγκέντρωση των εκτάσεων ντομάτας

(1964-1980)

Χάρτης 5. Μέση συγκέντρωση των εκτάσεων πατάτας

(1964-1980)


Χάρτης 6. Μέση συγκέντρωση εκτάσεων για πορτοκαλολέμονα (1964-1980)






1965

1970

1973

1976

1980

1973-1980

Επικράτεια

35,1%

27,2%

24,2%

26%

26,4%

+2,2%

Γρεβενά

65%

55%

45%

57%

65%

+20%

Έβρος

55%

40,3%

42,5%

52,5%

53,5%

+11%

Δράμα

56%

39%

31%

36%

45%

+14%

Καστοριά

53,6%

41,7%

43%

50,2%

57,9%

+14,9%

Κοζάνη

61,1%

50,6%

44,1%

51,9%

56,8%

+12,7%

Κιλκίς

75,6%

67,5%

61,7%

66,9%

77,1%

+15,4%

Πιερία

64,7%

58,4%

52,2%

56,5%

55%

+2,8%

Ροδόπη

55,1%

40,6%

42,2%

48,7%

55,4%

+13,2%

Σέρρες

56%

46%

35%

36%

45%

+10%

Χαλκιδική

59,6%

50,4%

43,9%

46,5%

50,7%

+6,8%

Πίνακας 4. Δέσμευση εκτάσεων για καπνό, βαμβάκι και σιτάρι (% επί του συνόλου των καλλιεργήσιμων εκτάσεων). Πηγή: «Ετήσιες Γεωργικές Απογραφές», ΕΛΣΤΑΤ


2. Οι μεταβολές του όγκου παραγωγής των προϊόντων


Σε ότι αφορά τις μεταβολές του όγκου παραγωγής των 7 γεωργικών προϊόντων του μείγματός μας, παρατηρούνται εντυπωσιακές αυξήσεις, τουλάχιστον για τα γκρουπ των «νέων» και αρδευόμενων καλλιεργειών (βλ. Πίνακα 5). Πιο συγκεκριμένα, οι αρδευτικές ντομάτες και τα αρδευτικά καπνά παρουσιάζουν τις μεγαλύτερες αυξήσεις του όγκου παραγωγής τους κατά την περίοδο 1964-1980, καταγράφοντας εντυπωσιακές μεταβολές της τάξεως του +270% και +119%, αντίστοιχα. Την ίδια στιγμή, ο όγκος παραγωγής της πατάτας γνώρισε αύξηση κατά 99%, ενώ σημαντικές αυξήσεις κατέγραψαν και οι όγκοι παραγωγής των πορτοκαλιών (+72%), του αρδευτικού βαμβακιού (+72%), του σκληρού σιταριού (+65%), και της ξηρικής ντομάτας (+48%). Ακόμη, αυξητικές μεταβολές εμφάνισαν τόσο οι όγκοι παραγωγής για το μαλακό σιτάρι (+36%) όσο και οι αντίστοιχοι για τα λεμόνια (+29%). Πτώση του όγκου παραγωγής κατέγραψαν μονάχα δύο από τις «παραδοσιακές» ξηρικές καλλιέργειες, και πιο συγκεκριμένα, αυτές του ξηρικού βαμβακιού (-82%) και του ξηρικού καπνού (-51%).

Ποσότητα παραγωγής

(σε χιλ. τόνους)


1964


1968


1972


1976


1980



Δ%

Σιτάρι (μαλακό)

1.679

1.242

1.144

1.956

2.290

+36%

Σιτάρι (σκληρό)

413

327

324

418

680

+65%

Καπνός (αρδευτικός)


31


29


40


68


68


+119%

Καπνός (ξηρικός)

102

61

46

73

50

-51%

Βαμβάκι

(αρδευτικό)


202


215


381


316


346


+71%

Βαμβάκι (ξηρικό)

62

13

14

13

11

-82%

Πατάτες

544

603

715

1.015

1.082

+99%

Ντομάτες (αρδευτικές)


409


641


937

1.020

1.514


+270%

Ντομάτες (ξηρικές)


27


21


30


22


40

+48%

Λεμόνια

140

95

151

180

181

+29%

Πορτοκάλια

380

438

508

577

653

+72%

Πίνακας 5. Όγκος παραγωγής σε χιλιάδες τόνους (εθνικό επίπεδο)

Πηγή: «Ετήσιες Γεωργικές Απογραφές», ΕΛΣΤΑΤ


Όπως και προηγούμενα, οι πιο «παραδοσιακές» αροτραίες καλλιέργειες (βαμβάκι, καπνός και σιτάρι) βρέθηκε πως εμφάνιζαν τα υψηλότερα επίπεδα συγκέντρωσης στις κεντρικές και τις βόρειες περιοχές της χώρας (Θεσσαλία και Μακεδονία), αυτή τη φορά σε ό,τι αφορά τη μέση συγκέντρωση του όγκου παραγωγής τους κατά την περίοδο 1964-1980 (βλ. Χάρτες 7-13). Για το βαμβάκι, αναδύονται 3 γεωγραφικά πεδία «υψηλής συγκέντρωσης» της παραγωγής (>10%), που αντιστοιχούν σε περιοχές της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, συγκεντρώνοντας αθροιστικά περίπου το 50% του συνόλου της παραγωγής του προϊόντος. Στην περίπτωση του καπνού, εντοπίζονται και πάλι 3 γεωγραφικά πεδία «υψηλής συγκέντρωσης» της παραγωγής (>10%), αυτή τη φορά σε περιοχές της Δυτικής Ελλάδας και της Μακεδονίας, συγκεντρώνοντας αθροιστικά περίπου το 40% του συνόλου της παραγωγής. Σε αντίθεση με τις δύο προηγούμενες αροτραίες καλλιέργειες, το σιτάρι εμφανίζει πολύ χαμηλότερη συγκέντρωση του όγκου παραγωγής του, καταγράφοντας έναν μόλις γεωγραφικό πόλο «υψηλής συγκέντρωσης» στην Θεσσαλία, περιοχή όπου συγκεντρώνονταν περίπου το 13% του συνόλου της παραγωγής του προϊόντος. Παράλληλα, η παραγωγή σιταριού βρέθηκε να χαρακτηρίζεται από αρκετές μικρές πηγές διασποράς του προϊόντος σχεδόν σε όλες τις κεντρικές και βόρειες περιοχές της χώρας (προϊόν υψηλής διασποράς).

Αντίθετα από τις πιο «παραδοσιακές» αροτραίες καλλιέργειες, οι λεγόμενες «νέες» καλλιέργειες βρέθηκε πως κατέγραφαν την υψηλότερη συγκέντρωση της παραγωγής τους στις νότιες περιοχές της χώρας. Πιο συγκεκριμένα, τόσο η ντομάτα όσο και η πατάτα χαρακτηρίζονταν από την παρουσία ενός μόλις γεωγραφικού πόλου «υψηλής συγκέντρωσης» της παραγωγής (>10%) στην δυτική Πελοπόννησο, περιοχή όπου συγκεντρωνόταν περίπου το 14% του συνόλου της παραγωγής των προϊόντων. Μια ισχυρότερη τάση συγκέντρωσης εμφανίστηκε στην περίπτωση της παραγωγής πορτοκαλολέμονων, με το σχηματισμό δύο γεωγραφικών πεδίων «υψηλής συγκέντρωσης» της παραγωγής (>20%) στην Πελοπόννησο και την Ήπειρο, περιοχές στις οποίες συγκεντρώνονταν αθροιστικά πάνω από το 50% της παραγωγής των προϊόντων.



Χάρτης 7. Μέση συγκέντρωση του

όγκου παραγωγής της ντομάτας (1964-1980)

Χάρτης 8. Μέση συγκέντρωση του

όγκου παραγωγής της πατάτας (1964-1980)


Χάρτης 9. Μέση συγκέντρωση του

όγκου παραγωγής των πορτοκαλιών (1964-1980)

Χάρτης 10. Μέση συγκέντρωση του

όγκου παραγωγής των λεμονιών (1964-1980)





Χάρτης 11. Μέση συγκέντρωση του

όγκου παραγωγής του βαμβακιού (1964-1980)

Χάρτης 12. Μέση συγκέντρωση του

όγκου παραγωγής του καπνού (1964-1980)


Χάρτης 13. Μέση συγκέντρωση του

όγκου παραγωγής του σιταριού (1964-1980)


Ο Πίνακας 6 προσφέρει κάποιες πρώτες εμπειρικές ενδείξεις για την ύπαρξη πιθανών σχέσεων «συμπληρωματικότητας» ανάμεσα σε γκρουπ γεωργικών προϊόντων του μείγματός μας. Πιο συγκεκριμένα, εντοπίστηκαν κάποιες θετικές και στατιστικά σημαντικές συσχετίσεις ανάμεσα στους βαθμούς συγκέντρωσης των εκτάσεων για καπνό και σιτάρι (+0,29). Παράλληλα, μια θετική και στατιστικά σημαντική σχέση προέκυψε ανάμεσα στους βαθμούς συγκέντρωσης των εκτάσεων για σιτάρι και βαμβάκι (+0,14). Την ίδια στιγμή, θετικές και στατιστικά σημαντικές συσχετίσεις εμφανίστηκαν τόσο ανάμεσα στους βαθμούς συγκέντρωσης των εκτάσεων για πατάτες και ντομάτες (+0,26) όσο και ανάμεσα στους αντίστοιχους για ντομάτες και πορτοκαλολέμονα (+0,16). Με ακριβώς αντίθετο τρόπο, κάποιες «ανταγωνιστικές» σχέσεις εντοπίζονται ανάμεσα στους βαθμούς συγκέντρωσης των εκτάσεων για τις πατάτες και τον καπνό (-0,24), τις πατάτες και το σιτάρι (-0,33) και τις πατάτες και το βαμβάκι (-0,33). Αρνητικές και στατιστικά σημαντικές σχέσεις εντοπίστηκαν και ανάμεσα στους βαθμούς συγκέντρωσης των εκτάσεων για πορτοκαλολέμονα και σιτάρι (-0,33), καθώς και ανάμεσα στους αντίστοιχους για ντομάτες και σιτάρι (-0,24).



Καπνός

Βαμβάκι

Σιτάρι

Ντομάτες

Πατάτες

Πορτοκαλολέμονα

Καπνός

1

+0,08***

+0,29***

-0,09***

-0,24***

-0,09***

Βαμβάκι

+0,08***

1

+0,14***

-0,05

-0,33***

-0,09***

Σιτάρι

+0,29***

+0,14***

1

-0,24***

-0,33***

-0,33***

Ντομάτες

-0.09***

-0,05

-0,24***

1

+0,26***

+0,16***

Πατάτες

-0,24***

-0,33***

-0,33***

+0,26***

1

-0,01

Πορτοκαλολέμονα

-0,09***

-0,09***

-0,33***

+0,16***

-0,01

1

Πίνακας 6. Συντελεστές συσχέτισης των βαθμών συγκέντρωσης των καλλιεργήσιμων εκτάσεων

ανά γεωργικό προϊόν (επαρχιακό επίπεδο)

*** στατιστική σημαντικότητα στο επίπεδο 99%


Μάλιστα, αυτά τα μοτίβα «συμπληρωματικότητας» και «ανταγωνιστικότητας» ανάμεσα σε προϊόντα του μείγματός μας εντοπίζονται εκ νέου όταν υπολογίζουμε τους συντελεστές γραμμικής συσχέτισης ανάμεσα στους όγκους παραγωγής των 7 αντιπροσωπευτικών προϊόντων μας (βλ. Πίνακα 7). Όπως και προηγούμενα, καταδεικνύονται θετικές και στατιστικά σημαντικές σχέσεις ανάμεσα στους βαθμούς συγκέντρωσης του όγκου παραγωγής για τα 3 γεωργικά προϊόντα που ανήκουν στο γκρουπ των πιο «παραδοσιακών» αροτραίων καλλιεργειών (καπνός, βαμβάκι και σιτάρι). Την ίδια στιγμή, θετικές και στατιστικά σημαντικές συσχετίσεις εμφανίζονται και ανάμεσα σε προϊόντα που ανήκουν στο γκρουπ των «νέων» καλλιεργειών, και πιο συγκεκριμένα, τόσο ανάμεσα στις ντομάτες και τις πατάτες όσο και ανάμεσα στα λεμόνια και τα πορτοκάλια.



Καπνός

Βαμβάκι

Σιτάρι

Ντομάτες

Πατάτες

Πορτοκάλια

Λεμόνια

Καπνός

1

+0,30***

+0,39***

+0,20***

-0,05*

-0,07**

-0,10***

Βαμβάκι

+0,30***

1

+0,51***

+0,14***

+0,07

-0,10***

-0,13***

Σιτάρι

+0,39***

+0,51***

1

+0,21***

+0,18***

-0,19***

-0,15***

Ντομάτες

+0,20***

+0,14***

+0,21***

1

+0,55***

-0,02

+0,05

Πατάτες

-0,05*

+0,07

+0,18***

+0,55***

1

-0,05

+0,24***

Πορτοκάλια

-0,07**

-0,10***

-0,19***

-0,02

-0,05

1

+0,14***

Λεμόνια

-0,10***

-0,13***

-0,15***

+0,05

+0,24***

+0,14***

1

Πίνακας 7. Συντελεστές συσχέτισης των βαθμών συγκέντρωσης του όγκου παραγωγής

ανά γεωργικό προϊόν (επαρχιακό επίπεδο)

*** στατιστική σημαντικότητα στο επίπεδο 99%

** στατιστική σημαντικότητα στο επίπεδο 95%

* στατιστική σημαντικότητα στο επίπεδο 90%


Αντίθετα, σχέσεις «ανταγωνιστικότητας» προέκυψαν ανάμεσα στους βαθμούς συγκέντρωσης του όγκου παραγωγής των πιο «παραδοσιακών» καλλιεργειών και των πορτοκαλολέμονων. Όπως αναφέραμε και προηγούμενα, είτε για γεωγραφικούς / οικολογικούς λόγους, είτε εξαιτίας ενός καλά οργανωμένου καταμερισμού των γεωργικών εκτάσεων στο πλαίσιο ενός κεντρικού σχεδιασμού, η ύπαρξη των εκτάσεων και η διεύρυνση του όγκου παραγωγής ενός προϊόντος σήμαινε σε αρκετές περιπτώσεις τη διαμόρφωση ευνοϊκών συνθηκών για την ταυτόχρονη παρουσία και μεγέθυνση ενός άλλου ή άλλων προϊόντων (σχέσεις συμπληρωματικότητας).


3. Η εισροή των νέων τεχνολογιών


Την ίδια περίοδο, είμαστε σε θέση να παρατηρήσουμε μια εκρηκτική αύξηση σε ότι αφορά τη διαθεσιμότητα των αγροτικών μηχανημάτων στην Ελλάδα (βλ. Πίνακα 8). Πιο συγκεκριμένα, τα συγκροτήματα τεχνητής βροχής βρέθηκαν αυξημένα κατά περίπου 8 φορές κατά την περίοδο 1965-1980, ενώ οι γεωργικοί ελκυστήρες και οι μηχανοκίνητοι ψεκαστήρες αυξήθηκαν κατά περίπου 3 φορές και 1,5 φορά, αντίστοιχα. Σημαντικές αυξήσεις κατέγραψαν και όλοι οι τύποι αντλιών. Μοναδική εξαίρεση, οι θειωτήρες, οι οποίοι εμφάνισαν μια μείωση της τάξεως του 18%.

Η θετική συμβολή του τεχνολογικού εκσυγχρονισμού της χώρας στη μεγέθυνση του όγκου παραγωγής της ελληνικής γεωργίας κατά την μεταπολεμική περίοδο γίνεται ορατή και στα αποτελέσματα που παρουσιάζονται στον Πίνακα 9. Πιο συγκεκριμένα, για το γκρουπ των προϊόντων του μείγματός μας που ανήκουν στις πιο «παραδοσιακές» αροτραίες καλλιέργειες εμφανίστηκαν θετικές και στατιστικά σημαντικές συσχετίσεις ανάμεσα στον όγκο παραγωγής τους και τον αριθμό των συγκροτημάτων τεχνητής βροχής, των αντλιών πετρελαίου, των γεωργικών ελκυστήρων και των μηχανοκίνητων ψεκαστήρων. Για τις ντομάτες και τις πατάτες, καταγράφηκαν θετικές και στατιστικά σημαντικές συνδέσεις ανάμεσα στον όγκο παραγωγής τους και τη διαθεσιμότητα των αγροτικών μηχανημάτων σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις που εξετάστηκαν. Για τα πορτοκάλια, βρέθηκαν θετικές και στατιστικά σημαντικές σχέσεις μονάχα ανάμεσα στον όγκο παραγωγής τους και τον αριθμό των ηλεκτροκίνητων αντλιών, ενώ για τα λεμόνια βρέθηκαν θετικές και στατιστικά σημαντικές σχέσεις ανάμεσα στα επίπεδα παραγωγής τους και τον αριθμό των ηλεκτροκίνητων αντλιών, των γεωργικών ελκυστήρων και των θειωτήρων. Ωστόσο, κάποιες σημαντικές διαφοροποιήσεις εντοπίστηκαν στην ένταση των συντελεστών συσχέτισης από μηχάνημα σε μηχάνημα. Έτσι, τα συγκροτήματα τεχνητής βροχής παρουσίαζαν πιο έντονες θετικές συνδέσεις με τις αροτραίες καλλιέργειες παρά με τα λαχανοκηπευτικά, ενώ οι μικροί γεωργικοί ελκυστήρες φαίνεται πως ανταποκρίνονταν καλύτερα στις ανάγκες των «νέων» καλλιεργειών παρά των πιο «παραδοσιακών». Οι ψεκαστήρες βρέθηκε πως συνδέονταν πιο έντονα με την παραγωγή του καπνού, ενώ οι θειωτήρες συνδέονταν πιο ισχυρά με την παραγωγή λεμονιών. Έστω και έμμεσα, αναδύεται για μια ακόμη φορά η πιθανή σχέση «συμπληρωματικότητας» ανάμεσα σε γκρουπ προϊόντων του μείγματός μας. Ο καπνός, το βαμβάκι και το σιτάρι φαίνεται πως μοιράζονταν σε μεγάλο βαθμό κοινές τεχνολογίες, ενώ κάτι αντίστοιχο φαίνεται πως ίσχυε και για την περίπτωση της ντομάτας και της πατάτας.







Αριθμός μηχανών


1965


1970


1975


1980


Δ%


Συγκροτήματα

τεχν. βροχής


12.807


48.984


83.430


114.572


+795%

Αντλίες πετρ.

-

77.933 (2)

86.722

93.815

+20%

Αντλίες βενζ.

-

74.500 (2)

81.894

83.016

+11%

Αντλίες ηλεκτρ.

20.457

34.985

52.046

74.179

+263%

Αντλίες (λοιπές)

-

12.128 (2)

14.397

13.541

+12%

Γεωργικοί ελκυ-στήρες (σύνολο)


48.859


102.290


152.789


221.862


+354%

Γεωργικοί ελκυ-στήρες (μικροί)


17.567


40.360


59.448


81.584


+364%

Μηχ. ψεκαστήρες

44.349 (1)

94.632

88.433

104.812

+136%

Θειωτήρες

-

17.842 (2)

17.184

14.627

-18%

Πίνακας 8. Η εισροή των νέων τεχνολογιών στην αγροτική οικονομία (εθνικό επίπεδο)

(1) τιμές του έτους 1966, (2) τιμές του έτους 1971

Πηγή: «Ετήσιες Γεωργικές Απογραφές», ΕΛΣΤΑΤ



καπνός

βαμβάκι

σιτάρι

ντομάτες

πατάτες

πορτοκάλια

λεμόνια

Συγκροτήματα τεχν. βροχής


+0,46***


+0,80***


+0,56***


+0,32***


+0,20***


-0,03


-0,02

Αντλίες πετρ.

+0,41***

+0,83***

+0,53***

+0,36***

+0,21***

-0,01

-0,06

Αντλίες βενζ.

+0,00

0,10**

-0,06

+0,33***

+0,33***

-0,14***

-0,08

Αντλίες ηλεκτρ.

-0,00

+0,21***

+0,18***

+0,32***

+0,36***

+0,34***

+0,30***

Αντλίες (λοιπές)

-0,07

-0,05

-0,10**

-0,01

+0,08*

-0,07

-0,07

Γεωργικοί ελκυ-στήρες (σύνολο)


+0,27***


+0,27***


+0,35***


+0,44***


+0,37***


-0,03


+0,30***

Γεωργικοί ελκυ-στήρες (μικροί)


0,15***


0,12***


-0,16***


+0,13***


+0,24***


-0,04


+0,38***

Μηχαν. ψεκαστήρες


+0,59***


+0,16***


+0,25***


+0,48***


+0,24***


-0,00


+0,38***

Θειωτήρες

+0,25***

-0,03

+0,02

+0,20***

+0,24***

-0,00

+0,53***

Πίνακας 9. Συντελεστές συσχέτισης ανάμεσα στην πρόσβαση στον τεχνολογικό εξοπλισμό

και τον όγκο παραγωγής των γεωργικών προϊόντων (επαρχιακό επίπεδο)

*** στατιστική σημαντικότητα στο επίπεδο 99%

** στατιστική σημαντικότητα στο επίπεδο 95%

* στατιστική σημαντικότητα στο επίπεδο 90%


4. Τα κύματα φυγής των εργατικών χεριών


Παρά τα σημαντικά βήματα προόδου που σημάδεψαν τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της ελληνικής αγροτικής υπαίθρου μεταπολεμικά, ιδιαίτερα καθοριστική φαίνεται πως υπήρξε και η συμβολή του παράγοντα «εργασία». Το γεγονός αυτό προκύπτει και από τα αποτελέσματα του Πίνακα 10. Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, τα κύματα μετανάστευσης του πληθυσμού σε χώρες του εξωτερικού βρέθηκε πως σχετίζονταν αρνητικά και στατιστικά σημαντικά με τα επίπεδα μεγέθυνσης του όγκου παραγωγής της ελληνικής γεωργίας κατά την περίοδο 1965-1977. Αναλυτικότερα, έντονα αρνητικές και στατιστικά σημαντικές συσχετίσεις καταγράφηκαν ανάμεσα στα ποσοστά της εξωτερικής μετανάστευσης και τον όγκο παραγωγής των 7 αντιπροσωπευτικών προϊόντων του μείγματός μας, τόσο για την περίπτωση της συνολικής μετανάστευσης όσο και για την προσωρινή. Ακόμη, αρνητικές και στατιστικά σημαντικές βρέθηκαν και οι σχέσεις ανάμεσα στην μόνιμη μετανάστευση στο εξωτερικό και τη μεγέθυνση του όγκου παραγωγής της ελληνικής γεωργίας, τουλάχιστον για τα περισσότερα από τα 7 γεωργικά προϊόντα του μείγματός μας.



καπνός

βαμβάκι

σιτάρι

ντομάτες

πατάτες

πορτοκάλια

λεμόνια

εξωτερική μετανάστευση

(σύνολο)


-0,13***


-0,20***


-0,21***


-0,20***


-0,19***


-0,12***


-0,17***

εξωτερική μετανάστευση (μόνιμη)


+0,07*


-0,07**


+0,01


-0,16***


-0,12***


-0,06


-0,13***

εξωτερική μετανάστευση (προσωρινή)


-0,22***


-0,18***


-0,27***


-0,12***


-0,14***


-0,10**


-0,11**

Πίνακας 10. Συντελεστές γραμμικής συσχέτισης ανάμεσα στον όγκο παραγωγής των προϊόντων

και τα ποσοστά της εξωτερικής μετανάστευσης στην Ελλάδα, 1965-1977 (επαρχιακό επίπεδο)

*** στατιστική σημαντικότητα στο επίπεδο 99%

** στατιστική σημαντικότητα στο επίπεδο 95%

* στατιστική σημαντικότητα στο επίπεδο 90%


Σε ό,τι αφορά την πιθανή ύπαρξη μιας αιτιακής σύνδεσης ανάμεσα στην εξωτερική μετανάστευση και τη μεγέθυνση του όγκου παραγωγής της ελληνικής γεωργίας, αλλά και την κατεύθυνσή της, ο Πίνακας 11 καταγράφει δύο μονόδρομες και στατιστικά σημαντικές αιτιακές συνδέσεις ανάμεσα στην παραγωγή καπνού και τα επίπεδα της εξωτερικής μετανάστευσης στην Ελλάδα, με κατεύθυνση κίνησης από τον όγκο παραγωγής του προϊόντος στα επίπεδα της εξωτερικής μετανάστευσης. Με πιο απλά λόγια, φαίνεται πως είμαστε σε θέση, τουλάχιστον με τη χρήση εμπειρικών δεδομένων, να υποστηρίξουμε την άποψη πως ήταν η μείωση του όγκου παραγωγής του μη ποτιστικού (δηλαδή ξηρικού) καπνού που οδήγησε στη μετέπειτα μαζική φυγή των εργατικών χεριών στις χώρες του εξωτερικού (βλ. Πίνακα 12). Το ίδιο φαινόμενο περιγράφει και τη σχέση ανάμεσα στο μη ποτιστικό (ξηρικό) βαμβάκι και την εξωτερική μετανάστευση, με μια μονόδρομη και στατιστικά σημαντική αιτιακή σχέση να αναδύεται ανάμεσα στον όγκο παραγωγής του προϊόντος και την εξωτερική μετανάστευση. Σε αντίθεση με την περίπτωση του ξηρικού καπνού, για το ξηρικό βαμβάκι βρέθηκε πως ήταν τα κύματα της μαζικής μετανάστευσης των εργατικών χεριών στο εξωτερικό που συνετέλεσαν στη μακροχρόνια μείωση του όγκου παραγωγής του προϊόντος. Δύο στατιστικά σημαντικές αιτιακές συνδέσεις εμφανίστηκαν και ανάμεσα στον όγκο παραγωγής σιταριού και την εξωτερική μετανάστευση, αν και αμφίδρομης κατεύθυνσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση που εξετάστηκε δεν βρέθηκε κάποια στατιστικά σημαντική αιτιακή σύνδεση ανάμεσα στην εξωτερική μετανάστευση και τα επίπεδα του όγκου παραγωγής των προϊόντων του μείγματός μας.

Συμπερασματικά, με βάση τις στατιστικές μας επεξεργασίες προκύπτει ένα αρνητικό πρόσημο στη σχέση που συνέδεε την εξωτερική μετανάστευση με τον όγκο παραγωγής των γεωργικών προϊόντων του μείγματός μας, αν και η ένταση αυτής της σχέσης φαίνεται να μεταβάλλεται από προϊόν και σε προϊόν και ανάλογα με το είδος της μετανάστευσης (συνολική, μόνιμη ή προσωρινή).



καπνός

βαμβάκι

σιτάρι

ντομάτες

πατάτες

πορτοκάλια

λεμόνια

εξωτερική μετανάστευση (σύνολο)


ΝΑΙ


ΟΧΙ


ΝΑΙ


ΟΧΙ


ΟΧΙ


ΟΧΙ


ΟΧΙ

κατεύθυνση


μονόδρομη



αμφίδρομη





εξωτερική μετανάστευση (μόνιμη)


ΝΑΙ



ΟΧΙ


ΝΑΙ



ΟΧΙ


ΟΧΙ


ΟΧΙ


ΟΧΙ

κατεύθυνση

μονόδρομη


αμφίδρομη





εξωτερική μετανάστευση (προσωρινή)


ΟΧΙ


ΟΧΙ


ΟΧΙ


ΟΧΙ


ΟΧΙ


ΟΧΙ


ΟΧΙ









Πίνακας 11. Διερεύνηση της κατεύθυνσης των αιτιακών συνδέσεων

ανάμεσα στη γεωργική παραγωγή και την εξωτερική μετανάστευση στην Ελλάδα, 1965-1977 (επαρχιακό επίπεδο)



καπνός (αρδευτικός)

καπνός (ξηρικός)

βαμβάκι (αρδευτικό)

βαμβάκι (ξηρικό)

ντομάτες (αρδευτικές)

ντομάτες (ξηρικές)

εξωτερική μετανάστευση (σύνολο)


ΟΧΙ


ΝΑΙ


ΟΧΙ


ΝΑΙ


ΟΧΙ


ΟΧΙ

κατεύθυνση




μονόδρομη


μονόδρομη



εξωτερική μετανάστευση (μόνιμη)


ΟΧΙ



ΝΑΙ


ΟΧΙ



ΝΑΙ


ΟΧΙ


ΟΧΙ

κατεύθυνση


μονόδρομη


μονόδρομη



εξωτερική μετανάστευση (προσωρινή)


ΟΧΙ


ΟΧΙ


ΟΧΙ


ΟΧΙ


ΟΧΙ


ΟΧΙ








Πίνακας 12. Διερεύνηση της κατεύθυνσης των αιτιακών συνδέσεων

ανάμεσα στη γεωργική παραγωγή και την εξωτερική μετανάστευση στην Ελλάδα, 1965-1977 (επαρχιακό επίπεδο)



συγκρ. τεχν.βρ.

αντλίες πετρ.

αντλίες βενζ.

αντλίες ηλεκτ.

αντλίες (λοιπές)

γεωργικοί ελκ. (σύν.)

γεωργ.ελκ. (μικροί)

μηχαν. ψεκαστήρες

θειωτήρες

εξωτερική μετανάστευση (σύνολο)


-0,23***


-0,24***


-0,03


-0,26***


-0,06


-0,32***


-0,15***


-0,19***


-0,19***

εξωτερική μετανάστευση (μόνιμη)


-0,11***


-0,07



-0,18***


-0,31***


-0,10*


-0,25***


-0,20***


+0,04


-0,05

εξωτερική μετανάστευση (προσωρινή)


-0,19***


-0,22***


+0,03


-0,08**


-0,02


-0,20***


-0,02


-0,25***


-0,18***

Πίνακας 13. Συντελεστές συσχέτισης ανάμεσα στον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό

και την εξωτερική μετανάστευση (επαρχιακό επίπεδο)

*** στατιστική σημαντικότητα στο επίπεδο 99%

** στατιστική σημαντικότητα στο επίπεδο 95%

* στατιστική σημαντικότητα στο επίπεδο 90%


Επιπρόσθετα, τα ευρήματά μας καταδεικνύουν έντονα αρνητικές και στατιστικά σημαντικές συνδέσεις ανάμεσα στον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό του ελληνικού αγροτικού χώρου και τα επίπεδα της εξωτερικής μετανάστευσης (βλ. Πίνακα 13). Αυτές οι ενδείξεις μας επιτρέπουν να αμφισβητήσουμε, τουλάχιστον εμπειρικά, την άποψη που θέλει την απουσία των εργατικών χεριών να ώθησε στον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της χώρας κατά την μεταπολεμική περίοδο (Petmezas 2013).


Συμπεράσματα


Τα εμπειρικά ευρήματα αυτής της μελέτης επιβεβαιώνουν προηγούμενα ευρήματα της ήδη υπάρχουσας βιβλιογραφίας, υποστηρίζοντας την άποψη πως ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός της ελληνικής γεωργίας κατά την μεταπολεμική περίοδο οδήγησε στην αύξηση του όγκου παραγωγής της ελληνικής γεωργίας, χωρίς ωστόσο να ανατρέψει τις κυρίαρχες δυναμικές στην υφιστάμενη διάρθρωση των καλλιεργειών της ελληνικής γεωργικής υπαίθρου. Στο πλαίσιο αυτό, η παρούσα μελέτη αναδεικνύει τη μετατόπιση του ενδιαφέροντος της ελληνικής γεωργίας από τις πιο «παραδοσιακές» αροτραίες καλλιέργειες στις λεγόμενες «νέες» (δενδροκαλλιέργειες και λαχανοκηπευτικά).

Πέρα από το σημαντικό κλείσιμο της ψαλίδας που χώριζε τις «παραδοσιακές» από τις «νέες» καλλιέργειες, η μελέτη προσφέρει πλούσιες ενδείξεις και για την ύπαρξη ενός αυστηρού (σχεδόν αμετάβλητου) καταμερισμού της γεωργικής παραγωγής στην μεταπολεμική Ελλάδα, με σαφέστατα έντονο το γεωγραφικό πρόσημο. Έτσι, οι πιο «παραδοσιακές» αροτραίες καλλιέργειες, όπως ο καπνός, το βαμβάκι και το σιτάρι, βρέθηκε πως συναντώνταν σχεδόν καθολικά στις βόρειες και κεντρικές περιοχές της χώρας (Μακεδονία και Θεσσαλία), ενώ αντίθετα οι «νέες» καλλιέργειες, όπως ήταν οι δενδρώδεις και τα λαχανοκηπευτικά, συγκεντρώνονταν κυρίως στις νότιες περιοχές της χώρας (Πελοπόννησος). Πλάι σ’ αυτόν τον καταμερισμό, φαίνεται πως ξεπηδούσαν και μια σειρά από σχέσεις «συμπληρωματικότητας» ανάμεσα σε γκρουπ προϊόντων του μείγματός μας. Όπως αποτυπώνεται στην παρούσα μελέτη, αρκετές βρέθηκαν οι περιπτώσεις όπου η ύπαρξη μεγαλύτερης συγκέντρωσης του όγκου παραγωγής αλλά και των εκτάσεων ενός προϊόντος διαμόρφωνε ευνοϊκές συνθήκες για τη μεγαλύτερη συγκέντρωση ενός άλλου ή άλλων προϊόντων. Μια τέτοια κατάσταση χαρακτήριζε τόσο το γκρουπ των πιο «παραδοσιακών» αροτραίων καλλιεργειών του μείγματός μας (καπνός, βαμβάκι και σιτάρι), όσο και τα λαχανοκηπευτικά (ντομάτες και πατάτες) και τα εσπεριδοειδή (πορτοκάλια και λεμόνια).

Σε κάθε περίπτωση, και παρά τις γεωγραφικές διαφοροποιήσεις που εντοπίστηκαν, τα ευρήματά μας επιβεβαιώνουν την άποψη πως η είσοδος των νέων τεχνολογιών στον ελληνικό αγροτικό χώρο οδήγησε στη μεγέθυνση του όγκου παραγωγής των προϊόντων της ελληνικής γεωργίας, τόσο στην περίπτωση των πιο «παραδοσιακών» όσο και των «νέων» καλλιεργειών. Εξαίρεση δεν αποτέλεσαν ούτε τα πλέον «παραδοσιακά» προϊόντα όπως ήταν ο καπνός και το βαμβάκι, μιας και βρέθηκε πως ανταποκρίθηκαν με ιδιαίτερη ευελιξία στις συνθήκες που διαμόρφωσε η εισροή των νέων τεχνολογιών, κυρίως χάρη στη δυνατότητα μετατροπής των πρώην ξηρικών εκτάσεων σε αρδευτικές. Με τον τρόπο αυτό, κατάφεραν να σημειώσουν αυξημένες αποδόσεις και παραγωγικότητα. Το γεγονός αυτό αναδεικνύεται άλλωστε και στα εμπειρικά ευρήματα της παρούσας μελέτης, καθώς, στις περισσότερες των περιπτώσεων που εξετάστηκαν, όλα τα προϊόντα του μείγματός μας βρέθηκαν να σχετίζονται θετικά και στατιστικά σημαντικά με τα επίπεδα διαθεσιμότητας ενός πλήθους γεωργικών μηχανημάτων που εισήλθαν μαζικά στην ελληνική γεωργία κατά την μεταπολεμική περίοδο.

Παρά την ευελιξία της ελληνικής γεωργίας στις νέες συνθήκες που διαμόρφωσε ο αγροτικός εκσυγχρονισμός, ιδιαίτερα σημαντικός αναδείχθηκε και ο ανθρώπινος παράγοντας (η «εργασία»). Έτσι, στα ευρήματά μας εντοπίζεται, μεταξύ άλλων, μια αρνητική και στατιστικά σημαντική σχέση ανάμεσα στα επίπεδα της εξωτερικής μετανάστευσης και τη μεγέθυνση του όγκου της γεωργικής παραγωγής στην Ελλάδα. Μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις αυτή η σχέση αναδύεται και ως μονόδρομη αιτιακή, όπως στην περίπτωση του ξηρικού καπνού, με κατεύθυνση από την πτώση του όγκου παραγωγής του προϊόντος στην μετέπειτα αυξητική μεταβολή των μεταναστευτικών ροών προς τις χώρες του εξωτερικού. Αυτό το γεγονός εξηγείται και στη βάση των γεωγραφικών μεταβολών που ήρθαν στην επιφάνεια ως αποτέλεσμα της στροφής από τα ξηρικά στα αρδευτικά καπνά, μιας και στις νέες πλέον συνθήκες το γεωγραφικό επίκεντρο της παραγωγής καπνού μετατοπίστηκε από τον ελληνικό βορρά (Μακεδονία) στις περιοχές της κεντρικής και δυτικής Ελλάδας (Θεσσαλία και Αιτωλοακαρνανία). Κατά συνέπεια, η ολοένα και χαμηλότερη απορρόφηση του εργατικού δυναμικού της ελληνικής καπνοκαλλιέργειας στις βόρειες περιοχές της χώρας οδήγησε στην έκρηξη των μεταναστευτικών ροών προς τις χώρες του εξωτερικού.

Τέλος, τα ευρήματα αυτής της μελέτης καταδεικνύουν μια αρνητική και στατιστικά σημαντική σχέση ανάμεσα στα επίπεδα της εξωτερικής μετανάστευσης και τα αντίστοιχα του τεχνολογικού εκσυγχρονισμού, αμφισβητώντας έτσι προηγούμενα ευρήματα της σχετικής βιβλιογραφίας που ήθελαν τα μεταναστευτικά κύματα να συντελούν στην ώθηση του τεχνολογικού εκσυγχρονισμού της χώρας.



Βιβλιογραφία


Petmezas, Socrates D. “The Modernization of Agriculture in Greece (c. 1920-1970): Variation of a European Mediterranean Model?”, in Tony Varley και Peter Moser (eds.), Integration through Subordination: The Politics of Agricultural Modernization in Industrial Europe : 109-31. Turnhout: Brepols Publishers, 2013.

Ιορδάνογλου, Χρυσάφης. Η ελληνική οικονομία μετά το 1950, τ. 1, Αθήνα: Τράπεζα της Ελλάδος, 2020.

Καζάκος, Πάνος. Ανάμεσα σε κράτος και αγορά: οικονομία και οικονομική πολιτική στη μεταπολεμική Ελλάδα, 1944-2000 (7η έκδοση), Αθήνα: Πατάκης, 2007.

Κωστής, Κώστας. Ο Πλούτος της Ελλάδας: η ελληνική οικονομία από τους Βαλκανικούς πολέμους μέχρι σήμερα, Αθήνα: Πατάκης, 2019

Παναγιωτόπουλος, Δημήτρης. Οι αγρότες στην ελληνική ιστορία: από την επανάσταση στην παγκοσμιοποίηση, Αθήνα: Πατάκης, 2022.

Πατρώνης, Βασίλης & Παναγιώτης Λιαργκόβας. «Κοινωνική ενσωμάτωση και οικονομική πολιτική στα χρόνια της δικτατορίας στην Ελλάδα, 1967-1974: ο ειδικός ρόλος του αγροτικού τομέα», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης 23, 2004.

1 Οι επεξεργασίες που παρουσιάζονται στην παρούσα μελέτη έλαβαν χώρα στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του έργου «Ανάλυση της αλυσίδας αξίας του καπνού στην Ελλάδα, 1949-1981» με φορέα υλοποίησης το Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών (ΙΜΣ-ΙΤΕ) και χρηματοδότη το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ).

3 Τα 7 προϊόντα του μείγματός μας καλούνται αντιπροσωπευτικά, μιας και εμφανίζονται ως τα κυρίαρχα της κατηγορίας τους σε ό,τι αφορά τη δέσμευση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων.

4 Η διάκριση ανάμεσα στα «παραδοσιακά» και τα «νέα» προϊόντα γίνεται στη βάση της συνεισφοράς τους στο σύνολο της αξίας της γεωργικής παραγωγής, η οποία ήδη από την εποχή του Μεσοπολέμου έγερνε εις βάρος των μετέπειτα «νέων» καλλιεργειών. Αυτή η διάκριση αποτυπώνεται και με όρους βαρύτητας του κρατικού ενδιαφέροντος. Κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970 παρατηρείται μια ποιοτική στροφή, με τα κρατικά προγράμματα οικονομικής στήριξης να στρέφονται πλέον προς την ενίσχυση των λεγόμενων «νέων» καλλιεργειών.

5 Αυτή η ευελιξία (προσαρμοστικότητα) χαρακτήρισε ακόμη και ένα πλήθος πιο «παραδοσιακών» προϊόντων, όπως ήταν ο καπνός και το βαμβάκι, επιτρέποντας με σχετική άνεση την αντικατάσταση των πρώην ξηρικών εκτάσεων από αρδευτικές, δίχως να καθιστά μονόδρομο την εγκατάλειψη της καλλιέργειες και τη στροφή σε «νέα» προϊόντα.