Το σοβιετικό οικονομικό σύστημα: από τον Στάλιν στον Γκορμπατσόφ

Μέρος ΙΙ: Οι μεταρρυθμιστικές απόπειρες και η τελική κατάρρευση


του Χρήστου Βαλλιάνου


1. Εισαγωγή


Στο παρόν δεύτερο μέρος του άρθρου θα παρουσιάσουμε το ιστορικό των μεταρρυθμιστικών εγχειρημάτων του σοβιετικού οικονομικού συστήματος, και θα συζητήσουμε τους λόγους της αποτυχίας τους, που σε μεγάλο βαθμό προδίκασε την τελική κατάρρευση του 1991. Είναι γεγονός ότι οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις που δρομολογήθηκαν από τον Γκορμπατσόφ το 1985 ήταν αυτές που προκάλεσαν τη μεγαλύτερη αίσθηση εντός και εκτός ΕΣΣΔ, ωστόσο δεν ήταν οι πρώτες. Για την ακρίβεια, η ιστορία των μεταρρυθμίσεων αυτών ξεκινά αμέσως μετά τον θάνατο του Στάλιν το 1953, και συνεχίζεται με αυξομειούμενη ένταση, αλλά περίπου αδιάλειπτα, μέχρι το 1991. Το γεγονός αυτό αποτελεί μια σαφή ένδειξη του ότι οι σοβιετικοί ηγέτες είχαν επίγνωση των δυσλειτουργιών και των σοβαρών αντιφάσεων του συστήματος σχεδιοποίησης και διαχείρισης της οικονομίας που είχε διαμορφωθεί κατά την προηγούμενη περίοδο, και μάλιστα σε μια περίοδο έντονου διεθνούς ανταγωνισμού, όπως αυτή του μεταπολεμικού «ψυχρού πολέμου».

Ταυτόχρονα, όμως, η ιστορία των διαδοχικών αυτών μεταρρυθμιστικών σχεδίων μαρτυρά την αδυναμία των σοβιετικών αρχών να αντιληφθούν την ουσία αυτών των δυσλειτουργιών και αντιφάσεων, καθώς προσέγγιζαν την πραγματικότητα μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς της επίσημης κρατικής ιδεολογίας του σοβιετικού μαρξισμού. Η προσέγγιση της σοβιετικής πραγματικότητας με ένα τέτοιον τρόπο ήταν αυτή που απαγόρευε την οποιαδήποτε ενασχόληση με αυτό που υποτίθεται ότι είναι το δυνατό σημείο του μαρξισμού: την ανάλυση των ταξικών ανταγωνισμών, και των παγιωμένων από τη δεκαετία του 1930 σχέσεων εκμετάλλευσης και εξουσίας, που συνέχιζαν να παράγουν τα αποτελέσματά τους ανεξέλεγκτες.

Και σε αυτό το δεύτερο μέρος, θα στηριχτούμε κατ’ αρχάς στη μελέτη του Bertrand Chavance που παρουσιάσαμε στο πρώτο μέρος (Chavance, 1989), όπως και στη σχετική αρθογραφία που έχει δημοσιευτεί στις Θέσεις (Μηλιός, 1990, Μηλιός και Κυπριανίδης, 1988, κ.ά.). Τα όσα εκτίθενται εδώ συμπληρώνουν αυτές τις αναλύσεις, φωτίζοντας κάποιες ιδιαίτερες πλευρές τους.


2. Η αναδιοργάνωση της οικονομίας σε περιφερειακή βάση του 1957


Η πρώτη απόπειρα ριζικής αναμόρφωσης του σοβιετικού οικονομικού συστήματος αποδίδεται στον Ν. Χρουτσόφ και στόχευε στο σύστημα των κλαδικών υπουργείων ως τέτοιο. Τα κλαδικά βιομηχανικά υπουργεία θεωρήθηκε ότι λειτουργούν με μια ιδιοτελή λογική αυτάρκειας που οδηγούσε στη δημιουργία επιμέρους αυτόνομων «τιμαρίων» στο εσωτερικό της σοβιετικής οικονομίας, «τιμαρίων» στα οποία δυνητικά εύρισκαν καταφύγιο οι πολιτικοί αντίπαλοι του γενικού γραμματέα του Κόμματος. Τα υπουργεία λοιπόν αυτά καταργήθηκαν εν μια νυκτί το 1957 και αντικαταστάθηκαν από τα περιφερειακά οικονομικά συμβούλια (Σοβναρχόζ). Έτσι λοιπόν, η κάθετη οργάνωση του σχεδιασμού της οικονομίας κατά κλάδους αντικαταστάθηκε από μια οργάνωση και ένα σχεδιασμό ανά περιφέρεια, όπου το κάθε Σοβναρχόζ είχε υπό τον έλεγχό του το σύνολο των βιομηχανικών επιχειρήσεων, άρα και των κλάδων, της περιοχής.

Το μειονέκτημα αυτού του μοντέλου οργάνωσης, που εμφανίστηκε εξ αρχής, ήταν ότι γραφειοκρατικοποίησε σε μεγάλο βαθμό τις διακλαδικές ανταλλαγές που διενεργούνταν μεταξύ διαφορετικών σοβναρχόζ. Οι τάσεις λειτουργίας με τη λογική της αυτάρκειας η οποία χαρακτήριζε τα κλαδικά υπουργεία και τις κλαδικές γραφειοκρατίες, παραχώρησαν τη θέση τους σε τάσεις λειτουργίας με τη λογική της προτεραιότητας στην εντοπιότητα, που χαρακτήριζε τις γραφειοκρατίες της κάθε περιφέρειας. 1

Πέρα από τη στροφή προς την περιφερειακή δομή οργάνωσης της βιομηχανικής παραγωγής, κατά την περίοδο ελέγχου Κόμματος και Κυβέρνησης από τον Ν. Χρουτσόφ (1958-1964) πραγματοποιήθηκαν κάποια βήματα στην κατεύθυνση εκμηχάνισης και εξορθολογισμού της αγροτικής παραγωγής. Την τραγική καθυστέρηση της αγροτικής οικονομίας σε σχέση με την αντίστοιχη των ΗΠΑ περιέγραψε ο ίδιος ο Χρουτσόφ σε ολομέλεια της ΚΕ το 1958, τονίζοντας ότι απολογιστικά, για την παραγωγή μιας μονάδας δημητριακών στα σοβιετικά κολχόζ δαπανιόταν 7,3 φορές περισσότερη εργασία απ’ ό,τι στις ΗΠΑ, και για την παραγωγή μιας μονάδας κρέατος βοοειδών 14,2 φορές περισσότερη εργασία (αντίστοιχη ήταν η υστέρηση της σοβιετικής παραγωγής σε όλα τα αγροτικά προϊόντα), και προτείνοντας την «αντικατάσταση της λογικής του μαστίγιου από αυτήν του καρότου» (Cliff, 1961). Στην ίδια περίοδο, διατυπώνεται η ανάγκη εισαγωγής κάποιων «αιρετικών» κριτηρίων διαχείρισης των επιχειρήσεων: Έτσι λοιπόν, στην Απόφαση του ΧΧΙΙ Συνεδρίου του ΚΚΣΕ (Οκτώβριος 1961) τονίζεται εμφατικά ότι η λειτουργία των σοβιετικών επιχειρήσεων θα πρέπει να στηρίζεται «στη χρήση των αναπτυξιακών εργαλείων της οικονομικής ιδιοσυντήρησης, του χρήματος, του κόστους, του κέρδους και της πίστης (όπ.π.).

Η συνειδητοποίηση των προβλημάτων στις συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων διαφορετικών κλάδων από διαφορετικά σοβναρχόζ οδήγησε πολύ γρήγορα στη δημιουργία κεντρικών κλαδικών οργανισμών, υποκατάστατων των παλιών κλαδικών υπουργείων. Με την πτώση του Χρουτσόφ το 1964, το σύστημα ήταν αποδιοργανωμένο σε τέτοιο βαθμό ώστε μια νέα μεταρρύθμιση ήταν και πάλι επείγουσα.


«Η εμπειρία των σοβναρκχόζ, σε συνδυασμό με αυτή των υπουργείων, δείχνει πολύ καλά ότι η αυτονόμηση και οι συμπεριφορές με τη λογική της αυτάρκειας των ενδιάμεσων οργάνων μεταξύ κέντρου και επιχειρήσεων, των οργάνων δηλαδή του επιπέδου 2 της ιεραρχίας, συνιστούν ένα δομικό χαρακτηριστικό του συστήματος, είτε αυτά συγκροτούνται σε κλαδική, είτε σε περιφερειακή βάση. Οι αιτίες αυτού του συστημικού χαρακτήρα δεν ανάγονται μόνο στα εγωιστικά συμφέροντα του ενός ή του άλλου γραφειοκρατικού μηχανισμού, αλλά και στην ανικανότητα του κέντρου να επιβάλει σε μια αχανή και σύνθετη οικονομία τη λογική της συγκεντροποίησης, τη λογική δηλαδή ενός πραγματικού ελέγχου πάνω στις σχέσεις μεταξύ κλάδων, μεταξύ περιοχών, μεταξύ παραγωγής και αναγκών, κλπ.» (Chavance, 1989: 153)


3. Η «μεγάλη μεταρρύθμιση» υπό τον Α. Κοσύγκιν


3.1. Η χαλάρωση της κηδεμονίας του αγροτικού τομέα


Τον Μάρτιο του 1965 η ΚΕ του ΚΚΣΕ, με εισήγηση του Λ. Μπρέζνιεφ, εγκρίνει ένα πρόγραμμα αγροτικών μεταρρυθμίσεων που στοχεύει στην αναθέρμανση της αγροτικής παραγωγής μετά από δυο δεκαετίες στασιμότητας. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές προσανατολίζονταν στη χαλάρωση του ασφυκτικού πλαισίου υπό το οποίο λειτουργούσαν τα κολχόζ, στην τόνωση των κινήτρων για την αύξηση του όγκου της παραγωγής και τη βελτίωση των τιμών αγοράς της παραγωγής από το κράτος. 2 Στην κατεύθυνση αυτή μειώνεται το μέρος της αγροτικής παραγωγής που είναι υποχρεωμένα τα κολχόζ να διαθέτουν (πωλούν) στο κράτος και παράλληλα δίνεται η δυνατότητα πώλησης ενός μεγαλύτερου μέρους της παραγωγής στις κολχόζνικες (ελεύθερες) αγορές, καταργούνται οι περιορισμοί στις συναλλαγές μεταξύ των νοικοκυριών εντός του κολχόζ, όπως και ο φόρος για την ατομική κατοχή ζώων, διαγράφονται χρέη των κολχόζ προς την Κεντρική Τράπεζα, παρατείνονται οι προθεσμίες εξόφλησης οφειλών από χρηματικές προκαταβολές, και επιτρέπεται η πώληση ζωοτροφών απ’ ευθείας σε κτηνοτρόφους. Παράλληλα, «εκσυγχρονίζεται» και ο τρόπος πληρωμής των αγροτών που συμμετέχουν στο κολχόζ, κυρίως με την εισαγωγή ενός ελάχιστου χρηματικού εισοδήματος, και ενός συστήματος αμοιβής παρόμοιου με την αμοιβή με το κομμάτι ή το συγκεκριμένο έργο (πχ. όργωμα με το στρέμμα).

Ας σημειωθεί εδώ ότι οι αισθητά βελτιωμένες τιμές με τις οποίες αγοραζόταν πλέον η παραγωγή των κολχόζ από τους κρατικούς οργανισμούς με τη μεταρρύθμιση του 1965 και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980, με τις οποίες αποκαθίστατο μια σαφής αδικία απέναντι στους αγρότες με τις εξαιρετικά χαμηλές τιμές που ίσχυαν σε όλη τη διάρκεια της σταλινικής διαχείρισης (και που ουσιαστικά, στόχευε στον πειθαναγκασμό των νέων αγροτών και στην έξοδό τους προς τα αστικά κέντρα για την ικανοποίηση της ζήτησης εργατικών χεριών στη βιομηχανία), δεν αντισταθμίζονταν από μια αντίστοιχη αύξηση των λιανικών τιμών πώλησης των προϊόντων αυτών στους καταναλωτές των πόλεων. Το σοβιετικό κράτος αναλάμβανε το κόστος μιας παρατεταμένης πολιτικής γενναίων επιδοτήσεων ορισμένων βασικών αγροτικών προϊόντων διατροφής, ένα κόστος μη αφομοιώσιμο από τους κρατικούς προϋπολογισμούς της δεκαετίας του 1980.


3.2. Μια «σκανδαλώδης» μεταρρύθμιση της βιομηχανικής παραγωγής


Οι σχετικές με την αγροτική οικονομία μεταρρυθμίσεις δεν ήταν παρά ένα μικρό πρελούδιο συγκριτικά με τα όσα εξαγγέλθηκαν μερικούς μήνες αργότερα.

Σε συνεδρίαση της Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΣΕ στις 27 Σεπτεμβρίου 1965, ο Αλεξέι Κοσύγκιν, Πρόεδρος του Συμβουλίου των Υπουργών της ΕΣΣΔ, και μέλος της άτυπης τριανδρίας Μπρέζνιεφ – Κοσύγκιν – Γκρομίκο, εισηγείται την κατάργηση των αποτυχημένων σοβναρκόμ και την επανασύσταση των κλαδικών υπουργείων της βιομηχανίας (Lewin, 2003). Ωστόσο, με δεδομένο το ότι τα κλαδικά υπουργεία είχαν επιδείξει τις αδυναμίες τους μερικά χρόνια νωρίτερα, ο Κοσύγκιν σπεύδει να εξηγήσει ότι αυτό που εισηγείται δεν είναι μια επιστροφή στο αμαρτωλό παρελθόν:


«Από μια πρώτη άποψη, φαίνεται ίσως ότι προτείνεται η απλή επάνοδος στα παλαιά υπουργεία. Ωστόσο, η αντίληψη αυτή σημαίνει ότι δεν λαμβάνουμε υπόψη μας μια ολόκληρη σειρά νέων περιστάσεων […] Τα υπουργεία που οργανώνουμε θα εργάζονται σε εντελώς διαφορετικές, νέες συνθήκες, όπου τα καθήκοντα της διοικητικής διεύθυνσης της βιομηχανίας συνδυάζονται με μια σημαντική ενίσχυση των μεθόδων λογιστικής αυτονομίας και οικονομικών κινήτρων, και όπου τα οικονομικά δικαιώματα και η πρωτοβουλία των επιχειρήσεων διευρύνονται σημαντικά.

Στο εσωτερικό των κλάδων αναπτύσσεται ένα δίκτυο ενώσεων που απολαμβάνουν λογιστικής αυτονομίας, οι οποίες θα ασκούν την άμεση διεύθυνση των επιχειρήσεών τους. Η διεύθυνση αυτή θα στηρίζεται, σε έναν συνεχώς αυξανόμενο βαθμό, στη βάση της λογιστικής αυτονομίας, αλλά, όπως είναι αυτονόητο, με τον παράλληλο αυστηρό σεβασμό της σχεδιασμένης κρατικής πειθαρχίας.

Η δραστηριότητα των υπουργείων θα στηρίζεται στις ενώσεις [...], μεταβιβάζοντας σ’ αυτές σημαντικά επιχειρησιακά καθήκοντα. Πέραν αυτού, στο εσωτερικό των ίδιων των υπουργείων – αυτό ισχύει ιδιαίτερα για το υπουργείο ελαφράς και διατροφικής βιομηχανίας – λογιστική αυτονομία θα διαθέτουν και πολλές από τις κύριες διευθύνσεις τους. Τα υπουργεία θα συγκεντρώνουν τη δραστηριότητά τους στις θεμελιώδεις κατευθύνσεις της βαθμιαίας ανάπτυξης των κλάδων τους. Η έμφαση θα δίνεται στους οικονομικούς μοχλούς, στη χορήγηση μιας πραγματικής ενίσχυσης στις επιχειρήσεις και στις ενώσεις, στη βελτίωση της εργασίας τους και στη συστηματική εφαρμογή μιας πλήρους λογιστικής αυτονομίας.

Η ανάπτυξη των οικονομικών μεθόδων διεύθυνσης της βιομηχανίας αλλάζει τον χαρακτήρα ακόμα και των σχέσεων μεταξύ επιχειρήσεων και ιεραρχικά ανώτερων οργανισμών. Θα πρέπει να εγκαταλείψουμε τις συνήθεις αντιλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες στις σχέσεις μεταξύ οργάνων οικονομικής διεύθυνσης και επιχειρήσεων, οι πρώτες έχουν μόνο δικαιώματα, ενώ οι δεύτερες μόνο υποχρεώσεις.

Η ανάπτυξη οικονομικών μεθόδων διεύθυνσης, η εκτεταμένη εφαρμογή της λογιστικής αυτονομίας στη βιομηχανία απαιτούν την εμπέδωση αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σ’ αυτές τις σχέσεις, και ένα πνεύμα υψηλής ευθύνης τόσο από τη μεριά των επιχειρήσεων, όσο και από εκείνη των οργανισμών διεύθυνσης της βιομηχανίας». 3


Οι μεταρρυθμίσεις Κοσύγκιν δεν περιορίζονται λοιπόν σε μια απλή επιστροφή στο θεσμό των κλαδικών υπουργείων. Αποσκοπούν ταυτόχρονα στη χαλάρωση της κηδεμονίας των επιχειρήσεων και των ενώσεων από την κρατική διοίκηση με την απόδοση σ’ αυτές μιας μεγαλύτερης αυτονομίας. Στοχεύουν επίσης στην ενθάρρυνση της πρωτοβουλίας των διευθυντών ή και των ίδιων των εργαζόμενων με τη θέσπιση ενός συστήματος υλικών κινήτρων. Για τον σκοπό αυτό, πρωταρχικός δείκτης αξιολόγησης της επιτυχούς λειτουργίας και της κοινωνικής προσφοράς της επιχείρησης θεωρείται πλέον όχι ο όγκος της ακαθάριστης παραγωγής, αλλά ο όγκος της παραγωγής που πουλήθηκε / έφτασε στον καταναλωτή, σε συνδυασμό με την κερδοφορία της. Στο επίπεδο της επιχείρησης, δημιουργούνται τρεις λογαριασμοί υλικών ανταμοιβών της επιτυχούς διαχείρισής της, που χρηματοδοτούνται από τα ίδια κέρδη της, με παράλληλη μείωση των παρακρατήσεων φόρου από την κρατική διοίκηση: ένας λογαριασμός υλικής ενθάρρυνσης μέσω διανομής πριμ, ένας λογαριασμός για τη χρηματοδότηση κοινωνικών και πολιτιστικών δράσεων, και ένας λογαριασμός για τη χρηματοδότηση μικρών επενδυτικών προγραμμάτων.

Οι θεσμικές αυτές μεταρρυθμίσεις συνοδεύτηκαν το 1967 από μια μέση αύξηση 8% (που έφθανε το 15% για τους κλάδους των μέσων παραγωγής) των τιμών χονδρικής των βιομηχανικών επιχειρήσεων (Chavance, 1989: 155), επιτρέποντας έτσι μια σημαντική μείωση του αριθμού των επιχειρήσεων που συνέχιζαν να λειτουργούν υπό καθεστώς «σχεδιασμένου ελλείμματος». Παράλληλα, οι τιμές λιανικής έμειναν αμετάβλητες.

Μάλιστα, σε σχέση με το όλο σύστημα σχηματισμού των τιμών χονδρικής, ο εκ των πρωταγωνιστών, αν όχι ο αρχιτέκτονας της μεταρρύθμισης, Evsei Gr. Liberman πρότεινε μια ριζική αναμόρφωσή του. Όπως εξήγησε ο Liberman, ο καθορισμός των τιμών χονδρικής με βάση κάποιο μέσο κόστος παραγωγής επί του οποίου προστίθεται ένα ποσοστιαίο κέρδος είναι σε λάθος κατεύθυνση, αφού με τον τρόπο αυτό τα κέρδη είναι τόσο μεγαλύτερα, όσο μεγαλύτερα είναι τα κόστη σε πρώτες ύλες και εργατικές αμοιβές, ευνοείται επομένως το επεκτατικό μοντέλο ανάπτυξης, που αδιαφορεί για τις καινοτομίες και τη βελτίωση της παραγωγικότητας. Η ομάδα του Liberman πρότεινε συγκεκριμένα τον καθορισμό των τιμών χονδρικής με βάση το κόστος των «οριακών», δηλαδή των ελάχιστα αποδοτικών μεταξύ των «κοινωνικά αποδεκτών» παραγωγικών μονάδων, που μπορούν να λειτουργούν με τη στήριξη μιας λογικής κρατικής επιδότησης. Αυτό σήμαινε ότι θα θεσπιζόταν ένα ελάχιστο όριο παραγωγικότητας κάτω από το οποίο η στήριξη μιας επιχείρησης θα κρινόταν ως κοινωνικά ασύμφορη. 4

3.2.1. Γενική αποτίμηση της μεταρρύθμισης Κοσύγκιν


Ας σημειωθεί κατ’ αρχάς ότι οι αλλαγές που προτάθηκαν από τον Κοσύγκιν δεν είχαν την ομόθυμη στήριξη της κομματικής νομενκλατούρας – κάθε άλλο μάλιστα – και αυτό επηρέασε όπως ήταν φυσικό τον τρόπο της εφαρμογής τους. Κάποια από τα μέτρα αυτά, όπως η δημιουργία των ενώσεων που αποσπούσαν αρμοδιότητες από τη διοίκηση των υπουργείων εφαρμόστηκαν μόλις το 1974, και σε μια περιορισμένη έκταση. Ακόμα, οι προτάσεις του Liberman για την αναμόρφωση του συστήματος των τιμών χονδρικής, όπως και για τον ορισμό ενός ελάχιστου ορίου παραγωγικότητας για κάθε τύπο προϊόντος κάτω από το οποίο μια επιχείρηση δεν μπορεί να συνεχίζει να λειτουργεί επιδοτούμενη, δεν εφαρμόστηκαν ποτέ, αφού προσέκρουσαν στις αντιδράσεις εκείνων ακριβώς των διευθυντών που έβλεπαν, έστω και δυνητικά, να απειλείται η ασφάλεια της θέσης τους, αλλά και όχι μόνον αυτών. Είναι τέλος γνωστό ότι εκτός από τη δυσφορία που προκαλούσαν οι «νεωτεριστικές» απόψεις του σχετικά με το κριτήριο της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, 5 ο ίδιος ο Μπρέζνιεφ δεν συμμεριζόταν τις προτάσεις του για την ανάγκη μείωσης των κονδυλίων για στρατιωτικές δαπάνες, και την αντίστοιχη ενίσχυση των κλάδων παραγωγής καταναλωτικών αγαθών. 6

Ένα σημαντικό μέρος των μεταρρυθμίσεων έμειναν λοιπόν στα χαρτιά, λόγω της απροθυμίας της κρατικής γραφειοκρατίας να τις υλοποιήσουν, ή εφαρμόστηκαν κατά τέτοιο τρόπο ώστε τα αποτελέσματά τους να είναι πενιχρά. Πέραν όμως αυτού, τα ίδια τα μέτρα ήταν ανεπαρκή, και σε μεγάλο βαθμό αντιφατικά, και γι’ αυτό ακριβώς σε πολλές περιπτώσεις κρίθηκε αναγκαίο να ανακληθούν οι ισχύουσες προ του 1965 ρυθμίσεις. Χαρακτηριστικό είναι εδώ το παράδειγμα του δείκτη της αγορασθείσας παραγωγής. Ο δείκτης αυτός είναι μεν βελτιωμένος σε σχέση με αυτόν της πραγματοποιημένης, ακαθάριστης παραγωγής, αποκλείοντας έτσι τις απούλητες ποσότητες λόγω ποιοτικών προβλημάτων, κλπ., ωστόσο συνεχίζει να αποτελεί ένα ακαθάριστο δείκτη, αφού σ’ αυτόν περιλαμβάνονται όλα τα κόστη. Σύμφωνα με αυτόν τον δείκτη, ο διευθυντής μιας επιχείρησης δεν έχει κανένα λόγο να ενδιαφέρεται για τη μείωση του κόστους της παραγωγής του, αφού η μείωση αυτή θα επιφέρει μια αντίστοιχη μείωση της αξίας της πωλούμενης παραγωγής. Αντίθετα, θα έχει κάθε λόγο να χρησιμοποιεί πρώτες ύλες, εξαρτήματα και μεθόδους παραγωγής υψηλού κόστους. Επομένως ένας τέτοιος δείκτης αντιστρατεύεται τη λογική της μείωσης του κόστους των εισροών. Τέτοιου τύπου αντιφάσεις οδήγησαν στην επανεισαγωγή των υπολογισμών με βάση τις (συχνά μετρούμενες με το βάρος) ποσότητες και όχι τις αξίες (Chavance, 1989: 156), που επίσης είχαν τις δικές τους τραγελαφικές «παρενέργειες» (ενθάρρυνση της παραγωγής όλο και βαρύτερων εμπορευμάτων), ή με βάση τα διανυόμενα χιλιόμετρα (ενθάρρυνση των παράλογα μακρινών δρομολογίων). Aλλά και όλοι οι δείκτες επιτυχούς διαχείρισης που ορίστηκαν από τη μεταρρύθμιση συνιστούν ένα δύσχρηστο και αντιφατικό σύνολο, υποχρεώνοντας τους διευθυντές να επιλέγουν εκείνους τους δείκτες του σχεδίου που είναι σε θέση να ικανοποιήσουν σε μεγαλύτερο βαθμό, και να αγνοούν όλους τους υπόλοιπους. Ο νεοεισαχθείς δείκτης του κέρδους ορίζεται σύμφωνα με ένα πολύπλοκο αλγόριθμο και δεν μπορεί να παίξει τον ρόλο του κινήτρου, αφού συγκρούεται με το άκαμπτο σύστημα των τιμών.

Στις συνθήκες αυτές (επιφυλακτικότητα και απροθυμία της κρατικής γραφειοκρατίας να εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις, έλλειψη συνοχής, αντιφατικότητα και ανεπάρκεια κάποιων από τα εισαχθέντα μέτρα), δεν είναι καθόλου παράδοξο το ότι οι περισσότεροι επιμέρους στόχοι του προγράμματος σημείωσαν περιορισμένη ή και ανεπαίσθητη επιτυχία: Η αποκέντρωση της διαχείρισης ενός μέρους του κοινωνικού πλεονάσματος ουσιαστικά απέτυχε, αφού στα τέλη της δεκαετίας του 1970 οι παρακρατήσεις φόρου από τα κέρδη των επιχειρήσεων κυμαίνονταν στα ίδια επίπεδα όπως και πριν από τη μεταρρύθμιση. Μάλιστα, οι παρακρατήσεις αυτές εμφανίζονται να είναι «προσχεδιασμένες», και τα κονδύλια υπέρ της επιχείρησης να αποτελούν το περίσσευμα, ενώ η λογική της μεταρρύθμισης ήταν ακριβώς η αντίθετη. Τέλος, αυτοί που επωφελήθηκαν από τα πριμ που θεσπίστηκαν ως υλικά κίνητρα ήταν κυρίως τα στελέχη και όχι οι απλοί εργαζόμενοι, από τους οποίους ελάχιστα ζητήθηκε η ενεργοποίηση των πρωτοβουλιών τους. Τα σχέδια αύξησης της αυτοχρηματοδότησης και ανάπτυξης των αποκεντρωμένων επενδύσεων δεν υλοποιήθηκαν, αφού ούτως ή άλλως συγκρούονταν με τη διατήρηση της συγκεντρωτικής διαχείρισης των προμηθειών. Οι άμεσες επαφές (οριζόντιες σχέσεις) μεταξύ επιχειρήσεων, αν εξαιρέσουμε τις συναλλαγές εκείνες που ανήκουν στην παράλληλη οικονομία – συμφωνίες αντιπραγματισμού, άτυπες διμερείς πιστώσεις/δανεισμοί με «συμφωνίες κυρίων», κλπ. – παρέμειναν περιθωριακές και οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων συνέχισαν να διαμεσολαβούνται από τις γραμμές κάθετης επικοινωνίας.


3.2.2. Ο επίλογος των μεταρρυθμίσεων Κοσύγκιν


Τον Ιούλιο του 1979, όταν η αποδοχή των μεταρρυθμιστικών προτάσεων του Κοσύγκιν έχει πλέον υποχωρήσει στα ηγετικά κλιμάκια του Κόμματος, αποφασίζεται μια νέα σειρά μέτρων που πιστοποιεί και επισήμως την αποτυχία της μεταρρύθμισης του 1965 σε σχέση με τους διακηρυχθέντες στόχους της. Εγκαταλείπεται η λογιστική αυτονομία των επιχειρήσεων και παράλληλα υποχωρεί αισθητά η παροχή κινήτρων που βασίζονται σε χρηματικούς δείκτες. Ο δείκτης της πωλούμενης παραγωγής αντικαθίσταται από αυτόν της καθαρής παραγωγής (δηλαδή της προστιθέμενης αξίας), κάτι που συνιστά μια πρόοδο, ωστόσο και πάλι ο δείκτης αυτός έχει εσωτερικές αδυναμίες, αφού ορίζεται με βάση στατιστικούς μέσους όρους. Ο δείκτης της κερδοφορίας – πέτρα του σκανδάλου για τους «συντηρητικούς» – εγκαταλείπεται επίσης, ή τουλάχιστον απομακρύνεται από το προσκήνιο. Η λογική της αναδιοργάνωσης είναι πλέον αυτή ενός αυξημένου συγκεντρωτισμού, που επικυρώνει την απουσία του όποιου περιθωρίου ελιγμών για τις επιχειρήσεις, και την προτεραιότητα του σχεδιασμού με βάση τις φυσικές ποσότητες σε σχέση με τον σχεδιασμό με βάση τις αξίες: ενός συγκεντρωτισμού που επιβαρύνει περαιτέρω τα όργανα του κεντρικού προγραμματισμού και εντείνει την ακαμψία του συστήματος. 7

Το σύντομο διάστημα της εφήμερης ηγεσίας των δυο επόμενων ηγετών (Αντρόποφ και Τσερνιένκο), παρουσιάστηκε, μετά την άνοδο στην εξουσία του Μ. Γκορμπατσόφ, ως η πρώτη φάση της περεστρόικα, στη βάση κάποιων δειλών μεταρρυθμιστικών ανοιγμάτων, όπως π.χ. η ενίσχυση του ρόλου των επιχειρήσεων στην κατάρτιση των σχεδίων, εις βάρος του ρόλου των Υπουργείων, και η αναγόρευση ως κεντρικού δείκτη αποδοτικότητας των σχεδιασμένων πωλήσεων και των παραδόσεων βάσει υπογεγραμμένων συμβάσεων. Ωστόσο, η συνολική εικόνα είναι και πάλι αυτή μιας κίνησης χωρίς συγκεκριμένο προσανατολισμό, αφού άλλα μέτρα κινούνται στο πνεύμα του 1965 και κάποια άλλα στο πνεύμα του 1979, γι’ αυτό και δεν παρουσιάζει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον μια πιο αναλυτική παρουσίασή τους. Στην πραγματικότητα, η μόνη ουσιαστική εξέλιξη στο διάστημα αυτό ήταν η ωρίμανση της ιδέας ότι το σοβιετικό οικονομικό σύστημα έχει εισέλθει σε μια φάση έρπουσας κρίσης αναπαραγωγής, που για την αντιμετώπισή της απαιτούνταν ριζικές και επώδυνες αποφάσεις.


3.2.3. Σχετικά με τη φύση της μεταρρύθμισης Κοσύγκιν


To 1988 δημοσιεύτηκε στον διεθνή ακαδημαϊκό τύπο μια έρευνα όπου παρουσιάζονταν τα συμπεράσματα της επεξεργασίας των απαντήσεων που είχαν δώσει 53 πρώην σοβιετικοί οικονομικοί υπεύθυνοι σε εξαντλητικά ερωτήματα Αμερικανών ερευνητών σχετικά με τις συνέπειες των μεταρρυθμίσεων των δεκαετιών 1960 και 1970 στη σχετική αυτονομία των διευθυντών των επιχειρήσεων. Παραθέτουμε κάποια ενδιαφέροντα αποσπάσματα από αυτή τη μελέτη:


«Τα αποτελέσματα των συνεντεύξεων δείχνουν μικρές αλλαγές στη φύση της αυτονομίας των διευθυντών των σοβιετικών επιχειρήσεων τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια. Οι διευθυντές ασκούν μια συμβουλευτική εξουσία κατά την εκπόνηση του ετήσιου σχεδίου, υποβάλλοντας στους υπεύθυνους των υπουργείων τις ανάγκες τους σε εισροές, και διάφορες πληροφορίες σχετικά με την παραγωγική δυναμικότητα της επιχείρησης. Ασκούν μια ανάλογη εξουσία κατά την υλοποίηση του ετήσιου σχεδίου, υποβάλλοντας αιτήματα για διορθώσεις του σχεδίου, επικαλούμενοι “καταιγίδες”, αλλοιώνοντας τις εκθέσεις που αφορούν την υλοποίηση του σχεδίου, ή μη συμμορφούμενοι με κάποιες πλευρές του. Ταυτόχρονα όμως, τα αποτελέσματα των συνεντεύξεων υποδεικνύουν μια πολύ ισχυρή μεταβολή της έκτασης της αυτονομίας των διευθυντών κατά τα τελευταία είκοσι χρόνια» (Linz, 1988).


Φαίνεται λοιπόν ότι στο διάστημα αυτό αυξήθηκε η ποσότητα και η ποιότητα των πληροφοριών που είχαν στη διάθεσή τους οι υπεύθυνοι του σχεδιασμού, έτσι ώστε να μειωθεί η άτυπη αυτονομία των διευθυντών,


«λόγω ακριβώς της αυξημένης εμπειρογνωσίας των υπευθύνων των υπουργείων και της τεράστιας τεκμηρίωσης που απαιτούνταν από τις επιχειρήσεις κατά την κατάρτιση των ετήσιων σχεδίων. Οι δυο αυτές εξελίξεις δεν απαγορεύουν απλά στους διευθυντές να διογκώνουν τις ανάγκες τους σε εισροές και να παραποιούν σε σημαντικό βαθμό την παραγωγική τους ικανότητα, αλλά και περιορίζουν επίσης την ευχέρεια των διευθυντών να αιτούνται τροποποιήσεις του σχεδίου με στόχο τη μείωση των στόχων της παραγωγής, ή να αλλοιώνουν σε καίρια σημεία τις εκθέσεις που αφορούν την εκτέλεση του σχεδίου» (όπ.π.).


Τα παραπάνω αποσπάσματα έχουν το προνόμιο να φωτίζουν τις μεταρρυθμίσεις του 1965 όχι ως απόπειρα επίλυσης κάποιων τεχνικών δυσλειτουργιών της σχεδιοποίησης, αλλά ως πολιτική επέμβασης στις κοινωνικές αντιθέσεις και ανταγωνισμούς. Και μας καλούν να δούμε ότι πράγματι, η σοβιετική άρχουσα τάξη της δεκαετίας του 1960 απαρτιζόταν από δυο διακριτά τμήματα με κοινό ταξικό συμφέρον (τη διαιώνιση της κυριαρχίας τους) αλλά που χωρίζονται από αντιθέσεις που πηγάζουν από την ιδιαίτερη θέση τους στο κράτος και τις σχέσεις παραγωγής. Η κρατική και κομματική γραφειοκρατία από τη μια μεριά, οι διευθυντές και τα ανώτατα διευθυντικά στελέχη των επιχειρήσεων από την άλλη.

Η μελέτη του Λινζ μας δίνει την ευκαιρία να δούμε λοιπόν τη μεταρρύθμιση ως μια πολιτική που στόχευε να αναδιοργανώσει συνολικά τη σοβιετική οικονομία μέσω μιας αναδιάταξης και ενός «εξορθολογισμού» των σχέσεων των δυο μερίδων της άρχουσας τάξης. Συγκεκριμένα, η πολιτική αυτή στόχευε να περιορίσει την άτυπη αυτονομία (περιθώρια κινήσεων) των διευθυντών, που προερχόταν από την λίγο-πολύ ανειλικρινή τους στάση κατά τις επαφές με την κρατική διοίκηση μέσω της οικειοποίησης των τεχνικών γνώσεων και πληροφοριών που απέκρυπταν, και η οποία (ανειλικρινής στάση) λειτουργούσε σαν ένα μόνιμο αγκάθι στον όλο μηχανισμό της σχεδιοποίησης. 8 Παράλληλα, η ίδια αυτή πολιτική ως «αντιστάθμισμα» παραχωρούσε μεγαλύτερα περιθώρια θεσμοθετημένης ευελιξίας στις επιλογές των διευθυντών, προκειμένου όμως να υλοποιήσουν τους στόχους του σχεδίου που είχε οριστεί μετά από μια πολύ καλή προσέγγιση της πραγματικής δυναμικότητας της επιχείρησης.

Από το σχετικά μικρό δείγμα των συνεντεύξεων αυτής της μελέτης ίσως να μην είναι ασφαλές να εξάγουμε συμπεράσματα σχετικά με την τελική αναδιανομή αυτονομίας που απολάμβαναν οι διευθυντές των επιχειρήσεων. Φαίνεται ωστόσο ότι οι εντάσεις και αντιθέσεις μεταξύ των δυο μερίδων παρέμεναν (αν δεν οξύνονταν κιόλας) σε όλο το διάστημα από τη μεταρρύθμιση του 1965 και μετά, παίρνοντας στα μέσα της δεκαετίας του 1980 μια εκρηκτική μορφή, που οδήγησε στη διάλυση της οικονομικής δομής και της ίδιας της ΕΣΣΔ.

Κλείνοντας την ενότητα αυτή, είναι αναγκαίο να τονίσουμε ότι η αποτυχία της μεταρρύθμισης του 1965 δεν σχετίζεται αποκλειστικά με την ίδια την αναδιανομή «αυτονομίας» και αρμοδιοτήτων μεταξύ κρατικής διοίκησης και διευθυντών. Είναι πολύ πιο πιθανό να οφείλεται στο ότι η μεταρρύθμιση (έτσι όπως εφαρμόστηκε, και όχι όπως εξαγγέλθηκε από τον Κοσύγκιν στην ΚΕ του Κόμματος) δεν ενδιαφέρθηκε να κινητοποιήσει την πρωτοβουλία και την επινοητικότητα των εκατομμυρίων σοβιετικών εργαζόμενων, επιμένοντας να τους αντιμετωπίζει, όπως δείξαμε και στο πρώτο μέρος του άρθρου, ως εκτελεστικά όργανα, υποκείμενα σε μια άκαμπτη εργασιακή πειθαρχία. Η συνέχιση των στρατιωτικού τύπου παρελάσεων στην Κόκκινη Πλατεία κατά τον εορτασμό της εργατικής Πρωτομαγιάς καθ’ όλη τημετασταλινική περίοδο είναι – πέραν όλων των άλλων – απολύτως ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνονται οι κρατικοί ιθύνοντες την εργασία του σοβιετικού εργάτη: εργασία στρατιωτικοποιημένη, 9 ριζικά αποκλεισμένη από κάθε έλεγχο επί των μέσων και επί της διαδικασίας παραγωγής, πλήρως υποταγμένη στις εντολές της διεύθυνσης.


4. Το τρίτο κύμα: Περεστρόικα, μεταρρυθμίσεις χωρίς τέλος


4.1. Η Σοβιετική Ένωση της δεκαετίας του 1980


Η σοβιετική κοινωνία των αρχών της δεκαετίας του 1980, στους κόλπους της οποίας γεννήθηκε και διέγραψε την πορεία του το μεταρρυθμιστικό εγχείρημα της περεστρόικα, ιδίως αν τη συγκρίνουμε με αυτή της προ Μπρέζνιεφ εποχής, παρουσιάζει μια σύνθετη και αντιφατική εικόνα. Η ανάλυση των βασικών χαρακτηριστικών αυτής της αντιφατικής εικόνας αποτελεί προϋπόθεση για την κατανόηση της εμφάνισης του εγχειρήματος, αλλά και της εξέλιξης, και της άδοξης κατάληξής του.

Από τη μια μεριά, σε σύγκριση με τις αρχές της δεκαετίας του 1960, η σοβιετική κοινωνία παρουσιάζει μια σαφώς «εκσυγχρονισμένη» εικόνα: οι πολίτες διαθέτουν σε μεγάλο ποσοστό ιδιωτική κατοικία, οι παραδοσιακές κοινοτικές παραδόσεις της αγροτικής ζωής έχουν υποχωρήσει αισθητά υπέρ ενός καταναλωτισμού, έστω και δύσκολα ικανοποιούμενου, που εμπνέεται από τον «δυτικό τρόπο ζωής». Ένα ενοποιημένο σύστημα ηλεκτροδότησης καλύπτει τις ανάγκες 220 εκατομμυρίων σοβιετικών πολιτών (επί συνόλου 280), και κάπου 800 πόλεις της χώρας διαθέτουν ένα κεντρικό δίκτυο τηλεθέρμανσης. Ένα ποσοστό 48% του συνολικού ενεργού πληθυσμού απασχολείται στη βιομηχανία (έναντι ενός 30-35% στη δεκαετία του 1950), ενώ οι κάτοικοι των αστικών κέντρων (συμπεριλαμβανομένων και αυτών των ημιαγροτικών και αγροτικών πόλεων) αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού της χώρας. 10 Σε αντίθεση με ένα σκωπτικό σλόγκαν της εποχής, που τη χαρακτήριζε ως ένα είδος «Ζαΐρ με ατομική βόμβα», η Σοβιετική Ένωση ήταν μια χώρα αναπτυγμένη στους τομείς της αεροναυπηγικής, της πυρηνικής ενέργειας, του ηλεκτρισμού, με υψηλές επιδόσεις στη βασική έρευνα, με πανεπιστημιακές σχολές Μαθηματικών, Φυσικής και Αγρονομίας που απολάμβαναν ένα διεθνές κύρος, οι πολίτες της οποίας είχαν μαζική πρόσβαση στην εκπαίδευση, τον πολιτισμό και τις τέχνες. 11

Από την άλλη μεριά, οι υπόγειες αλλά και οι όχι και τόσο «αόρατες» αρνητικές όψεις κυριαρχούσαν κατά κράτος: Η άνοδος στην εξουσία του Μ. Γκορμπατσόφ συνέπεσε με μια συγκυρία όπου κάποια μόνιμα χαρακτηριστικά της σοβιετικής οικονομικής δομής (χαμηλή παραγωγικότητα της βιομηχανικής παραγωγής, χαμηλή αποδοτικότητα της αγροτικής οικονομίας, έντονα προβλήματα σπατάλης πρώτων υλών, χαμηλός βαθμός ανανέωσης του παραγωγικού εξοπλισμού, χρονίζοντα ανολοκλήρωτα επενδυτικά προγράμματα, κ.ά.) συνδυάζονταν με μια σειρά συγκυριακά οξυμένα προβλήματα στα οποία αξίζει μια ιδιαίτερη αναφορά:

  • μειωμένη αγροτική παραγωγή λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών επί σειρά ετών στις αρχές της δεκαετίας του 1980,

  • μειωμένος όγκος βιομηχανικών επενδύσεων για δημοσιονομικούς λόγους,

  • σημαντική επιβράδυνση των ρυθμών μεγέθυνσης της οικονομίας επί τρεις συνεχόμενες πενταετίες: το 41% του 8ου πενταετούς (1966-70) γίνεται 28% στο 9ο, 21% στο 10ο, και φτάνει στο 11% στο 11ο πενταετές (1981-85),

  • αντίστοιχη κάμψη των ρυθμών μεγέθυνσης της βιομηχανικής παραγωγής από το 25% του 8ου πενταετούς στο 8% για την περίοδο του 11ου πενταετούς,

  • κάμψη του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας από το 21% στο 15% για τις προαναφερόμενες περιόδους. 12

  • Δυσκολία στην εισαγωγή προηγμένου τεχνολογικού εξοπλισμού από τις ΗΠΑ, εξ αιτίας της νομοθεσίας Jackson Vanik του 1974, η οποία απαγόρευε τις εμπορικές σχέσεις με τις χώρες, η οικονομία των οποίων δεν λειτουργεί στη βάση της ελεύθερης αγοράς και που ειδικά για την ΕΕΣΔ, συνέδεε το ενδεχόμενο σύναψης εμπορικών σχέσεων μαζί της με το δικαίωμα μετανάστευσης των σοβιετικών πολιτών εβραϊκής καταγωγής και την ελεύθερη εγκατάσταση αμερικανικών κεφαλαίων στην ΕΣΣΔ. 13

  • Ενδεικτική της υποβάθμισης της σοβιετικής οικονομίας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας είναι η μεταβολή της δομής των εξαγωγών: ο εν γένει μηχανικός εξοπλισμός που κατά τη δεκαετία του 1960 παριστούσε το 20% της συνολικής αξίας των εξαγωγών, το 1987 φτάνει στο 15,5%, ενώ αντίστοιχα η αξία των εξαγωγών καυσίμων και ενέργειας περνάει από το 20% στο 60%.

Στα παραπάνω ερχόταν να προστεθεί και η κατά πολύ μειωμένη αύξηση του εργατικού δυναμικού της βιομηχανίας από την εσωτερική μετανάστευση από τις αγροτικές επαρχίες (μικρότερη από ένα εκατομμύριο την πενταετία 1980-1984, όταν στο διάστημα 1926 - 1979 η αγροτική έξοδος προς τα αστικά βιομηχανικά κέντρα έφτασε τα 93 εκατομμύρια, πρόβλημα καθόλου συγκυριακό, αφού τα περιθώρια αυτά πρακτικά εξαντλήθηκαν και μαζί τους εξαντλούνταν οι δυνατότητες του επεκτατικού μοντέλου ανάπτυξης.

Ωστόσο, η εικόνα που σκιαγραφούμε δεν θα είναι ποτέ πλήρης αν μείνουμε στους οικονομικούς δείκτες. Η παρακμή αγγίζει όλες τις πτυχές της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Ενδεικτικά μόνο αξίζει να αναφέρουμε:

  • την κρατική αδιαφορία απέναντι στην ανεξέλεγκτη μόλυνση και καταστροφή του περιβάλλοντος, με την αλόγιστη απόρριψη βιομηχανικών λυμάτων στον Βόλγα και τη λίμνη Βαϊκάλη, ή την αποξήρανση της θάλασσας Αράλης λόγω υπεράντλησης υδάτων.

  • Την ανεύθυνη αντιμετώπιση των ζητημάτων ασφάλειας, που οδήγησε σε σειρά ατυχημάτων στο εργοστάσιο αποθήκευσης και επεξεργασίας πυρηνικών αποβλήτων στα Ουράλια και στην τραγωδία του Τσερνομπίλ το 1986.

  • Την όξυνση των φαινομένων διαφθοράς και σήψης στους χώρους της κρατικής διοίκησης και των επιχειρήσεων, που έφτανε μέχρι την εμφάνιση πρακτικών «μαφίας» στους κόλπους των κρατικών οργανισμών, των ίδιων πρακτικών που εκδηλώθηκαν σε μια πολύ μεγαλύτερη έκταση στην εποχή Γιέλτσιν (Chauvier, 2005), και που, από την άλλη μεριά, ευνοούσαν τη χαλάρωση της εργασιακής πειθαρχίας και αποθάρρυναν την όποια ενεργό συμμετοχή των εργαζόμενων. Και τέλος,

  • την εμφάνιση, μετά το εγχείρημα Κοσύγκιν, μιας τεχνοκρατικής ελίτ, με ερείσματα στην κρατική διοίκηση αλλά και στο Κόμμα, η οποία υποστήριζε, αν και συγκαλυμμένα, τις ιδέες του κέρδους και της αποδοτικότητας, την κατάργηση των μισθολογίων, τη δημιουργία μιας απελευθερωμένης αγοράς εργασίας, το δικαίωμα απολύσεων, το άνοιγμα των συνόρων, το «δικαίωμα» της παιδικής και εφηβικής εργασίας, του προσωπικού πλουτισμού, και βεβαίως το δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας μιας επιχείρησης από τον διευθυντή της(Chauvier, όπ.π.).

Ο πρώτος που έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου επισημαίνοντας την ανάγκη μιας ριζικής αλλαγής πορείας στην οργάνωση της οικονομίας ήταν ο ακαδημαϊκός Άμπελ Αγκανμπεγιάν, σε ένα άρθρο του στην Πράβδα, στις 14/2/1982. 14 Τρία χρόνια αργότερα, ο Γκορμπατσόφ, στις εισηγήσεις του προς την Ολομέλεια της ΚΕ τον Απρίλιο του 1985 και στο βήμα του XVII Συνεδρίου του ΚΚΣΕ τον Φεβρουάριο - Μάρτιο του 1986, «αξιοποίησε» τη δυσμενή αυτή συγκυρία για να αναδείξει την επείγουσα ανάγκη μιας νέας, «ριζικής μεταρρύθμισης», μιας «περεστρόικα», που αυτή τη φορά θα άγγιζε όλες τις βαθμίδες της σοβιετικής κοινωνίας: την οικονομία βεβαίως, αλλά και τους πολιτικούς θεσμούς, τις κατεστημένες συμπεριφορές και νοοτροπίες, κλπ.

Για τον ρεαλισμό και την ειλικρίνεια – πρωτοφανή για σοβιετικό ηγέτη από την εποχή του Λένιν – με την οποία ο Γκορμπατσόφ διεκτραγώδησε την εικόνα της σοβιετικής κοινωνίας του 1980, όπως και την έμπρακτη αποστασιοποίησή του από τον σοβιετικό μαρξισμό, την ορολογία και τις αξιωματικές παραδοχές του, έχουν γραφτεί πολλά και δεν χρειάζεται να επανέλθουμε. Αυτό που έχει αναδειχθεί σε πολύ μικρότερο βαθμό είναι ωστόσο η φύση του λόγου του, που για μια ακόμα φορά, απογυμνώνει τα προβλήματα από την πολιτική και κοινωνική τους διάσταση, αποκρύπτει τις κοινωνικού χαρακτήρα συγκρούσεις και αντιστάσεις που ακόμα και ένας μη μαρξιστής θα μπορούσε να διακρίνει σε όλες αυτές τις πρακτικές που καταγγέλλει ο ίδιος (ελάχιστος σεβασμός της συλλογικής «σοσιαλιστικής περιουσίας», οκνηρία, ακραίος ατομικισμός, διαφθορά, κλπ.), ενώ δεν παραλείπει να οικειοποιηθεί και τις αστικές αξίες της οικογένειας, της ρωσικής παράδοσης, ή ακόμα και να υιοθετήσει άκριτα τις οπισθοδρομικές ιδέες της πατριαρχικής ρωσικής κοινωνίας. 15 Βέβαια, σε μια διεθνή συγκυρία (1986) όπου οι ιδέες του νεοφιλελευθερισμού κυριαρχούσαν πολιτικά και ιδεολογικά στο σύνολο της καπιταλιστικής Δύσης, οι προτάσεις του Γκορμπατσόφ φαίνονταν να συλλαμβάνουν τα μηνύματα των καιρών και γίνονταν αποδέκτες κάθε είδους ευμενούς σχολιασμού.

Με πολύ προσεκτικές κινήσεις, ο Γκορμπατσόφ συνέθεσε μια ομάδα στενών οικονομικών συμβούλων και συνεργατών, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν οι Ακαδημαϊκοί οικονομολόγοι Α. Αγκανμπεγκιάν, Λεονίντ Αμπάλκιν και Ολέγκ Μπογκομόλοφ και η κοινωνιολόγος Τατιάνα Ζασλάφσκαγια, και οι οποίοι ανέλαβαν να τεκμηριώσουν την αναγκαιότητα και σκοπιμότητα των μεταρρυθμίσεων, και στη συνέχεια προχώρησε σε μια πρωτοφανούς έκτασης ανανέωση της στελέχωσης όλων των επιτελικών οργάνων τόσο της κρατικής διοίκησης (υπουργεία και οργανισμοί) όσο και του Κόμματος. Με την ολοκλήρωση αυτής της ανανέωσης, μπορούσε να προχωρήσει σε μια μεθοδική εκπόνηση, εξαγγελία και υλοποίηση της «ριζικής μεταρρύθμισης».


4. 2 . Θεσμοθέτηση της μικρής ιδιωτικής και συνεταιριστικής πρωτοβουλίας


Όχι τυχαία, το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του 1986 ξεκίνησε με αυτό το βήμα, τη θεσμοθέτηση της μικρής ιδιωτικής και συνεταιριστικής πρωτοβουλίας, παρ’ ότι η ρύθμιση αυτή, συνηθισμένη σε πολλές χώρες του «σοσιαλιστικού μπλοκ», για τη Σοβιετική Ένωση φάνταζε αιρετική και συναντούσε ποικίλες επιφυλάξεις, ενώ για την ομάδα περί τον Γκορμπατσόφ ήταν όχι μόνο αποδεκτή και συμβατή με τη σοσιαλιστική οργάνωση, αλλά και επιβεβλημένη στις δεδομένες συνθήκες.

Η θεσμοθέτηση αυτή αποσκοπούσε ουσιαστικά στη νομιμοποίηση (επομένως και ενθάρρυνση) ενός μέρους της παράλληλης οικονομίας, ιδίως αυτής που ικανοποιούσε ανάγκες της κατανάλωσης και των υπηρεσιών που δεν καλύπτονταν από την νομότυπη οικονομία, γεγονός που θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως αμορτισέρ των κραδασμών που προεξοφλούσε στη δομή της απασχόλησης η μεταρρύθμιση της βιομηχανικής οργάνωσης.

Ο νόμος για τις ατομικές δραστηριότητες του Νοεμβρίου 1986 (τέθηκε σε ισχύ τον Μάιο 1987) νομιμοποίησε την ιδιωτική εργασία μιας ομάδας τριάντα επαγγελμάτων χειροτεχνικής φύσης ή εν γένει προσφοράς υπηρεσιών. Δικαίωμα άσκησης των δραστηριοτήτων αυτών είχαν οι μη οικονομικά ενεργοί, οικοκυρές, συνταξιούχοι, σπουδαστές, ανάπηροι, αλλά και μισθωτοί που είχαν τη δυνατότητα να ασκήσουν κάποιο ελεύθερο επάγγελμα εκτός του ωραρίου της κύριας εργασίας τους. Ήδη από τις αρχές του 1987 αναγνωρίστηκαν κάπου 300 χιλιάδες τέτοιοι αυτοαπασχολούμενοι ελεύθεροι επαγγελματίες, από τους οδηγούς ταξί μέχρι τους εκμισθωτές δωματίων για ιδιώτες. 16

Παράλληλα, ενθαρρύνεται η ίδρυση εθελοντικών συνεταιρισμών που δραστηριοποιούνται σε τομείς παρόμοιους με αυτούς των απελευθερωμένων επαγγελμάτων, και ένας σχετικός νόμος ψηφίζεται την άνοιξη του 1988. Η δημιουργία ενός τέτοιου συνεταιρισμού απαιτεί τρία άτομα κατ’ ελάχιστο, χωρίς να υπάρχει κάποιο ανώτατο όριο, και σ’ αυτούς μπορούν να συμμετέχουν και μισθωτοί ως μερικώς απασχολούμενοι. Οι συνεταιρισμοί αυτοί θα πρέπει εκ του νόμου να συνδέονται με κάποιο τοπικό διοικητικό οργανισμό ή επιχείρηση, μέσω του οποίου διευκολύνεται ο εξοπλισμός τους σε μέσα, η προμήθεια πρώτων υλών και η προώθηση των προϊόντων τους στους καταναλωτές. Μάλιστα, οι συνεταιρισμοί αυτοί απολαμβάνουν κάποια επιπλέον προνόμια (ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς) σε σχέση με τους ιδιώτες επαγγελματίες οι οποίοι υποχρεούνται να πληρώνουν σημαντικά δικαιώματα ευρεσιτεχνίας και φόρους εισοδήματος, ή διαφορετικά να μένουν στη σκιά της «μαύρης» εργασίας.

Από την άλλη, τα εμπόδια που ορθώνονταν στην ανάπτυξη της αυτοαπασχόλησης ή της συνεταιριστικής οικονομίας δεν είναι λίγα. Το κυριότερο από αυτά, πέρα από την ύπουλη αντίθεση ενός μεγάλου αριθμού τοπικών αξιωματούχων, είναι η δυσμενής κοινή γνώμη απέναντι σε τέτοιες δραστηριότητες, που γίνονται αντιληπτές ως ύποπτος πλουτισμός.


4.3 . Αγροτική μεταρρύθμιση: Εκμίσθωση κρατικής γης σε συνεταιρισμούς και οικογενειακές επιχειρήσεις


Η διαχείριση της αγροτικής οικονομίας κατά την προηγούμενη εικοσαετία χαρακτηρίστηκε από μια γενναία αύξηση των επενδύσεων στον τομέα αυτό (εκμηχάνιση, έργα υποδομής, παραγωγή λιπασμάτων, κλπ.), που αποδείχτηκε μέτριας απόδοσης σε σχέση με τα κονδύλια που διατέθηκαν. Προέκυψε επομένως η ανάγκη μιας αναδιοργάνωσης της ίδιας της αγροτικής οικονομίας.

Σε μια πρώτη φάση, εγκαταλείφθηκαν τα φαραωνικά σχέδια εκτροπής των μεγάλων ποταμών της Σιβηρίας με σκοπό την άρδευση των άνυδρων πεδινών εκτάσεων του νότου. Αποφασίστηκε η σύμπτυξη πέντε υπουργείων και μιας Κρατικής Επιτροπής σε ένα Υπερυπουργείο που θα είχε την ευθύνη της οργάνωσης της παραγωγής, της μεταποίησης του αγροτικού προϊόντος, και της διάθεσής του στις αρμόδιες κρατικές αρχές. Το μέτρο αυτό αποσκοπούσε στην ενίσχυση των ολοκληρωμένων αγροτο-βιομηχανικών περιφερειακών ενώσεων που είχαν θεσμοθετηθεί ήδη από το 1982, κι η λειτουργία των οποίων προσέκρουε στην αδυναμία συντονισμού μεταξύ των εμπλεκόμενων διοικητικών υπηρεσιών. Ας σημειωθεί ότι το πρόβλημα αυτό παρέμεινε αυτούσιο και μετά τη δημιουργία του υπερτροφικού Υπερυπουργείου.

Στο πνεύμα της ενθάρρυνσης των ανεξάρτητων μικρών συνεταιριστικών ενώσεων, η μεταρρύθμιση του αγροτικού τομέα νομοθετεί τη δυνατότητα των κολχόζ και των σοβχόζ να εκμισθώνουν ένα μέρος των κτημάτων που διαχειρίζονται σε αυτόνομες ομάδες ή ομάδες ευθύνης 20 έως 50 ατόμων, ή ολιγομελέστερων σε κάποιες περιπτώσεις, επί τη βάσει ενός συμβολαίου μεταξύ του εκλεγμένου εκπροσώπου τους και του κολχόζ ή του σοβχόζ, με αντίτιμο την αξία ενός ορισμένου όγκου της παραγωγής της εν λόγω έκτασης μετά τη διάθεσή της στο κράτος ή την αγορά. Από τη μεριά της, η ομάδα αυτή οργανώνει με πλήρη ανεξαρτησία την εργασία στο εσωτερικό της, όπως και τη διανομή των εσόδων από τη διάθεση του προϊόντος της. Ο προφανής στόχος αυτής της ρύθμισης είναι η αντιστάθμιση των αρνητικών συνεπειών του γιγαντισμού των κατεστημένων εκμεταλλεύσεων με τη δημιουργία υλικών κινήτρων ορατών στις ολιγομελείς ομάδες, που συνίσταντο στην προσδοκία μιας καλύτερης απόδοσης των καλλιεργούμενων εκτάσεων και ενός καλύτερου εισοδήματος για τους απασχολούμενους. Ωστόσο, ελλείψει μιας κουλτούρας εμπορικών συναλλαγών μεταξύ κολχόζ ή σοβχόζ και ιδιωτών, τα συμβόλαια αυτά ούτε μπορούσαν τόσο εύκολα να γενικευτούν, ούτε και γίνονταν πάντα αυτονόητα σεβαστά από τις διοικήσεις των κολχόζ και των σοβχόζ. Δίπλα στα προβλήματα αυτά εμφανίζονταν τα συνήθη προβλήματα εφοδιασμού των αυτόνομων ομάδων σε μέσα εργασίας, διενέξεις σχετικές με την κατανομή των καθαρών εσόδων μεταξύ των μελών τους, κλπ.

Μια πιο ριζοσπαστική πρόταση, που ωστόσο δεν υλοποιήθηκε ποτέ, ήταν η επέκταση του ανωτέρω μέτρου των αυτόνομων ομάδων και σε οικογενειακές αγροτικές ομάδες, στα πρότυπα μιας αντίστοιχης αγροτικής μεταρρύθμισης «αποκολεκτιβοποίησης» που εφαρμόστηκε τη δεκαετία του 1980 στην Κίνα. Οι υποστηρικτές αυτής της πρότασης, που αφορούσε περισσότερο τις εκμεταλλεύσεις υψηλής έντασης εργασίας και όχι τόσο τις μηχανοποιημένες καλλιέργειες δημητριακών, θεωρούσαν ότι δεν καταργεί τις υπάρχουσες συλλογικές δομές, αφού παραμένει η συλλογική ή κρατική ιδιοκτησία της γης, και επιπλέον η εποπτεία και σε ένα βαθμό και η οργάνωση της παραγωγής παραμένει στα χέρια των συλλογικών οργάνων. Αυτό που αλλάζει είναι ότι δίνεται η δυνατότητα σε αγροτικές οικογένειες να αναλάβουν περισσότερες ευθύνες και πρωτοβουλίες.

Στο ίδιο ακριβώς πνεύμα υιοθετήθηκαν μέτρα που ενθάρρυναν την περαιτέρω ανάπτυξη των (ιδιωτικών) οικογενειακών αγροτεμαχίων 17 ή λόμπιν, όπως και των συνεταιρισμών κηπουρών, που εκμεταλλεύονταν περιαστικούς λαχανόκηπους, τα προϊόντα των οποίων απευθύνονταν στους κατοίκους των αστικών κέντρων.


4.4. Τερματισμός του κρατικού μονοπωλίου του εξωτερικού εμπορίου


Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, είχε επιχειρηθεί μια στροφή προς τις εισαγωγές τεχνολογίας από τη Δύση, με σκοπό να επιταχυνθεί η κάλυψη της σχετικής τεχνολογικής καθυστέρησης της Σοβιετικής Ένωσης, αφού αυτό δεν είχε επιτευχθεί με τις μεταρρυθμίσεις που είχαν δρομολογηθεί το 1965. Η μεταρρύθμιση Γκορμπατσόφ επιχειρεί αναστροφή της κατεύθυνσης αυτής εκ νέου προς τις εξαγωγές, αλλά το βασικότερο στοιχείο είναι ότι καταργεί το κρατικό μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου, που είχε ήδη μια ιστορία εβδομήντα χρόνων.

Η διοικητική δομή του εξωτερικού εμπορίου αναμορφώθηκε με ένα διάταγμα του Αυγούστου 1986, με το οποίο συγκροτήθηκε ένας υπεροργανισμός, η Κρατική Επιτροπή εξωτερικών οικονομικών σχέσεων, ενώ παράλληλα ένα μεγάλο μέρος των υπηρεσιών που προηγουμένως υπάγονταν στο κατηργημένο πλέον Υπουργείο εξωτερικού εμπορίου προσαρτήθηκαν σε άλλα υπουργεία ή οργανισμούς. Με το ίδιο διάταγμα, 20 υπουργεία και 70 επιλεγμένες επιχειρήσεις απέκτησαν το δικαίωμα να συνάπτουν άμεσες σχέσεις με επιχειρήσεις και ετέρους του εξωτερικού, με σκοπό τις εισαγωγές ή τις εξαγωγές, χωρίς τη διαμεσολάβηση του κεντρικού κρατικού κυκλώματος. Οι επιχειρήσεις που προβαίνουν σε εξαγωγές σ’ αυτό το πλαίσιο αποκτούν το δικαίωμα να παρακρατούν ένα μέρος του συναλλάγματος από τις πωλήσεις τους προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τις ενδεχόμενες εισαγωγές εξοπλισμού.

Σύμφωνα με τον Ιβάν Ιβάνοφ, Πρόεδρο της ανωτέρω Κρατικής Επιτροπής εξωτερικών οικονομικών σχέσεων,


«οι εισαγωγές θα πρέπει να θεωρούνται όχι μόνο ως ένα μέσο για την κάλυψη των πρόσφατων ελλειμμάτων προσφοράς [εξ αιτίας των δυσμενών κλιματικών συνθηκών], αλλά, μακροπρόθεσμα, ως μια εναλλακτική λύση απέναντι στις εγχώριες επενδύσεις, ενώ και οι εξαγωγές θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ως κριτήριο αξιολόγησης του τεχνικού επιπέδου της εγχώριας παραγωγής. […] Πέραν του ότι λειτουργούν ως πηγή σκληρού συναλλάγματος για τη χρηματοδότηση των εισαγωγών, οι εξαγωγές θα διευρύνουν την έκθεση της σοβιετικής βιομηχανίας στο διεθνή ανταγωνισμό, θα τονώσουν τις οικονομίες κλίμακας, θα επιταχύνουν την περιφερειακή ανάπτυξη, και τελικά, θα ενθαρρύνουν τη δημιουργία παραγωγικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό που θα ανταποκρίνονται στις ανάγκες της σοβιετικής οικονομίας». 18


Σχετικά με το τι αποκαλύπτουν αυτές οι εξαγγελίες για τις βαθύτερες εξελίξεις που συντελούνται αυτή την εποχή στην ΕΣΣΔ, θα επιχειρήσουμε μια πρώτη προσέγγιση στην επόμενη ενότητα του άρθρου.

Τέλος, άλλες αποφάσεις του 1986 και 1987, παραχωρούν εκτεταμένα δικαιώματα στις επιχειρήσεις προκειμένου να συμμετέχουν σε κοινά επενδυτικά προγράμματα με συνεργαζόμενες εταιρείες των χωρών της ΚΟΜΕΚΟΝ, και να ιδρύουν κοινοπραξίες με επιχειρήσεις των δυτικών χωρών. Τα δικαιώματα αυτά παραχωρούνται υπό τους εξής περιοριστικούς όρους: η συμμετοχή της σοβιετικής επιχείρησης θα πρέπει να ανέρχεται κατ’ ελάχιστον στο 51%, και ο διευθυντής θα πρέπει να είναι σοβιετικός. Το δαπανώμενο συνάλλαγμα θα πρέπει να καλύπτεται εξ ολοκλήρου από τα κέρδη που προκύπτουν από τις εξαγωγές, και τα επαναπατριζόμενα κέρδη φορολογούνται με υψηλό συντελεστή. Δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις αυτές θα λειτουργούν εκτός του συστήματος της σχεδιοποιημένης οικονομίας, θα πρέπει να οργανώσουν τις προμήθειές τους μέσω του δικτύου του εξωτερικού εμπορίου.

Στο πλαίσιο του πιο πάνω ανοίγματος της σοβιετικής οικονομίας στις διεθνείς συναλλαγές, εξαγγέλθηκε και η μετατρεψιμότητα του ρουβλιού ως απώτερος στόχος, με ενδιάμεσο σταθμό την καθιέρωση της μετατρεψιμότητας εντός του χώρου της ΚΟΜΕΚΟΝ.

Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι ο βραχυπρόθεσμος αντίκτυπος που είχαν αυτές οι καθόλου αμελητέες μεταρρυθμίσεις για μια οικονομία επί δεκαετίες ερμητικά κλειστή στις διεθνείς συναλλαγές, δεν ήταν οι αναμενόμενες. Κατ’ αρχάς τα εποπτεύοντα υπουργεία συνέχισαν να ασκούν ένα διακριτικό έλεγχο του συναλλάγματος που μπορούσαν πλέον να αποθεματοποιούν οι εξαγωγικές επιχειρήσεις. Σημαντικό ανασχετικό ρόλο έπαιξε η πλήρης έλλειψη εμπειρίας διεθνών εμπορικών σχέσεων από μέρους των σοβιετικών επιχειρήσεων, τα χαμηλά κίνητρα για την οργάνωση εξαγωγών, η χαμηλή ανταγωνιστικότητα των σοβιετικών προϊόντων, και η σοβαρή αναντιστοιχία μεταξύ του συστήματος των τιμών της εσωτερικής αγοράς με αυτό των διεθνών τιμών. Οι διεθνείς κοινοπραξίες προχώρησαν ελάχιστα, δεδομένου ότι οι μεν δυτικές εταιρείες ενδιαφέρονταν για την προώθησή τους στη σοβιετική αγορά, οι δε σοβιετικές αρχές στόχευαν στην ενίσχυση των εξαγωγών τους στις χώρες με ισχυρό νόμισμα. Στο διάστημα από τον Ιανουάριο 1987 μέχρι τον Μάρτιο του 1988 δημιουργήθηκαν κάπου τριάντα κοινοπραξίες, από τις οποίες κάποιες ήταν εξαιρετικά μικρές, και κάποιες άλλες δεν ήταν παρά παλαιότερες συνεργασίες που αναβαπτίστηκαν σε κοινοπραξίες. 19


4.5. Η περεστρόικα της σοβιετικής βιομηχανίας


Η πρώτη μεταρρυθμιστική παρέμβαση της περεστρόικα στη σοβιετική οικονομία εκδηλώθηκε μόλις το 1986, με τη θεσμοθέτηση ενός ενοποιημένου συστήματος πιστοποίησης ποιότητας από ανεξάρτητο οργανισμό (αντίστοιχο του διεθνούς συστήματος ISO), ο οποίος απένειμε «πιστοποιητικά ποιότητας» σε προϊόντα που πληρούσαν σχετικές προδιαγραφές και ανταποκρίνονταν σε διεθνή πρότυπα. Με τη διαδικασία αυτή απέκτησαν σήμα ποιότητας προϊόντα 1500 επιχειρήσεων, και ο αριθμός αυτός συνέχισε να αυξάνεται. Ωστόσο, ο κύριος κορμός της μεταρρύθμισης της σοβιετικής βιομηχανίας δρομολογήθηκε με μια μικρή χρονική υστέρηση σε σχέση με τις περιφερειακές παρεμβάσεις στην αυτοαπασχόληση, την αγροτική οικονομία και το εξαγωγικό εμπόριο, και περιλαμβάνει ένα σύνολο διατάξεων που εκδόθηκαν κατά το διάστημα Ιουνίου-Ιουλίου 1987, μεταξύ των οποίων κατέχει κεντρική θέση ο νόμος για τις κρατικές επιχειρήσεις (ενώσεις), που τέθηκε σε ισχύ τον Ιανουάριο του 1988. Ο γενικός προσανατολισμός της μεταρρύθμισης, η οργάνωση της οποίας ανατέθηκε και υλοποιήθηκε από τον Λεονίντ Αμπάλκιν, θυμίζει την αντίστοιχη του 1965: αυξημένη αυτονομία της επιχείρησης, που θα πρέπει να φτάσει μέχρι την αυτοχρηματοδότηση και την ολοκληρωμένη λογιστική αυτονομία, περιορισμός της εποπτείας των ενδιάμεσων και κεντρικών διοικητικών αρχών, θέσπιση κινήτρων στην προοπτική της καλύτερης ικανοποίησης των αναγκών των καταναλωτών, συστηματικότερος προσανατολισμός στην καινοτομία, την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα.

Ωστόσο, η μεταρρύθμιση του 1987 στοχεύει σε πολύ μεγαλύτερο βάθος, και από αυτή την άποψη θυμίζει έντονα τα ανάλογα εγχειρήματα μεταρρύθμισης της οργάνωσης της βιομηχανίας άλλων χωρών του σοβιετικού συνασπισμού (Ουγγαρία, Πολωνία, Ανατ. Γερμανία), ιδίως το είδος των αλλαγών που θεσπίστηκαν με μικρή χρονική διαφορά στη μεταμαοϊκή Κίνα.

Η κεντρική πρωτοτυπία της περεστρόικα της σοβιετικής βιομηχανίας βρίσκεται στη θέσπιση ενός καθεστώτος σχεδιασμού και διαχείρισης διττού χαρακτήρα. Σύμφωνα με τη νέα μορφή οργάνωσης, κάθε επιχείρηση εκτελεί ένα μέρος της παραγωγής της ακολουθώντας διαδικασίες που παραπέμπουν στο παλαιό συγκεντρωτικό καθεστώς (διοικητικές εντολές, κεντρικά ελεγχόμενες προμήθειες, προκαθορισμένες τιμές), ενώ το υπόλοιπο μέρος της παραγωγής της το εκτελεί με μεγαλύτερη αυτονομία, ερχόμενη σε άμεση επαφή με τους προμηθευτές και τους πελάτες της, και συναλλασσόμενη σε τιμές σχετικά ελεύθερες. Δημιουργείται επομένως μια πρωτότυπη μορφή μικτής οικονομίας, όπου ο συρρικνωμένος κρατικά ελεγχόμενος τομέας βρίσκεται «περικυκλωμένος» από τον αποκεντρωμένο τομέα αλλά και τις πέραν αυτού περιφερειακές μεταρρυθμίσεις.

Ωστόσο, γίνεται σαφές ότι η αυτονομία των επιχειρήσεων δεν είναι ο σκοπός, αλλά το μέσο: Το ποιος είναι ο σκοπός της αυτόνομης λειτουργίας των επιχειρήσεων το διευκρινίζει ο ίδιος ο Γκορμπατσόφ στην εισήγησή του προς την ΚΕ του Κόμματος, τον Ιούνιο του 1987:


«[…] θα πρέπει να περάσουμε από τις ουσιαστικά διοικητικές μεθόδους σε ουσιαστικά οικονομικές μεθόδους διαχείρισης σε όλες τις βαθμίδες, να πραγματοποιήσουμε μια στροφή προς τον εκδημοκρατισμό της διαχείρισης σε μεγάλη κλίμακα, και σε επανενεργοποίηση του ανθρώπινου παράγοντα. Η στροφή αυτή συνοψίζεται στα εξής:

Πρώτον, γρήγορη προώθηση μιας όλο και μεγαλύτερης αυτονομίας των επιχειρήσεων και των συνενώσεων, με σκοπό την εισαγωγή της πλήρους αυτοδιαχείρισης και αυτοχρηματοδότησης, να τις καταστήσουμε ακόμα περισσότερο υπεύθυνες, έτσι ώστε να παράξουν τα καλύτερα τελικά αποτελέσματα, και να τις υποχρεώσουμε να εκπληρώσουν το καθήκον τους απέναντι στους εταίρους τους και τους καταναλωτές, να φροντίσουμε ώστε το εισόδημα κάθε συλλογικότητας εργαζόμενων να εξαρτάται από την αποδοτικότητα της εργασίας της, να ενθαρρύνουμε τη γενίκευση της συλλογικής σύμβασης στην παραγωγή». 20

Ο Γκορμπατσόφ είναι επομένως πολύ σαφής: Όπως και ο Κοσύγκιν, 22 χρόνια νωρίτερα, αναγνωρίζει ότι ο γραφειοκρατικού τύπου έλεγχος των επιχειρήσεων δεν αποδίδει, και προτείνει την αντικατάστασή του από ένα πλαίσιο ευρύτερης αυτονομίας κινήσεων, ένα πλαίσιο που θα αυξάνει τις ευθύνες τους, έτσι ώστε αυτές να βελτιώνουν τα τελικά τους αποτελέσματα. Ας σημειωθεί ακόμα ότι η πρότασή του σχετικά με την ανάγκη σύνδεσης των εργατικών αμοιβών (ο Γκορμπατσόφ δεν μιλάει ποτέ για εργάτες ή εργαζόμενους, παρά μόνο για τον ανθρώπινο παράγοντα, ή το άτομο …) με την αποδοτικότητα της εργασίας, αυτή θα πρέπει να συνδεθεί (και) με τις πολυάριθμες αναφορές του στους «ανέντιμους ανθρώπους που εκμεταλλεύονται τα πλεονεκτήματα του σοσιαλισμού». 21

Ας επιστρέψουμε όμως στη μεταρρύθμιση της βιομηχανίας. Σύμφωνα με τον νόμο του 1987, οι επιχειρήσεις εκπονούν οι ίδιες ένα πενταετές σχέδιο παραγωγής, το οποίο στηρίζεται υποχρεωτικά στις σχεδιασμένες κρατικές παραγγελίες, ενώ όλα τα άλλα στοιχεία (παραγγελίες προερχόμενες από άλλες επιχειρήσεις μέσω των «απελευθερωμένων» συναλλαγών, εκτιμήσεις σχετικά με την εξέλιξη της ζήτησης, κλπ.) είναι λιγότερο δεσμευτικές. Όσον αφορά τον αποκεντρωμένο σχεδιασμό, η επιχείρηση αποφασίζει αυτόνομα σχετικά με τη φύση και τις ποσότητες των προϊόντων που θα παραγάγει, προμηθευόμενη τα απαιτούμενα υλικά και μέσα παραγωγής από το θεσμοθετούμενο «εμπόριο χονδρικής» (βλ. στη συνέχεια), σε τιμές κατά κανόνα διαπραγματεύσιμες, και με χρηματοδότηση είτε εξ ιδίων πόρων, είτε από τραπεζικό δανεισμό.

Ο δυαδικός χαρακτήρας της οργάνωσης της παραγωγής που περιγράψαμε προηγουμένως αφήνει ανοικτό το θέμα της αναλογίας μεταξύ της κρατικά σχεδιασμένης και της «απελευθερωμένης» ή αποκεντρωμένης παραγωγής, όπως και το θέμα της μελλοντικής προοδευτικής εξέλιξης αυτής της αναλογίας προς ένα σημείο ισορροπίας μεταξύ των δυο τομέων. Ο ίδιος ο νόμος για τις επιχειρήσεις φαίνεται να αποτελεί προϊόν ενός προσωρινού συμβιβασμού μεταξύ των πιο μετριοπαθών μεταρρυθμιστών που βλέπουν αυτό το σημείο ισορροπίας να βρίσκεται στην περιοχή του 50-50, και των πιο «ρηξικέλευθων», που βλέπουν την επέκταση της αποκεντρωμένης εις βάρος της σχεδιασμένης παραγωγής, και, ανάλογα με τη φύση του κάθε κλάδου και τους καρπούς που θα αποδίδει η μεταρρύθμιση, να φτάνει ή και να ξεπερνά τη σχέση 80-20. Σχετικά με τα ζητήματα αυτά, ο Ν. Ρίκοφ, Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου και στενός συνεργάτης του Γκορμπατσόφ, παρουσιάζει τις νέες, αναδιαρθρωμένες συνθήκες, χωρίς περιστροφές:


«Είναι γνωστό ότι μέχρι σήμερα, πρακτικά ο συνολικός κατάλογος των αγαθών, των έργων και των υπηρεσιών ανεξάρτητα από το πόσο σημαντικά είναι, εγκρίνεται από την κορυφή. Στις νέες συνθήκες, η κατάσταση αυτή τροποποιείται ριζικά. Από εδώ και στο εξής, μόνο οι κρατικές παραγγελίες θα είναι υποχρεωτικές για τις επιχειρήσεις. Επιπλέον, οι παραγγελίες αυτές θα αφορούν αποκλειστικά τις κρίσιμες παραγωγές που καθορίζουν τον μεγάλο όγκο του εθνικού προϊόντος, την επιτάχυνση της επιστημονικής και τεχνικής προόδου, την επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων σε κρατική κλίμακα, την ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας και της οικονομικής ανεξαρτησίας της χώρας.

Οι κρατικές παραγγελίες είναι δυνατόν να ορίζονται μετά από πρόσκληση υποβολής προσφορών. Σε αντίθεση με ό,τι ίσχυε μέχρι τώρα, δεν θα παριστούν το σύνολο του προγράμματος παραγωγής των επιχειρήσεων. Από εδώ και πέρα, η γενική τάση θα είναι η μείωση τόσο του τομέα εφαρμογής τους, όσο και του αριθμού τους. Η υπόλοιπη γκάμα προϊόντων του προγράμματος παραγωγής θα καταρτίζεται από τις ίδιες τις επιχειρήσεις στη βάση των άμεσων οικονομικών δεσμών τους με τους καταναλωτές. Αυτό σημαίνει ότι καθίσταται απαραίτητο να προβείτε σε σοβαρές έρευνες αγοράς και να επιδιώξετε να αποκτήσετε την εύνοια των καταναλωτών, διατηρώντας σε μόνιμη βάση ένα υψηλό επίπεδο τεχνικής και ποιότητας παραγωγής. Σε διαφορετική περίπτωση δεν θα κερδίσετε τα μέσα που είναι απαραίτητα για την παραγωγή σας, για την ανάπτυξή σας, και για την αμοιβή της εργασίας σας». 22


Από την άλλη μεριά, οι ιθύνοντες δηλώνουν ότι η διατήρηση του κρατικά σχεδιασμένου βιομηχανικού τομέα δεν είναι ένα «απομεινάρι του παρελθόντος», αλλά μια επιλογή στενά συνδεδεμένη με την προοπτική ότι η εισαγωγή συμπεριφορών επηρεασμένων από μια λογική αγοράς στον αποκεντρωμένο τομέα θα συμβάλει στον εξορθολογισμό της λειτουργίας του απομένοντα κεντρικά σχεδιασμένου τομέα.

Οι μεταρρυθμίσεις που περιγράφονται στη συνέχεια αποτελούν υπό μια έννοια λογικά επακόλουθα της εισαγωγής του δυαδικού συστήματος οργάνωσης της βιομηχανικής παραγωγής.


4.6. Η μεταρρύθμιση της δομής των κλαδικών υπουργείων


Η μεταρρύθμιση Γκορμπατσόφ διατηρεί την υπάρχουσα δομή των κλαδικών Υπουργείων, τα οποία ωστόσο απαλλάσσονται από την αρμοδιότητα της καθημερινής εποπτείας και ελέγχου των επιχειρήσεων. Παράλληλα, στο διάστημα 1985-1987 ιδρύονται επτά υπερυπουργεία, ( Κρατικές Επιτροπές ή Γραφεία), στα οποία ομαδοποιούνται υπουργεία και διοικητικοί οργανισμοί που δραστηριοποιούνται στον ίδιο τομέα, και τα οποία υπάγονται απ’ ευθείας στο Συμβούλιο Υπουργών. Τα υπερυπουργεία αυτά καλύπτουν το αγροτοβιομηχανικό σύμπλεγμα που αναφέρθηκε στα προηγούμενα, την οικοδομική δραστηριότητα, τις εξωτερικές οικονομικές σχέσεις, τις μηχανικές κατασκευές, το ενεργειακό σύμπλεγμα, το σύμπλεγμα της χημικής τεχνολογίας και ξυλείας, και το κοινωνικό κράτος. Η αναδιοργάνωση αυτή θα επέτρεπε, σύμφωνα με δηλώσεις του ίδιου του Γκορμπατσόφ, τη μείωση του όγκου της κρατικής γραφειοκρατίας, που εκείνη την εποχή ανερχόταν σε δεκαοκτώ εκατομμύρια, κατά το ένα τρίτο ή ακόμα και κατά το ήμισυ. Οι εξαγγελίες αυτές, σε συνδυασμό με τις εν εξελίξει μαζικές μεταθέσεις δεκάδων χιλιάδων διοικητικών υπαλλήλων, σε μια κοινωνία όπου επί δεκαετίες η ασφάλεια και η μονιμότητα των θέσεων εργασίας της κρατικής διοίκησης αποτελούσε βασικό πυλώνα του κοινωνικού συμβολαίου, είχε ως συνέπεια ένα σημαντικό μέρος του κρατικού μηχανισμού να υιοθετήσει μια αρνητική στάση απέναντι στη μεταρρύθμιση.

Βεβαίως, το κάθε υπουργείο, ενώ οφείλει να σέβεται τα δικαιώματα αυτονομίας των επιχειρήσεων που απορρέουν από τη νέα νομοθεσία (για την υπεράσπιση των οποίων οι επιχειρήσεις μπορούν να καταφεύγουν στην κρατική διαιτησία), παραμένει υπεύθυνο απέναντι στις κεντρικές αρχές για τη δραστηριότητα του κλάδου του. Εδώ εντοπίζεται μια από τις πιο αντιφατικές διατάξεις του μεταρρυθμιστικού προγράμματος. Μια άλλη αντίφαση μπορούμε να εντοπίσουμε μεταξύ του ίδιου του νόμου για τις επιχειρήσεις (άρθρο 9) που υποχρεώνει τις εποπτεύουσες αρχές να λαμβάνουν μέτρα για την αποτροπή μονοπωλιακών καταστάσεων, και των επίσημων εξαγγελιών που συνδέουν τη βελτίωση της παραγωγικότητας με τη δημιουργία τεράστιων διατομεακών ομίλων. Είναι απολύτως ενδεικτικές εδώ οι σχετικές δηλώσεις του ίδιου του Γκορμπατσόφ στο Λένινγκραντ, τον Οκτώβριο του 1987:


«Κάθε μια από αυτές τις σοσιαλιστικές συντεχνίες, αν μπορούμε να τις αποκαλέσουμε έτσι, που θα περιλαμβάνει βιομηχανικές επιχειρήσεις, οργανισμούς έρευνας, προγραμμάτων και μελετών, θα απασχολεί περισσότερα από 100 χιλιάδες άτομα, εκ των οποίων 25 έως 30 χιλιάδες θα διατίθενται στην επιστημονική έρευνα και θα ασχολούνται με το επιστημονικό μέρος της παραγωγής, προκειμένου αυτή να βρίσκεται στα επίπεδα των διεθνών προτύπων.

[…] Η μορφή οργάνωσης και το άνοιγμα των φτερών των διατομεακών ομαδοποιήσεων παραγωγής πιστεύω ότι αποκρίνονται στις απαιτήσεις μιας πραγματικής χρηματοπιστωτικής αυτονομίας και στις οικονομικές μεθόδους διαχείρισης. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα ξεριζώσουμε τις οικονομικές ρίζες της γραφειοκρατίας, που αποτελούν τον θανάσιμο εχθρό της επαναστατικής αναδιάρθρωσης» (Gorbatchev, 1987b: 21-22).


Βλέπουμε λοιπόν ότι από τη γραφειοκρατική αντίληψη της κοινωνικής οργάνωσης των προηγούμενων δεκαετιών, η σοβιετική ηγεσία περνάει πλέον στην άλλη άκρη του διπόλου, σε μια τεχνοκρατική προσέγγιση, που εναποθέτει όλες τις ελπίδες της για την καταπολέμηση του «θανάσιμου εχθρού» της γραφειοκρατίας στην τεχνολογική καινοτομία και τις «οικονομικές μεθόδους διαχείρισης», δηλαδή στον μηχανισμό της αγοράς.


4.7. Η αναβίωση του χονδρικού εμπορίου των μέσων παραγωγής


Οι εξαγγελίες του Ιουνίου του 1987 προέβλεπαν μια προοδευτική μετάβαση μέσα σε διάστημα τεσσάρων ή πέντε χρόνων από το καθεστώς της συγκεντρωτικής κατανομής των πόρων και των μέσων παραγωγής σε ένα καθεστώς χονδρεμπορίου, 23 που θα διεξαγόταν με την ελεύθερη αγορά και πώλησή τους μέσω της απ’ ευθείας επαφής των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων. Η ιδέα αυτή, που επίσης είχε εξαγγελθεί κατά τη μεταρρύθμιση του 1965 αλλά παρέμεινε στα χαρτιά, αφαιρεί σε μεγάλο βαθμό το αντικείμενο και τις αρμοδιότητες του κεντρικού μηχανισμού προμηθειών, ο οποίος εξυπηρετεί πλέον την κατανομή ορισμένων κρίσιμων αγαθών (ηλεκτρική ενέργεια, αργό πετρέλαιο, φυσικό αέριο, χάλυβας, και διάφορα ελεγχόμενα υλικά και προϊόντα λόγω της σημασίας τους για στρατιωτικές εφαρμογές) και κυρίως για εκείνες τις προμήθειες που προορίζονται για την εκτέλεση των (υποχρεωτικών) κρατικών παραγγελιών.

Επομένως, ο αποκεντρωμένος τομέας της βιομηχανικής παραγωγής θα λειτουργούσε με μια «απελευθερωμένη» αγορά μέσων παραγωγής. Σε μια σιωπηρή ομολογία αποτυχίας ενός συστήματος που εφαρμόστηκε επί εξήντα χρόνια ως απτό δείγμα μιας άλλης λογικής, που υπερέβαινε την «αναρχία» της καπιταλιστικής αγοράς, η παραγωγή των απαιτούμενων – για την παραγωγή των τελικών προϊόντων – μέσων παραγωγής εκπίπτει πλέον, σε ένα μεγάλο μέρος, από τη δικαιοδοσία του κεντρικού σχεδιασμού, και ανατίθεται στη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς. Η μεταβολή αυτή δεν αφήνει ανεπηρέαστη αυτή την ίδια τη Gossnab, την Κρατική επιτροπή προμηθειών, που το 1987 είχε φτάσει να απασχολεί κάπου ενάμισι εκατομμύριο εργαζόμενους, εκ των οποίων 20 χιλιάδες στην κεντρική διοίκηση, και 200 χιλιάδες στα κυριότερα κέντρα διανομής, και η οποία καλείτο πλέον να μετασχηματιστεί σε μεγάλο βαθμό, σε ένα δίκτυο χονδρεμπορίου αποτελούμενο από ένα κεντρικό επιτελείο και εκατοντάδες τοπικά παραρτήματα, με την εμπορική έννοια του όρου.

Στις επίσημες ανακοινώσεις, η επιστροφή στο καθεστώς της ελεύθερης αγοράς των μέσων παραγωγής παρουσιάστηκε ως ένα μέτρο αναγκαίο για την εξάλειψη των προβλημάτων που σχετίζονταν με τις ελλείψεις πολλών προϊόντων, που δικαιολογημένα αποδίδονταν στην ανορθολογικά υψηλή ζήτησή τους από τους διευθυντές των επιχειρήσεων, όπως εξηγήθηκε στο πρώτο μέρος του άρθρου. Οι σοβιετικοί ιθύνοντες έδειχναν να ανακαλύπτουν στα τέλη του εικοστού αιώνα, τα «μαγικά πλεονεκτήματα της ελεύθερης αγοράς».


4.8. Η αναμόρφωση του συστήματος των τιμών


Η μεταρρύθμιση της οργάνωσης της βιομηχανικής παραγωγής και ειδικά η λογική των αυτοχρηματοδοτούμενων επιχειρήσεων απαιτούσε μια αντίστοιχη αναμόρφωση του συστήματος των τιμών. Οι υπεύθυνοι της μεταρρύθμισης θεωρούσαν ότι η αναμόρφωση αυτή θα αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο του οικοδομήματός τους, αλλά ταυτόχρονα ένα από τα πιο ακανθώδη εγχειρήματα του προγράμματος. Σύμφωνα με τις εξαγγελίες τους, η μεταρρύθμιση των τιμών θα γινόταν σταδιακά, ξεκινώντας το 1990 με τη μεταρρύθμιση των τιμών χονδρικής (των μέσων παραγωγής) και περνώντας στη συνέχεια (1991) στη μεταρρύθμιση του συστήματος των τιμών παραγωγού της αγροτικής οικονομίας. Η μεταρρύθμιση των τιμών λιανικής (των καταναλωτικών προϊόντων), ως το πιο ευαίσθητο σημείο του εγχειρήματος, τοποθετούνταν σε ένα μεταγενέστερο στάδιο. Ωστόσο, και παρά τις επαναλαμβανόμενες εξαγγελίες, κανένα από αυτά τα βήματα δεν υλοποιήθηκε τελικά, αφού από το 1990 η Σοβιετική Ένωση εισήλθε σε μια περίοδο ανοιχτής πολιτικής κρίσης και προϊούσας αποσύνθεσης, από την οποία δεν βγήκε ποτέ.

Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τις προβλέψεις του προγράμματος, οι τιμές χονδρικής θα αναθεωρούνταν προκειμένου να λάβουν υπόψη τους τη νέα φορολογία που επιβλήθηκε στις επιχειρήσεις για τη χρήση φυσικών πόρων, κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας (200 ή 300 ρούβλια ετησίως ανά εργαζόμενο ανάλογα με την ειδίκευσή του), όπως και το κόστος προστασίας του περιβάλλοντος από τις εκπομπές βιομηχανικών ρύπων. Ειδικότερα, προβλεπόταν μια σημαντική αύξηση των τιμών ενέργειας και των πρώτων υλών προκειμένου να καταστεί στοιχειωδώς κερδοφόρα η παραγωγή τους, αλλά και προκειμένου οι εγχώριες τιμές να προσεγγίσουν αυτές της διεθνούς αγοράς.

Όσον αφορά τις τιμές λιανικής των καταναλωτικών προϊόντων, αυτές θα έπρεπε να αναθεωρηθούν με μια συνεκτίμηση «των κοινωνικά αναγκαίων δαπανών παραγωγής και διάθεσης στην αγορά, της χρησιμότητας, της ποιότητας και της ενεργού ζήτησης». Πρόκειται ουσιαστικά για μια εξαγγελία - πλαίσιο, που επιχειρεί μια σύνθεση μεταξύ κάποιας αόριστης θεωρίας της αξίας και μιας νεοκλασικής προσέγγισης μιας τιμής ισορροπίας στη βάση προσφοράς και ζήτησης. Σε κάθε περίπτωση, μια τέτοια σύνθεση δεν μπορούσε παρά να οδηγεί σε σημαντικές αυξήσεις τιμών, ειδικά για τα προϊόντα πρώτης ανάγκης, οι τιμές των οποίων επιδοτούνταν σε πολύ υψηλά ποσοστά από τα κρατικά ταμεία. Δεδομένου ότι μια ενδεχόμενη τέτοια άνοδος των τιμών βασικών αγαθών πρώτης ανάγκης θα επηρέαζε καίρια τη ζωή εκατομμυρίων σοβιετικών μισθωτών, κάποιοι από τους εισηγητές της μεταρρύθμισης, έχοντας υπόψη τους την εμπειρία της λαϊκής εξέγερσης στην οποία οδήγησε μια αντίστοιχη αναμόρφωση των τιμών στην Πολωνία το 1980, πρότειναν μια αντιστάθμιση των αυξήσεων αυτών με αντίστοιχα επιδόματα υπέρ των χαμηλόμισθων και των χαμηλοσυνταξιούχων. Κάποιοι άλλοι ήταν επιφυλακτικοί ή και απορριπτικοί απέναντι σ’ αυτή τη λύση, με το επιχείρημα ότι μια τέτοια λογική μπορεί να τροφοδοτήσει ένα ανεξέλεγκτο πληθωρισμό, και ότι η αντίστοιχη άνοδος των τιμών βασικών καταναλωτικών αγαθών στην Ουγγαρία το 1968 αφομοιώθηκε χωρίς κοινωνικές αναταράξεις. 24

Ας σημειωθεί ακόμα, ότι το πιο πάνω περίγραμμα αλλαγών δεν θα ήταν παρά το πρώτο μεταβατικό στάδιο του συνολικού προγράμματος. Υιοθετώντας και εδώ το αντίστοιχο ουγγρικό και κινεζικό μοντέλο, η μεταρρύθμιση προοπτικά θα κατέληγε σε ένα τριχοτομημένο σύστημα τιμών, όπου θα υπήρχαν κατ’ αρχήν οι κρατικά επιβαλλόμενες τιμές (κυρίως για τα κρίσιμης σημασίας προϊόντα και για τις κρατικές παραγγελίες), οι συμβατικές τιμές (τιμές προβλεπόμενες από συμφωνίες μεταξύ παραγωγών και αγοραστών, και οι οποίες θα κυμαίνονταν σε όρια εγκεκριμένα από τις κρατικές αρχές), και τέλος, οι πλήρως απελευθερωμένες τιμές. Ο τομέας των αγαθών που καλύπτεται από τις κεντρικά ελεγχόμενες τιμές θα έπρεπε προοδευτικά να περιορίζεται υπέρ των συμβατικών και των απελευθερωμένων τιμών.


4.9. Απόπειρα συναινετικής διαχείρισης της εργασιακής δύναμης


Σε σχέση με τη διαχείριση της εργασιακής δύναμης, οι μεταρρυθμιστές και ο ίδιος ο Γκορμπατσόφ εκτιμούσαν ότι ο εξισωτισμός των μισθών και η εργασιακή ασφάλεια που χαρακτήρισε το κοινωνικό συμβόλαιο της περιόδου Χρουτσόφ - Μπρέζνιεφ καλλιέργησε στους μισθωτούς έναν εφησυχασμό και απομάκρυνε κάθε κίνητρο για ενεργή συμμετοχή στην παραγωγική διαδικασία. 25 Εισάγεται επομένως η λογική της γενικής αναδιοργάνωσης του συστήματος αμοιβών της εργασίας, προκειμένου αυτές να συνδεθούν με την ποσότητα και την ποιότητα του παραγόμενου προϊόντος. Για τον σκοπό αυτό, ο διευθυντής της επιχείρησης αποκτά αυξημένες αρμοδιότητες στα ζητήματα προσδιορισμού των μισθών και των πριμ για την κάλυψη της νόρμας, η οποία μέχρι τότε κρατιόταν σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, με αποτέλεσμα πολλές φορές τα πριμ παραγωγής να αποδίδονται σχεδόν στο σύνολο των εργατών μιας επιχείρησης. Στην αυξημένη δυσκολία υπερκάλυψης της προσωπικής νόρμας, που λειτουργεί ως κίνητρο για μια πιο εντατική εργασία, προστίθεται η δικαιοδοσία των διευθυντών να προχωρούν σε υποχρεωτικές μεταθέσεις ή αλλαγές αντικειμένου εργασίας των μισθωτών, κάνοντας χρήση του ενισχυμένου διευθυντικού τους δικαιώματος.

Όπως εξηγήσαμε στην ενότητα για τη μεταρρύθμιση της σοβιετικής βιομηχανίας, σύμφωνα με αυτήν, από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης πληρώνονται οι μισθοί, οι διάφορες φορολογικές οφειλές προς το κράτος και οι όποιες δανειακές οφειλές προς τις τράπεζες, και τα εναπομένοντα κέρδη κατανέμονται στα τρία ταμεία για την ανάπτυξη της παραγωγής, την κοινωνική ανάπτυξη και την υλική ενθάρρυνση (πριμ παραγωγής). Η ρύθμιση αυτή αφήνει για πρώτη φορά στη σοβιετική ιστορία ανοικτό το ενδεχόμενο χρεοκοπίας μιας επιχείρησης όταν τα έσοδά της δεν επαρκούν για την πληρωμή των φόρων, των μισθών και των τραπεζικών υποχρεώσεων στο σύνολό τους. Εναλλακτικά, απέναντι σ’ ένα τέτοιο ενδεχόμενο, που ακόμα και ως θεωρητική πιθανότητα δυσφήμιζε τη μεταρρύθμιση στα μάτια των μισθωτών, κάποιοι μεταρρυθμιστές πρότειναν μια εξ ίσου, αν όχι ακόμα πιο δυσοίωνη ρύθμιση, που παραπέμπει στο γιουγκοσλαβικό μοντέλο, σύμφωνα με την οποία καταργούνται τα ελάχιστα όρια για τους μισθούς, και πλέον η επιχείρηση μετά την πληρωμή των φορολογικών και τραπεζικών της υποχρεώσεων χρησιμοποιεί το υπόλοιπο των εσόδων της για την πληρωμή των μισθωτών και της διεύθυνσης χωρίς να υποχρεούται να καλύψει τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Με την προτεινόμενη αυτή ρύθμιση, δεν υπάρχουν πλέον σταθεροί μισθοί και κυμαινόμενα πριμ παραγωγής, αφού το σύνολο μισθός και πριμ παραγωγής γίνεται κυμαινόμενο.

Βλέπουμε επομένως, ότι οι σοβιετικοί μεταρρυθμιστές επεδίωξαν ουσιαστικά να δημιουργήσουν ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, στο πλαίσιο του οποίου η αναμφισβήτητη σκλήρυνση των συνθηκών εργασίας και αμοιβών, ειδικά των χαμηλής ειδίκευσης εργατών, θα αντισταθμίζεται από τη σοσιαλιστική αυτοδιαχείριση, στοιχείο του «ολόπλευρου εκδημοκρατισμού» που διακήρυσσε ο Γκορμπατσόφ. Είναι πάντως γεγονός ότι αυτή η σοσιαλιστική συμμετοχή στη διαχείριση της επιχείρησης, ανεξάρτητα από το πόσο περιορισμένη ήταν καθαυτή, αποτελούσε μια καινοτομία για τη Σοβιετική Ένωση, εξίσου τολμηρή με το θεσμικό πλαίσιο που αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο χρεοκοπίας μιας επιχείρησης.

Στο πλαίσιο αυτού του εκδημοκρατισμού, θεσπίστηκε η συγκρότηση ενός συμβουλίου της συλλογικότητας των εργαζόμενων, που εκλέγεται από το σύνολο των μελών της επιχείρησης, και το οποίο αποκτά ορισμένα δικαιώματα ελέγχου της διαχείρισης που ασκεί ο διευθυντής. Σύμφωνα με τον νόμο για τις επιχειρήσεις του 1987, η ψηφοφορία μπορεί να είναι είτε μυστική, είτε με ανάταση του χεριού, όλα τα μέλη έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, η θητεία του συμβουλίου είναι διετής ή τριετής, με πρόβλεψη ανανέωσης της σύνθεσής του τουλάχιστον κατά το ένα τρίτο, ενώ δεν επιτρέπεται στους εκπροσώπους της διοίκησης να συμμετέχουν σ’ αυτό σε ποσοστό μεγαλύτερο του ενός τετάρτου.

Το συμβούλιο ενημερώνεται από τη διοίκηση για όλα τα θέματα της επιχείρησης, συναποφασίζει με αυτή για θέματα που αφορούν τη διαχείριση του ταμείου της κοινωνικής ανάπτυξης, και έχει την ευθύνη της επιμόρφωσης και της ανακύκλωσης του προσωπικού, όπως και της οργάνωσης των εκλογών στο πλαίσιο της επιχείρησης.


«Βρίσκεται σε άμεση συνεργασία με τη διοίκηση, τις επιτροπές του Κόμματος, του συνδικάτου, της Κομσομόλ και τις άλλες κοινωνικές οργανώσεις. […] Οι αποφάσεις του συμβουλίου της συλλογικότητας των εργαζόμενων που λαμβάνονται στα όρια της αρμοδιότητάς του και σύμφωνα με τη νομοθεσία είναι υποχρεωτικές για τη διοίκηση και τα μέλη της συλλογικότητας. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ διοίκησης και συμβουλίου, η διαφωνία επιλύεται από τη γενική συνέλευση της συλλογικότητας». 26


Ο διευθυντής και τα διοικητικά στελέχη της επιχείρησης εκλέγονται επίσης με καθολική ψηφοφορία μεταξύ περισσοτέρων υποψηφίων από το σύνολο των εργαζομένων, ωστόσο για τον διορισμό του απαιτείται και η έγκριση του εποπτεύοντος οργανισμού. Η θητεία του είναι πενταετής, μπορεί όμως να ανακληθεί από τη γενική συνέλευση της συλλογικότητας.

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι επρόκειτο για μια ασφαλώς εντυπωσιακή εισαγωγή της δημοκρατίας στη ζωή της σοβιετικής επιχείρησης, που ωστόσο ήταν περισσότερο περιορισμένη απ’ όσο δείχνει, αν λάβουμε υπόψη μας ότι ο εκάστοτε δημοκρατικά εκλεγμένος διευθυντής ήταν υποχρεωμένος να κινείται στα (θεωρητικά και πρακτικά) στενά περιθώρια ελιγμών που του παραχωρούνταν από τα εποπτεύοντα υπουργεία και τις αρχές του κεντρικού σχεδιασμού.


4.10. Αυτοχρηματοδότηση και δημιουργία πιστωτικού συστήματος


Η αρχή της ολοκληρωμένης λογιστικής αυτονομίας και της αυτοχρηματοδότησης της σοβιετικής επιχείρησης, που αποτελεί την προμετωπίδα της μεταρρύθμισης του 1987, συνεπάγεται κατ’ αρχάς ότι περιορίζεται δραστικά η διαδικασία της συγκέντρωσης και αναδιανομής των κερδών του συνόλου των επιχειρήσεων σε κλαδικό και διακλαδικό επίπεδο, και μάλιστα σε σημείο που, όπως εξηγήθηκε στην προηγούμενη ενότητα, ακόμα και η καταβολή των μισθών να εξαρτάται άμεσα από το ύψος των εσόδων της επιχείρησης. Η δραστική μείωση της παρακράτησης των εσόδων της επιχείρησης από τον κεντρικό μηχανισμό (υπό μορφή φορολογίας για τη χρήση «ανθρώπινων πόρων», κεφαλαιακών υποδομών και φυσικών πόρων) αντισταθμίζεται από μια εξ ίσου δραστική μείωση της χρηματοδότησης των επενδυτικών σχεδίων της επιχείρησης από τον κρατικό προϋπολογισμό. Οι όποιες επενδυτικές δαπάνες θα έπρεπε πλέον να χρηματοδοτούνται από τα κέρδη και από τον τραπεζικό δανεισμό. Οι θιασώτες της μεταρρύθμισης θεωρούσαν ότι η υποχρέωση των επιχειρήσεων να χρηματοδοτούν οι ίδιες τις επενδύσεις τους θα δυσχεράνει μεν τον ισοσκελισμό των προϋπολογισμών τους, αλλά, από την άλλη, θα χαλιναγωγήσει τη δίψα για επενδυτικά κεφάλαια.

Οι προσανατολισμοί αυτοί οδηγούσαν στην ανάγκη ενεργοποίησης ενός χρηματοπιστωτικού συστήματος ανύπαρκτου μέχρι τότε στην ΕΣΣΔ, και μιας πιστωτικής πολιτικής με βασικό εργαλείο το επιτόκιο χορηγήσεων. Αποφασίστηκε λοιπόν η αναδιοργάνωση της Gosbank, η οποία πλέον περιορίζεται σε ένα ρόλο κεντρικής τράπεζας με την αυστηρή έννοια του όρου (εκτύπωση χρήματος, πλαισίωση του πιστωτικού συστήματος), και παράλληλα ιδρύονταν εξειδικευμένες τράπεζες, που θα έπρεπε να λειτουργούν ως τυπικές εμπορικές τράπεζες. Προκειμένου να στηριχτεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα, το Υπουργείο Οικονομικών και η Gosbank διατάσσονται να σταματήσουν τις πρακτικές της αθρόας εκτύπωσης χαρτονομίσματος. Το τραπεζικό σύστημα απαρτίζεται πλέον από την Gosbank, την τράπεζα βιομηχανικών επενδύσεων, την τράπεζα του αγροτο-βιομηχανικού συμπλέγματος, τη στεγαστική τράπεζα, το Ταμιευτήριο για την κοινωνική ανάπτυξη και τις δημοτικές υπηρεσίες, και την τράπεζα του εξωτερικού εμπορίου. Όλες οι εμπορικές τράπεζες όπως και οι ασφαλιστικοί οργανισμοί, θα πρέπει να λειτουργούν επίσης σύμφωνα με την αρχή της ολοκληρωμένης λογιστικής αυτονομίας και της αυτοχρηματοδότησης.

Στο πλαίσιο αυτό, εκδίδονται από το Ινστιτούτο Μαθηματικής Οικονομίας της Ακαδημίας Επιστημών κατευθυντήριες οδηγίες για τον τρόπο λειτουργίας των εμπορικών τραπεζών που ορίζουν τα βασικά κριτήρια για τη χορήγηση επιχειρηματικών δανείων (πραγματοποίηση κερδών στα επίπεδα της σχεδιασμένης κερδοφορίας, κλπ), και συνδέουν το επιτόκιο του δανείου με τη γενική χρηματοπιστωτική εικόνα της επιχείρησης και την περίοδο αποπληρωμής του δανείου. Με τις ίδιες οδηγίες καταργείται η αυτόματη παροχή δανείων για οποιονδήποτε λόγο, όπως και η διυπουργική αναδιανομή κυκλοφορούντος κεφαλαίου, τοκοχρεολυτικών αποθεμάτων και επιχειρηματικών κερδών. Τέλος, διευκρινίζεται ότι «η αρχή της ολοκληρωμένης λογιστικής αυτονομίας με την οποία θα λειτουργούν οι εμπορικές τράπεζες θα επιτρέψει τη σε βάθος ανάλυση της απόδοσης των προτεινόμενων πιστωτικών χορηγήσεων, ενισχύοντας το κίνητρο για μια καλύτερη αξιοποίηση των πιστωτικών πόρων». 27

Ωστόσο, όπως σημειώνει ο Chavance, 28 οι μεταρρυθμίσεις αυτές, παρ’ ότι καινοφανείς για τα μέτρα της ΕΣΣΔ, παραπέμπουν περισσότερο σε μια ελαστικοποίηση του υπάρχοντος περιθωριακού πιστωτικού συστήματος, και όχι στη δημιουργία ενός αυθεντικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Τα νέα τραπεζικά ιδρύματα απέχουν πολύ από το να λειτουργούν με μια λογική που προϋποθέτει κυρίως μια πιο αυστηρή αξιολόγηση των επενδυτικών σχεδίων που υποβάλλουν οι επιχειρήσεις προς χρηματοδότηση. Από την άλλη μεριά, στα πρότυπα της ουγγρικής και κινεζικής μεταρρύθμισης, έχουμε και εδώ κάποιες περιορισμένες περιπτώσεις έκδοσης ομολόγων από τις επιχειρήσεις.


5. Έκρηξη των αντιφάσεων και κατάρρευση


Το οικονομικό σκέλος των μεταρρυθμίσεων της περεστρόικα ουσιαστικά τερματίστηκε στο πρώτο εξάμηνο του 1988. Η πολιτική ηγεσία της ΕΣΣΔ επικεντρώθηκε από τότε στη θεσμοθέτηση των πολιτικών αλλαγών του Συντάγματος, στη δημιουργία νέων πολιτικών θεσμών (Κοινοβούλιο) και στη θέσπιση νέων σχέσεων μεταξύ των 15 ομόσπονδων Δημοκρατιών, με σκοπό να διαχειριστεί την πολιτική κρίση και τις αυτονομιστικές - αποσχιστικές τάσεις και τις αιματηρές συγκρούσεις που ξέσπασαν σχεδόν ταυτόχρονα στις περισσότερες από τις ομόσπονδες δημοκρατίες: Βαλτικές χώρες, Υπερκαυκασία (Γεωργία, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν), Κεντρική Ασία (Τατζικιστάν, Κιργιζιστάν), Σλαβικές χώρες (Μολδαβία, Ουκρανία, Λευκορωσία). Η ανάλυση του πολιτικού σκέλους των μεταρρυθμίσεων και της πορείας προς τον τελικό διαμελισμό της ΕΣΣΔ τον Δεκέμβριο του 1991 δεν είναι αντικείμενο αυτού του άρθρου. Επιβάλλονται ωστόσο κάποιες διευκρινιστικές παρατηρήσεις που αφορούν την πολιτική οικονομία της μεταρρύθμισης.

Αξίζει κατ’ αρχήν να σημειωθεί ότι οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις της διακυβέρνησης Γκορμπατσόφ της τελευταίας περιόδου (1988-1991) υπήχθησαν στις προτεραιότητες της πάση θυσία διασφάλισης της ενότητας της ΕΣΣΔ. Είναι ιδιαίτερα ενδεικτικό εδώ το γεγονός ότι τον Οκτώβριο του 1991, αφού έχει προηγηθεί το αποτυχημένο πραξικόπημα εναντίον της ηγεσίας Γκορμπατσόφ, έχει αναδειχθεί ο Γέλτσιν σε εθνικό ήρωα, ο Γκορμπατσόφ είναι πλήρως αποδυναμωμένος πολιτικά, το νεοεκλεγέν Κοινοβούλιο έχει απαγορεύσει τη δράση του ΚΚΣΕ σε όλη την έκταση της χώρας, οι ομόσπονδες Δημοκρατίες έχουν ψηφίσει τα κοινοβούλια και τις κυβερνήσεις τους και οι εννιά απ’ αυτές έχουν απορρίψει το προταθέν νέο Σύνταγμα, ενώ οι βαλτικές Δημοκρατίες έχουν ήδη κηρύξει την απόσχισή τους από την ΕΣΣΔ, ο Γκορμπατσόφ εμφανίζεται στο Κοινοβούλιο για να προτείνει μια απέλπιδα φυγή προς τα εμπρός, που συνίσταται στην επιτάχυνση των διαδικασιών για την μετάβαση στην οικονομία της ελεύθερης αγοράς και την αναμόρφωση του συστήματος των τιμών, σε μια ύστατη προσπάθεια να αποσοβήσει το αναπότρεπτο…

Η ειδησεογραφία εκείνων των ημερών αναφέρει επί λέξει:


«Ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ απευθύνει έκκληση για μια εκτεταμένη μεταρρύθμιση της οικονομίας. Ο σοβιετικός Πρόεδρος επιδόθηκε σε μια εκτενή έκκληση για την εισαγωγή μιας οικονομίας της αγοράς, παρουσιάζοντας σχέδιο πέντε σημείων η κεντρική ιδέα του οποίου είναι ένα πρόγραμμα ιδιωτικοποίησης της οικονομίας». 29


Αφού προσκάλεσε σε μια «εκτενή χρηματοοικονομική, τραπεζική και νομισματική μεταρρύθμιση», ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ εκτίμησε ότι θα πρέπει να πραγματοποιηθεί ένα αποφασιστικό άλμα προς τη δημιουργία μιας οικονομίας της αγοράς, και υπενθύμισε ότι ο ίδιος προσωπικά ευχόταν την απελευθέρωση των τιμών. Σε σχέση με την αγροτική οικονομία, απηύθυνε έκκληση για μια «ριζική αγροτική μεταρρύθμιση» σε κάθε ομόσπονδη Δημοκρατία, με ένα πρόγραμμα αναδιανομής των γαιών, τη διάλυση των μη κερδοφόρων σοφχόζ και κολχόζ, την ακύρωση των «κρατικών παραγγελιών», οι οποίες, όπως τόνισε, μονοπωλούν το σύνολο της αγροδιατροφικής παραγωγής, και την «αναδιοργάνωση του συστήματος αποθήκευσης και μεταποίησης». 30

Οι εκκλήσεις του Γκορμπατσόφ απορρίφθηκαν από την «εθνική αντιπροσωπεία», όχι όμως γιατί οι παρόντες κοινοβουλευτικοί δεν υποστήριζαν τις ιδέες της απελευθέρωσης των τιμών και της ιδιωτικοποίησης της οικονομίας. Άλλα ήταν τα διακυβεύματα της νέας συγκυρίας. Η συνέχεια είναι γνωστή.


5.1. Αντιφάσεις και όρια της μεταρρύθμισης


Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά τους. Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις του Γκορμπατσόφ συνάντησαν εξ αρχής ποικίλες επιφυλάξεις και αντιστάσεις, κατ’ αρχάς γιατί έθιγαν κατεστημένα συμφέροντα και νοοτροπίες (κυρίως μεταξύ των διοικητικών και κομματικών στελεχών της μπρεζνιεφικής νομενκλατούρας), αλλά και γιατί, όπως είδαμε στα προηγούμενα, έσπειραν ένα αίσθημα εργασιακής ανασφάλειας μεταξύ των χαμηλής ειδίκευσης εργατών, που από την άλλη, δεν είχαν να περιμένουν κάτι συγκεκριμένο από το άνοιγμα των επιχειρήσεων στον ανταγωνισμό.

Πηγή αντιστάσεων και τριβών αποτέλεσαν ωστόσο και οι εσωτερικές αντιφάσεις της μεταρρύθμισης: Μια τέτοια αντίφαση προέκυπτε από το γεγονός ότι η εφαρμογή των νέων κανόνων και διαδικασιών αποτελούσε καθήκον της οικονομικής γραφειοκρατίας των Υπουργείων, η οποία δεχόταν την παράδοξη εντολή να επιβλέψει και να οργανώσει τον περιορισμό των αρμοδιοτήτων της.

Μια δεύτερη αντίφαση εντοπίζεται στο παράδοξο γεγονός ότι οι διευθυντές αποτελούν εκείνη τη βαθμίδα της ιεραρχίας, η εργασία της οποίας περιπλεκόταν στον μεγαλύτερο βαθμό από τις μεταρρυθμίσεις, ενώ ταυτόχρονα, υποτίθεται ότι ένας από τους μείζονες στόχους των αλλαγών είναι να τους αποδοθεί μια μεγαλύτερη αυτονομία και να ενθαρρυνθούν οι πρωτοβουλίες τους. Ωστόσο, το διπλό καθεστώς διαχείρισης που επρόκειτο να αποτελέσει κανόνα για όλες τις επιχειρήσεις, το καθεστώς δηλαδή των κρατικών παραγγελιών και αυτό της ελεύθερης (εντός ορίων) επιχειρηματικότητας, δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση. Η πολλαπλότητα των τιμών, των κυκλωμάτων προμηθειών, των τρόπων χρηματοδότησης, περιέπλεκε ακόμα περισσότερο την αποστολή των διευθυντών, που ούτως ή άλλως δεν ήταν ποτέ απλή. Επιπλέον, οι διευθυντές καλούνταν να διαχειριστούν μια πλειάδα εμπορικών συνεταίρων, πελατών και προμηθευτών (ενδεχομένως από μια τρίτη χώρα) τους οποίους καλούνταν να αναζητήσουν και να έρθουν μαζί τους σε διαπραγματεύσεις, αλλά και ένα εντελώς νέο συνομιλητή: το Συμβούλιο της συλλογικότητας των εργαζόμενων, με τις ιδιαίτερες απαιτήσεις του, αλλά και πέραν αυτού, το εκλογικό σώμα του συνόλου των εργαζόμενων.

Δεν είναι επομένως καθόλου παράδοξο το γεγονός ότι, παρά τα σημαντικά περιθώρια αυτονομίας κινήσεων που παραχωρήθηκαν στους διευθυντές από τη μεταρρύθμιση, ένας σημαντικός αριθμός διευθυντών (αν όχι η πλειοψηφία τους) δεν …ανυπομονούσαν να ασκήσουν τα καθήκοντά τους σύμφωνα με τους νέους κανόνες, μακριά από τη χειραγώγηση του εποπτεύοντος υπουργείου τους. Και βεβαίως, δεν συγκαταλέγονταν στους φλογερούς υποστηρικτές της περεστρόικα. 31 Ας σημειωθεί ακόμα ότι δεν είχαν επίσης κανένα λόγο να υποστηρίζουν τη μεταρρύθμιση οι διευθυντές των επιχειρήσεων χαμηλής παραγωγικότητας, η επιβίωση των οποίων εξαρτιόταν από τις υπό αίρεση κρατικές επιδοτήσεις, όπως και οι διευθυντές που μετά από μια πολύχρονη επαγγελματική καριέρα σ’ αυτή τη θέση, είχαν αφομοιώσει τον ρόλο του «γραφειοκράτη» διαχειριστή που αρκείται στα «τυχερά» της θέσης του και δεν επιθυμεί να ρισκάρει για τίποτα παραπάνω.

Ένα άλλο σημείο σχετικά με τη στάση των διευθυντών απέναντι στη μεταρρύθμιση είναι ότι είτε συμμερίζονταν, είτε αντιμάχονταν το νέο οικονομικό και εργασιακό περιβάλλον, στη συντριπτική τους πλειοψηφία παρουσιάστηκαν ως υποψήφιοι για επανεκλογή στη διευθυντική τους θέση, και, χάρη στην ικανότητά τους να χειρίζονται καλύτερα από τους ανθυποψηφίους τους τις πελατειακές σχέσεις με τους εκλογείς τους, επανεξελέγησαν μαζικά. Περιττό να πούμε πόσο η επανεκλογή αυτή απαξίωσε στα μάτια πολλών εργαζόμενων το μέτρο της ανάδειξης των διευθυντών μέσω της καθολικής ψηφοφορίας, αφού και πάλι, οι ίδιοι άνθρωποι καταλάμβαναν τις ίδιες θέσεις όπως και πριν. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς θα γίνουν οι νέοι ιδιοκτήτες των επιχειρήσεών τους, σύμφωνα με τη θεραπεία-σοκ υπό τις οδηγίες του ΔΝΤ που θα υιοθετηθεί στη Ρωσία και αλλού μετά την κατάρρευση του 1991. Με τα λόγια του J.M. Chauvier (2005):


«Την περίοδο 1985-1987, οι πρωταγωνιστές της πρόζας του μέλλοντος προχωρούν με κρυμμένο το πρόσωπό τους. Είναι οι “αντιπρόσωποι” της Κομσομόλ, των αυτονομημένων επιχειρήσεων, των ιδιωτικών συνεταιρισμών, των joint ventures, των κυκλωμάτων της μαφίας. Το φυτώριο των μελλοντικών ολιγαρχών του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, που σε λίγα χρόνια θα εγκατασταθούν στην Κύπρο, το Γιβραλτάρ, την Ελβετία».


5.2. Η μεταρρύθμιση ως απόπειρα ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου


Σύμφωνα με όσα προηγήθηκαν, η μεταρρύθμιση στόχευε κατ’ αρχάς, σε μια αναδιανομή εξουσιών υπέρ ενός ορθολογικά οργανωμένου επιτελικού κέντρου από τη μια μεριά, και της τρίτης βαθμίδας (των επιχειρήσεων) από την άλλη, και εις βάρος των ενδιάμεσων διοικητικών και κομματικών οργάνων, που θεωρούνταν ότι είναι γραφειοκρατικοποιημένα και λειτουργούν με ένα πνεύμα προώθησης κορπορατιβιστικών συμφερόντων. Στο πλαίσιο αυτό προωθούνταν ο περιορισμός των αρμοδιοτήτων, αλλά και του προσωπικού στελέχωσης αυτών των ενδιάμεσων οργάνων. Και εδώ επομένως, όπως θα ήταν αναμενόμενο, τόσο οι υπεύθυνοι, όσο και ένα μέρος των εργαζόμενων αυτών των οργανισμών αντιτάχθηκαν στις μεταρρυθμίσεις, με τις γνωστές πρακτικές της αδράνειας, της λευκής απεργίας, ή της ανοιχτής τροχοπέδησής τους. Ταυτόχρονα, η απροθυμία των στελεχών των ενδιάμεσων οργανισμών να υλοποιήσουν τις μεταρρυθμίσεις εγκαινιάζει έναν ατελέσφορο φαύλο κύκλο διοικητικού πειθαναγκασμού από μέρους της πολιτικής ηγεσίας και αυξημένης αντίδρασης και άρνησης συνεργασίας των ενδιάμεσων στελεχών από την άλλη.

Γενικότερα ωστόσο, θα λέγαμε ότι η μεταρρύθμιση στόχευε στη σύναψη ενός νέου ιστορικού συμβιβασμού, σε μερική ρήξη με τον ιστορικό συμβιβασμό της μετασταλινικής εποχής. Το κράμα φιλελευθερισμού, τεχνοκρατισμού και ανθρωπισμού του γκορμπατσοφικού πολιτικού λόγου απευθυνόταν πρωτίστως στα κοινωνικά στρώματα των νέων ανθρώπων των αστικών κέντρων, που διέθεταν ένα σχετικά υψηλό επίπεδο μόρφωσης και επαγγελματικής κατάρτισης, και που οι φιλοδοξίες της ζωής τους δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν στο πλαίσιο του «παλαιού» καθεστώτος. Το πολιτικό σχέδιο που συνέλαβε η ομάδα γύρω από τον Γκορμπατσόφ ήταν η δημιουργία μιας «εμπνευσμένης» τεχνοκρατικής ελίτ στελεχωμένης από τις πάνω κοινωνικές ομάδες, με λιγότερο αυθαίρετες δικαιοδοσίες και περισσότερο σαφή καθήκοντα σε σχέση με τη γραφειοκρατία των πελατειακών σχέσεων και της διαφθοράς. Υπό την ηγεμονία αυτής της ελίτ, θα αναδιατάσσονταν όλες οι σχέσεις μεταξύ κοινωνικών τάξεων, ομάδων, κατηγοριών, κλπ., σε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, αναπόφευκτα με τους ευνοημένους και τους χαμένους του, αλλά με ενισχυμένο το στοιχείο της κοινωνικής συναίνεσης και συνοχής.

Το στοίχημα για τους μεταρρυθμιστές ήταν η απόσπαση της στήριξης του σχεδίου τους από τις κοινωνικές ομάδες που μακροπρόθεσμα θα έβγαιναν ωφελημένες από την εμπέδωση των αλλαγών, ειδικά στο κρίσιμο μεταβατικό στάδιο των κλυδωνισμών που προκαλούνται από τη σταδιακή εισαγωγή των μεταρρυθμίσεων στην προϋπάρχουσα δομή. Γι’ αυτό και είχε δηλωθεί ότι η αρχή που θα καθοδηγεί τη διαδικασία εισαγωγής των μεταρρυθμίσεων θα ήταν η διατήρηση, αν όχι η βελτίωση, των συνθηκών ζωής, των κοινωνικών δικαιωμάτων και της εν γένει ποιότητας ζωής των απλών πολιτών σε όλη τη μεταβατική διάρκεια του προγράμματος. Η δέσμευση αυτή υπαγόρευε τον στόχο της άμεσης παρέμβασης για την τεχνολογική ανανέωση του εξοπλισμού της πάσχουσας σοβιετικής βιομηχανίας, ειδικά αυτής των ειδών πρώτης ανάγκης σε ένδυση, διατροφή και οικιακό εξοπλισμό. Αυτονόητα, θα έπρεπε να ληφθεί μέριμνα για την εξάλειψη του φαινομένου των ελλείψεων με τις ατελείωτες ουρές έξω από τα καταστήματα των αστικών κέντρων, τις λίστες πολύμηνης αναμονής, το παραεμπόριο, κλπ.

Ωστόσο, ενώ όλα αυτά είχαν διακηρυχθεί ως κατευθυντήριες οδηγίες της μεταρρύθμισης, στην πράξη ελάχιστα πράγματα έγιναν σ’ αυτή την κατεύθυνση. Η εισαγωγή τεχνολογιών αυτοματισμού από τη Δύση και η αφομοίωσή τους από τις σοβιετικές επιχειρήσεις στην οποία προσέβλεπαν οι ιθύνοντες του προγράμματος πρακτικά δεν προχώρησε καθόλου. 32

Ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός της σοβιετικής βιομηχανίας με εισαγωγές από τη Δύση, δεν ήταν βέβαια μια εύκολη υπόθεση, στις συνθήκες της εποχής, δεδομένης της απόλυτα εχθρικής στάσης των ΗΠΑ απέναντι σ’ αυτό που αποκαλούσαν «αυτοκρατορία του κακού», και των δημοσιονομικών περιορισμών της Σοβιετικής Ένωσης, σε μια συγκυρία μεγάλης πτώσης των διεθνών τιμών του αργού πετρελαίου. Η υπόθεση ωστόσο έγινε ακόμα πιο δύσκολη λόγω της απροθυμίας της κρατικής γραφειοκρατίας να συνδράμει αυτό το έργο. Οι πολιτικοί ηγέτες της μεταρρύθμισης δεν μπόρεσαν (και κυρίως δεν θέλησαν) να συγκρουστούν με τη «συντηρητική» κρατική και κομματική γραφειοκρατία, αλλά ούτε και με τις πρακτικές μαφίας που αναπτύσσονταν σ’ ένα περιβάλλον ελλείψεων, ηθικής παρακμής, και εξασθενημένου δικαιϊκού συστήματος, πρακτικές μέσω των οποίων οι κρατικές αποθήκες και τα δημόσια ταμεία αποτελούσαν αντικείμενο καθημερινής λεηλασίας.

Στις συνθήκες αυτές, τα συνθήματα του τεχνολογικού εκσυγχρονισμού και αυτό ακόμα της προβληματικής «επιτάχυνσης» έμειναν κενό γράμμα. Οι ελλείψεις και οι ουρές έξω από τα εμπορικά καταστήματα παρέμειναν μια καθημερινή πραγματικότητα, ενώ από την άλλη μεριά, οι ίδιοι άνθρωποι, «αξιοποιώντας» τις νέες ευκαιρίες, συνέχιζαν να πλουτίζουν και να βρίσκονται στις ίδιες θέσεις εξουσίας σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Πολύ φυσικά, οι όποιες ελπίδες είχαν καλλιεργήσει οι επίσημες εξαγγελίες του 1985 και του 1986 έδωσαν τη θέση τους σε μια ακόμα απογοήτευση, δίπλα σ’ αυτήν που είχε προκαλέσει η αποτυχία των προηγούμενων μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων. Και από το 1988 και μετά, όταν η κατάσταση επιδεινώθηκε και άρχισαν να εμφανίζονται επιχειρήσεις που αδυνατούσαν να πληρώσουν τους μισθούς των εργαζομένων τους, να οργανώνονται εργατικές απεργίες και η Κυβέρνηση να τρέχει έντρομη να πληρώνει τους μισθωτούς με κρατικά κονδύλια, για να αποφύγει την κοινωνική κατακραυγή, η απογοήτευση παραχώρησε τη θέση της στην οργή και την αγανάκτηση.


5.3. Ολοταχώς προς την οικονομία της αγοράς


Από τα μέσα του 1989 γίνεται απόλυτα σαφές ότι το πρόγραμμα των μέχρι τότε μεταρρυθμίσεων δεν κατόρθωσε να ανασχέσει την πορεία προς τη μηδενική ανάπτυξη : Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας, οι μέσοι ετήσιοι ρυθμοί ανάπτυξης του καθαρού εθνικού προϊόντος (που αντιστοιχεί στο ΑΕΠ εξαιρουμένων των υπηρεσιών) κινήθηκαν πτωτικά από 10,3% τη δεκαετία του 1950, σε 7% τη δεκαετία του 1960, 4,9% τη δεκαετία του 1970, 3,6% την πενταετία 1981-85, φτάνοντας το 2,7% την πενταετία 1986-1990. Ακόμα πιο δυσμενείς είναι οι εκτιμήσεις ανεξάρτητων αρχών (Chmelov) που υιοθετήθηκαν το 1990 από εκθέσεις της τότε ΕΟΚ, σύμφωνα με τις οποίες οι ρυθμοί ανάπτυξης του καθαρού προϊόντος της ΕΣΣΔ για τις αντίστοιχες περιόδους μέχρι το 1985 ήταν 9,3%, 4,2%, 2,1% και 0,6%. 33

Στις συνθήκες αυτές, από το φθινόπωρο του ιδίου έτους, εξαγγέλλονται από διάφορες κατευθύνσεις προτάσεις και προγράμματα, που σαν κοινό παρονομαστή έχουν την ανάγκη επιτάχυνσης των μεταρρυθμίσεων σε μια κατεύθυνση που δεν είναι πλέον αυτή του εξορθολογισμού της λειτουργίας της «σοσιαλιστικής οικονομίας», αλλά μάλλον η ανατροπή των θεμελιωδέστερων αρχών της. Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί εδώ ότι ουσιαστικά, καμιά από αυτές τις προτάσεις και εξαγγελίες δεν υλοποιήθηκε, προφανώς γιατί δεν υπήρχε ο ανάλογος πολιτικός και κοινωνικός συσχετισμός δυνάμεων που απαιτούνταν για την επιβολή τους. Η «ριζοσπαστικοποίηση» της άλλοτε ηγεμονικής ομάδας υπό τον Γκορμπατσόφ σε ποικίλες κατευθύνσεις συνδυάστηκε με την ανάδυση πολλαπλών κέντρων εξουσίας, ομοσπονδιακών και περιφερειακών με μηδενική συνισταμένη. 34

Η αρχή γίνεται από τον αντιπρόεδρο του Συμβουλίου Υπουργών και υπεύθυνο για τη μεταρρύθμιση, Μ. Αμπάλκιν, που στα τέλη του 1989 προβαίνει σε δηλώσεις υπέρ μιας επιτάχυνσης του προγράμματος, επιμένοντας συγκεκριμένα στην ανάγκη μιας αποφασιστικής προώθησης της απελευθέρωσης των τιμών. Στο πνεύμα αυτών των συστάσεων, ακολούθησε στις αρχές του 1990 η εξαγγελία ενός προγράμματος μεταρρυθμίσεων στην προοπτική μετάβασης στην οικονομία της αγοράς από τον ίδιο τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Υπουργών, Α. Ρίκοφ, που προέβλεπε ένα μεταβατικό πρόγραμμα συγκρατημένης αύξησης των τιμών των βασικών καταναλωτικών αγαθών μέχρι την πλήρη απελευθέρωσή τους, και το οποίο θα συνοδευόταν από ένα πρόγραμμα μερικής τιμαριθμικής αναπροσαρμογής των μισθών, που θα κάλυπτε μέχρι το 70% της αύξησης αυτών των τιμών στο διάστημα αυτό, και το 100% της αύξησης της τιμής του ψωμιού, το οποίο κατέγραφε αυξήσεις της τάξης του 300% μέσα σε διάστημα εννέα μηνών. Ελλείψει της απαιτούμενης συναίνεσης, το σχέδιο Ρίκοφ έμεινε ανεφάρμοστο.

Παράλληλα, άρχισαν να εμφανίζονται μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες και στο επίπεδο των ομόσπονδων δημοκρατιών, που διεκδικούσαν αρχικά ένα καθεστώς αυτονομίας, και στη συνέχεια την πλήρη ανεξαρτησία τους από τη Μόσχα. Μια τέτοια πρωτοβουλία προερχόταν από τη Ρωσική Δημοκρατία του Γέλτσιν και ομάδα ειδημόνων υπό τον Ακαδημαϊκό Στ. Σατάλιν, η οποία πρότεινε ένα πρόγραμμα 500 ημερών για τη μετάβαση σε καθεστώς ελεύθερης αγοράς, πρόγραμμα που θα ακολουθούσε, εφ’ όσον γινόταν δεκτό, αποκλειστικά η Ρωσική Δημοκρατία (Broclawski, 1992). Δεν έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να αναφερθούμε στις λεπτομέρειες αυτού του προγράμματος, αφού, παρ’ ότι αρχικά προσυπογράφηκε από τους Γέλτσιν και Γκορμπατσόφ, και στη συνέχεια ψηφίστηκε από το Ρωσικό Κοινοβούλιο στις αρχές Σεπτεμβρίου προκειμένου να τεθεί σε εφαρμογή αρχές Οκτωβρίου, (και στη συνέχεια αναβλήθηκε για αρχές Νοεμβρίου), ουδέποτε εφαρμόστηκε. Την ίδια τύχη είχε και ένα παρόμοιο πρόγραμμα που συντάχθηκε από ομάδα υπό τον Αγκανμπεγκιάν με την προοπτική να εφαρμοστεί στο σύνολο της ΕΣΣΔ. Οι εκπρόσωποι της Ρωσικής Δημοκρατίας επέμεναν στην επέκταση της εφαρμογής του δικού τους σχεδίου στο επίπεδο της Ένωσης, θεωρώντας ότι η πρόταση Αγκανμπεγκιάν για πλήρη τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών, την οποία είχε υπερψηφίσει το Σοβιετικό Κοινοβούλιο θα εξακόντιζε τον πληθωρισμό στα ύψη…


5.4. Ο επίλογος του 1991


Η πλήρης μεταστροφή του κλίματος σε βάρος των μεταρρυθμίσεων σφραγίστηκε με δυο από τις πιο άστοχες κυβερνητικές παρεμβάσεις οικονομικού χαρακτήρα στις αρχές του 1991.

Στις 22 Ιανουαρίου του 1991, ο Πρόεδρος Γκορμπατσόφ υπογράφει διάταγμα του Πρωθυπουργού, πρώην Υπουργού οικονομικών και μελλοντικού υποστηρικτή του πραξικοπήματος του Αυγούστου, Βαλεντίν Παβλόφ, με το οποίο αποσύρονται άμεσα από την κυκλοφορία όλα τα χαρτονομίσματα των 50 και 100 ρουβλίων που είχαν εκδοθεί το 1961. 35 Σημειωτέον ότι λίγες μέρες πριν ο ίδιος ο Παβλόφ είχε αρνηθεί δημοσίως ότι υπάρχει ενδεχόμενο λήψης κάποιου τέτοιου μέτρου. Ο Παβλόφ προσέφυγε σ’ αυτό το μέτρο αθέμιτης κατάσχεσης ρευστού χρήματος από τους πολίτες, ανεξάρτητα από την οικονομική τους κατάσταση, σε μια προσπάθεια να περιορίσει την ποσότητα χρήματος που κυκλοφορούσε στην αγορά από δραστηριότητες λαθρεμπορίου, παράνομων εισαγωγών, εμπορίου μη γνήσιων προϊόντων, κλπ., και η οποία κατά τη γνώμη του τροφοδοτούσε ένα πληθωρισμό εκτός ελέγχου. Τα χρήματα που κατασχέθηκαν μ’ αυτό τον τρόπο, υποτίθεται ότι θα επενδύονταν στην παραγωγή αγαθών σε έλλειψη. Ανεξάρτητα από τα πενιχρά αποτελέσματα που είχε η εφαρμογή αυτού του μέτρου (αποσύρθηκαν από την κυκλοφορία κάπου 16 εκατομμύρια ρούβλια, ενώ το μέτρο στόχευε στη συγκέντρωση τουλάχιστον 80 εκατομμυρίων), αλλά και τις θεωρητικές αντιλήψεις που το στήριζαν, 36 το επεισόδιο αυτό αποτελεί μια απτή απόδειξη - ομολογία της αδυναμίας των σοβιετικών αρχών της εποχής να ελέγξουν το οικονομικό έγκλημα και να επιβάλουν τη λειτουργία ενός στοιχειώδους κράτους δικαίου. Περαιτέρω, το ίδιο το μέτρο, ενδεικτικό των προσανατολισμών των σοβιετικών αρχών της εποχής αποκλειστικά στον στόχο μιας νομισματικής σταθεροποίησης, με την ελπίδα ότι αυτή θα οδηγήσει στην αναθέρμανση των επενδύσεων και της βιομηχανικής παραγωγής, 37 έδωσε την εικόνα μιας αναξιόπιστης κυβέρνησης απογυμνωμένης από κάθε κύρος. 38

Υπό την πίεση των συνεχιζόμενων αρνητικών εξελίξεων των μακροοικονομικών δεικτών (το 1990 καταγράφηκε για πρώτη φορά μεταπολεμικά μείωση του ετήσιου καθαρού εθνικού προϊόντος ίση με 4%), και των εκθέσεων των διεθνών οργανισμών που καλούσαν σε λήψη άμεσων ριζικών μέτρων, ιδίως όσον αφορά την αναπροσαρμογή των τιμών, δύο μήνες αργότερα, η κυβέρνηση Παβλόφ εξήγγειλε ένα νέο πρόγραμμα αναθεώρησης των τιμών. Από 1ης Απριλίου, θα απελευθερώνονταν θεωρητικά πλήρως οι τιμές του 30% των καταναλωτικών προϊόντων, θα ρυθμίζονταν οι τιμές του 15% αυτών, ενώ θα πάγωναν οι τιμές του υπόλοιπου 55%. Παράλληλα, θα καταργείτο κάθε κρατική επιδότηση των τιμών πώλησης αυτών των προϊόντων, ενώ από 1ης Ιουλίου θα ανατιμούνταν κατά 40% οι αξίες των καταθέσεων ταμιευτηρίου. Το μέτρο αυτό, που εκτιμήθηκε ότι θα οδηγούσε σε μια μέση άνοδο των τιμών κατά 70-80% παρουσιάστηκε ως μηδενικού δημοσιονομικού κόστους, αφού τα κονδύλια των επιδοτήσεων των προϊόντων θα διατίθεντο πλέον ως επιδόματα για τη στήριξη της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών.

Ωστόσο, τα μέτρα αυτά δεν μπορούν να αλλάξουν σε τίποτα μια ιδιαίτερα δυσμενή συγκυρία. Μετά την αρκετά ικανοποιητική σοδειά του 1990, τα αποτελέσματα της αγροτικής παραγωγής του 1991 καταγράφονται ως απογοητευτικά. Οι στατιστικές αρχές εκτιμούν ότι για το 1991 η μείωση του όγκου της αγροτικής παραγωγής σιτηρών (165 εκ. τόννοι) σε σχέση με το 1990 αγγίζει το 30%. Ο όγκος των κρατικών παραδόσεων φτάνει μόλις τους 38,5 εκ. τόνους, και υπολείπεται σημαντικά των αναγκών των αστικών κέντρων. Το έλλειμμα που πρέπει να καλυφθεί από εισαγωγές σιτηρών εκτιμάται σε 40 εκ. τόνους. Η ποσότητα αυτή δεν είναι πρωτοφανής για τα δεδομένα της ΕΣΣΔ (το 1981 οι ανάγκες σε σιτηρά που καλύφθηκαν από εισαγωγές ανέρχονταν σε 47,3 εκ. τόνους), σημειώνεται ωστόσο σε μια συγκυρία εξαιρετικής συναλλαγματικής στενότητας.

Καθώς η γενική άνοδος των τιμών ξεπερνάει τις προβλέψεις και αγγίζει τα επίπεδα του 90%, και η πορεία του καθαρού εθνικού προϊόντος για το 1991 οδηγείται σ’ ένα αδιανόητο -17%, η αδυναμία των κρατικών αρχών να ανταποκριθούν στις δεσμεύσεις τους για πληρωμή των παραγωγών είτε σε υλικά μέσα παραγωγής, καταναλωτικά προϊόντα, είτε σε μετατρέψιμο συνάλλαγμα, οδηγεί σε φαινόμενα παρακράτησης μέρους της σοδειάς από τους αγρότες, γεγονός που δυσκολεύει ακόμα περισσότερο την τροφοδοσία των αστικών κέντρων, αλλά και διαβρώνει το όποιο κύρος των σοβιετικών αρχών.

H υπερβολική (σε σχέση με τις αντοχές του συστήματος) εκτύπωση χρήματος για την κάλυψη των υποχρεώσεων του κράτους οδηγεί τελικά στην πλήρη αποσταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών. Το έλλειμμα του κρατικού (ομοσπονδιακού) προϋπολογισμού για το 1991 εκτιμάται σε 200 δις ρούβλια, όταν για το 1990 ήταν μόλις 58 δις. Η έκρηξη αυτή του ελλείμματος του κεντρικού προϋπολογισμού οφείλεται εν μέρει και στην άρνηση των ομοσπονδιακών Δημοκρατιών να μεταφέρουν τα διαθέσιμά τους προς την κεντρική υπηρεσία. Το σωρευτικό έλλειμμά τους για το 1991 εκτιμάται σε 100 δις ρούβλια, με αποτέλεσμα το συνολικό δημόσιο έλλειμμα να φτάνει το 25% του καθαρού ετήσιου προϊόντος.

Τέλος, η αξιόλογη βελτίωση του ελλείμματος εμπορικών συναλλαγών λόγω του σημαντικού περιορισμού των εισαγωγών σε συνθήκες ύφεσης (45% συνολικά) έναντι μιας μείωσης των εξαγωγών κατά 30%, που οδήγησε σε ένα τελικό πλεόνασμα εμπορικών συναλλαγών κατά 4 δις δολ. και μια συνολική μείωση του δημόσιου ελλείμματος κατά περισσότερο από 2 δις δολάρια σε σχέση με το 1990, δεν βελτίωσε ουσιαστικά τη συνολική εικόνα. Το συσσωρευμένο δημόσιο χρέος της ΕΣΣΔ έφτασε τα 70 δις δολ. και η εξυπηρέτησή του μόνο για το 1991 κόστισε 12 δις. δολάρια. 39



1989

1990

1991

1992

Ρυθμός αύξησης του Καθαρού εθνικού προϊόντος (%)

2,4

-4

-17

-18

Πληθωρισμός

2,0

5,3

91

2000

Ισοζύγιο εμπορικών συναλλαγών (δις δολ.)

0,4

-5,1

-2,9

-9,0

Πηγή : ΟΟΣΑ, Perspectives économiques, Dec. 1992.


Σ’ ένα τέτοιο ζοφερό μακροοικονομικό περιβάλλον, που γινόταν ακόμα πιο καταθλιπτικό από την έξαρση των εθνικιστικών εξεγέρσεων σ’ όλη την έκταση της ΕΣΣΔ, και την εκδήλωση των πιο τυχοδιωκτικών πρωτοβουλιών όπως αυτή του πραξικοπήματος του Αυγούστου, η πορεία προς την χρεοκοπία του όλου εγχειρήματος και τη διάλυση της ΕΣΣΔ φαινόταν αναπότρεπτη. Αξίζει ωστόσο να υπογραμμιστεί ότι όπως φάνηκε και από τη συνοπτική επισκόπηση της διετίας 1990-91, οι πολιτικές συγκρούσεις αυτής της περιόδου δεν αφορούσαν την υπεράσπιση κάποιας κομμουνιστικής ορθοδοξίας από τους αιρετικούς μεταρρυθμιστές (η ιστορία αυτή είχε λήξει από το ’89 με την υιοθέτηση του στόχου της οικονομίας της αγοράς από όλες τις μερίδες της εξουσίας), αλλά το κατά πόσο αυτή η μετάβαση θα γινόταν ελεγχόμενα από τον κομματικό μηχανισμό της γραφειοκρατίας, ή θα αφηνόταν στην εκκαθαριστική λειτουργία της απελευθερωμένης αγοράς, και με τους ρυθμούς που θα επέλεγε η κάθε Δημοκρατία. Υπ’ αυτή την έννοια, οι συγκρούσεις αυτές ήταν πραγματικά «μια μάχη για την ιδιοκτησία και την εξουσία» (Chauvier, 1991, Κυπριανίδης, 1991).

Όταν, πολύ σύντομα, εξ αιτίας της επισιτιστικής κρίσης του 1991, οι Δημοκρατίες κατέφυγαν συχνότερα από κάθε άλλη φορά στο παρελθόν στο μέτρο της έκδοσης κουπονιών ως συμπλήρωμα της αμοιβής των μισθωτών(Broclawski, 1992), όταν ταυτόχρονα αποδείχτηκε ότι μεταξύ των ομόσπονδων Δημοκρατιών δεν υπήρχε η δυνατότητα μιας ελάχιστης συνεννόησης για τη χάραξη μιας κοινής πολιτικής σε ζητήματα διαχείρισης της κρίσης, και όταν πλέον δεν τηρούνταν ούτε οι συμφωνίες σε σχέση με τη μη επιβολή φορολογικών δασμών στην κυκλοφορία εμπορευμάτων μεταξύ των Δημοκρατιών, που είχαν υπογραφεί πριν από λίγες μέρες (συμφωνίες της 18ης Οκτωβρίου), η διάλυση ήταν ήδη πραγματικότητα.

Ωστόσο, η ιστορία της τελευταίας μεταρρυθμιστικής απόπειρας της ΕΣΣΔ και της ίδιας της ΕΣΣΔ δεν τελειώνει με τη διάλυσή της. Θα ήταν σαν να ξεχνούσαμε αυτό που προετοιμάστηκε και αναδείχτηκε μέσα από τα συντρίμμια της: Μιλάμε για την ανάδυση στο σύνολο των δεκαπέντε ανεξάρτητων πλέον κρατών που απάρτιζαν την ΕΣΣΔ, με μικρότερες ή μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις, βαθιά συντηρητικών καθεστώτων νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, στο πλαίσιο του οποίου η επανασύνδεση της νομής και της κυριότητας των μέσων παραγωγής με τη (νομική) ιδιοκτησία τους συνδυάστηκε με μια σπάνιας έκτασης αναδιανομή κοινωνικού πλούτου και εξουσίας υπέρ των κυρίαρχων, και εν δυνάμει, την ανάκληση κάθε κοινωνικού συμβολαίου.


6. Συζήτηση περί των ορίων των μεταρρυθμιστικών εγχειρημάτων της σοβιετικής οικονομίας


Aν και το υπαινιχτήκαμε σε διάφορα σημεία του άρθρου, είναι σκόπιμο να επαναλάβουμε και σ’ αυτήν την τελευταία ενότητα, ότι η κρίση και το αδιέξοδο που εμφανίστηκε στην τελευταία περίοδο της ιστορίας της ΕΣΣΔ, στην πορεία της από την ταχύρρυθμη εκβιομηχάνιση της δεκαετίας του 1930 προς τη μηδενική ανάπτυξη της δεκαετίας του 1980, δεν ήταν η αναπόφευκτη συνέπεια της εφαρμογής της ιδέας του κεντρικού σχεδιασμού καθαυτού, όπως δεν ήταν συνέπεια του ότι μια σωστή γενικά ιδέα εφαρμόστηκε με έναν τρόπο που έπασχε στις λεπτομέρειές του.

Ακόμα, η αναγκαία μεταρρύθμιση της κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας της ΕΣΣΔ που έγινε αισθητή τρεις δεκαετίες πριν από την κατάρρευσή της, δεν ήταν αυταπόδεικτα μια μεταρρύθμιση στην κατεύθυνση της χαλάρωσης του κεντρικού σχεδιασμού και της εισαγωγής στοιχείων φιλελευθερισμού και οικονομίας της αγοράς. Δεν είναι ο κεντρικός σχεδιασμός καθαυτός η αιτία της χρεοκοπίας.

Ασφαλώς, ειδικά στην τελευταία απόπειρα ριζικής μεταρρύθμισης του συστήματος, υπό τον Γκορμπατσόφ, έπαιξαν τον ρόλο τους οι αστάθειες του μεταβατικού διαστήματος, με τη συνύπαρξη των δυο αντιφατικών μορφών οργάνωσης, της αγοράς και του σχεδίου. Ωστόσο, σε τελευταία ανάλυση, η αποτυχία του σοβιετικού «μοντέλου», και όλων των κατά καιρούς προγραμμάτων μεταρρύθμισής του, είναι πριν απ’ όλα η αποτυχία ενός αυταρχικού μοντέλου οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας, στο πλαίσιο ενός ταξικού εκμεταλλευτικού καθεστώτος, στο οποίο μεταμορφώθηκε η επανάσταση του 1917 προς τα τέλη της δεκαετίας του 1920, και το οποίο σε καμιά στιγμή δεν έδειξε να εμπιστεύεται την πρωτοβουλία και την ενεργητική συμμετοχή των εκατομμυρίων απλών εργαζόμενων, όπως δεν επεδίωξε ποτέ να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους.

Είκοσι χρόνια πριν από την κατάρρευση του 1991, το παρακάτω εκτενές απόσπασμα ανοιχτής επιστολής του Σαρλ Μπετελέμ – μέρος ενός δημόσιου διαλόγου του με τον Πωλ Σουήζυ, που γράφτηκε με αφορμή τις μεταρρυθμίσεις της εποχής εκείνης (1965-70) σε Τσεχοσλοβακία και ΕΣΣΔ –, μπορεί να ιδωθεί όχι μόνο ως μια καίρια κριτική του σοβιετικού μοντέλου, αλλά και ως μια αναδρομική κριτική κάθε απόπειρας ανανέωσης ή μεταρρύθμισής του μέσω της αντικατάστασης μέρους του γραφειοκρατικά οργανωμένου σχεδίου από στοιχεία της ελεύθερης αγοράς, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας που αναπτύσσεται εν ονόματι των απλών εργαζόμενων, αλλά στην ουσία οργανώνεται συνήθως εις βάρος τους, και πάντα ερήμην τους.


«Για να επανέλθω στο σημείο αφετηρίας μου, θα έλεγα ότι η άποψη ότι η “αντίθεση αγορά / σχέδιο” θα μπορούσε να αποτελεί τη θεμελιώδη αντίφαση της μεταβατικής περιόδου (κάτι το οποίο πίστευα και εγώ ο ίδιος στο παρελθόν) σημαίνει:

1ον ότι παραμένουμε στο έδαφος των μορφών, και επομένως οδηγούμαστε συνεχώς στο να ερμηνεύουμε μια σειρά φαινομένων των πραγματικών αντιφάσεων όχι ως παράγωγα αυτών των αντιφάσεων, αλλά ως παράγωγα της σύγκρουσης μεταξύ “αγοράς” και “σχεδίου”,

2ον ότι παραμένουμε δέσμιοι αυτού που ο Λένιν αποκάλεσε “οικονομισμό”, γιατί ευνοούμε μια αντίφαση η οποία τυπικά εμφανίζεται ως οικονομική αντίθεση, και εξ αυτού, λησμονούμε το ουσιώδες: την πάλη των τάξεων,

3ον ότι αρνούμαστε να αναζητήσουμε την κύρια αντίφαση της κάθε φάσης, την ανάλυση της ανάπτυξής της και τη μετατόπιση της κύριας πλευράς της.

Μ’ αυτό τον τρόπο, οδηγούμαστε στο να αποδώσουμε στην “αγορά” ή στο “σχέδιο” ενδοφυείς “αρετές” ή “ιδιότητες”. Μ’ αυτό τον τρόπο οδηγούμαστε στο να αποσυνδέσουμε τα πιθανά αποτελέσματα της ανάπτυξης των εμπορευματικών σχέσεων ή των σχέσεων σχεδιασμού (που αποτελούν μέρος των κοινωνικών σχέσεων που καλούμαστε να αναλύσουμε) από τις πολιτικές συνθήκες εντός των οποίων αναπτύσσονται αυτές οι σχέσεις. Γιατί, μόνο οι πολιτικές αυτές συνθήκες, δηλαδή οι ταξικές σχέσεις, αποδίδουν μια συγκεκριμένη, πραγματική σημασία στην ανάπτυξη σε μια δεδομένη στιγμή της μιας ή της άλλης οικονομικής μορφής, εφ’ όσον βέβαια γνωρίζουμε ότι η πορεία προς το σοσιαλισμό απαιτεί την εξάλειψη των εμπορευματικών σχέσεων και την αντικατάστασή τους από σοσιαλιστικές σχέσεις (καθώς οι “ σχέσεις σχεδιασμού” αποτελούν μόνο μια μορφή αυτών των σχέσεων, και μάλιστα μια μορφή που μπορεί να αντιστοιχεί σε κάτι τελείως διαφορετικό από τις σοσιαλιστικές σχέσεις: θα επανέλθω σ’ αυτό το σημείο).

Με δυο λόγια, θα πρέπει επομένως να διατυπώσουμε τα πράγματα όχι με όρους “σχεδίου” και “αγοράς”, αλλά διαφορετικά. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αν το “σχέδιο” εν γένει, δεν αποτελεί τον “πόλο” μιας κύριας αντίθεσης, ο άλλος πόλος της οποίας θα ήταν η “αγορά”, αυτό οφείλεται στο ότι η πραγματική αντίθεση (αυτή που υποδηλώνει η “αντίθεση σχεδίου / αγοράς” στο επίπεδο της ιδεολογίας, και την ύπαρξη της οποίας επισημαίνει, ενώ ταυτόχρονα τη συγκαλύπτει) είναι αυτή της κυριαρχίας ή της μη κυριαρχίας των παραγωγών επί των συνθηκών και των αποτελεσμάτων της δραστηριότητάς τους.

Είναι αναμφίβολο ότι η ύπαρξη εμπορευματικών σχέσεων αποτελεί εμπόδιο στην κυριαρχία των παραγωγών επί των προϊόντων τους και ότι η πλήρης ανάπτυξη αυτών των σχέσεων οδηγεί στην κυριαρχία της αστικής τάξης επί των άμεσων παραγωγών, και επομένως στη μη-κυριαρχία των συνθηκών ύπαρξής τους. Είναι επομένως αναμφισβήτητο ότι η εξάλειψη των εμπορευματικών σχέσεων περιλαμβάνεται στα ιστορικά καθήκοντα που θα πρέπει να φέρει σε πέρας το προλεταριάτο στην πορεία οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Ωστόσο, είναι επίσης γεγονός ότι αυτή η εξάλειψη δεν μπορεί να είναι μια “κατάργηση”: δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο εκτός από το αποτέλεσμα ενός αγώνα που θα πρέπει να δοθεί στο πολιτικό, στο ιδεολογικό και στο οικονομικό μέτωπο, γιατί στην εξάλειψη των εμπορευματικών κατηγοριών ορθώνονται ιδεολογικά και πολιτικά όρια, όπως και νομικές σχέσεις (αυτές, που όπως θυμάστε, υπέδειξε ο Μαρξ στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα) αλλά και οικονομικά όρια, που συνδέονται με την κατάσταση της δομής σχέσεις παραγωγής / παραγωγικές δυνάμεις (γεγονός που εξηγεί γιατί, για παράδειγμα στην Κίνα σήμερα, δεν έχουν εξαλειφθεί οι εμπορευματικές σχέσεις, το χρήμα και οι τιμές). Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο, η εξάλειψη των εμπορευματικών σχέσεων αποτελεί ένα ιστορικό καθήκον.

Ωστόσο, και εδώ ακριβώς είναι ένα άλλο σημείο που το θεωρώ απολύτως ουσιώδες, η ύπαρξη αυτού του καθήκοντος και η ιστορική του σημασία δεν θα πρέπει με κανένα απολύτως τρόπο να μας κάνουν να ξεχάσουμε ότι ένα “σχέδιο” και οι σχέσεις σχεδιασμού ενδέχεται επίσης να απαγορεύσουν την κυριαρχία των παραγωγών επί των αποτελεσμάτων της δραστηριότητάς τους.

Η τελευταία αυτή υπόδειξη συνεπάγεται κάτι που είχαμε επί πολλά χρόνια λησμονήσει, ότι δηλαδή είναι δυνατόν να υπάρχει ένας αστικός “σχεδιασμός”, και ένα αστικό “σχέδιο”, όπως είναι δυνατόν να υπάρξει ένας προλεταριακός ή σοσιαλιστικός “σχεδιασμός”, και ένα προλεταριακό ή σοσιαλιστικό “σχέδιο”.

Ο αστικός “σχεδιασμός” έχει ένα εν μέρει μυθικό χαρακτήρα, δεν παύει ωστόσο να αποτελεί εργαλείο της αστικής πολιτικής.

Όταν ταυτίζουμε το “σχέδιο” με το σοσιαλισμό και την “αγορά” με τον καπιταλισμό ( κάτι που αληθεύει μόνο ως τάση), βοηθάμε την αστική τάξη (και κυρίως τη σοβιετική αστική τάξη) να ασκήσει την κυριαρχία της, υπό το κάλυμμα ενός “σχεδίου”, εν ονόματι του οποίου αφαιρεί κάθε δικαίωμα έκφρασης στις υπό εκμετάλλευση τάξεις, και με τη βοήθεια του οποίου η εκμετάλλευση των μαζών είναι δυνατόν να επιδεινωθεί περισσότερο.

Επίσης, και αυτό το σημείο μου φαίνεται επίσης θεμελιώδες, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε σαφώς ότι μόνο υπό ορισμένες κοινωνικές, πολιτικές και ιδεολογικές συνθήκες ένα σχέδιο αποτελεί εργαλείο της κυριαρχίας των παραγωγών επί των συνθηκών και των αποτελεσμάτων της εργασίας τους. Προκειμένου να παίξει το σχέδιο αυτό το ρόλο, είναι απαραίτητο να συνταχθεί και να εφαρμοστεί στη βάση της πρωτοβουλίας των μαζών, επομένως θα πρέπει να συμπυκνώνει και να συντονίζει τις εμπειρίες και τις προσδοκίες τους. Ο συντονισμός αυτός, για να είναι πραγματικός, θα πρέπει προφανώς να εξασφαλίζει τον συνυπολογισμό των γενικών τεχνικών και οικονομικών απαιτήσεων και των συνολικών αντικειμενικών δυνατοτήτων. [...] Μ’ αυτό τον τρόπο, το σχέδιο γίνεται ένα “συμπύκνωμα” της βούλησης και των επιδιώξεων των μαζών, και των ορθών ιδεών τους.

Αν ένα σχέδιο δεν είναι αυτό το “συμπύκνωμα”, είναι ένα αστικό “σχέδιο”, δεν είναι σοσιαλιστικό σχέδιο. Δεν είναι το αντίθετο της αγοράς, αλλά το συμπλήρωμά της ή το προσωρινό “υποκατάστατό” της. […]

Τα όσα προηγήθηκαν σημαίνουν ότι αυτό που είναι αποφασιστικής σημασίας – από την άποψη του σοσιαλισμού – δεν είναι ο τρόπος “ρύθμισης” της οικονομίας, αλλά η ίδια η φύση της τάξης που βρίσκεται στην εξουσία. Ακόμα, με διαφορετικούς όρους, το θεμελιώδες ζήτημα δεν είναι ο έλεγχος της οικονομίας από το “σχέδιο” – άρα και από το “κράτος” – αλλά η φύση της τάξης που ασκεί την εξουσία. Αν αποδώσουμε πρώτιστη σημασία στο ρόλο της διεύθυνσης του κράτους επί της οικονομίας, υποτιμάμε το ρόλο της φύσης της τάξης που βρίσκεται στην εξουσία, επομένως αφήνουμε στην άκρη το ουσιώδες.

Ο χαρακτήρας του ιδεολογικού ζεύγους “σχέδιο / αγορά” ή “αγορά / κράτος” εμφανίζεται ακριβώς στο γεγονός ότι οι όροι ενός τέτοιου ζεύγους υπαινίσσονται μόνο τις πραγματικές αντιθέσεις, ενώ υποδηλώνουν σχέσεις συμπληρωματικής φύσης. Μάλιστα, στο οικονομικό επίπεδο, η ύπαρξη της αγοράς (ουσιαστικά, των εμπορευματικών σχέσεων) αποτελεί μια συνθήκη ενδεχομενικότητας της αστικής κυριαρχίας, ενώ στο πολιτικό επίπεδο, το κράτος, ως μορφή ύπαρξης της πολιτικής εξουσίας αποτελεί επίσης συνθήκη ενδεχομενικότητας της αστικής κυριαρχίας. Από αυτή την άποψη, “αγορά” και “κράτος” κατά βάθος δεν αντιπαρατίθενται αλλά αλληλοσυμπληρώνονται : ο κύριος ρόλος ανατίθεται πότε στο ένα και πότε στο άλλο, ανάλογα με τη φύση των οικονομικών, των κοινωνικών και των πολιτικών αντιθέσεων της κάθε στιγμής…». 40 (Όλες οι υπογραμμίσεις είναι του Σ. Μπετελέμ).



Bιβλιογραφία


Aganbegyan, A. (1987), Acceleration: a turning point, Social Science Today, Moscow.

Broclawski, J.-P. (1992), Les projets de réforme en URSS et en Russie depuis 1985, Economie et Statistique, no 260: 9-18. Paris; https://www.persee.fr/doc/estat_0336-1454_1992_num_260_1_5698#

Chavance, B. (1989), Le système économique soviétique de Brejnev à Gorbatchev, Nathan, Paris.

- (1994a), L’économie mixte de transition post-socialiste, Cahiers du CEFRES no 3f. https://shs.hal.science/halshs-01169401/document

- (1994b), La fin des systèmes socialistes, Crise, Reforme et transformation, L’Harmattan, Paris.

Chauvier, J.-M. (1991), Les batailles à venir, Le Monde Diplomatique, Septembre.

- (2005), Retour, vingt ans après, sur la perestroïka gorbatchévienne, Le Monde Diplomatique, Juin.

Cliff, T. (1961), 22nd Congress (November 1961), Socialist Review, Nov., London, https://www.marxists.org/archive/cliff/works/1961/11/22congress.htm

Gèse, F. (1981), La crise en son jeu triangulaire, Le Monde Diplomatique, Juin, Paris.

Gorbatchev, M. (1987a), La restructuration radicale de la gestion de l’économie nationale et les taches du Parti, Discours au Comité central, 25 juin 1987, Etudes Soviétiques, no 472 (supplément).

- (1987b), Parti de la Révolution, Parti de la Restructuration, Discours de Leningrad du 13/10/1987, Agence Novosti, Moscou.

Huber-Rodier, J. (1991), Michail Gorbatchef plaide pour une vaste réforme de l’économie, Les Echos, 22 Oct., https://www.lesechos.fr/1991/10/mikhail-gorbatchev-plaide-pour-une-vaste-reforme-de-leconomie-955308

Ivanof, I. (1987), Restructuring the Mechanism of Foreign Economy Relations in the USSR, Soviet Economy, vol. 3, no 3.

Lewin, M. (2003a), L’homme qui voulait reformer l’URSS, Le Monde Diplomatique, Mars, Paris.

- (2003b), Le siècle soviétique, Le Monde Diplomatique-Fayard, Paris.

Liberman, E.G. (1974), Methoden der Wirtschaftslenkung im Sozialismus. Ein Versuch uber die Stimulierung der gesellschaftlichen Produktion, Suhrkamp, Frankfurt.

Linz, S. (1988), Managerial Autonomy in Soviet Times, Soviet Studies ; Vol. 40, no 2, Apr.

Motamed-Nejad, R. (1995), Bernard Chavance, la fin des systèmes socialistes, Revue d’études comparatives Est-Ouest, 26-4, https://www.persee.fr/doc/receo_0338-0599_1995_num_26_4_2769

Petrakov, N. (1987), Prospects for Change in the Systems of Price Formation, Finance and Credit in the USSR, Soviet Economy, Vol. 3, no 2.

Rizhkov, N. (1987), On the Restructuring of the Management of the National Economy at the Present Stage of the Country’s Economic Development, 29th June, Survey of World Broadcast (Soviet Union), BBC, 2 Jul. 1987.

Sapir, J. (1980), Pays de l’Est, vers la crise généralisée, Fédérop, Lyon.

- (2007), Alexeï Kossyguine et le destin de l'URSS, Nouvelles Fondations (no 6), Paris. https://www.cairn.info/revue-nouvelles-fondations-2007-2-page-134.htm

Sweezy P. & Ch. Bettelheim (1972), Lettres sur quelques problèmes actuels du socialisme, François Maspero, Paris. [η αγγλική έκδοση: http://www.marx2mao.com/PDFs/OTTS71.pdf]

Γκορμπατσόφ, Μ. (1987), Περεστρόικα, νέα σκέψη για τη χώρα μας και τον κόσμο, Νέα Σύνορα Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα.

Κυπριανίδης, Τ., (1991), Η αστική τάξη, η μαγείρισσα, το σκοινί και η κρατική εξουσία, Θέσεις, τ. 37.

Μηλιός Γ. & Τ. Κυπριανίδης (1988), Η περεστρόικα, ο μαρξισμός και η Αριστερά, Θέσεις, τ. 23-24.

Mηλιός, Γ. (1990), Κρατικός σχεδιασμός και επιχείρηση στην ΕΣΣΔ. Μια πρώτη προσέγγιση στην οικονομική ανάπτυξη και τις σχέσεις εξουσίας του «υπαρκτού σοσιαλισμού», Θέσεις, τ. 33.

Μπετελέμ, Σ. (2017), Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ, 3 η περίοδος 1930-1941, εκδ. Κουκίδα, Αθήνα.

1 Ο Chavance σημειώνει στο σημείο αυτό ότι ένα ακριβώς ανάλογο φαινόμενο είχε παρατηρηθεί στη Γιουγκοσλαβία, όπου οι οικονομίες των επιμέρους δημοκρατιών έτειναν να λειτουργούν με τη λογική της μεγαλύτερης δυνατής αυτάρκειας, μηδενίζοντας τα πλεονεκτήματα που θα μπορούσαν να προκύψουν από μια δημοκρατικά ελεγχόμενη εξειδίκευση (Chavance, 1989: 153).

2 Δυο λόγια για την οργάνωση της σοβιετικής αγροτικής οικονομίας, για την οποία δεν έγινε λόγος στο πρώτο μέρος: Οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις μετά τη βίαιη κολλεκτίβοποίηση του 1929-30 διακρίνονται σε τρεις τύπους: α) τα κρατικά αγροκτήματα ή σοβχόζ, που ουσιαστικά αποτελούν κρατικές επιχειρήσεις, με διευθυντή οριζόμενο από το κράτος, οι εργαζόμενοι των οποίων αμείβονται με ένα σταθερό μισθό, β) τα συνεταιριστικά αγροκτήματα ή κολχόζ, που συνενώνουν περισσότερα χωριά, και διοικούνται από έναν διευθυντή που τυπικά εκλέγεται από τα μέλη του κολχόζ, οι εργαζόμενοι των οποίων αμείβονται από τα καθαρά εισοδήματα του κολχόζ (από τη διάθεση της παραγωγής του στο κράτος σε προκαθορισμένες τιμές και στην ελεύθερη αγορά σε διαπραγματεύσιμες τιμές) και ανάλογα με την εργασία που συνεισέφεραν σ’ αυτό, και γ) τα οικογενειακά αγροτεμάχια ( λόπιν), μια παραχώρηση του σοβιετικού καθεστώτος προς τους απρόθυμους να ενταχθούν στους συνεταιρισμούς αγρότες, αγροκτήματα πολύ μικρότερα σε μέση έκταση από τα δυο πρώτα, που εκπροσωπούν το 3% της καλλιεργούμενης σοβιετικής γης, (η μέγιστη νόμιμη έκτασή τους δεν ξεπερνά το μισό εκτάριο, όταν η μέση έκταση ενός κολχόζ φτάνει τα 3485 εκτάρια και η αντίστοιχη ενός σοβχόζ φτάνει τα 4725 εκτάρια) αλλά που, παρ’ όλα αυτά, παράγουν το 25% περίπου της συνολικής ετήσιας σοδειάς. Στα αγροκτήματα αυτά, με τη χαμηλή μηχανοποίηση της εργασίας, αλλά και την εντατική εκμετάλλευση της διαθέσιμης γης, απασχολούνται κυρίως γυναίκες, αλλά και συνταξιούχοι και παιδιά. Ένα μέρος της παραγωγής τους καταναλώνεται από την ίδια την οικογένεια που έχει την ευθύνη τους, και το υπόλοιπο διοχετεύεται στην ελεύθερη αγορά σε τιμές διαπραγματεύσιμες.

Συνολικά, μπορούμε να πούμε ότι η κρατική διαχείριση της αγροτικής παραγωγής από τις σοβιετικές αρχές συνίστατο σε μια «μικροπρεπή» κηδεμονία τους (Chavance 1989: 85-95), με σκοπό τον εξαναγκασμό των κολχόζ να προσχωρήσουν στην οργάνωση των σοβχόζ, ενώ την ίδια στιγμή, οι αρχές αυτές αναγνώριζαν τη σημασία των οικογενειακών εκμεταλλεύσεων ως σημαντική συνιστώσα τόσο του αγροτικού εισοδήματος, όσο και της τροφοδοσίας των πόλεων σε αγροτικά προϊόντα. Για τις εν γένει συνθήκες ζωής και εργασίας των εργατών γης στα κρατικά αγροκτήματα ως οιονεί δουλοπάροικοι του κράτους κατά τη σταλινική περίοδο, βλ. και Μπετελέμ, 2017: 83-120.

3 Εισήγηση του Αλεξέι Κοσύγκιν στην Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΣΕ, στις 27 Σεπτ. 1965, Notes et Etudes documentaires – La documentation Française, no 3241, 30/11/1965: 17 (αναφέρεται στο Chavance, 1989: 152).

4 Bλ. Liberman, 1974: 192 κ.ε., και Γ. Μηλιός, 1990: 42.

5 Είναι απολύτως ενδεικτικό το ότι, βλέποντας τα πράγματα από τη χρονική απόσταση του σήμερα, από τις εξελίξεις εκείνης της περιόδου και των γεγονότων που μεσολάβησαν, κάποιοι αναλυτές θεώρησαν τον Κοσύγκιν ως τον μοιραίο άνθρωπο, αυτόν που με τις προτάσεις του άνοιξε το δρόμο προς την ακύρωση των σοσιαλιστικών κατακτήσεων και την τελική κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Από αυτή την άποψη είναι χαρακτηριστικό το άρθρο του Ελισαίου Βαγενά, «40 χρόνια από τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις του 1965 στην ΕΣΣΔ – ήταν η “κερκόπορτα”»;( Ριζοσπάστης, 2005), όπου σε σχετική φωτογραφία, διαβάζουμε τη λεζάντα: ο Αλεξέι Κοσύγκιν βαδίζει μέσα στα χιόνια ακολουθούμενος από τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Ας σημειωθεί ότι η προβληματική της κερκόπορτας σε σχέση με τις μεταρρυθμίσεις Κοσύγκιν είναι ευρέως αποδεκτή μεταξύ των σημερινών επικριτών της: βλ. πχ. Περικλής Παυλίδης: «1965. Η μεταρρύθμιση Κοσίγκιν. Η κερκόπορτα του κέρδους ανοίγει οριστικά στη σοβιετική οικονομία», Ιστορία και κομμουνισμός, Αθήνα, 2017, 189-194. https://www.katiousa.gr/istoria/metarrythmisi-kosigkin-kerkoporta-tou-kerdous-anoigei-oristika-sti-sovietiki-oikonomia/

6 Sapir, 2007: 134-142· Lewin, 2003.

7 Chavance, 1989: 157.

8 Αντίστοιχες πληροφορίες παραθέτει και ο Μηλιός (1990), βασιζόμενος στα όσα καταγράφει ο Evsei Gr. Liberman: «Για να αντιμετωπιστεί η τάση των επιχειρήσεων για αποθεματοποίηση πρώτων υλών και υλικών (ώστε να καθίσταται ευκολότερη γι’ αυτές η πραγματοποίηση του πλάνου), θεσπίστηκαν αυστηρότερες διαδικασίες ελέγχου (και τμηματικής παροχής) των προμηθειών των επιχειρήσεων, ενώ παράλληλα καθορίστηκαν ρήτρες που προέβλεπαν τον περιορισμό της παροχής επενδυτικών μέσων από το κράτος σ’ εκείνες τις επιχειρήσεις που ξεπερνούσαν τους στόχους του πλάνου τους: ”Σύμφωνα με αυτή την αρχή, προκύπτουν απώλειες για την επιχείρηση εκείνη η οποία μειώνει συνειδητά το πλάνο της σε σχέση με τις δυνατότητές της” (Liberman, 1974: 21)» (Μηλιός, 1990: 40). Οι πληροφορίες αυτές έχουν την επιπλέον αξία ότι αποδεικνύουν πόσο αβάσιμες και αυθαίρετες είναι οι κατηγορίες που διατυπώνονται κατά των μεταρρυθμιστών, με καθυστέρηση 40 χρόνων, ότι λειτούργησαν ως «κερκόπορτα» για την κατάλυση του σοσιαλιστικού καθεστώτος από τα μέσα, είκοσι πέντε χρόνια αργότερα (βλ. σημείωση 5).

9 Μπετελέμ, 2017: 119

10 Chauvier 2005.

11 Για τη Σοβιετική Ένωση της εποχής αυτής, βλ. Lewin, 2003.

12 Aganbegyan, 1987· Μηλιός, & Κυπριανίδης, 1990: 51

13 Η άρση της εφαρμογής του νόμου αυτού για τη Ρωσία και τη Μολδαβία υπογράφηκε με νομοθετική πράξη του Μπ. Ομπάμα μόλις το 2012.

14 Στη δυτική βιβλιογραφία είχε προηγηθεί η διεξοδική μελέτη του Jacques Sapir, 1980. Βλ. και την παρουσίαση του βιβλίου από την François Gèze (1981): «Το βιβλίο αυτό [του Sapir] μας προσφέρει σε απλή γλώσσα μια πειστική μελέτη της κρίσης της Αν. Ευρώπης, υπό τις διάφορες όψεις της (όρια της εκτατικής συσσώρευσης, αποτυχία των μεταρρυθμίσεων, μετασχηματισμοί των ταξικών δομών και κοινωνική κρίση, ρόλος της ετεροδοξίας, κλπ.), που προεκτείνει παραγωγικά τις σχετικές εργασίες Γάλλων εμπειρογνωμόνων (Marie Lavigne, Charles Bettelheim, κ.ά.). Ο Sapir συμπεραίνει την ύπαρξη μιας γενικευμένης κρίσης στην Αν. Ευρώπη, η οποία αφήνει δυο μόνο επιλογές στους οπαδούς μιας ριζικής ρήξης στους κόλπους της κυρίαρχης τάξης: Την άμεση ενσωμάτωση στη δυτική οικονομία της αγοράς, ή τον στρατιωτικό τυχοδιωκτισμό ».

15 «[…] οι γυναίκες δεν έχουν πια καιρό να εκτελέσουν τα καθημερινά τους καθήκοντα στο σπίτι – νοικοκυριό, ανατροφή των παιδιών και δημιουργία μιας καλής οικογενειακής ατμόσφαιρας. […] Γι’ αυτό σήμερα γίνονται ζωηρές συζητήσεις στον Τύπο, στις δημόσιες οργανώσεις, στους τόπους δουλειάς και στο σπίτι, πάνω στο ερώτημα τι πρέπει να κάνουμε για να δώσουμε στις γυναίκες τη δυνατότητα να επιστρέψουν στην καθαρά γυναικεία αποστολή τους» (Γκορμπατσόφ, 1987: 204).

16 Chavance, 1989: 169

17 Βλ. υποσημ. 2 του παρόντος άρθρου.

18 Ivanov, 1987: 215-6.

19 Chavance, 1989: 173.

20 Gorbatchev, 1987: 33.

21 «Βλέπουμε επίσης, ότι κάποιοι ανέντιμοι άνθρωποι προσπαθούν να εκμεταλλευτούν αυτά τα πλεονεκτήματα του σοσιαλισμού. Γνωρίζουν μόνο τα δικαιώματά τους, όμως δεν θέλουν να γνωρίζουν τα καθήκοντά τους: εργάζονται ανεπαρκώς, απουσιάζουν αδικαιολόγητα, πίνουν υπερβολικά. Είναι μερικοί, λίγοι βέβαια, που έχουν προσαρμόσει τους υπάρχοντες νόμους και τις πρακτικές στα δικά τους εγωιστικά συμφέροντα. Δίνουν λίγα στην κοινωνία, όμως παρ’ όλα αυτά, κατάφερναν να αποσπούν απ’ αυτήν ό,τι είναι δυνατό, ακόμα κι ό,τι φαίνεται αδύνατο. Ζούσαν με εισοδήματα που δεν τα είχαν κερδίσει» (Γκορμπατσόφ, 1987: 47).

22 Rizhkov, 1987: 7.

23 Με τον μάλλον αδόκιμο αυτό όρο δηλώνονται οι εμπορικές συναλλαγές αποκλειστικά μεταξύ επιχειρήσεων.

24 Chavance, 1989: 183.

25 «Επίσης, η ισοπέδωση των μισθών έχει γίνει συνηθισμένο χαρακτηριστικό της καθημερινής μας ζωής. Ακόμα κι αν κάποιος είναι κακός εργάτης κερδίζει αρκετά για να ζει σχετικά άνετα» (Γκορμπατσόφ, 1987: 46).

26 “Loi de l’URSS sur l’enterprise (union) d’Etat” (30/6/1987) article 7, Le courrier des pays de l’Est, avril 1988 (παρατίθεται στο Chavance, 1989: 184).

27 Petrakov, 1987: 143-44 (παρατίθεται στο Chavance, 1989: 188).

28 Chavance, 1989: 187.

29 Hubert-Rodier, 1991.

30 όπ.π.

31 Chavance, 1989: 191.

32 Το εντυπωσιακό εδώ είναι ότι ακόμα και δυο δεκαετίες μετά την εγκατάλειψη του προγράμματος, και αφού είχε μεσολαβήσει η θεραπεία-σοκ υπό τον Γέλτσιν και το ΔΝΤ, ο κύριος όγκος της ρωσικής βιομηχανίας εξακολουθούσε να λειτουργεί με έναν εξ ίσου απαρχαιωμένο τεχνολογικό εξοπλισμό(Chauvier, 2005).

33 Broclawski, 1992.

34 Chauvier, 1991, Κυπριανίδης, 1991.

35 Broclawski, 1992.

36 Σύμφωνα με τις θεωρητικές αυτές αντιλήψεις (ποσοτική θεωρία του χρήματος), η διοχέτευση χρήματος στην αγορά εξωγενώς (π.χ. από την Κεντρική Τράπεζα) προκαλεί μέσω της αύξησης της ενεργού ζήτησης μια γενική αύξηση του επιπέδου των τιμών. Δεν είναι τυχαίο ότι το μέτρο της κυβέρνησης Παβλόφ επικροτήθηκε ως θετικής κατεύθυνσης από τους διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς της εποχής (ΔΝΤ και ΟΟΣΑ).

37 Chavance, 1994b: 186· Motamed-Nejad, 1995: 181. Ο Montamed-Reyard στην παρουσίαση του βιβλίου του Chavance (Chavance, 1994b) παραθέτει κάποιες ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για τον χαρακτήρα των οικονομιών σοβιετικού τύπου, εστιάζοντας στην απουσία πιστωτικού συστήματος, που επισημάναμε και στο πρώτο μέρος αυτού του άρθρου: «Σε όλες τις [δυτικού τύπου] καπιταλιστικές οικονομίες (αν αφήσουμε κατά μέρος τις πληθωριστικές συμπεριφορές τραπεζών, επιχειρήσεων, ή ακόμα και εμπόρων), η έκδοση χρήματος επιβάλλει μια συμβασιακή σχέση εμπορικής υφής, που υφαίνεται μεταξύ τραπεζών […] και επιχειρήσεων για τη χρηματοδότηση των επενδύσεών τους, μεταξύ επιχειρήσεων και μισθωτών για την πληρωμή των μισθών, ή ακόμα μεταξύ κατόχων και αγοραστών εμπορευμάτων. Επομένως, το καπιταλιστικό χρήμα, που εκδίδεται ως αντίτιμο των διασταυρούμενων δεσμεύσεων που συνδέουν τράπεζες, επιχειρήσεις, μισθωτούς και καταναλωτές, αποτελεί την υλική βάση μιας σχέσης πίστωσης (άρα και δανεισμού), που περιλαμβάνουν ενδογενώς μια υποχρέωση πληρωμής ή αποπληρωμής, κυρίως για τις επιχειρήσεις. [Με δεδομένη λοιπόν την κυριαρχία των φυσικών καταναγκασμών επί των χρηματικών που χαρακτηρίζει τις σοβιετικού τύπου οικονομίες,] ο σχετικά παθητικός ρόλος του χρήματος και το αντίστοιχό του, οι χαλαροί προϋπολογιστικοί καταναγκασμοί (J. Kornaï) συνιστούν την άρνηση της λειτουργικής αρχής του καπιταλισμού που μόλις είδαμε: της πιστωτικής σχέσης ». (Mohamed-Reyad, 1995: 185, οι υπογραμμίσεις είναι στο πρωτότυπο).

38 Είναι γεγονός ότι ο Παβλόφ ως Πρωθυπουργός είχε αποστασιοποιηθεί αισθητά από τον Γκορμπατσόφ. Στη θέση αυτή ορίστηκε όχι με υπόδειξη του Γκορμπατσόφ, αλλά μετά από ψήφο εμπιστοσύνης που έλαβε από σχετική ψηφοφορία του Ανώτατου Σοβιέτ. Ωστόσο, λόγω του ότι διετέλεσε επί τέσσερα χρόνια υπουργός της κυβέρνησης των μεταρρυθμίσεων, Ρίκοφ (1986-90), και ως πρωθυπουργός υποστήριζε την απελευθέρωση των τιμών, η τραγική του πρωθυπουργική θητεία χρεώνεται στην ίδια τη μεταρρύθμιση Γκορμπατσόφ. Το ότι κάποιοι από τους αρχικούς υποστηρικτές του Γκορμπατσόφ, όπως ο Παβλόφ, βρέθηκαν το 1991 ανάμεσα στους πραξικοπηματίες, ενώ κάποιοι άλλοι, όπως ο Γιέλτσιν, εξελίχθηκαν σε ορκισμένους αντιπάλους του, είναι ενδεικτικό των διαλυτικών τάσεων στο στρατόπεδο Γκορμπατσόφ που εμφανίστηκαν μετά το 1989, όταν η κρίση τέθηκε εκτός ελέγχου (βλ. και Κυπριανίδης, 1991).

39 Broclawski, 1992.

40 Sweezy & Bettelheim, 1972: 50-53, 55-56.