Ο τυπικός χαρακτήρας των συνταγματικών εγγυήσεων.

Η περίπτωση της «αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας»


του Ευάγγελου - Ορέστη Βουβονίκου


1. Εισαγωγή


Στο παρόν δημοσίευμα περιλαμβάνονται εκτιμήσεις σχετικά με τα στενά όρια των παραχωρήσεων στις οποίες μπορεί να προβαίνει η εκάστοτε αστική διαχείριση, λαμβάνοντας υπόψη τον συσχετισμό δυνάμεων και το επίπεδο των κοινωνικών αγώνων 1. Επιλέχθηκε η αναφορά, ως επί το πλείστον, στην περίοδο κατά την οποία εισάγονται τα νομικά θεμέλια της «αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας» της ΕΕ, στη βάση της οποίας οι πολιτικές και συλλογικές ελευθερίες τέθηκαν σε διαρκή και σοβαρή διακινδύνευση. Η διόγκωση των ενωσιακών κατασταλτικών μηχανισμών συντελέσθηκε μετά τη ριζική μεταβολή του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων το 1991, και, αρχικά, σε συνθήκες σχετικής οικονομικής σταθερότητας, αναδεικνύοντας τη σύμφυση αυτών των μηχανισμών με την ΕΕ και τα κράτη-μέλη της. Με τον τρόπο αυτό, τα κρατικά μέσα θα ήταν πιο κατάλληλα αναπροσαρμοσμένα και για το ενδεχόμενο εκδήλωσης οικονομικών κρίσεων. Άλλα γνωρίσματα των ενωσιακών κατασταλτικών μέτρων είναι ότι επιβάλλονται με τη χρήση πλήθους αόριστων εννοιών, ενώ, συγχρόνως, είναι θωρακισμένα νομικά λόγω της πάγιας νομολογιακής ερμηνείας που επιτρέπει την υπερίσχυση του ενωσιακού δικαίου έναντι κάθε αντίθετης εσωτερικής ρύθμισης (και ανεξάρτητα από την τυπική δύναμη αυτής στο εσωτερικό δίκαιο).

Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον στις παραπάνω νομοθετικές και πολιτικές εξελίξεις έγκειται και στο εξής: ενώ με αυτές παγιώνονται και επεκτείνονται προϋπάρχουσες κατασταλτικού χαρακτήρα νομοθετικές επιλογές στο εγχώριο ποινικό δίκαιο και ιδίως την αντιτρομοκρατική νομοθεσία, από την κρατούσα νομική θεωρία, καθώς και σε μεγάλο μέρος του δημόσιου διαλόγου, εξακολουθεί να υποστηρίζεται η άποψη ότι ισχυροποιείται το θεσμικό πλαίσιο προστασίας των «ατομικών δικαιωμάτων». Ενδεικτικό είναι εδώ το παράδειγμα των εκτιμήσεων επί των αποτελεσμάτων που παρήγαγε η αναθεώρηση του ελληνικού Συντάγματος το 2001, θεωρούμενη ως γεγονός που παρήγαγε αυτοτελώς αυξημένη δικαιωματική προστασία. 2 Στην πραγματικότητα, ωστόσο, πέραν ορισμένων αφηρημένων διατυπώσεων, οι αναθεωρημένες συνταγματικές προβλέψεις λειτουργούσαν περισσότερο ως ρύθμιση της κρατικής παρέμβασης στα αναδυόμενα τότε πεδία δραστηριοποίησης των συγκεντρωμένων ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων (ιδίως σε ό,τι αφορά τον κλάδο των νέων τεχνολογιών). Επιπλέον, η προσθήκη μεμονωμένων συνταγματικών υποστάσεων με τυπικό περιεχόμενο δεν εμπόδισε τους κρατικούς θεσμούς να εναρμονίσουν την εσωτερική νομοθεσία με το ενωσιακό νομικό πλαίσιο δυνητικής περιστολής πολιτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Ο εμπλουτισμός, κατά τη σχολιαζόμενη περίοδο, κυρίως του εγχώριου ποινικού δικαίου (με την προσθήκη νέων νομοτυπικών υποστάσεων και την αποψίλωση ποινικοδικονομικών δικαιωμάτων) κατέστη εφικτός, καθώς, ως απόρροια της ριζικής μεταβολής του συσχετισμού δυνάμεων μετά το 1991, οι διάφορες προτεραιότητες της αστικής διαχείρισης μπορούσαν να εκδιπλωθούν με μεγαλύτερη ευκολία.

Ακολουθεί μία επισκόπηση των σχετικών νομοθετικών μεταβολών.


2. Το αναμορφωμένο συνταγματικό πλαίσιο ενόψει των νέων οικονομικών προτεραιοτήτων


α) Τα όρια της κρατούσας συνταγματικής πολιτικής


Όπως διαπίστωνε ο εισηγητής της πλειοψηφίας στην τελική τοποθέτησή του για τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001: «… υπάρχει μία πρωτοφανής στην ελληνική πολιτική ιστορία ισχυροποίηση της πολιτικής βάσης νομιμοποίησης του ισχύοντος Συντάγματος. Ποτέ άλλοτε το ισχύον Σύνταγμα της χώρας δεν συγκέντρωνε τόσο ισχυρή πολιτική αποδοχή και νομιμοποίηση ». 3 Η παραπάνω επισήμανση σχετιζόταν και με την εμφανιζόμενη σχετική σταθεροποίηση των πολιτικών συσχετισμών της περιόδου, λόγω και της γενικής συμφωνίας των βασικών κομμάτων επί των κεντρικών πολιτικών επιλογών.

Υπήρχαν, όμως, ακόμα οι προϋποθέσεις για όξυνση των κοινωνικών αντιδράσεων, εξαιτίας της επιβολής οικονομικών και εργασιακών μεταρρυθμίσεων που ευνοούσαν την πρόσθετη απελευθέρωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, πολιτική που είχε ήδη ενταθεί κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990. 4 Η προετοιμασία επίσης των κρατικών θεσμών κρίθηκε ότι έπρεπε να γίνει σε μακροπρόθεσμη βάση, περιλαμβάνοντας και την περίπτωση μελλοντικής εκδήλωσης οικονομικής κρίσης. Για την αντιμετώπιση αυτών των ενδεχομένων, η αστική διαχείριση χρησιμοποίησε τόσο μέτρα για την αποφυγή επίτασης της κοινωνικής δυσαρέσκειας όσο και πολιτικές αναβάθμισης των αμιγώς κατασταλτικών νομοθετικών προβλέψεων απέναντι στην οργανωμένη κοινωνική αντίδραση. 5

Ειδικότερα, οι κινήσεις ενσωμάτωσης τμημάτων των εργαζομένων εκφράστηκαν πιο έντονα στο συνταγματικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων. Οι μεταβολές αυτές σχετίζονται με την κατάργηση του προϊσχύσαντος άρθρου 12 παρ. 4 Συντ., δηλαδή της δυνατότητας για επιβολή νομοθετικής απαγόρευσης στο δικαίωμα συνένωσης των δημοσίων υπαλλήλων. Αφορούν επίσης την τυπική επέκταση του δικαιώματος σύναψης συλλογικών συμβάσεων εργασίας και στο δημόσιο τομέα (άρθρο 22 παρ. 3 Συντ.). 6 Στην ίδια ομάδα συνταγματικών αλλαγών εντάσσεται η άμβλυνση της απαγόρευσης που ισχύει όσον αφορά την ανάπτυξη κομματικής δραστηριότητας από δημοσίους υπαλλήλους (άρθρο 29 παρ. 3, εδ. β΄ Συντ.). 7

Εκτός από το νομικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων, μεταβολές προς την κατεύθυνση του αστικού εκσυγχρονισμού αποφασίστηκαν και σε άλλα πεδία. Πρόκειται ιδιαίτερα για τον περιορισμό των περιθωρίων επιβολής της θανατικής ποινής (άρθρο 7 παρ. 3 Συντ.) και για την κατάργηση της εκτόπισης με τη μορφή του διοικητικού καταναγκαστικού μέτρου (άρθρο 5 παρ. 4, εδ. α΄ Συντ.). 8

Ωστόσο, οι παραχωρήσεις αυτές ήταν ατελείς. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι διατηρήθηκε σε ισχύ η απαγόρευση των κομματικών εκδηλώσεων των υπαλλήλων στο στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα όταν αυτές συσχετισθούν με την άσκηση των καθηκόντων τους, παρά το ότι το ζήτημα ρυθμίζεται ήδη σε επίπεδο κοινής νομοθεσίας και εμφανίζει πλέον αναχρονιστικό χαρακτήρα. 9 Επιπλέον, η πρόβλεψη της ποινής της εκτόπισης δεν καταργήθηκε οριστικά, καθότι παρέμεινε υπό την εκδοχή της ποινικοδικονομικής κύρωσης (άρθρο 5 παρ. 4, εδ. β΄ Συντ.). Το ίδιο αποφασίστηκε και όσον αφορά την απειλή της θανατικής ποινής, η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ για τα κακουργήματα τα οποία τελούνται και σχετίζονται με τον πόλεμο (άρθρο 7 παρ. 3, εδ. β΄ Συντ.), δηλαδή σε συνθήκες στις οποίες δεν εφαρμόζονται και στοιχειώδεις δικαιοκρατικές εγγυήσεις κατά την επιβολή ποινικών και άλλων κατασταλτικών μέτρων. 10

Οι παραπάνω επιλογές συνδέονται δομικά με το άρθρο 48 Συντ., στο οποίο οργανώνεται νομικά η κήρυξη του καθεστώτος «κατάστασης πολιορκίας». Όπως είναι γνωστό, στις ρυθμίσεις αυτές εμπεριέχεται η προστασία καθαυτής της κρατικής εξουσίας στις περιπτώσεις που εκτιμηθεί ότι συντρέχει κίνδυνος κατάλυσής της. Για τον λόγο αυτό και δεν τέθηκε ζήτημα, εάν όχι απάλειψης, έστω περιορισμού του πεδίου εφαρμογής του παραπάνω άρθρου, παρότι τυχόν εφαρμογή των διατάξεών του συνεπάγεται την ουσιαστική άρση σειράς (πολιτικών κυρίως) δικαιωμάτων και τη δραστική ενίσχυση των μηχανισμών της εκτελεστικής λειτουργίας. 11

Την εν λόγω αναθεώρηση διέκρινε και η απουσία ενίσχυσης των κοινωνικών δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων συλλογικής δράσης. Αντίθετα, παρέμειναν οι αυστηρότεροι περιορισμοί στο δικαίωμα απεργίας των δημοσίων υπαλλήλων (άρθρο 23 παρ. 2, εδ. γ΄ Συντ.). 12 Εξάλλου, και για το γενικό δικαίωμα απεργίας 13 δεν λήφθηκε πρόνοια ώστε να αντιμετωπιστεί η dejure καταστρατήγησή του, η οποία οφείλεται στην ισχύουσα κοινή νομοθεσία και την πάγια νομολογιακή προσέγγιση του δικαιώματος. 14 Δεν θίχτηκε επίσης το συνταγματικό καθεστώς των σχέσεων κράτους και εκκλησίας, ώστε να καταστεί δυνατή η εισαγωγή εκσυγχρονιστικών ρυθμίσεων με σκοπό τον ολικό διαχωρισμό τους. 15


β) Δικαιώματα και ρύθμιση νέων πεδίων επιχειρηματικής δραστηριότητας


Μέρος των παραχωρήσεων της αστικής διαχείρισης αυτό το διάστημα αποτέλεσαν και ορισμένες προσθήκες στο συνταγματικό κείμενο αναφορικά με το σκέλος των ατομικών δικαιωμάτων. Διακρίνονται εν προκειμένω η ένταξη για πρώτη φορά στο Σύνταγμα των δικαιωμάτων διαφύλαξης της γενετικής ταυτότητας του προσώπου και της προστασίας του από βιοϊατρικές παρεμβάσεις (άρθρο 5 παρ. 5 Συντ.), της πληροφόρησης και συμμετοχής στην κοινωνία της πληροφορίας (άρθρο 5Α παρ. 1 και 2 Συντ., αντίστοιχα) και της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (άρθρο 9Α Συντ.). Στις κοινοβουλευτικές εργασίες που προηγήθηκαν της αναθεώρησης, αλλά και στον σχετικό δημόσιο διάλογο της περιόδου, είχαν προβληθεί με επίταση αφηρημένες αναφορές για την αξία της αναβάθμισης της νομικής προστασίας του ατόμου, έναντι ιδίως των κινδύνων που απορρέουν από την αυξανόμενη χρήση των νέων τεχνολογιών. Όπως είχε τονίσει ο εισηγητής της πλειοψηφίας: « Η πρώτη αρχή (σ.σ.: της αναθεώρησης) είναι η αρχή της ασφάλειας του ατόμου. Η αρχή της ασφάλειας εκδηλώνεται με την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους και του κράτους δικαίου με την εισαγωγή νέων δικαιωμάτων τέταρτης γενιάς, με την ανακαίνιση και την ενίσχυση των εγγυήσεων που περιβάλλουν παλιά και κλασικά δικαιώματα ». 16

Όμως, η επικαιροποίηση του καταλόγου των ατομικών δικαιωμάτων αποσκοπούσε ως, επί το πλείστον, στην ενσωμάτωση ρυθμίσεων του ήδη εμπλουτισμένου κανονιστικού πλαισίου της ΕΕ με επίκεντρο τις νέες τεχνολογίες. 17 Το εν λόγω κανονιστικό πλαίσιο θα καθιστούσε πιο φιλικά τα νομικά συστήματα των κρατών-μελών της ΕΕ όσον αφορά τη διευκόλυνση ιδιωτικών κατά βάση επενδύσεων (και γενικά της εμπορικής δραστηριότητας) στους τομείς της νέας τεχνολογίας, και ιδιαίτερα σε αυτούς της πληροφορικής και της γενετικής τεχνολογίας. Η ΕΕ είχε ήδη αναπτύξει πλήθος κανονιστικών προβλέψεων για την προσαρμογή των οικονομιών των κρατών-μελών στις νέες τεχνολογίες, με απόδοση προτεραιότητας στον τομέα της πληροφορικής τεχνολογίας. 18

Η παραπάνω πολιτική της ΕΕ συνδεόταν, συνεπώς, με την ανάληψη δέσμευσης από τα κράτη-μέλη για την καλύτερη δυνατή θωράκιση του νομικού πλαισίου επιτάχυνσης της προώθησης των ιδιωτικών επενδύσεων στις νέες τεχνολογίες. Τα κράτη-μέλη, ωστόσο, θα μετείχαν μόνο στη νομοθετική ρύθμιση των αντίστοιχων αγορών και την εξειδίκευση της νομικής επίλυσης των διαφορών, χωρίς, κατ’ αρχήν, να μπορούν να προβούν σε κρατικές επενδύσεις ή εξαγορές. Για τον λόγο αυτό και στην αναθεώρηση του 2001 η πρόβλεψη των νέων δικαιωμάτων συνδυάστηκε με μία ακόμη ενωσιακή πολιτική: τη συνταγματική αναβάθμιση των ανεξάρτητων αρχών. Οι ανεξάρτητες αρχές λειτουργούν διακεκριμένα τόσο από τη διάθεση κρατικής περιουσίας όσο και από την άσκηση σε αυτές ουσιαστικού πολιτικού ή και κοινωνικού ελέγχου. 19 Η παραπάνω συσχέτιση συνάγεται ακόμη και από την τελική τοποθέτηση του πρωθυπουργού στις εργασίες της αναθεώρησης, σύμφωνα με την οποία: « Στην πολύπλοκη πραγματικότητα που ζούμε δεν αρκεί όμως μόνο η ενίσχυση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Είναι επίσης επιβεβλημένη η δημιουργία νέων θεσμών που εγγυώνται τα δικαιώματα, εγγυώνται την άσκησή τους. Και τέτοιους θεσμούς αποτελούν κατά πρώτο λόγο οι ανεξάρτητες αρχές. Η προώθηση και η ενδυνάμωσή τους αποτελεί σταθερή παράμετρο της πολιτικής μας. Κάναμε πολλά γι΄ αυτό, πρέπει να κάνουμε όλοι περισσότερα ». 20 Η εισαγωγή του θεσμού των ανεξάρτητων αρχών ενίσχυσε τις δυνατότητες διαρρύθμισης του ενδοεπιχειρηματικού ανταγωνισμού στις σχετικές αγορές.

Επιπρόσθετα, με την αναθεώρηση του άρθρου 25 παρ. 1, εδ. δ΄ Συντ., το σύνολο των συνταγματικών δικαιωμάτων τέθηκε υπό τη δυνητική επιβολή νέων νομικών περιορισμών. Καθώς αποσαφηνίστηκε ότι, είναι επιτρεπτή γενικά η θέση περιορισμών στα συνταγματικά δικαιώματα, υπό τον όρο της εκπλήρωσης των προϋποθέσεων που ρυθμίζονται από το προαναφερόμενο εδάφιο. 21


3. Η αναβάθμιση του ποινικοκατασταλτικού οπλοστασίου


α) Η δημιουργία του «χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης» της ΕΕ


Η σταδιακή αποψίλωση των δημοκρατικών κατακτήσεων και ιδιαίτερα των νόμιμων δυνατοτήτων εκδήλωσης οργανωμένων κοινωνικών αντιδράσεων έγινε ακόμη σαφέστερη στο πεδίο του ενωσιακού δικαίου και της σχετικής κοινής εσωτερικής νομοθεσίας, η οποία, κατά ένα μεγάλο μέρος της, αφορούσε την ενσωμάτωση του πρώτου. Τα μέτρα για την επίταση της ποινικής καταστολής συστηματοποιήθηκαν στην ΕΕ, μέσα από την αναβάθμιση της οργανωτικής και επιχειρησιακής εφαρμογής τους, σε συνδυασμό με την ποσοτική μεγέθυνση και την αυστηροποίηση καθαυτού του ουσιαστικού ποινικού δικαίου που παρήγαγε η ΕΕ. Πυρήνα των μεταβολών αυτών αποτέλεσαν οι συναφείς διακρατικές συμφωνίες του ελληνικού κράτους ή και της ΕΕ γενικά (κυρίως με τις ΗΠΑ), η σύσταση νέων διακρατικών ποινικοκατασταλτικών φορέων, η αύξηση της νομοθετικής παραγωγής ενωσιακών ποινικών κανόνων και η κωδικοποίησή τους σε επίπεδο ΕΕ, η επικράτηση μίας πολύ διευρυμένης ποινικής έννοιας για την τρομοκρατία και την κατηγορία του «υπόπτου προσώπου», καθώς και η επιβολή των λεγόμενων προληπτικών «αντιτρομοκρατικών μέτρων». 22

Πιο συγκεκριμένα, η πρόβλεψη για σύμπραξη των κρατών-μελών της ΕΕ στα ζητήματα της δικαστικής και αστυνομικής συνεργασίας περιλήφθηκε ήδη στη Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992). Για τον σκοπό αυτό, ιδρύθηκε ο λεγόμενος «τομέας δικαιοσύνης και εσωτερικών υποθέσεων» (ΔΕΥ). O τομέας ΔΕΥ αποτέλεσε το κυρίως περιεχόμενο του τρίτου πυλώνα της ΕΕ – όπως αυτός συστάθηκε βάσει της Συνθήκης του Μάαστριχτ – στον οποίο κυριαρχούσε αρχικά ο διακυβερνητικός χαρακτήρας κατά τα στάδια λήψης των αποφάσεων 23. Αποφασίστηκε επίσης η ίδρυση της Europol. 24

Στη Συνθήκη του Άμστερνταμ (1997), η ΕΕ εξειδίκευσε περαιτέρω μέτρα για την ενοποίηση των ποινικών ρυθμίσεων στα κράτη-μέλη. Βασικός στόχος των κρατών-μελών σε αυτό το στάδιο ήταν η «κοινοτικοποίηση» των αρμοδιοτήτων δικαστικής και αστυνομικής συνεργασίας, με τη μεταφορά αυτών από τον τρίτο πυλώνα (όπως προβλεπόταν ακόμη στη Συνθήκη του Μάαστριχτ) στον πρώτο πυλώνα της ΕΕ. Αυτή η μεταβολή συνεπαγόταν ιδίως την άρση της απαίτησης για λήψη αποφάσεων με ομοφωνία, την εντατικοποίηση των νομοθετικών μέτρων και την ενίσχυση των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στα σχετικά ζητήματα. 25 Ρυθμίστηκε έτσι η σύσταση του «χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης», βάσει του οποίου η τότε Ευρωπαϊκή Κοινότητα αποκτούσε αρμοδιότητες σε τομείς όπως οι «έλεγχοι στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ» και «η πρόληψη και η καταστολή της εγκληματικότητας». 26


β) Θεσμοί ενίσχυσης της διασυνοριακής συνεργασίας και οι νέοι δικονομικοί κανόνες για την έκδοση


Με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ εξειδικεύτηκε ο στόχος της δημιουργίας νέων μηχανισμών της ΕΕ που θα είναι προσανατολισμένοι στην ποινική καταστολή.

Από το 1995 η Europol (Ευρωπαϊκή Αστυνομική Υπηρεσία) απέκτησε αρμοδιότητα όσον αφορά και την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας. Με βάση τη Συνθήκη για τη Europol δημιουργήθηκε συγχρόνως το «Σύστημα Πληροφοριών της Europol», στο οποίο συλλέγονται στοιχεία ακόμη και για πρόσωπα τα οποία πιθανολογείται ότι βρίσκονται σε απλή επαφή με κατηγορουμένους ή υπόπτους τέλεσης σοβαρών αδικημάτων τα οποία σχετίζονται με την τρομοκρατία. Αυτή η κρίσιμης σημασίας νομική και υλική δυνατότητα παρέχει την ευχέρεια στους ενωσιακούς κατασταλτικούς φορείς για σοβαρή επέκταση του κύκλου των προσώπων που μπορεί να τίθενται υπό αστυνομική ή και ποινική διερεύνηση. 27 Στην επέκταση εφαρμογής προληπτικών μέτρων συνέτεινε και η Οδηγία 2005/60/ΕΚ, 28 κατά την οποία οι εταιρείες τηλεφωνίας υποχρεώνονται να προβαίνουν στη διατήρηση στοιχείων επικοινωνίας μεταξύ ιδιωτών, στο ενδεχόμενο που υπάρχουν υπόνοιες τέλεσης πράξεων χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. 29

Ανάλογοι θεσμοί δικαστικής συνεργασίας των κρατών-μελών είναι ιδίως η Eurojust (Μονάδα Δικαστικής Συνεργασίας) και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελική Αρχή. 30 Επισημαίνεται και η ίδρυση, το 2001, του Μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας, με σκοπό να αντιμετωπίζονται διακρατικές κρίσεις προκαλούμενες και από ανθρωπογενή αίτια (όπως οι τρομοκρατικές πράξεις). Στον Μηχανισμό υπάγεται και ο συντονισμός ακόμη και αμιγώς στρατιωτικών δυνάμεων των κρατών-μελών της ΕΕ για την αντιμετώπιση κρίσεων. 31 Από το 2005 άρχισε η λειτουργία και του μηχανισμού της Frontex (Οργανισμός Διαχείρισης Εξωτερικών Συνόρων), o οποίος επίσης συνιστά μία δομή που λειτουργεί στη βάση της αστυνομικής και της στρατιωτικής συνδρομής. 32

Σύμφωνα επίσης με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ εντάχθηκε στο ενωσιακό δίκαιο το «κεκτημένο» των Συμφωνιών Schengen. Σημειώνεται ότι, με το «κεκτημένο» των Συμφωνιών Schengen διεστάλη η έννοια του υπόπτου στο ποινικό δίκαιο της ΕΕ, σμικρύνθηκε ο κύκλος των προσώπων τα οποία δικαιούνται τη λήψη πολιτικού ασύλου και ισχυροποιήθηκε ο συντονισμός των κρατών-μελών για την επιβολή αυξημένων κατασταλτικών μέτρων στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ. Με βάση το «κεκτημένο» των Συμφωνιών Schengen θεσπίστηκε και το πλαίσιο νομιμοποίησης των παρακολουθήσεων «υπόπτων ατόμων» από τις αρμόδιες υπηρεσίες των κρατών-μελών, οι οποίες μπορούσαν πλέον να βασίζονται, για άντληση στοιχείων, στο «Σύστημα Πληροφοριών Schengen (SIS)». Οι πληροφορίες αυτές θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν ακόμη και στοιχεία από λήψη γενετικού υλικού (DNA). 33

Στο κρίσιμο για τον τομέα της ποινικής καταστολής Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τάμπερε (15 - 16.10.1999) αποφασίστηκε μεταξύ άλλων: « η ενιαία εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων σε ολόκληρη την Ένωση », « η προοπτική κατάργησης της τυπικής διαδικασίας έκδοσης μεταξύ των κρατών-μελών και αντικατάστασής της από απλή μεταγωγή των προσώπων ή από ένα νέο σύστημα ταχείας έκδοσής τους », όπως και: « η δημιουργία της Μονάδας Δικαστικής Συνεργασίας Eurojust ». 34

Παράλληλα, στη «Χάρτα Ασφαλείας» που υιοθέτησε ο ΟΑΣΕ το 2000 προβλέφθηκε το δικαίωμα των κρατών-μελών του Οργανισμού να αποφασίζουν επέμβαση στο εσωτερικό κράτους-μέλους, όταν σε αυτό έχει εκδηλωθεί «εσωτερική κρίση», χωρίς περαιτέρω οριοθέτηση της παραπάνω έννοιας. 35

Ιδιαίτερα μετά τα τρομοκρατικά γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 η σχετική νομοθεσία της ΕΕ κινήθηκε με μεγαλύτερη συνέπεια προς την κατεύθυνση της κατ’ ουσίαν επαναφοράς του φρονηματικού αδίκου. Η τάση αυτή ήταν ήδη πιο έντονη στη νομοθεσία των ΗΠΑ. Αμέσως μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 ψηφίστηκε ο λεγόμενος «PatriotAct». Ο νόμος αυτός προέβλεπε τη σχεδόν ολική έκπτωση του υπόπτου για συμμετοχή σε τρομοκρατικές πράξεις από τα δικονομικά δικαιώματα, διευκολύνοντας τη λήψη κατασταλτικών μέτρων σε χρονικό στάδιο που δεν έχει απαγγελθεί ακόμη συγκεκριμένη κατηγορία. 36 Προέβλεπε επίσης την καθιέρωση των ηλεκτρονικών παρακολουθήσεων, και ιδιαίτερα την παρακολούθηση των επικοινωνιών των χαρακτηριζόμενων ως υπόπτων για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση, ακόμη και όταν αυτή αφορούσε την επικοινωνία με συνήγορο υπεράσπισης. Οι ενέργειες των διωκτικών αρχών θα μπορούσαν να υποστηρίζονται και από τη δραστηριότητα των μυστικών υπηρεσιών. Καθώς η φερόμενη ως συμμετοχή σε τρομοκρατικές πράξεις θα υπαγόταν πλέον στην κατηγορία των εγκλημάτων πολέμου, επιτρεπτή θα ήταν και η επιβολή της επ’ αόριστον κράτησης. 37 Το Νοέμβριο του 2001 εκδόθηκε στρατιωτική διαταγή του Προέδρου των ΗΠΑ σύμφωνα με την οποία ρυθμιζόταν στο εξής η κράτηση και η εκδίκαση πράξεων αλλοδαπών που είχαν κατηγορηθεί για διενέργεια τρομοκρατίας. 38

Περαιτέρω, μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ υπογράφηκε το 2003 Συμφωνία για την έκδοση και την αμοιβαία δικαστική συνδρομή, βασιζόμενη στην Απόφαση της ΕΕ 2003/516/ΕΚ. Η Συμφωνία αυτή προέβλεπε, εκτός των άλλων, την εισαγωγή ρύθμισης για επέκταση του μέτρου της έκδοσης και σε ημεδαπούς για σειρά ποινικών αδικημάτων, σε αντίθεση με τον μέχρι τότε κανόνα της μη έκδοσης ημεδαπών. Μάλιστα, στη Συμφωνία δεν κατοχυρώθηκε η προφύλαξη των εκζητουμένων στην περίπτωση που απειλείτο σε βάρος τους η επιβολή της θανατικής ποινής, εφόσον η απόφαση για την έκδοση θα καταλείπεται στην ευχέρεια των αρμόδιων αρχών του κράτους-μέλους της ΕΕ. Στη Συμφωνία εντάχθηκε επίσης ρύθμιση για τη μεταβίβαση πληροφοριών για το εκζητούμενο πρόσωπο από το κράτος αποδέκτη του αιτήματος έκδοσης προς το αιτούν κράτος, χωρίς να κατοχυρώνονται διασφαλίσεις προστασίας των ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. 39

Κρίσιμο μέσο για την επιτάχυνση της αμοιβαίας αναγνώρισης δικαστικών αποφάσεων, καθώς και της διαδικασίας της έκδοσης εντός ΕΕ συνιστά το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Σύμφωνα με την Απόφαση - Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ (13.06.2002), 40 με την οποία εισάγεται το μέτρο του εντάλματος, το παλαιότερο σύστημα έκδοσης (στο οποίο παρεμβάλλονταν και πολιτικά όργανα των κρατών-μελών) αντικαθίσταται από το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (το οποίο στη νομική του φύση είναι δικαστική απόφαση) και, κατ’ επέκταση, εντείνεται η δικαστικοποίηση της συγκεκριμένης διαδικασίας. Κυρίως, όμως, προβλέπεται η δυνατότητα έκδοσης και ημεδαπού, ενώ καταργείται ο υποχρεωτικός έλεγχος του διττού αξιοποίνου για 32 αδικήματα, προϋπόθεση η οποία ίσχυε σταθερά στο έως τότε δίκαιο της έκδοσης. Παραλείπεται μάλιστα ο ακριβής εννοιολογικός προσδιορισμός των αδικημάτων, με παράθεση αντίθετα αυτών ως γενικών κατηγοριών αξιόποινων συμπεριφορών, στοιχείο που καθιστά πιο ευέλικτη την εφαρμογή του εντάλματος. 41

Με την ισχύ των παραπάνω μηχανισμών επιτυγχάνεται η ταχύτερη εφαρμογή των κανονιστικών ρυθμίσεων της ΕΕ, αφού αίρονται αρκετά δικονομικά και άλλα διαδικαστικά κωλύματα που εμφάνιζε η συμβατική μορφή του δικαίου της έκδοσης. Βασικός σκοπός καθίσταται η πλήρης ενοποίηση των δικονομικών κανόνων εντός ΕΕ για τις κατηγορίες αδικημάτων που πιθανολογείται ότι στρέφονται εναντίον κρατικών δομών. 42 Με επίπτωση, όμως, την υποχώρηση του βαθμού δικονομικής προστασίας τόσο των κατηγορουμένων όσο και των χαρακτηριζόμενων ως υπόπτων προσώπων. 43


γ) Η έννοια της τρομοκρατίας στο δίκαιο της ΕΕ


Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, τα κράτη-μέλη της ΕΟΚ απασχόλησε το ζήτημα της εισαγωγής ενιαίων ποινικοκατασταλτικών ρυθμίσεων έναντι της αποκαλούμενης «ευρωτρομοκρατικής απειλής». Υπό τον όρο αυτό, η κρατούσα πολιτική και νομική αντίληψη είχε ως σκοπό την ενοποίηση της ποινικής μεταχείρισης της λεγόμενης «ακροαριστερής» ή «αναρχικής τρομοκρατίας». Η έμφαση δόθηκε στην ανάπτυξη της συνεργασίας μεταξύ των αστυνομικών αρχών των κρατών-μελών. Για τον σκοπό αυτό, συστάθηκε η ομάδα εργασίας «Trevi», βάσει απόφασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου 1975. 44 Λόγω του χαμηλού βαθμού εμβάθυνσης και θεσμικής οργάνωσης που εμφάνιζε εκείνη την περίοδο η ΕΟΚ φαίνεται ότι δεν επιλέχθηκαν πρόσθετες προσπάθειες δικαιϊκής εναρμόνισης και σύμπραξης μεταξύ κρατικών κατασταλτικών φορέων. 45 Ωστόσο, τέθηκαν οι προϋποθέσεις ώστε, πιο συγκροτημένα σε επίπεδο ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, να συνδεθεί η εφαρμογή της «αντιτρομοκρατικής πολιτικής» με τη δίωξη του φρονήματος.

Την κατεύθυνση αυτή ενδυνάμωσε και η σύναψη, το 1977, της Σύμβασης για την καταστολή της τρομοκρατίας του Συμβουλίου της Ευρώπης. 46

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, βάσει της μεταβολής του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων και της σύστασης της ΕΕ με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η «αντιτρομοκρατική νομοθεσία», στο πεδίο και του ουσιαστικού δικαίου, ήταν δυνατό να εδραιωθεί και να συστηματοποιηθεί με ταχύτερο ρυθμό, ιδίως στο πλαίσιο του προαναφερόμενου τομέα ΔΕΥ. Ως πιο πρόσφορη χρονική περίοδος εκτιμήθηκε η περίοδος που ακολούθησε την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001. 47

Ειδικότερα, στο πλαίσιο των ουσιαστικών ποινικών κανόνων, κομβική σε σημασία ήταν η έκδοση της Απόφασης - Πλαισίου της ΕΕ 2002/475/ΔΕΥ (13.06.2002) «για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας», 48 σε συνέχεια της Κοινής Δράσης 98/733/ΔΕΥ (21.12.1998). Σε αυτήν περιλαμβάνονταν οι κοινοί ορισμοί σε επίπεδο ΕΕ όσον αφορά τα «τρομοκρατικά εγκλήματα» και οι υποχρεώσεις τις οποίες αναλάμβαναν τα κράτη-μέλη, ώστε να αναδιαμορφώσουν τις ποινικές τους νομοθεσίες σχετικά με την τρομοκρατία. 49

Η παραπάνω Απόφαση - Πλαίσιο χαρακτηρίστηκε από την ποινικοποίηση πολλών εγκλημάτων αφηρημένης διακινδύνευσης, σε συνδυασμό με τη χρήση εξαιρετικά αόριστων εννοιών, την τροπή σε αυτοτελή εγκλήματα προπαρασκευαστικών πράξεων, όπως και από την επέκταση των αρμοδιοτήτων της Europol. 50 Οι ρυθμίσεις αυτές προσκρούουν ακόμη και στη φιλελεύθερης προέλευσης αρχή του ποινικού δικαίου σχετικά με το ορισμένο του ποινικού νόμου. 51

Στο άρθρο 1 αυτής της Απόφασης - Πλαισίου περιλαμβάνονται οι πλέον κρίσιμες διατάξεις. Συγκεκριμένα, μεταξύ των σκοπών που πιθανολογείται ότι έχει ο δράστης τρομοκρατικών εγκλημάτων, καθορίζεται: « να εκφοβίσει σοβαρά έναν πληθυσμό » και « να αποσταθεροποιήσει σοβαρά ή να καταστρέψει τις θεμελιώδεις πολιτικές, συνταγματικές, οικονομικές ή κοινωνικές δομές μιας χώρας ή ενός διεθνούς οργανισμού ». 52 Από τα προηγούμενα διαφαίνεται ο κίνδυνος συσχέτισης του πολιτικού ή και κοινωνικού αγώνα για μεταβολή του κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού ή ακόμη και για τη διεκδίκηση αναδιατάξεων εντός του αστικού κοινοβουλευτισμού με πιθανή τρομοκρατική δραστηριότητα. 53 Διακρίνεται εδώ και η χρήση του όρου «πληθυσμός», έννοια που απολήγει εν δυνάμει στη διεύρυνση του αξιοποίνου.

Στο άρθρο 1 της παραπάνω Απόφασης - Πλαισίου, ως εγκλήματα τρομοκρατίας τυποποιούνται και η: « ε) κατάληψη αεροσκαφών ή πλοίων ή άλλων μέσων μαζικής μεταφοράς ή μεταφοράς εμπορευμάτων », αλλά και η:« η) διαταραχή ή διακοπή του εφοδιασμού ύδατος, ηλεκτρικής ενέργειας ή κάθε άλλου βασικού φυσικού πόρου, με αποτέλεσμα την έκθεση ανθρώπινων ζωών σε κίνδυνο ». 54 Η Απόφαση - Πλαίσιο φαίνεται να τυποποιεί με γενικούς όρους τα αποτελέσματα μίας θεωρούμενης ως τρομοκρατικής πράξης. Κάποια, όμως, από τα τυποποιούμενα αποτελέσματα δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι προκαλούνται και από ενέργειες που δεν έχουν σχέση με την τρομοκρατία. 55 Επιχειρείται δηλαδή μέσω της αοριστίας η εσκεμμένη σύγχυση των τρομοκρατικών πράξεων με την οργανωμένη κοινωνική δράση (όπως για παράδειγμα με την άσκηση του απεργιακού δικαιώματος ή και άλλες μορφές οξυμένης συνδικαλιστικής δράσης), από τις οποίες μπορεί να προκύψει ανατροπή στην τακτική λειτουργία δημόσιων ή κοινωφελών οργανισμών, καταλήψεις δομών κλπ. 56 Στην προτεινόμενη από την Απόφαση - Πλαίσιο ποινικοποίηση υπάγεται και η «απειλή τέλεσης» μίας τουλάχιστον από τις οριζόμενες ως τρομοκρατικές πράξεις. 57

Σε συνδυασμό με τα προηγούμενα, σύμφωνα με το άρθρο 7 της Απόφασης - Πλαισίου, καθιερώνεται το πρώτον η δυνατότητα πρόβλεψης από τα κράτη-μέλη της ποινικής και διοικητικής ευθύνης και νομικών προσώπων, η οποία θα εγείρεται στο ενδεχόμενο εμπλοκής εκπροσώπων τους σε χαρακτηριζόμενες ως τρομοκρατικές δραστηριότητες. Υπενθυμίζεται ότι η ιδιότητα του νομικού προσώπου δεν έχει απονεμηθεί μόνο σε κοινωνικές συσσωματώσεις (όπως ιδίως οι συνδικαλιστικές οργανώσεις), αλλά και στα πολιτικά κόμματα. 58

Η Απόφαση - Πλαίσιο του 2002 τροποποιήθηκε το 2008 με την Απόφαση - Πλαίσιο 2008/919/ΔΕΥ (28.11.2008), 59 διευρύνοντας περισσότερο το πεδίο εφαρμογής ανάλογων ποινικών ενωσιακών διατάξεων. 60

Μεταξύ άλλων, σύμφωνα με το προοίμιο της εν λόγω Απόφασης - Πλαισίου: « Η απόφαση πλαίσιο 2002/475/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, σχετικά με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας αποτελεί τη βάση της αντιτρομοκρατικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης », ενώ παρακάτω αναφέρεται ότι: « Η παρούσα απόφαση πλαίσιο προβλέπει την ποινικοποίηση των εγκλημάτων που συνδέονται με τρομοκρατικές ενέργειες ώστε να συμβάλει στον γενικότερο πολιτικό στόχο που αποτελεί η πρόληψη της τρομοκρατίας μέσω της μείωσης της διάδοσης εγγράφων που δύνανται να υποκινήσουν άτομα σε τέλεση τρομοκρατικών επιθέσεων ». 61 Με βάση αυτό το αιτιολογικό προστέθηκαν στο ποινικό οπλοστάσιο της ΕΕ τρεις νέες αόριστες τυποποιήσεις εγκλημάτων, σχετικά με τη «δημόσια πρόκληση σε τέλεση τρομοκρατικού εγκλήματος», τη «στρατολόγηση» και την «εκπαίδευση τρομοκρατών». Ενδεικτικά, σύμφωνα με το τροποποιημένο άρθρο 3 της Απόφασης - Πλαισίου: « 1.Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης-πλαίσιο, νοούνται ως: α) “δημόσια πρόκληση για τέλεση τρομοκρατικού εγκλήματος”: η διάδοση ή η με οποιονδήποτε τρόπο διάθεση ενός μηνύματος προς το κοινό, με πρόθεση την υποκίνηση σε τέλεση ενός από τα εγκλήματα που απαριθμούνται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως η), όταν μια τέτοια συμπεριφορά, είτε υποστηρίζει άμεσα είτε όχι τα τρομοκρατικά εγκλήματα, προκαλεί κίνδυνο τέλεσης ενός ή περισσότερων τέτοιων εγκλημάτων ». 62 Συνεπώς, για να στοιχειοθετηθεί έγκλημα σχετικό με την τρομοκρατία αρκεί η πρόκληση κινδύνου τέλεσης τρομοκρατίας, ακόμη και εάν συντρέχει μόνο έμμεση σχέση μεταξύ του μηνύματος και του κινδύνου. Η ποινικοποίηση ανατρέχει εν προκειμένω σε σαφώς πρώιμο στάδιο εκδήλωσης συμπεριφοράς, η οποία δεν εμφανίζει αντικειμενικά συγκεκριμένο κοινωνικό αντίκτυπο. 63

Μία ακόμη σοβαρή μεταβολή επήλθε με τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας (2009). Βάσει αυτής, στον «χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης» (άρθρα 67 και 82 επ. ΣΛΕΕ) – στον οποίο εντάσσεται και ο τομέας των ποινικοκατασταλτικών ρυθμίσεων – η ΕΕ αποκτά στο εξής συντρέχουσα με τα κράτη-μέλη αρμοδιότητα. Τα παλαιότερα νομικά μέσα (όπως οι Αποφάσεις - Πλαίσιο) αντικαθίστανται από Κανονισμούς και Οδηγίες, που είναι σαφώς πιο δεσμευτικά για τα κράτη-μέλη. Η ΕΕ διαθέτει πλέον την εξουσία αυτοδύναμης κανονιστικής παρέμβασης, ενώ ο βαθμός προσαρμογής των κρατών-μελών στην ποινική νομοθεσία της ΕΕ θα πρέπει να επιταχυνθεί, καθώς θα ελέγχεται, μεταξύ άλλων, και από τα δικαστικά όργανα της ΕΕ. 64

Στην κατεύθυνση αυτή εκδόθηκε η ισχύουσα σήμερα Οδηγία 2017/541, 65 με την οποία θεμελιώνεται η διευρυμένη αρμοδιότητα της ΕΕ όσον αφορά τη νομική ρύθμιση της τρομοκρατίας. Στην Οδηγία επιβεβαιώνονται οι κεντρικές επιλογές της ΕΕ για τη δίωξη των τρομοκρατικών εγκλημάτων. Έτσι, ακολουθούνται και επεκτείνονται οι ορισμοί και τα νομικά μέτρα, εκτός των άλλων, τόσο της Απόφασης - Πλαισίου 2002/475/ΔΕΥ όσο και της Απόφασης - Πλαισίου 2008/919/ΔΕΥ. 66

Ειδικότερα, ο εξαιρετικά αόριστος ορισμός της έννοιας του τρομοκρατικού εγκλήματος επαναλαμβάνεται αυτούσιος κατ’ ουσίαν (όπως είχε στην Απόφαση - Πλαίσιο 2002/475/ΔΕΥ), εμπλουτιζόμενος κυρίως με την επέκταση του ποινικού οπλοστασίου και ως προς τα συστήματα πληροφοριών των κρατών-μελών (άρθρο 3). 67 Επιπλέον, κατά την εν λόγω Οδηγία, τα κράτη-μέλη δεσμεύονται να επικαιροποιήσουν και να επεκτείνουν το αξιόποινο των τυποποιημένων συμπεριφορών που προέβλεπε η Απόφαση - Πλαίσιο 2008/919/ΔΕΥ («δημόσια υποκίνηση σε τέλεση τρομοκρατικού εγκλήματος», «στρατολόγηση τρομοκρατών» και «παροχή εκπαίδευσης για τέλεση τρομοκρατικών πράξεων», άρθρα 5 – 7). Εκτός άλλων, το οριζόμενο πεδίο του αξιοποίνου θα πρέπει να καταλάβει και διαδικτυακές δραστηριότητες, ενώ οι τυποποιούμενες συμπεριφορές θα πρέπει να ποινικοποιηθούν ανεξαρτήτως της μετεξέλιξής τους σε τρομοκρατικά εγκλήματα ή του χρόνου τέλεσης αυτών. 68 Κυριότερη από τις νέες τυποποιήσεις που προβλέπονται βάσει της Οδηγίας είναι η επέκταση του αξιοποίνου και σε «ταξίδια με σκοπό την τρομοκρατία» (άρθρο 9). Τα κράτη-μέλη θα πρέπει να λάβουν μέτρα όχι μόνο όταν τα ταξίδια συνδέονται με τα οριζόμενα ως τρομοκρατικά εγκλήματα, αλλά και με τις κατ’ άρθρα 5 - 7 συμπεριφορές, οι οποίες φέρεται να πλαισιώνουν δυνητικά το τρομοκρατικό έγκλημα. Στην Οδηγία περιλαμβάνεται η υποχρέωση ποινικοποίησης και των προπαρασκευαστικών πράξεων του ταξιδιού, καθώς και η δέσμευση αυτοτελούς ποινικής απαξίας εναντίον όποιου (φυσικού ή νομικού) προσώπου προβεί σε διευκολυντικές πράξεις πριν την τέλεση του ταξιδιού από άτομο που έχει σκοπό τέλεσης ενός ή περισσότερων από τα προαναφερόμενα αδικήματα. 69 Συγχρόνως, σχεδόν για το σύνολο των καθοριζόμενων ως αξιόποινων συμπεριφορών προβλέπεται η τυποποίηση της απόπειρας, των μορφών συμμετοχής και της ηθικής αυτουργίας σε αυτές. 70 Θεμελιώνονται επίσης, εκ νέου, η ευθύνη των νομικών προσώπων και η απειλή σοβαρών κυρώσεων εναντίον τους. 71

Εκτιμώντας συνολικά τις παραπάνω ενωσιακές ρυθμίσεις, ο ορισμός της έννοιας της «τρομοκρατίας» διακρίνεται ως κεντρικό μέγεθος στα ποινικοκατασταλτικά μέτρα της ΕΕ, επαναλαμβανόμενος στα σχετικά νομικά μέσα. Όπως γίνεται φανερό, ο εν λόγω ορισμός συνιστά τη νομική βάση για την επέκταση του αξιοποίνου σε νέες μορφές εγκληματικής δράσης, για τυποποιήσεις νέων συμπεριφορών, των ειδικών μορφών εμφάνισης του εγκλήματος κλπ. Καταγράφεται ακόμη η διάχυση του προκείμενου ορισμού και σε άλλους τομείς πολιτικής της ΕΕ. 72


δ) Η συσχέτιση της «ριζοσπαστικοποίησης» με την τρομοκρατία


Σε ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 2005, η οποία απευθυνόταν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο, εισάγεται η έννοια της «βίαιης ριζοσπαστικοποίησης». 73 Έκτοτε, εκκίνησε από την ΕΕ συστηματική προσπάθεια σύνδεσης των τρομοκρατικών εγκλημάτων με την επιρροή των αποκαλούμενων «ριζοσπαστικών ιδεολογιών», όπως, όμως, αυτές θα νοηματοδοτούνταν από τα θεσμικά ενωσιακά όργανα. Σύμφωνα με το συναφή ορισμό της Επιτροπής, ως «βίαιη ριζοσπαστικοποίηση» προσδιορίστηκε: « το φαινόμενο όπου άτομα ασπάζονται ορισμένες απόψεις, γνώμες και ιδέες που μπορεί να οδηγήσουν σε τρομοκρατικές ενέργειες ». 74 Η απόπειρα συσχέτισης των τρομοκρατικών εγκλημάτων με ιδεολογίες επαναλήφθηκε και το 2007 σε σχετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. 75 Ακόμη πιο έκδηλη έγινε η πολιτική της ΕΕ μέσω της υιοθέτησης της λεγόμενης «Στρατηγικής κατά της ριζοσπαστικοποίησης και στρατολόγησης στην τρομοκρατία», την οποία ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (09.03.2007). Σε αυτήν η έννοια της «ριζοσπαστικοποίησης» αποκτά ευρύτατο περιεχόμενο, συναρτώμενη με « κάθε βίαιη ριζοσπαστικοποίηση, εθνικιστική, αναρχική, αυτονομιστική, ακροαριστερή ή ακροδεξιά ». 76 Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, έπρεπε ταυτόχρονα να ενισχυθούν οι κατασταλτικές αρμοδιότητες της Europol, της Eurojust και του μηχανισμού της Frontex (όσον αφορά στην τελευταία περίπτωση, την καταστολή στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ). 77 Η παραπάνω «Στρατηγική» αναθεωρήθηκε το 2014. Επιπρόσθετα, τα μέτρα καταπολέμησης της «ριζοσπαστικοποίησης» και του «βίαιου εξτρεμισμού» θεωρήθηκαν ως ενωσιακή προτεραιότητα στα συμπεράσματα του Συμβουλίου της ΕΕ το 2015. Στα πρόσφορα μέτρα εντάσσεται στο εξής και η καταστολή της «ριζοσπαστικοποίησης» που θεωρείται ότι διεξάγεται μέσω του διαδικτύου. 78 Στην αιτιολογική έκθεση της Οδηγίας 2017/541 εμπεριέχεται κατεύθυνση προς τα κράτη-μέλη όσον αφορά τη λήψη προληπτικών μέτρων αντιμετώπισης της «ριζοσπαστικοποίησης». 79

Η ΕΕ συντονίστηκε και σε αυτόν τον τομέα με τις μεταβολές στην αντίστοιχη νομοθεσία των ΗΠΑ. Σύμφωνα με τον νόμο «για την πρόληψη της εγχώριας τρομοκρατίας και της βίαιης ριζοσπαστικοποίησης» που ψηφίστηκε από το Κογκρέσο των ΗΠΑ το 2007 προβλέπεται ο εξής ορισμός για την έννοια «βίαιη ριζοσπαστικοποίηση»: «[η] διαδικασία υιοθέτησης ή προώθησης συστήματος εξτρεμιστικών πεποιθήσεων με σκοπό τη διευκόλυνση της βίας που βασίζεται σε ιδεολογικές αιτίες για την επίτευξη πολιτικής, θρησκευτικής ή κοινωνικής αλλαγής ». 80

Με την ενσωμάτωση αυτών των επιλογών στο ποινικό δίκαιο τίθενται υπό τον κίνδυνο μελλοντικής δίωξης, εκτός άλλων, ιδεολογικά ρεύματα (και προφανώς οι συλλογικοί φορείς αυτών) που αποσκοπούν στην ανατροπή του παρόντος κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού. Ο κίνδυνος αυτός απορρέει από την πρόδηλη ασάφεια των εννοιών που χρησιμοποιούνται για την κατάστρωση των σχετικών νομικά δεσμευτικών κειμένων. Η έντονη αοριστία συνδυάζεται εκ των πραγμάτων με τη διαπλαστική ευχέρεια των εκάστοτε αρμόδιων δικαστικών θεσμών. Ιδιαίτερο, όμως, προβληματισμό προξενεί και η χρήση των παραπάνω εννοιών σε περίπτωση εκτίμησης περί ύπαρξης σοβαρού κινδύνου ανατροπής της υπάρχουσας κρατικής εξουσίας, εκτίμηση η οποία εναπόκειται κυρίως στα εκτελεστικά όργανα των κρατών.


ε) Η «ρήτρα αλληλεγγύης» της ΣΛΕΕ


Μέσω της Συνθήκης της Λισαβόνας, αναβαθμίζεται σημαντικά και η αρμοδιότητα της ΕΕ να οργανώνει διακρατικές παρεμβάσεις στις εσωτερικές υποθέσεις των κρατών-μελών. Πρόκειται για τη λεγόμενη «ρήτρα αλληλεγγύης» μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Και το κρίσιμο αυτό ζήτημα συσχετίστηκε με την ενωσιακή «αντιτρομοκρατική νομοθεσία».

Συγκεκριμένα, η «ρήτρα αλληλεγγύης» θεσπίστηκε στο άρθρο 222 ΣΛΕΕ (όπως τροποποιήθηκε από τη Συνθήκη της Λισαβόνας). Στην παρ. 1 του παραπάνω άρθρου προβλέπεται ότι: « Η Ένωση και τα κράτη μέλη της ενεργούν από κοινού, με πνεύμα αλληλεγγύης, εάν ένα κράτος μέλος δεχθεί τρομοκρατική επίθεση ή πληγεί από φυσική ή ανθρωπογενή καταστροφή. Η Ένωση κινητοποιεί όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της, συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών μέσων που θέτουν στη διάθεσή της τα κράτη-μέλη, για: α) – την πρόληψη τρομοκρατικής απειλής στο έδαφος των κρατών μελών, β) – την προστασία των δημοκρατικών θεσμών και του άμαχου πληθυσμού από ενδεχόμενη τρομοκρατική επίθεση, γ) – την παροχή συνδρομής σε κράτος μέλος στο έδαφός του, μετά από αίτηση των πολιτικών του αρχών, σε περίπτωση τρομοκρατικής επίθεσης ». Επιπλέον, κατ’ άρθρο 222 παρ. 3 και 4 ΣΛΕΕ αφενός προϋποτίθεται απόφαση του Συμβουλίου της ΕΕ προκειμένου να ληφθούν μέτρα όπως τα προηγούμενα και αφετέρου, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αναλαμβάνει, αντίστοιχα, τη δέσμευση να προβαίνει σε αξιολόγηση των κινδύνων που κρίνεται ότι μπορεί να απειλούν την ασφάλεια της ΕΕ. Ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 222 παρ. 2 ΣΛΕΕ, το Συμβούλιο – αποτελώντας βασικό εκτελεστικό της όργανο – διαθέτει και τον κεντρικό συντονιστικό ρόλο για την ενεργοποίηση της διαδικασίας. 81

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει νομική βάση για την ΕΕ ώστε να είναι σε θέση να επέμβει (χωρίς κατ’ αρχήν περιορισμό του είδους ή και των μέσων που θα χρησιμοποιηθούν στην επέμβαση) στις εσωτερικές υποθέσεις κράτους-μέλους, με σκοπό την προφύλαξη του κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού που επικρατεί σε αυτό. Έτσι, χρησιμοποιείται, κατ’ αρχάς, στη ρύθμιση η έκφραση «προστασία των δημοκρατικών θεσμών», έννοια δηλαδή που εμπεριέχει και σκοπό αποτροπής ενεργειών που στοχεύουν απευθείας εναντίον του κρατούντος κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού. Περαιτέρω, όπως επισημάνθηκε προηγούμενα, η νομική ρύθμιση της τρομοκρατίας σε επίπεδο ΕΕ δεν αποκλείει από την ποινικοποίηση μορφές της οργανωμένης κοινωνικής δράσης. Η τελευταία θα μπορούσε, επομένως, να κατασταλεί ακόμη και με τη νόμιμη συνδρομή δυνάμεων από άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ. Στα παραπάνω συντείνει και η ρητή πρόβλεψη περιπτώσεων λήψης των εν λόγω μέτρων ήδη σε προληπτικό στάδιο.


στ) Προσαρμογή της εγχώριας ποινικής νομοθεσίας


Όσον αφορά τις εγχώριες νομοθετικές εξελίξεις, μπορεί να παρατηρηθεί ότι, οι ελληνικές κυβερνήσεις προέβησαν με πιστότητα στην προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην εξελισσόμενη αναβάθμιση του ενωσιακού ποινικοκατασταλτικού οπλοστασίου. Η πλειονότητα των πολιτικών κομμάτων συνέκλινε ως προς την προτεραιότητα της εισαγωγής «αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας», της συμμόρφωσης με το ενωσιακό πλαίσιο των διακρατικών κατασταλτικών μηχανισμών και, ακόμη, της «κοινοτικοποίησης» της δικαστικής και αστυνομικής συνεργασίας. 82

Η δυνατότητα ευρείας συναίνεσης των μεγαλύτερων πολιτικών κομμάτων στις ενωσιακές κατευθύνσεις είχε καλλιεργηθεί πολύ νωρίτερα, καθόσον το εγχώριο ποινικό δίκαιο συμπεριελάμβανε ήδη ένα ιδιαίτερα εκτεταμένο πλέγμα «αντιτρομοκρατικών ρυθμίσεων», μέσω κυρίως ειδικών ποινικών νόμων. Οι νόμοι αυτοί θεσπίστηκαν με τη σύμπραξη των κομμάτων αυτών. Η αφετηρία της εισαγωγής ειδικής «αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας» στο εγχώριο δίκαιο ανάγεται χρονικά στην πρώτη περίοδο μετά την πτώση της δικτατορίας. Επιπλέον, οι εν λόγω ρυθμίσεις συνδυάστηκαν αφενός με άλλα νομοθετήματα καταστολής ιδίως των οργανωμένων αντιδράσεων που προέρχονταν από συνδικαλιστικούς και άλλους συλλογικούς φορείς και αφετέρου, με την άσκηση άμεσης υλικής βίας από μέρους των κατασταλτικών δυνάμεων του κράτους. 83

Έτσι, στον συναφή κυρίαρχο δημόσιο λόγο της πρώτης περιόδου μετά την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος επικρατούσε η προσπάθεια συμψηφισμού των μαζικών κοινωνικών αντιδράσεων και του υψηλού επιπέδου ταξικής συγκρότησης εκείνου του διαστήματος με τη βία υπό την έννοια της visabsoluta και την εγκληματικότητα εν γένει. 84 Ενόψει και των ισχυρών πολιτικών και κοινωνικών αγώνων εκείνου του διαστήματος, η πολιτική βούληση για τη θωράκιση των θεσμών και της ομαλής αναπαραγωγής του κρατούντος κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού αντανακλάται και στον πρώτο ειδικό «αντιτρομοκρατικό» νόμο, τον ν.774/1978. Με τον ν.774/1978 επιχειρήθηκε η προσαρμογή του ελληνικού δικαίου στην προαναφερόμενη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την καταστολή της τρομοκρατίας, 85 η οποία διακρινόταν από την τάση συσχέτισης των τρομοκρατικών εγκλημάτων με ιδεολογικά ρεύματα, με τη χρήση μίας φαινομενικής «αποπολιτικοποίησης» των χρησιμοποιούμενων όρων. 86 Είχε προηγηθεί η θέσπιση του ν.330/1976 που περιείχε ρυθμίσεις εξαιρετικής περιστολής του απεργιακού δικαιώματος, αλλά και του ν.410/1976, με βάση τον οποίο διευρύνθηκε η έννοια της «βίας» έναντι των κρατικών οργάνων στο ποινικό δίκαιο. 87

Το 1983 ο ν.774/1978 καταργήθηκε. Ωστόσο, οι ποινικές διατάξεις προστασίας του πολιτεύματος διέρχονταν μέσα από τις προβλέψεις του ν.1419/1984, βάσει των οποίων εισάγονται διακεκριμένες παραλλαγές εγκλημάτων. Η προκείμενη επιβάρυνση του αξιοποίνου στηρίχθηκε στο «απρόκλητο» ως στοιχείο της συμπεριφοράς του δράστη, 88 στοιχείο που ερμηνευόταν πάγια ως ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά στην οποία ο δράστης δεν είχε καμία προηγούμενη σύνδεση με τον παθόντα, δηλαδή στο ότι δρούσε με αποκλειστικό σκοπό την πρόκληση βλάβης στο αφηρημένο αγαθό της ιδιοκτησίας, της σωματικής ακεραιότητας κλπ. 89 Παρατηρείται, έτσι, ότι, εισάγονται έντονα στοιχεία φρονηματικού αδίκου στο κυρίως σώμα της εσωτερικής ποινικής νομοθεσίας. Με την επικρατούσα αυτή αξιολόγηση του νομοθέτη οι δράστες των συναφών εγκλημάτων θεωρούνται, συγχρόνως, φορείς μίας «ιδεολογίας» η οποία δεδομένα «στρέφεται» ενάντια στα συμφέροντα του «κοινωνικού συνόλου». 90

Ακολούθησε ο «αντιτρομοκρατικός» ν.1916/1990, ο οποίος θεσπίστηκε στο ευρύτερο περιβάλλον της ταχύτερης εμβάθυνσης των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής και νέων ρυθμίσεων επέκτασης της απελευθέρωσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Κρίσιμο στοιχείο του παραπάνω νόμου αποτέλεσε το ότι διεύρυνε σε μεγαλύτερο βαθμό τα περιθώρια δράσης των κρατικών κατασταλτικών μηχανισμών. Αυτό διότι ο φαινότυπος δράστη που τυποποιούταν εν προκειμένω είχε σχηματοποιηθεί με τρόπο, ώστε η εφαρμογή του νόμου να μην περιορίζεται στο εξής στο να καταλάβει τους ενεργά συμμετέχοντες στις οργανωμένες και μαζικές αντιδράσεις του πρώτου διαστήματος μετά την πτώση της δικτατορίας, ή τις σχετικά ολιγάριθμες ομάδες του λεγόμενου «αντιεξουσιαστικού χώρου» του μεταγενέστερου διαστήματος. 91 Στον παραπάνω νόμο συμπεριλήφθηκε η επέκταση του αξιοποίνου και σε συμπεριφορές εγκωμιασμού τρομοκρατικών πράξεων. 92

Η επέκταση του αξιοποίνου στα σχετικά πεδία εντάθηκε με τη ψήφιση του ν.2928/2001. Με τον νόμο αυτό προστέθηκαν στο εγχώριο δίκαιο πολλές νέες «αντιτρομοκρατικές ρυθμίσεις», σε συνδυασμό και με την υπαγωγή στον κρατικό ποινικοκατασταλτικό τομέα νέων τεχνολογικών δυνατοτήτων. Συγκεκριμένα επιτράπηκαν η λεγόμενη «ανακριτική διείσδυση», η άρση του απορρήτου και η παρακολούθηση των επικοινωνιών σε πιο πολλές κατηγορίες ποινικών αδικημάτων, καθώς και η λήψη και διατήρηση γενετικού υλικού (DNA) υπό την καθοδήγηση των αστυνομικών αρχών. 93 Με βάση τον προαναφερόμενο νόμο, η έμφαση της δράσης των διωκτικών αρχών φαίνεται να μετατοπίζεται οριστικά στο στάδιο της ποινικής προδικασίας, το οποίο καταλαμβάνεται από τον κανόνα της μυστικότητας της διαδικασίας και στην πράξη οι παρεμβάσεις των αστυνομικών αρχών ενδέχεται να είναι κρίσιμες ως προς τη συγκέντρωση αποδεικτικού υλικού. 94

Ο ν.2928/2001 τροποποιήθηκε προς αυστηρότερη κατεύθυνση από τον ν.3251/2004. Με τον τελευταίο νόμο ενσωματώθηκαν στο ελληνικό δίκαιο τόσο η Απόφαση - Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης όσο και η προεκτιθέμενη Απόφαση - Πλαίσιο 2002/475/ΔΕΥ. Στο άρθρο 40 του ν.3251/2004 εντάχθηκε η αόριστη έννοια των «τρομοκρατικών εγκλημάτων» του ενωσιακού δικαίου. 95 Έτσι, αφενός καταγράφεται η χωρίς μεταβολές ενσωμάτωση των υποδεικνυόμενων ποινικοποιήσεων της Απόφασης - Πλαισίου 2002/475/ΔΕΥ στο εσωτερικό δίκαιο· αφετέρου, βάσει των νόμων 1916/1990 και 2928/2001, είχε διαμορφωθεί ήδη στο εγχώριο ποινικό δίκαιο το απαιτούμενο υπόβαθρο, κυρίως μέσα από εξαιρετικά εκτεταμένες ρυθμίσεις διεύρυνσης της αστυνομικής δράσης, της ποινικής προδικασίας εναντίον «υπόπτων προσώπων», καθώς και της εφαρμογής νέων ειδικών ανακριτικών πράξεων. 96

Πρόσφατα, βάσει του ν.4689/2020, ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο και η Οδηγία 2017/541, ενώ η εγχώρια νομοθεσία προσαρμόσθηκε και με ρυθμίσεις της Απόφασης - Πλαισίου 2008/919/ΔΕΥ. 97

Κύριο χαρακτηριστικό του νόμου αυτού συνιστά η περαιτέρω αύξηση των νομοτυπικών υποστάσεων που υπάγονται στην κατηγορία των τρομοκρατικών εγκλημάτων (μέσω νέας τροποποίησης του άρθρου 187Α ΠΚ). Ποινικοποιούνται αυτοτελώς, ιδίως, η «δημόσια πρόκληση σε τέλεση τρομοκρατικού εγκλήματος», η «στρατολόγηση» και η «παροχή εκπαίδευσης σε τρομοκράτες», καθώς και τα ταξίδια που σχετίζονται με την τρομοκρατία, υπό τη σημασία που αναφέρθηκε παραπάνω στο πλαίσιο της υπό κρίση Οδηγίας. 98 Στην τελευταία περίπτωση, η ποινικοποίηση περιλαμβάνει την «οργάνωση» και την «με οποιοδήποτε τρόπο διευκόλυνση των ταξιδιών με σκοπό την τρομοκρατία». 99 Κατά τις προβλέψεις της Οδηγίας, στα αδικήματα της κλοπής, της εκβίασης και της πλαστογραφίας επαναλαμβάνεται η (ήδη προβλεφθείσα από τις Αποφάσεις - Πλαίσιο) επιβαρυντική περίσταση της τέλεσης αυτών έχοντας ο δράστης τους ως σκοπό την ενίσχυση της δράσης τρομοκρατικής οργάνωσης. 100 Η εν λόγω ρύθμιση έχει ως επίπτωση, η στοιχειοθέτηση του πρόσθετου αξιοποίνου να συνδέεται αποκλειστικά με το περιεχόμενο του δόλου του δράστη, καθόσον μόνο από αυτό το στοιχείο θα μπορεί να εξαχθεί ότι το τελεσθέν έγκλημα αποσκοπούσε στην ενίσχυση τρομοκρατικής ομάδας.

Επίσης, προβλέπεται η διεύρυνση των υποκειμένων που μπορεί να τελέσουν μία τουλάχιστον από τις αξιόποινες πράξεις του άρθρου 187Α ΠΚ. 101 Σύμφωνα ακόμη με τον νόμο, ενισχύεται η συνεργασία με αρχές άλλων κρατών, με αντικείμενο την αντιμετώπιση της τρομοκρατικής δραστηριότητας. 102 Τονίζεται και η πρόβλεψη για παροχή δυνατότητας στη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας της ΕΛ.ΑΣ. 103 να προβαίνει στη συλλογή πληροφοριών έναντι υπόπτων για συμμετοχή σε τρομοκρατική δραστηριότητα, είτε στην Ελλάδα είτε και στο εξωτερικό. 104 Αυστηροποίηση επέρχεται και στο πεδίο των δικονομικών ρυθμίσεων, καθότι η εισαγγελία θα μπορεί να διενεργεί τις ειδικές ανακριτικές πράξεις του άρθρου 187Α ΠΚ ήδη κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης. 105


4. Συμπερασματικά


Στην ανάλυση που προηγήθηκε επιχειρήθηκε να καταδειχθεί μία έκφανση (με δυνητικά σοβαρές πρακτικές διαστάσεις) από το πεδίο της λεγόμενης θεωρίας των δικαιωμάτων: το τυπικό περιεχόμενο πολλών κατοχυρώσεων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που προβλέπονται σε επίπεδο Συντάγματος.

Ήδη από την περίοδο που ακολούθησε την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος, οι κυρίαρχες δυνάμεις του πολιτικού συστήματος επέλεγαν σταθερά (και υπό διάφορες μορφές) την ενδυνάμωση της νομοθεσίας προστασίας της αναπαραγωγής των κρατουσών οικονομικών σχέσεων και του κρατικού εποικοδομήματος. Αυτές οι τάσεις αποτυπώθηκαν και κατά την περίοδο που διεξαγόταν η αναθεώρηση του Συντάγματος το 2001. Η περίπτωση αυτής της συνταγματικής αναθεώρησης είναι ενδεικτική. Στη συγκεκριμένη αναθεωρητική διαδικασία, παρά το ότι στον δημόσιο διάλογο της περιόδου (τόσο από μέρους των μεγαλύτερων πολιτικών κομμάτων όσο και, ως ένα βαθμό, από την εγχώρια νομική θεωρία) δόθηκε η εντύπωση περί της επέκτασης του συνταγματικού πλαισίου προστασίας των δικαιωμάτων, επιταχύνθηκε η εναρμόνιση του εγχώριου δικαίου με την «αντιτρομοκρατική νομοθεσία» της ΕΕ. Όπως επισημάνθηκε στα προηγούμενα, οι ενωσιακές αντιτρομοκρατικές ρυθμίσεις εντάχθηκαν με πιστότητα στο εσωτερικό δίκαιο.

Η ενωσιακή «αντιτρομοκρατική νομοθεσία» αποτελεί κομβικής σημασίας εξέλιξη στο πεδίο του δικαίου της προστασίας του πολιτεύματος και, ευρύτερα, των κοινωνικών σχέσεων εξουσίας. Η λειτουργία της, τουλάχιστον στο ιδεολογικό πεδίο, παρέχει την ευχέρεια στις διωκτικές αρχές να προτάσσουν την αναγκαιότητα κινητοποίησης ενός ισχυρότατου κατασταλτικού πλαισίου και δυναμικού, με διακηρυγμένο στόχο να προφυλαχθεί το κοινωνικό σύνολο από την απειλή τρομοκρατικών πληγμάτων. Κατά κύριο λόγο, βέβαια, οι αρμόδιες αρχές των κρατών - μελών της ΕΕ είναι σε θέση να ενεργοποιούν το ιδιαίτερα αυστηρό ποινικό πλαίσιο χωρίς την προϋπόθεση να καταφεύγουν στην ευθεία κατονομασία των αντίπαλων δυνάμεων προς το πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς.




1 Μαυρομάτη, Α. & Γ. Μηλιός (1987), «Πολιτική εξουσία, δίκαιο και κρατική καταστολή», Θέσεις, τ. 18.

2 Βενιζέλος, Ε. (2021), Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Αθήνα - Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας: 68 επ.

3 Βενιζέλος, Ε. (2001), «Πρακτικά Βουλής, Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή, Ι΄ Περίοδος, Σύνοδος Α΄, Συνεδρίαση ΡΝΕ΄», 06.04.2001: 6726.

4 Ενδεικτικά ας σημειωθεί ότι, για το 2001 η ελληνική οικονομία ανήλθε στην 34η θέση από τα κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ, όσον αφορά το μέγεθος του ΑΕΠ (με ύψος 113 δις δολαρίων). Για τα έτη 1994 – 2001 καταγράφονταν συνεχώς θετικοί ρυθμοί μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Συγκεκριμένα, η αθροιστική επέκταση του ΑΕΠ για τα παραπάνω έτη ανήλθε στο 25,3%. Από το 1996 έως και το 2000 οι ρυθμοί ανάπτυξης του ελληνικού ΑΕΠ ήταν μεγαλύτεροι του μέσου ρυθμού ανάπτυξης στην ευρωζώνη. Ανάλογα αυξήθηκε και ο βαθμός παραγωγικότητας της εργασίας (ανερχόμενος στο 85% του μέσου όρου στην ΕΕ για το 2001). Στοιχείο ισχυροποίησης της κεφαλαιακής συσσώρευσης των εγχώριων επιχειρήσεων συνιστούσε και η άνοδος των επενδύσεών τους στα βαλκανικά κράτη. Αντίθετα, στη συμπλήρωση των δύο πρώτων δεκαετιών συμμετοχής της Ελλάδας στην ΕΟΚ/ΕΕ το ύψος του πραγματικού εισοδήματος των μισθωτών εργαζομένων μειώθηκε, αποδεικνύοντας ότι η σχετικά σταθερή μεγέθυνση του ΑΕΠ και η βελτίωση του βαθμού ανταγωνιστικότητας των μεγάλων επιχειρήσεων συντελέσθηκε στη βάση της μείωσης των πραγματικά διαθέσιμων εργασιακών εισοδημάτων. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του ΙΝΕ ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ, το λεγόμενο κόστος εργασίας (κατά μονάδα) σε πραγματικούς όρους που αφορά τις ιδιωτικές επιχειρήσεις κατά την εικοσαετία 1982 - 2002 εμφάνιζε σταθερά μείωση, και ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια αυτής της περιόδου εξελίχθηκε ως εξής: το 1999 καταγράφηκε πτώση κατά 1,4%, το 2000 κατά 3,0% και το 2001 κατά 1,5%, αντίστοιχα. Η μείωση του πραγματικού κόστους εργασίας για τα έτη 1981 - 2001 ήταν 27% – Μπέλλου, Ε. (2002), «Η επίδραση των οικονομικών εξελίξεων στην πολιτική διαχείρισης», ΚΟΜΕΠ, τ. 6, ΙΝΕ/ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ, Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση, Ετήσια Έκθεση 2002 : 12 και 37 επ., Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση του Διοικητή για το έτος 2000, Αθήνα, 2001: 21, Ιωακείμογλου, Η. (2002), «Ο πληθωρισμός και το κόστος εργασίας 1982 – 2002», Ενημέρωση: ΙΝΕ/ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ, τ. 87, Τριανταφύλλου, Χ.: (2001), «Πληθωρισμός και κατώτατοι μισθοί», Ενημέρωση: ΙΝΕ/ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ, τ. 67.

5 Καλτσώνης, Δ.: (2001), «Ευρωπαϊκή Ένωση και δημοκρατικά δικαιώματα», ΚΟΜΕΠ, τ. 6.

6 Ο καθορισμός των θεμάτων (μισθολογικού ή μη χαρακτήρα) τα οποία θα μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συλλογικής διαπραγμάτευσης εξακολουθεί, όμως, να υπάγεται στην κοινή νομοθεσία και όχι στη βούληση των ενδιαφερομένων μερών. Αυτό ισχύει βάσει του άρθρου 80 παρ. 1 Συντ., σύμφωνα με το οποίο: « Μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο » – Κανελλοπούλου, Ν. (2001), «Η αναθεώρηση των διατάξεων για τα πολιτικά δικαιώματα και για τα δικαιώματα συλλογικής δράσης: Η περίπτωση των δημοσίων υπαλλήλων, των υπαλλήλων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και, γενικότερα, του ευρύτερου δημόσιου τομέα», Το Νέο Σύνταγμα – Πρακτικά Συνεδρίου για το αναθεωρημένο Σύνταγμα του 1975/1986/2001 (Αθήνα, 14 και 15 Ιουνίου 2001), Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου - Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου, Αθήνα - Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας: 198 επ., Κοντιάδης, Ξ. (2002), Ο νέος συνταγματισμός και τα θεμελιώδη δικαιώματα μετά την αναθεώρηση του 2001, Αθήνα - Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας: 150 επ., Κατρούγκαλος Γ. & Δ. Σαραφιανός, Δ. (2000), «Θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες,», Αναθεώρηση του Συντάγματος και εκσυγχρονισμός των θεσμών (επιμ. Γ. Παπαδημητρίου), Αθήνα - Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας: 86 επ.

7 Κανελλοπούλου, όπ.π.: 191 επ., Κοντιάδης, Ξ., όπ.π.: 146 επ., Βενιζέλος, Ε. (2021), Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Αθήνα - Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας: 68 επ., του ίδιου, (2002), Το αναθεωρητικό κεκτημένο – Το συνταγματικό φαινόμενο στον 21 ο αιώνα και η εισφορά της αναθεώρησης του 2001, Αθήνα - Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας: 106 και 163 επ., Κριτσιμάς, Β. (2015), Η αναθεώρηση του Συντάγματος του 2001 ως ιστορική πραγματικότητα, Αθήνα - Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας: 73 επ., Παπαρήγα, Α. (2021), «Για το αστικό Σύνταγμα και τις αναθεωρήσεις του», Η συνταγματική έκφραση της δικτατορίας του κεφαλαίου, Ιδεολογική Επιτροπή & Τμήμα Δικαιοσύνης της ΚΕ του ΚΚΕ: Σύγχρονη Εποχή: 64 επ., Τσάτσος, Δ. (2001), «Η αναθεώρηση του Συντάγματος», εφημ. Τα Νέα, 26.11, Λοβέρδος, Α. (2001), «Δημιουργική αναθεώρηση» εφημ. Τα Νέα, 23.02.

8 Παπαρήγα, όπ.π.: 64, Βενιζέλος, Ε. (2002), Το αναθεωρητικό κεκτημένο – Το συνταγματικό φαινόμενο στον 21 ο αιώνα και η εισφορά της αναθεώρησης του 2001, Αθήνα - Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας: 145 επ. και 156 επ., Τσάτσος, Δ., όπ.π.

9 Σκυλλάκος, Α. (2001), «Πρακτικά Βουλής, Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή, Ι΄ Περίοδος, Σύνοδος Α΄, Συνεδρίαση ΡΝΕ΄», 06.04.2001: 6731, Κανελλοπούλου, όπ.π.: 202 επ.

10 Παπαρήγα, όπ.π.: 64, Σκυλλάκος, όπ.π.: 6731.

11 Κιβωτίδης, Δ. (2021), «Ο “εχθρός λαός” και η συνταγματική αντιμετώπισή του», Η συνταγματική έκφραση της δικτατορίας του κεφαλαίου, Ιδεολογική Επιτροπή & Τμήμα Δικαιοσύνης της ΚΕ του ΚΚΕ: Σύγχρονη Εποχή: 107 επ., Μαθιουδάκης, Ι.: (2016), «Το διοικητικό δίκαιο αντιμέτωπο με την τρομοκρατία: Το γαλλικό παράδειγμα έννομης προστασίας κατά των μέτρων έκτακτης ανάγκης και η ερμηνευτική λειτουργία των άρθρ. 48 παρ. 1 του ελληνικού Συντάγματος και 285 του ελληνικού ΑΚ στο εγχώριο διοικητικό δίκαιο»: https://www.constitutionalism.gr/mathioudakis-ektakta-metra/ : 11 επ.

12 Το απεργιακό δικαίωμα για τους παραπάνω εργαζομένους υπόκειται, ήδη από τη συγκεκριμένη πρόβλεψη του Συντάγματος, σε ακόμη πιο αυστηρές προϋποθέσεις νόμιμης άσκησης σε σχέση με τη γενική ρύθμιση του δικαιώματος απεργίας, με αποτέλεσμα οι εκτελεστικοί νόμοι που έχουν εκδοθεί να επιφέρουν σχεδόν την κατάλυση των δυνατοτήτων σύννομης άσκησής του. Ακόμη πιο έντονοι περιορισμοί σε αυτό τίθενται με τον πρόσφατο ν.4808/2021: Σεβαστίδης, Χ. (2015), Το δικαίωμα απεργίας & ο δικαστικός έλεγχος της άσκησής του, Αθήνα - Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας: 5 επ., Κριτσιμάς, όπ.π.: 78 επ.

13 Το οποίο συνιστά και την πιο αναβαθμισμένη μορφή οργανωμένης αντίδρασης των φορέων της μισθωτής εργασίας.

14 Σεβαστίδης, όπ.π.: 5 επ.

15 Σκυλλάκος, όπ.π.: 6731.

16 Βενιζέλος, Ε. (2001), «Πρακτικά Βουλής, Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή, Ι΄ Περίοδος, Σύνοδος Α΄, Συνεδρίαση ΡΝΕ΄», 06.04.2001: 6726.

17 Χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστά η νομική ρύθμιση της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Για τον σκοπό αυτό, είχε εκδοθεί αρχικά η οδηγία 95/46/ΕΚ, που αποτέλεσε τη βάση για να ψηφιστεί στο εσωτερικό δίκαιο ο ν.2472/1997, με τον οποίο ρυθμιζόταν επί σειρά ετών το σχετικό πεδίο στο εγχώριο δίκαιο – Μήτρου, Λ. (2001), «Προστασία προσωπικών δεδομένων: ένα νέο δικαίωμα;»: Το Νέο Σύνταγμα – Πρακτικά Συνεδρίου για το αναθεωρημένο Σύνταγμα του 1975/1986/2001 (Αθήνα, 14 και 15 Ιουνίου 2001), Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου, Αθήνα - Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας: 98 επ., Βενιζέλος, Ε. (2002), Το αναθεωρητικό κεκτημένο – Το συνταγματικό φαινόμενο στον 21 ο αιώνα και η εισφορά της αναθεώρησης του 2001, Αθήνα - Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας: 148 επ., Κοντιάδης, Ξ. (2002), Ο νέος συνταγματισμός και τα θεμελιώδη δικαιώματα μετά την αναθεώρηση του 2001, Αθήνα - Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας: 179 επ. Πολύ πιο πρόσφατα, για να αντιμετωπιστεί ο ισχυρός ανταγωνισμός με τις διεθνικούς ομίλους των ΗΠΑ, ιδιαίτερα στους τομείς της ψηφιακής οικονομίας, στο ενωσιακό δίκαιο εισήχθη ο Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679, ως ο Γενικός Κανονισμός της ΕΕ για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (γνωστός ως «GDPR»), χωρίς, ωστόσο, να μπορεί να εξασφαλιστεί η προστασία ακόμη και των στοιχειωδών δικαιωμάτων που σχετίζονται με την ιδιωτική σφαίρα –Παπαοικονόμου, Σ. (2021), «Τα προσωπικά δεδομένα στη μέγγενη των ανταγωνισμών ΗΠΑ και ΕΕ», εφημ. Ριζοσπάστης, 01.01.

18 Αντωνοπούλου, Σ. (2002), «Η Οικονομική και Νομισματική Ένωση της Ευρώπης στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης», Ουτοπία, τ. 51: 43 επ.

19 Βιδάλης, Τ. (2001), «Νέα δικαιώματα στο Σύνταγμα: Ένας απολογισμός»: Το Νέο Σύνταγμα – Πρακτικά Συνεδρίου για το αναθεωρημένο Σύνταγμα του 1975/1986/2001 (Αθήνα, 14 και 15 Ιουνίου 2001), Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου, Αθήνα - Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας: 77 επ., Μήτρου, όπ.π.: 101.

20 Σημίτης, Κ. (2001), «Πρακτικά Βουλής, Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή, Ι΄ Περίοδος, Σύνοδος Α΄, Συνεδρίαση ΡΝΕ΄», 06.04.2001: 6735.

21 Δηλαδή, κυρίως, της ύπαρξης νομικής βάσης για την επιβολή περιορισμού σε δικαίωμα και της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας σε αυτήν την περίπτωση.

22 Καλτσώνης, Δ. (2014), Δίκαιο, οικονομική κρίση και δημοκρατία: Δίκαιο και κοινωνία στον 21 ο αιώνα : Τόπος: 183 επ., του ίδιου, (2001) «Ευρωπαϊκή Ένωση και δημοκρατικά δικαιώματα», ΚΟΜΕΠ, τ. 6, του ίδιου, (2005), Δίκαιο, Κοινωνία, Τάξεις : Σύγχρονη Εποχή: 120 επ.

23 Τίτλος VI της Συνθήκης – Ζημιανίτης, Δ. (2007), Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, Αθήνα - Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας: 23, Βενιζέλος, Ε. (1994), Η Συνθήκη του Μάαστριχτ και ο ευρωπαϊκός συνταγματικός χώρος, Αθήνα - Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας: 11, Κροκίδη, Λ. (2007), «Ευρωπαϊκός “Χώρος Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης”», ΚΟΜΕΠ, τ. 4.

24 Κροκίδη, όπ.π.

25 Κροκίδη, όπ.π.

26 Άρθρο 2 παρ. 1 ΣυνθΕΕ – Ζημιανίτης, Δ., όπ.π.: 24 επ.

27 Συμεωνίδου - Καστανίδου, Ε.: (2008), «Η Απόφαση - Πλαίσιο 2008/919/ΔΕΥ της 20.11.2008 για την Αντιμετώπιση της Τρομοκρατίας», https://www.intellectum.org/articles/issues/intellectum6/ITL06P047058_Antimetopisi_tromokratias.pdf

28 Με τίτλο: «σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας» – OJL 309, 25.11.2005.

29 Συμεωνίδου - Καστανίδου, όπ.π., Κροκίδη, Λ. (2007), «Ευρωπαϊκός “Χώρος Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης”», ΚΟΜΕΠ, τ. 4.

30 Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελική Αρχή συστάθηκε εν τέλει ως «Ευρωπαϊκή Εισαγγελία» (EPPO) με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939, με τίτλο: «σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας». Στον νέο μηχανισμό απονέμονται ευρείες αρμοδιότητες παρέμβασης στα δικαστικά συστήματα των κρατών-μελών – Ζημιανίτης, Δ. (2021), «Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. (Η τρέχουσα κατάσταση και οι επί θύραις προκλήσεις)», ΠοινΔικ, τ. 2: 289 επ., OJ L 283, 31.10.2017.

31 Κροκίδη, όπ.π.

32 Κροκίδη, όπ.π.

33 Ζημιανίτης, Δ. (2007), Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, Αθήνα - Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας: 24 επ., Μπιτσάκης, Ε. (2001), «Από το “κράτος πρόνοιας” στο κράτος καταστολής», Ουτοπία, τ. 45: 7, Καλτσώνης, Δ. (2014), Δίκαιο, οικονομική κρίση και δημοκρατία: Δίκαιο και κοινωνία στον 21 ο αιώνα : Τόπος: 196, Κροκίδη, όπ.π. Το «κεκτημένο» Schengen ενισχύθηκε περαιτέρω με την κύρωση της Σύμβασης του Prüm το 2005 (που έμεινε γνωστή και ως Σύμβαση Schengen III). Σύμφωνα με απόφαση του Συμβουλίου Υπουργών του τομέα ΔΕΥ της ΕΕ το 2007, η Σύμβαση του Prüm έπρεπε να ενσωματωθεί στο ενωσιακό δίκαιο. Με βάση τα άρθρα 13 και 14 της Σύμβασης διευκολυνόταν η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ των κρατών-μερών της Σύμβασης, προκειμένου, εκτός των άλλων: « να προλαμβάνονται οι ποινικές παραβάσεις και να διατηρείται η δημόσια τάξη και η ασφάλεια κατά τη διάρκεια μεγάλης κλίμακας διαδηλώσεων, με διασυνοριακή διάσταση, κυρίως στον αθλητικό τομέα ή σε σχέση με συγκεντρώσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου […] όταν υπάρχουν καταδίκες ή άλλες πράξεις που δικαιολογούν την υποψία ότι αυτά τα πρόσωπα πρόκειται να διαπράξουν ποινικές παραβάσεις στο πλαίσιο αυτών των γεγονότων ή ότι παρουσιάζουν κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια ». Οι κατασταλτικές παρεμβάσεις των κρατών μπορεί, επομένως, να αφορούν ακόμη και σε συναθροίσεις μέσω του σχήματος της αστυνομικής συνδρομής, ενώ αποσυνδέονται από την ισχύ προηγούμενων καταδικαστικών αποφάσεων – Καλτσώνης, Δ. (2007), «Πολιτικοί και κοινωνικοί περιορισμοί του δικαιώματος του συνέρχεσθαι», Ουτοπία, τ. 75: 69, Κροκίδη, όπ.π.

34 Ζημιανίτης, όπ.π.: 34 επ. Παρατηρείται ότι, η επίταση των ποινικοκατασταλτικών νομικών ρυθμίσεων τόσο στην ΕΕ όσο και στις εσωτερικές νομοθεσίες των κρατών-μελών είχε προηγηθεί σαφώς των τρομοκρατικών γεγονότων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Μπορεί να προστεθεί ενδεικτικά στα προηγούμενα και το γεγονός ότι, στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιταλία και τη Γερμανία είχαν εισαχθεί στοιχεία της «αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας» ήδη από τη δεκαετία του 1970. Μάλιστα, η «αντιτρομοκρατική νομοθεσία» του Ηνωμένου Βασιλείου του 2000 έχει θεωρηθεί ως βασική πηγή σχεδιασμού της «αντιτρομοκρατικής στρατηγικής» της ΕΕ – Καλτσώνης, Δ. (2008), «Η ποινικοποίηση της σκέψης στη σύγχρονη αστική νομοθεσία», Ουτοπία, τ. 81: 52, Policy Department for Citizens’ Rights and Constitutional Affairs Directorate – General for Internal Policies (PE 730.581), (2022), Counterterrorism policies , measures and tools in the EU, EuropeanParliament: 16.

35 Καλτσώνης, Δ. (2001), «Ευρωπαϊκή Ένωση και δημοκρατικά δικαιώματα», ΚΟΜΕΠ, τ. 6.

36 Σαραφιανός, Δ (2003), «Παρατηρήσεις για το σχέδιο συμφωνίας μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ σχετικά με την έκδοση», Ουτοπία, τ. 55: 7.

37 Κοντιάδης, Ξ. & Α. Φωτιάδου (2022), Η συνταγματική ανθεκτικότητα στη δοκιμασία των κρίσεων. Κρίση ασφάλειας, οικονομική κρίση, πανδημία και Σύνταγμα : Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου, Αθήνα: 188, Αλιβιζάτος, Ν. (2001), «Αγωνία για παραβιάσεις των ελευθεριών», εφημ. Τα Νέα, 09.11., Κοντιάδης, Ξ. (2002), Ο νέος συνταγματισμός και τα θεμελιώδη δικαιώματα μετά την αναθεώρηση του 2001, Αθήνα - Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας: 126.

38 Κοντιάδης & Φωτιάδου, όπ.π.: 187.

39 Σαραφιανός, όπ.π.: 7 επ., Ζημιανίτης, όπ.π.: 74 επ., Νικολόπουλος, Η. (2003), «Ο περιορισμός των ατομικών και όχι μόνο δικαιωμάτων από την ελληνική κυβέρνηση και την ΕΕ», Ουτοπία, τ. 55: 10 επ., Κοντιάδης & Φωτιάδου, όπ.π.: 188.

40 Με τίτλο: «για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών-μελών» – OJL 190, 18.07.2002.

41 Ζημιανίτης, όπ.π.: 69 επ.

42 Ζημιανίτης, όπ.π.: 41 επ.

43 Καλτσώνης, Δ. (2014), Δίκαιο, οικονομική κρίση και δημοκρατία: Δίκαιο και κοινωνία στον 21 ο αιώνα : Τόπος: 202 επ.

44 Policy Department for Citizens’ Rights and Constitutional Affairs Directorate – General for Internal Policies (PE 730.581) (2022), Counterterrorism policies, measures and tools in the EU, European Parliament: 14, Συμεωνίδου - Καστανίδου, Ε.: (2004), «Οι πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος», ΠοινΔικ, τ. 2: 191.

45 Policy Department for Citizens’ Rights and Constitutional Affairs Directorate – General for Internal Policies, όπ.π.: 14.

46 Νάσκου - Περράκη, Π., Κ. Αντωνόπουλος, Μ. Σαρηγιαννίδης (2019), Διεθνείς Οργανισμοί (Β΄ έκδοση), Αθήνα - Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας: 327.

47 Συμεωνίδου – Καστανίδου, όπ.π.: 191 επ.

48 OJL 164, 22.06.2002.

49 Ζημιανίτης, Δ. (2007), Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, Αθήνα - Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας: 114, Καλτσώνης, Δ. : (2008) «Η ποινικοποίηση της σκέψης στην σύγχρονη αστική νομοθεσία», Ουτοπία, τ. 81: 53 επ.

50 Κοντιάδης, Ξ., Α. Φωτιάδου (2022), Η συνταγματική ανθεκτικότητα στη δοκιμασία των κρίσεων. Κρίση ασφάλειας, οικονομική κρίση, πανδημία και Σύνταγμα : Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου, Αθήνα: 188.

51 Καλτσώνης, Δ. (2005), Δίκαιο, Κοινωνία, Τάξεις, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή: 120 επ.

52 OJL 164, 22.06.2002.

53 Καλτσώνης, Δ. (2001), «Ευρωπαϊκή Ένωση και δημοκρατικά δικαιώματα», ΚΟΜΕΠ, τ. 6.

54 OJL 164, 22.06.2002.

55 Καλτσώνης, όπ.π., Ζημιανίτης, όπ.π.: 114 επ.

56 Καλτσώνης, όπ.π.

57 OJL 164, 22.06.2002, Καλτσώνης, όπ.π., Αλιβιζάτος, Ν. (2001), «Αγωνία για παραβιάσεις των ελευθεριών», εφημ. Τα Νέα, 09.11.

58 OJL 164, 22.06.2002, Καλτσώνης, όπ.π. Στην περίπτωση του ελληνικού δικαίου, τα πολιτικά κόμματα απέκτησαν νομική προσωπικότητα βάσει του ν.3023/2002.

59 Με τίτλο: «σχετικά με την τροποποίηση της απόφασης – πλαίσιο 2002/475/ΔΕΥ για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας» – OJL 330, 09.12.2008.

60 Συμεωνίδου – Καστανίδου, Ε. (2008), «Η Απόφαση - Πλαίσιο 2008/919/ΔΕΥ της 20.11.2008 για την Αντιμετώπιση της Τρομοκρατίας», https://www.intellectum.org/articles/issues/intellectum6/ITL06P047058_Antimetopisi_tromokratias.pdf

61 OJL 330, 09.12.2008.

62 OJL 330, 09.12.2008, Συμεωνίδου – Καστανίδου, όπ.π.

63 Καλτσώνης, Δ. (2005), Δίκαιο, Κοινωνία, Τάξεις, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή: 53 επ., Συμεωνίδου – Καστανίδου, όπ.π.

64 Καϊάφα – Γκμπάντι, M. (2011), Ευρωπαϊκό Ποινικό Δίκαιο & Συνθήκη της Λισσαβώνας (Θεσμικό πλαίσιο ανάπτυξης και αρχές ποινικοποίησης σε ευρωπαϊκό περιβάλλον), Αθήνα - Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας: 13 επ.

65 Με τίτλο: «για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και την αντικατάσταση Απόφασης - Πλαισίου 2002/475/ΔΕΥ του Συμβουλίου και για την τροποποίηση της απόφασης 2005/671/ΔΕΥ του Συμβουλίου» – OJL 88, 31.03.2017.

66 Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της Οδηγίας, η Απόφαση - Πλαίσιο 2002/475/ΔΕΥ αξιολογείται ως: « ο ακρογωνιαίος λίθος της απάντησης της ποινικής δικαιοσύνης των κρατών μελών ενάντια στην τρομοκρατία » – OJL 88, 31.03.2017.

67 OJL 88, 31.03.2017.

68 Παράδειγμα της εμφανούς αοριστίας συνιστά η υποχρέωση των κρατών-μελών προς ποινικοποίηση της «δημόσιας υποκίνησης σε τέλεση τρομοκρατικού εγκλήματος» χωρίς, όμως, να απαιτείται, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης, η απεύθυνση του δράστη σε συγκεκριμένο αποδέκτη, αλλά αρκεί αντίθετα ύπαρξη μηνύματος «προς το κοινό» – OJL 88, 31.03.2017.

69 OJL 88, 31.03.2017.

70 Με τον τρόπο αυτό, το ποινικό οπλοστάσιο της ΕΕ και των κρατών-μελών μπορεί να καταλάβει διαρκώς περισσότερες συμπεριφορές που δεν έχουν άμεση συνάφεια με την τέλεση συγκεκριμένου τρομοκρατικού εγκλήματος, αντανακλώντας την απόδοση έμφασης στην προληπτική ποινική καταστολή. Λόγου χάρη, συνάγεται ότι η ηθική αυτουργία στην ήδη αόριστη ποινικοποίηση της «δημόσιας υποκίνησης σε τέλεση τρομοκρατικού εγκλήματος» θα πρέπει να τιμωρείται αυτοτελώς, ομοιάζοντας με πράξη ηθικής αυτουργίας σε ηθική αυτουργία – OJL 88, 31.03.2017.

71 OJL 88, 31.03.2017. Στην αιτιολογική έκθεση της Οδηγίας 2017/541 περιλαμβάνεται και ονομαστική παράθεση ορισμένων αρχών, καθώς και ουσιαστικών και δικονομικών δικαιωμάτων τα οποία θα πρέπει να διαφυλάσσονται από τα κράτη-μέλη, κατά το στάδιο της ενσωμάτωσης των ορισμών της Οδηγίας στις εσωτερικές νομοθεσίες (μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται τα δικαιώματα στην ελευθερία της έκφρασης, του συνεταιρίζεσθαι, της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κ.ά.) – OJL 88, 31.03.2017. Ωστόσο, είναι προφανές ότι το εξαιρετικά εκτεταμένο «αντιτρομοκρατικό» οπλοστάσιο της ΕΕ (το οποίο ενισχύεται περαιτέρω με την εν λόγω Οδηγία) περιλαμβάνει δεσμευτικές ρυθμίσεις που θέτουν σε άμεσο κίνδυνο δημοκρατικές κατακτήσεις, χωρίς η απλή παράθεση εννοιών να είναι δυνατό να αναιρέσει τις επιπτώσεις των ποινικοποιήσεων.

72 Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η Οδηγία 2015/849 «σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας», όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση της Οδηγίας 2017/541 – OJL 88, 31.03.2017.

73 COM (2005) 313 final – Συμεωνίδου - Καστανίδου Ε. (2008), «Η Απόφαση - Πλαίσιο 2008/919/ΔΕΥ της 20.11.2008 για την Αντιμετώπιση της Τρομοκρατίας», https://www.intellectum.org/articles/issues/intellectum6/ITL06P047058_Antimetopisi_tromokratias.pdf

74 Συμεωνίδου – Καστανίδου, όπ.π.

75 Καλτσώνης, Δ. (2008), «Η ποινικοποίηση της σκέψης στην σύγχρονη αστική νομοθεσία», Ουτοπία, τ. 81: 56 επ.

76 Κροκίδη, Λ. (2007), «Ευρωπαϊκός “Χώρος Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης”», ΚΟΜΕΠ, τ. 4.

77 Κροκίδη, όπ.π.

78 OJL 88, 31.03.2017.

79 OJL 88, 31.03.2017.

80 Πρόκειται για το άρθρο 899Ατου προαναφερόμενου νόμου. Το αυθεντικό κείμενο είναι το ακόλουθο: “ The term violent radicalization means the process of adopting or promoting an extremist belief system for the purpose of facilitating ideologically based violence to advance political , religious , or social change ”– https://www.congress.gov/bill/110th-congress/house-bill/1955/text , Καλτσώνης, Δ. (2005), Δίκαιο, Κοινωνία, Τάξεις, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή: 199 επ., του ίδιου, (2008) «Η ποινικοποίηση της σκέψης στην σύγχρονη αστική νομοθεσία», Ουτοπία, τ. 81: 56 επ.

81 Στη Συνθήκη της Λισαβόνας προβλέφθηκε επίσης η σύσταση επιτροπής που θα λειτουργεί σε μόνιμη βάση, και θα έχει ως πεδίο δράσης της την επίτευξη αρτιότερης διακρατικής συνεργασίας (κυρίως σε επιχειρησιακό επίπεδο) για τη διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας των κρατών-μελών. Πρόκειται για την επιτροπή COSI (“Operational Cooperation on Internal Security”), η οποία θα μπορεί να εισηγείται στο Συμβούλιο την ενεργοποίηση της «ρήτρας αλληλεγγύης» – Στεργιούλης, Ε. (2010), «Οι βασικές αλλαγές του νέου πλαισίου εσωτερικής ασφάλειας της Συνθήκης της Λισαβόνας», ΠοινΔικ & Εγκληματολογία, τ. 1: 26 επ.

82 Κροκίδη, Λ. (2007), «Ευρωπαϊκός “Χώρος Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης”», ΚΟΜΕΠ, τ. 4.

83 Μαυρομάτη, Α. & Γ. Μηλιός: (1987), «Πολιτική εξουσία, δίκαιο και κρατική καταστολή», Θέσεις, τ. 18, Μπελαντής, Δ. (1995), «Η “μαχητικότητα” της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο κρατικός λόγος για τον “εσωτερικό εχθρό” στην “Μεταπολίτευση”», Μέρος Α΄, Θέσεις, τ. 53.

84 Μπελαντής, όπ.π.

85 Μπελαντής, Δ. (1996), «Η “μαχητικότητα” της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο κρατικός λόγος για τον “εσωτερικό εχθρό” στην “Μεταπολίτευση”», Μέρος Β΄, Θέσεις, τ. 54.

86 Παπαχαραλάμπους, Χ. (2001), «Το Σχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης για το Οργανωμένο Έγκλημα: “aberrationictus” με ανυπολόγιστες “παράπλευρες ζημίες”», ΠοινΔικ, τ. 3: 287 επ.

87 Μπελαντής, Δ. (1995), «Η “μαχητικότητα” της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο κρατικός λόγος για τον “εσωτερικό εχθρό” στην “Μεταπολίτευση”», Μέρος Α΄, Θέσεις, τ. 53.

88 Μπελαντής, Δ. (1996), «Η “μαχητικότητα” της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο κρατικός λόγος για τον “εσωτερικό εχθρό” στην “Μεταπολίτευση”», Μέρος Β΄, Θέσεις, τ. 54.

89 Παύλου, Σ. (2006), Εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας, Άρθρα 372 - 384α Π.Κ. : Π.Ν. Σάκκουλας: 211 επ.

90 Μαυρομάτη & Μηλιός, όπ.π.

91 Μπελαντής, 1995, όπ.π.

92 Παπαχαραλάμπους, όπ.π.

93 Πρόκειται για τις διατάξεις με τις οποίες ρυθμίζονται οι ειδικές ανακριτικές πράξεις, ενεργοποιούμενες με βάση υπόνοιες τέλεσης τρομοκρατικής πράξης, όπως προβλέπονταν στο άρθρο 253Α του προϊσχύσαντος ΚΠΔ και πλέον στο άρθρο 254 του ισχύοντος ΚΠΔ – Συμεωνίδου - Καστανίδου Ε. (2008), «Η Απόφαση - Πλαίσιο 2008/919/ΔΕΥ της 20.11.2008 για την Αντιμετώπιση της Τρομοκρατίας»,

https://www.intellectum.org/articles/issues/intellectum6/ITL06P047058_Antimetopisi_tromokratias.pdf Μπιτσάκης, Ε. (2008), «Από το “κράτος πρόνοιας” στο κράτος καταστολής», Ουτοπία, τ. 45: 7, Καλτσώνης Δ., (2008), «Η ποινικοποίηση της σκέψης στην σύγχρονη αστική νομοθεσία», Ουτοπία, τ. 81: 52. Η αυστηροποίηση της κατασταλτικής λειτουργίας των κρατικών φορέων αναδείχθηκε και μέσω της δικαστικής ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων του ν.2928/2001: μεταξύ άλλων, για τη στοιχειοθέτηση της συμμετοχής σε τρομοκρατική οργάνωση δεν απαιτήθηκε η απόδειξη διάπραξης συγκεκριμένων τρομοκρατικών εγκλημάτων (τάση που απαντάται στην κατά τι μεταγενέστερη «αντιτρομοκρατική νομοθεσία» της ΕΕ). Ενώ για την κατάφαση της έννοιας της ηθικής αυτουργίας αρκεί και η «θεωρητική καθοδήγηση» μίας οργάνωσης, χωρίς δηλαδή τη συνδρομή των πιο αυστηρών προϋποθέσεων της ίδιας έννοιας στον ΠΚ – Θεοδωρίδης, Ν. (2004), «Μία αποτίμηση της άδικης δίκης: Η καταρράκωση του κράτους δικαίου, Θέσεις, τ. 87.

94 Θεοδωρίδης, όπ.π. Άλλο άξιο προσοχής γνώρισμα του προκείμενου «αντιτρομοκρατικού νόμου» αποτελεί η πρόβλεψη μέτρων επιείκειας υπέρ των κατηγορουμένων που, υπό το βάρος ιδιαίτερα αυστηρών ποινικών κυρώσεων, θα επιλέξουν να συνεργαστούν με τις διωκτικές αρχές. Ήδη βάσει της Απόφασης - Πλαισίου 2002/475/ΔΕΥ, στην «αντιτρομοκρατική νομοθεσία» της ΕΕ εμπεριέχεται υπόδειξη προς τα κράτη-μέλη για πρόβλεψη ειδικών ρυθμίσεων μείωσης των απειλούμενων ή επιβαλλόμενων πλαισίων ποινής σε όσους κατηγορουμένους για τα συναφή αδικήματα αποφασίσουν να εγκαταλείψουν την τρομοκρατική δραστηριότητα και να συνεργαστούν έμπρακτα με τις διωκτικές αρχές, μέσα από την παροχέτευση πληροφοριών στις τελευταίες. Οι υπό κρίση ρυθμίσεις μπορούν να θεωρηθούν πρόδρομη εκδοχή του νεοπαγούς θεσμού της ποινικής διαπραγμάτευσης, ο οποίος, συστηματικά, εντάχθηκε πρόσφατα στην ελληνική έννομη τάξη, διά του νέου ΚΠΔ (ν.4620/2019). Σύμφωνα με το άρθρο 303 ΚΠΔ, στον πυρήνα του θεσμού αυτού – ο οποίος έλκει την προέλευσή του ιδίως από το αμερικανικό δίκαιο και εκφάνσεις του ίσχυαν ήδη στην εγχώρια ποινική νομοθεσία – έγκειται η προσπάθεια από μέρους κρατικών φορέων (και ιδιαίτερα της εισαγγελικής αρχής) να αποσπασθεί ομολογία ενοχής από τον κατηγορούμενο, είτε στο στάδιο της ποινικής προδικασίας (μετά την άσκηση ποινικής δίωξης) είτε στην έναρξη της διαδικασίας στο ακροατήριο, με αντάλλαγμα την επιβολή μειωμένης ποινής. Το πεδίο εφαρμογής του θεσμού είναι εξαιρετικά διευρυμένο, καθώς σε αυτό εντάσσονται τα αυτεπαγγέλτως διωκόμενα κακουργήματα και πλημμελήματα (με την εξαίρεση ορισμένων κακουργημάτων). Επιδιωκόμενη απόληξη της εφαρμογής του θεσμού είναι η σύνταξη πρακτικού διαπραγμάτευσης (μεταξύ εισαγγελέα και κατηγορουμένου), το οποίο επικυρώνεται κατ’ αρχήν τυπικά από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο. Με τον τρόπο αυτό, η υπόθεση δεν υποβάλλεται σε πλήρη εξέταση από δικαστήριο και παραλείπεται η δημόσια ακροαματική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης πρόδηλα και της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο.

95 Ζημιανίτης, Δ. (2007), Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, Αθήνα - Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας: 69 και 114, Καλτσώνης, Δ. (2008), «Η ποινικοποίηση της σκέψης στην σύγχρονη αστική νομοθεσία», Ουτοπία, τ. 81: 58, του ίδιου, (2007), «Πολιτικοί και κοινωνικοί περιορισμοί του δικαιώματος του συνέρχεσθαι», Ουτοπία, τ. 75: 69.

96 Συμεωνίδου - Καστανίδου, Ε. (2005), «Το τρομοκρατικό έγκλημα: Οι ρυθμίσεις του ν.3251/2004 και η σημασία τους στα πλαίσια του ποινικού μας συστήματος», Νομικό Βήμα, τ. 53: 623 επ.

97 Παπαδάκης, Κ. (2022), «Αυτούς τους Νόμους, ποιους θα τους καταργήσει με ένα άρθρο;», https://prin.gr/2022/07/3-xronia/ , «Τι προβλέπουν οι νέες διατάξεις για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας – Ενσωμάτωση της Οδηγίας 2017/541», Lawspot.gr: https://www.lawspot.gr/nomika-nea/ti-provlepoyn-oi-nees-diataxeis-gia-tin-katapolemisi-tis-tromokratias-ensomatosi-odigias , 18.05.2020.

98 Παπαδάκης, όπ.π., «Τι προβλέπουν οι νέες διατάξεις για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας…», όπ.π.

99 Lawspot.gr, όπ.π.

100 Lawspot.gr», όπ.π.

101 Παπαδάκης, όπ.π.

102 Lawspot.gr, όπ.π.

103 Η οποία αναφέρεται συχνά και ως «αντιτρομοκρατική υπηρεσία».

104 Παπαδάκης, όπ.π.

105 Lawspot.gr, όπ.π.