Επανεκτιμώντας την τομή στο έργο του Νίκου Πουλαντζά


του Τάσου Σκλάβου


1. Εισαγωγή


Το θεωρητικό έργο του Νίκου Πουλαντζά αποτέλεσε, αδιαμφισβήτητα, μια σημαντική και αξιοσημείωτη συνεισφορά σε μια μαρξιστικής αναφοράς ανάλυση του καπιταλιστικού κράτους και των δομών του. Πρόκειται, ωστόσο, για μια διαδρομή με ανισόπεδους θεωρητικούς κόμβους, η οποία είχε ως αφετηρία το έργο του Λουί Αλτουσέρ και κατάληξη την εγγραφή στο ευρωκομμουνιστικό ρεύμα – έστω και υπό μία πιο αριστερή εκδοχή του – και την προώθηση της αμφίσημης στρατηγικής του «δημοκρατικού δρόμου προς το σοσιαλισμό».

Ως εκ τούτου, η θεωρία του Νίκου Πουλαντζά δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να αντιμετωπίζεται ως ένα ενιαίο και συμπαγές σύνολο, ως μια συνεκτική θεωρία για το καπιταλιστικό κράτος και τη μετάβαση στον σοσιαλισμό. Αντιθέτως στο έργο του παρατηρείται μια κάθετη τομή, η οποία το διαχωρίζει αποφασιστικά σε δύο μέρη.

Όπως χαρακτηριστικά έχει υποστηρίξει ο Μηλιός (1996: 58) «αν θα θέλαμε να απλουστεύσουμε και να σχηματοποιήσουμε τα πράγματα, θα έπρεπε να μιλάμε όχι για μία αλλά για δύο “θεωρίες του Πουλαντζά” αναφορικά με το καπιταλιστικό κράτος».

Φυσικά, υπάρχουν και αρκετοί μελετητές του έργου του Πουλαντζά, οι οποίοι υποστηρίζουν πως ο βασικός πυρήνας της σκέψης του για τον χαρακτήρα και τη λειτουργία του κοινωνικού, παραμένει αμετάλλακτος και κατά συνέπεια δεν αποδέχονται την ύπαρξη τομής στο έργο του, διαβλέποντας κυρίως μεθοδολογικές διαφοροποιήσεις ως απόρροια της ρήξης του με τον «δομιστικό αφαιρετισμό» (Κέη, 2015: 273).

Γιατί όμως είναι τόσο κρίσιμο το ζήτημα της τομής; Όπως έχει απαντήσει ο Μηλιός (1990) «επιμένουμε στο ζήτημα της θεωρητικής τομής στο έργο του Ν. Πουλαντζά γιατί πιστεύουμε ότι αφορά όλους εκείνους που επιδιώκουν το προχώρημα της μαρξιστικής θεωρίας του κράτους: Οι θεωρητικοί και πολιτικοί όροι που πρόκριναν τον μετασχηματισμό των θεωρητικών θέσεων του Πουλαντζά εξακολουθούν και σήμερα να τίθενται (ως εμπειρική πρώτη ύλη, ως ανοικτό ζήτημα, αλλά και ως εμπόδιο) στη μαρξιστική θεωρία και να επηρεάζουν την εξέλιξή της».

Σε αυτήν την κατεύθυνση κινείται και η λογική του παρόντος άρθρου, το οποίο επιδιώκει να αναδείξει τη θεωρητική διάσταση της τομής στο έργο του Νίκου Πουλαντζά και να την τοποθετήσει μέσα στα χρονικά όρια της σκέψης του Έλληνα στοχαστή του κράτους.


2. Το υπόβαθρο της τομής


Η ύπαρξη τομής ή έστω η υπόθεση έρευνας για την ύπαρξη τομής δεν αποτελούν βέβαια ένα στοιχείο που χαρακτηρίζει μόνο το έργο του Πουλαντζά. Ο Αλτουσέρ (2015: 56-57) υποστηρίζει την ύπαρξη επιστημολογικής τομής στο έργο του Μαρξ, η Sawer (1977) οριοθετεί μια σημαντική τομή στη σκέψη του Λένιν μετά την υπερψήφιση των πολεμικών πιστώσεων από τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία, η θεωρητική τομή στο έργο του Κάουτσκι με σύνορο το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου αποτελεί κοινό τόπο (Salvadori, 1990: 11-12), ενώ τα τελευταία χρόνια υπάρχει μεγάλη συζήτηση για τη θεωρητική μετατόπιση του Μπαλιμπάρ.

Ως εκ τούτου το ζήτημα δεν είναι τόσο η ίδια η ύπαρξη της τομής, αλλά ο τρόπος κατανόησής της. Κατά την άποψή μου, στο μεγαλύτερο μέρος του έργου του, ο Πουλαντζάς παραμένει ένας στοχαστής στην καρδιά του μαρξικού υποδείγματος, ένας διανοητής ο οποίος προκρίνει μεθοδολογικά την πολιτική του ανάγνωση, ενώ μόνο στο τελευταίο έργο του προσπαθεί «χειρουργικά» να αναιρέσει θεμελιώδεις αποφάνσεις της μαρξικής θεωρίας για το αστικό κράτος.

«Χειρουργικά» και όχι απροκάλυπτα, γιατί ακόμα και μετά τη θεωρητική στροφή του, ο Πουλαντζάς δεν αποφασίζει να διαφωνήσει ευθέως με τον Μαρξ. Ακόμα και όταν προσπαθεί να αναιρέσει μια θέση του τελευταίου, το κάνει επικαλούμενος πάντα τον ίδιο τον Μαρξ. Χρησιμοποιεί κάποια κείμενα του Μαρξ ενάντια σε κάποια άλλα, εκφράζεται εξαιρετικά διφορούμενα ή διαπιστώνει μια παρερμηνεία των πραγματικών λεγομένων του Μαρξ από τρίτους. Επιπρόσθετα, το όνομα του Μαρξ περιλαμβάνεται σχεδόν σε κάθε σελίδα του τελευταίου έργου του, γεγονός που μαρτυρά την άρνηση αποκοπής από τον μαρξικό ομφάλιο λώρο της θεωρητικής του νομιμοποίησης.

Σύμφωνα με μεγάλο μέρος των μελετητών του έργου του Πουλαντζά, η τομή σηματοδοτεί την αποκήρυξη του πρώιμου αλτουσεριανού - λενινιστικού εαυτού του, στην προσπάθειά του να ιχνογραφήσει μια υλοποιήσιμη μεσοπρόθεσμη στρατηγική για τη μετάβαση στον σοσιαλισμό στο πλαίσιο της συγκυρίας ανόδου της ευρωκομμουνιστικής στρατηγικής.Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα ενός από τους βαθύτερους μελετητές του έργου του Πουλαντζά, του Μπομπ Τζέσοπ:


«Τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Πουλαντζάς συμπλήρωσε τη διαδρομή του από τον λενινιστικό αβανγκαρντισμό προς μιαν ιδιάζουσα εκδοχή της αριστερής πτέρυγας του Ευρωκομμουνισμού. Συμπληρώνοντας αυτήν την τροχιά ο Πουλαντζάς επηρεάστηκε ξεκάθαρα από τα πολιτικά γεγονότα και τη δική του συμμετοχή σε δραστηριότητες συνδικαλιστικές και πολιτικές. Αυτές οι επιδράσεις ενθάρρυναν τη ρήξη του με τον Αλτουσεριανό στρουκτουραλισμό, που του είχε προμηθεύσει την αρχική θεωρητική πρώτη ύλη [...] Έτσι ο Πουλαντζάς γίνεται συνήγορος των φιλελεύθερων κοινοβουλευτικών μορφών και των διαδεδομένων ατομικών ελευθεριών και μοιάζει να εγκαταλείπει την αρχική του άποψη ότι η αστική δημοκρατία ήταν απλώς η θεσμική έκφραση της αστικής πολιτικής κυριαρχίας» (Jessop, 1989).


Ο Τζέσοπ τοποθετεί την τομή στα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του Πουλαντζά, δηλαδή έπειτα από το 1976 και άρα ύστερα από τη συγγραφή της Κρίσης των Δικτατοριών. Ήταν η περίοδος της έντονης παρουσίας του στα γαλλικά και ελληνικά πολιτικά πράγματα, η οποία αποκρυσταλλώθηκε με τη συμμετοχή του στις εκλογές με το ΚΚΕ(εσωτερικού), αλλά και με τη δημιουργία μιας ομάδας ανταλλαγής απόψεων στο Παρίσι, με κύριο ενδιαφέρον τον ολοκληρωτισμό, με αφορμή κυρίως το Βιετνάμ και το καθεστώς Πολ Ποτ στην Καμπότζη. Τέλος ήταν η περίοδος επιρροής από το έργο του Φουκώ, μια επιρροή η οποία θα αποτυπωθεί έντονα στο τελευταίο του έργο (Jessop 2008: 186-192).

Κατά συνέπεια, θα μπορούσε, κατά τη γνώμη μου, βάσιμα να υποστηριχθεί πως η θεωρητική τομή του Πουλαντζά προκύπτει ως απόρροια των πολιτικών επιλογών του και της στράτευσής του στο στρατόπεδο του ευρωκομμουνισμού και πως αυτή συμπίπτει απόλυτα με την απόπειρά του να λειτουργήσει πολιτικά στο εσωτερικό της Αριστεράς.

Ο Ελεφάντης (2012: 403) θα πιστοποιήσει αυτήν την εκτίμηση, όταν θα γράψει με ωμή ειλικρίνεια πως «κι αν, για να προχωρήσουν τα πράγματα, πρέπει να είναι κανείς εικονοκλάστης, έστω καταστρέφοντας αριστουργήματα, τόσο το χειρότερο. Πρέπει να κερδίσουμε (είναι παραμονές των γαλλικών εκλογών του 1978), ας χάσουμε και τον Λένιν, αγωνιά ο Πουλαντζάς».

Με άλλα λόγια, δεν μπορεί κάποιος να παραβλέψει πως η θεωρητική μετατόπιση του Πουλαντζά προς έναν «δημοκρατικό δρόμο» μετάβασης οφείλεται εν πολλοίς στις πολιτικές εμπειρίες του κατά την πτώση των δικτατοριών στην Ευρώπη, αλλά και τη νέα κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα της Γηραιάς Ηπείρου από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, και όχι πάντως αποκλειστικά σε μια εγγενώς θεωρητική μεταστροφή του, παρά τις όποιες επιμέρους αντιφάσεις που ενυπάρχουν στο πρώιμο έργο του. Σε αυτήν την κατεύθυνση κινείται και η θέση του Τζέσοπ, ο οποίος υποστηρίζει πως η πολιτική εμπλοκή του Πουλαντζά ήταν αυτή που τον έσπρωξε σε αυτές τις εκ βάθρων θεωρητικές αλλαγές, εντός ενός γενικότερα ραγδαία μετατοπιζόμενου πολιτικού τοπίου (Jessop, 1985: 331-332).

Ως εκ τούτου, η ανάδειξη και η κατανόηση της σημασίας της τομής είναι καίρια τόσο για την υπογράμμιση της απότομης απομάκρυνσης από την κλασική μαρξική θεωρία του κράτους (Πουλαντζάς, 2008β: 26), της οποίας την ύπαρξη ο Πουλαντζάς φτάνει να αμφισβητεί σε αντίθεση με το προγενέστερο έργο του και στο πλαίσιο μιας καθαρά πολιτικής επιλογής, όσο και για την κριτική ανάγνωση του ύστερου έργου του Πουλαντζά υπό αυτό το πρίσμα κυρίως του εναλλακτικού του δρόμου μετάβασης.

Από την άλλη πλευρά, η παραδοχή για την ύπαρξη τομής στο έργο του Πουλαντζά δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να οδηγεί στην εκτίμηση πως ο μαρξισμός υπήρξε απλώς μια φάση στο έργο του (Μελετόπουλος, 2015: 430-435). Αντιθέτως, το μαρξιστικό πλαίσιο αποτέλεσε σταθερά της σκέψης του Πουλαντζά, παρά την όποια μετατόπισή του στο τελευταίο του βιβλίο. Ακόμα και αν όντως είχε αρχίσει να τροποποιεί σημαντικά την κίνησή του εντός του μαρξισμού, εντούτοις ο απρόσμενος θάνατός του πρόλαβε ίσως και ανέκοψε αυτήν τη πορεία, πριν λάβει οριστική μορφή.


3. Η συντριβή της αστικής κρατικής μηχανής στο πρώιμο έργο του Πουλαντζά


O ίδιος ο Πουλαντζάς στη συνέντευξή του στο Marxism Today, ελάχιστους μόνο μήνες πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, τοποθετεί ως αφετηρία αυτής της μεταστροφής το έργο Η Κρίση των Διδακτοριών, στο οποίο προτάσσει την αξιοποίηση των εσωτερικών αντιφάσεων του δικτατορικού καθεστώτος από το κίνημα, έναντι μιας μετωπικής εξωτερικής ρήξης με αυτό (Πουλαντζάς, 2006α: 69-80, 95-113).

Αναφορικά, λοιπόν, με το ερευνητικό πεδίο που αφορά το παρόν άρθρο, θα επιχειρήσω να καταδείξω τη θεωρητική δύναμη του Πουλαντζά μέχρι και το τελευταίο του έργο, όπου κατά την άποψή μου συντελείται η τομή. Στην προσπάθειά μου να σχηματοποιήσω, θα προσφύγω στο επιστημολογικό υπόδειγμα του Λάκατος, το οποίο υποστηρίζει πως κάθε θεωρία βασίζεται πάνω σε έναν «σκληρό πυρήνα» θεωρητικών παραδοχών, που δεν είναι σε θέση να τροποποιηθεί ή να εγκαταλειφθεί χωρίς ουσιαστικά να εγκαταλειφθεί και η ίδια η θεωρία. Περιμετρικά του «σκληρού πυρήνα» είναι τοποθετημένο ένα θεωρητικό δίχτυ προστασίας, όπου είναι γαντζωμένες επιμέρους εξειδικευμένες θεωρίες, οι οποίες διατυπώνονται προς ερμηνεία δεδομένων του «σκληρού πυρήνα», αποκαλούμενες «βοηθητικές υποθέσεις». Αυτές είναι αναλώσιμες ή «θυσιάσιμες» και μπορούν να τροποποιηθούν ή να εγκαταλειφθούν προκειμένου να προστατευθεί ο «σκληρός πυρήνας» (Lakatos, 1978: 48-52).

Προσαρμόζοντας, λοιπόν, το ευφυές σχήμα του Λάκατος στη μαρξική θεωρία του κράτους, εντοπίζουμε στον σκληρό πυρήνα της τη μαρξική θέση περί της αναγκαιότητας συντριβής της αστικής κρατικής μηχανής. Αν και η παραπάνω επιλογή αποτελεί κοινό θεωρητικό τόπο και δύσκολα χωρεί αμφισβήτηση, ο Μπαλιμπάρ τη θωρακίζει ακόμα περισσότερο, υπενθυμίζοντας πως αυτή αποτελεί τη μόνη «διόρθωση» στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο και η οποία προήλθε από την επαναστατική πείρα των Κομμουνάρων του Παρισιού και της πρωτόλειας κατάληψης της εξουσίας από τον εξεγερμένο λαό (Balibar, 2014: 17).

Όντως στον τελευταίο κοινό πρόλογο του 1872, οι Μαρξ και Ένγκελς (2017: 8) γράφουν πως «η Κομμούνα, ιδίως, απέδειξε ότι δεν μπορεί “η εργατική τάξη να πάρει στα χέρια της την έτοιμη κρατική μηχανή και να τη βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς”».Η παραπάνω φράση είναι δανεισμένη από τα έργα του Μαρξ 18 η Μπρυμαίρ και Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο αντίκτυπος αυτής της θέσης ήταν τόσο σημαντικός που τον καταχώρισαν ως μοναδική και ουσιώδη διόρθωση στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο.

Υποστηρίζω, λοιπόν, πως ο Πουλαντζάς σε όλα τα έργα του που προηγήθηκαν του Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, διαφυλάττει ακέραιο τον σκληρό πυρήνα της μαρξικής θεωρίας του κράτους, διαπίστωση την οποία θα προσπαθήσω να αναδείξω, παραθέτοντας τα σχετικά αποσπάσματα.

Στο πρώτο του έργο, Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, ο Πουλαντζάς προβάλλει την προοπτική της μετωπικής σύγκρουσης για τη συντριβή της κρατικής μηχανής του αστικού κράτους, ως προϋπόθεση για τη μετάβαση στον σοσιαλισμό με την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου, γράφοντας χαρακτηριστικά:


«[Η] βασική αντίληψη των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και Γκράμσι που αφορά το πέρασμα στο σοσιαλισμό ξεχωρίζει από μια ρεφορμιστική αντίληψη, από το ότι απαιτεί να αλλάξει ριζικά το Κράτος και να συντρίψει τον παλιό κρατικό μηχανισμό, δηλαδή από τη θεωρία της δικτατορίας του προλεταριάτου» (Πουλαντζάς, 1975α: 56).

«Το πολιτικό εποικοδόμημα του Κράτους, που είναι ο στόχος της πολιτικής πρακτικής, αντανακλάται μέσα στη συγκυρία και έτσι είναι επίσης ένα στοιχείο του αντικειμένου αυτής της πρακτικής: να κατακτήσεις την κρατική εξουσία συντρίβοντας την κρατική μηχανή, έλεγε ο Λένιν, κι αυτό τα λέει όλα» (Πουλαντζάς, 1975α: 131).


Αλλά και στο δεύτερο έργο του, το Φασισμός και δικτατορία, ο Πουλαντζάς συνεχίζει να αντιλαμβάνεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο την αναγκαία συνθήκη της συντριβής του κρατικού μηχανισμού, αναφέροντας:


«Οι κλασικοί του μαρξισμού τόνιζαν κατηγορηματικά ότι μια σοσιαλιστική επανάσταση δεν σημαίνει απλώς την αλλαγή της κρατικής εξουσίας, αλλά και “συντριβή” του κρατικού μηχανισμού καταναγκασμού. Στην πραγματικότητα, η θέση αυτή δεν αφορά μόνον το κράτος, δηλαδή το μηχανισμό καταναγκασμού και τους κρατικούς ιδεολογικούς μηχανισμούς, αλλά το σύνολο των μηχανισμών, συμπεριλαμβανομένου και του οικονομικού μηχανισμού. Αυτή ακριβώς υπήρξε πάντοτε η θέση του Λένιν (Πουλαντζάς, 2006β: 338).


Μάλιστα, σε αυτό το έργο, ο Πουλαντζάς (2006β: 339-340) μας προσφέρει ακόμη κάποιες επιμέρους σημαντικές παρατηρήσεις, επισημαίνοντας μεταξύ άλλων, τη διάκριση μεταξύ κρατικών μηχανισμών και οικονομικού μηχανισμού, η συντριβή των οποίων δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί «ούτε την ίδια στιγμή ούτε με τον ίδιο τρόπο», όπως το ίδιο ισχύει για τη διάκριση μεταξύ ιδεολογικών και κατασταλτικών μηχανισμών, αφού το κράτος δεν συνιστά ένα «είδος μονόλιθου χωρίς ρωγμές» αλλά οι επιμέρους πτυχές του – ιδίως οι ιδεολογικοί μηχανισμοί – διαθέτουν ένα βαθμό και μια μορφή σχετικής αυτονομίας. Οι πιο «ευέλικτοι» ιδεολογικοί μηχανισμοί, στους οποίους ενδέχεται να καταφύγουν οι μη ηγεμονικές τάξεις και τμήματα, αποτελούν συχνά τις «τελευταίες επάλξεις» μιας παλαιότερης ταξικής εξουσίας ή τα «πρώτα οχυρώματα» μιας νέας, ενώ δεν αποκλείεται να εκπληρώσουν ταυτόχρονα και τους δύο ρόλους, αφού «όταν η αστική τάξη εκδιώκεται από τον κρατικό μηχανισμό καταναγκασμού καταφεύγει σε ιδεολογικούς μηχανισμούς, που διατηρούν την αστική μορφή τους, για να τους χρησιμοποιήσει ως όργανα επανάκτησης της κρατικής εξουσίας» (Πουλαντζάς, 2006β: 343).

Ο Πουλαντζάς θα ολοκληρώσει τη συλλογιστική του αναφορικά με τη συντριβή του αστικού κρατικού μηχανισμού, υπογραμμίζοντας χαρακτηριστικά πως:


«Το πρόβλημα αυτό σχετίζεται με τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία για την οργάνωση: Ας θυμηθούμε απλώς ότι το κύριο και κεντρικό ζήτημα της θεωρίας αυτής, συνίσταται ακριβώς στο πώς οι επαναστατικές-ταξικές οργανώσεις θα συγκροτηθούν και θα εκπληρώσουν την αποστολή τους, πώς θα συντρίψουν τον κλοιό των κρατικών ιδεολογικών μηχανισμών και, με την πρακτική τους, πώς θα φυλαχθούν από το μόνιμο ολίσθημα προς το σύστημα κρατικών μηχανισμών που τις παραμονεύει» (Πουλαντζάς, 2006β: 344).


Στο τρίτο του έργο, Οι κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό, ο Πουλαντζάς μπορεί να μην αναφέρεται ή να παρακάμπτει εν προκειμένω το θέμα που αφορά στην υπόθεση εργασίας μου, ένα, όμως, απόσπασμα που μπορούμε να αξιοποιήσουμε είναι ενδεικτικό και δεν χωρά καμία αμφισβήτηση.


«Έπεται ότι η ριζική μεταβολή των κοινωνικών σχέσεων δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια αλλαγή της κρατικής εξουσίας, αλλά οφείλει να “επαναστατικοποιήσει” τους ίδιους τους κρατικούς μηχανισμούς. Η εργατική τάξη, στην πορεία της σοσιαλιστικής επανάστασης, δεν μπορεί να αρκεστεί στο να πάρει απλώς τη θέση της αστικής τάξης στην κρατική εξουσία, αλλά οφείλει επίσης να αλλάξει ριζικά (“να συντρίψει”) τους αστικούς κρατικούς μηχανισμούς και να τους αντικαταστήσει με τους προλεταριακούς κρατικούς μηχανισμούς» (Πουλαντζάς, 2008α: 33).


4. Περί της σχεσιακής ανάγνωσης του κράτους


Ο Πουλαντζάς υιοθετεί και επεξεργάζεται τις θεωρητικές παραδοχές του Μαρξ και ιδίως της 18ης Μπρυμαίρ, οι οποίες κινούνται προς μια σχεσιακή προσέγγιση του αστικού κράτους, προκειμένου να θεμελιώσει τη δική του ανάλυση. Η σχετική αυτονομία του κράτους, οι ενδοαστικές αντιθέσεις, η έννοια της ηγεμονικής μερίδας της αστικής τάξης, η υπαγωγή των μικροαστών στο αστικό συμφέρον μέσω του «ουδέτερου» κράτους, αλλά και η εσωτερίκευση των ταξικών αγώνων στο κράτος ενυπάρχουν στο μαρξικό έργο. Αυτό που κάνει ο Πουλαντζάς είναι να συστηματοποιήσει όλες αυτές τις παραδοχές, κυρίως διαμέσου της κατασκευής μιας σχεσιακής τυπολογίας κράτους και ταξικών αγώνων, η οποία τονίζει τη δυνατότητα του κράτους να εγγράφει τους ταξικούς αγώνες στο εσωτερικό του. Μέσα από αυτήν τη διαδικασία, κατά τον Πουλαντζά, ακόμα και αν δεχθούμε πως το κράτος είναι κυρίως ένα ταξικό εργαλείο ως προς το περιεχόμενό του, αυτό το περιεχόμενο αποκρυσταλλώνεται μονάχα αν αρθρωθεί ως σχέση ανάμεσα στις τάξεις (Τζαρέλλας, 2017).

Σύμφωνα, λοιπόν με τον Πουλαντζά (2008β: 184) το καπιταλιστικό κράτος «δεν πρέπει να θεωρείται ως μια ενδογενής οντότητα, αλλά, όπως άλλωστε συμβαίνει και με το κεφάλαιο, ως σχέση, ακριβέστερα ως η υλική συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα σε τάξεις και μερίδες τάξεων, έτσι όπως αυτός εκφράζεται, πάντοτε με ειδικό τρόπο, μέσα στο Κράτος».

Είναι στο έργο Κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονό καπιταλισμό που ο Πουλαντζάς (2008α: 120) εγκαινιάζει τη σχεσιακή του αντίληψη για το κράτος, υπογραμμίζοντας πως «το κράτος δεν είναι μια εσωτερική εργαλειακή οντότητα, δεν είναι πράγμα, αλλά η συμπύκνωση μιας σχέσης δυνάμεων». Η σημασία αυτής της αντίληψης είναι καίρια, αφού εισάγει την κεντρικότητα της ταξικής πάλης ακόμη και στη θεσμική υλικότητα του ίδιου του κρατικού μηχανισμού και αντιτίθεται στη λεγόμενη εργαλειακή θεωρία του κράτους.

Με αυτήν την έννοια, το κράτος δεν είναι ένα πράγμα, αλλά μια σχέση, η οποία συμπυκνώνει την έκβαση της ταξικής πάλης και το αποτέλεσμα του ταξικού συσχετισμού δύναμης σε κάθε συγκυρία.Ακόμη, ο Πουλαντζάς (2008β: 358-361) προβαίνει σε μια σκληρή κριτική εναντίον του Λένιν, στον οποίο χρεώνει μια μονόπλευρη εργαλειακή προσέγγιση του κράτους, η οποία δεν υπάρχει στα έργα του Μαρξ, αλλά και μια υποτίμηση των θεσμών της δημοκρατίας. Επί της ουσίας, ο Πουλαντζάς (2008β: 359) επικρίνει τον Λένιν πως ταυτίζει μορφή και περιεχόμενο, θεωρώντας την αστική δημοκρατία μορφή της αστικής δικτατορίας και τις πολιτικές ελευθερίες απλό προϊόν της αστικής τάξης.

Φυσικά, ο Πουλαντζάς (2008β: 15) έχει μεν δίκιο όταν υποστηρίζει πως η «εργαλειακή» αντίληψη του κράτους συσκοτίζει ως έναν βαθμό το γεγονός πως η αστική τάξη δεν επιλέγει μονομερώς ποιο κράτος της ταιριάζει. Έχει επίσης δίκιο πως αυτή η αντίληψη δεν απαντά στο κομβικό ερώτημα γιατί αυτό το κράτος και όχι οποιοδήποτε άλλο, όμως από την άλλη μεριά και η απόρριψη της «εργαλειακής» διάστασης του κράτους από τον Πουλαντζά δεν εξηγεί το πώς η αστική τάξη καταφέρνει να εξουσιάζει και να αναπαράγει τις καπιταλιστικές σχέσεις με αυτή τη συγκεκριμένη μορφή κράτους (Τζαρέλλας, 2017).

Συνοπτικά, η θεωρούμενη ως εργαλειακή αντίληψη υποστηρίζει πως παρά τις όποιες επιμέρους ταξικές κατακτήσεις, και παρά τον όποιο ταξικό συσχετισμό, το κράτος παραμένει σε κάθε περίπτωση εργαλείο της άρχουσας τάξης, δηλαδή μηχανισμός κυριαρχίας της. Στον αντίποδα, για τη σχεσιακή αντίληψη τα πράγματα είναι αρκετά πιο σύνθετα, αφού σύμφωνα με αυτή, οι όποιες επιμέρους ταξικές κατακτήσεις είναι σε θέση να μεταβάλουν ή έστω να μετατοπίσουν το κράτος. Η εσωτερική μεταβολή του κράτους είναι δυνατή, εφόσον αυτό δεν αποτελεί εργαλείο της άρχουσας τάξης, αλλά μια συμπύκνωση του συσχετισμού δυνάμεων. Αν ο συσχετισμός αυτός μεταβληθεί υπέρ της εργατικής τάξης, τότε και το κράτος, συμπυκνώνοντας τη μεταβολή, γίνεται πιο φιλεργατικό. Φυσικά το κράτος παραμένει αστικό, όμως πλέον ενσωματώνει περισσότερα λαϊκά αιτήματα, εξαιτίας των νικών της εργατικής ταξικής πάλης.

Η σχεσιακή αντίληψη επικεντρώνεται κυρίως στις ποσοτικές διακυμάνσεις, χωρίς να διακρίνει τον ποιοτικό χαρακτήρα των ορίων που πρέπει να ξεπεραστούν. Πιο συγκεκριμένα, αυτό το οποίο λείπει από τη σχεσιακή αντίληψη είναι η αποδοχή της ύπαρξης ενός δομικού ορίου, σχετικώς αδιαπέραστου από τη μεταβολή των ταξικών συσχετισμών. Αυτό το όριο είναι σημείο κλειδί, αφού είναι εκείνο που επιτρέπει στο κράτος, παρά τις όποιες αλλαγές των ταξικών συσχετισμών, να παραμένει εσαεί όργανο της αστικής τάξης. Ο Πουλαντζάς, λοιπόν, στο τελευταίο του βιβλίο απομακρύνεται από το εννοιολογικό σχήμα του κράτους-εργαλείου και προσεγγίζει θεωρητικά το αστικό κράτος μονάχα ως σχέση και ως συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στις επιμέρους τάξεις.

Όπως κριτικά επισημαίνει ο Αλτουσέρ (2011), «το κράτος, στην καρδιά του, που είναι η δύναμη της φυσικής, πολιτικής, αστυνομικής και διοικητικής του επέμβασης, είναι φτιαγμένο, στο μέτρο του δυνατού, ώστε να μην αγγίζεται, ούτε ακόμα να “διαπερνάται”, από την πάλη των τάξεων». Ως εκ τούτου, σε όποιον βαθμό και αν η ταξική πάλη διαπερνά το κράτος και τους μηχανισμούς του, υπάρχουν κάποιες ειδικές περιοχές του κράτους που είναι επαρκώς θωρακισμένες και οι οποίες συνιστούν το δομικό όριό του.

Ο πρώιμος Πουλαντζάς παρά τη σχεσιακή του αντίληψη για το κράτος αποδεχόταν αυτήν τη διάκριση-όριο του κράτους, θεωρώντας πως ο σκληρός του πυρήνας παραμένει σχετικά αλώβητος από τις πιέσεις της ταξικής πάλης. Εκείνος ο Πουλαντζάς, ο οποίος αντιλαμβανόταν ότι το κράτος στον σκληρό του πυρήνα αρθρώνεται ως εργαλείο, αποδεχόταν την αναγκαιότητα της συντριβής του κράτους. Σε αυτήν την κατεύθυνση έγραφε χαρακτηριστικά: «Να κατακτήσεις την κρατική εξουσία συντρίβοντας την κρατική μηχανή, έλεγε ο Λένιν, και αυτό τα λέει όλα» (Πουλαντζάς, 1975: 131).

Η «στροφή» του τελευταίου έργου και η υιοθέτηση της άποψης πως η πάλη των τάξεων δύναται να διαπερνά το σύνολο των κρατικών δομών, ακόμα και του πιο σκληρού πυρήνα του, αποτέλεσε την αναγκαία μαγιά, προκειμένου να αναπτύξει στη συνέχεια τη θέση για τη δυνατότητα δημοκρατικού μετασχηματισμού του κράτους. Μα πάνω από όλα, αυτή του η παραδοχή καταλήγει πως εν τέλει η καταστροφή της παλιάς κρατικής μηχανής δεν είναι αναγκαία συνθήκη για τη μετάβαση στον σοσιαλισμό, άποψη εκ διαμέτρου αντίθετη από αυτήν της Κρίσης των δικτατοριών, που ταύτιζε τον σοσιαλισμό με τη συντριβή της αστικής κρατικής μηχανής (Πουλαντζάς, 2006α: 84).

Τούτων δοθέντων, η σχεσιακή αντίληψη του κράτους, δίχως την επισήμανση του δομικού ορίου, οδηγεί στην πεποίθηση διαπερατότητας από τις πιέσεις της ταξικής πάλης του συνόλου του κράτους και των μηχανισμών του και ως εκ τούτου στην απόρριψη της αναγκαιότητας συντριβής της αστικής κρατικής μηχανής, όπως προϋποθέτει, από μια συνεπή μαρξιστική πλευρά, η αποδοχή της ύπαρξης του δομικού ορίου.

Επί της ουσίας είναι η διατρητότητα του σκληρού πυρήνα του κράτους, η οποία καθιστά εφικτή μια διαφορετική στρατηγική μετάβασης, μια στρατηγική η οποία θα εκμεταλλευτεί τις αντιθέσεις στο εσωτερικό των κρατικών μηχανισμών και θα μπολιάσει τις εξωτερικές επιθέσεις προς το κράτος με τις εστίες αντίστασης στο εσωτερικό του. Βέβαια, η ύπαρξη ρηγμάτων στα ανώτερα κλιμάκια δεν αποδεικνύει ότι έχει υπονομευτεί η κυριαρχία της καπιταλιστικής τάξης. Αυτό που έχει αποφασιστική σημασία είναι το γεγονός ότι παραμένουν οι θεσμικοί μηχανισμοί της καπιταλιστικής παραγωγής. Διότι πράγματι το καπιταλιστικό κράτος είναι αναμφισβήτητα ένα πεδίο ταξικής πάλης, το οποίο σαφώς διατρέχεται από σωρεία ταξικών αντιφάσεων. Αντιφάσεων, οι οποίες όμως, δεν ακυρώνουν την υλικότητά του και την ενότητα του δομικού του σκληρού πυρήνα. Επομένως, η αναγκαιότητα συντριβής του αστικού κράτους παραμένει η σταθερά και η επιβεβλημένη προϋπόθεση μιας μαρξιστικής θεωρίας μετάβασης στον σοσιαλισμό.

Επιπρόσθετα, με την επέκταση της σχεσιακής αντίληψης στο σύνολο του κράτους και την επί της ουσίας ενοποίηση όλων των δομών του κράτους, ο Πουλαντζάς έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τη θέση του περί μη ενιαίου κράτους. Κατά την γνώμη μου, ο Πουλαντζάς κάτω και από την επιρροή της Πορτογαλικής Επανάστασης και της δημοκρατικής στάσης ενός μέρους του στρατού, οδηγείται στο συμπέρασμα πως η πάλη των τάξεων είναι εφικτό να διαπερνάει ακόμα και τον σκληρό φλοιό των κατασταλτικών μηχανισμών, υποτιμώντας την ιδιαιτερότητα της πορτογαλικής περίστασης, η οποία πιστοποιήθηκε και από την τελική έκβασή της.

Βάσιμα, λοιπόν, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ο Πουλαντζάς τείνει να υποτιμά τον πρωτεύοντα ρόλο των κατασταλτικών μηχανισμών, οι οποίοι ουσιαστικά αποτελούν το εχέγγυο αναπαραγωγής των ιδεολογικών μηχανισμών, αλλά και των σχέσεων εκμετάλλευσης (Αλτουσέρ, 1978: 89) σε ένα γενικότερο πλαίσιο υποτίμησης της βίας (Jessop, 1985: 304).

Σε ευθεία αντίθεση με τις θέσεις του ύστερου Πουλαντζά, ο Αλτουσέρ τονίζει πως «για τον Μαρξ και τον Λένιν, εάν το κράτος είναι “διαχωρισμένο”, είναι με τη στενή έννοια “διαχωρισμένο” από την ταξική πάλη» και προσθέτει πως «το να συμπεραίνει κάποιος πως το κράτος “διασχίζεται εξ ορισμού από την ταξική πάλη” σημαίνει πως παίρνει τις επιθυμίες του για πραγματικότητα» (Althusser, 2006: 70-71, 80).

Στη συλλογιστική του Αλτουσέρ ο διαχωρισμός του κράτους από την ταξική πάλη συνδέεται άρρηκτα με τον ρόλο του ως εργαλείου: «το κράτος είναι διαχωρισμένο από την ταξική πάλη γιατί είναι φτιαγμένο απ’ αυτή, διότι είναι εργαλείο της κυρίαρχης τάξης. Δεν μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο αν διασχίζεται από την ταξική πάλη, διότι κάθε στιγμή θα υπήρχε ο κίνδυνος να εκραγεί στα χέρια της κυρίαρχης τάξης». Μονάχα υπό τον όρο του χωρισμού από την ταξική πάλη μπορεί το κράτος να παρέμβει σε αυτήν, τόσο εναντίον της λαϊκής αντίδρασης, όσο και στις ενδοαστικές αντιπαραθέσεις (Althusser, 2006: 70-71).

Σε αυτήν την κατεύθυνση, ο Αλτουσέρ προβαίνει σε μια διάκριση ανάμεσα στην κρατική εξουσία και στον κρατικό μηχανισμό. Η κρατική εξουσία είναι αποτέλεσμα της ταξικής πάλης, αλλά το εργαλείο άσκησής της, ο κρατικός μηχανισμός, παραμένει διαχωρισμένος από αυτή. Η διάκριση ισχύει, λοιπόν, για τον σκληρό πυρήνα του κράτους, ο οποίος ασκεί την εξουσία καταναγκασμού, την εξουσία επέμβασης και την πολιτική εξουσία. Σε σύγκριση με αυτόν τον σκληρό πυρήνα είναι δευτερεύουσα η πολιτική σημασία του λοιπού δημόσιου τομέα, όπου διαπιστώνεται εντονότερη πολιτική κινητικότητα. Ο υπόλοιπος δημόσιος τομέας δεν είναι καθοριστικός για την κατανόηση του χαρακτήρα του κράτους ως εργαλείου ταξικής κυριαρχίας. Μόνο ο σκληρός πυρήνας μπορεί «να παίρνει μέτρα ενάντια σε μια μερίδα, ακόμη και στην πλειοψηφία της αστικής τάξης για να υπερασπίσει τα “γενικά συμφέροντά της” ως κυρίαρχης τάξης», «για να διατηρηθούν οι συνθήκες της εκμετάλλευσης» (Althusser, 2006: 81-85).

Συμπερασματικά, με αυτήν του τη θεώρηση, ο Αλτουσέρ απορρίπτει κάθε αντίληψη περί ουδετερότητας ή υπερταξικότητας του κράτους. Το κράτος, λοιπόν, δεν είναι διαχωρισμένο επειδή λειτουργεί ουδέτερα, αλλά για να κλίνει προς την πλευρά της αστικής τάξης. Ο Αλτουσέρ αποκαλύπτει την πρόδηλη ουδετερότητα του κράτους, η οποία συγκαλύπτει τον ταξικό του χαρακτήρα και της επιτρέπει να ασκεί μια ταξική πολιτική υπέρ των μακροπρόθεσμων συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης.Αυτή η θέση στρέφεται ενάντια στη θεωρία του εξελικτισμού, η οποία θεωρεί πως το κράτος διαπερνάται ολωσδιόλου από την ταξική πάλη και άρα μπορεί να μετεξελιχτεί ειρηνικά, οδηγώντας σε προοδευτικές πολιτικές που να κατοχυρώνουν τα συμφέροντα των εξουσιαζόμενων τάξεων.

Η θέση του ύστερου Πουλαντζά πως «όλα είναι ταξική πάλη», χωρίς να αντιλαμβάνεται πως αυτή η πάλη δεν αρχίζει εκ του μηδενός, αλλά αντιθέτως διεξάγεται πάνω σε διαμορφωμένα αποτελέσματα της ταξικής πάλης, δηλαδή σε ιεραρχημένες κρατικές δομές, οι οποίες αποκρυσταλλώνουν τους ταξικούς συσχετισμούς, εγείρει σημαντικούς προβληματισμούς. Προβληματισμοί, οι οποίοι μας οδηγούν αναγκαστικά στη συζήτηση περί της φύσης του κράτους.

Το κράτος παρεμβαίνει ενεργά στην κοινωνία και δέχεται την αντανάκλαση της παρέμβασής του, τροποποιώντας, μετασχηματίζοντας ή και αναθεωρώντας την πολιτική του (Σακελλαρόπουλος, 2001: 256), όμως δεν θα πρέπει ποτέ να ξεχνάμε πως υπάρχει ένα δομικό όριο στις μετατροπές που μπορούν να πραγματοποιηθούν εντός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και οι οποίες σχετίζονται με την αναπαραγωγή των σχέσεων ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και απόσπασης υπεραξίας. Συνεπώς, μπορεί μεν οι συσχετισμοί δύναμης των κοινωνικών δυνάμεων να κρίνουν το μέγεθος των υποχωρήσεων που είναι υποχρεωμένη να κάνει η αστική τάξη, όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να υπερβούν το παραπάνω δομικό όριο, το όριο διαιώνισης του κυρίαρχου τρόπου παραγωγής.

Στις περιπτώσεις, λοιπόν, εκείνες που οι δυνάμεις αμφισβήτησης στρέφονται μαζικά ενάντια στο κυρίαρχο σύστημα παραγωγής, τότε το κράτος υιοθετεί την απροκάλυπτη καταστολή των λαϊκών κινητοποιήσεων με τη χρήση ωμής βίας, χωρίς μάλιστα πολλές φορές να κρίνεται αναγκαία η επίκληση κάποιου νομικού προσχήματος. Αυτά συμβαίνουν, διότι στο εσωτερικό του κράτους εδράζεται ο σκληρός πυρήνας του, ο οποίος συγκροτείται κατά απόλυτα ιεραρχημένο και γραφειοκρατικό τρόπο, προωθώντας την ιδεολογία του «κοινού εθνικού συμφέροντος».


«Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο “πυρήνας” του καπιταλιστικού κράτους, (δηλαδή τα θεμελιώδη δομικά χαρακτηριστικά του: η ιεραρχική γραφειοκρατική δομή του, η “αταξική” λειτουργία του με βάση τους κανόνες του Δικαίου και την αστική ιδεολογία του κοινού εθνικού συμφέροντος κλπ.), παραμένει αναλλοίωτος, όσο καιρό η καπιταλιστική πολιτική εξουσία δεν έχει ανατραπεί. Όρος επομένως για την ανατροπή της καπιταλιστικής πολιτικής εξουσίας, για την κατάληψη της από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της είναι η ανατροπή, η συντριβή του κρατικού μηχανισμού καταστολής (και ορισμένων ιδεολογικών κρατικών μηχανισμών) που συμπυκνώνει ακριβώς τον “δομικό πυρήνα” του αστικού κράτους, δηλαδή της αστικής πολιτικής εξουσίας» (Μηλιός, 1990: 66-67).


Αυτό, λοιπόν, το δομικό όριο στο εσωτερικό του κράτους αποτελεί την τελευταία και σκληρότερη γραμμή άμυνας, πέρα από την οποία δεν επιτρέπεται να εισχωρήσει η ταξική πάλη, όριο μάλιστα το οποίο είναι σε θέση να μετατοπιστεί εντός των διαφόρων θεσμών του κράτους, προκειμένου να διατηρήσει πάση θυσία ένα τμήμα αλώβητο από την επίδραση των λαϊκών μαζών. Αυτό συνέβη χαρακτηριστικά στην περίπτωση της Χιλής, όταν η πραγματική εξουσία μετατοπίστηκε από την πολιτική εξουσία, η οποία ήταν στα χέρια του Αλιέντε, προς τον στρατό, με αποτέλεσμα την ανατροπή της αριστερής κυβέρνησης και την εγκαθίδρυση μιας στυγνής δικτατορίας.

Εν κατακλείδι, μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί πως και οι κοινωνικοί αγώνες εγγράφονται στο εσωτερικό του κράτους, αλλά και το κράτος διατηρεί σε κάθε περίπτωση ένα ταξικό πρόσημο. Η εγγραφή των λαϊκών αγώνων στο εσωτερικό του κράτους μπορεί μεν για ένα χρονικό διάστημα να παίρνει τη μορφή λαϊκών κατακτήσεων, όμως σε δεύτερο χρόνο δίνει τη δυνατότητα στο κράτος να ενσωματώσει αυτή τη δυναμική διαμέσου των παραχωρήσεων, μεταλλάσσοντάς τη σε στοιχείο διαιώνισης της αναπαραγωγής της εξουσίας του κεφαλαίου, όπως συνέβη με την υιοθέτηση του κράτους πρόνοιας.


5. Το μεταίχμιο του η Κρίση των δικτατοριών


Το 1975, ο Πουλαντζάς εκδίδει το έργο Η Κρίση των δικτατοριών. Μόλις ένας χρόνος χωρίζει την έκδοση του έργου Οι κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό από τη Κρίση των δικτατοριών, ένας χρόνος, όμως, κατά τον οποίο έχει επέλθει η πτώση της Χούντας, γεγονός που έχει σταθεί ικανό να μεταβάλει σημαντικά τη σκέψη του Πουλαντζά, αφού μετά την πτώση της δικτατορίας έχει αρχίσει να πολιτικοποιείται εντονότερα και να επιθυμεί να διαδραματίσει εντονότερο πολιτικό ρόλο. Έτσι, από την αναρμοδιότητα που ο ίδιος ανέφερε στον επίλογο του Οι κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό (Πουλαντζάς, 2008α: 416-417), με την Κρίση των δικτατοριών μοιάζει να επιθυμεί να παρέμβει έντονα στα πολιτικά πράγματα. Ανάμεσα στα δύο αυτά βιβλία μπορεί να γίνει αντιληπτή μια σημαντική διαφοροποίηση ύφους και στόχευσης.

Κατά την άποψή μου, ο Πουλαντζάς στην Κρίση των δικτατοριών μπορεί μεν να βρίσκεται στο όριο της τομής, να στέκεται στο κατώφλι της, όμως ακόμα δεν έχει επιλέξει προς τα πού θα την χαράξει, πράγμα που θα πράξει ξεκάθαρα μόνο στο τελευταίο του βιβλίο, πάντα στο πλαίσιο μιας πολιτικής επιλογής στράτευσης με το ρεύμα του ευρωκομμουνισμού. Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε, υπό μία άποψη, πως στην Κρίση των δικτατοριών προοικονομείται μεν η έλευση του Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να τοποθετηθεί εδώ η τομή αυτή καθεαυτή.

Ας προσκομίσουμε τώρα όλα εκείνα τα στοιχεία, τα οποία πιστοποιούν, κατά την εκτίμηση του γράφοντα, πως ο Πουλαντζάς και στην Κρίση των Δικτατοριών διαφυλάττει ακέραιο τον σκληρό πυρήνα της μαρξικής θεωρίας του κράτους, αποφεύγοντας τη χάραξη τομής σε αυτό το έργο.

Ο Πουλαντζάς (2006α: 72-73) ξεκινά να ξεδιπλώνει την ανάλυσή του, απορρίπτοντας την αντίληψη του κράτους ως υποκειμένου ή πράγματος, επαναλαμβάνοντας τη σχεσιακή αντίληψη του κράτους στο έργο του, ορίζοντας το τελευταίο ως μια συμπύκνωση του συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ των τάξεων, όπως έχει πράξει ήδη στις Κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό (Πουλαντζάς, 2008α: 120, 200).

Ο Πουλαντζάς τόσο στις Κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό όσο και στην Κρίση των δικτατοριών υιοθετεί μεν τη σχεσιακή αντίληψη του κράτους, αποδέχεται όμως την ύπαρξη ενός σκληρού πυρήνα σχετικά στεγανοποιημένου από την επίδραση της ταξικής πάλης, ενώ μόνο στο τελευταίο του βιβλίο προεκτείνει τη θέση του στην ολωσδιόλου διαπερατότητα των κρατικών μηχανισμών, η οποία οδηγεί στην απόρριψη της αναγκαιότητας συντριβής της αστικής κρατικής μηχανής. Με άλλα λόγια, η ύπαρξη αυτού του σκληρού πυρήνα θέτει περιορισμό στην ανεμπόδιστη διαπερατότητα του κράτους από την ταξική πάλη και άρα και στην «εσωτερική» μεταρρύθμιση του κράτους.

Προς επίρρωση των παραπάνω, παραθέτουμε ό,τι αναφέρει σχετικά ο Πουλαντζάς στην Κρίση των δικτατοριών :


«Οπωσδήποτε υπάρχει πάντα κάποια ενότητα κρατικής εξουσίας, που συσχετίζεται με το γεγονός ότι το κράτος εκπροσωπεί τα συμφέροντα της ηγεμονεύουσας τάξης ή ταξικής μερίδας, και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο οι λαϊκές τάξεις δεν μπορούν να καταλάβουν τμήμα προς τμήμα τον κρατικό μηχανισμό, αλλά πρέπει να τον συντρίψουν με το πέρασμα στο σοσιαλισμό» (Πουλαντζάς, 2006α: 73).

«Η μετάβαση στο σοσιαλισμό συνεπάγεται τη συντριβή των κρατικών μηχανισμών, όχι μόνο την αντικατάσταση των ηγετικών φορέων των κρατικών μηχανισμών αλλά και τον ριζικό μετασχηματισμό της οργανωτικής δομής τους. Επιπλέον, στην περίπτωση αλλαγής της κρατικής εξουσίας, το αστικό κράτος δεν μπορεί να γεννήσει μόνο του σοσιαλιστικό κράτος (αυταπάτες περί “κρατικού σοσιαλισμού”), γιατί το ιδιαίτερο βάρος και ο ιδιαίτερος ρόλος των μηχανισμών του εκδηλώνεται πάντα μέσα από την ίδια τη δομή του, σαν αντίσταση στο μετασχηματισμό του κράτους» (Πουλαντζάς, 2006α, σ. 84).


Σε αυτό το σημείο ο ριζικός μετασχηματισμός του κρατικού μηχανισμού προβάλλει ως τμήμα της συντριβής του κράτους και δεν είναι ξένος προς αυτήν, όπως στο τελευταίο του βιβλίο (Πουλαντζάς, 2008β: 372), ενώ επί της ουσίας ο σοσιαλισμός ταυτίζεται με τη συντριβή της αστικής κρατικής μηχανής. Μάλιστα, ο Πουλαντζάς επεκτείνει την αναγκαιότητα συντριβής, αναφέροντας χαρακτηριστικά:


«Η θέση για την αναγκαιότητα να “συντριβούν” οι κρατικοί μηχανισμοί αφορά το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Αλλά οι διαπιστώσεις που τη στηρίζουν δεν χάνουν διόλου την αξία τους για τη συγκεκριμένη περίπτωση περάσματος από το αστικό Κράτος Έκτακτης Ανάγκης στη μορφή αστικού δημοκρατικού-κοινοβουλευτικού κράτους» (Πουλαντζάς, 2006α, σ. 84).


Ακόμη, ο Πουλαντζάς αποδέχεται και την ύπαρξη ενός σκληρού πυρήνα στην καρδιά του αστικού κράτους. Ο Πουλαντζάς (2006α: 90-91) υποστηρίζει, λοιπόν, πως ο κάθε εκδημοκρατισμός στο πλαίσιο ενός αστικού κράτους προσκρούει στην ύπαρξη ενός σκληρού πυρήνα, ο οποίος δίνει ένα χαρακτήρα «συνοχής» στο αστικό κράτος, και άρα δεν επαρκεί απλά μια εκκαθάριση του προσωπικού του κράτους, αλλά για να καταληφθεί το κρατικό δίκτυο συνολικά πρέπει να σπάσουν οι κρατικοί θεσμοί, όπως απέδειξε και το παράδειγμα της Χιλής.

Όπως έχει ήδη αναλυθεί η ύπαρξη του σκληρού πυρήνα αποδεικνύει την παρουσία ενός δομικού ορίου στο εσωτερικό του κράτους, το οποίο οριοθετεί έναν σχετικώς στεγανοποιημένο χώρο, στον οποίο δεν επιτρέπεται να εισχωρήσει η ταξική πάλη, ή ακόμα και σε περίπτωση εισχώρησής της τείνει να περιορίζει την επίδρασή της. Πρόκειται, μάλιστα, για ένα όριο που έχει την ευχέρεια να μετατοπίζεται εντός του κράτους, διασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο μια αποστειρωμένη από την ταξική πάλη επικράτεια.

Ως εκ τούτου, ο Πουλαντζάς της Κρίσης των Δικτατοριών, όχι μόνο αποδέχεται την αναγκαιότητα συντριβής της αστικής κρατικής μηχανής, αλλά αποδέχεται και την ύπαρξη ενός σκληρού πυρήνα-καταφύγιου του αστισμού, ο οποίος για να καταλυθεί πρέπει να σπάσουν οι κρατικοί μηχανισμοί, ενώ ακόμη υπογραμμίζει πως μπορεί μεν να μην υπήρξε μια κατά μέτωπο επίθεση της εργατικής τάξης, όμως η πάλη της έπαιξε σε τελευταία ανάλυση τον καθοριστικό ρόλο για την πτώση των δικτατορικών καθεστώτων (Πουλαντζάς, 2006α: 76). Πρόκειται για παραδοχές που, κατά την άποψή μου, τον εντάσσουν πέραν πάσης αμφιβολίας εντός του μαρξικού υποδείγματος και δεν συνάδουν με την εκτίμηση ύπαρξης τομής σε αυτό το έργο. Ο Πουλαντζάς, όχι απλώς, διατηρεί ακέραιο τον σκληρό πυρήνα της μαρξικής θεωρίας για το κράτος, αλλά δεν τροποποιεί σημαντικά ούτε τη διαμόρφωση της περιμετρικής θεωρητικής ζώνης.

Πεποίθησή μου, όπως ήδη επισημάνθηκε, είναι πως η τομή εμφανίζεται στο τελευταίο έργο του Πουλαντζά και σηματοδοτεί όχι απλώς τη βαθμιαία απομάκρυνσή του από τον αλτουσεριανισμό και τον λενινισμό, αλλά μια ακροβασία ανάμεσα στα όρια της μαρξιστικής θεωρίας και μιας ιδιότυπης αναθεώρησής της.

Η κοινοβουλευτική δημοκρατία ως μορφή της δικτατορίας της αστικής τάξης, το αστικό κράτος ως μηχανή εξουσίας της άρχουσας τάξης, ο ενιαίος και αδιαίρετος χαρακτήρας της αστικής κυριαρχίας και, κυρίως, η αναγκαιότητα συντριβής της αστικής κρατικής μηχανής, αποτελούν τις βασικές μαρξικές παραδοχές για τη φύση του αστικού κράτους, με τις οποίες ο Πουλαντζάς έρχεται στο τελευταίο του βιβλίο σε θεωρητική και μεθοδολογική ρήξη.

Βέβαια, όπως έχω προηγουμένως επισημάνει, μπορεί ο Πουλαντζάς να μην χαράζει την τομή στην Κρίση των δικτατοριών, είναι, όμως, εδώ που προλειαίνει το έδαφος, προκειμένου δύο χρόνια αργότερα να μετατοπίσει τις θέσεις του στο Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός.

Ο Πουλαντζάς παρά τις διατυπώσεις περί συντριβής, οι οποίες πιστοποιούν πως δεν είναι ακόμα έτοιμος να προβεί σε ρήξη με το μαρξικό υπόδειγμα, εντούτοις στην Κρίση των δικτατοριών κάνει τα απαραίτητα ανοίγματα, ώστε στη συνέχεια να προχωρήσει στη θεωρητική του μεταστροφή. Σε αυτήν την κατεύθυνση παραθέτω τα δύο χαρακτηριστικότερα αποσπάσματα, τα οποία θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ο προάγγελος της θεωρητικής μεταστροφής του στο βιβλίο Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός :


«Ακριβώς όπως η σχέση “κεφάλαιο” εμπεριέχει ήδη την αντίφαση κεφάλαιο/μισθωτή εργασία, έτσι και οι ταξικές αντιφάσεις διαπερνούν πάντα απ’ άκρη σ’ άκρη το κράτος, γιατί, λόγω της ταξικής του φύσης, το κράτος αναπαράγει στο δικό του επίπεδο ταξικές αντιφάσεις» (Πουλαντζάς, 2006α: 73).

«Θα έπρεπε δηλαδή κοντά στ’ άλλα να μελετηθεί το νόημα μιας “δημοκρατικής φάσης” σε μια παρατεταμένη, αδιάκοπη και σταδιακή πορεία προς το σοσιαλισμό, τις συμμαχίες με τμήματα της αστικής τάξης και την ηγεμονία μέσα σ’ αυτές, τις μορφές πάλης κ.λπ.» (Πουλαντζάς, 2006α: 80).


Νομίζω πως σε αυτό το σημείο γίνονται εμφανείς οι ομοιότητες των συγκεκριμένων αποσπασμάτων με τη συλλογιστική την οποία θα αναπτύξει ο Πουλαντζάς στο τελευταίο έργο του, στην προσπάθειά του να σκιαγραφήσει τον δικό του εναλλακτικό τρόπο μετάβασης στον σοσιαλισμό. Σε αυτά, θα πρέπει να προσθέσουμε εξάλλου και τις εύστοχες παρατηρήσεις του Μηλιού (1996: 65-66) σχετικά με τις αναλύσεις του Πουλαντζά στην Κρίση των δικτατοριών αναφορικά με την «ενδογενή» και «μεταπρατική» αστική τάξη, διάκριση που σηματοδοτεί – πέραν άλλων – τη στρατηγική αστικοδημοκρατικών μεταρρυθμίσεων προς όφελος της «εθνικής», δηλαδή καπιταλιστικής ανάπτυξης.


6. Επίλογος


Σε κάθε περίπτωση, είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί κανείς με την ακριβή χρονική τοποθέτηση της τομής – αλλά αποδέχεται σε κάθε περίπτωση την ύπαρξή της –, είτε διαβλέπει λιγότερα ή περισσότερα ίχνη αυτής της μεταστροφής στο πρώιμο έργο του Νίκου Πουλαντζά, εντούτοις κοινό σημείο προσέγγισης αποτελεί η θέση πως αυτή η μεταστροφή οφείλεται εν πολλοίς σε μια συνειδητή πολιτική απόφαση του Πουλαντζά να συστρατευθεί με το κυρίαρχο ευρωκομμουνιστικό ρεύμα και να προσπαθήσει να σκιαγραφήσει μια πρόταση μετάβασης στον σοσιαλισμό, η οποία έμοιαζε, φαινομενικά τουλάχιστον, να ταιριάζει τόσο στις δυνατότητες του πολιτικού προσωπικού, όσο και στα νέα διαταξικά κινήματα της εποχής του.

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως το Κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός είναι και το μοναδικό έργο του συγγραφέα στο οποίο καταλήγει σε μια στρατηγική πρόταση που θέτει το ζήτημα του σοσιαλισμού, σε αντίθεση με όλα τα προηγούμενα έργα στα οποία ο Πουλαντζάς απέφευγε επιμελώς να προβεί σε κάποιο στρατηγικό συμπέρασμα. Η αρνητική αξιολόγηση αυτής της στρατηγικής πρότασης μπορεί μεν να έχει λάβει χώρα από την ίδια την ιστορική εμπειρία, ωστόσο δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε το γεγονός πως το έργο του Νίκου Πουλαντζά έθεσε ευθέως τα καίρια θεωρητικά και πολιτικά ερωτήματα, με τα οποία έχουν καθήκον να αναμετρηθούν όλοι όσοι επιθυμούν τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.


Βιβλιογραφία


Αλτουσέρ, Λ. (1978). Θέσεις. Αθήνα: Εκδόσεις Θεμέλιο.

Althusser, L. (2006). Philosophy of the Encounter: Later Writings, 1978-1987. London: VersoBooks.

Αλτουσέρ, Λ. (2011). «Γιατί το κράτος είναι μια μηχανή». Θέσεις, τ. 113: 73-89.

Αλτουσέρ, Λ. (2015). Για τον Μαρξ. Αθήνα: Εκδόσεις Εκτός Γραμμής.

Balibar, E. (2014). Κράτος, μάζες, πολιτική. Αθήνα: Εκδόσεις Εκτός Γραμμής.

Ελεφάντης, Α. (2012). Ο Νίκος Πουλαντζάς, παιδί της εποχής του. Στο Χ. Γολέμης & Η. Οικονόμου (επιμ.), Ο Πουλαντζάς σήμερα, Αθήνα: Εκδόσεις Νήσος: 397-404.

Jessop, B. (1985). Nicos Poulantzas: Marxist Theory and Political Strategy. London: Macmillan.

Jessop, Β. (1989). Η ελληνική εμπειρία του Ν. Πουλαντζά. Τα Νέα στις 21.10.89.

Jessop, B. (2008). Κρατική Εξουσία: Μια στρατηγική-σχεσιακή προσέγγιση. Αθήνα: Εκδόσεις του εικοστού πρώτου.

Κέη, Α. (2015). Η έννοια της ιδεολογίας στο έργο του Πουλαντζά (διδακτορική διατριβή). Ιωάννινα: Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

Lakatos, I. (1978). The methodology of scientific research Programmes. Cambridge: Cambridge University Press.

Μαρξ, Κ., & Ένγκελς, Φ. (2017). Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος. Αθήνα: Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.

Μελετόπουλος, Μ. (2015). Μαρξισμός & τροτσκισμός στην Ελλάδα. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.

Μηλιός, Γ. (1990). «Από τη “συντριβή της κρατικής μηχανής” στην “κρίση και μετεξέλιξη του κράτους”». Θέσεις, τ. 30: 59-78.

Μηλιός, Γ. (1996). Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων. Αθήνα: Εναλλακτικές Εκδόσεις

Πουλαντζάς, Ν. (1975). Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις τόμος Α΄. Αθήνα: Εκδόσεις Θεμέλιο.

Πουλαντζάς, Ν. (2006α). Η κρίση των δικτατοριών. Αθήνα: Εκδόσεις Θεμέλιο.

Πουλαντζάς, Ν. (2006β). Φασισμός και δικτατορία. Αθήνα: Εκδόσεις Θεμέλιο.

Πουλαντζάς, Ν. (2008α). Οι κοινωνικές τάξεις στο σύγχρονο καπιταλισμό. Αθήνα: Εκδόσεις Θεμέλιο.

Πουλαντζάς, Ν. (2008β). Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός. Αθήνα: Εκδόσεις Θεμέλιο.

Σακελλαρόπουλος, Σ. (2001). Η Ελλάδα στη μεταπολίτευση. Πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις 1974-1988. Αθήνα: Εκδόσεις Λιβάνης.

Salvadori, M. (1990). Karl Kautsky and the Socialist Revolution 1880-1938. London: Verso Books.

Sawer, M. (1977). «The genesis of State and Revolution». Socialist Register, Vol. 14. http://www.socialistregister.com/index.php/srv/article/view/5415/2314#.WmICoahl9PZ

Τζαρέλλας, Δ. (2017).«Κράτος και μετάβαση. Ο Νίκος Πουλαντζάς ως κριτικός της θεωρίας της δυαδικής εξουσίας». Θέσεις, τ. 140: 51-79.