Όσα ακολουθούν αντλούν από μια πρόσφατη ανανέωση του θεωρητικού ενδιαφέροντος για την επικαιρότητα της κομβικής όσο και προβληματικής μαρξιστικής έννοιας του τρόπου παραγωγής. Για να περιοριστώ σε μια μόνο (συνθετική ωστόσο) αναφορά, ας επισημάνω την πρόσφατη δουλειά του Τζέισον Ρηντ [Jason Read] (2002, 2003), που αναδεικνύει τον τρόπο παραγωγής ως τον τόπο μιας εν δυνάμει συνάντησης ανάμεσα στον λεγόμενο «δομιστικό» μαρξισμό του Λουί Αλτουσέρ [Louis Althusser] και της σχολής του (Ετιέν Μπαλιμπάρ [Etienne Balibar], Πιέρ Μασερέ [Pierre Macherey] κ.ά.), στην προβληματική του ύστερου Αλτουσέρ για τον «υλισμό του αστάθμητου», στη «μετα-δομιστική» θεματική των Μισέλ Φουκώ [Michel Foucault], Ζιλ Ντελέζ [Gilles Deleuze], Ζακ Ντεριντά [Jacques Derrida], Τζούντιθ Μπάτλερ [Judith Butler] κ.ά. για την «παραγωγή της υποκειμενικότητας», και στον «αυτονομιστικό μαρξισμό», τον ιταλικό operaismo και τις μετεξελίξείς του, των Μάριο Τρόντι [Mario Tronti], Αντονιο Νέγκρι [Antonio Negri], Πάολο Βίρνο [Paolo Virno] κ.ά. Εννοείται ότι εδώ θα προσπαθήσω απλώς να θίξω μόνο μια επί μέρους πτυχή αυτού του εξαιρετικά πλούσιου δυναμικού. Ειδικότερα, θα επιχειρήσω να προχωρήσω ένα βήμα πιο πέρα την κριτική επισήμανση του Αλτουσέρ (κυρίως στα κείμενα της τελευταίας περιόδου του), σύμφωνα με την οποία ο τρόπος παραγωγής και οι συναφείς έννοιες αποτελούν το προνομιακό πεδίο εκδήλωσης της έντασης που διαπερνά τη μαρξική σκέψη και φέρνει αντιμέτωπες δύο ανταγωνιστικές «λογικές»: την ουσιοκρατική λογική της αναγκαιότητας και της τελεολογίας, αφ’ ενός, και την αυθεντικά υλιστική και ιστορική λογική του «αστάθμητου», αφ’ ετέρου. Προς τούτο, θα βασισθώ σε μια ειδική ανάγνωση των ύστερων αλτουσερικών κειμένων για τον υλισμό της αστάθμητης συνάντησης, την οποία έχω καταθέσει πρόσφατα στις σελίδες των Θέσεων (Φουρτούνης 2007). Θα προσπαθήσω να υποστηρίξω αυτήν την ανάγνωση δείχνοντας ότι, εφαρμοζόμενη στον τρόπο παραγωγής, μπορεί να παράσχει νέες και γόνιμες προσβάσεις σε κλασικούς ή πιο ρηξικέλευθους τόπους της μαρξιστικής θεωρίας, στους οποίους πολλοί επιμένουμε εδώ και δεκαετίες.
***
1. Αποτελεί κοινό τόπο ότι το ώριμο θεωρητικό έργο του Μαρξ, και ειδικότερα το Κεφάλαιο, έχει ως βασικό επιστημονικό αντικείμενο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Ο όρος «καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής» ονομάζει εμφανώς μια ειδοποιό διαφορά, όπου το γένος είναι ο τρόπος παραγωγής και το είδος ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Συνεπώς, η θεματική του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής διαπλέκει τουλάχιστον τρία αλληλένδετα θεωρητικά ερωτήματα: Τι είναι τρόπος παραγωγής εν γένει ; Ποια η ειδοποιός διαφορά του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής; Ποιοι (μπορεί να) είναι οι άλλοι, οι μη-καπιταλιστικοί τρόποι παραγωγής; Από την άλλη πλευρά, όπως είναι πολύ γνωστό, στο μαρξικό θεωρητικό εγχείρημα το όλο ζήτημα του τρόπου παραγωγής τίθεται καταστατικά σε ιστορική προοπτική.2 Ένα προφανές πολιτικό και ιδεολογικό διακύβευμα αυτής της θεωρητικής στάσης υπήρξε βεβαίως η ιστορικότητα του καπιταλισμού, η ακύρωση της ιδεολογικής «αιωνιότητάς» του, η ανάδειξή του ως ιστορικά μεταβατικού: άλλοι τρόποι παραγωγής υπήρξαν πριν από τον καπιταλισμό και άλλοι θα υπάρξουν μετά από αυτόν. Υπό αυτό το πρίσμα, οι ειδικοί τρόποι παραγωγής δεν θα μπορούσαν να αιωρούνται σε έναν αφηρημένο εννοιολογικό χώρο, διευθετημένοι μόνον από τη λογική της ιεραρχίας γένους και είδους, αλλά οφείλουν να αναφέρονται πλέον στην υλική, κοινωνική και ιστορική πραγματικότητα, οφείλουν να συνδέονται ιστορικά, να τίθενται δηλαδή σε μια αυθεντική ιστορική λογική, με κρίσιμο ζήτημα αυτό της μετάβασης από τον έναν τρόπο παραγωγής στον άλλο. Έτσι, οι ειδικοί τρόποι παραγωγής τοποθετούνται σε σχέση χρονικής διαδοχής, σε σχέση παρελθόντος ή μέλλοντος αναφορικά με τον (παροντικό) καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, δηλαδή είτε ως συγκεκριμένοι, ιστορικοί «προ-καπιταλιστικοί» τρόποι παραγωγής, είτε ως ο μάλλον ακαθόριστος και φασματικός μετα-καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής στον οποίο αποβλέπει το όλο πολιτικό και θεωρητικό διάβημα του Μαρξ: ο κομμουνιστικός τρόπος παραγωγής.3
Το επιστημολογικό αυτό εμπόδιο, όπως και κάθε άλλο, εδράζεται σε μια γνωσιακή αναγκαιότητα: τη σύλληψη της αφηρημένης δομής κάθε διακριτού τρόπου παραγωγής, η οποία δίδεται αναγκαστικά ως μια σύνθετη σχέση μεταξύ στοιχείων πουπροσιδιάζουν κάθε φορά στη σχέση τους, που αποτυπώνουν τη δομή την οποία συναπαρτίζουν, στοιχείων που είναι συγγενή ή κατάλληλα για τη συγκεκριμένη σχέση: με δυο λόγια, πρόκειται για τα δομικά στοιχεία του εκάστοτε τρόπου παραγωγής, στοιχεία που υφίστανται συγκροτητικά τη δομική αιτιότητα, την αποτελεσματικότητα ή προτεραιότητα της δομής επί των στοιχείων της. Επί παραδείγματι, ο ίδιος ο Αλτουσέρ [1978a, 160] θα ορίσει συνοπτικά τον εκάστοτε τρόπο παραγωγής ως μια, ειδική κάθε φορά, διπλή σχέση ανθρώπων και πραγμάτων, ταυτόχρονα σχέση μεταξύ ανθρώπων (ή «ομάδων ανθρώπων») και σχέση των ανθρώπων αυτών με τα μέσα παραγωγής· ειδικότερα, τα βασικά δομικά στοιχεία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι ο καπιταλιστής, κάτοχος χρήματος και ιδιοκτήτης μέσων παραγωγής, και ο μισθωτός εργάτης, απογυμνωμένος από κάθε μέσο παραγωγής και ιδιοκτήτης μόνο της εργασιακής του δύναμης.
Το εν λόγω «επιστημολογικό εμπόδιο», τώρα, έγκειται στη σύλληψη αυτής της σχέσης ως ουσίας, και του εκάστοτε τρόπου παραγωγής απλώς ως δυνατής έκφανσης μιας εν γένει έννοιας τρόπου παραγωγής, ως λογικής παραλλαγής ή ως άχρονης και ανιστορικής δυνατότητας. Υπό αυτό το πρίσμα, οι δομές των διακριτών τρόπων παραγωγής συλλαμβάνονται ως αυτο-αναφορικές σχέσεις, ως κλειστοί κύκλοι ή ολότητες με την προσιδιάζουσα κάθε φορά λογική οργάνωσης και συνοχής. Μια τέτοια ουσιώδης δομή δεν μπορεί να έχει χρονική αρχή αλλά μόνο λογική αρχή, έτσι ώστε η λογική αρχή να μην μπορεί να εξηγήσει τη χρονική. Μιλώντας για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής (αλλά κάλλιστα μπορούμε να γενικεύσουμε), ο Ρηντ θα επισημάνει ότι αυτός προϋποθέτει διαρκώς τον εαυτό του (2002, 26· 2003, 21):4 δεν μπορεί να εξηγήσει την πρωταρχική παραγωγή των δομικών στοιχείων (Read 2003, 39-40) και, κατ’ επέκταση, την παραγωγή της ίδιας της δομής. Ο τρόπος παραγωγής δεν μπορεί να παραχθεί ο ίδιος, μπορεί μόνον να αναπαράγεται: «Όλα είναι εκ των προτέρων συντελεσμένα: η δομή προηγείται των στοιχείων της και τα αναπαράγει για να αναπαράγει τη δομή» (Althusser 1982, 588 [2004, 91]).
3. Το ερώτημα που τίθεται βέβαια αναφορικά με αυτή την ουσιοκρατική σύλληψη των τρόπων παραγωγής έχει να κάνει με την ιστορία, αφορά δηλαδή την ιστορική ανάδυση ενός τρόπου παραγωγής, και ειδικότερα τη μετάβαση από έναν τρόπο παραγωγής σε έναν άλλο. Πώς μπορεί να υπάρξει ιστορικά ένας τρόπος παραγωγής; Πώς μπορούμε να περάσουμε από την ουσία στην ύπαρξη, από τον εν δυνάμει τρόπο παραγωγής στον ενεργεία; Πώς μπορεί να εξηγηθεί η χρονική αρχή, η ιστορική έναρξη, ενός τρόπου παραγωγής;
Υπό το πρίσμα της προηγούμενης ουσιοκρατικής σύλληψης της δομής του τρόπου παραγωγής, όπου η δομή ενός τρόπου παραγωγής δεν μπορεί να παραγάγει εξ αρχής τα στοιχεία της αλλά τα προϋποθέτει ως τέτοια, η μοναδική (με πολλές παραλλαγές προφανώς) απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι ότι τα στοιχεία αυτά θα πρέπει να υπεισέλθουν στη δομή από έξω και από πριν, ήδη έτοιμα και κατάλληλα, όπως τα απαιτεί η συγκεκριμένη δομική σχέση, πραγματώνοντας έτσι την αιώνια δυνατότητα του συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής. Σύμφωνα με την ουσιοκρατική λογική των τρόπων παραγωγής, εν ολίγοις, για να υπάρξει ένας τρόπος παραγωγής θα πρέπει αυτός να έχει προϋπάρξει στα στοιχεία του (Althusser 1982, 588 [2004, 91])· τόσο η δομή όσο και τα δομικά στοιχεία του τρόπου παραγωγής θα πρέπει να είναι προ-δεδομένα, πρότερα της ιστορικής ύπαρξής του τελευταίου –προφανώς, σύμφωνα με την τροπικότητα που προσιδιάζει στο καθέναν από αυτούς τους δύο όρους: η δομή πρέπει να έχει προϋπάρξει λογικά, στο επίπεδο της δυνατότητας, και τα στοιχεία πραγματικά, στο επίπεδο της ύπαρξης.
Η ανάδυση του εκάστοτε τρόπου παραγωγής θα ήταν έτσι το αποτέλεσμα μιας πολύ ιδιαίτερης «συνάντησης»: της τελεολογικής «συνάντησης» ή της αναγκαίας σύγκλισης, στον χώρο και στον χρόνο, ανάμεσα στα ιστορικώς προετοιμασμένα στοιχεία του, ήδη κατάλληλα ώστε να υπεισέλθουν στις εκ των προτέρων προσδιορισμένες ουσιώδεις ή δομικές σχέσεις, αφ’ ενός, και στην υπερβατική ουσία του (η οποία έτσι διέπει τελεολογικά την όλη διαδικασία), αφ’ ετέρου. Τα δομικά στοιχεία «νοούνται σαν να ήταν από αμνημονεύτων χρόνων προορισμένα να έλθουν σε συνδυασμό, να αλληλοσυντονιστούν, και να αλληλοπαραχθούν ως αντίστοιχοι σκοποί και (ή) αλληλοσυμπληρώματα» (Althusser 1982, 588 [2004, 90]). Οι ιστορίες των στοιχείων αυτών, οι ιστορίες που τα έφεραν στο σημείο και στη στιγμή της «συνάντησης», δεν νοούνται εδώ ως ανεξάρτητες, αλλά ως ιστορίες που είχαν αείποτε σκοπό να προσαρμοσθούν αμοιβαίως, στο πλαίσιο μιας ολικής και τελεολογικής ιστορίας, η οποία και θα είχε παραγάγει τα στοιχεία του τρόπου παραγωγής, όπως αυτά προσιδιάζουν στη διαπλοκή τους. Με δυο λόγια, και πάντοτε στο πλαίσιο αυτής της ουσιοκρατικής σύλληψης της δομής των τρόπων παραγωγής, η γενική απάντηση στο ερώτημα της ύπαρξης ενός δυνατού τρόπου παραγωγής θα ήτανη αναγκαιότητα της ιστορικής έλευσής του.
Αξίζει να σημειωθεί ότι μια πολύ γνωστή εκδοχή αυτής της τελεολογικής ουσιοκρατίας είναι η «λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση», με την οποία η κλασική πολιτική οικονομία επιχείρησε να λύσει τον γρίφο της ανάδυσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, και στην οποία, όπως είναι γνωστό, ο Μαρξ άσκησε καταλυτική κριτική στο συναφές, 24ο κεφάλαιο του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου [1978b, 739-788]. Αυτός ο ηθικοπλαστικός μύθος της προπατορικής διαφοράς ανάμεσα στον πρωτο-καπιταλιστή και στον πρωτο-προλετάριο, πέρα από τη νομιμοποιητική ιδεολογική λειτουργία του, εξασφαλίζει ακριβώς αυτήν την αναγκαία σύγκλιση ανάμεσα στα δομικά στοιχεία του καπιταλισμού, προετοιμασμένα στο προ-καπιταλιστικό παρελθόν του, και στη δομή του καπιταλισμού, αιωνίως έτοιμη και εν αναμονή των κατάλληλων στοιχείων που θα την πραγματώσουν (Read 2002, 26 κ.ε.· 2003, 19 κ.ε.).
Κατά ειρωνικό τρόπο, όμως, μια δεύτερη εκδοχή αυτής της τελεολογικής αντίληψης σημαδεύει τη σκέψη του ίδιου του Μαρξ και, ακόμα περισσότερο, του ορθόδοξου μαρξισμού: πρόκειται για την ψευδεπίγραφη «ιστορικότητα» μιας εξελικτικής ή «διαλεκτικής» νομοτέλειας, που διέπει μια προ-κανονισμένη και προ-διατεταγμένη αλληλουχία τρόπων παραγωγής, όπου «οι τρόποι παραγωγής παρατάσσονται σε μια λίστα συνεχή και σε μια σειρά υποχρεωτική, και επιπλέον “προοδευτική”» (Althusser 1978b, 402). Πρόκειται για τη μαρξίζουσα εκδοχή μιας φιλοσοφίας της ιστορίας, και ειδικότερα για τη λεγόμενη «υλιστική» αντιστροφή της εγελιανής ιστορικής διαλεκτικής (Αλτουσέρ 1978d), όπου ο εκάστοτε τρόπος παραγωγής επέρχεται ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης και της υπέρβασης της ουσιώδους αντίφασης του προηγούμενου, που είχε κυοφορήσει τα στοιχεία του. Είναι η ίδια τελεολογική αναγκαιότητα αυτή που παράγει τα ουσιώδη στοιχεία ενός τρόπου παραγωγής στο παρελθόν του, και οδηγεί παράλληλα τον προηγούμενο στην παρακμή και την εξαφάνιση: οι τρόποι παραγωγής πεθαίνουν γεννώντας τον επόμενο, αφού έχουν εκπληρώσει την ιστορική τους αποστολή: «ένας κοινωνικός σχηματισμός δεν εξαφανίζεται ποτέ, πριν αναπτυχθούν όλες οι παραγωγικές δυνάμεις που μπορεί να συμπεριλάβει στο εύρος του, και ποτέ δεν παίρνουν τη θέση τους καινούριες ανώτερες παραγωγικές σχέσεις, πριν εκκολαφθούν μέσα στους κόλπους της παλιάς κοινωνίας οι υλικοί όροι για την ύπαρξή τους» (Μαρξ 1978a, 24· τροποποιημένη μετάφραση). Εδώ εντάσσεται και η ιδέα «μιας μυθικής αποσύνθεσης του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής» που θα είχε παράσχει στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής τα δομικά στοιχεία του, τον «άνθρωπο των σκούδων» και τον προλετάριο που στερείται κάθε παραγωγικού μέσου (Althusser 1982, 589 [2004, 91]).
4. Θα χρειαστεί όμως να επιμείνουμε στον χαρακτήρα αυτής της ουσιοκρατικής και τελεολογικής αντίληψης ως επιστημολογικού εμποδίου προς την ιστορικότητα. Πού ακριβώς έγκειται η ανιστορικότητα αυτής της αντίληψης; Προς απάντηση, θα προτείνω εδώ μια θέση που δεν εμφανίζεται ως τέτοια στα ύστερα κείμενα του Αλτουσέρ, την οποία ωστόσο ισχυρίζομαι ότι μπορούμε να «αποστάξουμε» από αυτά: τη θέση ότι εδώ η ανιστορικότητα είναι σύστοιχη με την εξαφάνιση του στοιχείου της βίας, της κοινωνικής σύγκρουσης, της κυριαρχίας και της εξουσίας (με δυο λέξεις: της ταξικής πάλης) από αυτήν την παράσταση τόσο της δομής όσο και της ανάδυσης ή της διαδοχής των τρόπων παραγωγής.
Ας πάρουμε ως παράδειγμα την «κύρια σειρά έκθεσης» του Κεφαλαίου, στην οποία, σύμφωνα με τον Αλτουσέρ, εκφράζεται αυτή η ουσιοκρατική όψη της μαρξικής σκέψης, («στα ογκώδη εδάφιά του σχετικά με την ουσία του καπιταλισμού, καθώς επίσης την ουσία του φεουδαρχικού και του σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής, και πιο γενικά στη “θεωρία ”της μετάβασης ή μορφής περάσματος από έναν τρόπο παραγωγής σε έναν άλλον » (1982, 584 [2004, 87]· η έμφαση έχει προστεθεί). Στο πλαίσιο αυτής της βασικής επιχειρηματολογίας, η ουσία της κεφαλαιακής σχέσης συνάγεται από την «απλή αφαίρεση» της εμπορευματικής μορφής, δηλαδή από την αξία και τις αντιφάσεις της, την αξία χρήσης και την ανταλλακτική αξία, περνώντας στην αφηρημένη και τη συγκεκριμένη εργασία, για να καταλήξει στον ορισμό της υπεραξίας. Εδώ ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής θεωρείται ως εξαρχής συντελεσμένος και ολοκληρωμένος, με δεδομένα τα δομικά στοιχεία του, το συσσωρευμένο κεφάλαιο και την εμπορευματοποιημένη εργατική δύναμη (Read 2003, 34-35). Σε αυτή τη «σειρά έκθεσης» και τη λογική της δεν χωρά η ιστορική βία που απαιτήθηκε για τη συγκρότηση των δομικών στοιχείων του, όπως εξάλλου και η καθημερινή βία που συνυφαίνεται με τη λειτουργία και την αναπαραγωγή του. Η βία αυτή εξωθείται (ή απωθείται) στα λεγόμενα «συγκεκριμένα» ή «ιστορικά» κεφάλαια, που δεν μπορούν να ενταχθούν λογικά σε αυτή τη σειρά. Και ταυτόχρονα, αυτή «η παραδοχή της εμπορευματοποιημένης εργασίας ως δεδομένης είναι αδιαχώριστη από μια καθαρά ποσοτικοποιημένη κατανόηση της ίδιας της υπεραξίας» (Read ό.π.), ως μαθηματικής ή λογιστικής σχέσης, όπου τόσο η καπιταλιστική εκμετάλλευση όσο και η αναπαραγωγή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ανάγονται στη λειτουργία της δομής, υπόκεινται στους συναφείς νόμους, είναι εγγυημένοι από τη εσωτερική λογική της (Althusser 1978c· 1978 b, 403-4 και 1980, 38-9· Negri 1996, 52). Επιπλέον, η ανάπτυξη της εγγενούς αντίφασης που χαρακτηρίζει αυτήν την εσώτερη αρχή λειτουργίας, συνοχής και ομοιοστασίας του εκάστοτε τρόπου παραγωγής είναι αυτή που θέτει σε κίνηση την «ιστορική διαλεκτική», δια της οποίας οι τρόποι παραγωγής συνδέονται μεταξύ τους σε μια αναγκαία σειρά διαδοχής, που πραγματώνει τους αδιασάλευτους νόμους της «ιστορίας» ως έκφανσης των «διαλεκτικών» νόμων του καθολικού γίγνεσθαι.
Μια διευκρίνιση είναι απαραίτητη εδώ σχετικά με την απουσία της κοινωνικής βίας από αυτήν την παράσταση των τρόπων παραγωγής και της ιστορίας τους. Η λογική που προσπαθούμε να σκιαγραφήσουμε κάλλιστα μπορεί να συνδυαστεί (και έχει πράγματι συνδυασθεί) με μια εξαιρετικά γλαφυρή φαινομενολογία βίαιων κοινωνικών συγκρούσεων. Ωστόσο, και σε απόλυτη συνέπεια με τον ουσιοκρατικό χαρακτήρα της, η αντίληψη αυτή μπορεί να εκχωρήσει στη βία και τον κοινωνικό ανταγωνισμό μόνον έναν επουσιώδη ρόλο. Η κοινωνική βία μπορεί να νοηθεί εδώ είτε ως “τριβή” του πραγματικού που πραγματώνει το ιδεατό (ως η “τριβή” από την εφαρμογή στην κοινωνική και ιστορική πραγματικότητα των ουσιωδών νόμων λειτουργίας, αναπαραγωγής, μετασχηματισμού και διαδοχής των τρόπων παραγωγής), είτε ως εν δυνάμει επιταχυντής ή επιβραδυντής μιας προδιαγεγραμμένης ιστορίας. Ακόμα και στην περίφημη ιστορική πραγμάτευση της πρωταρχικής συσσώρευσης από τον Μαρξ, θα βρουν τρόπο να εμφιλοχωρήσουν παραστάσεις για τον «ρόλο της βίας» σε μια ιστορία που δεν την γράφει η ίδια, όπου μπορεί απλώς «να επιταχύνει, σαν σε θερμοκήπιο, τη διαδικασία μετατροπής του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής σε κεφαλαιοκρατικό», της βίας ως «μαμής κάθε παλιάς κοινωνίας που κυοφορεί μια καινούρια» (1978b, 776). Σε κάθε περίπτωση, οι κοινωνικές συγκρούσεις και η συναφής βία θα μπορούσαν να θεωρηθούν μόνον ως εκδήλωση της αναγκαιότητας που διανοίγει το δρόμο της, προφανώς βίαια, δια μέσου της τυχαιότητας.5
5. Αυτή η αδυναμία τοποθέτησης της θεματικής του τρόπου παραγωγής και της καπιταλιστικής ειδοποιού διαφοράς σε μια αυθεντικά ιστορική προοπτική, η αδυναμία ιστορικού ορισμού (Ρηντ) του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που συστοιχεί με την απώθηση του συγκρουσιακού στοιχείου, παραπέμπει στην κρίσιμη βασική αυτο-ακύρωση του μαρξισμού, την οποία έχουμε μάθει να ονομάζουμε οικονομισμό. 6 Είναι σε αυτό το σημείο που η ένταση ανάμεσα στις δύο «λογικές» της μαρξικής σκέψης συμπλέκεται με την εδραία αμφισημία του τρόπου παραγωγής, για την οποία έχουμε ήδη μιλήσει: συγκεκριμένα, η ανιστορική, ουσιοκρατική και τελεολογική λογική αποτελεί το έκτυπο της περιορισμένης, στενά οικονομικής έννοια του τρόπου παραγωγής. Σύμφωνα με τον εύστοχο ορισμό του Ρηντ, «ο οικονομισμός εγγυάται την αυτάρκεια της οικονομίας ως προς την ίδια της την αναπαραγωγή» (Read 2003, 29)· γενικεύοντας, θα λέγαμε ότι ο οικονομισμός εμφανίζει την παραγωγική σχέση που προσιδιάζει στον εκάστοτε τρόπο παραγωγής ως αυτάρκη όσον αφορά τη συγκρότησή της, τη λειτουργία της και την αναπαραγωγή της, δηλαδή ως αυθορμήτως αυτο-συγκροτούμενη και αυτο-αναπαραγόμενη, ενώ παράλληλα αυτή η αυτάρκεια περιστέλλει την έννοια της παραγωγικής σχέσης στο οικονομικό πεδίο: θα λέγαμε, παράγει την ίδια τη (στενή) έννοια του οικονομικού. Έτσι, το οικονομικό επίπεδο δεν δέχεται ουσιώδεις καθορισμούς από τις μη-οικονομικές βαθμίδες του κοινωνικού, ούτε ως προς τη δόμησή του ούτε και ως προς την (απλή ή διευρυμένη) αναπαραγωγή του. Αντιθέτως, η αντίληψη αυτή επιβάλλει τον αντίστροφο καθορισμό: οι μη-οικονομικές βαθμίδες δεν μπορούν παρά να συμμορφωθούν προς τις απαιτήσεις του οικονομικού, τις οποίες υποχρεωτικά «εκφράζουν» ή «αντανακλούν». Ο τρόπος παραγωγής ανάγεται στην οικονομική δομή ή «βάση» –ή, με άλλη διατύπωση, η δομή του τρόπου παραγωγής είναι οικονομικής φύσης: είναι βάσει αυτής της λογικής που ο Μαρξ δεν θα δυσκολευτεί πράγματι να εκλάβει την «οικονομική βάση [Basis] ή δομή της κοινωνίας» ως ισοδύναμη με τον «τρόπο παραγωγής της υλικής ζωής», ακριβώς, ο οποίος και καθορίζει «την κοινωνική, πολιτική και πνευματική διαδικασία της ζωής» –πράγμα που θα σήμαινε ότι αυτές οι άλλες βαθμίδες του κοινωνικού τίθενται εκτός τρόπου παραγωγής, συνιστούν το επ-οικοδόμημα [Uberbau ] αυτής της βάσης ή την υπέρ-δομή αυτής της δομής (Μαρξ 1978a, 23): μιλώντας με αυστηρότητα, οι βαθμίδες αυτές δεν αποτελούν στοιχεία της δομής, ουσιώδεις προσδιορισμούς της, αλλά εξωτερικά αποτελέσματά της.
6. Ας περάσουμε τώρα στη δεύτερη, αυθεντικά ιστορική και υλιστική λογική που, σε διαρκή ένταση με την πρώτη, διαπερνά το ώριμο έργο του Μαρξ, μια λογική που εκφράζεται σε ορισμένα σημεία των Grundrisse (και ειδικότερα στο τετράδιο για τους προκαπιταλιστικούς οικονομικούς σχηματισμούς) καθώς και στα λεγόμενα «ιστορικά» κεφάλαια του Κεφαλαίου σχετικά με τη διαδικασία της εργασίας, την εργάσιμη ημέρα, τη βιοτεχνία και τη μεγάλη βιομηχανία, τον μισθό, κυρίως όμως στο μεγαλειώδες κεφάλαιο για την (πραγματική) ιστορική πρωταρχική συσσώρευση –δηλαδή σε κείμενα που εν πολλοίς χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι δεν μπόρεσαν να βρουν τη θέση τους στην «κύρια σειρά» έκθεσης του Κεφαλαίου, γεγονός που αναμφίβολα συνιστά ευανάγνωστο σύμπτωμα. Ο ύστερος Αλτουσέρ, το γνωρίζουμε, θα εντάξει αυτή τη δεύτερη, ανοικονόμητη λογική στο «υπόγειο ρεύμα του υλισμού της συνάντησης» (1982 [2004]), σύμφωνα με τον οποίο κάθε διακριτή οντότητα, που χαρακτηρίζεται από συνοχή και ομοιοστασία, κάθε δομημένη πραγματικότητα που διέπεται από την αντίστοιχη δομική αιτιότητα, προέρχεται από την πρότερη συνάντηση των στοιχείων που απαρτίζουν τη δομή της, των δομικών στοιχείων της. Ωστόσο, η ειδοποιός διαφορά αυτής της υλιστικής φιλοσοφικής στάσης είναι ότι, απέναντι στην αναγκαία και τελεολογική «συνάντηση» της ουσιοκρατικής σκέψης, θα αντιπαραθέσει μια τελείως άλλης τάξης συνάντηση, μια αυθεντική συνάντηση, την αστάθμητη συνάντηση, μια εμμενή συνάντηση (η οποία δεν λαμβάνει χώρα μεταξύ στοιχείων του πραγματικού και μιας υπερβατικής ουσίας αλλά είναι ριζικά εσωτερική στο πραγματικό) , μια συνάντηση μεταξύ πραγματικών στοιχείων που δεν φέρουν εκ των προτέρων τη σφραγίδα της προδιαγεγραμμένης σχέσης τους, στοιχείων που δεν προορίζονται να συναντηθούν στη δομή και να συναρθρωθούν στις ήδη και εσαεί προσδιορισμένες σχέσεις, στοιχείων που δεν είναι ιστορικά προετοιμασμένα γι’ αυτό: η εν λόγω συνάντηση είναι μια διασταύρωση ανεξάρτητων ατομικών ιστοριών, οι οποίες δεν διέπονται από καμία ολοποιητική, κοσμοϊστορική νομοτέλεια, που δεν συγκλίνουν βάσει κάποιας αμοιβαίας αναγκαιότητας. Αυτό δίδει και το μέτρο του αστάθμητου χαρακτήρα της συνάντησης: κάθε συνάντηση που έχει συμβεί, κάθε τετελεσμένη συνάντηση, θα μπορούσε εξίσου να μην (έχει) συμβεί· καμία νομοτέλεια ή αναγκαιότητα δεν προκρίνει τη συνάντηση έναντι της μη-συνάντησης (και αντίστροφα).7
Εν ολίγοις, η έννοια της αστάθμητης συνάντησης προϋποθέτει κατ’ αρχήν δύο αλληλένδετες θέσεις: πρώτον, την ενδεχομενικότητα της συνάντησης και, δεύτερον, τον ετερόκλητο χαρακτήρα των στοιχείων που συναντώνται, το γεγονός δηλαδή ότι δεν αποτυπώνουν εκ των προτέρων (υπό μορφή κάποιας «εκλεκτικής συγγένειας») τη δομή στην οποία εντέλει θα συναρθρωθούν. Είναι αυτά τα δύο σημεία που συμπυκνώνουν την αντι-ουσιοκρατική και αντι-τελεολογική υλιστική τοποθέτηση του ύστερου Αλτουσέρ: τα στοιχεία δεν προετοιμάζονται για τη συνάντηση και δεν έλκονται προς αυτήν υπό την αιγίδα μιας προ-δεδομένης δομής, που θα επείχε έτσι θέση τέλους της όλης διαδικασίας και ουσίας της τελικής οντότητας στην οποία αυτή θα καταλήξει. Αλλά αυτό σημαίνει αναγκαστικά, όπως θα δούμε αναλυτικότερα και στη συνέχεια, ότι τα στοιχεία που συναντώνται και τα οποία θα συγκροτήσουν τη δομή, ας πούμε τα συγκροτούντα στοιχεία, δεν είναι ακόμα τα στοιχεία αυτής της δομής, δεν είναι ακόμα τα δομικά στοιχεία της, προσδιορισμένα από τη συναφή δομική αιτιότητα, δεν είναι ακόμα τα συγκροτητικά στοιχεία της δομής. Ας κρατήσουμε αυτή τη διάκριση (και τη δύστροπη επιλογή ορολογίας), την οποία θεωρώ ουσιώδη για τη λογική του αστάθμητου: τα συγκροτούντα στοιχεία, τα στοιχεία που εισέρχονται στη συνάντηση, είναι διαφορετικά από τα στοιχεία της δομής που θα εξέλθει από τη συνάντηση, τα συγκροτητικά στοιχεία της νέας δομής –και αυτό παρά το γεγονός ότι τα πρώτα παρέχουν όλη την “ύλη ”των δεύτερων, μιας και στη συνάντηση δεν συμμετέχει και δεν παρεμβαίνει τίποτε που να υπερβαίνει τα ενεχόμενα πραγματικά στοιχεία, καμία υπερβατικότητα.
7. Στο βασικό κείμενό του για τον υλισμό του αστάθμητου (1982 [2004]), ο Αλτουσέρ θα διασπάσει την αστάθμητη συνάντηση σε δύο διακριτές «στιγμές»: πρώτον, στην καθαυτό συνάντηση, δηλαδή την ενδεχομενική διασταύρωση ετερόκλητων οντοτήτων και των ανεξάρτητων ιστοριών τους, και δεύτερον, αφού και εφ’ όσον η καθαυτό συνάντηση συμβεί, στο εξίσου και ομοίως αστάθμητο αμοιβαίο «δέσιμο» των στοιχείων που συναντήθηκαν, τη συνάρθρωση των στοιχείων αυτών σε δομικές σχέσεις με μια σχετική σταθερότητα, με μια τάση προς αναπαραγωγή: με μια λέξη, τη συγκρότηση μιας νέας δομής. Τα στοιχεία που συγκροτούν τη δομή είναι πλέον τα συγκροτητικά ή τα δομικά της στοιχεία, που υπόκεινται στη δομική αιτιότητα και φέρουν τη σφραγίδα των δομικών σχέσεων στις οποίες υπεισέρχονται και βάσει των οποίων έχουν καταστεί «συγγενή».
Επιτρέψτε μου να αναφερθώ εδώ στην πρόσφατη εργασία μου (Φουρτούνης 2007), όπου είχα πάρει αποστάσεις από το γράμμα πολλών διατυπώσεων που δεσπόζουν στο εν λόγω κείμενο, καθώς και από μια ερμηνευτική κατεύθυνση στην οποία αυτές δικαίως έχουν δώσει λαβή: πράγματι, στο κείμενο αυτό είναι ενεργή και περίοπτη μια τάση που βασίζεται στη ριζική διάκριση ανάμεσα στην αστάθμητη συνάντηση συνολικά (δηλαδή συμπεριλαμβανομένων και των δύο «στιγμών» της, τόσο της καθαυτό συνάντησης όσο και του «δεσίματός» της ), και στη δομή στην οποία η όλη διαδικασία θα καταλήξει· κατά συνέπεια, όπως ακριβώς η καθαυτό συνάντηση, έτσι και το «δέσιμό» της είναι εδώ αμόλυντο από κάθε δομική αιτιότητα –και, ειδικότερα, το δέσιμο της συνάντησης δεν διέπεται από τη δομή στην οποία η συνάντηση εν τέλει θα «δέσει». Σε αντίθεση λοιπόν με έναν εμφανή «καθαρό ασταθμητισμό » που βρίσκουμε σε αυτό το κείμενο, και ο οποίος διαχωρίζει απολύτως το αστάθμητο από το δομικό, είχα προτείνει μια άλλη ανάγνωση, που διακρίνει σε αυτό μιαν άλλη τάση, έναν «αστάθμητο δομισμό» , ο οποίος διαχωρίζει ποιοτικά τους δύο αναβαθμούς της αστάθμητης συνάντησης, και όπου το αστάθμητο «δέσιμο» της συνάντησης διέπεται ήδη από τη δομή στην οποία αυτό θα κρυσταλλωθεί, διέπεται ήδη από τη δραστικότητα της αναδυόμενης δομής. Εδώ, η συγκρότηση της δομής διέπεται ήδη από την εν συγκροτήσει δομή, διέπεται από τη δομική αιτιότητά της. Σύμφωνα με αυτήν την ανάγνωση, ο «αστάθμητος δομισμός» που ενέχεται στο κείμενο συμπυκνώνεται κατά τρόπο προνομιακό στο θέμα της αναδραστικότητας, της ανάδρασης της δομής επί των συνάντησης των συγκροτούντων στοιχείων της, θέμα που επανέρχεται σε κρίσιμα σημεία του κειμένου για να αναστατώσει τη ρητή και εμφανή λογική του: «κανένας προσδιορισμός των στοιχείων δεν μπορεί να αποδοθεί παρά μόνο μέσω οπισθενέργειας [retour en arriere], από το αποτέλεσμα στο γίγνεσθαί του, μέσω της ανάδρασής του. Εάν πρέπει λοιπόν να πούμε ότι δεν υπάρχει αποτέλεσμα χωρίς το γίγνεσθαί του (Χέγκελ), πρέπει επίσης να δεχθούμε ότι δεν υπάρχει τίποτε που να έχει γίνει παρά μόνον ως προσδιορισμένο από το αποτέλεσμα αυτού του γίγνεσθαι: η ίδια αυτή αναδραστικότητα» (1982, 581· η τελευταία έμφαση έχει προστεθεί). Έχουμε να κάνουμε εδώ, πράγματι, με την ανάδραση της αναδυόμενης δομής επί των περιστάσεων από τις οποίες αναδύεται, με την αυτό-ποιητική στιγμή της δομής, η οποία αναδρά επί των προϋποθέσεών της.8 Το αστάθμητο «δέσιμο» της συνάντησης, λοιπόν, είναι η εναρκτήρια στιγμή της δομικής συνοχής και συνέχειας του τρόπου παραγωγής.
Επαυξάνοντας τώρα, θα τολμούσα να ισχυριστώ ότι αυτή η δεύτερη τάση που επίσης ενέχεται στο κείμενο, ο αστάθμητος δομισμός, και μόνον αυτός, είναι σε θέση να εκπληρώσει την αντι-ουσιοκρατική και αντι-τελεολογική ρήξη που επαγγέλλεται ο υλισμός της αστάθμητης συνάντησης, δηλαδή το ετερόκλητο των στοιχείων που συναντώνται και την ποιοτική διαφορά τους από τα συγκροτητικά, τα δομικά στοιχεία. Πράγματι, εάν δεν θέλουμε η όλη διαδικασία της συνάντησης να διέπεται από το τέλος της, από την ουσιώδη δομή της οντότητας στην οποία θα τελειώσει και θα τελειωθεί, εάν θέλουμε η συνάντηση να είναι όντως αστάθμητη και όχι μια αναγκαία σύγκλιση, πρέπει τα συγκροτούντα στοιχεία να συντρέχουν στο σημείο και στη στιγμή της συνάντησης χωρίς να παρακινούνται από τη δομή την οποία θα συγκροτήσουν, χωρίς να διέπονται ήδη από τη δομική αιτιότητα, συνεπώς χωρίς να είναι ήδη δομικά στοιχεία. Αλλά τότε τα στοιχεία της συνάντησης θα πρέπει να μετασχηματισθούν ώστε να καταστούν τα δομικά στοιχεία της νέας δομής. Ο μετασχηματισμός αυτός δεν είναι άλλος από το «δέσιμο» των στοιχείων της συνάντησης, η ανάδραση της δομής επί των στοιχείων (που δια της συνάντησής τους τη συγκροτούν), όπου η δομική αιτιότητα προσδιορίζει τα στοιχεία της, τα καθιστά δομικά στοιχεία: η δομή είναι ήδη ενεργή κατά τη συγκρότησή της, μετασχηματίζοντας τα συγκροτούντα στοιχεία σε συγκροτητικά, δομικά στοιχεία. Η διαφορά των συγκροτούντων στοιχείων από τα συγκροτητικά είναι ότι τα συγκροτητικά (της δομής) στοιχεία είναι ταυτοχρόνως και συγκροτούμενα (από τη δομή) στοιχεία.9 Αυτός ο μετασχηματισμός,λοιπόν, αυτή η εναρκτήρια στιγμή της δομικής αιτιότητας, το δομικό «δέσιμο» της συνάντησης, αποτελεί όρο της ρήξης με την τελεολογία: μόνον έτσι τα στοιχεία που συναντώνται δεν μπορούν πλέον να νοηθούν ως ιστορικώς προετοιμασμένα για να υπεισέλθουν στη δομή, δηλαδή ως εκ των προτέρων δομικά στοιχεία.
Αλλά ταυτοχρόνως, βάσει πάντοτε του αστάθμητου δομισμού, όχι μόνον τα στοιχεία αλλά και η ίδια η δομή παύει πλέον να θεωρείται πρότερη της εναρκτήριας συνάντησης: η δομή του τρόπου παραγωγής δεν είναι προδιαγεγραμμένη, εγγεγραμμένη εκ των προτέρων ως δυνατότητα σε έναν λογικό χώρο, περιμένοντας τα κατάλληλα στοιχεία που θα έρθουν τελικά να καταλάβουν τις δομικές θέσεις και να υπεισέλθουν στις προκαθορισμένες σχέσεις. Για άλλη μια φορά, ο αστάθμητος δομισμός εκπληρώνει τις επιταγές του αστάθμητου, όπου τα δομικά στοιχεία δεν μπορούν να είναι προετοιμασμένα από την ιστορία και προορισμένα να συγκλίνουν ώστε να πραγματώσουν την προ-δεδομένη δομή. Η αναδυόμενη δομή δεν μπορεί να συναχθεί εκ των προτέρων: ο αναδραστικός χαρακτήρας της ανάδυσης του τρόπου παραγωγής (όπου η δομή λαμβάνει μέρος στη συνάντηση, κατά τη στιγμή ακριβώς του «δεσίματός» της), καθιστά τη συγκρότηση της δομής μια ριζική καινοτομία, μια ρήξη ή μια τομή: η ανάδυσή της δεν εξηγείται, και δεν προβλέπεται, από τις αιτιότητες που προϋπάρχουν· απαιτείται μια νέα αιτία, που δεν συμπεριλαμβάνεται ήδη στις παρούσες αιτίες της συνάντησης, μια απούσα αιτία, 10 μια νέα συνθήκη που δεν συμπεριλαμβάνεται στις αρχικές συνθήκες του συμβάντος: και αυτή είναι η δομική αιτιότητα της δομής που θα προκύψει. Η ριζική καινοτομία της αναδυόμενης δομής είναι η συνθήκη της ρήξης με κάθε τελεολογία: η νέα δομή είναι απρόβλεπτη από τη σκοπιά του παρελθόντος της, δεν μπορεί να συναχθεί από τις προκείμενές του. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής είναι αδιανόητος από τη σκοπιά του προ-καπιταλιστικού παρελθόντος.
Όλα αυτά βεβαίως έχουν ριζικές επιπτώσεις στην αντίληψη της ίδιας της δομής. Ο αστάθμητος δομισμός, αίροντας την απόλυτη διάκριση αστάθμητου και δομής, φέρνοντας τη δομή να δράσει κατά τη συνάντηση και το δέσιμό της, «μολύνοντας» κατά τη στιγμή του «δεσίματος» το αστάθμητο με δομική αιτιότητα, με την ίδια ακριβώς κίνηση «μολύνει» τη δομή με αστάθμητο. Εάν το αστάθμητο δέσιμο της συνάντησης είναι η στιγμιαία πρώτη πράξη της δομικής συνοχής, η ίδια η δομική συνοχή είναι μια «διαρκής συνάντηση», που οφείλει να «δένει» αδιάκοπα (Morfino 2005· Φουρτούνης 2007). Το αστάθμητο προσβάλλει έτσι την πλέον λεπτή υφή της δομικής αιτιότητας. Αλλιώς, η απόλυτη διάκριση που κομίζει ο καθαρός ασταθμητισμός ανάμεσα στην αστάθμητη συνάντηση (και το «δέσιμό» της) και στη δομική αιτιότητα θα κατέτεινε απλώς σε μια παραλλαγή της ουσιοκρατικής αντίληψης της δομής, την αντίληψη μιας δομής που συνέχεται και αναπαράγεται βάσει της λογικής αναγκαιότητάς της, εν είδει αυτάρκους και αυτο-αναφορικής «ουσίας». Ο καθαρός ασταθμητισμός, αποκαθαίροντας το αστάθμητο από δομή, θα αποστείρωνε εξίσου και τη δομή από αστάθμητο, και έτσι θα συνιστούσε το έκτυπο ενός παραδοσιακού, καθαρού δομισμού. Εάν η δομή δεν είναι ουσία είναι επειδή η συνοχή της είναι αστάθμητη, διακυβευόμενη, και όχι έκφραση της λογικής (ή και “διαλεκτικής”) αναγκαιότητάς της.
8. Έχοντας σκιαγραφήσει τον αστάθμητο δομισμό, μπορούμε τώρα να επανέλθουμε στη σχέση ιστορικότητας και βίας, θυμίζοντας ότι τα σημεία του μαρξικού έργου στα οποία, σύμφωνα με τον Αλτουσέρ, εκδηλώνεται η αυθεντικά υλιστική και ιστορική λογική του ώριμου Μαρξ, η λογική του αστάθμητου και της συνάντησης, είναι επίσης και τα σημεία που παρεισάγουν την απωθημένη βία, την κοινωνική σύγκρουση, στην καρδιά ή στην «ουσία»11 τόσο της ιστορικής ανάδυσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής όσο και της λειτουργίας και αναπαραγωγής του: «στην πραγματική ιστορία, τον πρώτο ρόλο τον παίζουν η κατάκτηση, η υποδούλωση, ο φόνος μετά ληστείας, με δυο λόγια η βία» (Μαρξ 1978b, 739· η έμφαση έχει προστεθεί).
Διακινδυνεύω εδώ, λοιπόν, μια επιπλέον θέση του υλισμού της συνάντησης, και ειδικότερα της κατεύθυνσης που ονόμασα πιο πάνω αστάθμητο δομισμό: η αστάθμητη συνάντηση ενέχει πάντοτε, σε κάποιον βαθμό και με κάποια τροπικότητα, βία · η συνάντηση είναι πάντοτε, λίγο ως πολύ και με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, βίαιη συνάντηση: η συνάντηση είναι πάντοτε σύγκρουση ή πάλη. Χωρίς να μπορώ να επεκταθώ εδώ επί του σημείου αυτού, που διανοίγει μια τεράστια περιοχή διερεύνησης, ας επαναλάβω απλώς τον υπαινιγμό που έχω ήδη διατυπώσει (Φουρτούνης 2007) ότι το πλήρες νόημα αυτού του βίαιου χαρακτήρα της συνάντησης, της συνάντησης ως σύγκρουσης, οφείλει να διαφεύγει κάθε θετικιστικής παρανόησης και απαιτεί τον συσχετισμό της αστάθμητης συνάντησης με έναν γενικευμένο, οιονεί οντολογικό ή νιτσεϊκό προοπτικισμό · τα στοιχεία που συναντώνται υπεισέρχονται στη συνάντηση το καθ’ ένα υπό τη δική του προοπτική, γεγονός που προσδίδει στη συνάντηση κάτι από τον χαρακτήρα ενός διακυβεύματος, ενός αγώνα ή μιας πάλης. Σε κάθε συνάντηση διακυβεύεται η ύπαρξη ή η ομοιοστασία των ενεχόμενων στοιχείων, αλλά και/ή της δομής στην οποία (ενδεχομένως) «δένει» η συνάντηση· η σπινοζική έμπνευση του «αστάθμητου υλισμού» μας επιτρέπει να συσχετίσουμε τη συγκρουσιακή συνάντηση με το conatus κάθε δομημένης οντότητας, τον συγκροτητικό και αδιάκοπο αγώνα της για τη διατήρηση στην ύπαρξη. Μιλώντας ειδικότερα για το κοινωνικό και την ιστορία, και για την κρίσιμη έννοια του τρόπου παραγωγής, αυτός ο προοπτικισμός μπορεί να συσχετισθεί με μια γενικευμένη έννοια υποκειμενικότητας (με την ευρύτερη δυνατή έννοια, στην οποία ενέχεται αναγκαστικά η δραστικότητα βαθμίδων του λεγόμενου «εποικοδομήματος», όπως η πολιτική ή η ιδεολογία), δια της οποίας τα στοιχεία που συναντώνται και συγκρούονται καθίστανται κοινωνικές δυνάμεις, ειδικότερα κοινωνικές τάξεις, και η βίαιη συνάντηση, η σύγκρουση, καθίσταται κοινωνικός ανταγωνισμός, ταξική πάλη.
Είναι αυτό το ανεξάλειπτο συγκρουσιακό στοιχείο της συνάντησης, και ο ενεχόμενος σε αυτό προοπτικισμός, που δίδει στον αστάθμητο χαρακτήρα της συνάντησης το πλήρες νόημά του: η συνάντηση είναι αστάθμητη, όχι μόνον ως προς την έλευσή της αλλά και ως προς την μετέπειτα τύχη της, ως προς το «δέσιμό» της σε μια νέα δομή, επειδή εξαρτάται πάντοτε από τη μη-εγγυημένη και μη-προδιαγεγραμμένη, ουσιωδώς απρόβλεπτη, έκβαση μιας σύγκρουσης ή μιας πάλης μεταξύ προοπτικών, μεταξύ ανταγωνιστικών υποκειμενικοτήτων. Η έκβαση της σύγκρουσης δεν εξαρτάται από κανέναν «αντικειμενικό» νόμο, θετικιστικού ή διαλεκτικού τύπου, αλλά από τον τρόπο που οι ενεχόμενες υποκειμενικότητες διεκπεραιώνουν τη σύγκρουσή τους, η κάθε μια υπό την προοπτική της. Και είναι εδώ που ο υλισμός του αστάθμητου αναδεικνύεται ως αυθεντική «ιστορική λογική», το σημείο όπου η συνάντηση ως σύγκρουση προοπτικών συνιστά την εν δυνάμει υπέρβαση του επιστημολογικού εμποδίου προς την ιστορικότητα, το σημείο όπου η ιστορικότητα και η βία συναρθρώνονται: η ιστορία παράγεται από την αστάθμητη έκβαση του κοινωνικού ανταγωνισμού, και ως εκ τούτου, δεν είναι εγγυημένη, δεν συνιστά έκφραση νόμων ή τελεολογική εκπλήρωση ουσιών. Η ιστορία είναι ιστορία επειδή είναι αστάθμητη έκβαση συγκρούσεων.
9. Εάν λοιπόν το μυστικό του αστάθμητου είναι η βιαιότητα της συνάντησης, ο συγκρουσιακός της χαρακτήρας, μπορούμε πλέον να διατυπώσουμε εκ νέου τη διάκριση μεταξύ των δύο βαθμίδων του αστάθμητου που αναπτύξαμε προ ολίγου. Έτσι, μπορούμε να κατανοήσουμε την πρώτη βαθμίδα της συνάντησης ως την καθαυτό σύγκρουση, τη βίαιη συνάντηση ανεξάρτητων στοιχείων με ανεξάρτητες ιστορίες. Η σύγκρουση είναι εδώ «εξωτερική» , δηλαδή συμβαίνει εκτός κάθε δομικής σχέσης, εκτός κάθε δομικού καθορισμού και κάθε συνολικής ιστορίας: συμβαίνει στο «κενό», θα πει ο Αλτουσέρ, σαν σύγκρουση μετεώρων στο διάστημα. Η βία σε αυτή τη βαθμίδα της σύγκρουσης είναι αδιαφοροποίητη βία, με την έννοια ότι δεν δέχεται προσδιορισμούς από καμία από τις δομές των ενεχόμενων στοιχείων, και ως τέτοια δεν είναι συγκροτητική –αντιθέτως, μπορεί να είναι απλώς καταστροφική για τα στοιχεία και την προοπτική τους.
Η δεύτερη βαθμίδα της συνάντησης, τώρα, η δομική ανάδυση της δομής, κατανοείται πλέον ως το αναδραστικό «δέσιμο» της σύγκρουσης σε μια συγκρουσιακή σχέση και η εκκίνηση μιας κοινής ιστορίας των στοιχείων, η οποία θα διέπεται από μια νέα δομή σύγκρουσης. Εδώ, η δομική διευθέτηση της σύγκρουσης ισοδυναμεί με τη συγκρότηση μιας συγκρουσιακής δομής. Ο αστάθμητος δομισμός «δένει» την αστάθμητη σύγκρουση με δομή, αλλά και προσβάλλει τη δομή με αστάθμητη συγκρουσιακότητα. Η δομική σχέση των στοιχείων δεν είναι μια αρμονική και λειτουργική σχέση αμοιβαιότητας και συμπληρωματικότητας, που θα διεπόταν από έναν οργανωτικό λόγο, αλλά σύγκρουση και ανταγωνισμός. Η σύγκρουση είναι πλέον «εσωτερική» στη δομική σχέση, και η τελευταία με τη σειρά της αποκτά αυτομάτως συγκρουσιακό χαρακτήρα: οι ενεχόμενες κοινωνικές δυνάμεις δεν συγκρούονται στο κενό. Δεν έχουμε πλέον αδιαφοροποίητη βία, αλλά δομικώς προσδιορισμένη βία –επί παραδείγματι, την ταξική πάλη που προσιδιάζει στη δομή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, στην κεφαλαιακή σχέση: την ταξική πάλη μεταξύ καπιταλιστών και μισθωτών εργατών. Για το «δέσιμο» της βίαιης συνάντησης, για τη συγκρότηση μιας νέας δομής από τα στοιχεία της, για τη μετατροπή των στοιχείων αυτών σε δομικά στοιχεία, χρειάζεται βία· αλλά η βία αυτή είναι διακριτή από την αδιαφοροποίητη βία του δομικού κενού, είναι ήδη η δομική βία της νέας δομής.
Με δυο λόγια, λοιπόν, η σύγκρουση που χαρακτηρίζει τη δομή του τρόπου παραγωγής είναι αυτή που συγκροτεί τις κοινωνικές δυνάμεις οι οποίες συγκρούονται στο πλαίσιό της και, με τη σειρά τους, τη συγκροτούν: έτσι, είναι η χαρακτηριστική ταξική πάλη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής αυτή που συγκροτεί τις εμπλεκόμενες σε αυτήν ανταγωνιζόμενες τάξεις, την τάξη των καπιταλιστών και εκείνη των εργατών. Πρόκειται για την πρωταρχική και αναδραστική στιγμή της ταξικής πάλης, τη στιγμή όπου, υπό τη δράση της ταξικής πάλης, συγκροτούνται οι τάξεις ως τέτοιες. Ξαναβρίσκουμε εδώ, υπό το πρίσμα του αστάθμητου δομισμού, την αλτουσερική θέση περί «προτεραιότητας της πάλης των τάξεων επί των τάξεων» (Αλτουσέρ 1977, 65· 1978b, 383),12 η οποία, με τη σειρά της, δεν συνιστά παρά εκ νέου διατύπωση της θεμελιώδους υλιστικής θέσης περί της προτεραιότητας της αντίφασης επί των όρων της,13 καθώς και της πρώιμης δομιστικής θέσης περί δομικής αιτιότητας ως «προτεραιότητας της δομής επί των στοιχείων της».14 Οι τάξεις δεν είναι εκ των προτέρων συγκροτημένες κοινωνικές δυνάμεις, που «συναντώνται» ή συγκρούονται εκ των υστέρων σε ένα ουδέτερο ή κενό πεδίο, αλλά συγκροτούνται από την ίδια την πάλη στο πλαίσιο της οποίας αντιπαρατίθενται. Πρόκειται για τον ίδιο τον πυρήνα του αστάθμητου δομισμού, δηλαδή για τη διαφορά ανάμεσα σε μια εξωτερική σύγκρουση, στο «κενό», όπου τα στοιχεία είναι πρότερα της σύγκρουσης, και σε μια σύγκρουση εσωτερική στη δομή, όπου η σύγκρουση είναι πρότερη των στοιχείων της, όπου δηλαδή η συγκρουσιακή δομή έχει αναδραστική προτεραιότητα επί των δομικών στοιχείων της.
10. Τα προηγούμενα επάγουν μια σύνθετη ανάγνωση των πασίγνωστων σελίδων του βασικού αλτουσεριανού κειμένου για τον αστάθμητο υλισμό που επιχειρούν να επιληφθούν του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και της ανάδυσής του με την κατηγορία της αστάθμητης συνάντησης (Αλτουσέρ 1982, 584-591· 2004). Σύμφωνα με τον Αλτουσέρ, θυμίζουμε, «ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής γεννήθηκε από τη “συνάντηση ” ανάμεσα στον “άνθρωπο των σκούδων” και τον προλετάριο που στερείται τα πάντα, πέραν της εργασιακής του δύναμης» (Αλτουσέρ 1982, 585 [2004, 87]). Εφαρμόζοντας την προηγούμενη συζήτηση, μπορούμε να διακρίνουμε και εδώ τις δύο «στιγμές» ή βαθμίδες αυτής της συνάντησης: πρώτον, την καθαυτό (αστάθμητη) συνάντηση των δύο αυτών στοιχείων, με ανεξάρτητες ιστορίες, συνάντηση που δεν διέπεται από καμία κοινή δομική αιτιότητα. Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά ως τέτοια, ο άνθρωπος των σκούδων και ο αποστερημένος προλετάριος, δεν είναι ακόμα τα δομικά στοιχεία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο καπιταλιστής (ιδιοκτήτης κεφαλαίου) και ο μισθωτός εργάτης. Από τη μια πλευρά, «όπως τα μέσα παραγωγής και τα μέσα συντήρησης, έτσι και το χρήμα και το εμπόρευμα δεν είναι καθόλου εξαρχής κεφάλαιο. Χρειάζεται να μετατραπούν σε κεφάλαιο» (Μαρξ 1978b, 739· η έμφαση έχει προστεθεί), και, από την άλλη, «οι αποστερημένοι από κάθε ιδιοκτησία τείνουν περισσότερο να γίνουν αλήτες, κλέφτες και ζητιάνοι παρά εργάτες» (Marx 1973, 736). Σε αυτή την πρώτη βαθμίδα, η βία της συνάντησης είναι αδιαφοροποίητη βία και η σύγκρουση μεταξύ του ανθρώπου των σκούδων και του απογυμνωμένου προλετάριου είναι μια εξωτερική σύγκρουση, στο «κενό»: δεν πρόκειται για ταξική πάλη, με την κυριολεκτική έννοια, δηλαδή για την κοινωνική σύγκρουση που συγκροτεί τη (και προσιδιάζει στη) δομή ενός συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής, και οπωσδήποτε δεν πρόκειται για την ταξική πάλη που προσιδιάζει στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Αυτή η τελευταία προϋποθέτει τον μετασχηματισμό, τη μετατροπή ακριβώς, των «σκούδων» σε κεφάλαιο (και του ιδιοκτήτη τους σε καπιταλιστή), καθώς και τον μετασχηματισμό του απογυμνωμένου προλετάριου σε μισθωτό εργάτη, ιδιοκτήτη και εξαναγκασμένου πωλητή ενός άκρως ιδιάζοντος και ιστορικά πρωτόφαντου εμπορεύματος, της εργασιακής δύναμης· προϋποθέτει, εν ολίγοις, τη συγκρότηση των συγκροτητικών (δομικών) στοιχείων της κεφαλαιακής σχέσης. Η συγκρότηση αυτή έγκειται στο αναδραστικό «δέσιμο» της συνάντησης, το οποίο συνέβη ιστορικά υπό τη δραστικότητα της αναδυόμενης κεφαλαιακής σχέσης, που μετασχημάτισε το συσσωρευμένο χρήμα σε κεφάλαιο και την αποστέρηση από κάθε ιδιοκτησία σε εμπορευματοποιημένη εργασιακή δύναμη. Ο μετασχηματισμός αυτός απαίτησε βία, το γνωρίζουμε, αλλά αυτή είναι ήδη η χαρακτηριστική βία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής: είναι ήδη η πρώτη στιγμή της ταξικής πάλης που προσιδιάζει στον καπιταλισμό, και η οποία συγκροτεί τις τάξεις που ανταγωνίζονται στο πλαίσιό της. Η βία που συστήνει τον καπιταλισμό, «παράγοντας» τις ανταγωνιστικές τάξεις του, είναι ήδη καπιταλιστική βία (Read 2003, 26-28). Η βία αυτή δεν είναι άλλη από τη βία της ιστορικής πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου, και η τελευταία είναι ήδη κεφαλαιοκρατική συσσώρευση, η εναρκτήρια στιγμή της καπιταλιστικής συσσώρευσης, με την κυριολεκτική έννοια. Από την άλλη πλευρά, η συνάφεια αυτή μεταξύ της πρωταρχικής συσσώρευσης και της δομής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής εμποτίζει τη δομική λειτουργία και αναπαραγωγή του συγκροτημένου καπιταλισμού με την πρωταρχική συσσώρευση και τη βία της. Ως εκ τούτου, μας επιτρέπει να κατανοήσουμε την «ομαλή» κεφαλαιακή σχέση και συσσώρευση ως διηνεκή σύγκρουση και βία, ομοούσια με την πρωταρχική βία που εγκαινίασε τον καπιταλισμό: μόνο έτσι, ισχυρίζομαι, μόνον υπό τον όρο του αστάθμητου συγκρουσιακού δομισμού, της δομικής σύγκρουσης που εγκαινιάζει τη συγκρουσιακή δομή, μπορούμε να κατανοήσουμε ότι «η διαδικασία αστάθμητης συνάντησης [από την οποία προήλθε ο καπιταλισμός] … συνεχίζεται ακόμα και σήμερα, … ως μια σταθερή διαδικασία που εγγράφει το αστάθμητο στην καρδιά της επιβίωσης και της ενδυνάμωσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής» (Althusser 1982, 587 [2004, 90])· και μόνον έτσι μπορούμε να συνδιαλεχθούμε επαρκώς με όλη την τρέχουσα προβληματική περί διαρκούς πρωταρχικής συσσώρευσης, περί της πρωταρχικής συσσώρευσης ως βίαιης διαδικασίας που συνεχίζεται στο εσωτερικό ακόμα και του πλέον ανεπτυγμένου καπιταλισμού (De Angelis 2001 και 2002· Bonefeld 2001 και 2002).
Με δυο λόγια, οφείλουμε να διακρίνουμε δύο διακριτές και ποιοτικά διαφορετικές βαθμίδες σύγκρουσης και μορφές βίας: αφ’ ενός, τις κοινωνικές συγκρούσεις που αποτέλεσαν το πλαίσιο για την ιστορική παραγωγή και τη συνάντηση ελεύθερου χρήματος και αποδεσμευμένων (εν δυνάμει) παραγωγών, και αφ’ ετέρου την εναρκτήρια και συγκροτητική κοινωνική σύγκρουση μεταξύ καπιταλιστή και μισθωτού εργάτη, τη συγκρότηση της βίαιης και ανταγωνιστικής κεφαλαιακής σχέσης (που συγκροτεί τους όρους της). Όπως υποδεικνύει ο Ρηντ (2003, 25) δεν είναι η ίδια ταξική πάλη, και συνεπώς δεν είναι οι ίδιες ανταγωνιστικές δυνάμεις και κοινωνικές υποκειμενικότητες, αυτές που διαλύουν τον παλιό τρόπο παραγωγής και αυτές που συγκροτούν τον νέο. Συνεπώς, η κριτική του ύστερου Αλτουσέρ στη μαρξική άποψη ότι το προλεταριάτο υπήρξε «προϊόν της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης», «προϊόν του καπιταλισμού» (Αλτουσέρ 1982, 588 [2004, 90-91]), είναι αμφίσημη: βάσει των προηγουμένων, η κριτική είναι σωστή εάν ως προλεταριάτο εννοήσουμε απλώς τη μάζα των απογυμνωμένων από ιδιοκτησία και αποδεσμευμένων από κάθε παραγωγική σχέση ανθρώπων, προϊόντων της προ-καπιταλιστικής ιστορίας και των συγκρούσεών της, αλλά είναι εσφαλμένη εάν ως προλεταριάτο εννοήσουμε την τάξη των μισθωτών εργατών, ιδιοκτητών και πωλητών της εργασιακής δύναμής τους: αυτοί, ως δομικά στοιχεία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αποτελούν πράγματι το πρωταρχικό προϊόν της καπιταλιστικής σχέσης ή δομής, κατά το συγκρουσιακό «δέσιμο» της συνάντησης από την οποία αυτή προέκυψε και κατά τον βίαιο μετασχηματισμό των ενεχόμενων προ-καπιταλιστικών στοιχείων σε συγκροτητικά στοιχεία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
***
Θα ήθελα να κλείσω με ορισμένες βιαστικές παρατηρήσεις, που υποδεικνύουν εμβρυακές (προς το παρόν) κατευθύνσεις έρευνας. Όπως είδαμε, σύμφωνα με τον συγκρουσιακό αστάθμητο δομισμό που προσπάθησα να σκιαγραφήσω, η δομή είναι αυτή που τιθασεύει τα εξωτερικώς συγκρουόμενα στοιχεία και την αδιαφοροποίητη βία τους, την αδιαμεσολάβητη σύγκρουση, μετασχηματίζοντάς τα στα εσωτερικώς συγκρουόμενα δομικά της στοιχεία, και ταυτοχρόνως συγκροτείται η ίδια ως δομή που εσωτερικεύει τη βία, ως συγκρουσιακή δομή. Η δομή, λοιπόν, είναι βία με μια διπλή έννοια: είναι βία μεταξύ των στοιχείων της, και βία επί των στοιχείων, βία για τη συγκράτηση των στοιχείων. Η συγκρότηση της δομής είναι ταυτόσημη με τη συγκράτηση των στοιχείων της. Χωρίς την (κεντρομόλο) βία της δομής επί των στοιχείων της, η (κεντρόφυγος) βία μεταξύ των στοιχείων δεν θα μπορούσε να συγκρατηθεί και τα στοιχεία δεν θα μπορούσαν να συγκροτήσουν τη δομή. Επιπλέον, η κεντρομόλος βία της δομής συναρτάται πάντοτε με την έκβαση της φυγόκεντρου βίας των στοιχείων: η βία της δομής επί των στοιχείων της συναρτάται με τη βία ενός (στην απλούστερη εκδοχή) στοιχείου επί των άλλων, με τη σύγκρουσή τους και την έκβασή της. Η κυριαρχία (ή η «νίκη») της δομής επί των στοιχείων, κυριαρχία ή νίκη που συγκροτεί τη δομή συγκρατώντας τα στοιχεία, έγκειται στην κυριαρχία ενός (ή κάποιων) στοιχείων (ακριβέστερα, κοινωνικών δυνάμεων ή τάξεων) επί των άλλων, στη «νίκη» κατά την πάλη τους.15
Ωστόσο, αυτή η κυριαρχία ή νίκη είναι πάντα ανατρέψιμη, επισφαλής, στο μέτρο ακριβώς που η πάλη είναι εγγενώς αστάθμητη: η πρώτη βία, η φυγόκεντρος βία των στοιχείων, μπορεί ανά πάσα στιγμή να επικρατήσει της δεύτερης βίας, της κεντρομόλου βίας επί των στοιχείων. Στο σημείο αυτό, και κατά κάποιον τρόπο κλείνοντας τη συζήτηση, επανερχόμαστε στη συστοιχία ανάμεσα στη διηνεκή ένταση της μαρξικής και μαρξιστικής σκέψης αναφορικά με τον τρόπο παραγωγής και την επίμονη αμφισημία του τελευταίου: εδώ, βλέπουμε ότι η αυθεντικά ιστορική λογική του αστάθμητου υλισμού της συνάντησης, και της βίας που αυτή εμπεριέχει, αποτελεί το έκτυπο της διευρυμένης έννοιας του τρόπου παραγωγής, την οποία ο Αλτουσέρ είχε επιχειρήσει προηγουμένως να σκεφθεί με την έννοια του επικαθορισμού και της εμμενούς δομικής αιτιότητας, ως αντίπαλο δέος της οικονομιστικής αντίληψης και του εξελικτισμού τον οποίο αυτή στηρίζει. Από τη στιγμή που η παραγωγική σχέση μεταξύ καπιταλιστή και μισθωτού εργάτη παύει να εκλαμβάνεται ως εγγυημένη από μια λειτουργική λογική και τους νόμους της, από τη στιγμή που η παραγωγική δομή δεν κατανοείται ουσιοκρατικά, αλλά ως μια εγγενώς αστάθμητη, συγκρουσιακή δομή, ερχόμαστε αναγκαστικά σε ρήξη με τη ρητή ή υπόρρητη ιδέα ενός αυτο-συγκροτούμενου, αυτο-κινούμενου και αυτο-αναπαραγόμενου οικονομικού επιπέδου. Το όλο σχήμα που ήθελε τον πρωτο-καπιταλιστή και τον πρωτο-εργάτη απλώς να έρχονται στο προκαθορισμένο ιστορικό ραντεβού τους για να υπεισέλθουν στην προκαθορισμένη και προ-εναρμονισμένη σχέση τους, παρακινημένοι και εξαναγκασμένοι από την υπερβατική ελκτική της δύναμη, απλώς καταρρέει. Το οικονομικό δεν είναι ποτέ μόνο οικονομικό, η δομή δεν είναι ποτέ απλώς οικονομική, ο τρόπος παραγωγής δεν ταυτίζεται με την οικονομική (υπο)δομή. Η εγγενής βιαιότητα της δομικής σχέσης σημαίνει ότι η σχέση αυτή δεν είναι αυθόρμητη ως προς τη συγκρότηση και αυτάρκης ως προς την αναπαραγωγή της, αλλά απαιτούνται και άλλες σχέσεις : όπως έγραφε ο Αλτουσέρ, για να μπορούν οι εργάτες και οι καπιταλιστές να συγκρατούνται σε μια συγκρουσιακή σχέση παραγωγής, με αστάθμητη συνοχή, «πρέπει να αποτελούν συγκροτητικά στοιχεία και άλλων σχέσεων». Και αυτό «γιατί δεν είναι δυνατό να περιορισθεί ο καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός μόνο στην καπιταλιστική σχέση παραγωγής. Η ταξική εκμετάλλευση δεν είναι δυνατόν να διαρκέσει, να αναπαράγει διαρκώς τους όρους ύπαρξής της,16 χωρίς να προστρέξει στην υπερδομή, χωρίς τις νομικο-πολιτικές και τις ιδεολογικές σχέσεις…» (Αλτουσέρ 1978, 162).
Υπό αυτή τη θεώρηση, η συγκρουσιακότητα της δομής συστοιχεί με τη συνθετότητα της δομής, όπου η συνθετότητα πρέπει να κατανοηθεί ως συνθετότητα επιπέδων: με δυο λόγια, η δομή είναι αναγκαστικά πολυεπίπεδη. Όσον αφορά αυτές τις «άλλες» σχέσεις, δεν θα μπορούσε παρά να προεξάρχει και εδώ η λογική της αστάθμητης, συγκρουσιακής συνάντησης: οι σχέσεις αυτές δεν παράγονται από την σχέση ταξικής εκμετάλλευσης, με τη στενή έννοια, δεν συνιστούν «εκφράσεις» ή «αντανακλάσεις» της· συνιστούν οι ίδιες αστάθμητες συναντήσεις, σύμφωνα με την ίδια αστάθμητη διαλεκτική της συγκρουσιακής συνάντησης και του βίαιου «δεσίματός» της που θα οδηγήσει σε μια νέα δομή (αλλά και που διέπεται ήδη από αυτήν),17 συναντήσεις που συναντώνται (αστάθμητα) μεταξύ τους. Ο τρόπος παραγωγής είναι μια σχέση σχέσεων ή μια δομή δομών, μια αστάθμητη συνάντηση αστάθμητων συναντήσεων.
Ως εκ τούτου, η δομή είναι μια μη αναγώγιμη συνθετότητα, στο μέτρο ακριβώς που οι δομές αποτελούν στοιχεία ευρύτερων δομών, αλλά και αντιστρόφως: δεν υπάρχουν «απλά» στοιχεία, αφ’ εαυτών, αλλά κάθε στοιχείο είναι με τη σειρά του δομή. Η απλότητα είναι ανέφικτη, ή πιο σωστά, όπως υποστήριζε ήδη από το 1962 ο Αλτουσέρ, η απλότητα συνιστά τροπισμό της συνθετότητας, ενώ ή «μοναχική ώρα της τελευταίας ανάλυσης δεν φτάνει ποτέ» (Αλτουσέρ 1978d, 113). Επικυρώνοντας μια ανάγνωση που βλέπει στον «Αλτουσέρ του αστάθμητου» περισσότερο μια συνέχιση και ριζοσπαστικοποίηση του εγχειρήματος που ξεκίνησε ο «Αλτουσέρ της δομής», και όχι μια τομή ή ρήξη προς αυτόν, ξαναβρίσκουμε εδώ τη σπινοζικής έμπνευσης έννοια της δομικής αιτιότητας ως τη μόνη έννοια που θα μας επέτρεπε «να σκεφθούμε τον προσδιορισμό των στοιχείων μιας δομής, και των δομικών σχέσεων ανάμεσα σε αυτά τα στοιχεία, και όλα τα αποτελέσματα αυτών των σχέσεων, από τη δραστικότητα αυτής της δομής, και κατά μείζονα λόγο … τον προσδιορισμό μιας υποτελούς δομής από μια δεσπόζουσα δομή» (Αλτουσέρ 1996, 401 [2003, 437]).18
Βιβλιογραφία
Αλτουσέρ, Λ. (1977). Απάντηση στον Τζων Λιούις. Αθήνα, Θεμέλιο.
Αλτουσέρ, Λ. (1978 a). «Υποστήριξη της Αμιένης». Στο Θέσεις, Αθήνα, Θεμέλιο.
Althusser, L. (1978 b). « Marx dans ses limites ». Στο Ecrits philosophiques et politiques (Tome I), Παρίσι, STOCK/IMEC, 1994.
Althusser, L. (1978 c). «Avant-Propos ». Στο Gerard Dumenil, Le concept de loi economique dans Le Capital, Παρίσι, Maspero.
Αλτουσέρ, Λ. (1978 d). «Αντίφαση και επικαθορισμός». Στο Για τον Μαρξ, Αθήνα, Γράμματα.
Αλτουσέρ, Λ. (1980). Για την κρίση του μαρξισμού. Αθήνα, Εκδόσεις Αγώνας.
Althusser, L. (1982). « Le courant souterrain du materialisme de la rencontre». Στο Ecrits philosophiques et politiques (Tome I), ό.π. [(2004). «Το υπόγειο ρεύμα του υλισμού της συνάντησης». Θέσεις 88, 86-93.]
Althusser, L. (1995). Sur la reproduction. Παρίσι, P.U.F.
Althusser, L. et al. (1996). Lire le Capital. Παρίσι, P.U.F. [(2003). Nα διαβάσουμε το Κεφάλαιο. Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα.]
Bonefeld, W. (2001). «The Permanence of Primitive Accumulation: Commodity Fetishism and Social Constitution”. The Commoner (http://www.commoner.org.uk), September 2001.
Bonefeld, W. (2002). «History and Social Constitution: Primitive Accumulation is not Primitive». The Commoner (ό.π.), March 2002,
De Angelis, M. (2001). «Marx and Primitive Accumulation: The Continuous Character of Capital’s Enclosures». The Commoner (ό.π.), September 2001.
De Angelis, M. (2004). «Separating the Doing and the Deed: Capital and the Continuous Character of Enclosures». Historical Materialism 12/2, 57-87.
Deleuze, G. & Guattari, F. (1972). L’ Anti-?dipe : Capitalisme et Schizophrenie. Παρίσι, Editions du Minuit.
Fourtounis G., (2005). «On Althusser’s Immanentist Structuralism: Reading Montag Reading Althusser Reading Spinoza». Rethinking Marxism 17 (1), 103-120.
Μαρξ, Κ. (1978a). Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας. Αθήνα, Θεμέλιο.
Marx, K. (1973). Grundrisse: Foundations of the Critique of Political Economy, ΝέαΥόρκη, Penguin.
Μαρξ, Κ. (1978b). Το Κεφάλαιο. Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας (Τόμος 1). Αθήνα, Σύγχρονη εποχή.
Morfino, V. (2005). «An Althusserian Lexicon». Borderlands e-journal (http://www.borderlandsejournal.adelaide.edu.au), 4/ 2
Μπαλιμάρ, Ε. (1989). «Σχετικά με τη μαρξιστική θεωρία της πάλης των τάξεων». Θέσεις 28, 69-90.
Negri, A. (1991). Marx beyond Marx: Lessons on the Grundrisse. ΝέαΥόρκη, Autonomedia.
Negri, A. (1996). «Notes on the Evolution of the Thought of the Later Althusser». Στο Callari A. & Ruccio, D.F. (επιμ.), Postmodern Materialism and the Future of Marxist Theory: Essays in the Althusserian Tradition. Ανόβερο καιΛονδίνο, Wesleyan University Press.
Read, J. (2002). «Primitive Accumulation: The Aleatory Foundation of Capitalism». Rethinking Marxism 14:2, 24-49.
Read, J. (2003). The Micro-Politics of Capital: Marx and the Prehistory of the Present. Όλμπανι, State University of New York Press.
Read, J. (2003b). «A Universal History of Contingency: Deleuze and Guattari on the History of Capitalism». Borderlands e-journal (ό.π.), 2/3.
Φουρτούνης, Γ. (2007). «Ο ύστερος υλισμός του Λ. Αλτουσέρ και η επιστημολογική τομή». Θέσεις 98, 35-51.
1.Αναπτυγμένη μορφή της εισήγησης στο Συνέδριο για τα 100 τεύχη των Θέσεων με τίτλο: Ο Μαρξ σήμερα, 150 χρόνια μετά τα Grundrisse, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, 21-23 Σεπτεμβρίου 2007.
2.«[Η έννοια αυτή] δεν χρησιμεύει μόνο για να μελετήσουμε κάθε “κοινωνικό σχηματισμό”, αλλά και για να περιοδολογήσουμε την ιστορία του, και συνεπώς για να θεμελιώσουμε μια θεωρία της ιστορίας» (Althusser 1982, 584 [2004, 87]).
3.Έστω και αν μια ορισμένη εσχατολογική αντίληψη για την επερχόμενη κοινωνία των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών, που θα παράγουν μέσα στην απόλυτη πολιτική και ιδεολογική διαφάνεια, παραπέμπει μάλλον στη μυθική εικονογραφία μιας παραγωγής χωρίς «τρόπο παραγωγής» -ή «ενός τρόπου παραγωγής χωρίς σχέσεις παραγωγής» (Althusser 1978b, 401).
4.«Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής … προϋποθέτει πλούτο στα χέρια των καπιταλιστών καθώς και έναν πληθυσμό από ανθρώπους δεν έχουν τίποτα να πουλήσουν εκτός από την εργασιακή δύναμή τους. Τα στοιχεία αυτά, κεφάλαιο και εργάτες, συνιστούν προϋποθέσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αλλά δεν μπορούν να εξηγηθούν από αυτόν. Η καπιταλιστική συσσώρευση αποκτά έτσι τον χαρακτήρα μιας άπειρης αναδρομής, καθώς προϋποθέτει πάντοτε τις ίδιες τις συνθήκες της. Για να συσσωρεύσεις κεφάλαιο είναι αναγκαίο να κατέχεις κεφάλαιο».
5.«[Λ]ίγο ενδιαφέρει ότι το ότι πεθαίνει ένας λαός, αφού ενσάρκωσε την προσδιορισμένη αρχή [principe] μιας στιγμής της Ιδέας, που θα ακολουθηθεί από άλλες, και αφού, ενσαρκώνοντάς την, τη γύμνωσε, για να την κληροδοτήσει σε αυτήν την Αυτο-Μνήμη που είναι η ιστορία, και αυτόχρημα σε εκείνον τον άλλο λαό..» (Althusser 1978d, 104). Ο Αλτουσέρ μιλά εδώ για την εγελιανή διαλεκτική της ιστορίας, αλλά, τηρουμένων των αναλογιών, το ίδιο θα ίσχυε για την «αντεστραμμένη» εκδοχή της.
6.Όχι αποκλειστικά σε αυτήν όμως: στη θεωρητική παρέμβαση του Αλτουσέρ χρωστάμε και την απαράκαμπτη πλέον υποψία για τη στενή συγγένεια και αλληλεγγύη αυτής της οικονομιστικής «παρέκκλισης» του μαρξισμού με την φαινομενικά «αντίστροφη» ή «αντίθετή» της (αλλά όχι αντίπαλή της) , που συνιστά η «ανθρωπιστική» προβληματική της αλλοτρίωσης.
7.Ο Ρηντ (Read 2002, 2003 και 2003b) προβαίνει στην πολύ σημαντική επισήμανση ότι στοιχεία αυτής της έννοιας της αστάθμητης συνάντησης μπορούν να ανιχνευθούν ήδη στον Αντί-Οιδίποδα των Ντελέζ και Γκουαταρί (Deleuze – Guattari 1972), οι οποίοι με τη σειρά τους αντλούν εν προκειμένω από τον πρώιμο δομιστικό μαρξισμό των Αλτουσέρ και Μπαλιμπάρ (Althusser et.al., 1996 [2003]). Η επισήμανση είναι σημαντική καθώς μοιάζει να υπονομεύει μια τρέχουσα ερμηνευτική τάση που διαβλέπει απόκλιση ή και ρήξη ανάμεσα στον πρώιμο «Αλτουσέρ της δομής» και τον ύστερο «Αλτουσέρ της συνάντησης», και υπό αυτήν την έννοια συγκλίνει με τη δική μου ανάγνωση ενός «αστάθμητου δομισμού» στα τελευταία κείμενα Αλτουσέρ, που συνεχίζει και επεκτείνει μια τάση ενύπαρκτη στα πρώτα, «δομιστικά» κείμενά του (βλ. συνέχεια του παρόντος κειμένου καθώς και Φουρτούνης 2007).
8.Ειδικότερα για την αναδραστική συγκρότηση σε σχέση με την έννοια του τρόπου παραγωγής, μπορούμε να βρούμε υπαινιγμούς στο Read 2003 (24 κ.ε.).
9.Είναι στο σημείο αυτό που ο ύστερος Αλτουσέρ του αστάθμητου δομισμού συνεχίζει μια τάση που εγκαινίασε ο πρώιμος δομισμός του Αλτουσέρ, όπως διατυπώθηκε στο Althusser et al. 1996 (2003). Κλειδί για να κατανοήσουμε αυτή τη συνέχεια είναι ο εμμενής χαρακτήρας τόσο της συνάντησης όσο και της δομικής αιτιότητας. Ο Αλτουσέρ, πράγματι, θα ορίσει τη δομική αιτιότητα με τη βοήθεια της σπινοζικής εμμενούς αιτιότητας, έτσι ώστε να υφίσταται αμοιβαία αιτιότητα όχι μόνον μεταξύ των στοιχείων της δομής αλλά και μεταξύ της δομής και των στοιχείων της. Δεν μπορώ να αναπτύξω εδώ περισσότερο αυτήν την όψη του ζητήματος (βλ. Fourtounis 2005).
10.Θυμίζουμε ότι είναι με αυτήν ακριβώς την έννοια, τη δραστικότητα μιας απούσας αιτίας, που ο Αλτουσέρ θα ορίσει τη δομική αιτιότητα στο απόγειο της δομιστικής προβληματικής του (Althusser et al.,1996 [2003]).
11.Ας μου επιτραπεί η ανακολουθία: εδώ θέλω απλώς να δώσω έμφαση στην αντίθεση αυτής της ιστορικής τοποθέτησης με την ανιστορική λογική της βίας ως επουσιώδους παρακολουθήματος της διαδοχής των τρόπων παραγωγής.
12.«Η πάλη των τάξεων και η ύπαρξη των τάξεων είναι ένα και το αυτό. Για να υπάρχουν σε μια “κοινωνία” τάξεις, πρέπει η κοινωνία αυτή να είναι διαιρεμένη σε τάξεις: αυτή η διαίρεση δεν γίνεται εκ των υστέρων, αλλά η εκμετάλλευση μιας τάξης από την άλλη, δηλαδή η πάλη των τάξεων, συνιστά τη διαίρεση σε τάξεις. Γιατί η εκμετάλλευση είναι ήδη ταξική πάλη. Κατά συνέπεια, από την πάλη των τάξεων πρέπει να ξεκινήσουμε για να κατανοήσουμε τη διαίρεση σε τάξεις, για να κατανοήσουμε την ύπαρξη και τη φύση των τάξεων. Πρέπει λοιπόν να βάζουμε την πάλη των τάξεων στην πρώτη γραμμή» . (Αλτουσέρ 1977, 65)
13.«Αυτό από φιλοσοφική άποψη … επιβεβαιώνει την πρωτοκαθεδρία της αντίφασης πάνω στα αντίθετα που έρχονται αντιμέτωπα, που αντιτίθενται το ένα στο άλλο. Η πάλη των τάξεων δεν είναι το αποτέλεσμα που απορρέει από την ύπαρξη των τάξεων που υπάρχουν τάχα πριν (δικαιωματικά και πραγματικά) από την πάλη τους: η πάλη των τάξεων είναι η ιστορική (ενδογενής σε έναν τρόπο παραγωγής) μορφή της αντίφασης που διαιρεί τις τάξεις σε τάξεις» (Αλτουσέρ 1977, 65, υποσ. 12)
14.Μπορούμε να παρακολουθήσουμε την πορεία αυτής της θέσης περί προτεραιότητας της πάλης των τάξεων επί των τάξεων στις μετέπειτα επεξεργασίες του Ε. Μπαλιμπάρ (Balibar 1989), που θα μιλήσει ακόμα και για «ταξική πάλη χωρίς τάξεις». Επιπλέον, ο Ρηντ (Read 2003, 13-15) θα υποδείξει ενδιαφέρουσες συσχετίσεις της θέσης αυτής με τη θεμελιακή «αυτονομιστική υπόθεση» των Τρόντι και Νέγκρι για την «προτεραιότητα της αντίστασης», δηλαδή «τον ισχυρισμό ότι η αντίσταση της εργατικής τάξης προηγείται και προδιαγράφει τους μετασχηματισμούς και την ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής».
15.Ως απλό υπαινιγμό, ή ως προσημείωση κατοπινών διερευνήσεων, ας επισημάνω ότι αυτή η σύμφυση ανάμεσα στην κυριαρχία της δομής επί των στοιχείων και της κυριαρχίας κάποιων στοιχείων της δομής επί άλλων, θα μπορούσε να παράσχει νέες δυνατότητες να προσπελάσουμε κομβικές όσο και προβληματικές έννοιες της μαρξιστικής παράδοσης, συναφείς με το καπιταλιστικό κράτος, όπως η έννοια της ηγεμονίας. Μπορούμε ακόμα να ανιχνεύσουμε το ίδιο αυτό σχήμα σε βασικές και εμβληματικές θέσεις του μαρξισμού, όπως π.χ., εκείνη που ισχυρίζεται ότι «η κυρίαρχη ιδεολογία είναι η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης».
16.Δεν θα μπορούσε καν να συγκροτηθεί, θα πρόσθετα (Γ.Φ.) βάσει των προηγουμένων.
17.Βρίσκουμε εδώ τη δίοδο προς την κομβική, θεωρητική και πολιτική, αντίληψη περί της αυτονομίας των κοινωνικών συγκρούσεων που αναπτύσσονται στις βαθμίδες του «εποικοδομήματος».
18.Μπορούμε να σκεφθούμε εδώ τις σχέσεις του «εποικοδομήματος», και ανάμεσά τους κρίσιμες πολιτικές μορφές, όπως π.χ. (για να μην υπεκφύγουμε σχετικά με ένα θέμα υψηλής ιδεολογικής έντασης στις σημερινές συζητήσεις μας) το έθνος και το εθνικό κράτος, υπό αυτή τη διπλή τους όψη: ως δομές, προϊόντα πρότερων αστάθμητων συναντήσεων, αλλά και ως στοιχεία της αστάθμητης συνάντησης που θα συγκροτήσει τη δομή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, με τη σύνθετη έννοια. Υπό την πρώτη όψη τους, οι μορφές αυτές αναδεικνύονται ως τόποι αλλά και επίδικα αντικείμενα αυτόνομων κοινωνικών αγώνων, που δεν ανάγονται στη σύγκρουση με επίκεντρο και διακύβευμα την καπιταλιστική εκμετάλλευση. Υπό τη δεύτερη όψη τους, μπορούμε να τις σκεφθούμε, αφενός, ως συγκροτούντα στοιχεία, που συναντήθηκαν κατά την ανάδυση του καπιταλισμού ακολουθώντας ανεξάρτητες ιστορίες, χωρίς να είναι εξ αρχής προορισμένα και κατάλληλα να υπεισέλθουν στην καπιταλιστική σχέση (με δυο λόγια, χωρίς αυτές οι πολιτικές μορφές να ήταν εκ γενετής και εκ κατασκευής «καπιταλιστικές», κομμένες και ραμμένες στα μέτρα του καπιταλισμού)· αφετέρου, ως συγκροτητικά της στοιχεία, που συγκροτούνται ως τέτοια υπό τη δράση της δομής που εν τέλει συγκροτούν, δηλαδή που μετασχηματίζονται σε δομικά στοιχεία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, σε «καπιταλιστικά» στοιχεία, τα οποία προσιδιάζουν στον καπιταλισμό και αποτυπώνουν συστατικά τη σφραγίδα της δομής του.