Η θεματική των κοινωνικών αντιθέσεων και συγκρούσεων στη συστημική θεωρία του Niklas Luhmann Εκτύπωση
Τεύχος 90, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2005


του Νίκου Τσίρου


Μια από τις σημαντικότερες συμβολές της συστημικής πολιτικής θεωρίας του Niklas Luhmann είναι η πραγμάτευση του ζητήματος των κοινωνικών αντιθέσεων και των κοινωνικών συγκρούσεων. Η παρούσα μελέτη εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο ο Luhmann επιχειρεί να υποκαταστήσει τη διαλεκτική λειτουργία των αντιθέσεων και των συγκρούσεων προς όφελος της ανεμπόδιστης και συνεχούς αναπαραγωγής της ενότητας των σύγχρονων κοινωνικών συστημάτων. Παράλληλα, η μελέτη υπενθυμίζει ορισμένα επιστημολογικά πλεονεκτήματα της μαρξιστικής ανάλυσης σχετικά με τις υλικές προϋποθέσεις των συγκρούσεων και σε σύγκριση με τη συστημική θεωρία του Luhmann. Τέλος, ασκείται μια συνολική κριτική του γράφοντος στην αυτοποιητική πολιτική θεωρία του Luhmann.


1. Εισαγωγή

Η πολιτική κοινωνιολογία του Niklas Luhmann οργανώνεται κατά μήκος ενός επιστημολογικού πλαισίου που χαρακτηρίζεται από τρεις βασικές συνιστώσες:

α) το πολιτικό σύστημα της μεταβιομηχανικής εποχής εμφανίζει έναν αρκούντως υψηλό βαθμό διαφοροποίησης που το καθιστά διακριτό από την κοινωνία κανονιστικά, λειτουργικά και θεσμικά,

β) η ειδική χορηγία του πολιτικού συστήματος συνίσταται στην παραγωγή και στη γενίκευση της εξουσίας, καθώς και στην ακώλυτη λήψη των πολιτικών αποφάσεων και

γ) το σύγχρονο πολιτικό σύστημα κατακτά ένα άνευ προηγουμένου επίπεδο αυτονομίας και αυτοπρογραμματισμού, που επιτρέπει τη λειτουργική εξειδίκευση των διαδικασιών του μέσω κριτηρίων επιλογής αυτού του ίδιου του πολιτικού συστήματος1.

Απαράβατος όρος μιας τέτοιας ανάλυσης είναι ότι υπάρχουν πράγματι συστήματα και μάλιστα αυτοποιητικά. Τα αυτοποιητικά συστήματα δεν υφίστανται μόνον ως κονστρουκτιβιστικές αφαιρέσεις αλλά, σύμφωνα με τον Luhmann, αποτελούν τη βασιλική ατραπό για τη σύλληψη και την ερμηνεία της πραγματικότητας. Επομένως, η εμμονή στον όρο του συστήματος δεν έχει απλά έναν αναλυτικό χαρακτήρα για τη γνωσιοθεωρητική προσέγγιση των υπό εξέταση φαινομένων. Τα συστήματα είναι ταυτόχρονα η αναγκαία και μόνη μέθοδος για τη νοηματική οριοθέτηση της πραγματικότητας2. Η ιδεολογική χρήση των συστημάτων ευρίσκεται στο γεγονός, ότι θεματοποιεί την ίδια την κοινωνία ως σύστημα, μη αναγωγικά, ως ερμηνευτικό σχήμα. Την ίδια όμως στιγμή δεν αιτιολογούνται οι λόγοι για τους οποίους μια σύγχρονη κοινωνική δομή οφείλει να κατανοηθεί ειδικά ως σύστημα3.

Τι είναι όμως ένα αυτοποιητικό κοινωνικό σύστημα; Ο Luhmann το ορίζει ως το σύστημα που αναπαράγει διαρκώς τα στοιχεία από τα οποία αποτελείται διαμέσου των στοιχείων από τα οποία αποτελείται4. Η ιδέα της αυτοποίησης χαρακτηρίζεται από τη συμπληρωματική σχέση μεταξύ δομής και λειτουργίας, μεταξύ σταθερότητας και αστάθειας. Το κεντρικό μοτίβο της λουμανικής θέσης εδράζεται στην παρατήρηση ότι τα περίπλοκα κοινωνικά συστήματα διαθέτουν μια βαθύτερη δομή ηνιόχησής τους (Steuerungsstruktur), όπου δρουν και κινούνται ανεπηρέαστα από το περιβάλλον τους. Ακριβέστερα, δεν είναι πλέον το περιβάλλον που δομεί το σύστημα και ρυθμίζει τη λειτουργία του, αλλά αντίστροφα είναι το σύστημα που δομεί το περιβάλλον, έτσι ώστε ο όποιος έλεγχος να συνιστά διαδικασία ενδοσυστημικής τάξης5.

Ο Luhmann επιχειρεί να υπερβεί τον υφέρποντα σολιψιστικό κίνδυνο της θεωρίας του με τη διάκριση ότι ναι μεν τα τέτοια συστήματα εξακολουθούν να είναι κλειστά στην εσωτερική οργάνωση λειτουργίας τους, όμως παραμένουν ταυτόχρονα ανοικτά ως προς τις λοιπές και απαραίτητες για τη λειτουργία τους διαδράσεις, όπως π.χ. είναι η λήψη πληροφοριών και ενέργειας από το περιβάλλον τους6. Εκ παραλλήλου προχωρά σε μιαν ιδιότυπη θεώρηση της επικοινωνίας, νοούμενης αποκλειστικά ως μια ατέρμονη, αυτοαναφορική διαδικασία των κοινωνικών συστημάτων. Για τον Luhmann η επικοινωνία είναι πάντοτε ένα εγχείρημα του ίδιου του κοινωνικού συστήματος και όχι κάτι που συνδέει το σύστημα με το περιβάλλον του. Τα κοινωνικά συστήματα δεν μπορούν να «επικοινωνήσουν» με το περιβάλλον τους, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι δεν επικοινωνούν μέσω του περιβάλλοντός τους7. Σημειωτέον, ότι οι άνθρωποι ως ατομικά συστήματα, ήγουν ως ψυχικές, οργανικές και χημικές ενότητες, καταμετρώνται από τον Luhmann στο περιβάλλον των κοινωνικών συστημάτων. Έτσι, όπως θα γίνει κατανοητό στη συνέχεια, η συμβολή των κοινωνικών αντιθέσεων και συγκρούσεων είναι αμιγώς συστημικής τάξης, εμπεδώνει την ενότητα των αυτοαναφορικών συστημάτων και γι’ αυτό δεν προσάπτεται στις εξατομικευμένες δράσεις, στους σκοπούς ή στα κίνητρα των μεμονωμένων υποκειμένων.


2. Η λουμανική πραγμάτευση των κοινωνικών αντιθέσεων

Για την ένταξη των κοινωνικών αντιθέσεων σε μιαν αυτοποιητική πολιτική θεωρία θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι κατά τον Luhmann η έννοια της αυτοαναφοράς είναι ένα χαρακτηριστικό της εμπειρικής πραγματικότητας και όχι απλώς η υποκειμενική εικόνα ενός παρατηρητή, που την παρατηρεί ευρισκόμενος έξωθεν αυτής. Κάθε περίπλοκη κοινωνία χρειάζεται έναν κάποιο δείκτη αστάθειας για να μπορεί να αντιδράσει πάνω στον εαυτό της και στο περιβάλλον της8. Η αστάθεια των κοινωνικών συστημάτων συνοδοιπορεί με την αβεβαιότητα των γνωστικών ή των κανονιστικών προσδοκιών των υποκειμένων. Αυτό συμβαίνει, επειδή κατά τη στιγμή που τα υποκείμενα αναλαμβάνουν δράσεις, δεν μπορούν ταυτόχρονα να διαβλέψουν επακριβώς τα νοηματικά συμφραζόμενα των μελλοντικών πράξεών τους. Η λειτουργία των αντιθέσεων καθιστά δυνατή την εισαγωγή καθαρών δομών προσδοκιών μέσα σε ένα ασταθές και απροσδιόριστο σύστημα. Ένα χειροπιαστό παράδειγμα: όταν αναμένει κανείς κάτι αρνητικό, ενδεχομένως να προξενήσει κάποιο αρνητικό συμβάν. Έτσι κατορθώνει να γνωστοποιεί τις προσδοκίες του και να κερδίζει έναν βαθμό ατομικής βεβαιότητας, που σε διαφορετική περίπτωση δεν θα του είχε προσφερθεί9.

Σε ατομικό επίπεδο κάποιος υιοθετεί μια στάση αντίθεσης, όταν στις ήδη εκφρασμένες προσδοκίες του επιλέγει την άρνηση απέναντι στις προσδοκίες των άλλων εμπλεκόμενων μερών. Οι αντιθέσεις είναι συστήματα ιδιαίτερου είδους που δημιουργούνται εντός των συστημάτων στα οποία αναφέρονται και που κατά το μάλλον ή ήττον εμπλουτίζουν, απορροφούν ή διαπλαταίνουν τις λειτουργίες των συστημάτων αυτών. Ο Luhmann δεν πιστεύει ότι υπάρχουν γενικά κριτήρια, αξιολογικού ή κανονιστικού περιεχομένου, που τελικώς θα εξηγούσαν με εννοιολογική σαφήνεια τι είναι οι κοινωνικές αντιθέσεις και τι όχι. Ως ένα από τα τετριμμένα θέματα της πολιτικής κοινωνιολογίας, οι αντιθέσεις εκλαμβάνονται καταρχήν ως λογικά σφάλματα, που χρήζουν γνωσιοθεωρητικής και πρακτικής διόρθωσης. Όμως, η συστημική ανάλυση του Luhmann δεν θεωρεί ότι στην καθαυτή εμπειρική πραγματικότητα υπάρχουν τωόντι «προβλήματα» ή «σφάλματα». Τα λογικά σφάλματα υφίστανται μονάχα ως νοηματικά ασαφείς σχέσεις μεταξύ του γνωρίζειν και του μη γνωρίζειν και κατά συνέπειαν επιλύονται μέσω των μετασχηματισμών των πιο πάνω σχέσεων10.

Για τον Luhmann, οι κοινωνικές αντιθέσεις δεν κατανοούνται με τη βοήθεια της διαλεκτικής μεθόδου, διότι με τη μέθοδο αυτή εμπλέκεται πρακτικά ο ερευνητής στη διαλεκτική διαδικασία, καλείται να λάβει θέση στο πρόβλημα και να καταστεί στη συνέχεια μέρος αυτού. Υπό όρους ενός ασταθούς και κατακερματισμένου κοινωνικού βίου που δεν λειτουργεί ιδεοτυπικά «καθαρά», αλλά εν μέσω συνεχών αναπαραγόμενων αντιθέσεων, είναι επόμενο να μην μπορούν να οριοθετηθούν οι αντιθέσεις με αμιγώς λογικά μέσα. Οι αντιθέσεις έχουν μιαν εντελώς διαφοροποιημένη λειτουργία, ανάλογα με το εάν εντάσσονται στην αυτοποιητική αναπαραγωγή και λειτουργία ή στις αυτοποιητικές παρατηρήσεις ενός συστήματος. Σε σχέση με τα αυτοποιητικά εγχειρήματα του συστήματος, οι αντιθέσεις σχηματίζουν μιαν ορισμένη φόρμα, που οδηγεί στην επιλογή εκείνης ή της άλλης δράσης, ώστε να αρθεί η όποια σύγκρουση στο μέλλον. Ενώ, σε σχέση με την αυτοπαρατήρηση του συστήματος, τα πράγματα εμφανίζονται διαφορετικά: από τη σκοπιά του παρατηρητή, οι αντιθέσεις σημαίνουν συστημική απροσδιοριστία. Η παρατήρηση δεν μπορεί να συνεχισθεί, επειδή οι αντιθέσεις πρέπει να καταλήξουν σε αποφάσεις που θα διαιωνίσουν την αυτοποιητική λειτουργία του συστήματος11.

Ο Luhmann υποκαθιστά τη «διαλεκτική» λειτουργία των αντιθέσεων με μια θεωρητικά εξελικτική προοπτική, όπως αυτή αντανακλάται στην αυτοαναπαραγωγή και στην αυτοπαρατήρηση του συστήματος. Η αυτοαναπαραγωγή δεν αποτελεί κάποια λογική διαδικασία των συστημάτων. Η αυτοπαρατήρηση του συστήματος μπορεί π.χ. να είναι κάποτε αποτυχημένη, χωρίς όμως να εμποδίζεται η περαιτέρω συνέχιση της λειτουργίας του. Με άλλα λόγια, οι αντιθέσεις οριοθετούν την απροσδιοριστία ενός συστήματος και όχι την απροσδιοριστία των μεμονωμένων δράσεων. Ο Luhmann πιστεύει περαιτέρω, ότι στις αντιθέσεις εγγράφονται ταυτολογίες του τύπου, το Α δεν είναι Α. Πρόκειται για συντετμημένες μορφές αυτοαναφοράς, που βοηθούν ένα σύστημα στην αυτοαναπαραγωγή των στοιχείων του μέσω των εισαγόμενων διαφοροποιήσεών τους12. Ένα σύστημα χρησιμοποιεί τις αντιθέσεις για να κατασκευάζεται παράδοξα και να σχηματίζει την ενότητα των στοιχείων του με ταυτόχρονα αυτοαναφορικές και ετεροαναφορικές παραπομπές. Οι αντιθέσεις βοηθούν ένα σύστημα να σχηματίζει την ενότητά του, εξαιτίας της διαφοράς των στοιχείων του.

Στα κοινωνικά συστήματα οι αντιθέσεις εντοπίζονται στην επικοινωνιακή αυτοαναφορά των στοιχείων τους. Σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή θέτουν εν αμφιβόλω τις δομές ενός συστήματος, δημιουργώντας ερωτήματα για το ποιες προσδοκίες τελικά θα κατισχύσουν. Διαφορετικά ειπωμένο: οι αντιθέσεις ενσωματώνονται σε ένα σύστημα, επειδή υφίσταται πάντοτε διαφορά μεταξύ της αυτοαναπαραγωγής και της δομής των στοιχείων του και μεταξύ της δράσης και των προσδοκιών των μερών του. Οι αντιθέσεις αποτελούν το σήμα κινδύνου για το σύστημα και συνεισφέρουν στην «ανοσιοποιητική» του επάρκεια13. Ένα σύστημα δεν ανοσιοποιείται έναντια στα «όχι» των μερών του, αλλά με τη βοήθεια αυτών των «όχι»· δεν προστατεύεται ενάντια σε αλλαγές αλλά με τη βοήθεια των αλλαγών στις δομές του. Κατά συνέπειαν, ως ένα είδος ανοσοποιητικού μηχανισμού, οι αντιθέσεις δεν στηρίζουν τη δομή, αλλά την αυτοποίηση και την τελεστικά κλειστή αυτοαναπαραγωγή του συστήματος. Οι αντιθέσεις καταστρέφουν για μια και μόνο στιγμή την καθολική απαίτηση ενός συστήματος να είναι μια ταξινομημένη και απομειωμένη σύνοψη της περιπλοκότητας των στοιχείων του. Για μια και μόνο στιγμή είναι όλα δυνατά και η απροσδιόριστη περιπλοκότητα του κόσμου εισχωρεί στις λειτουργίες του συστήματος. Όμως ταυτόχρονα, οι αντιθέσεις κρύβουν μορφολογικά αρκετά αποθέματα, ώστε να διασφαλίσουν την αυτοαναφορική διαδικασία της παραγωγής του νοήματος, παρά το διαφαινόμενο επικοινωνιακό μπλοκάρισμα που προς στιγμήν προξενούν. Η αυτοποίηση του συστήματος δεν διακόπτεται ποτέ14. Οι αντιθέσεις, ως επικαιροποιημένα συμβάντα, συνεισφέρουν στην ενίσχυση του συστήματος, διότι επινοούν νέες μορφές κατασκευής και επίλυσης δομικών αβεβαιοτήτων προς όφελος της αυτοποιητικής κινητικότητας και λειτουργίας του συστήματος.


3. Η λουμανική αναλυτική των κοινωνικών συγκρούσεων

Ο Luhmann κινείται στο ίδιο ερμηνευτικό μήκος, όταν προσεγγίζει την έννοια των συγκρούσεων. Κατά τη γνώμη του, μια σύγκρουση ορίζεται ως «η εγχειρηματική αυτοτελειοποίηση μιας αντίθεσης μέσω της επικοινωνίας»15. Τούτο σημαίνει, ότι μια σύγκρουση δημιουργείται όταν εγείρονται μέσω της επικοινωνίας ανεπίδοτες και μη αποδεκτές προσδοκίες. Οι συγκρούσεις λαμβάνουν τότε τη μορφή «παρασιτικών» κοινωνικών συστημάτων, που αναπτύσσονται ταυτόχρονα με το κύριο σύστημα αναφοράς τους16. Η λειτουργία των συγκρούσεων υπηρετεί την αυτοποιητική συνέχιση της επικοινωνίας με τη χρησιμοποίηση μιας εκ των δυνατοτήτων που το σύστημα διακρατεί πάντοτε στις νοηματικές οπισθοφυλακές του: πρόκειται για την εκατέρωθεν χρήση της άρνησης από τα εμπλεκόμενα μέρη. Πράγματι, οι συγκρούσεις είναι υπερενσωματωμένα συστήματα, που συνοψίζουν όλες τις ανοικτές πληγές όσων επικοινωνούν στην προοπτική μιας διαφαινόμενης νίκης ή ήττας. Επομένως, για μια σύγκρουση απαιτούνται τουλάχιστον δύο κατατεθειμένες επικοινωνίες, που εναντιώνονται νοηματικά η μια στην άλλη.

Ως ιδιαίτερες μορφές αυτοποιητικής επικοινωνίας, οι συγκρούσεις υπάγονται στις εννοιολογικές δεσμεύσεις της λουμανικής θεωρίας. Ο κανόνας π.χ. της διπλής ενδεχομενικότητας που ισχύει γενικά για κάθε επικοινωνία, εξειδικεύεται στην περίπτωση των συγκρούσεων σε μια διπλού τύπου αποφατική εκδοχή: «δεν κάνω ότι επιθυμείς, εάν δεν κάνεις ότι επιθυμώ»17. Η διπλή άρνηση επάγεται αμφίπλευρη αυτοποιητική διεύρυνση. Αφενός είναι ως άρνηση ανοικτή σε όλα τα ενδεχόμενα, αφετέρου ενδυναμώνει διαμέσου του αναδιπλασιασμού των αρνήσεων την αυτοαναφορά του συστήματος. Το κάθε μέρος μπορεί να επικαιροποιήσει όλες εκείνες τις δυνατότητες που θα ζημίωναν τον αντίπαλό του. Όσο περισσότερο συμβαίνει κάτι τέτοιο, τόσο πιο αυτοαναφορικά ευκίνητο γίνεται ένα σύστημα: μια λέξη φέρνει μιαν άλλη λέξη, κάθε δραστηριότητα μπορεί και πρέπει να απαντηθεί από κάποιον τρίτο κ.ο.κ. Ο Luhmann δεν διστάζει να παραβιάσει τους κανόνες τις αποπροσωποποιημένης κοινωνιολογίας του και να καταθέσει ένα ψυχολογικό παράδειγμα, προκειμένου να αναδείξει τη λειτουργία των συγκρούσεων ως κοινωνικών συστημάτων: όποιος χάνει έναν εχθρό, αισθάνεται στη συνέχεια να τον κυριεύει ένα ιδιόμορφο κενό! Τούτο, διότι απουσιάζουν πλέον τα κίνητρα δράσης και οι δυνατότητες βάσει των οποίων αισθανόταν υπόχρεος να ενεργεί18.

Σύμφωνα με τον Luhmann, οι συγκρούσεις εμφανίζονται παντού, κατά τρόπο μαζικό και σε επίπεδο καθημερινής επικοινωνίας. Επομένως, μια θεωρία των συγκρούσεων που θα είχε κατά νου την ένταξή τους σε ένα γενικευτικό σχήμα του τύπου «ταξικές συγκρούσεις» ή «συγκρούσεις κυριαρχίας», δεν θα αρκούσε για να κατανοήσει το εύρος της κοινωνικής εμφάνισής τους. Είναι τέτοια η μαζικότητα του φαινομένου των συγκρούσεων στον καθημερινό βίο, ώστε αρκετές φορές τα παρουσιάζονται χωρίς ιδιαίτερη σημασία, ήτοι ως απλουστευτικές «ασκήσεις τριβής» μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών19. Η επικοινωνιακή προσέγγιση που επιφυλάσσει ο Luhmann στις κοινωνικές αντιθέσεις και συγκρούσεις συνοδοιπορεί με τη μεταμοντέρνα πολιτική φιλοσοφία στο έργο του Lyotard. Η κοινή αφετηρία του Luhmann και του Lyotard εδράζεται στην απόρριψη της «εργαλειακής» λογικής του διαλεκτικού υλισμού, μέσω της «επικοινωνιακής» στροφής στην ανάλυση των βασικών πολιτικών εννοιών.

Πράγματι, για τον Lyotard το πολιτικό σύστημα έχει ιδίως να κάνει με τον τρόπο που μια φράση κυριαρχεί πάνω σε μιαν άλλη20. Το πολιτικό είναι το ασταθές όλων των διαφορετικών γλωσσικών τύπων και εγγράφεται στο υποκείμενο «à même l’ être»21. Η πολιτική σύγκρουση είναι και αυτή διάσπαρτη και καθολική, διότι εμφανίζεται ως κατεξοχήν γλωσσική. Αποτελεί την ασύμμετρη ιδιότητα ενός γλωσσικού σημείου, που αναμένει τον δομικό μετασχηματισμό του σε μια πρόταση. Η πολιτική σύγκρουση ή αντίθεση δεν έχει συνεπώς στο πλαίσιο της μεταμοντέρνας θεωρίας τον χαρακτήρα της ταξικής σύγκρουσης. Αντίθετα, λαμβάνει τη μορφή μιας γλωσσικής ασυμμετρότητας, που καθίσταται ο ρυθμιστικός παράγοντας για μια νέα κατανομή των μικροεξουσιών της καθημερινότητας, όχι μόνο στον ιδιωτικό αλλά και στον ευρύτερο δημόσιο χώρο. Η μοναδική δυνατότητα αντίστασης ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα είναι σύμφωνα με τον Lyotard η γλωσσική, «επαναστατική» εξάπλωση των λεγόμενων μικρολογιών, που θα υποκαταστήσουν την καταπιεστική, χειραφετητική λογική των παραδοσιακών μετααφηγήσεων των μεγάλων θεωριών, όπως π.χ. του μαρξισμού22.

Ο Luhmann αποδέχεται την επικοινωνιακή στροφή του μεταμοντέρνας θεωρίας για να την πλαγιοκοπήσει όμως, αμέσως μετά: όχι μονάχα ο μαρξισμός, αλλά και ο μεταμοντερνισμός συνιστά μιαν αυτοπεριγραφή του συστήματος, ανάμεσα σε δεκάδες τέτοιες αυτοπεριγραφές του. Αντίθετα, η αυτοποιητική πολιτική θεωρία του υποτίθεται ότι θα συνόψιζε γνωσιοθεωρητικά όλες τις παραπάνω αυτοπεριγραφές, ενόσω δεν θα αρνείτο για τον εαυτό της ότι είναι μια ακόμη αυτοπεριγραφή του συστήματος! Επομένως, ότι είναι μια θεωρία που δεν διεκδικεί την απόλυτη ορθότητα ή εγκυρότητα των θέσεών της, αλλά που εγείρει κατ’ αποκλειστικότητα την αξίωση της καθολικότητας των συμπερασμάτων της23. Έτσι, ο Luhmann εντάσσει τη θεματική των συγκρούσεων και των αντιθέσεων σε μια περίπου ιδιοσυγκρασιακή αντίληψή του για την επικοινωνία, αφού η επικοινωνία και δη η τελεστικά κλειστή και εμφατικά αυτοαναφορική επικοινωνία συνιστά τον μοναδικό όρο για την ύπαρξή τους. Στην περίπτωση του πολιτικού συστήματος δεν έχουμε, σύμφωνα με τον Luhmann, να κάνουμε με οποιαδήποτε μορφή συγκρούσεων, αλλά με πολιτικά θεματοποιημένες συγκρούσεις, δηλαδή για εναντιωματικά διαδραματιζόμενες επικοινωνίες εντός του πολιτικού συστήματος24. Πώς όμως μπορούμε να γνωρίζουμε ότι οι συγκρούσεις αυτές είναι πραγματικά πολιτικές, όταν δεν έχουμε προηγούμενα αποκτήσει αντίληψη για το τι είναι το ίδιο το Πολιτικό ως διακύβευση; Κατ’ επέκτασιν, πώς μπορεί ο Luhmann να πολιτικοποιήσει το περιεχόμενο αυτών των συγκρούσεων, όταν δεν διασαλεύει την επικοινωνιακή, αυτοαναφορική υλικότητά τους και επιμένει να μην τις ενσωματώνει γνωσιοθεωρητικά στο εσωτερικό της σύγχρονης καπιταλιστικής οργάνωσης και λειτουργίας;


4. Η κριτική στη λουμανική προσέγγιση

των κοινωνικών αντιθέσεων και συγκρούσεων

Μια πληθώρα παραγόντων, την οποία η μαρξιστική ανάλυση κατέγραψε με ιστορική ευαισθησία, συναρτά τη θεματική των πολιτικών συγκρούσεων με την αντίφαση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και στη μορφή επικοινωνίας που αναπτύσσεται στους κόλπους των ταξικά συγκροτημένων κοινωνιών25. Ο Luhmann εστιάζει επιλεκτικά το ενδιαφέρον του στον επικοινωνιακό τροπισμό των συγκρούσεων, αποσπώντας τες από τον κοινωνικό σχηματισμό τους στο πλαίσιο των παραγωγικών σχέσεων. Στην πραγματικότητα, οι συγκρούσεις και οι αντιθέσεις σταματούν να αποτελούν μια κοινωνική και ορισμένως πολιτική κατηγορία της συστημικής θεωρίας. Ο ριζικός διαχωρισμός τους από τα υποκείμενα - φορείς τους δεν επιτρέπει μιαν ανάλυση που θα εξέταζε την ένταση και τις διακυμάνσεις των συγκρούσεων και των αντιθέσεων ως συνέπεια του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας και των νεότευκτων ιδεολογικών χρήσεων και πρακτικών, όπως αυτές υλοποιούνται μέσα στους κρατικούς μηχανισμούς.

Η πιο συνηθισμένη κριτική της μαρξιστικής θεώρησης στην πολιτική κοινωνιολογία του Luhmann επισημαίνει την αμφιβόλου τύπου ανεξαρτησία του πολιτικού συστήματος από τα άλλα συστήματα της κοινωνίας και ιδιαίτερα το οικονομικό. Στον βαθμό που ο Marx θεματοποίησε την υλική αναπαραγωγή της κοινωνίας πρωτίστως ως κοινωνική σχέση μεταξύ εργαζόμενων ατόμων, ήταν επόμενο να παρουσιάσει ως αδιανόητο τον πλήρη διαχωρισμό μεταξύ πολιτικού και οικονομικού συστήματος. Αντίθετα, ο Luhmann θυσιάζει μιαν ανάλυση του πολιτικού συστήματος στη συνάφειά του με την οικονομία και δεν θέτει κρίσιμα ερωτήματα περί της ταξικής υφής26 του σύγχρονου καπιταλιστικού κράτους. Η μαρξιστική κριτική τονίζει δίκαια, ότι ο Luhmann δεν προβληματοποιεί τις σχέσεις αποξένωσης και αλλοτρίωσης, που πρέπει ως τίμημα της περιπλοκότητας να καταστούν υποφερτές από τα μέλη των καπιταλιστικών κοινωνιών της ύστερης νεωτερικότητας. Όταν λοιπόν ο Luhmann διατείνεται ότι η αύξηση της συστηματικής περιπλοκότητας συνεπιφέρει τη θεματική αύξηση των προβλημάτων της κοινωνίας, αφήνει ανερμήνευτο το ζήτημα πώς η περιπλοκότητα αυτή καταλήγει να γίνει ορισμένως πολιτικό ζήτημα για την κοινωνία.27

Ανεξάρτητα από την εννοιολογική πληρότητα της μαρξιστικής αιτιολογίας των συγκρούσεων, το μεθοδολογικό πλεονέκτημά της έναντι της συστημικής θεωρίας είναι ότι διακρατεί υπέρ αυτής μια δυναμική αντίληψη στο ζήτημα της αιτιώδους σχέσης ανάμεσα στην ιστορία, στην οικονομία και στη πολιτική. Η δογματική εμμονή του Luhmann στο πρωτείο της αυτοαναφορικής λειτουργίας των συστημάτων συνυφαίνεται με εσχατολικές μέριμνες, υπό την έννοια ότι η αδιάκοπη διαδικασία της αυτοαναφοράς εξαλείφει κάθε απόπειρα ανατροπής των συστημάτων αυτών. Ο μόνος αντικειμενικός λόγος για την ύπαρξη της κοινωνίας δεν είναι πια οι ταξικές αντιθέσεις, αλλά η εξελικτική τελείωση των συστημάτων, διαμέσου της αυτοαναφοράς των στοιχείων τους28. Φυσικά, η μονοδιάστατη συναγωγή των συγκρούσεων από την παράξενα διατυπωμένη ενοποιητική χρήση τους για την ενδυνάμωση της αυτοαναφοράς του πολιτικού συστήματος, ουδόλως εξηγεί τους λόγους που πάλαι ποτέ κραταιά συστήματα αποδομήθηκαν ή καταστράφηκαν εξαιτίας πολέμων ή μειζόνων επαναστάσεων και κοινωνικών ανατροπών.

Ο Luhmann δεν συνδέει το πρόβλημα μιας πιθανής κοινωνικο-πολιτικής κρίσης με την ανεπάρκεια κινήτρων για τη νομιμοποίηση και επομένως την αποδοχή των πολιτικών αποφάσεων από τους εμπλεκόμενους εταίρους. Η περίφημη έννοια της νομιμοποίησης μέσω διαδικασίας κατέστη ήδη προβληματική από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 με την ενεργό υιοθέτηση κριτικών στάσεων απέναντι στο πολιτικό σύστημα. Εξαιτίας των νεοσύστατων κινημάτων και πρωτοβουλιών από πλευράς πολιτών δημιουργήθηκαν οι όροι για τη μη σταθεροποίηση των πολιτικών συστημάτων, υπό την έννοια μιας άνευ κινήτρων αποδοχής των αποφάσεών τους. Από μόνα τους, τα τέτοια κινήματα πολιτών σηματοδότησαν νέες μορφές πολιτικής συμμετοχής, που μέχρι ένα σημείο αντιστάθμισαν την προϊούσα κρίση κινήτρων για τη νομιμοποίηση των πολιτικών συστημάτων της ύστερης νεωτερικότητας.29

Πράγματι τα κοινωνικά συστήματα στο έργο του Luhmann προορίζονται να λειτουργούν ασταμάτητα μέσω της αυτοαναφοράς. Η πειθαναγκαστική λογική της αυτοποιητικής αναπαραγωγής των στοιχείων τους δίνει την εντύπωση ότι οι αντιθέσεις και οι συγκρούσεις αίρονται πάντοτε οίκοθεν του συστήματος. Με την έννοια αυτή, ένα αυτοαναφορικό σύστημα συνοδεύεται από τη διαρκή ενδυνάμωση και εξέλιξη των στοιχείων του, έτσι ώστε να παρουσιάζεται οργανωτικά και τελεστικά άφθαρτο. Έχουμε δηλαδή να αντιμετωπίσουμε κοινωνικά συστήματα που κατά τα φαινόμενα δεν γηράσκουν ποτέ. Μάλιστα, εάν θέλουμε να τηρήσουμε κατά πόδας τη συστημική ορολογία του Luhmann, έχουμε να αντιμετωπίσουμε αυτοαναφορικά συστήματα που εξαιτίας της αυτοαναφοράς τους, αυτά και μόνον αυτά ιεραρχούν ή θέτουν τους όρους της περαιτέρω ύπαρξής τους ή αντίθετα της αυτοκατάλυσής τους30. Μια τέτοια κατανόηση των κοινωνικών συστημάτων ίσως παραπέμπει σε μιαν ορισμένη ανάλυση της πραγματικότητας σε περιόδους ειρηνικές και πλήρως ομαλοποιημένες, όπου η ένοπλη βία ή ο πόλεμος απουσιάζουν από το ρεπερτόριο της δράσης των συλλογικών υποκειμένων. Τότε, το κέντρο βάρους της ανάλυσης μπορεί πιο εύκολα να μετατοπιστεί στη συστημική ενδοσκόπηση και να τεθεί ως προτεραιότητα η κατάκτηση ενός υψηλού δείκτη θεωρητικής αφαίρεσης.

Τα πράγματα όμως διαφέρουν όταν οι κοινωνικοπολιτικές αντιθέσεις και συγκρούσεις οδηγούνται στην έσχατη όξυνσή τους, όπως στον πόλεμο, στη συλλογική άσκηση ένοπλης βίας ή σε επαναστατικές ρήξεις με το πολιτικό και κοινωνικό στάτους κβο. Εδώ, η λουμανική προσέγγιση των συγκρούσεων και των αντιθέσεων αδυνατεί να παράσχει μιαν επαρκή εξήγηση για τις αιτίες που γεννούν τις κρίσεις και το σπουδαιότερο για τους λόγους που καταργούνται πολιτικά συστήματα του παρελθόντος για να αντικατασταθούν από έτερα, πιο προσφιλή στους συλλογικούς στόχους των υποκειμένων. Η ανεπάρκεια της ανάλυσης του Luhmann έχει ως βάση τη συνομολογημένη επιθυμία του να εγγράψει μια περιβαλλοντική αυτάρκεια στο πολιτικό σύστημα προκειμένου να δημιουργήσει ένα άφθαρτο μόρφωμα που θα ίσταται αγέρωχο, πέραν και μακράν των ταξικών συγκρούσεων και αντιθέσεων. Φυσικά, μια τέτοια προσέγγιση είναι αυτόχρημα ιδεολογικά ύποπτη, διότι δεν θίγει την όσμωση της οικονομικής και της πολιτικής ισχύος για την προέλευση και την υφή των κοινωνικοϊστορικών συγκρούσεων.

 

Εν προκειμένω, οι εργασίες των Marx και Engels πλεονεκτούν για άλλη μια φορά μεθοδολογικά έναντι των αναλύσεων του Luhmann. Τούτο, διότι θέτουν ευθέως το ζήτημα της δομικής σχέσης που συνδέει την πολιτική, τον πόλεμο και την επανάσταση (τον εμφύλιο πόλεμο). Η σχέση αυτή υποδεικνύει τη συνάφεια των συγκρούσεων των ταξικών κοινωνιών σε όλα τα επίπεδα. Βέβαια, η αιτία των πολέμων παραμένει σύμφωνα με τους Marx / Engels κυρίως οικονομική, είτε πρόκειται για τη διεξαγωγή τους μεταξύ αταξικών φυλών, είτε για όσους λαμβάνουν χώρα σε ταξικές κοινωνίες31. Ο υπερκαθορισμός των πολέμων και των ένοπλων μορφών βίας από τα οικονομικά κίνητρα σημαίνει μεταξύ άλλων για τον Engels, ότι είναι αδιανόητο η άσκηση βίας να αποτελεί αυτοσκοπό για τα συμμετέχοντα υποκείμενα. Επομένως, η μεθόδευση των συγκρούσεων και η κλιμάκωσή τους σε οργανωμένη βία μπορεί στη μαρξιστική σκέψη να είναι μονάχα μέσο, ενώ σκοπός παραμένει η απόκτηση οικονομικών πλεονεκτημάτων32. Η θεωρητική μεθόδευση των Marx και Engels εξαρτά τους πολέμους και τις συγκρούσεις από τους υλικούς (οικονομικούς) όρους της έγερσής τους αλλά και της επιτυχούς έκβασης της άσκησής τους.

 

Ιδωμένη σε ένα ευρύτερο επιστημολογικό πλαίσιο, η μαρξιστική θεώρηση για τη διαλεκτική του πολέμου ενσωματώνει, ήδη από τη στιγμή της συγκρότησής της, ένα συγκρουσιακό και μεροληπτικό περιεχόμενο33: αφορά στην ανάδειξη των όρων του ταξικού ανταγωνισμού και στη γνωσιοθεωρητική αντικειμενικότητα με την οποία προσεγγίζει το ζήτημα της εξέτασης των κοινωνικών τάξεων. Το όφελος που προκύπτει από αυτήν την προσέγγιση είναι διπλού χαρακτήρα. Αφ’ ενός, σε ένα αυστηρά πραγματολογικό επίπεδο, ο μαρξισμός δεν παραγνωρίζει την «οντολογική» αναγκαιότητα του πολέμου σε κοινωνίες που χαρακτηρίζονται από κοινωνικές ανισότητες και ταξικές συγκρούσεις.34 Διατηρείται όμως πάντοτε στο ακέραιο η μαρξιστική υπόσχεση περί του τέλους των πολέμων, υπό προϋποθέσεις μιας αταξικής κοινωνίας και ενόψει της εξάλειψης κάθε μορφής ταξικής κυριαρχίας. Αφ’ ετέρου, είναι ακριβώς η ιδεολογική προβολή αυτής της «ρεαλιστικής» ουτοπίας, που προσφέρει μέχρι και σήμερα ένα ιστορικό πλεονέκτημα στον μαρξισμό έναντι συγκαιρινών θεωρητικών ρευμάτων και εξακολουθεί να σαγηνεύει, στον βαθμό που ενοφθαλμίζει μιαν περισσότερο αρμονική και γι’ αυτό περισσότερο ειρηνική κοινωνική συμβίωση. Η ιδεολογική προβολή στο μέλλον μιας δικαιότερης κοινωνίας συνεπιφέρει έτσι αντίστοιχες ιδεολογικές προβολές για τη συνολική επαναδιαπραγμάτευση της διαλεκτικής του πολεμικού φαινομένου.

 

Αυτό που εμφανίζεται ως αδιανόητο στη σκέψη του Engels, δηλαδή η παρόξυνση των συγκρούσεων να αποτελεί αυτοσκοπό και όχι απλά μέσο για τον προσπορισμό οικονομικών πλεονεκτημάτων, τίθεται πλέον ως δεδομένο στην ανάλυση του Luhmann. Οι αντιθέσεις και οι συγκρούσεις διατυπώνονται ως συνδιαμορφωτικοί όροι για την αυτοαναφορική λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Ο κατά κυριολεξία αυτοσκοπός του πολιτικού συστήματος εξυπηρετείται από τη λειτουργία των αντιθέσεων και των συγκρούσεων που δεν εννοούνται ως μέσα, αλλά ως επικοινωνιακοί όροι για την εγχειρηματική κλειστότητα ενός τέτοιου συστήματος. Τόσο οι κοινωνικές συγκρούσεις και αντιθέσεις όσο και το πολιτικό σύστημα ως σημείο αναφοράς τους αποξενώνονται από τις υλικές προϋποθέσεις που ερμηνεύουν την ύπαρξη και τους δομικούς μετασχηματισμούς τους. Κατ’ επέκτασιν, η λουμανική θεωρία των συγκρούσεων προβάλλει μιαν ακοινωνική και απολιτικοποιημένη εκδοχή τους, στον βαθμό που αγνοεί την ιστορική και την οικονομική κοιτίδα της προέλευσής τους. Ο Luhmann υπερθεματίζει μονάχα έναν ακραίο ντεσιζιονισμό του πολιτικού συστήματος, έτσι όπως μορφολογικά αποτυπώνεται στη συστημική θεωρία του της πολιτικής απόφασης35.


5. Επίλογος

Ο Luhmann προβάλλει μια νέα μορφολογία σκέψης όσον αφορά στην πραγμάτευση των κοινωνικών αντιθέσεων και συγκρούσεων. Οι αντιθέσεις και οι συγκρούσεις δεν προσάπτονται πλέον στην ατομική συμπεριφορά των εμπλεκόμενων μερών, αλλά αντίθετα καταβάλλεται προσπάθεια του ολοσχερούς αποσυσχετισμού τους από αυτά. Εγγράφονται στην τελεστική ικανότητα των συστημάτων να τις ενσωματώνουν στις δομές τους, έτσι ώστε να εξασφαλίζουν την αυτοαναφορική ενότητα και τη διαιώνιση της λειτουργίας των στοιχείων τους. Πράγματι, για τον Luhmann η έσχατη εμπειρική πραγματικότητα είναι μονάχα το αυτοποιητικό κοινωνικό σύστημα. Το διαθέσιμο σχήμα αποτρέπει αυτόχρημα την όποια υπαρξιακή πρόσδεση των αντιθέσεων και των συγκρούσεων με τους φορείς που τις προξενούν.

Κατά τη γνώμη μου, ένας απέραντος κοινωνικός χώρος που τέμνει την επικοινωνία, τις δράσεις και τις αντιπαραθέσεις των υποκειμένων, τόσο στο μικρο-επίπεδο της καθημερινότητας όσο και στο μακρο-επίπεδο της επίτευξης ευρύτερων συλλογικών σκοπών, παραμένει επιμελώς αποσιωπημένος από τη συστημική θεωρία του Luhmann36. Το τίμημα της θεωρητικής υπεργενίκευσης είναι όμως ιδιαίτερα βαρύ και έχει ως συνέπεια να μην μπορούν τα αυτοποιητικά συστήματα να προσδιορισθούν επαρκώς εμπειρικά. Αντίθετα, τα συστήματα αυτά ανιχνεύονται δύσκολα στο μεσο-επίπεδο επιστημών με πιο άμεσο και πρακτικό βεληνεκές, όπως π.χ. της εφαρμοσμένης πολιτικής και νομικής δράσης37. Εν προκειμένω, μια περισσότερο ευαισθητοποιημένη αναλυτική της ιδεολογίας και των κατεξουσιαστικών μηχανισμών παραγωγής της θα προσέφερε σημαντικές θεωρητικές επεξηγήσεις γύρω από το ζήτημα των κοινωνικών αντιθέσεων και συγκρούσεων. Η αναλυτική αυτή φαίνεται στο έργο του Luhmann να θυσιάζεται υπέρ της μονοδιάστατης αυτάρκειας των κοινωνικών συστημάτων απέναντι στο περιβάλλον τους. Οπότε, παραμένουν βεβαίως ανερμήνευτοι οι υλικοί όροι, δια των οποίων τα συστήματα (από απόψεως κυριαρχίας επί του περιβάλλοντός τους) μεταβάλλονται σταδιακά σε πρόβλημα για τον ίδιο τους τον εαυτό.


1 Βλ. D. Zolo, «Συνθετότητα και Δημοκρατία. Η συστημική – κυβερνητική ανάλυση του Welfare State», Λεβιάθαν, τ. 2, 1988, σ. 107.

2 Για τη σύνδεση των αυτοαναφορικών συστημάτων με την εμπειρική πραγματικότητα, βλ. N. Luhmann, Soziale Systeme. Grundriss einer allgemeinen Theorie, Suhrkamp Verlag, Φρανκφούρτη 1994, 5η έκδοση, σσ. 647-661.

3 Πρβλ. P. Kondylis, Das politische und der Mensch. Grundzüge der Sozialontologie, Band 1, Soziale Beziehung, Verstehen, Rationalität, Akademie Verlag, Βερολίνο, 1999, σ. 19.

4 N. Luhmann, Politische Theorie im Wohlfahrtsstaat, Olzog Verlag, Μόναχο - Βιέννη 1981, σσ. 33-34.

5 Πρβλ. H. Willke, Εισαγωγή στη συστημική θεωρία, εκδ. Κριτική, Αθήνα 1996, σ. 27.

6 Βλ. π.χ. την εξειδίκευση της λουμανικής θέσης, στο N. Luhmann, Das Recht der Gesellschaft, Suhrkamp Verlag, Φρανκφούρτη 1993, σσ. 77-85.

7Κατά τον Luhmann δεν μπορεί να υπάρξει «επικοινωνία» κοινωνικών συστημάτων με μη κοινωνικά συστήματα, ούτε επομένως επικοινωνία μεταξύ του υποκειμένου και της κοινωνίας. Βλ. N. Luhmann, Autopoiesis als soziologischer Begriff, στο H. Haferkamp - M. Schmid (επιμ.), Sinn, Kommunikation und soziale Differenzierung. Beiträge zu Luhmanns Theorie sozialer Systeme, Suhrkamp Verlag, Φρανκφούρτη 1987, σ. 315.

8 N. Luhmann, «Konflikt and Recht», στου ιδίου, Ausdifferenzierung des Rechts. Beiträge zur Rechtssoziologie und Rechtstheorie, Suhrkamp Verlag, Φρανκφούρτη 1999, σ. 94.

9 N. Luhmann, ό.π., σσ. 97-98.

10 N. Luhmann, Soziale Systeme, ό.π., σ. 489.

11 Στο ίδιο, σσ. 491-492.

12 Στο ίδιο, σ. 493.

13 Στο ίδιο, σ. 504.

14 Στο ίδιο, σσ. 508-509.

15 Στο ίδιο, σ. 530.

16 Επ’ αυτού, βλ. C. Baraldi, G. Corsi, E. Esposito, Glossar zu Niklas Luhmanns Theorie sozialer Systeme, Suhrkamp Verlag, Φρανκφούρτη 1997, σ. 97.

17 N. Luhmann, Soziale Systeme, ό.π., σ. 531.

18 Στο ίδιο, σ. 533.

19 Στο ίδιο, σ. 534.

20 Βλ. Ν. Τσίρο, «Πολιτικές όψεις του μεταμοντερνισμού στο έργο του J. F. Lyotard», Το Βήμα των Κοινωνικών Επιστημών, τ. 22, 1997, σσ. 134-135.

21 J. F. Lyotard, «Interview mit Georges van Den Abbeele», Diacritics, 14, Fall 1984, σ. 16.

22 Βλ. Ν. Τσίρο, ό.π., σ. 138.

23 N. Luhmann, Archimedes und wir. Interviews, επιμ. D. Baecker, G. Stanitzek, Merve Verlag, Βερολίνο 1987, σ. 164.

24 N. Luhmann, Die Politik der Gesellschaft, Suhrkamp Verlag, Φρανκφούρτη 2000, σσ. 96, 133-134.

25 Πρβλ. για το θέμα, Π. Κονδύλη, Θεωρία του Πολέμου, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1997, σσ. 175-176.

26 Βλ. V. Ronge, «Politisches System oder Staat?», στο: V. Ronge, U. Weihe (επιμ.) Politik ohne Herrschaft? Antworten auf die systemtheoretische Neutralisierung der Politik, Μόναχο 1976, σσ. 23-24. Σύμφωνα με τη S. Tonnies, «Reduktiοn von Komplexitaet. Zur politisher Theorie Niklas Luhmanns», στο: W. Roehrich (επιμ.) Neuere politische Theorie. Systemtheoretische Modellrorstellungen Darmstadt, 1975, σ. 76, η λουμανική θεωρία είναι αυτόχρημα ιδεολογία, ενόσω πίσω από την κοινωνία ως «συνολικό σύστημα» κρύβεται μη ομολογημένα το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα

27 Βλ. H. J. Giegel, «System und Krise. Kritik der Luhmannschen Gesellschaftstheorie», στο: Theorie der Gesellschaft oder Sozialtechnologie, Supplement 3, Φρανκφούρτη 1975, σσ. 60-61.

28 Στη θεωρία των αυτοποιητικών συστημάτων, η ενότητά τους ταυτίζεται με την παλίνδρομη κλειστότητα της παραγωγής του συστήματος μέσω των στοιχείων του ιδίου συστήματος, ήτοι μέσω της αυτοαναφορικής του επικοινωνίας. Βλ. N. Luhmann, «Die Einheit des Rechtssystems», Rechtstheorie, τ. 14, 1983, σ. 134.

29 Επ’ αυτού βλ. την ανάλυση της M. Rodenstein, Bürgerinitiativen und politisches System. Eine Auseinandersetzung mit soziologischen Legitimationstheorien, Lasen-Giessen 1978, σσ. 83 κ.ε.

30 Τούτο, διότι η αυτοαναφορά παράγει συστημική απροσδιοριστία, που απομειώνεται μόνο μέσω των ιδιοσυστημικών δομικών σχηματισμών. Έτσι, το σύστημα παρουσιάζεται αυτόνομο τόσο σε δομικό όσο και σε εγχειρηματικό επίπεδο. Βλ. N. Luhmann, Die Gesellschaft der Gesellschaft, Suhrkamp Verlag, Φρανκφούρτη 1997, σ. 67.

31 Πρβλ. Π. Κονδύλης, Θεωρία του Πολέμου, ό.π., σσ. 177 κ.ε.

32 Βλ. K. Marx - Fr. Engels, Werke, hg. vom Institut für Marxismus - Leninismus beim ZK der SED, Anti-Dühring, τ. 20, Βερολίνο 1958 κ.ε., σσ. 148 κ.ε.

33 Επ’ αυτού βλ. Δ. Δημούλη, Χ. Γιαννούλη, Έθνη - Τάξεις - Πολιτική. Η διαλεκτική του πολέμου, Αθήνα 1995, σελ. 223.

34 Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που αρκετοί μαρξιστές θεωρητικοί αναπτύσσουν την έννοια του «δίκαιου πολέμου», προκειμένου να δικαιολογήσουν τους λεγόμενους «αμυντικούς» πολέμους, όπως π.χ. τους εθνικοαπελευθερωτικούς ή τους επαναστατικούς. Βλ. για το ζήτημα την πρωτότυπη ανάλυση των Δ. Δημούλη, Χ. Γιαννούλη, ό.π. σσ. 215, κ.ε., όπου επισημαίνονται ενδελεχώς τα προβληματικά στοιχεία που γεννά το θεώρημα του λεγόμενου «δίκαιου πολέμου».

35 Επ’ αυτού, N. Luhmann, Die Politik der Gesellschaft, ό.π., σσ. 140-169.

36 Πρβλ. P. Hejl, Sozialwissenschaft als Theorie selbstreferentieller Systeme, Campus Verlag, Φρανκφούρτη 1982, σ. 117.

37 Έτσι, K. von Beyme, Theorie der Politik im 20 Jahrhundert, Φρανκφούρτη 1991, σ. 353.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις - τριμηνιαία επιθεώρηση - εκδόσεις Νήσος, Σαρρή 14, 10553, Αθήνα. τηλ-fax. 210-3250058
Το περιεχόμενο του ιστοχώρου διατίθεται ελεύθερα χωρίς περιορισμούς υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή, για μη-εμπορικούς σκοπούς